← Κύπρος

Αναφορικά με τη Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Λήδρα Λτδ ν. Θεοφανώ Αντωνίου κ.α., Αρ. Αίτησης: 1107/2014, 27/10/2015

Αναφορικά με τη Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Λήδρα Λτδ ν. Θεοφανώ Αντωνίου κ.α., Αρ. Αίτησης: 1107/2014, 27/10/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2015:A423 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. ΜΑΘΗΚΟΛΩΝΗ, Ε.Δ. Αρ. Αίτησης: 1107/2014 Αναφορικά με τον Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμο 22/85 άρθρο 52

(2)(β), τους τροποποιητικούς αυτού νόμους και το Κεφ. 4 άρθρο 21 και Αναφορικά με τη Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Λήδρα Λτδ Αιτητές και 1.Θεοφανώ Αντωνίου 2.Σωτήρη Ιωάννου Καθ΄ ων η Αίτηση ­_______________________ Ημερομηνία: 27 Οκτωβρίου 2015 Εμφανίσεις: Για Αιτητές: κ. Α. Ενταφιανός. Για Καθ' ου η Αίτηση 2: κ. Σ. Δράκος. ΑΠΟΦΑΣΗ Με την υπό εξέταση αίτηση οι αιτητές αιτούνται διάταγμα εγγραφής της διαιτητικής απόφασης ημερ. 13/12/2012 η οποία εκδόθηκε υπερ των αιτητών και εναντίον των καθ' ων η αίτηση 1 και 2 στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας με σκοπό να εκτελεστεί κατά τον ίδιο τρόπο που εκτελούνται οι δικαστικές αποφάσεις. Θα πρέπει να σημειωθεί στο σημείο αυτό ότι σε σχέση με την καθ' ης η αίτηση αρ. 1 το σχετικό διάταγμα εκδόθηκε στις 22/4/2015, αφού η καθ' ης η αίτηση 1 παρ' ότι της επιδόθηκε νομότυπα αντίγραφο της παρούσας αίτησης παρέλειψε να εμφανιστεί. Από την άλλη ο καθ' ου 2 εμφανισθείς δια δικηγόρου δήλωσε ότι ενίσταται στην αίτηση, η οποία οδηγήθηκε εν τέλει σε ακρόαση σε σχέση με αυτόν. Η αίτηση βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.47, Δ.48 Θ. 1-3, Θ8 Θ.9 και Δ.64, στον Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμο 22/85 ως τροποποιήθηκε άρθρα 21, 22, 23 και 52 (1-5), στους Περί Συνεργατικών Εταιρειών Θεσμούς Θ.65.
(2), Θ.78 και Θ.79, στον Περί Διαιτησίας Νόμο ΚΕΦ.4, άρθρα 2 και 21, στη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου και στις γενικές ή/και συμφυείς εξουσίες ή/και πρακτική του Δικαστηρίου. Η αίτηση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του Πέτρου Τσιοπανή λειτουργού των αιτητών στην υπηρεσία ανάκτησης χρεών. Όπως ο ομνύσας αναφέρει στις 13/12/2012 εκδόθηκε από τον διαιτητή κ. Ανδρέα Αντωνιάδη, διαιτητική απόφαση υπέρ της Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Καϊμακλίου Λτδ (στο εξής ΣΠΕ Καϊμακλίου) και εναντίον των καθ' ων η αίτηση 1 και 2 δυνάμει της οποίας οι τελευταίοι, διατάχθηκαν όπως, καταβάλουν στους αιτητές το ποσό των €4.534,53 πλέον τόκο 9% από 13/12/2012 ετησίως μέχρι εξοφλήσεως, με δικαίωμα κεφαλαιοποίησης των δεδουλευμένων τόκων δύο φορές το χρόνο και συγκεκριμένα την 30ην Ιουνίου και την 31ην Δεκεμβρίου εκάστου έτους, πλέον €150 έξοδα Διαιτητή (βλ. Τεκμήριο 1 στην αίτηση). Σύμφωνα πάντα με τον ομνύοντα μετά την έκδοση της πιο πάνω αναφερόμενης διαιτητικής απόφασης, προς όφελος της ΣΠΕ Καϊμακλίου, και συγκεκριμένα την 18/01/2014 η εν λόγω ΣΠΕ Καϊμακλίου συγχωνεύθηκε με την Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Λήδρα Λτδ και την 20/01/2014 ακυρώθηκε η εγγραφή της ΣΠΕ Καϊμακλίου. (βλ. Τεκμήριο 2). Η επίδικη διαιτητική απόφαση, ημερομηνίας 13/12/2012 και το περιεχόμενο της, γνωστοποιήθηκε σύμφωνα με τον ενόρκως δηλούντα στους καθ' ων η αίτηση 1 και 2, την 13/12/
  1. (βλ. Τεκμήριο 3). Όπως περαιτέρω αναφέρει ο ομνύσας οι καθ' ων η αίτηση 1 και 2, δεν έχουν υποβάλει έφεση κατά της εν λόγω απόφασης, εντός 21 ημερών από την ημερομηνία που γνωστοποιήθηκε σε αυτούς η επίδικη διαιτητική απόφαση, με αποτέλεσμα αυτή να έχει καταστεί τελική και να δύναται να εκτελεστεί κατά τον ίδιο τρόπο, ως να ήταν απόφαση πολιτικού Δικαστηρίου, εξ ου και ζητά διάταγμα ως η αίτηση. Όπως έχει ήδη αναφερθεί πιο πάνω ο καθ' ου η αίτηση 2 καταχώρησε ένσταση στην υπό εξέταση αίτηση προβάλλοντας τους πιο κάτω λόγους ένστασης τους οποίους θεωρώ χρήσιμο να παραθέσω αυτούσιους: «
  2. Η σύσταση και/ή η διαδικασία διαιτησίας από την αρχή μέχρι το τέλος, με την έκδοση της λεγόμενης «διαιτητικής απόφασης» που προβλέπεται στο άρθρο 52 του Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμο (22/85) και η διαδικασία διαιτησίας που προβλέπεται τόσο στο άρθρο 52 του N. 22/85, όσον και στο ΚΕΦ 4 που γίνεται έξω από τα πλαίσια του Δικαστηρίου, συμπεριλαμβανομένου του άρθρου 21 του ΚΕΦ 4 για εγγραφή των διαιτητικών αποφάσεων στο Δικαστήριο για σκοπούς εκτέλεσης, είναι αντισυνταγματικές πρόνοιες, καθότι παραβιάζεται το άρθρο 30
(1)του Συντάγματος με βάση το οποίο η «σύστασις δικαστικών επιτροπών ή εκτάκτων δικαστηρίων υπό οιονδήποτε όνομα απαγορεύεται». Κατ' επέκταση αντισυνταγματικό είναι και το άρθρο 53 του Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμο (22/85).
  1. Ο φερόμενος ως «διαιτητής» δεν είχε καμιά δικαιοδοσία να εκδικάσει καμιά υπόθεση εναντίον μου, αφού η σύστασή του και η διαδικασία που ακολουθήθηκε είναι αντισυνταγματική και ως εκ τούτου παράνομη και κατ' επέκταση παράνομη είναι και η διαιτητική του απόφαση.
  2. Δεν έτυχα δίκαιης δίκης, αφού η δικαστική επιτροπή δεν συστάθηκε με βάση τον εν ισχύ νόμο.
  3. Έτυχα άνισης μεταχείρισης.» H ένσταση συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση του καθ' ου η αίτηση 2 στην οποία αναφέρει ότι ως τον πληροφορεί ο δικηγόρος του το άρθρο 30
(1)του Συντάγματος επιτρέπει προσφυγή οποιουδήποτε προσώπου για οποιαδήποτε διαφορά μόνο στα Δικαστήρια που καθιδρύθηκαν νόμιμα στη Κυπριακή Δημοκρατία, και ρητά απαγορεύει τη σύσταση δικαστικών επιτροπών ή έκτακτων δικαστηρίων υπό οποιοδήποτε όνομα. Όπως δε αναφέρει επίσης στη βάση συμβουλής που έλαβε από το δικηγόρο του, η σύσταση ή η διαδικασία διαιτησίας από την αρχή μέχρι το τέλος, με την έκδοση της λεγόμενης «διαιτητικής απόφασης» που προβλέπεται στο άρθρο 52 του Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμο (22/85) και η διαδικασία διαιτησίας που προβλέπεται τόσο στο άρθρο 52 του Ν. 22/85, όσον και στο Κεφ. 4, είναι αντισυνταγματικές, καθότι παραβιάζουν το άρθρο 30
(1)του Συντάγματος, εφόσον σύμφωνα πάντα με τον ομνύοντα ο διαιτητής αποτελεί δικαστική επιτροπή ή έκτακτο Δικαστήριο η σύσταση του οποίου απαγορεύεται από το πιο πάνω άρθρο του Συντάγματος. Ως εκ τούτου εισηγείται ότι είναι παράνομη η σύσταση του διαιτητή, της διαδικασίας που ακολουθήθηκε, αλλά και κατ' επέκταση παράνομη είναι και η διαιτητική του απόφαση που εκδόθηκε. Τέλος εισηγείται ότι δεν έτυχε δίκαιης δίκης κατά παράβαση του άθρου 30 του Συντάγματος, αφού η δικαστική επιτροπή στην παρούσα υπόθεση δεν συστάθηκε με βάση τον εν ισχύ νόμο και επίσης έτυχε άνισης μεταχείρισης κατά παράβαση του άρθρου 28 του Συντάγματος, γιατί εφαρμόστηκε εσφαλμένα ο εν ισχύ νόμος και για όλους τους πιο πάνω λόγους αιτείται την απόρριψη της αίτησης. Η διαδικασία Κατά την ακρόαση της αίτησης οι συνήγοροι των δύο πλευρών περιορίστηκαν σε γραπτές αγορεύσεις με τις οποίες υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις τους με αναφορά και στη σχετική νομοθεσία και νομολογία. Τα όσα έχουν αναφέρει έχουν μελετηθεί στο σύνολο τους και λαμβάνονται υπόψη, αναφορά δε σε αυτά θα γίνει πιο κάτω στα πλαίσια ανάπτυξης της νομικής πτυχής της αίτησης και στο βαθμό που τούτο κρίνεται αναγκαίο. Νομική Πτυχή Η αίτηση στηρίζεται κατ' ουσίαν στο άρθρο 52 του Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου 22/85. Προκύπτει δε από τα όσα αναφέρονται στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση ότι ο καθ' ου η αίτηση 2 στην ουσία ισχυρίζεται είναι ότι δεν υπάρχει πρόνοια στον ως άνω Νόμο που να δίδει στο Δικαστήριο την εξουσία να επιληφθεί της αίτησης και να διατάξει την καταχώρηση και εγγραφή της εκδοθείσας διαιτητικής απόφασης, στο Πρωτοκολλητείο εξ ου και οι αιτητές, ως αναφέρει ο καθ' ου η αίτηση 2 στην ένορκο του δήλωση, «αποφάσισαν να παραποιήσουν την νομοθεσία και εισήγαγαν το άρθρο 21 του ΚΕΦ 4 για να πετύχουν τους αντισυνταγματικούς και παράνομους σκοπούς τους» το οποίο άρθρο 21 είναι, εν πάση περιπτώσει και συμφωνα πάντα με τους ισχυρισμούς του καθ' ου η αίτηση 2, αντισυνταγματικό. Όσον αφορά το ζήτημα της αντισυνταγματικότητας θα επανέλθω κατωτέρω. Αναφορικά όμως με τη νομική βάση της αίτησης είναι πράγματι γεγονός ότι, ούτε ο Ν. 22/85ούτε οποιοσδήποτε άλλος Νόμος ή κανονισμός προνοεί ρητά για τον τρόπο εφαρμογής διαιτητικής απόφασης που εκδίδεται δυνάμει του άρθρου 52 του Ν. 22/85, σε αντίθεση με το άρθρο 21 του περί Διαιτησίας Νόμου, Κεφ. 4, (το οποίο βέβαια ως έχει νομολογηθεί δεν τυγχάνει εφαρμογής στα πλαίσια αυτά[1]) και το οποίο αναφέρει ότι διαιτητική απόφαση η οποία εκδίδεται δυνάμει συνυποσχετικού δύναται, με άδεια του Δικαστηρίου να εκτελεστεί κατά τον ίδιο τρόπο όπως δικαστική απόφαση και σε τέτοια περίπτωση δύναται να καταχωρηθεί δικαστική απόφαση με περιεχόμενο εκείνο της διαιτητικής. Τούτων λεχθέντων, θα πρέπει να σημειωθεί βέβαια ότι το άρθρο 52
(5)του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου 22/85 προβλέπει ότι όταν μια διαιτητική απόφαση καταστεί τελική δυνάμει των όσων εκεί προβλέπονται, εκτελείται κατά τον ίδιο τρόπο ως αν να ήταν απόφαση πολιτικού Δικαστηρίου. Συγκεκριμένα το εν λόγω άρθρο προβλέπει τα εξής: «Αν οποιαδήποτε απόφαση του διαιτητή ή των διαιτητών, με βάση το εδάφιο
(2), δεν έχει εφεσιβληθεί στο δικαστήριο, σύμφωνα με το εδάφιο
(4), ή αν η έφεση κατ' αυτής εγκαταλειφθεί ή αποσυρθεί, η διαιτητική απόφαση είναι τελική και εκτελείται κατά τον ίδιο τρόπο ως αν να ήταν απόφαση πολιτικού δικαστηρίου». Με δεδομένο επομένως ότι ο Νόμος 22/85 επιτρέπει την εκτέλεση της διαιτητικής απόφασης, κατά τον ίδιο τρόπο ως αν να ήταν απόφαση πολιτικού Δικαστηρίου, θεωρώ αυτονόητο ότι παρέχεται εξουσία στο Δικαστήριο και για την εγγραφή, αφού χωρίς αυτήν δεν θα είναι δυνατή η εκτέλεση της. Απόδοση στο πιο πάνω άρθρο οποιασδήποτε άλλης ερμηνείας θα κατέληγε, κατά την κρίση μου, σε παράλογα αποτελέσματα δεδομένου του ότι δεν θα παρεχόταν τρόπος για την εφαρμογή διαιτητικής απόφασης, η οποία βάσει του Νόμου δύναται να εκτελεστεί ως αν να ήταν απόφαση Δικαστηρίου. Επί του προκειμένου σχετική θεωρώ την απόφαση Σ.Π.Ε. Αγίας Νάπας ν. Κυριακίδης κ.α.,
(2008)1Α Α.Α.Δ. 716, όπου ξεκάθαρα αναφέρεται ότι διαιτητική απόφαση που εκδίδεται δυνάμει του υπό αναφορά νόμου εγγράφεται με σκοπό να προχωρήσει η εκτέλεση της. Αναφέρονται συγκεκριμένα τα εξής: «Η διαδικασία που οδηγεί στην εκτέλεση της διαιτητικής απόφασης ως απόφασης Δικαστηρίου, είναι κατά την άποψη μας, ζήτημα τύπου. Για να εκτελεστεί οποιαδήποτε απόφαση Δικαστηρίου χρειάζεται η εμπλοκή του ιδίου, που αφενός την διατάσσει και ταυτόχρονα την εποπτεύει. Επομένως, η διαιτητική απόφαση πρέπει κατά κάποιο τρόπο να καταχωριστεί, να «εγγραφεί» δηλαδή στα αρχεία του πρωτοκολλητείου ως απόφαση Δικαστηρίου, για να προχωρήσει η εκτέλεση της. Γι' αυτό το σκοπό υπεβλήθη η υπό συζήτηση αίτηση, και μάλιστα επιδόθηκε στους εφεσίβλητους για να προβάλουν ενώπιον του Δικαστηρίου ό,τιδήποτε ήθελαν, με αναφορά ασφαλώς μόνο στο επίδικο θέμα, της προώθησης δηλαδή της εκτέλεσης της διαιτητικής απόφασης.» Με βάση τα πιο πάνω, κρίνω ότι η νομική βάση της αίτησης, εφόσον περιλαμβάνει το άρθρο 52 του Νόμου, είναι καθόλα νομότυπη. Ως προς την κύρια εισήγηση του συνηγόρου του καθ' ου η αίτηση 2 περί αντισυνταγματικότητας, σημειώνω ότι η εισήγηση του συνηγόρου των αιτητών, ότι τα ζητήματα αυτά θα έπρεπε να τεθούν στα πλαίσια της διαιτητικής διαδικασίας ή σε τυχόν έφεση κατά της διαιτητικής απόφασης και όχι στα πλαίσια της παρούσας αίτησης που είναι τυπικής μορφής, δεν με βρίσκει σύμφωνη καθ' ότι ναι μεν σύμφωνα με τη νομολογία η παρούσα διαδικασία είναι τυπικής μορφής πλην όμως οι ισχυρισμοί για την αντισυνταγματικότητα της νομοθεσίας επί της οποίας στηρίχθηκε μπορούν να εξεταστούν σε οποιοδήποτε στάδιο. (βλ. Α. Λοϊζου Το Συνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας, σελ. 314). Από την άλλη όμως και παρά τα όσα πιο πάνω έχουν αναφερθεί, σημειώνω ότι δεν προτίθεμαι να ασχοληθώ με τους ισχυρισμούς περί αντισυνταγματκότητας του άρθρου 21 του Κεφ. 4, καθ' ότι όπως έχω ήδη πει είναι σαφώς νομολογημένο πως το άρθρο αυτό δεν εφαρμόζεται στα πλαίσια εξέτασης αίτησης της φύσεως που απασχολεί στην προκειμένη περίπτωση και είναι επίσης σαφώς νομολογημένο ότι το Δικαστήριο δεν εξετάζει θέματα αντισυνταγματικότητας εκτός όπου το ζήτημα είναι απαραίτητο για την επίλυση της διαφοράς. Σχετικά είναι τα λεχθέντα στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Αχιλλέα Η. Δημητρίου
(2003)2 Α.Α.Δ. 45 όπου αναφέρθηκαν τα εξής: «πάγια είναι και η πρακτική των Δικαστηρίων να επιλαμβάνονται θέματα αντισυνταγματικότητας νόμου μόνο όταν αυτό εγείρεται από τους διαδίκους εξειδικευμένα και η απόφαση είναι απαραίτητη για την επίλυση της υπό εκδίκασης υπόθεσης». Από την άλλη θεωρώ ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει τον ισχυρισμό που αφορά στην αντισυνταγματικότητα του άρθρου 52 του Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου 22/85 σε σχέση με το άρθρο 30 του Συντάγματος. Και τούτο διότι ο εν λόγω ισχυρισμός έχει τεθεί με τον προσήκοντα τρόπο και η επιτυχία του θα ήταν πράγματι καταλυτικής σημασίας για την υπό εκδίκαση αίτηση, αφού εάν το Δικαστήριο καταλήξει ότι οι πρόνοιες του άρθρου 52 που καθορίζουν συγκεκριμένη διαδικασία προς επίλυση διαφοράς που εγείρεται μεταξύ Συνεργατικής Εταιρείας και μέλους της, παραβιάζουν το πιο πάνω άρθρο του Συντάγματος, τότε το Δικαστήριο θα κηρύξει το επίδικο άρθρο αντισυνταγματικό και δεν θα το εφαρμόσει, με αποτέλεσμα να λογιστεί αντισυνταγματική και η διαδικασία που οδήγησε στη λήψη της υπό εγγραφή διαιτητικής απόφασης, της οποίας δεν θα τίθεται πλέον ζήτημα εγγραφής, πράγμα που κατ' επέκταση θα οδηγήσει σε απόρριψη της παρούσας αίτησης, εξ ου και η πιο πάνω κατάληξη μου ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει τον εν λόγω ισχυρισμό. Το άρθρο 30 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας προβλέπει τα εξής: «
  1. Εις ουδένα δύναται ν'απαγορευθεί η προσφυγή ενώπιον του Δικαστηρίου εις ο δικαιούται να προσφύγει δυνάμει του Συντάγματος. Η σύσταση δικαστικών επιτροπών ή εκτάκτων δικαστηρίων υπό οιονδήποτε όνομα απαγορεύεται.
  2. Έκαστος κατά την διάγνωση των αστικών αυτού δικαιωμάτων και υποχρεώσεων ή οιασδήποτε καθ' αυτού ποινικής κατηγορίας δικαιούται ανεπηρεάστου δημοσίας ακροαματικής διαδικασίας εντός ευλόγου χρόνου ενώπιον ανεξάρτητου αμερόληπτου και αρμοδίου Δικαστηρίου ιδρυομένων δια νόμου». Στην υπόθεση The Co-operative Grocery of Vasilia v. Haralambos N. Ppirou and others 4 RSCC 12 εξετάστηκε η συνταγματικότητα του άρθρου 53[2] του Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου Κεφ. 114 (όπως ίσχυε τότε), οι πρόνοιες του οποίου είναι παρόμοιες με τις πρόνοιες του σημερινού άρθρου 52 του Ν. 22/85[3], σε σχέση (μεταξύ άλλων) και με το άρθρο 30 στου Συντάγματος. Το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο έκρινε στην πιο πάνω απόφαση ότι το άρθρο 53 του Κεφ. 114 δεν παραβίαζε το άρθρο 30 του Συντάγματος. Θεωρώ χρήσιμο να παραθέσω αυτούσιο το πιο κάτω απόσπασμα το οποίο ομιλεί αφ' εαυτού: "Coming now to the issue concerning Article 30, such Article safeguards, inter alia, the right of access to the court assigned to any person by or under the Constitution and also lays down that every person shall be entitled in the determination of his civil rights and obligations to a hearing before a court established by law. Article 30 also prohibits the establishment of judicial committees or exceptional courts. Voluntary arbitration does not violate against the above provisions of Article 30, simply because the rights safeguarded therein are such that they may be waived by any person entitled to them in respect of any particular subject or class of subjects and, moreover, such arbitration is, by its very nature, clearly distinguishable from judicial committees or exceptional courts. In the opinion of the Court the form of arbitration provided in section 53, though statutory, is in the nature of voluntary arbitration, for the purpose of Article 30, for the following reasons: Everybody is presumed to know the law and also, everybody is free to form or not to form a co-operative society, to join or not to join, to accept or not to accept office in, or employment with, such a society. Further, section 53 appears to be limited only to disputes concerning the internal administration of co-operative societies, as held in Hussein Shefik v The First Limassol Co-operative Savings Bank Limited, 19 C.L.R. p. 244 and Eleni Zenonos & others v Michael Mylonas & others, 19 C.L.R. p.259, with which decisions this Court sees no reason to disagree. It follows, therefore, that everybody who forms or becomes a member of, or accepts office in, or employment with, a co-operative society, as well as a co-operative society, as such, registered under CAP 114, must be presumed to have entered voluntarily into a legal relationship which includes as one of its terms and characteristics the form of arbitration provided under section 53 in respect of certain disputes. Thus, an agreement that disputes within the ambit of section 53 shall be determined in the manner prescribed therein comes into being and, it follows that the rights safeguarded as above, under Article 30, are deemed to have been waived, to that extent, as in any other case of voluntary arbitration». Από την πιο πάνω απόφαση προκύπτει ότι το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ότι το άρθρο 53 το οποίο ίσχυε τότε δεν παραβίαζε το άρθρο 30 του Συντάγματος, αφού κατέληξε ότι κάθε ένας που, μεταξύ άλλων, γίνεται μέλος σε Συνεργατική τεκμαίρεται ότι εκούσια δημιούργησε μια έννομη σχέση που περιλαμβάνει ως ένα από τους όρους και χαρακτηριστικά της τη μορφή της διαιτησίας που περιέχεται στο άρθρο 53 σε σχέση με συγκεκριμένες διαφορές και επομένως με βάση τα πιο πάνω δημιουργείται μια συμφωνία μεταξύ των συμβαλλομένων ότι διαφορές που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 53 θα αποφασίζονται με τον τρόπο που εκεί καθορίζεται και επομένως τα δικαιώματα που κατοχυρώνονται με το άρθρο 30 θεωρούνται ότι έχουν εγκαταλειφθεί στην έκταση εκείνη, όπως εξ άλλου συμβαίνει και σε όλες τις άλλες περιπτώσεις οικειοθελούς παραπομπής διαφοράς σε διαιτησία. Τα όσα πιο πάνω αναφέρονται σε σχέση με το άρθρο 53 το οποίο ίσχυε τότε, θεωρώ ότι ισχύουν και για την υφιστάμενη πρόνοια του άρθρου 52 του Ν. 22/85 και επομένως το σχετικό επιχείρημα του συνηγόρου του καθ' ου η αίτηση 2 θα πρέπει να απορριφθεί, όπως και οι σχετικοί λόγοι ένστασης (βλ. λόγους 1, 2 και 3). Επίσης ο καθ' ου η αίτηση 2 εγείρει ζήτημα αντισυνταγματικότητας του άρθρου 52, στη βάση του άρθρου 28 του Συντάγματος για δύο στην ουσία λόγους, ως προκύπτει από την αγόρευση του συνηγόρου του. Πρώτον επί τω ότι ο καθ' ου η αίτηση 2 αναφορικά με τον οποίο τυγχάνουν εφαρμογής οι πρόνοιες του άρθρου 52, τυγχάνει άνισης μεταχείρισης συγκριτικά με άλλες διαφορές αστικής φύσεως, σε σχέση με τις οποίες η ουσία της υπόθεσης αποφασίζεται από το Δικαστήριο. Θεωρώ ότι ο εν λόγω ισχυρισμός έχει τεθεί με τον προσήκοντα τρόπο και θα πρέπει να εξεταστεί αφού τυχόν αποδοχή του ισχυρισμού θα οδηγήσει στη μη εφαρμογή της διάταξης δυνάμει της οποίας κατοχυρώνεται η επίλυση της επίδικης διαφοράς μέσω διαιτησίας, οδηγώντας τελικά και την υπό εξέταση αίτηση σε απόρριψη. Εξετάζοντας τώρα την ουσία του εν λόγω ισχυρισμού, επισημαίνω ότι η συνταγματικότητα του άρθρου 53 του Κεφ.114 σε σχέση με το άρθρο 28 του Συντάγματος εξετάστηκε στην υπόθεση The Co-operative Grocery of Vasilia (πιο πάνω), σε σχέση ακριβώς με το κατά πόσον υπήρχε παραβίαση της αρχής της ισότητας που κατοχυρώνεται με το εν λόγω άρθρο, λόγω της διαφορετικής διαδικασίας που προβλέπετο μεταξύ υποθέσεων στις οποίες τύγχανε εφαρμογής το άρθρο 53 του Κεφ. 114 και άλλων διαφορών αστικής φύσεως γενικά. Επί του προκειμένου το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο ανέφερε τα εξής: «The Court finally is of the opinion that there is nothing in section 53 which is contrary to, or inconsistent with, Article 28, because whatever differentiation or distinction is made between the disputes to which section 53 applies and other civil disputes in general, is based not on arbitrary grounds but on reasonable grounds connected with the special nature and functions of co-operative societies, (vide Argiris Mikrommatis v. The Republic (Minister of Finance & another) 2 R.S.C.C. 125 at p. 131)» Τα πιο πάνω θεωρώ ότι τυγχάνουν εφαρμογής και στην προκειμένη περίπτωση σε σχέση με το επίδικο άρθρο 52 και απαντούν πλήρως στον ισχυρισμό του καθ' ου η αίτηση 2, ο οποίος θα πρέπει συναφώς να απορριφθεί. Ως προς το έτερο παράπονο του καθ' ου η αίτηση 2 το οποίο εδράζεται, σύμφωνα πάντα με τη γραπτή αγόρευση του συνηγόρου του στο γεγονός ότι το άρθρο 52 όπως ισχύει σήμερα, διαφέρει από το προϊσχύσαν άρθρο 53 του Κεφ. 114, στο ότι η υποχρεωτική διαδικασία που προβλέπει το άρθρο 52 δεν ισχύει ομοιόμορφα τόσο για τις «εγγεγραμμένες εταιρείες» όσο και για τα αντισυμβαλλόμενα μέλη τους όπως συνέβαινε με το άρθρο 53 του Κεφ. 114, δεδομένης της επιφύλαξης του άρθρου 52
(1)η οποία αναφέρει ότι οι διατάξεις του άρθρου 52
(1)δεν κωλύουν εγγεγραμμένη εταιρεία από του να προσφύγει σε αρμόδιο Δικαστήριο στη Δημοκρατία ή σε άλλο κράτος εναντίον οποιουδήποτε, πρόνοια η οποία δεν εφαρμόζεται για τα μέλη των εγγεγραμμένων εταιρειών, όπως είναι ο καθ' ου η αίτηση 2, παραβιάζοντας έτσι την αρχή της ισότητας που κατοχυρώνεται με το άρθρο 28, σημειώνω ότι για τους λόγους που επεξηγώ πιο κάτω η απόφαση επί του σημείου αυτού δεν είναι απαραίτητη για την επίλυση της υπό εκδίκαση υπόθεσης και συνακόλουθα και στη βάση των αρχών που καταγράφηκαν πιο πάνω το Δικαστήριο δεν θα πρέπει να εξετάσει τον εν λόγω ισχυρισμό. Και εξηγώ. Κατά την εξέταση του σχετικού ισχυρισμού από το Δικαστήριο η μοναδική «θεραπεία» που θα μπορεί να δοθεί στους καθ' ων η αίτηση είναι όπως η επιφύλαξη μην εφαρμοστεί αφήνοντας τις πρόνοιες του άρθρου 52
(1)να εφαρμόζονται με τον ίδιο τρόπο τόσο για την αιτήτρια όσο και για την ίδια την καθ' ης η αίτηση, επιβάλλοντας στην ουσία υποχρέωση και στα δύο μέρη σε περίπτωση που επιθυμούν να επιλύσουν μεταξύ τους διαφορά να ακολουθούν τη διαδικασία που προβλέπει το εν λόγω άρθρο. Υποστήριξη για τη θέση αυτή αντλώ από την απόφαση της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Dias Publishing Co Ltd. v. Δημοκρατίας
(1996)3 Α.Α.Δ. 550, η οποία συζητήθηκε και εφαρμόστηκε και στην υπόθεση Μαρία Βρούντου ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, Α.Ε. 3830, ημερ. 3.3.2006 όπου αποφασίστηκε ότι το Δικαστήριο δεν δικαιούται να διευρύνει θετική νομοθετική διάταξη, μήτε να την τροποποιήσει ώστε να δημιουργηθεί ουσιαστικά ένα νέο νομοθέτημα. Ο συνταγματικός έλεγχος των νόμων, δεν μπορεί να μετατραπεί σε μέσο αναμόρφωσης ή συμπλήρωσης της νομοθεσίας αφού κάτι τέτοιο θα ξέφευγε της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου. Στην υπόθεση Dias Publishing (ανωτέρω) το Ανώτατο Δικαστήριο αναφέρθηκε μεταξύ άλλων και στο σύγγραμμα Π. Δαγτόγλου «Δικονομικό Δίκαιο» σελ. 98, παραγρ. 127 όπου αναφέρεται ότι ο Δικαστής: "δεν δικαιούται να διορθώνει τις οσοδήποτε αυθαίρετες παραλείψεις του νομοθέτη, νομοθετώντας αντ' αυτού...", ο δε "έλεγχος της συνταγματικότητας πληροφορεί τον δικαστή, αν πρέπει να εφαρμόσει ή όχι την επίμαχη νομοθετική διάταξη στις περιπτώσεις που προβλέπει αυτή, δεν μπορεί όμως μέσω της αρχής της ισότητας, να μετατραπεί σε μέθοδο διευρύνσεως του πεδίου ισχύος του νόμου σε περιοχές άσχετες με τη βούληση του νομοθέτη ή και ρητώς επιφυλαγμένες από το Σύνταγμα στη νομοθετική εξουσία". Επομένως και με βάση τα πιο πάνω καταλήγω πως στην προκειμένη περίπτωση ακόμα και εάν προέβαινα στην κύρηξη της πιο πάνω επιφύλαξης, η οποία δημιουργεί την κατ' ισχυρισμό ανισότητα, ως αντισυνταγματικής και αντιβαίνουσας προς το άρθρο 28, τούτο δεν θα επέλυε το πρόβλημα του καθ' ου η αίτηση 2, αφού σε τέτοια περίπτωση η επιφύλαξη δεν θα εφαρμοζόταν με βάση και την ανωτέρω νομολογία, και οι πρόνοιες του άρθρου 52
(1)θα παρέμεναν να εφαρμόζονται με τον ίδιο τρόπο τόσο για τους αιτητές όσο και για τον ίδιο τον καθ' ου η αίτηση 2, επιβλαλλοντας στην ουσία υποχρέωση και στα δύο μέρη σε περίπτωση που επιθυμούν να επιλύσουν μεταξύ τους διαφορά να ακολουθούν τη διαδικασία που προβλέπει το εν λόγω άρθρο. Κάτι τέτοιο θα άφηνε τον καθ' ου η αίτηση 2 στην ίδια θέση και στον ίδιο παρανομαστή που ευρίσκεται σήμερα, δεδομένης και της πιο πάνω κατάληξης μου σε σχέση με την κατα τα λοιπά συνταγματικότητα του επίδικου άρθρου σε σχέση με το άρθρο 28 αλλά το άρθρο 30 του Συντάγματος. Ως εκ τούτου θεωρώ ότι κάθε περαιτέρω ενασχόληση με το θέμα αυτό θα ήταν ακαδημαϊκής και μόνο σημασίας. Έχοντας απορρίψει τις εισηγήσεις του καθ' ου η αίτηση 2, σημειώνω πως ό,τι απέμεινε να εξεταστεί είναι το κατά πόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος εγγραφής. Το άρθρο 52
(4)του υπό αναφορά Νόμου δίδει το δικαίωμα σε οποιοσδήποτε πρόσωπο θεωρεί τον εαυτό του αδικημένο από απόφαση Διαιτητή, να υποβάλει Έφεση στο Δικαστήριο εντός 21 ημερών από την ημερομηνία γνωστοποίησης της απόφασης. Εάν δε η απόφαση δεν εφεσιβληθεί κατά τα ανωτέρω καθίσταται τελική σύμφωνα με το άρθρο 52
(5)και μπορεί να εγγραφεί συμφώνως της διαδικασίας που πιο πάνω έχει περιγραφεί. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, δεν έχει αμφισβητηθεί ο ισχυρισμός των αιτητών ότι η επίδικη απόφαση έχει γνωστοποιηθεί στον καθ' ου η αίτηση 2 στην ημερομηνία που αναφέρεται στο Τεκμήριο 3 ούτε και έχει καθ΄ οιονδήποτε τρόπο αμφισβητηθεί η υπογραφή του επί του εν λόγω τεκμηρίου. Περαιτέρω δεν προβάλλεται κανένας ισχυρισμός ότι η επίδικη διαιτητική απόφαση εφεσιβλήθηκε εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας. Επομένως αυτή κατέστη τελική σύμφωνα με το άρθρο 52
(5). Θα πρέπει στο σημείο αυτό να τονιστεί ότι στα πλαίσια της διαδικασίας εγγραφής και εκτέλεσης διαιτητικής απόφασης, το Δικαστήριο δεν ελέγχει την ορθότητα της διαιτητικής απόφασης, ούτε υπεισέρχεται στην ουσία της διαφοράς. Χαρακτηριστικά είναι τα λεχθέντα στην υπόθεση Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Αγίας Νάπας ν. Άντης Κυριακίδης κ.ά. (πιο πάνω). Στη δε υπόθεση Ανδρέας Χατζηγεωργίου Νικολάου ν. Νέας Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Αγλαντζιάς Πολ. Έφ. 357/08 ημερ. 11.4.12, αναφέρθηκαν τα εξής: « Ο πρωτόδικος δικαστής δεν είχε εξουσία να εξετάσει εξ ιδίας πρωτοβουλίας θέμα νομιμότητας διορισμού του διαιτητή. Το εν λόγω θέμα ως θέμα ουσίας, ενδεχομένως να μην μπορούσε καν να εξεταστεί πρωτοδίκως ακόμη και σε περίπτωση που αυτό θα εγειρόταν από το διάδικο ως εκφεύγον του δικαιοδοτικού πλαισίου της διαδικασίας. Το επαρχιακό δικαστήριο κατά την ενάσκηση των εξουσιών του στα πλαίσια διαδικασίας εγγραφής και εκτέλεσης διαιτητικής απόφασης δεν ελέγχει την ορθότητα της διαιτητικής απόφασης ούτε υπεισέρχεται στην ουσία της διαφοράς. Από την άλλη όμως, η διαδικασία δεν είναι απλώς τυπική εφόσον δι' αυτής επιδιώκεται η πρόσδοση δικαστικής ισχύος στη διαιτητική απόφαση για σκοπούς εκτέλεσης μέσω του επαρχιακού δικαστηρίου διά της εφαρμογής των ανάλογων δικονομικών μέτρων που εφαρμόζονται για σκοπούς εκτέλεσης δικαστικών αποφάσεων. Γι' αυτό ακριβώς το λόγο κάθε αίτηση που υποβάλλεται στο επαρχιακό δικαστήριο για εγγραφή και εκτέλεση διαιτητικής απόφασης πρέπει να επιδίδεται στο πρόσωπο προς το οποίο στρέφεται η διαιτητική απόφαση ώστε να έχει την ευκαιρία να προβάλει ο,τιδήποτε που ενδεχομένως έχει σχέση μόνο με το επίδικο θέμα της προώθησης της εγγραφής και εκτέλεσης της διαιτητικής απόφασης χωρίς το δικαστήριο να υπεισέρχεται σε άλλα θέματα αναγόμενα στην ουσία κτλ της διαφοράς αναφορικά με την οποία εκδόθηκε η διαιτητική απόφαση. Βασική προϋπόθεση για την εγγραφή της διαιτητικής απόφασης είναι η διαπίστωση ότι η εν λόγω απόφαση, φέρει τα απαραίτητα χαρακτηριστικά στοιχεία έγκυρηςδιαιτητικής απόφασης και ότι γνωστοποιήθηκε στο πρόσωπο εναντίον του οποίου στρέφεται.» Έπομένως σύμφωνα και με την πιο πάνω νομολογία καθίσταται σαφές πως ό,τι εμπίπτει στη δικαιοδοσία του Επαρχιακού Δικαστηρίου στα πλαίσια της εγγραφής και εκτέλεσης διαιτητικής απόφασης, είναι η διαπίστωση ότι η εν λόγω απόφαση, φέρει τα απαραίτητα χαρακτηριστικά στοιχεία έγκυρης διαιτητικής απόφασης και ότι γνωστοποιήθηκε στο πρόσωπο εναντίον του οποίου στρέφεται. Στην προκειμένη περίπτωση, αποτελεί κατάληξη μου ότι η διαιτητική απόφαση ημερ. 13/12/2012 (Τεκμ. 1) φέρει τα απαραίτητα χαρακτηριστικά στοιχεία έγκυρης διαιτητικής απόφασης. Ειδικότερα, φέρει το όνομα και υπογραφή του διαιτητή που την εξέδωσε, φέρει ημερομηνία έκδοσης της, αναφέρεται στους διαδίκους οι οποίοι είχαν ειδοποιηθεί για τη διαδικασία της διαιτησίας, όπου ο καθ' ου η αίτηση 2 ήταν παρών, αναφέρεται ξεκάθαρα στην απαίτηση των αιτητών ως και στο ύψος του χρέους που οφείλεται από τους καθ' ων η αίτηση. Η εν λόγω διαιτητική απόφαση γνωστοποιήθηκε στον καθ' ου η αίτηση 2 προσωπικά (βλ. Τεκμήριο 3) και αυτός δεν καταχώρησε έφεση κατά της διαιτητικής απόφασης. Συνακόλουθα καταλήγω ότι η αίτηση θα πρέπει να επιτύχει σε σχέση με τον καθ' ου η αίτηση 2. Εκδίδεται διάταγμα για καταχώρηση και εγγραφή στο Πρωτοκολλητείο του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας της αναφερόμενης στην αίτηση απόφασης του Διαιτητή εναντίον του καθ' ου η αίτηση 2. Επιδικάζονται επίσης τα έξοδα της παρούσας αίτησης υπέρ των αιτητών και εναντίον του καθ' ου η αίτηση 2 όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.)............................................. Ν. Μαθηκολώνη, Ε. Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Βλ. σχετικά Σ.Π.Ε. Αγίας Νάπας ν. Κυριακίδης κ.α.,
(2008)1Α Α.Α.Δ. 716 [2] Το εν λόγω άρθρο 53 του Κεφ. 114 προβλέπει τα εξής: «53.
(1)If any dispute touching the business of a registered society arises— (
  1. a)among members, past members and persons claiming through members; or (
  2. b)between a member, past member or person claiming through a member, past member or deceased member and the society, its committee or council or any officer, agent or servant of the society; or (
  3. c)between the society or its committee or council and any officer, agent or servant of the society; or (
  4. d)between the society and any other registered society; such dispute shall be referred to the Registrar for decision. A claim by a registered society for any debt or demand due to it from a member, past member or the nominee, heir or legal representative of a deceased member, whether such debt or demand be admitted or not, shall be deemed to be a dispute touching the business of a society within the meaning of this section.» [3] To άρθρο 52 του Ν. 22/85 προβλέπει τα εξής: «52.-
(1)Τηρουμένων των διατάξεων του περί της Σύστασης και Λειτουργίας του Ενιαίου Φορέα Εξώδικης Επίλυσης Διαφορών Χρηματοοικονομικής Φύσεως . οσάκις εγείρεται οιαδήποτε διαφορά αφορώσα τις εργασίες εγγεγραμμένης εταιρείας - (α) μεταξύ μελών, πρώην μελών, προσώπων αξιούντων μέσω μελών, καταθετών, οφειλετών ή των εγγυητών τους· ή (β) μεταξύ μέλους, πρώην μέλους ή προσώπου αξιούντος μέσω μέλους, πρώην μέλους ή αποβιώσαντος μέλους ή καταθέτη, χρεώστη ή πελάτη και της εταιρείας, της επιτροπείας ή του συμβουλίου αυτής ή οιουδήποτε αξιωματούχου, αντιπροσώπου ή υπαλλήλου της εταιρείας· ή (γ) μεταξύ της εταιρείας ή της επιτροπείας ή του συμβουλίου αυτής και οιουδήποτε αξιωματούχου, αντιπροσώπου ή υπαλλήλου της εταιρείας· ή (δ) μεταξύ της εταιρείας και οιασδήποτε άλλης εγγεγραμμένης εταιρείας, η διαφορά αυτή θα παραπέμπεται από την εγγεγραμμένη εταιρεία ή από οποιοδήποτε από τα πιο πάνω πρόσωπα στον Έφορο: Νοείται ότι - (α) Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου σε καμιά περίπτωση δεν κωλύουν εγγεγραμμένη εταιρεία ή οποιοδήποτε πρόσωπο να προσφύγει σε αρμόδιο δικαστήριο στη Δημοκρατία ή σε άλλο κράτος εναντίον οποιουδήποτε· (β) ως διαφορά που αφορά τις εργασίες εγγεγραμμένης εταιρείας κατά την έννοια του παρόντος άρθρου, λογίζεται και οποιαδήποτε οφειλή ή απαίτηση εγγεγραμμένης εταιρείας που έγινε αποδεκτή ή που δεν αμφισβητείται.» cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.