← Κύπρος

ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΠΙΣΤΩΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΗΔΡΑ ΛΤΔ ν. Δημήτρη Δημητρίου κ.α., Αρ. Αίτησης: 786/14, 16/10/2015

ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΠΙΣΤΩΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΗΔΡΑ ΛΤΔ ν. Δημήτρη Δημητρίου κ.α., Αρ. Αίτησης: 786/14, 16/10/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2015:A392 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Γιαπανά, Α.Ε.Δ. Αρ. Αίτησης: 786/14 Μεταξύ:- ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΠΙΣΤΩΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΗΔΡΑ ΛΤΔ (Πρώην Νέα Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Καιμακλίου Λτδ - Πρώην Νέα Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Καιμκαλίου) Αιτήτριας Και

  1. Δημήτρη Δημητρίου
  2. Ειρήνης Δημητρίου
  3. Σταύρου Δημητρίου Καθ' ων η Αίτηση ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 16.10.15 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τον Αιτητή: κα. Ρ. Ιάσωνος Για τους Καθ' ων η Αίτηση: κ. Αγγελίδης Α Π Ο Φ Α Σ Η Την 11.12.12 εξεδόθη διαιτητική απόφαση υπέρ των αιτητών και σε βάρος των καθ ων η αίτηση. Η απόφαση αφορούσε τον ενυπόθηκο λογαριασμό υπ' αριθμό 7231364-0 για το ποσό των €137.127,34 πλέον τόκο 9% με δικαίωμα κεφαλαιοποίησης δυο φορές τον χρόνο πλέον έξοδα, που θα πληρωθούν από όλους τους εναγομένους και από το προϊόν της υποθήκης με αρ. Υ592/12 πλέον έξοδα διαιτησίας. Η πιο πάνω διαιτητική απόφαση επιδιώκεται να εγγραφεί προς εκτέλεση. Ο καθ ων η αίτηση έφεραν ένσταση, ενώ για τον καθ ου η αίτηση 3 η αίτηση εναντίον του τελικά απεσύρθη. Προκύπτει εκ της ενόρκου δηλώσεως του καθ ου η αίτηση 1 ότι η ειδοποίηση διαιτησίας του επιδόθηκε την οποία και υπέγραψε, και παρά το γεγονός ως ισχυρίζεται οι υπάλληλοι και/ή οι αντιπρόσωποι της Σ.Π.Ε που επικοινώνησε μαζί τους τον προέτρεψαν να μην παραστεί στην διαιτησία καθότι αφορούσε μόνο τυπικά θέματα, εντούτοις τελικά, παρουσιάστηκε και παραδέκτηκε μόνο το αρχικό ποσό του δανείου και τον αρχικά συμφωνηθέντα τόκο. Ουδέποτε όμως αποδέκτηκε τον επιπλέον τόκο που του επιβλήθηκε και τα επιπλέον έξοδα που τον επιβάρυνε ο διαιτητής. Παρά ταύτα ο διαιτητής προχώρησε και έκδωσε απόφαση κατά παράβαση των πιο πάνω, χωρίς να αφαιρέσει τα παράνομα έξοδα και τόκους. Είναι η συνεπώς η θέση του ότι η απόφαση είναι παράνομη και παράτυπη και κατά παράβαση του δικαιώματος του για δίκαιη δίκη. Είναι περαιτέρω η θέση του ότι οι ρήτρες διαιτησίας που υπήρχαν στις συμβάσεις δανείων ήταν αντισυνταγματικές, όπως και οι νόμοι που ίσχυαν κατά τον επίδικο χρόνο, γιατί δεν του επέτρεπαν να προσφύγει στο δικαστήριο αλλά τον περιόριζαν σε διαιτησία υπό μεροληπτικού διαιτητή υπαλλήλου της αιτήτριας. Η ρήτρα διαιτησίας είναι άδικη και του επιβλήθηκε ως όρος του δανείου και εξαναγκάστηκε χωρίς διαπραγμάτευση. Οι δυο πλευρές προχώρησαν σε αγορεύσεις με τις οποίες αντιστοίχως προωθούνται οι εκατέρωθεν θέσεις. Ουσιαστικά ο κ. Αγγελίδης στην αγόρευση του προβάλλει την αντισυνταγματικότητα του Αρ.52

(4)του Νόμου, γιατί είναι σε σύγκρουση με το Αρ.30 του Συντάγματος, και περαιτέρω ότι ο διαιτητής δεν εξέτασε τους ισχυρισμούς του καθ ου η αίτηση 1, και δεν εδικαιούτο να επιβάλει τόκο ψηλότερο του συμφωνηθέντος. Οι εισηγήσεις του δικηγόρου του καθ ου η αίτηση αναφορικά με την αντισυνταγματικότητα του Αρ.52 του Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου, Ν.22/85ως έχει τροποποιηθεί, έχουν εξεταστεί στην υπόθεση The Co-Operative Grocery of Vasillia v. Haralambos N. Primou and others
(1962)4 R.S.C.C 12 στην οποία τέθηκε θέμα αντισυνταγματικότητας του ισχύοντος τότε αρ.53 του Νόμου Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου, Κεφ.114, το οποίο είναι πανομοιότυπο με το ισχύον σήμερα αρ.52 του Ν.22/85 ως έχει τροποποιηθεί, ως παραβιάζον το Αρ.30.1 του Συντάγματος. Υπεδείχθη ότι: « Coming now to the issue concerning Article 30, such article safeguards, inter alia, the right of access to the court assigned to any person by or under the Constitution and also lays down that every person shall be entitled in the determination of his civil rights and obligations to a hearing before a court established by law. Article 30 also prohibits the establishment of judicial committees or exceptional courts. Voluntary arbitration does not violate against the above provisions of Article 30, simply because the rights safeguarded therein are such that they may be waived by any person entitled to them in respect of any particular subject or class of subjects, moreover, such arbitration is, by its very nature, clearly distinguishable from judicial committees or exceptional courts. In the opinion of the court the form of arbitration provided in section 53, though statutory, is in the nature of voluntary arbitration, for the purpose of Article 30, for the following reasons: Everybody is presumed to know the law and also, everybody is free to form or not to form a co-operative society, to join or not to join, to accept or not to accept office in, or employment with, such society. Further, section 53 appears to be limited only to disputes concerning the internal administration of co-operative societies, as held in Hussein Shefik v. The First Limassol Cooperative Savings Bank Ltd, 19 C.L.R p.244 and Eleni Zenonos & others v. Michael Mylonas & others, 19 C.L.R 259 with which decisions this court sees no reason to disagree. It follows, therefore, that everybody who forms or becomes a member of, or accepts office in, or employment with, a cooperative society, as such, registered under CAP.114, must be presumed to have entered voluntarily into a legal relationship which includes as one of its terms and characteristics the form of arbitration provided under section 53 on respect of certain disputes. Thus, an agreement that disputes within the ambit of section 53 shall be determined in the manner prescribed therein comes into being and, it follows that the rights safeguarded as above, under Article 30, are deemed to have been waived, to that extent, as in any other case of voluntary arbitration». Σχετική επί του θέματος είναι και η υπόθεση In Re Pericleous
(1985)1 C.L.R. 178. Τα πιο πάνω απαντούν σε όλες τις σχετικές εισηγήσεις τους κ. Αγγελίδη περί αντισυνταγματικότητας και κατά συνέπεια η εισήγηση περί παραβίασης του Αρ.30 του Συντάγματος δεν έχει έρεισμα και απορρίπτεται. Κατά τα λοιπά, το άρθρο 52
(5)του Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου 22/85 ως έχει τροποποιηθεί, προνοεί ότι: «52
(5)Αν οποιαδήποτε απόφαση του διαιτητή ή των διαιτητών, με βάση του εδάφιο
(2), δεν έχει εφεσιβληθεί στο δικαστήριο, σύμφωνα με το εδάφιο
(4), ή αν η έφεση κατ' αυτής εγκαταλειφθεί ή αποσυρθεί, η διαιτητική απόφαση είναι τελική και εκτελείται κατά τον ίδιο τρόπο ως αν να ήταν απόφαση πολιτικού δικαστηρίου». Σχετικό επίσης είναι και το άρθρο 21 του περί Διαιτησίας Νόμου Κεφ.4 που προβλέπει ότι διαιτητική απόφαση (award) κατόπιν αδείας του δικαστηρίου εκτελείται ως δικαστική απόφαση και σε τέτοια περίπτωση δύναται να καταχωρηθεί δικαστική απόφαση με περιεχόμενο εκείνο της διαιτητικής απόφασης. Το ουσιαστικό δίκαιο ρυθμίζεται από τους πιο πάνω Νόμους, η δικονομική δε πτυχή του θέματος από τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας. Η μόνη σχετική δικονομική διαταγή που παρέχει έρεισμα για την ενεργοποίηση των πιο πάνω νομοθετικών προνοιών είναι η Δ.47 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, που αφορά την εκτέλεση (enforcement) εξωδικαστικών αποφάσεων (extra-judicial orders) που εκδίδονται δυνάμει Νόμου, όπως εδώ διαιτητικής απόφασης, δυνάμει του αρ.52
(5)Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου και του άρθρου 21 του Κεφ.4. Σύμφωνα με την Δ.47 αίτηση συνοδευόμενη από την απόφαση που επιδιώκεται να εκτελεστεί, εφόσον δοθεί η άδεια του δικαστηρίου, τότε εγγράφεται στα σχετικά βιβλία. Στην υπόθεση Σ.Π.Ε Αγίας Νάπας ν. Κυριακίδη κ.ά
(2008)1 Α.Α.Δ. 716, υπεδείχθη ότι η εκτέλεση δικαστικής απόφασης απαιτεί εμπλοκή του δικαστηρίου, που αφενός διατάσσει την εκτέλεση και αφετέρου την εποπτεύει. Η διαδικασία που οδηγεί στην εκτέλεση της διαιτητικής απόφασης, ως δικαστικής απόφασης, είναι θέμα τύπου και θα πρέπει με κάποιο τρόπο να καταχωρηθεί, να εγγραφεί δηλαδή στα βιβλία ως απόφαση του δικαστηρίου ώστε να προχωρήσει η εκτέλεση της. Υπεδείχθη περαιτέρω ότι ο καθ ου η αίτηση σε τέτοια διαδικασία μπορεί να προβάλει ενώπιον του δικαστηρίου οτιδήποτε θέλει με αναφορά ασφαλώς προς το επίδικο θέμα, της προώθησης δηλαδή της εκτέλεσης της διαιτητικής απόφασης. Ομοίως στην υπόθεση Χριστοφή ν. Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Λατσιών Πολ. Έφεση 87/11, ημερ. 20.6.14 υποδεικνύεται ότι ο λόγος για τον οποίο επιδίδεται στον καθ ου η αίτηση, είναι για να έχει την ευκαιρία να προβάλει οτιδήποτε που ενδεχομένως έχει σχέση μόνο με το επίδικο θέμα της προώθησης της εγγραφής και εκτέλεσης της διαιτητικής απόφασης, χωρίς το δικαστήριο να υπεισέρχεται σε άλλα θέματα αναγόμενα στην ουσία κλπ της διαφοράς αναφορικά με την οποία εκδόθηκε η διαιτητική απόφαση. Βασική προϋπόθεση για την εγγραφή της διαιτητικής απόφασης είναι η διαπίστωση ότι η εν λόγω απόφαση, φέρει τα απαραίτητα χαρακτηριστικά στοιχεία έγκυρης διαιτητικής απόφασης και ότι γνωστοποιήθηκε στο πρόσωπο εναντίον του οποίου στρέφεται. Είναι συνεπώς σαφές και ξεκάθαρο ποιο είναι το επίδικο θέμα της κρινόμενης διαδικασίας και όχι η εκ νέου ή και εξ υπαρχής επιδίκαση θεμάτων που θα έπρεπε να εγερθούν ενώπιον του διαιτητή. Εκ των όσων προβλέπονται τόσο στον Περί Διαιτησίας Νόμο Κεφ.4 (αρ.21), όσο και στον Νόμο Περί Συνεργατικών Εταιρειών, (αρ52
(5)), συνάγεται πως εκείνο που απαιτείται είναι διαταγή του δικαστηρίου για την εκτέλεση της απόφασης, ως εάν να ήταν απόφαση πολιτικού δικαστηρίου, ενώ η εγγραφή, ως λέχθηκε και στην υπόθεση ΣΠΕ Αγίας Νάπας ανωτέρω, είναι ζήτημα τυπικό, με την έννοια βέβαια που έχει εξηγηθεί. Ουσιαστικά δεν υπάρχει διαδικασία αυτοτελούς εγγραφής ή καταχώρισης της διαιτητικής αποφάσεως και στην συνέχεια αφού αυτή εγγραφεί, να απαιτείται άλλη άδεια του δικαστηρίου, επί νέας ή ακόμα επί της ιδίας αιτήσεως για την εκτέλεσή της. Αν δοθεί άδεια προς εκτέλεση, τότε αυτή καταχωρείται (entry) σύμφωνα με τις πρόνοιες της Δ.34 Θ.6. Αποτελεί συνεπώς η εγγραφή, τυπικό εξυπακουόμενο προαπαιτούμενο ώστε να περιβληθεί η διαιτητική απόφαση με δικαστική ισχύ για να μπορεί να εκτελεστεί ως δικαστική απόφαση. Επί τούτου στον Russel On Arbitration 16η εκδ. σελ.399 που παρατίθεται ο σχετικός τύπος με τον οποίο αποτείνεται ο αιτητής στο δικαστήριο προς τον σκοπό αυτό, τύπος 45, υπό τον τίτλο «Summons to Enforce Award as a Judgment», δηλαδή ως ακριβώς προνοείται στις πιο πάνω νομοθεσίες, επιζητείται διάταγμα για άδεια εκτέλεσης της διαιτητικής αποφάσεως (award) με τον ίδιο τρόπο ως εάν να ήταν δικαστική απόφαση. Δεν υπάρχει πρόνοια, ούτε και επιζητείται η εγγραφή της αποφάσεως. Στην Δ.47 Θ.3 επεξηγείται περαιτέρω ότι δεν απαιτείται να συνταχθεί η άδεια του δικαστηρίου προς εκτέλεση, αλλά όταν καταχωρηθεί (entered) το διάταγμα που επιζητείται η εκτέλεση, υπογράφεται από τον δικαστή ώστε να μπορεί να εκτελεστεί. Ο καθ ου η αίτηση ειδοποιήθηκε και ήταν παρόν κατά την διεξαγωγή της διαιτησίας. Εάν διαφωνούσε με την απόφαση του διαιτητή, ή αν κατά τους ισχυρισμούς του ο διαιτητής δεν έλαβε υπόψη του τις ενστάσεις του επί των τόκων, είχε κάθε δικαίωμα να ασκήσει τα δικαιώματα του δυνάμει των προνοιών του Αρ.52
(5)του Νόμου και να υποβάλει έφεση εναντίον της απόφασης του διαιτητή. Η απραξία του κατέστησε την διαιτητική απόφαση τελική. Στο σύγγραμμα Russel on the Law of Arbitration 17η εκδ. σελ. 173, εξηγείται πως γενικά η αποτυχία προβολής ενστάσεως σε έγκαιρο στάδιο (early stage) της διαδικασίας επενεργεί ως εμπόδιο (estoppel). Και υποδεικνύεται εδώ ότι από την απόφαση του διαιτητή ο αιτητής δεν φαίνεται να υπέβαλε κάποια ένσταση, αντίθετα ως καταγράφεται παραδέκτηκε το χρέος του. Ακόμη και θέματα που δεν ηγέρθησαν στο στάδιο της διαιτησίας μπορούν να επενεργήσουν είτε ως εγκατάλειψη, είτε ως εμπόδιο. Η διαιτησία δεν είναι και δεν αποτελεί προστάδιο για την προσφυγή στο δικαστήριο, αλλά αποτελεί αυτοτελή και ανεξάρτητη διαδικασία με τους δικούς της διαδικαστικούς και αποδεικτικούς κανόνες, ανάλογους βέβαια προς εκείνους των δικαστικών διαδικασιών και ο διαιτητής ασκεί οιονεί δικαστική εξουσία. Άμεσα σχετική είναι και η υπόθεση Κλεοβούλου ν. Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Επαγγελματικού Κλάδου Και Επιχειρηματιών Κύπρου (ΣΤΕΛΜΕΚ ΛΤΔ), Πολιτική Έφεση Αρ. 304/2010 ημερ.10.7.
  1. Τέλος και ως προς τον ισχυρισμό ότι ο διαιτητής ήταν υπάλληλος των αιτητών, πέραν του ότι αυτό θα έπρεπε να εγερθεί στον ίδιο τον διαιτητή κατά το στάδιο της διαιτησίας, δεν έχει καταδειχθεί έστω και στο στάδιο αυτό οτιδήποτε που να συνηγορεί προς αυτή την κατεύθυνση. Περαιτέρω από τα συνημμένα της αίτησης τεκμήρια (τεκμ.Ε) διαπιστώνεται ότι η απόφαση του διαιτητή γνωστοποιήθηκε στους καθ ων η αίτηση 1 και 2 στις 11.12.
  2. Το δικαστήριο έχει μελετήσει την απόφαση του διαιτητή, τεκμ.Δ στην αίτηση, και αποτελεί διαπίστωση του δικαστηρίου ότι η απόφαση εμπεριέχει όλα εκείνα τα αναγκαία χαρακτηριστικά στοιχεία τόσο ως προς το περιεχόμενο όσο και ως προς τον τύπο και δεν προκύπτει οποιοσδήποτε λόγος για τον οποίο η πιο πάνω απόφαση δεν μπορεί να εκτελεστεί ως απόφαση του δικαστηρίου. Κατά συνέπεια, είναι η κρίση και η κατάληξη του δικαστηρίου ότι το αίτημα θα πρέπει να εγκριθεί. Ως εκ τούτου δίδεται άδεια για καταχώριση προς εγγραφή και εκτέλεση της ρηθείσης διαιτητικής αποφάσεως. Τα έξοδα επιδικάζονται προς όφελος των αιτητών και σε βάρος των καθ ων η αίτηση 1 και
  3. Θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το δικαστήριο. (ΥΠ.) ....................................... Ν.Γιαπανάς, Α.Ε.Δ. Πρωτοκολλητής Πιστό Αντίγραφο cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.