ΑΡΧΗΣ ΡΑΔΙΟΤΗΛΕΟΡΑΣΗΣ ΚΥΠΡΟΥ ν. ΑΝΤΕΝΝΑ ΛΙΜΙΤΕΔ, Αρ. Αγωγής: 411/2009, 8/10/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2015:A372 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ. Α. Παντελή, Ε. Δ. Αρ. Αγωγής: 411/2009 Μεταξύ: ΑΡΧΗΣ ΡΑΔΙΟΤΗΛΕΟΡΑΣΗΣ ΚΥΠΡΟΥ Ενάγουσας ΚΑΙ ΑΝΤΕΝΝΑ ΛΙΜΙΤΕΔ Εναγομένης --------------------------- Ημερομηνία: 8 Οκτωβρίου 2015 Εμφανίσεις Για την Ενάγουσα: κα Σιηττή. Για την Εναγομένη: κα Παπαδοπούλου. ΑΠΟΦΑΣΗ Η υπό κρίση αγωγή παρουσιάζει την εξής διαδικαστική ιδιαιτερότητα. Ουδείς των διαδίκων πρόσφερε οιανδήποτε μαρτυρία και η ακρόαση εξαντλήθηκε σε αγορεύσεις. Υποδεικνύεται εντούτοις ότι τα δικόγραφα εμπεριέχουν παραδοχές γεγονότων και επιπλέον, οι συνήγοροι προέβηκαν σε δήλωση παραδεχτών γεγονότων (βλ. έγγραφο Α) και κατέθεσαν, εκ συμφώνου, αριθμό τεκμηρίων (βλ. τεκμήρια 1 και 2). Ακολούθως, οι διάδικοι προέβησαν σε αγορεύσεις, αναδεικνύοντας με αυτό τον τρόπο τη νομική διάσταση του θέματος επί κοινού πραγματικού υποβάθρου. Είναι λοιπόν παραδεχτό ότι η ενάγουσα είναι η Αρχή Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου (στη συνέχεια η αρχή), η οποία συστάθηκε με βάση το νόμο 7(Ι)/1998. Από την άλλη η εναγομένη είναι αδειούχος παγκύπριος τηλεοπτικός σταθμός, γνωστός με την επωνυμία ΑΝΤΕΝΝΑ ΛΙΜΙΤΕΔ (στη συνέχεια ο σταθμός). Την 10/09/2008 η αρχή εξέδωσε τη διοικητική απόφαση 37/2006
(1)(είναι τούτη το τεκμήριο 1). Η εν λόγω απόφαση εκδόθηκε από την αρχή εν τη ασκήσει των εξουσιών που της δίνει ο σχετικός νόμος και αντικείμενό της ήταν παραβιάσεις του κανονισμού 21
(3)του περί Ραδιοφωνικών και Τηλεοπτικών Σταθμών Κανονισμού του 2000 (Κ.Δ.Π. 10/2000) από τον σταθμό. Αποτέλεσμα της απόφασης ήταν η επιβολή διοικητικού προστίμου στο σταθμό, ύψους €10.000,
- Αποτελεί κοινό τόπο μεταξύ των διαδίκων ότι η απόφαση της αρχής συνιστά διοικητική πράξη, εξ ου και ο σταθμός προσέβαλε τούτη την απόφαση με την προσφυγή 1829/
- Η εν λόγω προσφυγή απερρίφθη την 30/09/
- Εν τούτοις στη συνέχεια ο σταθμός εφεσίβαλε την απορριπτική απόφαση με την Αναθεωρητική Έφεση 151/
- Πέραν των πιο πάνω τα μέρη ομονοούν ότι ο σταθμός έλαβε γνώση της διοικητικής απόφασης, δηλαδή του τεκμηρίου
- Αυτό επιτεύχθηκε την 19/11/2008 με επιστολή που αποστάληκε στο σταθμό από την αρχή. Η εν λόγω επιστολή είναι το τεκμήριο
- Καίτοι η αρχή ζήτησε από το σταθμό την καταβολή του διοικητικού προστίμου, ήτοι €10.000,00, ο σταθμός δεν κατέβαλε τούτο. Εν κατακλείδι, τα μέρη συμφωνούν ότι η αρχή εισπράττει τα διοικητικά πρόστιμα που επιβάλλονται με διοικητικές αποφάσεις, τα οποία κατατίθενται στο ταμείο της αρχής σύμφωνα με το άρθρο 38
(1)(δ) του σχετικού νόμου. Τις θέσεις των δυο πλευρών είχα την ευκαιρία να τις εξετάσω στο πλαίσιο της αγωγής 4936/
- Εφόσον το σύνολο όσων εδώ αναφέρθηκαν είναι πανομοιότυπο με όσα ηγέρθηκαν στην προαναφερθείσα υπόθεση, κρίνω ότι η περικοπή που ακολουθεί τυγχάνει πλήρους εφαρμογής. Ως εκ τούτου παρατίθεται αυτούσιο εκείνο που αναφέρθηκε στην υπόθεση 4936/
- «Είναι η θέση της εναγομένης ότι η αγωγή είναι καταδικασμένη σε αποτυχία. Προς επίρρωση τούτου προτάσσει αριθμό λόγων. Επιθυμώντας να αποφύγω τυχόν πλημμελή μεταφορά παραθέτω αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα όπως εντοπίζεται στη 2η σελίδα της γραπτής αγόρευσης της εναγομένης (βλ. έγγραφο Β). Αναφέρεται εκεί ότι. «(α) Η εναγομένη ισχυρίζεται ότι η Ενάγουσα στερείται εξουσίας και/ή δεν νομιμοποιείται να εγείρει την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή στο όνομα της. (β) Η είσπραξη οποιουδήποτε ποσού από την Ενάγουσα αντίκειται στα άρθρα 165, 166 και 167 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας. (γ) Η είσπραξη οποιουδήποτε ποσού από την Ενάγουσα παραβιάζει το άρθρο 6
(1)της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών (Ν.39/62)της Ευρωπαϊκής Οδηγίας 89/552 ΕΟΚ και τον Νόμο 7(Ι)/98 και την Κ.Δ.Π. 10/
- (δ) Η παρούσα αγωγή είναι κακόπιστη και πεισματική και εν πάση περιπτώσει αυτή είναι πρόωρη καθώς η απόφαση και/ή η διοικητική πράξη επί της οποίας εδράζεται, δεν έχει τελειωθεί και/ή είναι ανυπόστατη και/ή άκυρη και αποτελεί αντικείμενο προσφυγής στο Ανώτατο Δικαστήριο, αρ. προσφυγής 1829/
- (ε) Ότι η Ενάγουσα δεν δύναται να λάβει δικαστικά μέτρα εναντίον της Εναγομένης για την πληρωμή του ισχυριζόμενου προστίμου ή/και οποιονδήποτε τελών ή/και διοικητικών προστίμων ή/και οποιονδήποτε άλλων οφειλών και ότι αυτή δεν δύναται να εισπράξει αυτά με όλα τα δικαστικά έξοδα ως χρέος καθ' ότι ο Κανονισμός 48
(1)της ΚΔΠ 10/2000 είναι ultra vires του εξουσιοδοτικού νόμου και είναι και/ή είναι αντισυνταγματικός και/ή προσκρούει στο ευρωπαϊκό κεκτημένο. (στ) Η επίδικη απόφαση της Ενάγουσας δεν έχει τελειωθεί και είναι πραγματικά και νομικά ανυπόστατη και άκυρη. (ζ) Ότι η Ενάγουσα σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 41Α του Ν.7(Ι)/98 στερείται εξουσίας ή/και δεν νομιμοποιείται να εγείρει την παρούσα αγωγή». Αντίθετη είναι η θέση της Αρχής που θέλει την απόφαση, δηλαδή το τεκμήριο 3, να είναι διοικητική πράξη που δεν έχει ακυρωθεί και ως εκ τούτου παραμένει νόμιμη και εκτελεστή. Στο ίδιο πλαίσιο η Αρχή υποστηρίζει ότι το επαρχιακό δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας να εξετάσει την απόφαση της Αρχής και πως αποκλειστική δικαιοδοσία κέκτηται το Ανώτατο Δικαστήριο, που ούτως ή άλλως αποφάνθηκε υπέρ της απόφασης (βλ. σχετικά το τεκμήριο 2, δηλαδή την απόφαση στην προσφυγή που υποβλήθηκε). Δεν χωρεί αμφιβολία ότι οι θέσεις των εναγομένων, αφορούσες συνταγματικές αρχές και δη παραβιάσεις του συντάγματος, είναι καθ' όλα σοβαρές. Εντούτοις ρυθμιστικός της διαδικασίας παράγοντας δεν είναι η σοβαρότητα ενός θέματος αλλά η δικαιοδοσία του δικαστηρίου (βλ. σχετικά Χρίστου ν. ΕΤΕΚ
(1998)1Γ Α.Α.Δ. 1847, 1851). Στη δοσμένη περίπτωση οι αιτιάσεις της υπεράσπισης βάλλουν κατά της νομιμότητας της απόφασης της Αρχής. Αυτό, δικαιολογημένο ή όχι, δεν εμπίπτει στη δικαιοδοσία τούτου του δικαστηρίου. Πανομοιότυπα εν προκειμένω είναι τα εγειρόμενα θέματα με εκείνα που απασχόλησαν στην υπόθεση Αντέννα Λίμιτεδ ν. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου
(2010)1Β Α.Α.Δ. 1079. Μάλιστα και σε εκείνη την υπόθεση εναγομένη, ακολούθως εφεσείουσα, ήταν η ιδιοκτήτρια του τηλεοπτικού σταθμού Αντέννα, δηλαδή όπως και στην υπό κρίση υπόθεση. Στην εν λόγω υπόθεση το Ανώτατο Δικαστήριο δεν άφησε ασχολίαστη τη θέση της εφεσείουσας ότι το πρωτόδικο δικαστήριο είχε εξουσία και καθήκον να εξετάσει τη νομιμότητα της απόφασης και τη συνταγματικότητα του νόμου (Ν.7(Ι)/98). Ανέφερε εν προκειμένω ότι (βλ. σελ. 1088). «Ούτε αυτός ο λόγος ευσταθεί. Όπως πολύ ορθά διαπιστώνουν οι δύο ευπαίδευτοι πρωτόδικοι δικαστές, το Ανώτατο Δικαστήριο είναι το μόνο αρμόδιο για να εξετάσει τη νομιμότητα μιας εκτελεστής απόφασης διοικητικού οργάνου. Η δικαιοδοσία αυτή του Ανωτάτου Δικαστηρίου, σύμφωνα με το εδάφιο 1 του Άρθρου 146, είναι «αποκλειστική» (βλ. Kyriakides v. Republic 1 R.S.C.C. 66 και Ouzounian v. Republic
(1966)3 C.L.R. 553, στη σελίδα 556 και Sigma Radio T.V. Ltd v. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου
(2006)1(Α) Α.Α.Δ. 155, στην οποία έκαμε αναφορά και το πρωτόδικο δικαστήριο στην έφεση Αρ. 3/08. Δεν προτιθέμεθα να επεκταθούμε στο θέμα, εφόσον για το ίδιο ζήτημα υπάρχει όχι μόνο πλούσια, αλλά και πρόσφατη νομολογία, την οποία υιοθετούμε και στην οποία παραπέμπουμε (βλ. Sigma Radio T.V. Ltd. v. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου
(2009)1 A.A.Δ. 1601, η οποία εκδόθηκε από την παρούσα σύνθεση, Sigma Radio T.V. Ltd. v. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου
(2007)1(Β) Α.Α.Δ. 909, Sigma Radio T.V. Ltd. v. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου (Αρ. 1)
(2006)1 Α.Α.Δ. 155, Sigma Radio T.V. Ltd. v. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου (Αρ. 2)
(2005)1 Α.Α.Δ. 572, Sigma Radio T.V. Ltd. v. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου
(2005)1(Α) Α.Α.Δ. 408 και Sigma Radio T.V. Ltd. κ.ά. v. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου
(2004)3 Α.Α.Δ. 134, απόφαση Πλήρους Ολομέλειας)». Ανάλογα όμως λέχθηκαν και στην υπόθεση Sigma Radio T.V. Ltd v. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου
(2006)1Α Α.Α.Δ 155. Τονίστηκε εκεί ότι οι χρηματικές απαιτήσεις της Αρχής συνιστούν εκτελεστή διοικητική πράξη και γι' αυτό ακριβώς το λόγο το επαρχιακό δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία να εξετάσει τη νομιμότητά τους. Παρόλα αυτά, στην υπό κρίση περίπτωση η απόφαση της Αρχής δεν είναι απαλλαγμένη ελέγχου. Αυτό γιατί η εναγομένη προσέφυγε στο Ανώτατο Δικαστήριο και ήγειρε ανάλογα ζητήματα. Η απόφαση του Ναθαναήλ Δ στην προσφυγή 1648/2007 απαντά τις σχετικές αιτιάσεις της εναγομένης. Το γεγονός και μόνο ότι η προσφυγή απερρίφθη και ακολούθως υποβλήθηκε έφεση, δεν διευρύνει τη δικαιοδοσία τούτου του δικαστηρίου ώστε να δικαιούται να εξετάσει εκ νέου όσα εμπίπτουν στην αποκλειστική δικαιοδοσία του Ανωτάτου Δικαστηρίου στο πλαίσιο αναθεώρησης αποφάσεων διοικητικών οργάνων. Ως εκ των πιο πάνω και σε ό,τι αφορά τις υπερασπίσεις που εγείρονται στις παραγράφους β, γ και ε της γραπτής αγόρευσης της εναγομένης (πιο πάνω παρατίθενται αυτούσιες),καταλήγω ότι η σχετική απόφαση της Αρχής, δηλαδή το τεκμήριο 3, δεν υπόκειται σε έλεγχο από το επαρχιακό δικαστήριο. Αυτό γιατί πρόκειται για διοικητική πράξη που ελέγχεται μόνο από το Ανώτατο Δικαστήριο και μέχρι ακυρώσεως φέρει το τεκμήριο της νομιμότητας και προάγει άμεσα έννομα αποτελέσματα και επιπλέον, επειδή η προσβολή της υπό κρίση απόφασης στο αρμόδιο όργανο, εν προκειμένω το Ανώτατο Δικαστήριο, σημαδεύτηκε από αποτυχία εφόσον η προσφυγή απερρίφθη (βλ. τεκμήριο 2). Αναφορικά με τους λόγους της υπεράσπισης που θέλουν την αγωγή να είναι πρόωρη λόγω του ότι καταχωρίστηκε προσφυγή (βλ. υπερασπίσεις υπό στοιχεία δ και στ, πιο πάνω), και πάλιν σχετική είναι η υπόθεση Αντέννα, πιο πάνω. Στη σελίδα 1089 της απόφασης αναφέρονται τα ακόλουθα. «Παρά το γεγονός ότι δεν έγινε αναφορά από τους δύο ευπαίδευτους συνηγόρους, είχαμε την ευκαιρία να μελετήσουμε την υπόθεση Sigma Radio T.V. Public Ltd. v. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου
(2009)1 A.A.Δ. 140. Το Εφετείο βρήκε ότι στο βαθμό που η κρίση αφορά τη νομιμότητα της απόφασης της Αρχής, η έφεση δεν έχει έρεισμα. Όμως το Εφετείο έκρινε ότι το πρωτόδικο δικαστήριο δεν εξέτασε όλους τους λόγους ένστασης και συγκεκριμένα κατά πόσον υπήρχε καλή υπεράσπιση*. Ως εκ τούτου, η έφεση πέτυχε μερικώς και δόθηκε άδεια στους Εφεσείοντες να υπερασπιστούν μόνο ως προς την ένσταση που δεν είχε εξεταστεί από το πρωτόδικο δικαστήριο. Το Εφετείο καταλήγοντας ανέφερε ότι:- «Ανεξαρτήτως του ποια θα είναι τελικά η νομική κατάληξη επί του εγειρόμενου θέματος, λογικό και φρόνιμο είναι να μην καταχωρείται αγωγή προς είσπραξη τέτοιου προστίμου ως αστικού χρέους πριν, είτε παρέλθει η προθεσμία για καταχώριση προσφυγής χωρίς να καταχωρηθεί προσφυγή, είτε κριθεί τελεσιδίκως προσφυγή καταχωρηθείσα κατά της νομιμότητας της αποφάσεως με την οποία επεβλήθη το πρόστιμο. Ουδείς λόγος για σπουδή υφίσταται, απεναντίας δε, όπως δείχνει και η ενώπιον μας έφεση, η αναμονή, την οποία υπαγορεύει η κοινή λογική, προλαμβάνει καθυστέρηση και περιπλοκή των καταστάσεων οι οποίες στο τέλος μπορεί και να ανατραπούν, καθώς και αχρείαστες επιβαρύνσεις εξόδων.» Τα πιο πάνω σχόλια του Εφετείου, δεν αποτελούν μέρος του λόγου της έφεσης, αλλά συνιστούν εν παρόδω παρατηρήσεις (obiter) με τις οποίες, με κάθε σεβασμό στην αντίθετη άποψη, δεν μπορούμε να συμφωνήσουμε. Κατά την κρίση μας, εκτός και αν υπήρχαν ιδιάζουσες περιστάσεις, μόνο μετά από εξασφάλιση διατάγματος αναστολής εκτέλεσης της απόφασης της Αρχής, στα πλαίσια προσφυγής (Κανονισμός 13 των περί Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου Κανονισμών του 1962), θα μπορούσε να διαφοροποιηθεί η διαδικασία που θα ακολουθείτο». Τα πιο πάνω ουδεμία αμφιβολία αφήνουν ότι κάθε διοικητική απόφαση παραμένει εκτελεστή και προάγει έννομα αποτελέσματα έστω και αν έχει προσβληθεί στο Ανώτατο Δικαστήριο. Εξαίρεση αποτελεί η περίπτωση που ο θιγόμενος εξασφαλίζει διάταγμα αναστολής εκτέλεσης της απόφασης που βάλλεται. Εφόσον στη δοσμένη περίπτωση η υπεράσπιση δεν προσκόμισε οιανδήποτε μαρτυρία που να συνηγορεί σε συμπέρασμα ότι εξασφαλίστηκε διάταγμα αναστολής εκτέλεσης της απόφασης 9/2005
(1), η έφεση και μόνο που καταχωρίστηκε σε σχέση με την προσφυγή που απερρίφθη δεν παρέχει τέτοιο δικαίωμα. Τελευταίο ζήτημα που απασχολεί είναι η θέση της υπεράσπισης ότι η αγωγή πάσχει καθ' ότι η Αρχή στερείται εξουσίας και/ή δεν νομιμοποιείται σε έγερση της παρούσας αγωγής στο όνομά της (βλ. υπεράσπιση υπό στοιχείο α και ζ, πιο πάνω). Η υπεράσπιση συναρτά τη σχετική θέση με το άρθρο 41Α του νόμου και υποστηρίζει πως η Αρχή δεν έχει δικαίωμα είσπραξης του ποσού. Υποστηρίζει εν προκειμένω ότι τέτοια ενέργεια αντίκειται στα άρθρα 165 - 167 του Συντάγματος και ως εκ τούτου η διεκδίκηση του ποσού δεν μπορεί να γίνεται από μη δικαιούχο. Από τα συμφραζόμενα της υπεράσπισης συνάγεται ότι θεωρεί την Αρχή ως μη δικαιούχο και γι' αυτό δεν νομιμοποιείται σε έγερση της αγωγής. Και σε αυτή την περίπτωση σχετικός είναι ο λόγος (ratio) της υπόθεσης Αντέννα Λτδ, πιο πάνω, όπου λέχθηκε (βλ. σελίδα 1088) ότι. «Τα ίδια ισχύουν και για τους εναπομείναντες λόγους έφεσης 2, 3, 4 και 6 ανωτέρω. Θέμα συνταγματικότητας του Νόμου 7(Ι)/98 και συμβατότητας της εξουσίας της Αρχής, δυνάμει του άρθρου 41(β)
(3)του Νόμου να λαμβάνει δικαστικά μέτρα και να εισπράττει οφειλόμενα προς αυτήν ποσά ως αστικό χρέος, με τα άρθρα 165, 166 και 167 του Συντάγματος και του άρθρου 6
(1)της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, θα μπορούσε να τεθεί μόνο στα πλαίσια αμφισβήτησης της εκτέλεσης διοικητικής πράξης της αρχής να εισπράξει το διοικητικό πρόστιμο ως αστικό χρέος, σύμφωνα με το Νόμο (βλ. απόφαση πλειοψηφίας της Πλήρους Ολομέλειας στην Sigma Radio T.V. Ltd. v. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου
(2004)3 Α.Α.Δ. 134 και απόφαση πλειοψηφίας στην Εκδοτικός Οίκος Δίας Λτδ. v. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου
(2008)3 Α.Α.Δ. 445). Πρόκειται για πράξη δημοσίου δικαίου, η οποία προσβάλλεται μόνο ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου, εφόσον, όπως υποδείξαμε, είναι το μόνο που έχει αποκλειστική δικαιοδοσία δυνάμει του Άρθρου 146.1 του Συντάγματος». Πέραν όμως των πιο πάνω κρίνω σκόπιμο να υποδείξω ότι στην έκταση που εδώ ενδιαφέρει η προσοχή επικεντρώνεται στο άρθρο 41Β
(3)του νόμου, το οποίο αναφέρει ότι. «Σε περίπτωση παράλειψης πληρωμής των κατά τον παρόντα Νόμο επιβαλλόμενων από την Αρχή διοικητικών προστίμων, η Αρχή λαμβάνει δικαστικά μέτρα και εισπράττεται το οφειλόμενο ποσό ως αστικό χρέος οφειλόμενο προς τη Δημοκρατία». Είμαι της γνώμης ότι η αναφορά στο εν λόγω άρθρο. «οφειλόμενο προς τη Δημοκρατία» δεν άπτεται του λογαριασμού στον οποίο κατατίθεται το ποσό άμα εισπραχθεί, δηλαδή ότι κατατίθεται στο πάγιο ταμείο συμφώνως των άρθρων 165 - 167 του Συντάγματος. Καταλήγω σε αυτό το συμπέρασμα από συνδυασμένη ανάγνωση του άρθρου 41Β με το άρθρο 38
(1)(δ) του νόμου το οποίο κατά τον επίδικο χρόνο, δηλαδή με την καταχώριση της αγωγής, προέβλεπε ότι. «
(1)Η Αρχή έχει χωριστό Ταμείο στο οποίο κατατίθενται (δ) έσοδα που προέρχονται από την επιβολή διοικητικού προστίμου στους σταθμούς σύμφωνα με το άρθρο 3 του παρόντος Νόμου». Απ΄ όλα τα πιο πάνω συμπεραίνω ότι η Αρχή είναι το πρόσωπο που επωφελείται του διοικητικού προστίμου που επιβάλλεται, εφόσον τούτο συνιστά μέρος των εσόδων της Αρχής. Ως εκ των πιο πάνω η Αρχή είναι το αρμόδιο πρόσωπο να το διεκδικήσει, όπως άλλωστε προβλέπεται στο άρθρο 41Β του νόμου». Όλα όσα αναφέρθηκαν στην πιο πάνω απόφαση ισχύουν και στην υπό κρίση περίπτωση και αναδεικνύουν το βάσιμο της αξίωσης. Συνεπώς υπέρ της αρχής και εναντίον του σταθμού εκδίδεται απόφαση δια το ποσό των €10.000,00 πλέον νόμιμο τόκο από 23/01/2009, ημερομηνία καταχώρισης της αγωγής, πλέον δικηγορικά έξοδα ως θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το δικαστήριο. (Υπ.) ............ Λ. Α. Παντελή, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο