← Κύπρος

Μάριου Κυριάκου ν. G. I. MAKRIS IKODOMIKI LIMITED κ.α., Αρ. Αγωγής: 5641/08, 30/10/2015

Μάριου Κυριάκου ν. G. I. MAKRIS IKODOMIKI LIMITED κ.α., Αρ. Αγωγής: 5641/08, 30/10/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2015:A442 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Μαθηκολώνη, Ε.Δ Αρ. Αγωγής: 5641/08 Μεταξύ: Μάριου Κυριάκου Ενάγοντα και

  1. G. I. MAKRIS IKODOMIKI LIMITED
  2. Γιώργου Μακρή Εναγομένων ------------------------------------ Ημερομηνία: 30 Οκτωβρίου 2015 Αιτ. ημερ. 7.4.15 για τροποποίηση του κλητηρίου εντάλματος Για τον αιτητή/ενάγοντα: κα Δημητρίου για κ.κ. Μιχαλάκης Κυπριανού & Σια ΔΕΠΕ Για τους καθ' ων η αίτηση/ εναγόμενους 1 και 2: κ. Δαμιανός για κ.κ. Μαρκίδη και Μαρκίδη & Σια ΔΕΠΕ ------------------------------------- ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την υπό εξέταση αίτηση ο ενάγων/αιτητής (στο εξής καλούμενος «ο αιτητής») αιτείται την τροποποίηση του ειδικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος ως ακολούθως:
  3. Δια της προσθήκης στο παρακλητικό και της αξίωσις του ενάγοντα νέας παραγράφου με αριθμό Γ ως ακολούθως: "Γ. Διαζευκτικά με το αιτητικά Α και Β ανωτέρω γενικές και/ή ειδικές αποζημιώσεις για παράβαση σύμβασης εκ μέρους του εναγομένου 1 σε σχέση με τη συμφωνία που συνάφθηκε μεταξύ του ενάγοντα και του εναγομένου 1 ημερομηνίας 18/4/
  4. Δια της αναριθμήσεως των υφιστάμενων παραγράφων Γ, Δ, Ε, Ζ και Η σε παραγράφους με αρίθμηση Δ, Ε, Ζ, Η και Ο αντιστοίχως.
  5. Δια της προσθήκης στις «Λεπτομέρειαι» νέας παραγράφου με αρίθμηση 22 ως ακολούθως: "
  6. Διαζευκτικά με τα πιο πάνω ο Εναγόμενος 1 οφείλει να αποζημιώσει τον Ενάγοντα λόγω του ότι ο εναγόμενος 1 παραβίασε τις συμβατικές του υποχρεώσεις που πηγάζουν από τη συμφωνία ημερομηνίας 18/4/2008 που συνάφθηκε μεταξύ του ενάγοντα και του εναγομένου 1."» Η αίτηση βασίζεται στους Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.25, ΘΘ1-5, Δ.
  7. Θ1, Θ2 και Θ9, στη διακριτική ευχέρεια και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Υποστηρίζεται δε από την ένορκο δήλωση της Ερμιόνης Παυλίδου δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο Μιχαλάκης Κυπριανού & Σία Δ.Ε.Π.Ε., οι οποίοι εκπροσωπούν τον αιτητή στην παρούσα αγωγή και αίτηση. Η ομνύσασα αναφέρει ότι γνωρίζει πολύ καλά τα γεγονότα επεξηγώντας και τις πηγές της και περαιτέρω αναφέρει ότι είναι και δεόντως εξουσιοδοτημένη από τον αιτητή να προβεί στην ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της υπό εξέταση αίτησης. Όπως αναφέρει στις 6/10/2008 καταχωρήθηκε το ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα εναντίον των εναγομένων - καθ' ων η αίτηση 1 και 2 (στο εξής καλούμενοι «οι καθ' ων η αίτηση») οι οποίοι καταχώρησαν σημείωμα εμφάνισης στις 27/10/2008 και την Έκθεση Υπερασπίσεως τους στις 27/3/
  8. Στις 3/4/09 καταχωρήθηκε εκ μέρους του αιτητή Απάντηση στην Υπεράσπιση. Σε σχέση με την ανάγκη για τροποποίηση στο στάδιο αυτό αναφέρει ότι κατά την προετοιμασία της υπόθεσης για ακρόαση διαπιστώθηκε ότι εκ παραδρομής και/ή λόγω αβλεψίας παρέλειψαν να αναφέρουν τα όσα στο παρόν στάδιο αιτούνται να προσθέσουν στην έκθεση απαίτησης και στο σχετικό παρακλητικό. Είναι η θέση της δε ότι οι αιτούμενες τροποποιήσεις είναι άμεσα σχετικές με τα επίδικα γεγονότα και με τη συμπερίληψη τους θα δοθούν περισσότερες λεπτομέρειες που θα βοηθήσουν τόσο το σεβαστό Δικαστήριο όσο και την πλευρά των καθ' ων η αίτηση κατά την εκδίκαση της υπόθεσης. Όπως επεξηγεί δεν αναφέρεται στο ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα ότι ο αιτητής αξιώνει γενικές και/ή ειδικές αποζημιώσεις λόγω του ότι ο εναγόμενος 1 παραβίασε τις συμβατικές του υποχρεώσεις με βάση τη συμφωνία ημερομηνίας 18/4/08 που σύναψε με τον ενάγοντα. Σύμφωνα πάντα με την ομνύσασα, μόλις διαπιστώθηκε η εν λόγω παράλειψη στο ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα, καταχωρήθηκε η παρούσα αίτηση για να εξαλειφθεί η παράλειψη. Είναι περαιτέρω η θέση της ότι η αιτούμενη τροποποίηση γίνεται καλόπιστα και ζητείται πριν ξεκινήσει η ακροαματική διαδικασία χωρίς να σπαταλάται ο χρόνος του Δικαστηρίου. Πέραν των πιο πάνω αναφέρει ότι δεν υπάρχει κίνδυνος πρόκλησης ανεπανόρθωτης ζημιάς ή ουσιαστικού δυσμενούς επηρεασμού των καθ' ων η αίτηση πέραν της δικονομικής ταλαιπωρίας και της καθυστέρησης, ζητήματα που όπως υποστηρίζει μπορούν να αντιμετωπισθούν με την κατάλληλη διαταγή ως προς τα έξοδα. Από την άλλη είναι η θέση της ότι η μη έγκριση του αιτήματος, θα αποστερήσει το δικαίωμα από τον αιτητή να προωθήσει την υπόθεση του και θα πληγούν ανεπανόρθωτα τα συμφέροντα του. Τέλος εισηγείται ότι με τις επιζητούμενες τροποποιήσεις το Δικαστήριο θα έχει ενώπιον του μία πιο ολοκληρωμένη εικόνα των γεγονότων που περιστοιχίζουν την παρούσα υπόθεση και υπό το φως όλων των ανωτέρω αιτείται την έγκριση της αίτησης. Οι καθ' ων η αίτηση καταχώρησαν ένσταση προβάλλοντας τους κάτωθι λόγους ένστασης τους οποίους θεωρώ χρήσιμο να παραθέσω αυτούσιους: «
  9. Η Αίτηση ημερομηνίας 07/04/2015 είναι νομικώς και πραγματικώς ανυπόστατη.
  10. Τόσο η Αίτηση όσο και η Ένορκη Δήλωση που την συνοδεύει είναι παράτυπες και/ ή ελαττωματικές και/ ή λανθασμένες.
  11. Υπάρχει υπέρμετρη και αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην υποβολή της Αίτησης για τροποποίηση.
  12. Η Αίτηση για τροποποίηση έχει ως μοναδικό σκοπό να παρακωλύσει την διεκπεραίωση της ακρόασης της πιο πάνω αγωγής εκ μέρους του Αιτητή.
  13. Δεν ικανοποιούνται οι θεσμικές προϋποθέσεις για την τροποποίηση του Κλητήριου Εντάλματος και της Έκθεσης Απαίτησης.
  14. Με την αιτούμενη τροποποίηση, ο Αιτητής επιχειρεί την εισαγωγή νέου αγώγιμου δικαιώματος εναντίον των Εναγομένων και/ ή την εισαγωγή νέας βάσης αγωγής -η οποία δεν συμπεριλαμβάνεται στο γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα- και/ ή νέα αξίωση, οι οποίες αφ' εαυτές και/ ή σε συνδυασμό με την ασύγγνωστη καθυστέρηση που παρατηρείται στη διεκπεραίωση της αγωγή, καθιστούν την παρούσα Αίτηση καταχρηστική των διαδικασιών.
  15. Οι λόγοι που επικαλείται ο Αιτητής για τροποποίηση του Κλητήριου Εντάλματος και της Έκθεσης Απαίτησης δεν δικαιολογούν την εν λόγω τροποποίηση, καθ' ότι αυτή συνδέεται με γεγονότα και/ ή θεραπείες και/ ή αξιώσεις, που ο Αιτητής γνώριζε και/ ή όφειλε να γνωρίζει πολύ νωρίτερα από την καταχώρηση της παρούσας Αίτησης.
  16. Επιδιώκεται ευκαιρία αναδόμησης της υπόθεσης του Ενάγοντα, για λάθη και/ ή παραλείψεις του καθ' ότι το σύνολο των γεγονότων και όλο το απαραίτητο υλικό ήταν σε γνώση του Ενάγοντος από την ημέρα καταχώρησης της Αγωγής.
  17. Ο Ενάγων δεν απέσεισε το επαυξημένο βάρος λόγω της υπέρμετρης καθυστέρησης στην υποβολή της αίτησης για έκδοση διατάγματος τροποποίησης του Κλητήριου Εντάλματος και της Έκθεσης Απαίτησης .
  18. Οι αιτούμενες τροποποιήσεις είναι παραπλανητικές και/ ή αυθαίρετες και/ ή δημιουργούν σύγχυση.» Η ένσταση συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση του Γ. Θεοδοσίου ο οποίος είναι δικηγόρος στο Δικηγορικό Γραφείο Μαρκίδη, Μαρκίδη & Σία Δ.Ε.Π.Ε.. Ο εν λόγω ομνύσας αναφέρει ότι γνωρίζει τα γεγονότα της υπόθεσης, από μελέτη του φακέλου της υπόθεσης και από πληροφορίες και στοιχεία τα οποία του έχει δώσει ο κ. Αλέκος Μαρκίδης, ο οποίος χειρίζεται την υπόθεση. Ο ομνύσας πέραν του ότι υιοθετεί τους λόγους ένστασης αναφέρει ότι διαφωνεί με την αίτηση και την ένορκη δήλωση που την συνοδεύει και ισχυρίζεται ότι ο ενάγων γνώριζε και/ ή όφειλε να γνωρίζει τα γεγονότα επί των οποίων βασίζεται η αιτούμενη τροποποίηση, πριν την καταχώρηση της παρούσας αγωγής, και παρά ταύτα δεν προχώρησε στην καταχώρηση αιτήματος όπως το υπό συζήτηση, πριν και/ ή εντός σύντομου χρονικού διαστήματος από τη μελέτη της παρούσας υπόθεσης για σκοπούς καταχώρησης της Απάντησης στην Υπεράσπιση των Εναγόμενων ή και για σκοπούς προετοιμασίας για ακρόαση κατά την 18/11/10, 17/09/12, 21/01/13, 03/10/13, 19/03/14, 24/10/14 και 02/12/14, ημερομηνίες κατά τις οποίες ορίστηκε η παρούσα για ακρόαση. Περαιτέρω ισχυρίζεται ότι η αίτηση του αιτητή είναι «άνευ αντικειμένου» για το λόγο ότι υπάρχει υπέρμετρη και/ ή αδικαιολόγητη καθυστέρηση και περαιτέρω είναι η θέση του ότι η παρούσα αίτηση παρεμποδίζει τη διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρονικό διάστημα, αφού η αγωγή καταχωρήθηκε στις 06/10/2008 και η υπό συζήτηση αίτηση του ενάγοντα καταχωρήθηκε το 2015, δηλαδή μετά από επτά

(7)περίπου χρόνια και χωρίς να έχει δοθεί οποιαδήποτε ή και οποιαδήποτε εύλογη δικαιολογία για την τόσο καθυστερημένη υποβολή της. Είναι δε η θέση του ότι το αδικαιολόγητο της καθυστέρησης στην καταχώρηση της υπό συζήτηση αίτησης και τυχόν έγκριση αυτής αντιβαίνει προς την νομολογιακά καθιερωμένη αρχή της ταχείας εκδίκασης των υποθέσεων. Επιπρόσθετα εισηγείται ότι με την παρούσα αίτηση επιχειρείται κατάχρηση των διαδικασιών και ότι με την τυχόν έγκριση της αίτησης οι καθ' ων η αίτηση θα βρεθούν σε δυσμενέστερη θέση από τη θέση στην οποία θα βρίσκονταν εάν δεν ζητείτο η εν λόγω τροποποίηση η οποία σε καμία περίπτωση δίδει καλύτερη εικόνα των επίδικων θεμάτων, αλλά αντίθετα, δημιουργεί σύγχυση ή/ και είναι παραπλανητική ή/ και αυθαίρετη, εφόσον ο αιτητής αιτείται την προσθήκη νέας παραγράφου στο παρακλητικό της αγωγής και νέας παραγράφου στην έκθεση απαίτησης, στις οποίες γίνεται λόγος για παράβαση σύμβασης εκ μέρους του εναγόμενου 1 σε σχέση με τη συμφωνία που συνάφθηκε μεταξύ του ενάγοντα και του εναγόμενου 1 ημερομηνίας 18/04/08, ωστόσο στην υφιστάμενη έκθεση απαίτησης, ο ενάγων ουδεμία αναφορά κάνει σε σύμβαση ημερομηνίας 18/04/08 που συνάφθηκε μεταξύ ενάγοντα και εναγόμενου
  1. Όπως υποστηρίζει η μόνη συμφωνία ημερομηνίας 18/04/08, που αναφέρεται στην υφιστάμενη έκθεση απαίτησης, συνάφθηκε σύμφωνα με τους σχετικούς ισχυρισμούς στην έκθεση απαίτησης, μεταξύ του ενάγοντα και του εναγόμενου
  2. Παραπέμπει σχετικά στην παράγραφο 14 της αγωγής. Είναι επίσης η θέση του ομνύοντα ότι με την υπό εξέταση αίτηση ο αιτητής επιχειρεί να εισάγάγει νέα βάσης αγωγής η οποία δεν συμπεριλαμβάνεται στο γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα, ήτοι παράβαση σύμβασης η οποία εκτός της πιο πάνω περιγραφόμενης σύγχυσης που δημιουργεί, μεταβάλλει παντελώς την υφιστάμενη βάση της αγωγής και των επίδικων ζητημάτων. Καταληκτικά εισηγείται πως τυχόν επιτυχία της αίτησης για τροποποίηση θέτει σε κίνδυνο την προστασία των δικαιωμάτων της αντίδικης πλευράς, ήτοι των καθ' ων η αίτηση, λόγω της παρατηρούμενης καθυστέρησης στην προώθηση και ολοκλήρωση της όλης δικαστικής διαδικασίας, εκκρεμότητα η οποία αποτελεί παράγοντα ο οποίος επαυξάνει την ανάγκη για ταχύτερη προώθηση της αγωγής. Διαδικασία Οι συνήγοροι των δύο πλευρών περιορίστηκαν σε γραπτές αγορεύσεις δια των οποίων υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις τους, ενώ ουδείς εκ των ενόρκως δηλούντων αντεξετάστηκε. Τα όσα αναφέρονται στις αγορεύσεις των δύο πλευρών έχουν μελετηθεί και λαμβάνονται υπόψη στο σύνολό τους, αναφορά δε σε αυτά θα γίνει στο βαθμό που τούτο κρίνεται αναγκαίο στα πλαίσια ανάλυσης της νομικής πτυχής της αίτησης η οποία ακολουθεί. Νομική Πτυχή Ως έχει αναφερθεί και πιο πάνω η υπό κρίση αίτηση στηρίζεται, μεταξύ άλλων, στη Δ.25, Θ.1[1] των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, η οποία προβλέπει τα εξής: «
  3. The Court or a Judge may, at any stage of the proceedings, allow either party to alter or amend his indorsement or pleadings, in such manner and on such terms as may be just, and all such amendments shall be made as may be necessary for the purpose of determining the real questions in controversy between the parties.» Αναφορικά με το ζήτημα των αρχών που εφαρμόζονται κατά την εξέταση αιτήσεων της φύσεως που απασχολεί, χρήσιμη αναφορά μπορεί να γίνει στην σχετικά πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Πολ. Έφεση 79/09 Αρτέμιος Παπαχρυσοστόμου v.
  4. Κώστα Γρηγοριάδη & Συνεταίροι ημερ. 4/5/2012 όπου αναφέρθηκαν τα εξής: «Το συμπέρασμα που μπορεί με ασφάλεια να συναχθεί από τη σχετική νομολογία, είναι ότι το θέμα, τροποποίησης δικογράφων, ανάγεται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου η οποία ασκείται φιλελεύθερα και δεν διέπεται από άκαμπτους κανόνες, αλλά από διάφορους παράγοντες, η βαρύτητα των οποίων ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Η βασική αρχή η οποία πηγάζει μέσα από την εν λόγω νομολογία είναι ότι στις περιπτώσεις όπου ο προσδιορισμός της ουσίας της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων και η αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών επιβάλλουν την τροποποίηση των δικογράφων, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται υπέρ της έγκρισης της αίτησης νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί βλάβη ή αδικία στην άλλη πλευρά η οποία δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα ή ο αιτητής δεν ενεργεί κακόπιστα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της οποιασδήποτε καθυστέρησης στη διατύπωση των θέσεων του αιτητή, ποικίλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη τροποποίησης δικογράφων, όμως η άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου στο στάδιο αυτό, ασκείται με φειδώ. Τέλος μπορεί να λεχθεί ότι η εισαγωγή ενός νέου θέματος δεν συνεπάγεται κατ' ανάγκη και την απόρριψη της αίτησης, νοουμένου όμως ότι δεν έχει καταλυτικές συνέπειες για την αντίδικη πλευρά.» (Βλ. και Πολ. Εφ. 58/2012, Kayat Trading Limited v. Genzyme Corporation, ημερ. 4.3.2013 στην οποία υιοθετήθηκαν οι πιο πάνω αρχές) Επίσης ιδιαίτερα διαφωτιστική είναι και η απόφαση του Προέδρου του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακος κ. Φωτίου (όπως ήταν τότε), στην αγωγή υπ' αρ. 541/03 η οποία κατά την άποψη μου συνοψίζει πολύ περιεκτικά τις αρχές που διέπουν το θέμα της αίτησης τροποποίησης: «Η νομική αρχή είναι ότι σύμφωνα με τη Δ.25 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών το Δικαστήριο έχει διακριτική εξουσία να επιτρέψει την τροποποίηση του κλητηρίου εντάλματος ή των εγγράφων προτάσεων ύστερα από αίτηση του ενδιαφερόμενου μέρους. Η εξουσία αυτή μπορεί να ασκηθεί σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας. Όμως όσο πιο έγκαιρα γίνεται η αίτηση τόσο πιο εύκολα το Δικαστήριο ασκεί την εξουσία του υπέρ της τροποποίησης. Όταν η αίτηση γίνεται καλόπιστα και αν ακόμα υπήρχε αμέλεια εκ μέρους του αιτητή γι' αυτή του την καθυστέρηση και πάλι το Δικαστήριο μπορεί να επιτρέψει την τροποποίηση αν ικανοποιηθεί ότι αυτή είναι αναγκαία για να προσδιοριστούν τα πραγματικά επίδικα ζητήματα για να απονεμηθεί δικαιοσύνη μεταξύ των διαδίκων και ότι μπορεί να γίνει χωρίς να προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά, άλλη από ταλαιπωρία η οποία μπορεί να αποζημιωθεί με έξοδα (βλ. Odger's on Pleading and Practice 20η έκδοση, σελίδα 170, Pleadings Principle's and Practice έκδοση 1990 των Sir Jackob Lain Gold Rein σελ. 189 έως 191 και τις υποθέσεις Mahattou v. Viceroy Shipping Co Ltd and another
(1971)1 C.L.R. 542, Νικολαΐδης και άλλος v. Γερολεμή
(1980)1 ΑΑΔ 1, Ευριπίδου και άλλος v. Καννάουρου
(1985)1 ΑΑΔ 24, Φεραίος Χριστόπουλος και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας
(1988)1 ΑΑΔ 79, Νίκος Πουρίκκου v. Μυροφόρας Κ. Σάββα και άλλων
(1990)1 ΑΔΔ 863, Δόμνα Χριστοδούλου v. Αθηναΐδα Χριστοδούλου και άλλοι
(1991)1 ΑΑΔ 934, Περικτιόνη Χρίστου v. Ανδρέας Αζάς και άλλος
(1992)1 ΑΑΔ 704, Astor Manufacturing and Exporting Co v. A and G. Leventis and Company (Nigeria) Ltd
(1993)1 ΑΑΔ 726, Agini v. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. Πολιτική Έφεση 10214 ημερ. 12/1/99, Federal Bank of Lebanon (S.A.L.) v. Σιακόλας, Πολιτική Έφεση 10341 ημερ. 19/1/99 και πιο πρόσφτα C & A Pelekanow Associates Ltd v. Ανδρέα Πελεκάνου, Πολιτική Έφεση 11103 ημερ. 20.12.01 και Ανδρέα Τσαγγάρη v. Μακεδονίας Γαβριηλίδου & άλλων, Πολιτική Έφεση 11027 ημερ. 8.2.02). Ένα από τα κριτήρια που συνήθως επενεργεί εναντίον της αίτησης για τροποποίηση είναι κατά πόσο με την σκοπούμενη τροποποίηση εισάγεται νέα βάση αγωγής ή υπεράσπισης, ανάλογα με την περίπτωση. Αν ναι, τότε η τροποποίηση συνήθως δεν επιτρέπεται παρόλο που και σ' αυτή την περίπτωση δυνατόν να επιτραπεί αν η αλλαγή κριθεί ότι συνάδει με την αρχική απαίτηση του ενάγοντα και/ή υπεράσπιση (βλ. Νικολαΐδης και άλλος v. Γερολεμή, πιο πάνω, Γεωργίου v. Πιστόλια
(1969)1 ΑΑΔ 613 και Τσιάππας v. Δημοκρατίας
(1974)1 CLR 167) ιδιαίτερα εκεί που το Δικαστήριο ικανοποιείται ότι η αίτηση δεν γίνεται κακόπιστα. Ένα άλλο κριτήριο το οποίο συνήθως λαμβάνεται υπόψη υπέρ της τροποποίησης είναι η περίπτωση (κάτι που δεν ισχύει στη δική μας υπόθεση) που η σκοπούμενη τροποποίηση αποσκοπεί στο να φέρει τα δικόγραφα στην ίδια γραμμή με μαρτυρία που εισάχθηκε χωρίς ένσταση (βλ. μεταξύ άλλων Πουρίκκος v. Fevzi
(1963)2 CLR 24, Σκέπη Λτδ v. Καΐτης
(1983)1 ΑΑΔ 231 και Σωτήρης Ιωάννου v. Μάριος Αθηαινίτης
(1980)1 ΑΑΔ 178). Περαιτέρω τότε μόνο πρέπει να επιτρέπεται μια τροποποίηση, όταν αυτή κρίνεται ότι είναι αναγκαία για επίλυση των πραγματικώς αμφισβητουμένων θεμάτων. (Βλ. Δ.25 κ.1 και Astor Manufacturing and Exporting Co v. A & G Leventis & Company (Nigeria) Ltd, πιο πάνω, σελ. 733 και Alexandra Rent a Car Ltd v. Demetras Nearchou
(1992)1 ΑΑΔ 111).» Επίσης χρήσιμη αναφορά μπορεί να γίνει και στην υπόθεση Φοινιώτης ν. Greenman Navigation
(1989)1 (E) A.A.Δ.33, όπου τέθηκαν καθαρά οι αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου σε αιτήσεις τροποποίησης. Συγκεκριμένα στη σελίδα 36 αναφέρονται τα πιο κάτω: «Οι αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου μπορεί να συνοψιστούν ως εξής:
(1)Η τροποποίηση της δικογραφίας επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας δεδομένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης.
(2)Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης όπως διαγράφονται στη συγκεκριμένη υπόθεση συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντίδικου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διαδίκου.
(3)Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο δηλαδή ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στην διατύπωση των θέσεων του Αιτητή ποικίλλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο Αιτητής για την έκδοση διατάγματος για την τροποποίηση.
(4)Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη της τροποποίησης υπεράσπισης. Στο στάδιο αυτό όμως η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ, λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από την προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου. Στην υπόθεση Hipgrave v. Case, 28 Ch. D. 361 υποδείχθηκε ότι το Δικαστήριο αντιμετωπίζει με διστακτικότητα αιτήσεις για τροποποίηση της δικογραφίας κατά τη δίκη». Καθοδηγούμενη από τις πιο πάνω αρχές στην άσκηση της διακριτικής μου ευχέρειας διαπιστώνω τα πιο κάτω. Στην προκειμένη περίπτωση οι λόγοι ένστασης των εναγόντων/καθ' ων η αίτηση συνοψίζονται στο ότι πρώτον η αίτηση και η ένορκη δήλωση είναι παράτυπη και/ή ελαττωματική ή και λανθασμένη (λόγοι ένστασης 1 και 2), δεύτερον η αίτηση υποβάλλεται με υπέρμετρη και αδικαιολόγητη καθυστέρηση και χωρίς ο αιτητής να μπορεί με βάση τα όσα επικαλείται να αποσείσει το αυξημένο βάρος που φέρει λόγω της καθυστέρησης στην υποβολή της αίτησης για τροποποίηση η οποία αφορά σε γεγονότα που ο αιτητής γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει από το χρόνο καταχώρησης της αγωγής, (βλ. λόγους ένστασης 3, 7,8 και 9), τρίτον η αίτηση υποβάλλεται με μοναδικό σκοπό να παρακωλύσει την διεκπεραίωση της ακρόασης της παρούσας αγωγής (βλ. λόγο ένστασης 4), τέταρτον με την αιτούμενη τροποποίηση επιχειρείται η εισαγωγή νέας βάσης αγωγής η οποία δεν συμπεριλαμβάνεται στο κλητήριο, γεγονός το οποίο μαζί με την καθυστέρηση που παρατηρείται καθιστούν την αίτηση καταχρηστική (βλ. λόγο ένστασης
(6)), πέμπτον οι αιτούμενες τροποποιήσεις προκαλούν σύγχυση (λόγος ένστασης 10) και έκτον δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος ή και για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου (λόγος ένστασης 5). Για να καταστεί δε σαφές το ευρύτερο πλαίσιο εντός του οποίου υποβάλλεται η υπό εξέταση αίτηση, θα πρέπει να σημειωθεί ότι με την υφιστάμενη έκθεση απαίτησης του ο ενάγοντας ισχυρίζεται ότι ο ίδιος είναι εργολάβος και κατά πάντα ουσιώδη χρόνο ήταν διευθυντής και μέτοχος της εναγόμενης 1 η οποία είναι εταιρεία δεόντως εγγεγραμμένη και ασχολείται με την ανάπτυξη γης και την εργολαβία σε διάφορες οικοδομές. Όπως περαιτέρω ο ενάγων ισχυρίζεται ο ίδιος πέρα από μέτοχος της εναγομένης 1 εργοδοτείτο από αυτήν και ως υπεύθυνος στις διάφορες εργολαβίες που αναλάμβανε με χρονιαίο εισόδημα Λ.Κ. 15.
  1. Περαιτέρω αναφέρει ότι ο εναγόμενος 2 ο οποίος ήταν ο άλλος μέτοχος της εναγόμενης 1, από την αρχή της ίδρυσης της εναγόμενης 1 επεδείκνυε συγκεκριμένη συμπεριφορά στην οποία κάνει αναφορά, σκοπός της οποίας ήταν σύμφωνα πάντα με τον ενάγοντα να αναγκάσει τον τελευταίο να παραιτηθεί και αποχωρήσει από την ενάγομενη 1 όπως ακριβώς έπραξε και με τον πρώην συνέταιρο των διαδίκων, ο οποίος μη αντέχοντας άλλο τη συμπεριφορά του εναγόμενου 2 αποχώρησε από την εναγόμενη
  2. Σύμφωνα πάντα με τους υφιστάμενους ισχυρισμούς του ενάγοντα, λόγω της συμπεριφοράς του εναγόμενου 2 και επειδή ο ίδιος δεν άντεχε άλλο την όλη κατάσταση με την οποία ερχόταν αντιμέτωπος καθημερινώς, υπογράφηκε συμφωνία σε συνεδρίαση του Διοικητικού Συμβουλίου της εναγόμενης 1 στην οποία ήταν παρόντες ο ενάγοντας και ο εναγόμενος 2 όπου αποφασίστηκε όπως ο ενάγοντας παύσει από διευθυντής της εναγόμενης 1, παραχωρήσει τις μετοχές του στον εναγόμενο 2 και όπως συνεχίσει σαν συνεργάτης και υπεργολάβος της εναγόμενης
  3. Περαιτέρω αποφασίστηκε όπως συγκεκριμένο οικόπεδο στον Ψευδά ιδιοκτησίας της εναγομένης αξιοποιηθεί από την εναγομένη 1 σε συνεργασία με τον ενάγοντα και όπως εάν μετά τους ισολογισμούς της εναγόμενης 1, ο ενάγοντας έχει να παίρνει χρήματα αυτά να του δοθούν. Το έγγραφο μεταβίβασης των μετοχών του ενάγοντα υπογράφηκε την ίδια μέρα εφόσον ο εναγόμενος 2 υποσχέθηκε στον ενάγοντα να λάβει τις πιο πάνω «αντιπαροχές». Σύμφωνα πάντα με τον ενάγοντα ο εναγόμενος 2 δεν είχε σκοπό ποτέ να τηρήσει τα συμφωνηθέντα και όλες τις συμφωνίες τις έκανε μόνο και μόνο ώστε να πείσει τον ενάγοντα να αποχωρήσει από την εταιρεία σε αντίθεση με τον ενάγοντα που πίστευε ότι θα τηρηθούν τα συμφωνηθέντα. Όπως περαιτέρω ισχυρίζεται ο ενάγοντας στη συνέχεια λόγω παράλογων απαιτήσεων του εναγόμενου 2 το οικόπεδο στον Ψευδά δεν μπορούσε να αξιοποιηθεί και γι' αυτό ο ενάγοντας συνήψε νέα συμφωνία με τον εναγόμενο (χωρίς να προσδιορίζεται στην έκθεση απαίτησης με ποιο εναγόμενο συνήφθη η εν λόγω συμφωνία) κατά ή περί την 18/4/2008 που προέβλεπε όπως η εναγόμενη 1 πωλήσει στον ενάγοντα το οικόπεδο στον Ψευδά έναντι του ποσού των €76.887 υπό τον όρο ότι το εν λόγω ποσό θα καταβάλλετο από τον ενάγοντα μέχρι 18/5/
  4. Όπως δε ο ενάγων ισχυρίζεται, παρά το ότι ο ίδιος κάλεσε τον εναγόμενο 2 να προσέλθει στο Κτηματολόγιο για τη μεταβίβαση και παρά το ότι ο ίδιος ανέφερε ότι θα μετέβαινε στις 29/5/08, τελικά δεν προσήλθε στο Κτηματολόγιο. Επίσης ισχυρίζεται ότι ο λογιστής της εναγόμενης 2 δεν μπορούσε να υποβάλει τους ισολογισμούς της εναγόμενης 1 διότι εδώ και χρόνια δεν του είχαν δοθεί στοιχεία. Επίσης ισχυρίζεται ότι ο ίδιος παρέσχε τις υπηρεσίες του σε σχέση με συγκεκριμένο έργο που ανέλαβε η εναγόμενη 1 κατόπιν οδηγιών του εναγόμενου 2 χωρίς να έχει καταβληθεί η αμοιβή του. Εν τέλει ο ενάγων αιτείται εναντίον των εναγομένων : «Α). Διάταγμα του Δικαστηρίου που να ακυρώνει τις συμφωνίες ημερ. 13/3/2008 και 18/4/2008 που έγιναν μεταξύ Ενάγοντα και Εναγόμενου 2 ως άκυρες ελλείψει νόμιμης αντιπαροχής και/ή νόμιμου ανταλλάγματος και/ή λόγω παράβασης ουσιωδών όρων των πιο πάνω συμφωνιών εκ μέρους του εναγόμενου
  5. Β). Διάταγμα του Δικαστηρίου διατάττον την Εναγόμενη 1 όπως μεταβιβάσει το ποσοστό των μετοχών που ο Ενάγοντας κατείχε στην Εναγόμενη 1 και που ο Ενάγοντας μεταβίβασε στην Εναγόμενη 1 βάσει της πιο πάνω συμφωνίας ημερ. 13/3/
  6. Γ). Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να διορίζονται ανεξάρτητοι ελεγκτές ούτως ώστε να ελεγχθούν όλοι οι λογαριασμοί και οι πράξεις της Εναγόμενης 1 και/ή να διαταχθεί η Εναγόμενη 1 όπως καταθέσει λογαριασμούς συνοδευόμενους από ένορκη δήλωση επαλήθευσης της για την περίοδο 2000 μέχρι 2008 για να αποδοθούν αναδρομικά όλα τα μερίσματα που αναλογούν στον Εναγοντα σύμφωνα με το ποσοστό μετοχών που κατέχει. Δ). Ποσό €5,125.80 ως αναφέρεται στην παράγραφο 15 για εκτέλεση εργασίας από τον ενάγοντα για λογαριασμό της Εναγόμενης
  7. Ε). Γενικές Αποζημιώσεις. Ζ). Νόμιμο Τόκο Η). Έξοδα και ΦΠΑ.» Με την τροποποίηση επιχειρείται η εισαγωγή ενός νέου αιτητικού υπό στοιχείο Γ (και αναρίθμηση των υπολοίπων) έτσι ώστε διαζευκτικά προς τα αιτητικά Α και Β να αξιώνονται γενικές και /ή ειδικές αποζημιώσεις για παράβαση σύμβασης εκ μέρους του εναγόμενου 1 σε σχέση με τη συμφωνία που συνάφθηκε μεταξύ του ενάγοντα και του εναγόμενου 1 ημερομηνίας 18/4/2008 καθώς και ανάλογη παράγραφος στο σώμα της Έκθεσης Απαίτησης. Εξετάζοντας τα πιο πάνω υπό το φως των λόγων ένστασης και στρεφόμενη πρώτα στο ζήτημα της ισχυριζόμενης παρατυπίας και ή ελαττωματικότητας της αίτησης ή/και της ένορκης δήλωσης, σημειώνω ότι δεν έχει τεθεί οποιαδήποτε συγκεκριμένη εισήγηση ενώπιον μου, ενώ ως και πιο πάνω έχει αναφερθεί, η αίτηση στηρίζεται στη Δ.25 Θ.1 η οποία διέπει το ζήτημα τροποποίησης δικογράφων και περαιτέρω υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση. Ως προς το ότι η ένορκη δήλωση υπογράφεται από δικηγόρο σημειώνω ότι είναι γεγονός ότι η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου καταδεικνύει ότι είναι ανεπιθύμητο οι δικηγόροι να προβαίνουν σε ένορκες δηλώσεις προς υποστήριξη θέσεων πελατών τους, θέση η οποία αναφέρεται ειδικότερα στις περιπτώσεις που ο δικηγόρος, ο οποίος χειρίζεται προσωπικά την υπόθεση του πελάτη του καθίσταται και μάρτυρας στα πλαίσια της υπόθεσης αυτής (βλ. Ahapittas v. Roc-Chik Ltd
(1968)1 C.L.R. 1 και Re Efthymiou
(1987)1 C.L.R. 329). Στην Χριστοδούλου ν. Αγαθοκλέους
(1996)1 Α.Α.Δ. 1203 με αναφορά και στη Περέλλα Τζεννάρο (Αρ.1)
(1995)1 Α.Α.Δ. 356 λέχθηκε ότι «δεν υπάρχει τίποτε που να αποκλείει πρόσωπο που γνωρίζει γεγονότα σχετικά προς επίδικο ζήτημα να καταθέτει ως μάρτυρας επειδή είναι δικηγόρος. Το ασυμβίβαστο όπου υπάρχει, αφορά στην ταυτόχρονη ανάληψη της ιδιότητας του δικηγόρου στην ίδια υπόθεση». Το ίδιο σκεπτικό υιοθετείται και στην πολύ πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην ECLI:CY:AD:2014:A168, Πολ. Έφεση 231/11 ημερ.7/3/2014, Investylia Public Company Ltd v. Βάσου Ιωάννου και Ήβης Ιωάννου Χατζηπαντέλα ως διαχειριστές της περιουσίας του Μιχάλη Ιωάννου όπου αναφέρθηκαν τα εξής: «Σε ότι αφορά στο παράτυπο της ένορκης δήλωσης εκ μέρους δικηγόρου επαναλαμβάνουμε και υιοθετούμε τα όσα λέχθηκαν στις πρόσφατες αποφάσεις του Εφετείου Ιnvestylia Public Company Ltd ν. Τζοζεφίν Γαβριηλίδου, Πολιτική Έφεση 326/10, ημερ. 13.6.2013, Dmitry Ryboloviev v. Elena Rybolovieva
(2010)1 A.A.Δ. 82, Investylia Public Company Ltd ν. K. Παπαδόπουλου, Πολιτική Έφεση 238/10, ημερ. 13.6.2013. Στην πρώτη από τις πιο πάνω υποθέσεις αναφέρθηκε ότι: «.η νομολογία έχει κατ΄ επανάληψη επισημάνει το ανεπιθύμητο της πρακτικής αυτής, αλλά δεν έχει φθάσει στο σημείο της απαγόρευσης ώστε να αγνοείται ή να απορρίπτεται η ένορκη αυτή δήλωση, (Dmitry Rybolovlev v. Elena Rybolovleva
(2010)1 A.A.Δ. 82). Η απαγόρευση αφορά την όμνυση ένορκης δήλωσης από δικηγόρο, ο οποίος είναι ή στη συνέχεια της διαδικασίας, καθίσταται μάρτυρας γεγονότων οπότε και θεωρείται ασυμβίβαστος ο περαιτέρω εκ μέρους του χειρισμός της υπόθεσης, .» Στην προκειμένη περίπτωση η ομνύσασα για τον αιτητή παρ' ότι δικηγόρος, δεν είναι η δικηγόρος που χειρίζεται την υπόθεση ούτε και χειρίστηκε την παρούσα αίτηση κατά την ακρόαση της και συναφώς δεν θεωρώ ότι τίθεται οποιοδήποτε ζήτημα παρατυπίας ή και ελαττωματικότητας της αίτησης ούτε και θα ήμουν εν πάσει περιπτώσει διατεθειμένη να απορρίψω την αίτηση για μόνο το λόγο αυτό, δεδομένου ιδιαίτερα του ότι η δικηγόρος που προβαίνει στην ένορκη δήλωση το πράττει για να εξηγήσει στην ουσία τους λόγους για τους οποίους επιζητείται στο στάδιο αυτό η τροποποίηση, όπου και αναφέρεται σε παραδρομή ή και αβλεψία των δικηγόρων να αναφέρουν τα όσα τώρα επιχειρούνται να εισαχθούν με την τροποποίηση και επομένως συνάγεται ότι η ίδια είναι σε θέση να γνωρίζει καλύτερα τα θέματα στα οποία αναφέρεται, παρά ο πελάτης της. Επομένως ο λόγος ένστασης 2 απορρίπτεται όπως και ο πρώτος λόγος ένστασης στην έκταση που αφορά τον ισχυρισμό περί νομικώς ανυπόστατης αίτησης. Ως προς τον ισχυρισμό που περιέχεται στον πρώτο λόγο ένστασης ότι η αίτηση είναι και πραγματικά ανυπόστατη τούτο θα αποφασιστεί στα πλαίσια εξέτασης του κατά πόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έγκριση της. Ερχόμενη τώρα στο επόμενο ζήτημα, που αφορά στο ότι η αίτηση υποβάλλεται με υπέρμετρη και αδικαιολόγητη καθυστέρηση και χωρίς ο αιτητής να μπορεί με βάση τα όσα επικαλείται να αποσείσει το αυξημένο βάρος που φέρει λόγω της καθυστέρησης στην υποβολή της αίτησης, η οποία αφορά σε γεγονότα που ο αιτητής γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει από το χρόνο καταχώρησης της αγωγής (βλ. λόγους ένστασης 3, 7,8 και 9), σημειώνω τα εξής. Όπως εχει ήδη λεχθεί η υποβολή της αίτησης στο στάδιο αυτό επιχειρείται να δικαιολογηθεί με αναφορά σε παραδρομή ή αβλεψία των δικηγόρων να περιλάβουν στο κλητήριο τα όσα τώρα με την τροποποίηση επιχειρούνται να εισαχθούν. Η αναφορά σε παραδρομή ή αβλεψία καθώς και η ομολογουμένως καθυστερημένη υποβολή του αιτήματος δεν θεωρώ ότι θα μπορούσε να αποτελέσει λόγο για απόρριψη του αιτήματος εάν αυτό είναι αναγκαίο για να τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου όλοι οι αναγκαίοι ισχυρισμοί και νοουμένου πάντοτε ότι η υποβολή της αίτησης είναι καλόπιστη και δεν προκαλεί στους αντιδίκους ζημιά που να μην μπορεί να αποζημιωθεί με την κατάλληλη διαταγής ως προς τα έξοδα. Σχετική είναι η υπόθεση Federal Bank of Lebanon v. Σιακόλα, Πολιτική Έφεση 10341, ημερ. 19.1.99 σελ. 4-5 όπου ο κ. Νικολάου Δ. αναφερόμενος στην αγγλική υπόθεση Associated Leisure Ltd & Others v. Associated Newspaper Ltd
(1970)1 All E.R. 754, ανάφερε τα εξής: «Κατ' ακρίβειαν, όπως υπέμνησε ο δικαστής Edmund Davies στην εν λόγω Αγγλική υπόθεση, η αρχή διατυπώθηκε με πληρότητα από το δικαστή Bown στην Cropper v. Smith
(1884)26 Ch.D.700 με τα εξής (στις σελ. 710-711): ". I know of no kind of error or mistake which, if not fraudulent or intended to overreach, the Court ought not to correct, if it can be done without injustice to the other party. Courts do not exist for the sake of discipline, but for the sake of deciding matters in controversy, and I do not regard such amendment as a matter of favour or grace .. It seems to me that as soon as it appears that the way in which a party has framed his case will not lead to a decision of the real matter in controversy, it is as much a matter or right on his part to have it corrected, if it can be done without injustice, as anything else in the case is a matter of right".».(Οι υπογραμμίσεις είναι δικές μου). Το ίδιο σκεπτικό αναδύεται και από την υπόθεση Ναυτοδικείου Mahattou v. Viceroy Shipping Co Ltd & another
(1979)1 CLR 542 σελ. 551 όπου υιοθετήθηκε το σκεπτικό της Charapede & Co. v. Commercial Union Association
(1883)32 W.R. 262: «However negligent or careless may have been the first omission and however late the proposed amendment, the amendment should be allowed if it can be made without injustice to the other side. There is no injustice if the other side can be compensated by costs; but if the amendment will put them into such a position that they must be injured, it ought not to be made. And at page 263, in the same judgment per Bowen, L.J. Sometimes to correct the error will lead to injustice which cannot be cured, as when a witness who could give evidence cannot be got at, or the solvency of one party is doubtful». (η έμφαση δική μου) Επίσης στην United Sea Transport Co. Ltd & Another v. Stavros Zakou
(1980)1 CLR 510 σελ. 515 αναφέρθηκαν τα εξής: «The general principles as to when leave to amend should be given are stated by L.J. Bramwell in the case of Tildesley v. Harper, 10 Ch.D. 393 at page 396: "My practice has always been to give leave to amend unless I have been satisfied that the party applying was acting mala fide, or that, by his blunder he had done some injury to his opponent which could not be compensated for by costs or otherwise". However negligent or careless may have been the first omission and however late the proposed amendment, the amendment should be allowed if it can be made without injustice to the other side. There is no injustice if the other side can be compensated by costs. Before the hearing leaves is readily granted, on payment of the costs occasioned, unless the opponent will be placed in a worse position than he would have been if the amended pleading had been delivered in the first instance. (Steward v. North Metropolitan Transways Co. 16 Q.B.D. 556». (Οι υπογραμμίσεις είναι δικές μου). Στην υπόθεση Astor Co. κ.α. ν. Α & G Leventis Ltd κα
(1993)1 Α.Α.Δ. 726, λέχθηκε ότι σε αιτήσεις για τροποποίηση δικογράφων ο παράγοντας χρόνος είναι μεν σχετικός και συνεκτιμάται ως λογική απόρροια του άρθρου 30
(2)του Συντάγματος, αν και ο παράγοντας αυτός δεν είναι καθοριστικός υπό την έννοια ότι δεν πρέπει από μόνος του να οδηγεί σε απόρριψη. Εξ άλλου στην υπόθεση SABA & Co. ( T.M.P ) v T.M.P. Agents
(1994)1 Α.Α.Δ. 426 λέχθηκε ότι: « .δεν συμφωνούμε πως καλόπιστη αίτηση για τροποποίηση προς κάλυψη πραγματικής και σημαντικής ανάγκης θα πρέπει να απορριφθεί επειδή, ανεξάρτητα από οτιδήποτε άλλο, η καθυστέρηση δικαιολογήθηκε με αναφορά σε αβλεψία ή παραδρομή..» Επίσης και στην υπόθεση Οργανισμός Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου ν Χαρίδη (Πολ. Εφ.50/10 ημερ.11.5.2011) αναφέρθηκαν τα πιο κάτω: «Στην απόφαση του Εφετείου στην υπόθεση Federal Bank of Lebanon (SAL) v Νίκου Κ. Σιακόλα
(1999)1 Α.Α.Δ. 44, επιβεβαιώθηκε κατά αρχάς η λεγόμενη σύγχρονη τάση της νομολογίας όπως τα Δικαστήρια επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις, ακόμη και αν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης, νοουμένου βέβαια ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορεί να αποζημιωθεί με χρήμα. Σημειώνεται ότι στην υπόθεση εκείνη, η αγωγή είχε καταχωρηθεί κατά το 1986 ενώ το συγκεκριμένο αίτημα τροποποίησης υποβλήθηκε κοντά στο 1998 δηλαδή περί τα 12 χρόνια αργότερα και ενώ η ακρόαση είχε προηγουμένως άρχισε και διεξαχθεί μερικώς δυο φορές αλλά διατάχθηκε η εξ υπαρχής ακρόαση λόγω διορισμού των εκδικάζοντων Προέδρων ως δικαστών το Ανώτατου Δικαστηρίου». Στην δε Clive Preece v. Νάσω Ρωσσίδου Πολ. Έφεση 271/08 ημερομηνίας 16/12/2011 αναφέρθηκαν τα εξής: «Οι εφεσείοντες μπορεί να μην κατάφεραν να δικαιολογήσουν με απόλυτη πειστικότητα την καθυστέρηση που παρατηρήθηκε στην προώθηση του δικονομικού διαβήματος. Ωστόσο, η μερική αυτή αδυναμία δεν έπρεπε να οδηγήσει στην απόρριψη της αίτησης εφόσον το πλέον ουσιώδες υπό τις περιστάσεις κριτήριο ήταν η στάθμιση των παραγόντων που θα αποτελούσαν το εχέγγυο για την ορθή απονομή της δικαιοσύνης.» Από όλα τα πιο πάνω αποσπάσματα προκύπτει σαφέστατα η γενικότερη φιλελεύθερη τάση της νομολογίας να επιτρέπονται τροποποιήσεις στις κατάλληλες περιπτώσεις, ακόμη και όταν η αίτηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή υπάρχει καθυστέρηση, νοουμένου ότι υποβάλλεται καλόπιστα και δεν θα προκληθεί ζημιά στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με την επιδίκαση εξόδων. Επομένως και με βάση τα πιο πάνω καθίσταται ουσιώδες να εξεταστούν και να στάθμιστούν οι παράγοντες που αποτελούν το εχέγγυο για την ορθή απονομή της δικαιοσύνης πράγμα που μας φέρνει και στο επόμενο ζήτημα που εγείρουν οι καθ' ων η αίτηση και συγκεκριμένα στον ισχυρισμό ότι η αίτηση στην ουσία δεν υποβάλλεται καλόπιστα αλλά, υποβάλλεται με μόνο σκοπό την καθυστέρηση της διαδικασίας (βλ λόγο ένστασης 4). Κατά την εξέταση του ισχυρισμού αυτού καθίσταται σημαντικό να εξεταστεί η ουσία της αιτούμενης τροποποίησης αφού ό,τι ισχυρίζεται με το σχετικό λόγο ένστασης ο αιτητής είναι ότι η τροποποίηση είναι ανούσια και επιζητείται με αλλότριο κίνητρο ήτοι την πρόκληση καθυστέρησης στην ακροαματική διαδικασία. Εξετάζοντας την ουσία της αίτησης που έχω ενώπιον μου παρατηρώ ότι με αυτή ζητείται να επιτραπεί στον ενάγοντα να διεκδικήσει αποζημιώσεις από τον εναγόμενο 1 λόγω παράβασης των συμβατικών υποχρεώσεων του που πηγάζουν από τη συμφωνία ημερ. 18/4/2008 που συνήφθη μεταξύ του ενάγοντα και του εναγόμενου 1. Κατά την κρίση μου και λαμβάνοντας υπόψη τα όσα γεγονότα περιέχονται στην υφιστάμενη έκθεση απαίτησης, υπάρχει ουσία στα όσα επιχειρείται να εισαχθούν με την τροποποίηση, αφού με αυτά επιχειρείται να ζητηθεί μια συγκεκριμένη θεραπεία, με αποτέλεσμα να αδυνατώ να αποδεχθώ τη θέση των καθ' ων η αίτηση ότι ο μόνος σκοπός της αίτησης είναι η πρόκληση καθυστέρησης στην εκδίκαση της υπόθεσης. Στο βαθμό δε που με την εισήγηση αυτή επιχειρείται η απόδοση κακοπιστίας στον αιτητή, σημειώνω ότι το βάρος για την απόδειξη ότι η αίτηση είναι κακόπιστη βαρύνει τον διάδικο που τον επικαλείται. Επιπλέον, για να δικαιολογείται μια τέτοια κατάληξη πρέπει η κακοπιστία να είναι εμφανής και διάχυτη. Στην προκειμένη περίπτωση, δεν προωθείται τέτοιος ισχυρισμός με οιονδήποτε θετικό τρόπο, ενώ σημειώνω ότι δεν θεωρώ ότι η καθυστέρηση στην υποβολή της υπό εξέταση αίτησης από μόνη της θα μπορούσε να θεωρηθεί ως ένδειξη κακοπιστίας, τη στιγμή μάλιστα κατά την οποία από τη συνολική θεώρηση του φακέλου που έχω ενώπιον μου δεν προκύπτει οποιαδήποτε συστηματική ή και εσκεμμένη προσπάθεια από πλευράς ενάγοντα να προκαλέσει αδικαιολόγητα καθυστέρηση στην παρούσα διαδικασία. Επομένως θεωρώ ότι η αίτηση υποβάλλεται καλόπιστα και με γνώμονα την ολοκληρωμένη διατύπωση των θέσεων του ενάγοντα. Ο σχετικός λόγος ένστασης (βλ. λόγο ένστασης 4) απορρίπτεται. Ως προς τη θέση ότι με την αιτούμενη τροποποίηση επιχειρείται η εισαγωγή νέας βάσης αγωγής η οποία δεν συμπεριλαμβάνεται στο κλητήριο, γεγονός το οποίο μαζί με την καθυστέρηση που παρατηρείται καθιστούν την αίτηση καταχρηστική, σημειώνω ότι ούτε αυτή η εισήγηση με βρίσκει σύμφωνη. Κατ' αρχάς το γεγονός ότι με μια αίτηση τροποποίησης εισάγεται νέα βάση αγωγής δεν αποτελεί σύμφωνα με τη νομολογία χωρίς άλλο λόγο για απόρριψη μιας αίτησης. Συγκεκριμένα στην υπόθεση Saba & Co v T.M.P. Agents
(1994)1 Α.Α.Δ. 426, με αναφορά στην υπόθεση Περικτιόνη Χρίστου ν Ανδρέα Στυλιανού
(1992)1 Α.Α.Δ. 704, λέχθηκε μεταξύ άλλων ότι η διαπίστωση πως επιδιώκεται η εισαγωγή νέας βάση αγωγής ή υπεράσπισης δεν οδηγεί χωρίς άλλο σε απόρριψη της αίτησης για τροποποίηση αφού και σε αυτήν την περίπτωση είναι δυνατόν να επιτραπεί η τροποποίηση αν κριθεί ότι συνάδει με την αρχική απαίτηση ή υπεράσπιση (βλ. Νικολαΐδης και άλλος v. Γερολεμή
(1980)1 ΑΑΔ 1, Γεωργίου v. Πιστόλια
(1969)1 ΑΑΔ 613 και Τσιάππας v. Δημοκρατίας
(1974)1 CLR 167), ιδιαίτερα εκεί όπου το Δικαστήριο ικανοποιείται ότι δεν γίνεται κακόπιστα. Στην προκειμένη περίπτωση ήδη υπάρχει αξίωση στην έκθεση απαίτησης για γενικές αποζημιώσεις και περαιτέρω ήδη γίνεται αναφορά και επιδιώκονται αξιώσεις σε σχέση με τη συμφωνία 18/4/
  1. Το γεγονός τώρα ότι επιχειρείται εξειδικευμένα η εισαγωγή αξίωσης αποζημιώσεων για παράβαση της εν λόγω σύμβασης από την εναγόμενη 1 δεν θεωρώ ότι εκτροχιάζει την υπόθεση από την αρχική απαίτηση, αλλά αντίθετα συνάδει με την αυτήν αλλά και με τα γεγονότα που περιέχονται στην έκθεση απαίτησης. Υπό το φως δε των πιο πάνω δεν είμαι διατεθειμένη να δεχθώ ότι η καθυστέρηση στην υποβολή του αιτήματος μπορεί ή θα πρέπει, υπό το φως και της σχετικής νομολογίας που πιο πάνω παρέθεσα να μεταβάλει καθ' οιονδήποτε τρόπο τα πράγματα. Ως προς τον ισχυρισμό τώρα ότι με την προβολή της συγκεκριμένης αξίωσης προκαλείται σύγχυση (βλ λόγο ένστασης 10) αφού αξιώνονται αποζημιώσεις για παράβαση της σύμβασης ημερ.18/4/2008 από τον εναγόμενο 1, ενώ στην υφιστάμενη έκθεση απαίτησης η μόνη συμφωνία ημερ. 18/4/2008 στην οποία γίνεται αναφορά συνάφθηκε σύμφωνα με τους σχετικούς ισχυρισμούς του ενάγοντα σε αυτήν, μεταξύ ενάγοντα και εναγόμενου 2, σημειώνω τα εξής. Προς υποστήριξη της θέσης αυτής οι καθ' ων η αίτηση παραπέμπουν στην παράγραφο 14 της Έκθεσης Απαίτησης στην οποία όπως έχω πει και πιο πάνω δεν αναφέρεται ρητά με ποιον εναγόμενο έχει συναφθεί η εν λόγω συμφωνία ημερ. 18/4/2008, αφού η εν λόγω παράγραφος αναφέρει τα εξής: «
  2. Ως εκ τούτου ο Ενάγοντας συνήψε συμωνία με τον Εναγόμενο κατά/ή περί την 18/4/08 που προέβλεπε όπως η εναγόμενη 1 πωλήσει στον Ενάγοντα το οικόπεδο στον Ψευδά...» Επομένως αυτό το οποίο ισχυρίζονται οι καθ' ων η αίτηση δεν προκύπτει ρητά από την παράγραφο
  3. Δεν μου διαφεύγει βέβαια το αιτητικό Α της Έκθεσης Απαίτησης, στο οποίο ρητώς γίνεται αναφορά σε συμφωνία ημερ. 18/4/2008 που συνήφθη μεταξύ ενάγοντος και εναγόμενου 2, αλλά δεν θεωρώ ότι η αναφορά αυτή μπορεί να αποκλείσει την εισαγωγή της αξίωσης που επιχειρεί να εισαγάγει ο ενάγοντας τώρα, ούτε και μπορεί το Δικαστήριο με το αιτιολογικό αυτό να εμποδίσει ένα διάδικο από του να αξιώσει τη θεραπεία που ο ίδιος θεωρεί ότι δικαιούται από ένα άλλο διάδικο προδικάζοντας στην ουσία την υπόθεση από το στάδιο αυτό. Σε κάθε περίπτωση θα πρέπει να σημειωθεί ότι η προώθηση διαζευκτικών βάσεων αγωγής ή και υπεράσπισης, μέχρι να ξεκινήσει η ακροαματική διαδικασία και σε κάποιες περιπτώσεις μέχρι και το τέλος, (βλ. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ ν. Belvestico Trading Ltd
(2006)1 Α.Α.Δ. 838) αποτελεί δικαίωμα που αναγνωρίζεται στο διάδικο από τους Θεσμούς και τη νομολογία. Εν όψει όλων των πιο πάνω, και ιδιαίτερα του γεγονότος ότι με την τροποποίηση δεν καταδεικνύεται ότι οι καθ' ων η αίτηση θα υποστούν ζημιά που να μην μπορεί να θεραπευθεί με την κατάλληλη διαταγή ως προς τα έξοδα και θα έχουν το δικαίωμα να απαντήσουν σε όλα τα εγειρόμενα με την τροποποίηση, ως και του γεγονότος ότι δεν έχει αρχίσει ακόμη η ακρόαση της αγωγής, και δεδομένου περαιτέρω του ότι η αίτηση υποβάλλεται καλόπιστα και με σκοπό να τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου με πληρότητα οι θέσεις του ενάγοντα, κρίνω ότι θα ήταν ορθό και δίκαιο να δοθεί στον ενάγοντα η ευκαιρία να παρουσιάσει την απαίτηση του ολοκληρωμένα. Ως εκ των ανωτέρω κρίνω ότι οι λόγοι ένστασης δεν ευσταθούν και ότι περαιτέρω συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την άσκηση της διακριτικής μου ευχέρειας υπερ της έγκρισης της αίτησης. Ως εκ τούτου η παρούσα αίτηση εγκρίνεται. Εκδίδεται διάταγμα ως η οι παράγραφοι 1, 2 και 3 της αίτησης. Τροποποιημένο Κλητήριο να καταχωρηθεί μέσα σε 3 ημέρες από τη σύνταξη, Υπεράσπιση να καταχωρηθεί εντός 15 ημερών από την επίδοση του Τροποποιημένου Κλητηρίου και Απάντηση στην Υπεράσπιση εντός 5 ημερών από την επίδοση της Υπεράσπισης. Το διάταγμα να ζητηθεί αυθημερόν ενόψει του ότι πρόκειται για πολύ παλαιά υπόθεση και η ακρόαση της θα πρέπει να προχωρήσει το συντομότερο δυνατόν. Τα έξοδα της παρούσας αίτησης, όπως και όλα τα έξοδα που θα προκύψουν λόγω της τροποποίησης, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της διαδικασίας, επιδικάζονται υπέρ των των εναγομένων 1 και 2 /καθ' ων η αίτηση και εναντίον του ενάγοντα /αιτητή. (Υπ.) .............. Ν. Μαθηκολώνη, Ε.Δ ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Σημειώνεται ότι η παρούσα αγωγή καταχωρήθηκε στις 6.10.2008, συνεπώς τυγχάνουν εφαρμογής οι πρόνοιες της Δ.25 Θ.1 πριν την τροποποίηση που δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας στις 26.9.2014. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.