Ellinas Finance Public Company Ltd, πρώην Ellinas Finance Ltd ν. Παναγιώτης (Πανίκκος) Καλλής, Αρ. Αγωγής: 3154/03, 30/10/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2015:A443 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Ν. Γιαπανά, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3154/03 Μεταξύ:- Ellinas Finance Public Company Ltd, πρώην Ellinas Finance Ltd Εναγόντων -και- Παναγιώτης (Πανίκκος) Καλλής Εναγομένου Και δι' ανταπαιτήσεως: Μεταξύ:- Παναγιώτης (Πανίκκος) Καλλής Δι' ανταπαιτήσεως ενάγοντας και 1.Ellinas Finance Public Company Ltd, πρώην Ellinas Finance Ltd 2.Share Link Securities Ltd Εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενοι Αίτηση για συμπληρωματική ένορκη ημερομηνίας 13.3.15 ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 30.10.15 Εμφανίσεις: Για Εναγόμενο - Αιτητή: κ. Δ. Παυλίδης Για Ενάγοντα - Καθ΄ ου η Αίτηση: κα Ιωάννου για Κούσιος, Κορφιώτης, Παπαχαραλάμπους, Δ.Ε.Π.Ε ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Ο εναγόμενος με αίτηση δια κλήσεως επιδιώκει την ακύρωση εγγραφής διαφόρων ΜΕΜΟ που οι ενάγοντες καταχώρισαν στο Κτηματολόγιο ως εκ δικαστικής αποφάσεως πιστωτές. Η αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του ιδίου. Εστιάζεται ουσιαστικά στην δικαστική απόφαση που εκδόθηκε εναντίον του και σε σχετικές πληρωμές που έγιναν εκ μέρους του προς στους ενάγοντες καθώς και σε κάποιο έγγραφο που του απέστειλαν, εκ του οποίου σύμφωνα με την θέση του αναδεικνύεται ότι αυτοί παραιτήθηκαν και εγκατέλειψαν το δικαίωμα τους να διεκδικήσουν αμέσως ολόκληρο το οφειλόμενο ποσό. Περαιτέρω, λόγω του ότι κάποιες πληρωμές εκ μέρους του έγιναν εκτός της αναστολής που εδόθη με την δικαστική απόφαση, με βάση το έγγραφο που του απέστειλαν οι ενάγοντες, το οφειλόμενο ποσό είναι €60.000, πλέον τα έξοδα. Η επιβάρυνση της ακίνητης περιουσίας του με τα ΜΕΜΟ υπερβαίνει κατά πολύ το υπόλοιπο οφειλόμενο ποσό και ως εκ τούτου επιζητά την ακύρωση των πιο πάνω εγγραφών. Οι ενάγοντες - καθ ων η αίτηση ενιστάμενοι στην αίτηση του αναφέρουν ότι η δικαστική απόφαση που επισύναψε ο εναγόμενος στην ένορκη του δήλωση αποτελεί προϊόν λανθασμένης αντιγραφής του πρακτικού του δικαστηρίου και το ποσό έφερε τόκο 8.5% αποδεχόμενοι ότι ο εναγόμενος τους κατέβαλε το ποσό των €60.000 στις ημερομηνίες που αναφέρει, αλλά δεν κατέβαλε τους αναλογούντες τόκους. Δεν είναι επίσης αποδεκτό εκ μέρους τους ότι αποδέχθηκαν την καθυστέρηση στην καταβολή των ποσών. Αναφορικά με το έγγραφο που επισυνάπτει ο αιτητής, αυτό αποτελεί εσωτερικό τους σημείωμα και δεν μπορεί να θεωρηθεί μεταγενέστερη συμφωνία διαφοροποίησης των όρων αναστολής της απόφασης του δικαστηρίου. Βεβαίως εκατέρωθεν γίνεται αναφορά και σε διάφορα άλλα γεγονότα τα οποία για τους σκοπούς της παρούσης ενδιάμεσης απόφασης κρίνεται ότι δεν χρειάζεται να γίνει αναφορά. Επίδικο θέμα της υπό κρίση αίτησης είναι αίτηση του αιτητή να καταχωρίσει απαντητική ένορκη δήλωση στους πιο πάνω ισχυρισμούς των εναγόντων. Ουσιαστικά επιζητείται, σύμφωνα με την επισυνημμένη και προτεινόμενη ένορκη δήλωση, αν επιτραπεί το αίτημα, να απαντηθούν ζητήματα που αφορούν την εκδοθείσα δικαστική απόφαση και νομικά ουσιαστικά επιχειρήματα που αφορούν το έγγραφο που επισύναψε ο αιτητής, όπως και ζητήματα που αφορούν τον υπολογισμό των τόκων εκ μέρους των εναγόντων. Τέλος επιδιώκεται να κατατεθούν εκτιμήσεις της αξίας των ακινήτων για να καταδειχθεί ότι το υπόλοιπο ποσό της απόφασης υπερκαλύπτει το ποσό των οφειλόμενων εξόδων της αγωγής που εξαιρούνται από την αναστολή εκτέλεσης της απόφασης. Από την πλευρά τους οι ενάγοντες ενίστανται, γιατί αφενός γίνεται προσπάθεια απάντησης επί όλων των ισχυρισμών τους για να καλύψει ο αιτητής κενά στην μαρτυρία του και αφετέρου αυτά που επιχειρεί να απαντήσει συνιστούν την δική του εκδοχή επί των εγγράφων καθώς και του τρόπου υπολογισμού του τόκου. Τέλος είναι η θέση τους ότι στάδιο αυτό δεν είναι το κατάλληλο για να εισάξει ο αιτητής μαρτυρία για την αξία των κτημάτων του, αφού αυτό θα έπρεπε να το πράξει με την καταχώριση της αίτησης του. Η αίτηση ορίστηκε για ακρόαση και οι δικηγόροι παρέδωσαν γραπτώς τις αγορεύσεις τους. Το δικαστήριο έχει μελετήσει όσα εκατέρωθεν προβάλλονται από τους δικηγόρους και κυρίως έχει ενδιατρίψει και έχει πλήρως υπόψη του το περιεχόμενο της ενόρκου δηλώσεως που επιζητά ο αιτητής να καταχωρίσει, που αποτελεί τεκμήριο στην αίτηση, τιτλοφορούμενη «συμπληρωματική ένορκη δήλωση». Η Δ.48 θ.4
(2), που αποτελεί το νομικό βάθρο της αιτούμενης θεραπείας, προνοεί ότι η ακρόαση αίτησης γίνεται στη βάση των γεγονότων που αναφέρονται στην αίτηση ή στις ένορκες δηλώσεις, τηρουμένης της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται από τη Δ.39. Με το θεσμό αυτό, σε αμφισβητούμενα γεγονότα αποκλείεται πλέον, σε αντίθεση με το τι ίσχυε με τον παλαιό θεσμό, η προσαγωγή πρόσθετης προφορικής μαρτυρίας, εκτός βέβαια από τη δυνατότητα αντεξέτασης, κατόπιν άδειας του Δικαστηρίου, των ενόρκως δηλούντων. Η πιο πάνω Διαταγή επιτρέπει την καταχώριση συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων για καλό λόγο. Για να δοθεί δε άδεια από το Δικαστήριο το θέμα θα πρέπει να αντικριστεί μέσα στους λόγους που προβάλλουν ως αναγκαίοι σε συνάρτηση με το αίτημα της κυρίως αίτησης. Συνακόλουθη απόρροια της πιο πάνω διαταγής, είναι η καλά παγιωμένη αρχή ότι αμφισβήτηση ενόρκων δηλώσεων μπορεί να γίνει με αντεξέταση κατόπιν αδείας του Δικαστηρίου ή με ένορκες δηλώσεις (Πατούρης ν. Hellenic Bank Ltd
(2001)1 A.A.A. 2118). Είναι επίσης καλά νομολογημένο ότι η μη αμφισβήτηση ενόρκων δηλώσεων επιφέρει νομικές συνέπειες, με την έννοια ότι το περιεχόμενο τους ή προβαλλόμενα γεγονότα και ισχυρισμοί παραμένουν ακλόνητα ως μη αμφισβητούμενα και κατ' επέκταση γίνονται αποδεκτά (Εκδόσεις Αρκτίνος Λτδ κ.ά.
(2006)1Β Α.Α.Δ. 1013, Favero General Trading Ltd κ.ά. v. Medusa Constructions Ltd, Πολ. Έφεση 258/09 ημερ. 12.11.12, Thinking Steel International B.V v. Caramondani Bros Public Co Ltd Πολ. Έφεση Αρ.361/08 ημερ. 29.6.12). Και ακριβώς προς αυτή την κατεύθυνση αποτελεί και η νομολογιακή αρχή ότι το περιεχόμενο της ενόρκου δηλώσεως αποτελεί το αποδεικτικό μέσο (Βιολάρης ν. Marfin Popular Public Bank Co. Ltd, Πολ. Έφεση 411/08 ημερ.24.5.12). Η πιο πάνω ανάλυση έγινε για να καταδείξει ότι ακροάσεις επί αιτήσεων που υποστηρίζονται από ένορκες δηλώσεις διαφέρουν αφενός από τη ζωντανή δίκη της ουσίας της υπόθεσης, αλλά αφετέρου ουδόλως δεν θα πρέπει να περιορίζουν τα εχέγγυα μιας δίκαιης δίκης. Γι' αυτόν ακριβώς τον λόγο είναι η κρίση και αντίληψη του Δικαστηρίου ότι η εξέταση τέτοιων αιτήσεων δεν μπορεί να γίνεται μικροσκοπικά και η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου θα πρέπει να είναι ευρεία, ώστε να μην αποκλείει ή και να εγκλωβίζει τους διαδίκους σε αμφισβητούμενα γεγονότα, στερώντας τους το δικαίωμα να προβάλλουν απαντητικώς τις δικές τους θέσεις. Σε αντίθεση με την αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων που η νομολογία καθιέρωσε στενότερα πλαίσια, όπου απαιτείται να καταδειχθεί ότι η περίπτωση εντάσσεται στην κατηγορία των εξαιρετικών περιπτώσεων (Μήλου κ.ά
(2008)1 Α.Α.Δ.280, Rana (Αρ.1)
(2004)1 Α.Α.Δ. 1660). Το αίτημα για να επιτραπεί η καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης θα πρέπει να αντικρυστεί μέσα στους λόγους που προβάλλουν ως αναγκαίοι, στον καλό λόγο σύμφωνα με το θ.4
(2)της Διαταγής 48, σε συνάρτηση με το αίτημα που προβάλλεται στην κυρίως αίτηση, που στην παρούσα υπόθεση ως λέχθηκε σχετίζεται με την ακύρωση των Μεμο επί της ακίνητης περιουσίας του εναγομένου. Το ζήτημα που τίθεται προς εξέταση είναι κατά πόσο, στη βάση των πιο πάνω γεγονότων, αποκαλύπτεται καλός λόγος τέτοιος που να δικαιολογεί την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου για να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα. Δε μπορεί βεβαίως να γίνει απαρίθμηση των λόγων που θα μπορούσαν εκ προοιμίου να συνιστούν καλό λόγο για τέτοιο αίτημα. Εναπόκειται στον αιτητή κάθε φορά να εξηγήσει και να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι συντρέχει τέτοιος λόγος, είτε αυτός αφορά τα γεγονότα, είτε αναφέρεται σε άλλους παράγοντες ανεξάρτητους, ως για παράδειγμα ότι περιήλθαν εκ των υστέρων σε γνώση του στοιχεία ή γεγονότα. Καθοδηγητική κρίνεται η υπόθεση Τράπεζα Κύπρου Λτδ (Αρ. 4)
(1997)1 Α.Α.Δ 979. Αφορά βέβαια τη Δ.59 κ.1 και 6 των Αγγλικών Θεσμών του Ανωτάτου Δικαστηρίου, όμως ως εξηγείται για να δοθεί άδεια για συμπληρωματική ένορκη δήλωση θα πρέπει να αναφέρεται ή και να σχετίζεται σε νέα γεγονότα που προκύπτουν από το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης των καθ΄ ων η αίτηση. Καθοδήγηση μπορεί επίσης να αντληθεί και από το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση A. Messios & Sons Ltd κ.ά v. Λεωνίδα
(2010)1 Α.Α.Δ 195, που παραπέμπουν και οι δύο δικηγόροι. «Κατά την εκτίμησή μας τα στοιχεία που επιθυμούν να θέσουν ενώπιον του δικαστηρίου, οι εφεσείοντες-αιτητές, με τις δύο ένορκες δηλώσεις για τις οποίες ζητούν την άδεια του δικαστηρίου να καταχωρήσουν, είναι στοιχεία που σχετίζονται με τους ισχυρισμούς και τις θέσεις που πρόβαλε ο εφεσίβλητος-καθ' ου η αίτηση στην αρχική του ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της ένστασης στην αίτηση επαναφοράς της έφεσης. Δεν πρόκειται, κατά την κρίση μας, για ανεπίτρεπτη μαρτυρία ούτε για επανάληψη των αρχικών ισχυρισμών των εφεσειόντων, αλλά για διευκρινίσεις και ισχυρισμούς που είναι επιθυμητό να επιτραπεί στους εφεσείοντες-αιτητές να προβάλουν, ώστε το δικαστήριο να έχει ενώπιον του ολοκληρωμένη και σφαιρική εικόνα των γεγονότων». Είναι η κρίση του δικαστηρίου ότι η καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης μπορεί να επιτραπεί για λόγο που εντοπίζεται και κρίνεται με βάση τα γεγονότα και περιστατικά της κάθε υπόθεσης, σε συνάρτηση με το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων, άρρηκτα συνυφασμένων με τη φύση των επιζητούμενων αξιώσεων στη βασική αίτηση. Από την ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση, είναι σαφές και διάχυτο ότι επιδιώκεται να απαντηθούν σειρά ισχυρισμών που προβάλλουν οι καθ' ων η αίτηση επί νομικών θεμάτων. Η εκδοθείσα δικαστική απόφαση του δικαστηρίου ευρίσκεται εντός του φακέλου και δεν χρειάζεται να τεθεί ενώπιον του δικαστηρίου με άλλο τρόπο, χωρίς αυτό να στερεί το δικαίωμα σε κάθε διάδικο να αναπτύξει κατά την ακρόαση τις θέσεις και τις απόψεις του. Συνακόλουθο είναι και θέμα του τρόπου υπολογισμού των τόκων εκ μέρους των εναγόντων. Το να επιδιώξει να θέσει απαντητικώς ο αιτητής ότι απλώς ο τρόπος υπολογισμού των τόκων εκ μέρους των εναγόντων είναι παράνομος, δεδομένου ότι δεν προβαίνει σε δική του ανάλυση, αποτελεί επιχείρημα, το οποίο και μπορεί να προβάλει κατά την ακρόαση της υπόθεσης. Παραμένει προς εξέταση η επιζητούμενη προσπάθεια να καταχωρίσει δια της μεθόδου της απαντητικής ενόρκου δηλώσεως εκτιμήσεις των επιδίκων ακινήτων. Το θέμα τίθεται στην ένσταση των καθ ων η αίτηση στην παράγραφο 11 της ενόρκου δηλώσεως των, με την έννοια όμως ότι ο υπολογισμός της αξίας των ακινήτων εκ μέρους του αιτητή είναι αυθαίρετος γιατί δεν προσκόμισε εκτιμήσεις. Δεν προβάλλουν κάποιο θετικό ισχυρισμό ούτε τίθενται κάποια νέα γεγονότα ώστε να χρήζουν απάντησης. Η επιδιωκόμενη κατάθεση των εκτιμήσεων δεν συνιστά καν επανάληψη αρχικών ισχυρισμών του αιτητή, αλλά ως συνάγεται είναι σαφές και ξεκάθαρο ότι επιχειρείται με την μέθοδο αυτή, να καταχωρηθούν εκτιμήσεις υπό μορφή απαντητικής ενόρκου δηλώσεως. Προβάλλει ο δικηγόρος του ενάγοντα ότι δεν θα πρέπει να επιτραπεί στον αιτητή να καλύψει κενά στην μαρτυρία του και εκ των υστέρων. Το δικαστήριο έχει μελετήσει την ένορκη δήλωση που επιζητείται η άδεια για καταχώριση και έχει ενδιατρίψει και μελετήσει τις εκατέρωθεν ένορκες δηλώσεις που αφορούν την κυρίως αίτηση για την ακύρωση των ΜΕΜΟ. Η διαπίστωση του Δικαστηρίου είναι ότι όντως ο αιτητής επιχειρεί να εισάξει μαρτυρία όχι εις απάντηση ισχυρισμών των καθ ων η αίτηση, ή επί γεγονότων που προκύπτουν από την ένορκη τους δήλωση, δεν πρόκειται καν για νέα γεγονότα, αλλά αποτελεί εκ των υστέρων μαρτυρία που θα έπρεπε να είχε εισαχθεί εκ μέρους του εξ αρχής. Δεν συνιστά καν απάντηση στους ισχυρισμούς των καθ' ων η αίτηση. Το δικαστήριο βέβαια δεν θα υπεισέλθει στο στάδιο αυτό στην ουσία της αίτησης προς ακύρωση των Μεμο, στα πλαίσια όμως αυτά, είναι η κρίση ότι ο αιτητής ουσιαστικά επιδιώκει να παραθέσει νομικά επιχειρήματα και να εισάξει εκ των υστέρων μαρτυρία γεγονός που εκφεύγει από την εμβέλεια εφαρμογής της Δ.48, Θ4 και ως εκ τούτου δεν συνιστά καλό λόγο. Στην βάση συνεπώς όλων των ενώπιον του δικαστηρίου τεθέντων στοιχείων, όπως αυτά έχουν αξιολογηθεί και αναλυθεί, κρίνεται ότι η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου δεν αποκλίνει υπέρ του αιτήματος του αιτητή. Ως εκ τούτου η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα σε βάρος του εναγομένου - αιτητή και υπέρ των εναγόντων καθ' ων η αίτηση. Θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα καταβληθούν στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ.) Ν. Γιαπανάς, Α.Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο