Απόστολος Ντορζής ως διαχειριστής της περιουσίας της αποβιωσάσης Αποστόλας Σάββα Κωνσταντίνου ν. Σάββας Κωνσταντίνου κ.α., Αρ. Αίτησης: 375/14, 27/10/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2015:A422 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Γιαπανά, Α.Ε.Δ Εναρκτήρια Αίτηση - Originating Summons Αρ. Αίτησης: 375/14 Επί τοις αφορώσι την Αποστόλα Σάββα Κωνσταντίνου, Αρ. διαχείρισης 721/07 Ε.Δ.Λευκωσίας Αποβιώσασα τέως από τα Λύμπια Μεταξύ:- Απόστολος Ντορζής ως διαχειριστής της περιουσίας της αποβιωσάσης Αποστόλας Σάββα Κωνσταντίνου, τέως από τα Λύμπια Αιτητή Και
- Σάββας Κωνσταντίνου, Λύμπια
- Αδάμος Τ. Αδάμου, διαχειριστής της περιουσίας του αποβιώσαντα Τάσου Αδάμου, Δάλι
- Αδάμος Τ. Αδάμου
- Μιράντα τάσου Αδάμου, Δάλι Καθ' ων η Αίτηση ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 27.10.15 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τον Αιτητή: Α. Ντορζής Για τον Καθ' ου η Αίτηση 1 : κ. Α. Χάσικος Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο αιτητής, εκτελεστής της διαθήκης της ως άνω αποβιωσάσης, με Πρωτογενή αίτηση δυνάμει της Δ.55 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας αξιώνει ουσιαστικά ερμηνεία των όρων 2 και 3 της διαθήκης που κατέλειπε η πιο πάνω αποβιώσασα και θέματα απτόμενα της νομίμου μοίρας. Η αίτηση επιδόθηκε στον σύζυγο της αποβιωσάσης Σάββα Κωνσταντίνου, καθ ου η αίτηση 1, ο οποίος έφερε ένσταση με την έννοια ότι είναι διαφορετική η ερμηνεία που αποδίδει στους πιο πάνω όρους. Αναφορά στα γεγονότα και τις εκατέρωθεν θέσεις των δυο πλευρών θα γίνουν στην συνέχεια. Πριν γίνει αναφορά στα περιβάλλοντα γεγονότα, κρίνεται σκόπιμο να γίνει αναφορά στον τρόπο εφαρμογής και την εμβέλεια της Δ.
- Σημειώνεται πως δεν υπάρχει νομική βάση της αίτησης, γεγονός που ενισχύεται από τους τύπους 50 και 51 των Θεσμών που δεν προβλέπουν την καταγραφή της νομικής βάσης της πρωτογενούς αιτήσεως, αλλά είναι σαφές ότι εδράζεται στο Αρ.53 του Περί Διαχείρισης Κληρονομιών Νόμου Κεφ.189, δεδομένου ότι, προηγηθείσα αίτηση με αριθμό 721/07, στην βάση του Αρ.53
(1)του Κεφ.189 κρίθηκε, σε απόφαση άλλου Δικαστηρίου ημερ.17.5.13, ότι η αίτηση δεν θα έπρεπε να είναι δια κλήσεως, αλλά με εναρκτήρια κλήση. Ως αποτέλεσμα υπεβλήθη η παρούσα αίτηση. Η Δ.55 έχει ως ακολούθως: "ORDER 55 - DECLARATION ON ORIGINATING SUMMONS
- Any person claiming to be interested under a deed, will, or other written instrument, may apply to the Court by originating summons (Forms 50 and 51) for the determination of any question of construction arising under the instrument, and for a declaration of the rights of the persons interested.
- The Court or Judge may direct such persons to be served with the summons as they or he may think fit.
- The application shall be supported by such evidence as the Court or Judge may require.
- The Court or Judge shall not be bound to determine any such question of construction if in their or his opinion it ought not to be determined or originating summons." Η αντίστοιχη Αγγλική Δικονομική διάταξη είναι η Δ.54Α (Annual Practice 1958). Στην υπόθεση Nobbs v. Law Reversionary Interest Society
(1986)L.J. V.65, σελ.906, υπεδείχθη σε σχέση με την Διαταγή αυτή ότι εκείνο που επιδιώκεται είναι η επιτάχυνση μιας διαδικασίας που αφορά ερμηνεία ενός εγγράφου που μπορεί να γίνει χωρίς μαρτυρία και σε άμεση και απευθείας αναφορά στο έγγραφο. Το πλεονέκτημα της Διαταγής αυτής, όπως εξηγείται στον Odgers On Pleading and practice σελ.352 επ. είναι η απλότητα και η ταχύτητα με την οποία διεξάγεται η διαδικασία καθώς και η οικονομία που προκαλείται. Αποτελεί δικαιοδοτικό θέμα ενώ όπως υπεδείχθη στην υπόθεση Harrowby (Earl) and onother v. Leicester Corporation
(1916)L.J. V.85, σελ.150 : «It is important that this rule should be given a fair and liberal interpretation» Και τούτο γιατί ως εξηγήθηκε στην υπόθεση Lewis v. Green
(1905)L.J. V.74 σελ.682 ο σκοπός της διαταγής αυτής είναι να επιτρέψει στο δικαστήριο να αποφασίζει θέματα ερμηνείας εκεί όπου η απόφαση που θα δοθεί τερματίζει την αντιδικία των μερών. Στην Harrowby ανωτέρω, εξηγήθηκε ότι είναι αδύνατον, ακόμα και μετά την ερμηνεία του όρου, να αποκλειστεί η πιθανότητα προσφυγής των ενδιαφερομένων στο δικαστήριο. Παραμένει όμως η αρχή όπως διακηρύχθηκε στην Lewis ανωτέρω, ότι η Δ.55 περιορίζεται μόνο σε θέματα ερμηνείας και δεν δίνει στο δικαστήριο εξουσία να παρέχει θεραπείες. Άμεσα σχετική προς αυτή την κατεύθυνση είναι και η υπόθεση Τερζής ν. Πετουφά
(2011)1 Α.Α.Δ 336, στην οποία υπεδείχθη ότι: «Σε σχέση με τις συνδυασμένες πρόνοιες της Δ.55 των Θεσμών και του άρθρου 53 του Νόμου, διευκρινίστηκε στην απόφαση του Εφετείου στην υπόθεση Wilfrid Wortham κ.ά. ν. Ντίνας Τσίμον κ.ά.
(2001)1 Β ΑΑΔ 1442, στη σελίδα 1452, ότι η ουσιαστική φύση των θεραπειών του άρθρου 53 καθορίζεται από αυτό και η παραπομπή στους Διαδικαστικούς Κανονισμούς αποβλέπει στην κάλυψη του θέματος από την καθαρά δικονομική σκοπιά. Εκείνο δε που σαφώς προκύπτει, είναι πως οι θεραπείες που αναφέρει μπορούν να δοθούν στο πλαίσιο εναρκτήριας κλήσης, για την οποία θα ισχύουν οι ιδιαίτερες δικονομικές διατάξεις. Το συμπέρασμα το οποίο εξάγεται από το κείμενο των πιο πάνω νομοθετικών και δικονομικών διατάξεων και την ορθή ερμηνεία τους, είναι ότι οι εκτελεστές, διαχειριστές ή ενδιαφερόμενα πρόσωπα, απευθύνονται στο Δικαστήριο στη βάση της Δ.55, έτσι ώστε το Δικαστήριο να αποφασίσει κάποια θέματα και να επιλύσει κάποια αμφίρροπα ή αμφισβητούμενα σημεία που εγείρονται κατά τη διαχείριση περιουσίας αποβιώσαντα. Το Δικαστήριο επιλαμβάνεται των εγειρόμενων θεμάτων και επιλύει τα παραπεμφθέντα ζητήματα, δίδοντας σχετικές οδηγίες». Συμφωνούμε με τον εφεσείοντα ότι δεν ετίθετο θέμα όπως εκδοθεί ευθεία διαταγή με την οποία να διατάσσονταν οι διαχειριστές ή εκτελεστές να προβούν στην Α ή Β ενέργεια. Μπορούσε όμως να δοθεί οδηγία και καθοδήγηση προς αυτούς ως προς τον τρόπο με τον οποίο θα έπρεπε να προσεγγίσουν τα θέματα που τους απασχολούσαν και είναι αυτονόητο ότι οφείλουν αυτοί να ενεργήσουν ανάλογα, σε συμμόρφωση με την απόφαση του Δικαστηρίου. Αποτελεί επίσης αρχή ότι αν για εκείνο που επιζητείται να ερμηνευτεί απαιτείται μαρτυρία και ευρήματα επί γεγονότων, τότε η Δ.55 δεν παρέχεται προς επίλυση της διαφοράς. Εξάγεται περαιτέρω (Harrowby) ότι το δικαστήριο δεν πρέπει να αρνείται να ερμηνεύσει ένα έγγραφο απλά και μόνο γιατί από την ερμηνεία του μπορούν να ανακύψουν αμφισβητήσεις και διαφορές που ενδεχομένως θα αχθούν στο δικαστήριο. Εκείνο που είναι αρκετό είναι να είναι θέμα ερμηνείας χωρίς να εμπλέκονται γεγονότα. Είναι περαιτέρω σημαντικό να λεχθεί, για τους λόγους που θα διαφανούν στην συνέχεια, κυρίως εν όψει κάποιων λόγων που προβάλλονται τόσο εκ μέρους του αιτητή όσο και εκ μέρους του καθ ου η αίτηση, ότι σύμφωνα με την Lewis ανωτέρω: «But for all that the order is confined to enabling the court to decide questions of constructions and nothing else, and the order does not enable the court to grant any relief» Κρίνεται πως πριν γίνει περαιτέρω αναφορά στις εκατέρωθεν θέσεις, θα πρέπει να μεταφερθούν αυτούσιοι οι όροι της διαθήκης των οποίων επιζητείται η ερμηνεία, οι οποίοι έχουν ως εξής: ΔΙΑΘΗΚΗ Η τελευταία διαθήκη εμένα της Αποστόλας Σάββα Κωνσταντίνου, αρ. ταυτ. 176659, εκ Λυμπιών, Ανδρέα Βαρνάβα 3, γενομένη σήμερα την 25 Ιουλίου 2005 στη Λευκωσία.
- ...........
- Δίδω και κληροδοτώ στην αδελφότεχνη μου Μιράντα Τάσου Αδάμου την οικία μου που βρίσκεται στην οδό Ανδρέα Βαρνάβα 3 στα Λύμπια.
- Δίδω και κληροδοτώ στον αδελφότεχνο μου Αδάμο Τάσου Αδάμου τα κτήματα με αρ. εγγραφής 12325, Φ/Σχ/40/10, τεμ.963, τοποθεσία Μαυρομμάτης Λύμπια και αρ. εγγραφής 11620, Φ/Σχ XL/10 χωρ., Τμήμα 2/111, Τεμ.61/4, τοποθεσία εντός του χωριού, Λύμπια. Τα ερωτήματα που τίθενται στο σώμα της αίτησης είναι συνοπτικά τα ακόλουθα:
- Αν η αποβιώσασα διέθεσε περιουσία πέραν του 50% κατά παράβαση του Νόμου Κεφ.189 και αν ναι, να περιοριστεί στο 50% με αποτέλεσμα να δεσμεύεται ο διαχειριστής της περιουσίας της αποβιωσάσης να προβεί σε διανομή σύμφωνα με την απάντηση του δικαστηρίου, διαφορετικά ο διαχειριστής να προβεί σε διανομή σύμφωνα με τους όρους της διαθήκης και,
- Κατά πόσο συγκρούονται πιο πάνω όροι μεταξύ τους, ή δεν εκφράζεται συγκεκριμένη πρόθεση του διαθέτη. Συνάγεται περαιτέρω εκ των γεγονότων που καταγράφονται στο σώμα της αίτησης ότι ο Σάββας Κωνσταντίνου, καθ ου η αίτηση 1, είναι ο σύζυγος της αποβιωσάσης ο οποίος με την αγωγή αρ.10808/07 του Ε.Δ.Λευκωσίας αμφισβήτησε την εγκυρότητα της διαθήκης και αφετέρου ισχυρίστηκε ότι η κληροδοσία η οποία άφησε η αποβιώσασα υπερβαίνει το 50% της περιουσίας. Επίσης είναι η θέση του ότι υπάρχει σύγκρουση μεταξύ των όρων 2 και 3 της διαθήκης και συνεπώς δεν μπορούν να εφαρμοστούν. Η αγωγή αποσύρθηκε στις 30.3.11 με την δέσμευση του διαχειριστή να καταχωρίσει αίτηση για ερμηνεία των όρων 2 και 3 της διαθήκης. Σχετικό είναι το πρακτικό του δικαστηρίου τεκμ.2 στην ένσταση του καθ ου η αίτηση, σύμφωνα με το οποίο ο κ. Ντορζής εκτελεστής της διαθήκης δήλωσε ότι θα προβεί σε εκτίμηση όλης της ακίνητης περιουσίας της αποβιωσάσης ώστε αν φανεί καθ οιονδήποτε τρόπο ότι η διαθέτης έχει διαθέσει πέραν του 50% που δικαιούται από το Νόμο τότε να περιοριστεί στο 50%. Δεσμεύτηκε επίσης να υποβάλει αίτηση στο δικαστήριο για την ερμηνεία των όρων 2 και 3 της διαθήκης. Είναι περαιτέρω η θέση του κ. Ντορζή στα γεγονότα που καταγράφονται στο σώμα της αίτησης, ότι άλλη είναι η θέση των κληροδόχων, ό,τι η κληροδοσία δεν υπερβαίνει το 50% της περιουσίας και περαιτέρω ότι η αποβιώσασα είχε 2 σπίτια στην οδό Ανδρέα Βαρνάβα 3 στα Λύμπια. Το ένα το άφησε στον κληροδόχο Αδάμο Τάσου Αδάμου που είναι αυτό που περιγράφεται πλήρως στον όρο 3 της διαθήκης, που αντιστοιχεί στον νέο τίτλο ιδιοκτησίας τεμ.462, και το άλλο κληροδοτείται στην Μιράντα Αδάμου επί της οδού Ανδρέα Βαρνάβα 3 που περιγράφεται στον τίτλο ιδιοκτησίας τεμ.
- Περαιτέρω οι κληροδόχοι έχουν την επισυναπτόμενη βεβαίωση του Κοινοτικού Συμβουλίου Λυμπιών ημερ.2.11.10 στην οποία αναφέρεται ότι το τεμ.461 βρίσκεται στην οδό Ανδρέα Βαρνάβα 3Β και το τεμ.462 βρίσκεται στη οδό Ανδρέα Βαρνάβα 3Α. Γίνεται τέλος αναφορά στις αγοραίες τιμές των ακινήτων και επισυνάπτονται διάφορες εκτιμήσεις τούτων. Ο καθ ου η αίτηση δια της ενόρκου δηλώσεως του συμφωνεί με τα γεγονότα ως αυτά εκτίθενται στο σώμα της αίτησης, διαφωνεί όμως ως προς την ερμηνεία των όρων 2 και 3 της διαθήκης εκ μέρους των κληροδόχων, παράγραφος 6 στο σώμα της αίτησης. Είναι η θέση του, παράγραφος 4 της ενόρκου δηλώσεως, ότι η ερμηνεία των όρων της διαθήκης είναι αποκλειστικά ζήτημα που μόνο το δικαστήριο μπορεί να ερμηνεύσει και συνεπώς η θέση των κληροδόχων είναι η δική τους υποκειμενική ερμηνεία που έχει ως σκοπό να εξυπηρετήσει τα δικά τους συμφέροντα επί της περιουσίας της αποβιωσάσης, σε βάρος των δικών του συμφερόντων. Η επισυναφθείσα βεβαίωση του Κοινοτικού Συμβουλίου Λυμπιών λήφθηκε εκ των υστέρων και δόθηκε κατά παραγγελία, μετά που ήγειρε θέμα ο ίδιος περί ακύρων και μη εφαρμόσιμων όρων. Ζήτησε και έλαβε και ο ίδιος βεβαίωση από το Κοινοτικό Συμβούλιο Λυμπιών, τεκμ.1 στην ένσταση, σύμφωνα με την οποία στις 27.9.87 και από την ημέρα του γάμου του - με την αποβιώσασα - κατοικούσαν στην οικία τους που βρίσκεται στο τεμάχιο 462 μέχρι και την ημερομηνία θανάτου της συζύγου του. Όταν έλαβε γνώση της διαθήκης την διάβασε πολύ προσεκτικά και αμφισβήτησε την εγκυρότητα των όρων της και ουδέποτε αποδέχτηκε ότι η διαθήκη μπορούσε να εφαρμοστεί με τον τρόπο που διετυπώθη το κείμενο της και η τελευταία επιθυμία της συζύγου του. Καταχώρισε caveat και στην συνέχεια την υπ. Αριθμό 10808/07 αγωγή του Ε. Δ. Λευκωσίας για ακύρωση της διαθήκης. Είναι η θέση του, για τους λόγους που αναλυτικά επεξηγεί, ότι οι ρηθείσες κληροδοσίες είναι άκυρες εξ υπαρχής γιατί συγκρούονται μεταξύ τους, δεν μπορούν να εφαρμοστούν γιατί δεν εκφράζουν με σαφήνεια την δήλωση βουλήσεως της αποβιωσάσης και δεν παράγουν έννομα αποτελέσματα. Στην συνέχεια προβαίνει σε ανάλυση της αξίας της περιουσίας της αποβιωσάσης για να καταδείξει ότι η κληροδοσία υπερβαίνει το 50% του συνόλου της περιουσίας. Εκ των όσων έχουν παρατεθεί συνάγεται ότι ο κ Ντορζής εκπροσωπεί τους κατονομαζόμενους στις παραγράφους 2 και 3 της διαθήκης κληροδόχους της αποβιωσάσης Αποστόλας, και ουσιαστικά συμφωνεί και υιοθετεί την άποψη τους ως προς την σε εκάτερο εξ αυτών κληροδοσία, θέση την οποία εκφράζει και στην γραπτή του αγόρευση. Είναι επίσης η θέση του ότι τα συμφέροντα του καθ ου η αίτηση συζύγου της αποβιωσάσης δεν θίγονται εκ της ερμηνείας της διαθήκης και όλα όσα αναφέρει περί σύγκρουσης των όρων της διαθήκης δεν μπορούν να εφαρμοστούν. Ο κ. Χάσικος από την πλευρά του και για τον καθ ου η αίτηση σύζυγο, στην αγόρευση του επιχειρηματολογεί ως προς την σύγκρουση των όρων της διαθήκης, στην βάση του ότι δεν διευκρινίζεται ποία οικία κληροδοτείται σε κάθε κληροδόχο γιατί και στα δυο ακίνητα υπάρχουν οικίες, γεγονός που κατά την εισήγηση του, καθιστά τους όρους εξ υπαρχής άκυρους. Αναφέρεται επίσης στο Αρ.41 του Κεφ.195 και στο δικαίωμα της διάθεσης της περιουσίας, και στην παρούσα υπόθεση η αποβιώσασα κατέλειπε μόνο σύζυγο και συνεπώς το διαθέσιμο μέρος της περιουσίας της δεν μπορεί να υπερβαίνει το 50% της καθαρής αξίας της περιουσίας. Αναλύει στη συνέχεια, με βάση τις εκτιμήσεις, ότι η αποβιώσασα διέθεσε περιουσία πέραν του 50% και το δικαστήριο θα πρέπει να την περιορίσει. Το πρώτο ερώτημα που θα πρέπει να απαντηθεί είναι αν τα επιζητούμενα προς επίλυση θέματα μπορούν να ενταχθούν στις πρόνοιες του Αρ.53 του Περί Διαχείρισης Κληρονομιών Νόμου Κεφ.
- Το Αρ.53
(1)προνοεί ότι: 53.-
(1)Προσωπικοί αντιπρόσωποι ή οποιαδήποτε από αυτούς, πιστωτές, κληροδόχοι ή οι πλησιέστεροι συγγενείς, ή πρόσωπα που αξιώνουν μέσω των εν λόγω πιστωτών ή δικαιούχων με εκχώρηση ή με άλλο τρόπο, δύνανται να ζητήσουν από το Δικαστήριο με εναρκτήρια κλήση την επίλυση, χωρίς διαχείριση της κληρονομιάς σε Δικαστήριο, οποιουδήποτε από τα πιο κάτω ζητήματα ή θέματα: (α) οποιοδήποτε ζήτημα που επηρεάζει τα δικαιώματα ή τα συμφέροντα του προσώπου που αξιώνει ότι είναι πιστωτής, κληροδόχος, ο πλησιέστερος συγγενής ή εκ του νόμου κληρονόμος. (β) τη διακρίβωση οποιασδήποτε τάξης πιστωτών, κληροδόχων, πλησιέστερων συγγενών ή άλλων (γ) για παροχή οποιωνδήποτε συγκεκριμένων λογαριασμών από τους εκτελεστές ή τους διαχειριστές και όταν είναι αναγκαίο, τα αποδεικτικά στοιχεία των εν λόγω λογαριασμών (δ) την καταβολή στο δικαστήριο οποιωνδήποτε χρημάτων που βρίσκονται στα χέρια των εκτελεστών ή των διαχειριστών (ε) την έκδοση διαταγών προς τους εκτελεστές ή τους διαχειριστές για να διαπράξουν ή να απέχουν από τη διάπραξη οποιασδήποτε συγκεκριμένης πράξης υπό την ιδιότητα τους ως εκτελεστών ή διαχειριστών (στ) την έγκριση οποιασδήποτε πώλησης, αγοράς, συμβιβασμού ή άλλης συναλλαγής (ζ) την επίλυση οποιουδήποτε ζητήματος που προκύπτει κατά τη διαχείριση της κληρονομιάς Συνάγεται από τα παραδεκτά γεγονότα ότι ο καθ ου η αίτηση σύζυγος καταχώρισε caveat και στην συνέχεια την πιο πάνω αγωγή. Αναφορικά με την έννοια και την νομική εμβέλεια της ανακοπής, Caveat, επεξηγείται στην υπόθεση Τριανταφυλλίδης ν. Karaoglanian
(2010)1 Α.Α.Δ. 2014, ότι: «Αναφέρεται στο σύγγραμμα των Williams & Mortimer: Executors Administrators and Probate, (Property and Conveyancing Library No. 10), έκδ. 1970, σελ. 375-376, ότι το caveat είναι στην ουσία μια γραπτή ειδοποίηση που αναχαιτίζει την χορήγηση εγγράφων διαχείρισης για την περιουσία αποβιώσαντος, χωρίς προηγούμενη ειδοποίηση στον ενιστάμενο. Η βασική επιδίωξη του caveat είναι να δώσει τη δυνατότητα στον ενιστάμενο να εξασφαλίσει μαρτυρία ή σχετική νομική συμβουλή ως προς το θέμα ώστε να έχει την περίοδο που καθορίζει ο Κανονισμός στη διάθεση του για να τοποθετηθεί τελικώς στο ζήτημα. Όπως αναφέρεται, χρησιμοποιείται κάποτε ως ένα προκαταρκτικό στάδιο πριν την έγερση αγωγής ή ακόμη και για την επιδίωξη διατάγματος εγγύησης ή εγγυήσεων προς διασφάλιση της νόμιμης πορείας της διαχείρισης. ...» Υποδεικνύεται περαιτέρω στο σύγγραμμα Tristram ανωτέρω σελ.527, ότι ένας από τους σκοπούς του caveat είναι:
(1)..........................
(2)To give any person interested in the estate an opportunity of bringing any question arising in respect of the grant before the Court on summons. Προς αυτή ακριβώς την κατεύθυνση αποτελεί και το γεγονός ότι ο καθ ου η αίτηση σύζυγος καταχώρισε την ρηθείσα αγωγή την οποία τελικά απέσυρε. Σχετικό επίσης είναι και το Αρ.54 του Περί Διαχείρισης Κληρονομιών Νόμου, Κεφ.189. Στην υπόθεση Zavrou v. Nicolaides
(1986)1 J.S.C 52, αναφορικά με την ανακοπή (caveat) και τον Καν.24
(5)(β) των Περί Διαχειρίσεως Περιουσιών Κανονισμών 1955 αναφέρεται ότι: « it is to provide a bar to the making of a grant for a period of three months, to give to the caveator time to make the necessary inquiries and to obtain such information to enable him to determine, whether or not there are grounds for his opposing the grant, or to a person interested in the estate an opportunity of bringing any question arising in respect of the grant before the court. It is a step preliminary to a probate action or to the issue of a summons» Εγείρονται συνεπώς διάφορα θέμα που χρήζουν εξέτασης, ένα εξ αυτών θίγει και ο κ. Ντορζής, που αφορά το έννομο συμφέρον του συζύγου της αποβιωσάσης επί της ερμηνείας των όρων της διαθήκης. Βεβαίως είναι αντιληπτό πως ο σύζυγος έχει έμμεσο συμφέρον στην παρούσα διαδικασία, με την έννοια ότι αν ακυρωθούν οι πιο πάνω όροι της διαθήκης για τους λόγους τους οποίους επικαλείται, τότε η περιουσία της αποβιωσάσης καθώς και η νόμιμη μοίρα του συζύγου θα επιλυθούν δια της διαχείρισης της περιουσίας της και όχι δια της διαθήκης. Στην βάση των παραδεκτών γεγονότων, είναι προφανές ότι δια της παρούσης αιτήσεως επανέρχονται και ουσιαστικά αναβιώνουν εκ νέου τα ίδια επίδικα θέματα, ή μερικά εξ αυτών της ρηθείσης αγωγής, δια του εκτελεστή αυτή την φορά, μέσω της Δ.55, όπου ο ενάγων σύζυγος στην αγωγή, μετατράπηκε σε καθ ου η αίτηση στην παρούσα διαδικασία. Υπό αυτή δε την έννοια τίθεται θέμα αν ο σύζυγος της αποβιωσάσης έχει όντως έννομο συμφέρον επί της ερμηνείας των όρων της διαθήκης κάτω από την Δ.55. Κρίνεται πως το δεύτερο ερώτημα που τίθεται στην αίτηση δεν καλύπτεται από το Αρ.53 και την Δ.55, αφού δεν υπάρχει θέμα ή ζήτημα που να εγείρουν οι κατονομαζόμενοι κληροδόχοι ως προς την ερμηνεία των όρων της διαθήκης. Συνάγεται περαιτέρω πως ούτε και ο εκτελεστής της διαθήκης, ο κ. Ντορζής, έχει κάποια αμφιβολία ως προς την ερμηνεία των όρων της. Ο μόνος που διαφωνεί είναι ο σύζυγος, ο οποίος δεν είναι καν αιτητής στην παρούσα αίτηση. Δεν είναι όμως αυτή η έννοια ούτε και η εμβέλεια της Δ.55 και του Αρ.53. Στην υπόθεση Ευστρατίου ή Χ''Σάββα
(1997)1 Α.Α.Δ.751 εξηγήθηκε ότι το Αρ.53 εφαρμόζεται και εκεί όπου υπάρχει αμφισβήτηση κληρονομικών θεμάτων (contentious), πλην όμως η εγκυρότητα ή και ακυρότητα όρου ή όρων διαθήκης δεν μπορεί να εξεταστεί υπό το πρίσμα της Δ.55 και του Αρ.53 και εκφεύγει από τα πλαίσια της παρούσης διαδικασίας. Αν οι δυο κατονομαζόμενοι κληροδόχοι διαφωνούσαν μεταξύ τους και αμφισβητούσαν ποιο ακριβώς είναι το ακίνητο που κληροδότησε στον κάθε ένα εξ αυτών η μακαρίτισσα Αποστόλα, τότε πρόκειται για θέμα που θα ενέπιπτε εντός των ορίων και της εμβέλειας του Αρ.53 και της Δ.55. Η αμφισβήτηση όμως της εγκυρότητας όρων της διαθήκης ως εξ υπαρχής άκυρων γιατί δεν εκφράζουν με σαφήνεια την βούληση του διαθέτη και γιατί συγκρούονται μεταξύ τους, μόνο με αγωγή θα μπορούσαν να προσβληθούν από εκείνους που έχουν έννομο συμφέρον, μεταξύ αυτών και ο καθ ου η αίτηση σύζυγος, όπως και έπραξε δια της ρηθείσης αγωγής. Η εκ μέρους του ενάγοντος και καθ ου η αίτηση συζύγου στην παρούσα διαδικασία, απόσυρση της ρηθείσης αγωγής την 30.3.11 και παρά την καταγραφείσα δήλωση του κ. Ντορζή, δεν μπορεί να αναβιώσει εκ νέου τα ίδια επίδικα θέματα, υπό άλλο νομικό πέπλο και μανδύα, είτε από την εκτελεστή της διαθήκης είτε από τον σύζυγο. Οι ενστάσεις του συζύγου της αποβιωσάσης επί των όρων της διαθήκης, αρχής γενομένης δια της καταχωρηθείσης ανακοπής, caveat, που κατέληξαν στην ρηθείσα αγωγή, δια της αποσύρσεως της έπαυσαν να υπάρχουν. Η Δ.55 και το Αρ.53 δεν αποτελούν άλλη εναλλακτική οδό, ούτε και με βάση όσα έχουν εξηγηθεί προσφέρεται προς ακύρωση όρων της διαθήκης. Υπάρχει συνεπώς θέμα δεδικασμένου και εγείρεται issue estoppel (Χαραλάμπους ν. Χαραλάμπους
(2008)1 Α.Α.Δ. 1298 και Υπουργός Εσωτερικών της Κυπριακής Δημοκρατίας ως Κηδεμόνας των Τ/Κ Περιουσιών ν. Μυλωνά
(2002)1 Α.Α.Δ 120, 129). Αναφορικά τώρα με το πρώτο ερώτημα που τίθεται, πέραν των όσων έχουν αναφερθεί ως προς την αρχή του δεδικασμένου, θα πρέπει να αναφερθεί ότι ακόμα και αν η διαθέτιδα διέθεσε περισσότερο μέρος της περιουσίας της από το εκ του νόμου διαθέσιμο, δεν καθιστά την διαθήκη άκυρη. Σχετικά είναι τα άρθρα 41
(2)του Περί Διαθηκών Νόμου Κεφ.195 και του αρ. 44 του Περί Διαχειρίσεως Περιουσιών Νόμου Κεφ.189. (δες Papavasiliou & others v. Papafedia and others
(1975)1 J.S.C, 96). Σύμφωνα με την υπόθεση Κυριακίδης κ.ά ν. Δικηγορόπουλου κ.ά
(2012)1 Α.Α.Δ. 1164, ως χρόνος υπολογισμού της αξίας της περιουσίας του διαθέτη είναι η αξία που είχε κατά τον χρόνο του θανάτου του. Παρόλο που η απόφαση αυτή ερμήνευσε το αρ.51 του Κεφ.195, το ουσιώδες γεγονός ως προς τον καθορισμό της αξίας της περιουσίας παραμένει, αφού ως υποδεικνύεται για να καταστεί δυνατή η διανομή της περιουσίας η αξία της θα πρέπει να αποτιμηθεί σε χρήμα. Είναι αυτονόητο ως υποδεικνύεται, ότι το μη διαθέσιμο μέρος της κληρονομίας και το τυχόν αδιάθετο θα αποτιμηθούν με βάση την αξία που είχε κατά τον χρόνο του θανάτου του κληρονομούμενου. Ως λέχθηκε επισυνάφθηκαν εκτιμήσεις της αξίας της ακίνητης περιουσίας της μακαρίτισσας Αποστόλας, τόσο από την πλευρά του εκτελεστή της διαθήκης, όσο και από την πλευρά του καθ ου η αίτηση. Αποτελεί όμως διαπίστωση του δικαστηρίου ότι ενώ η Αποστόλα απεβίωσε, σύμφωνα με την παράγραφο 2 των γεγονότων την 18.10.07, οι εκτιμήσεις που κατατέθηκαν άλλες αφορούν τον Δεκέμβριο του 2008, και άλλες την ημερομηνία θανάτου, ήτοι την 18.10.
- Οι εκτιμήσεις που αφορούν το 2008 δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη. Από την άλλη οι δυο εκτιμήσεις, σύμφωνα με τον πίνακα που παρατίθεται στο σώμα των γεγονότων της αίτησης, έχουν μια συνολική διαφορά στις αξίες των ακινήτων που άφησε η αποβιώσασα κατά τον χρόνο του θανάτου της, ύψους €285.
- Είναι επίσης αντιληπτό εκ των εκτιμήσεων ότι την μια την ζήτησε ο κληροδόχος Αδάμος Αδάμου και την άλλη ο σύζυγος της αποβιωσάσης Σάββας Κωνσταντίνου. Στην προκειμένη περίπτωση υπάρχουν διαφορές μεταξύ των εκτιμητών, τέτοιας μάλιστα έκτασης, που χωρίς την προσκόμιση προφορικής μαρτυρίας εκ μέρους τους και την αξιολόγηση της, το δικαστήριο δεν μπορεί να αχθεί σε ασφαλή συμπεράσματα και ευρήματα. Το δικαστήριο έχει την άποψη πως ο ισχυρισμός του συζύγου της αποβιωσάσης Αποστόλας, περί υπέρβασης της νομίμου μοίρας, και οι συνακόλουθες εκτιμήσεις για να καταδείξει τον ισχυρισμό του, εκφεύγει από την εμβέλεια της Δ.55 που ως λέχθηκε περιορίζεται μόνο σε ζητήματα ερμηνείας εγγράφων, χωρίς να απαιτείται αξιολόγηση μαρτυρίας και ευρήματα επί γεγονότων. Σχετική επίσης είναι και η υπόθεση Τερζής ανωτέρω, σύμφωνα με την οποία οι ενδιαφερόμενοι απευθύνονται στο Δικαστήριο στη βάση της Δ.55, έτσι ώστε το Δικαστήριο να αποφασίσει κάποια θέματα και να επιλύσει κάποια αμφίρροπα ή αμφισβητούμενα σημεία που εγείρονται κατά τη διαχείριση περιουσίας αποβιώσαντα. Σημειώνεται πάντως, πως σύμφωνα με την Ευστρατίου ανωτέρω, ο ενδεδειγμένος τρόπος επίλυσης κληρονομικών διαφορών περιλαμβανομένης αναγνώρισης δικαιωμάτων, είναι η αγωγή. Περαιτέρω, από την νομολογία συνάγεται πως τέτοια ζητήματα ως επίδικα θέματα, ο ενδεδειγμένος τρόπος επίλυσης τους είναι με αγωγή και όχι κάτω από τις πρόνοιες της Δ.
- Ενδεικτικά αναφέρονται οι υποθέσεις Ioannou and others v. Marcou
(1981)1 C.L.R 349, Antoniades and Another v. Solomonidou
(1980)1 C.L.R. 441, Kochino and others v. Irfan
(1976)1 C.L.R 240. Υπενθυμίζεται εδώ ότι η αξία της περιουσίας του αποβιώσαντος υπολογίζεται κατά τον χρόνο του θανάτου του και κατά συνέπεια η τρίμηνη προθεσμία για την ανακοπή (caveat) που τίθεται στον πιο πάνω Κανονισμό, παρέχει αρκετό χρόνο σε ενδιαφερόμενο, ή και ενιστάμενο κληρονόμο για να προβεί στις αναγκαίες εκτιμήσεις και να αποφασίσει αν θα αποταθεί στο δικαστήριο. Στην προκειμένη υπόθεση δεν παραγνωρίζεται βέβαια ότι είναι ο εκτελεστής της διαθήκης που αποτάθηκε στο δικαστήριο. Έχει συνεπώς καθήκον να προχωρήσει σε εκτίμηση της αξίας του συνόλου της ακίνητης περιουσίας της αποβιώσασας κατά τον χρόνο του θανάτου της, αφού προηγουμένως λάβει δυο ανεξάρτητες επί τούτου εκτιμήσεις και ανάλογα με τα ευρήματα που θα προκύψουν, λαμβανομένων υπόψη αφενός των αξιών των ακινήτων των ειδικών κληροδοσιών που κατέλειπε η μακαρίτισσα και των υπολοίπων στοιχείων του ενεργητικού και παθητικού (χρέη) της περιουσίας της, να ενεργήσει ανάλογα με τις πρόνοιες των άρθρων 41
(2)του Κεφ.195 και 44 του Κεφ.189. Τα έξοδα της διαδικασίας θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή επί καταλόγου που θα υποβάλουν οι δικηγόροι και θα καταβληθούν από την περιουσία. (Υπ.) ....................................... Ν. Γιαπανάς, Α.Ε.Δ. Πρωτοκολλητής Πιστό Αντίγραφο cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο