← Κύπρος

ΑΝΔΡΕΑΣ ΦΑΝΤΑΡΟΣ ΛΤΔ ν. ΜΑΡΙΑ ΠΙΠΙΓΚΑ, Αρ. Αγωγής 3491/2010, 29/10/2015

ΑΝΔΡΕΑΣ ΦΑΝΤΑΡΟΣ ΛΤΔ ν. ΜΑΡΙΑ ΠΙΠΙΓΚΑ, Αρ. Αγωγής 3491/2010, 29/10/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2015:A429 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. ΠΑΝΤΑΖΗ - ΛΑΜΠΡΟΥ, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 3491/2010 Μεταξύ: ΑΝΔΡΕΑΣ ΦΑΝΤΑΡΟΣ ΛΤΔ Ενάγοντες και ΜΑΡΙΑ ΠΙΠΙΓΚΑ Εναγομένης Ημερομηνία: 29.10.2015 Εμφανίσεις: Για τους Ενάγοντες: κα Έλενα Σατράκη Για την Εναγόμενη: κα Στάλω Παπουή, για Χαβαριάς & Φιλίππου Δ.Ε.Π.Ε. ΑΠΟΦΑΣΗ Καθ' ον χρόνο καταχωρήθηκε η υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή, η αξίωση των Εναγόντων έναντι της Εναγόμενης ανερχόταν στο ποσό των €15.583.- (£9.113.-), ως υπόλοιπο λογαριασμού και/ή αξίας υπηρεσιών και/ή εργασιών και/ή υλικών που παρασχέθησαν στην Εναγόμενη, πλέον νόμιμο τόκο και έξοδα. Η εκδοχή των Εναγόντων ως είχε δικογραφηθεί στην Έκθεση Απαίτησης επί του ειδικά οπισθογραφημένου κλητηρίου, ήταν ως εξής꞉ · Οι Ενάγοντες είναι εταιρεία δεόντως εγγεγραμμένη βάσει του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113, με αριθμό εγγραφής Φ.Π.Α.10053444Ε, η οποία διεξάγει εργασίες βερνικώσεων ξύλινων κατασκευών και/ή επίπλων και/ή ξυλουργικών εργασιών στην Κύπρο. · Βάσει προσφοράς, την οποία υπέβαλαν προς την Εναγόμενη κατά ή περί την 21/3/07, οι Ενάγοντες προσφέρθηκαν να εκτελέσουν διάφορες εργασίες βερνικώσεων ξύλινων κατασκευών και/ή επίπλων και/ή ξυλουργικών εργασιών στην οικοδομή της Εναγόμενης και η Εναγόμενη συμφώνησε όπως εκτελέσουν οι Ενάγοντες τις αναφερόμενες στην προσφορά εργασίες, έναντι του ποσού των £11.698.- πλέον 15% Φ.Π.Α.. · Οι Ενάγοντες εκτέλεσαν πλήρως τις εργασίες τους προς όφελος της Εναγόμενης, η οποία κατέβαλε, σε διάφορα χρονικά διαστήματα, μέρος του πιο πάνω συμφωνημένου ποσού, συνολικού ύψους £10.000.-. · Μετά από οδηγίες της Εναγόμενης, οι Ενάγοντες εκτέλεσαν επιπλέον εργασίες στην οικοδομή της, προς πλήρη ικανοποίησή της, συνολικού κόστους £4.922.- πλέον 15% Φ.Π.Α. · Ο λογαριασμός της Εναγόμενης, κατά ή περί την 1/3/10 παρουσίαζε χρεωστικό υπόλοιπο ύψους €15.583.- (£9.113.-), συμπεριλαμβανομένου του Φ.Π.Α. · Οι Ενάγοντες κάλεσαν επανειλημμένα την Εναγόμενη να καταβάλει το οφειλόμενο ποσό. Στάληκε επιστολή μέσω των δικηγόρων των Εναγόντων, ημερ. 1/3/10, αλλά η Εναγόμενη αμέλησε και/ή παρέλειψε και/ή αρνήθηκε να το πράξει και δεν είχε μέχρι την ημερομηνία έγερσης της αγωγής καταβάλει οποιοδήποτε ποσό στους Ενάγοντες έναντι του υπολοίπου οφειλομένου ποσού. Από την άλλη, η εκδοχή της Υπεράσπισης τέθηκε ως εξής꞉ · Η Εναγόμενη παραδέχεται ότι ανάθεσε στους Ενάγοντες κάποιες εργασίες βάσει προσφοράς, ωστόσο είναι η θέση της ότι τις εξόφλησε. · Περαιτέρω, είναι η θέση της Υπεράσπισης ότι, εάν ήθελε αποδειχθεί ότι οποιαδήποτε εργασία είναι οφειλόμενη (πράγμα το οποίο η Εναγόμενη αρνείται), αυτή δεν υπερβαίνει το ποσό των €3.539,

  1. · Αρνείται η Εναγόμενη ότι οι Ενάγοντες εκτέλεσαν βάσει οδηγιών της επιπλέον εργασίες έναντι του κόστους που οι Ενάγοντες δικογραφούν και καλεί τους Ενάγοντες σε αυστηρή απόδειξη των ισχυρισμών της. · Εν πάση περιπτώσει, η Εναγόμενη αρνείται την εκτέλεση των αναφερόμενων επιπλέον εργασιών. · Όσον αφορά το υπόλοιπο λογαριασμού, η Εναγόμενη ισχυρίζεται ότι το εν λόγω ποσό είναι παράλογο και/ή υπερβολικό και/ή αποτέλεσμα μη εκτελεσθείσας εργασίας. Με το δικόγραφο της Απάντησης, οι Ενάγοντες επανέλαβαν και επέμειναν στους ισχυρισμούς και/ή τις θέσεις τους, όπως αυτές παρουσιάζονται στην Έκθεση Απαίτησης. Προχώρησε η υπόθεση σε ακρόαση. Για την υπόθεση των Εναγόντων, προσήλθε ένας μόνο μάρτυρας, ο κ. Ανδρέας Φαντάρος (στο εξής «ο ΜΕ1»), ενώ για την υπόθεση της Εναγόμενης προσήλθαν δύο μάρτυρες, η ίδια η Εναγόμενη (στο εξής «η ΜΥ1») και ο κ. Ντίνος Φλωρίδης (στο εξής «ο ΜΥ2»). Εκκρεμούσης της ακρόασης, οι διάδικοι κατέβαλαν προσπάθειες για εξώδικη διευθέτηση της αγωγής και προς τούτο συμφώνησαν όπως διενεργηθεί καταμέτρηση της επίδικης, ως εκτελεσθείσας, εργασίας. Όπως δήλωσαν από κοινού στο Δικαστήριο οι συνήγοροί τους κατά τη δικάσιμο ημερ. 14.1.2015, η επιτόπια καταμέτρηση των εργασιών έγινε στις 29.12.2014 από τον αρχιτέκτονα κ. Ντίνο Φλωρίδη (ΜΥ2), στην παρουσία του Διευθυντή των Εναγόντων, κ. Ανδρέα Φαντάρου (ΜΕ1), και της Εναγόμενης (ΜΥ1). Δηλώθηκε κατά την ίδια δικάσιμο στο Δικαστήριο ότι η επιτόπια καταμέτρηση κρίθηκε αναγκαία για το λόγο ότι η αρχική προσφορά δόθηκε βάσει αρχιτεκτονικών σχεδίων και ουδέποτε ακολούθησε παράδοση και μετρήσεις επί τόπου. Συνεπεία των ευρημάτων από την επιτόπια καταμέτρηση της εκτελεσθείσας εργασίας, δηλώθηκε εκ συμφώνου ότι η συνολική αξία των εργασιών που εκτελέστηκαν βάσει της αρχικής προσφοράς ανέρχεται σε ΛΚ10.731,60, πλέον ΦΠΑ. Σε μετέπειτα δικάσιμο, ημερ. 12.2.2015, η συνήγορος των Εναγόντων προέβη σε δήλωση με την οποία περιόρισε την αξίωση των Εναγόντων όσον αφορά τις επιπλέον εργασίες κατά ΛΚ222, αναλύοντας λεπτομερώς ποια σημεία επιπλέον εργασιών αφαιρέθηκαν από τις διεκδικήσεις τους. Αποτέλεσμα της δήλωσης αυτής ήταν να διεκδικείται το ποσό των ΛΚ4.700, πλέον ΦΠΑ, ως ποσό που αντιστοιχεί στις εκτελεσθείσες επιπλέον εργασίες. Κατά τα λοιπά, η κάθε πλευρά διατήρησε τις θέσεις της. Η επ' ακροατηρίω συζήτηση της υπόθεσης περιστράφηκε γύρω από τα εξής θέματα: - Πρώτον, αν η ανάθεση της σύμβασης στους Ενάγοντες έγινε υπό τον όρο ή τη συμφωνία να παρασχεθεί στην Εναγόμενη έκπτωση επί της τιμής της προσφοράς η οποία να είναι ισόποση με τον ΦΠΑ που θ' αναλογούσε στις εκτελεσθείσες εργασίες. - Δεύτερον, αν υπήρξε μονομερής αλλοίωση της αρχικής προσφοράς από τον ΜΕ1 καθ'ον χρόνο κατέθεσε το κείμενο αυτής στο Δικαστήριο. - Τρίτον, αν συμφώνησε η Εναγόμενη στο να διεξαχθούν επιπλέον εργασίες έναντι πρόσθετης αμοιβής των Εναγόντων. - Τέταρτον, αν είναι εύλογη η επιπλέον αμοιβή που οι Ενάγοντες αξιώνουν για τις επιπλέον εργασίες. - Πέμπτον, αν οι Ενάγοντες δικαιούνταν να χρεώσουν την Εναγόμενη με το κόστος αντικατάστασης των ερμαριών, εφόσον εκείνα καταστράφηκαν όχι εξ υπαιτιότητάς τους, ως επιπλέον εργασίας. - Έκτον, ποιο ήταν το σύνολο των γενόμενων από την Εναγόμενη πληρωμών έναντι των εκτελεσθέντων εργασιών καθ' ον χρόνο καταχωρήθηκε η αγωγή και αν σε αυτές περιλαμβάνεται ή όχι ποσό ΛΚ970 προς εξόφληση της αξίας των βολιτζιών, ποσό ΛΚ926,60σ. ως ασφάλιστρα για την ασφάλιση ευθύνης των Εναγόντων και ποσό ΛΚ1000, σε μετρητά, ως καταβληθέν στις 4.8.2007 έναντι του λογαριασμού. Κατά την αξιολόγηση της δοθείσας μαρτυρίας πιο κάτω, εξηγώ ποια από τα πιο πάνω θέματα έκρινα ότι απαραδέκτως ηγέρθησαν, ως εκτός της δικογραφίας, και τα οποία απέρριψα. Η ΠΡΟΣΚΟΜΙΣΘΕΙΣΑ ΜΑΡΤΥΡΙΑ Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΤΟΥ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΤΩΝ ΕΝΑΓΟΝΤΩΝ (ΜΕ1) Υπήρξε παραδεκτό κατά την ακρόαση ότι ο ΜΕ1 ήταν και εξακολουθεί να είναι Διευθύνων Σύμβουλος των Εναγόντων, ιδιότητα μέσα από την οποία απέκτησε προσωπική γνώση των γεγονότων της παρούσας υπόθεσης. O ΜΕ1 κατέθεσε και παρουσίασε στο πλαίσιο της γραπτής του δήλωσης (Έγγραφο Α), την ακόλουθη σειρά τεκµηρίων: (α) τα Δελτία Προσφοράς, 1046 και 1047, ηµερ. 21/3/2007, ως τα Τεκµήρια 1Α και 1Β, αντίστοιχα· (β) το τετράδιο εργασιών και μετρήσεων που τηρούσε ο ίδιος αναφορικά με τις εργασίες στην οικία της Εναγοµένης, ως το Τεκµήριο 2· (γ) δέσµη χειρόγραφων σηµειώσεων μετρήσεων και σχεδίων (σελίδες 1 - 19) σε σχέση µε τις επίδικες εργασίες, ως το Τεκµήριο 3· (δ) κατάσταση επιπλέον εργασιών, ως το Τεκµήριο 4· (ε) τιµολόγιο αρ. 50098, µε επισυνηµµένο το Δελτίο Αποστολής αρ. 1544, από την Εταιρεία ΝΕΑ ΣΤΕΡΕΟΤΗΣ ΛΤΔ, ως το Τεκµήριο 5· (στ) κατάσταση λογαριασµού, ως το Τεκµήριο 6· (ζ) επιστολή της δικηγόρου των Εναγόντων, ηµερ. 1/3/2010, µε επισυνηµµένη την ειδοποίηση του ιδιώτη επιδότη για την παράδοση της επιστολής στην εναγοµένη στις 2/3/2010, ως το Τεκµήριο
  2. Η δικογραφημένη εκδοχή των Εναγόντων αναπτύχθηκε από τον ΜΕ1 ως εξής꞉
  3. Αναφορικά με το κατά πόσον υπήρξε συμφωνία που να αναιρεί ή να μεταβάλλει τους πιο πάνω όρους της αρχικής προσφοράς. Μετά από παράκληση της Εναγόμενης, στις 21/3/07 οι Ενάγοντες έδωσαν προσφορά για διάφορες ξυλουργικές εργασίες (όπως φαίνονται στο Δελτίον Προσφοράς No 1046 ως το Τεκμήριο 1Α υπό Έγγραφο Α και στο Δελτίο Προσφοράς 1047 ως το Τεκμήριο 1Β υπό Έγγραφο Α) στην οικοδομή της, που περιελάμβανε ένα διαμέρισμα στο ισόγειο και τρία διαμερίσματα στον πρώτο όροφο, στην οδό Αρχιμήδους 26, Άγιος Δομέτιος, Λευκωσία. Η Εναγομένη συμφώνησε όπως εκτελέσουν οι Ενάγοντες τις αναφερόμενες στην προσφορά εργασίες. Στην αναφερόμενη προσφορά (βλ. στο Τεκμήριο 1Β υπό Έγγραφο Α) αναφερόταν ρητά ότι: «Στην πιο πάνω προσφορά δεν περιλαμβάνεται ο Φ.Π.Α.». Το συνολικό ποσό της προσφοράς ανερχόταν στις ΛΚ12.594 πλέον Φ.Π.Α., ο συντελεστής του οποίου ανερχόταν τότε στο 15%. Ήταν η θέση του ΜΕ1 ότι ουδέποτε έγινε συζήτηση για οποιαδήποτε έκπτωση ή συμφωνία να θεωρηθεί ότι το ποσό της προσφοράς των ΛΚ12.594 περιλάμβανε το Φ.Π.Α., όπως ισχυρίστηκε εκ των υστέρων ο αρχιτέκτονας της Εναγομένης (ΜΥ2) και η ίδια η Εναγόμενη (ΜΥ1). Παρατήρησε, επίσης, ο ΜΕ1 ότι δεν υπάρχει δικογραφημένος τέτοιος ισχυρισμός στην Έκθεση Υπεράσπισης της Εναγόμενης. Εξάλλου, επεσήμανε ο ΜΕ1, όπως γραπτοί ήταν οι όροι της προσφοράς, γραπτώς θα φαινόταν και η οποιαδήποτε ισχυριζόμενη έκπτωση στο τελικό ποσό της.
  4. Ουδεμία αλλοίωση στο έγγραφο της αρχικής προσφοράς. Αφαίρεση χρέωσης λόγω αφαίρεσης εργασίας από την αρχική προσφορά. Εξήγησε ο ΜΕ1 ότι η χειρόγραφη σημείωσή του που υπάρχει επί του δικού του διπλότυπου της αρχικής προσφοράς, το οποίο αυτός κατέθεσε στο Δικαστήριο ως το Τεκμήριο 1Β υπό το Έγγραφο Α, με την οποία σημείωση αφαιρέθηκε το ποσό των ΛΚ896 από το ολικό ποσό της προσφοράς (ΛΚ12.994), με αποτέλεσμα το τελικό ποσό της προσφοράς να ανέρχεται σε ΛΚ11.698, πλέον Φ.Π.Α., έγινε από αυτόν όταν έλαβε οδηγίες από την Εναγόμενη να μην κατασκευάσει ένα ερμάρι στο Διαμέρισμα Α, στο Δελτίον Προσφοράς No 1046, αναφερόμενο ως Ε2, αξίας ΛΚ
  5. Δηλαδή, ήταν η θέση του ότι, δεν υπήρξε οποιαδήποτε μονομερής αλλοίωση της αρχικής προσφοράς εκ μέρους του.
  6. Επιπλέον εργασίες. Πρόσθετη χρέωση επιτρεπτή βάσει όρων της αρχικής προσφοράς λόγω αλλαγής σχεδίου ή νέων οδηγιών της Εναγόμενης για επιπλέον εργασίες. Ήταν επίσης η θέση του ΜΕ1 ότι στην πορεία των εργασιών και μετά από παράκληση της Εναγόμενης, οι Ενάγοντες εκτέλεσαν επιπλέον εργασίες στην οικοδομή της, με βάση οδηγίες της ιδίας και προς πλήρη ικανοποίησή της, συνολικού κόστους ΛΚ4.922, πλέον Φ.Π.Α, ως η αναλυτική κατάσταση των επιπλέον εργασιών που ετοιμάστηκε από τον ΜΕ1 και κατατέθηκε ως Τεκμήριο 4 υπό Έγγραφο Α. Ορισμένες από τις επιπλέον εργασίες σχετίζονται με διαφοροποίηση εργασιών από την αρχική προσφορά κι έτσι στις επιπλέον εργασίες έγινε χρέωση μόνο για την διαφορά που προέκυψε στις τιμές. Ήταν η θέση του ΜΕ1 ότι οι Ενάγοντες είχαν δικαίωμα βάσει της αρχικής προσφοράς να επιβάλουν επιπλέον χρέωση εφόσον υπήρχε αλλαγή στις ζητηθείσες εργασίες και τούτο δυνάμει του όρου της αρχικής προσφοράς ότι «Σε περίπτωση που θα αλλάξει οτιδήποτε στην προσφορά, οι τιμές θα αλλάξουν αναλόγως (αυξομείωση τιμών)» (βλ. στο Τεκμήριο 1Α υπό Έγγραφο Α), και Ως προς το ζήτημα των επιπλέον εργασιών, αξίζει εδώ να σημειώσω ότι κατά τη δικάσιμο ημερ. 12.2.2015, οι Ενάγοντες μέσω της συνηγόρου τους περιόρισαν το αξιούμενο ποσό βάσει των ευρημάτων της επιτόπιας εξέτασης ημερ. 29.12.2014 και εξήγησαν ότι η μείωση του αξιούμενου ποσού προκύπτει ως εξής (συγκριτικά προς τα αξιούμενα ποσά ως παρατίθενται στο Τεκμήριο 4 υπό Έγγραφο Α που κατέθεσε ο ΜΕ1): - Με την αφαίρεση ποσού ΛΚ50 όσον αφορά το σημείο 2 «πάσες στα βολίτζια». - Με την αφαίρεση ποσού ΛΚ45 όσον αφορά το σημείο 13 «3 πόρτες παλιές κόψιμο και εφαρμογή». - Με την αφαίρεση ποσού ΛΚ100 όσον αφορά το σημείο 21 «καρκάνι στα κεραμίδια στα πισινά ΛΚ150 υλικά και 2 μεροκάματα προς ΛΚ100», ήτοι το συνολικό ποσό των ΛΚ350 να μειωθεί σε ΛΚ
  7. - Με την αφαίρεση ποσού ΛΚ27 όσον αφορά το σημείο
  8. Έχοντας ήδη υπόψη του, ποια τμήματα των επιπλέον εργασιών είναι που αμφισβητούν η Εναγόμενη και ο ΜΥ2 ως μη ανταποκρινόμενα σε συμφωνημένη και/ή εύλογη τιμή, ο ΜΕ1 ανέπτυξε τη θέση των Εναγόντων ως εξής: · Περίπτωση 1η꞉ Επιπλέον εργασία συνεπεία αλλαγής σχεδίου εξώθυρων βάσει οδηγιών της Εναγόμενης. Στην αρχική προσφορά (ως το Τεκμήριο 1Α υπό Έγγραφο Α) περιλαμβάνονταν 2 εξώθυρες δίφυλλες ραμποτέ @ ΛΚ550.-, σύνολο ΛΚ1.100.- και μία εξώθυρα μονόφυλλη ραμποτέ @ ΛΚ550.-, σύνολο ΛΚ1.
  9. Κατά την εκτέλεση των εργασιών, η Εναγόμενη άλλαξε γνώμη για τις εξώθυρες αυτές και ζήτησε και τοποθετήθηκαν άλλες, ακριβότερες, με αποτέλεσμα να προκύψει μία αύξηση στο κόστος αγοράς και εργατικών, συνολικού ύψους ΛΚ450.-. Γι αυτό στην κατάσταση επιπλέον εργασιών, ως το Τεκμήριο 4 υπό Έγγραφο Α, φαίνεται στην 8η γραμμή η σημείωση «3 εξώθυρες αλλαγή σχεδίου» και αντίστοιχα η επιπλέον χρέωση ΛΚ450 (3 @ ΛΚ150). Ο ΜΕ1 προσκόμισε το Τιμολόγιο No 50098 και το επισυνημμένο σε αυτό Δελτίο Αποστολής 1544 της Εταιρείας ΝΕΑ ΣΤΕΡΕΟΤΗΣ ΛΤΔ (Τεκμήριο 5 υπό Έγγραφο Α), για να αποδείξει το εύλογο της επιπλέον χρέωσης συνολικά ΛΚ450 για τις νέες εξώθυρες, δείχνοντας ότι μόνο το κόστος αγοράς αυτών των νέων εξώθυρων ήταν ΛΚ1.460 και υποστηρίζοντας ότι εφόσον αυξήθηκε κατά πολύ το κόστος αγοράς των εξώθυρων ήταν εύλογο το ότι προέκυψε μία επιπλέον χρέωση ΛΚ150 για κάθε εξώθυρα. · Περίπτωση 2η꞉ Επιπλέον εργασία συνεπεία αντικατάστασης ήδη τοποθετηθέντων ερμαριών κατόπιν καταστροφής τους για λόγους που δεν αφορούν τους Ενάγοντες. Ήταν η θέση του ΜΕ1 ότι αφού ολοκληρώθηκε από τους Ενάγοντες η κατασκευή και τοποθέτηση των ερμαριών της κουζίνας, αυτά καταστράφηκαν για λόγους εντελώς άσχετους με τους Ενάγοντες ή τις εργασίες τους και προέκυψε ανάγκη αντικατάστασης τους. Η Εναγόμενη ζήτησε από τον ΜΕ1 προσφορά για αντικατάσταση των καταστρεμμένων ερμαριών κι αυτός υπολόγισε το κόστος και τα εργατικά στο ποσό των £524,
  10. Μετά από συζήτηση με την Εναγόμενη, κατέληξαν στην χαριστική τιμή των ΛΚ
  11. Αυτή η τιμή καταγράφεται στο σημείο 15 (ερμαράκια κουζίνας που καταστράφηκαν) στην Αναλυτική Κατάσταση Επιπλέον Εργασιών ως το Τεκμήριο 4 υπό Έγγραφο Α. Όσον αφορά τη θέση που εξέφρασε ο αρχιτέκτονας (ΜΥ2) που διόρισε η Εναγόμενη, ότι ήταν ευθύνη των Εναγόντων η αντικατάσταση των ερμαριών της κουζίνας και ότι, ως εκ τούτου, το ποσό των ΛΚ367 θα πρέπει ν' αφαιρεθεί από τη χρέωση των επιπλέον εργασιών, ο ΜΕ1 απάντησε λέγοντας ότι, εάν ήταν όντως ευθύνη των Εναγόντων, τότε δεν θα προχωρούσε ο ΜΕ1 στην έκδοση ξεχωριστής προσφοράς για τη συγκεκριμένη εργασία, ως φαίνεται στο Τεκμήριο 3 υπό Έγγραφο Α, Επεσήμανε, επίσης, ο ΜΕ1 ότι, όπως ήταν λογικό, ακολούθησε συζήτηση και διαπραγμάτευση μεταξύ αυτού και της Εναγόμενης όσον αφορά το κόστος της επιπλέον αυτής εργασίας. Η δική του προτεινόμενη τιμή για την αντικατάσταση των καταστρεμμένων ερμαριών ανερχόταν σε ΛΚ524.20, ενώ η τελική τιμή χρέωσης μετά τη διαπραγμάτευση ανήλθε σε ΛΚ
  12. Γενόμενες πληρωμές έναντι της χρεωθείσας ως εκτελεσθείσας εργασίας. Ήταν η θέση του ΜΕ1 ότι οι Ενάγοντες εκτέλεσαν πλήρως τις εργασίες τους προς όφελος της Εναγόμενης, η οποία κατέβαλε έναντι, σε διάφορα χρονικά διαστήματα, διάφορα ποσά συνολικού ύψους £10.
  13. Συγκεκριμένα, η Εναγόμενη πλήρωσε τα εξής ποσά: (α) Στις 17/4/07 το ποσό των £1.500.- σε μετρητά. (β) Στις 28/4/07 το ποσό των £1.000.- σε μετρητά. (γ) Στις 9/5/07 το ποσό των £1.500.- με επιταγή. (δ) Στις 6/6/07 το ποσό των £1.000.- σε μετρητά. (ε) Στις 18/6/07 το ποσό των £2.000.- με επιταγή. (στ) Στις 6/7/07 το ποσό των £1.000.- με επιταγή. (ζ) Στις 27/7/07 το ποσό των £1.000.- σε μετρητά. (η) Στις 14/8/07 το ποσό των £1.000.- με επιταγή. Με βάση όλες τις εκτελεσθείσες εργασίες, τόσο βάσει της αρχικής προσφοράς όσο και βάσει των επιπλέον ζητηθεισών εργασιών, καθώς επίσης τις γενόμενες πληρωμές, ο ΜΕ1 ετοίμασε χειρόγραφη κατάσταση λογαριασμού, ως το Τεκμήριο 6 υπό το Έγγραφο Α, την οποία και παρέδωσε στην Εναγόμενη. Ο αναφερόμενος λογαριασμός της Εναγόμενης παρουσίαζε χρεωστικό υπόλοιπο ύψους €15.583 (£9.113), συμπεριλαμβανομένου του Φ.Π.Α, το οποίο προέκυψε ως εξής꞉ Ποσό προσφοράς ΛΚ11.698 Πλέον έξτρα εργασίες ΛΚ4.922 ΛΚ16.620 15%ΦΠΑ ΛΚ2.493 Σύνολο ΛΚ19.113 (€32.683) Μείον οι εισπράξεις ΛΚ10.000 (€17.100) Οφειλόμενο υπόλοιπο ΛΚ9.113 (€15.583) Σημειωτέον ότι η πιο πάνω κατάσταση λογαριασμού μετά τη δήλωση της συνηγόρου των Εναγόντων ενώπιον του Δικαστηρίου στις 14.1.2015 και 12.2.2015 για περιορισμό της αξίωσης βάσει της καταμετρηθείσας στις 29.12.2014 από τον αρχιτέκτονα εργασίας διαμορφώνεται ως εξής: Ποσό προσφοράς ΛΚ10.731 Πλέον έξτρα εργασίες ΛΚ4.700 ΛΚ15.431 15% ΦΠΑ ΛΚ2.315 Σύνολο ΛΚ17.746 Μείον οι εισπράξεις ΛΚ10.000 Οφειλόμενο υπόλοιπο ΛΚ7.746 (€13.234) Ήταν η θέση του ΜΕ1 ότι από τον Αύγουστο 2007 που ολοκληρώθηκαν οι εργασίες στην οικοδομή της Εναγόμενης μέχρι και την καταχώρηση της υπό κρίση αγωγής, αυτός κάλεσε επανειλημμένως την Εναγόμενη να καταβάλει το οφειλόμενο υπόλοιπο, τόσο με τηλεφωνήματά του όσο και με γραπτά μηνύματα στο κινητό της. Αφού η Εναγόμενη δεν ανταποκρίθηκε ούτε κατέβαλε οποιοδήποτε ποσό στους Ενάγοντες έναντι του οφειλομένου ποσού, οι Ενάγοντες την προειδοποίησαν με επιστολή της δικηγόρου τους ημερ. 1/3/10, η οποία επιδόθηκε προσωπικά στην Εναγόμενη στις 2/3/10 (Τεκμήριο 7 υπό Έγγραφο Α), στην οποία και πάλι δεν ανταποκρίθηκε η Εναγόμενη. Ο ΜΕ1 θεωρεί δίκαιη και αιτιολογημένη την αξίωση των Εναγόντων. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΤΗΣ ΕΝΑΓΟΜΕΝΗΣ Η Εναγόμενη ανέπτυξε μία εκδοχή γεγονότων διαμετρικά αντίθετη προς εκείνην που παρουσίασε ο ΜΕ
  14. Στο πλαίσιο της δικής της μαρτυρίας, η Εναγόμενη (ΜΥ1) υιοθέτησε το περιεχόμενο γραπτής δήλωσης, κατατεθείσας ως Έγγραφο Ε και παρουσίασε υπό αυτής αριθμό εγγράφων που επίσης κατατέθηκαν ως τεκμήρια. Η θέση της ΜΥ1 ότι, αν και η αρχική προσφορά ανερχόταν στο ποσό των £12,594 συν ΦΠΑ, εντούτοις, κατά τη διαπραγμάτευση με τον ΜΕ1 για την ανάθεση της εργασίας στους Ενάγοντες, στην παρουσία της ιδίας της ΜΥ1 και του αρχιτέκτονα (ΜΥ2), συμφωνήθηκε όπως, αντί έκπτωσης, το ποσό των £12,594 να θεωρηθεί ότι περιλαμβάνει και τον Φ.Π.Α. Ήταν η θέση της ΜΥ1 ότι με αυτόν τον όρο και/ή συμφωνία ήταν που η ίδια αποδέχτηκε την προσφορά του Ενάγοντα. Ήταν περαιτέρω η θέση της ΜΥ1 ότι ο ΜΕ1 αλλοίωσε τα δελτία προσφοράς ως τα Τεκμήρια 1Ακαι 1Β υπό Έγγραφο Α εν συγκρίση προς τα πρωτότυπα δελτίων προσφοράς που της παραδόθηκαν από τον ΜΕ1 και τα οποία αυτή είχε την κατοχή της και τα οποία αυτή κατέθεσε στο Δικαστήριο ως τεκμήρια αριθμούμενα ως τα Έγγραφα Β και Γ, αντίστοιχα. Η ισχυριζόμενη αλλοίωση αφορούσε στο σημείο (το οποίο ήδη σχολίασε ο ΜΕ1) επί του Τεκμηρίου 1Β υπό το Έγγραφο Α εν συγκρίσει προς το Έγγραφο Γ, όπου διαγράφηκε το ποσό των ΛΚ896 από το ολικό ποσό της αρχικής προσφοράς (ΛΚ12.994). Αμφισβήτησε περαιτέρω η ΜΥ1 το ποσό με το οποίο την χρέωσαν οι Ενάγοντες όσον αφορά τις επιπλέον εργασίες που εκτέλεσαν στην οικία της. Δήλωσε ότι, ενώ οι Ενάγοντες αξίωσαν ποσό £4.872, ο αρχιτέκτονάς της (ΜΥ2) κοστολόγησε την αξία αυτή ως ανερχόμενη σε ποσό £2,
  15. Προς τούτο η ΜΥ1 παρουσίασε την επιστολή του ΜΥ2, ημερ. 26/2/2010, ως το Τεκμήριο 6 υπό το Έγγραφο Α. Το πρωτότυπο έγγραφο που είχε στην κατοχή της η ΜΥ1 όπως της δόθηκε από τους Ενάγοντες αναφορικά με το κόστος των επιπλέον εργασιών κατατέθηκε στο Δικαστήριο ως Έγγραφο Δ. Ήταν η θέση της Εναγόμενης ότι ο Ενάγων προέβη στη σύνταξη του σχετικού εγγράφου πολύ αργότερα από την ολοκλήρωση των επιπλέον εργασιών και με μόνο σκοπό την απόσπαση χρημάτων. Είναι κατά την αντίληψη της ΜΥ1 ενδεικτικό το γεγονός ότι ο ίδιος κατέθεσε ως έγγραφο κοστολόγησης των επιπλέον εργασιών το Τεκμήριο 4 υπό Έγγραφο Α το οποίο διαφέρει από το πρωτότυπο που η ΜΥ1 είχε στην κατοχή της. Ήταν η θέση της ΜΥ1 ότι η συμφωνία μεταξύ αυτής και των Εναγόντων ήταν ότι η αλλαγή του σχεδίου των εξώθυρων και των μεσόθυρων θα γινόταν βάσει των τιμών της αρχικής προσφοράς και ουδέποτε ο ΜΕ1 την ενημέρωσε για ενδεχόμενη αλλαγή της τιμής. Ότι, περαιτέρω, ο ΜΕ1 ουδέποτε της παρουσίασε οποιοδήποτε τιμολόγιο ή απόδειξη που να την αφορά προσωπικά και το οποίο να σχετίζεται με τις εν λόγω πόρτες, που να δικαιολογούν την αλλαγή της τιμής και την απαίτηση επιπλέον αμοιβής. Όσον αφορά την απαίτηση των Εναγόντων να πληρωθούν επιπρόσθετα για την αντικατάσταση των πάγκων της κουζίνας, η ΜΥ1 επισημαίνει ότι αξιώνεται το ποσό των £367 στο Τεκμήριο 4 υπό το Έγγραφο Α, ενώ στο Τεκμήριο 3 υπό Έγγραφο Α για την ίδια εργασία γίνεται λόγος για £524,
  16. Είναι η θέση της ΜΥ1 ότι αυτή η αντίφαση προκύπτει ένεκα των υστερόβουλων σκέψεων του Ενάγοντα για να αποσπάσει όσα πιο πολλά χρήματα μπορούσε. Εν πάση περιπτώσει, είναι η θέση της ΜΥ1 ότι αυτή η χρέωση δεν είναι δυνατό να γίνει αποδεκτή, καθώς, ως την πληροφορεί ο αρχιτέκτονας (ΜΥ2) δεν είχαν παραληφθεί από αυτήν οι πάγκοι πριν την καταστροφή τους. Ως η θέση της ΜΥ1, οι ανατεθείσες από αυτήν στους Ενάγοντες εργασίες τελείωσαν κατά ή περί τον Ιούλιο του
  17. Ο ΜΕ1 είχε αφήσει διάφορες μικρές εργασίες ανεκτέλεστες, «κουτσοδούλεια». Η ΜΥ1 προσπάθησε επανειλημμένως να επικοινωνήσει με τον ΜΕ1, αλλά εκείνος δεν ανταποκρινόταν στις τηλεφωνικές της κλήσεις. Ουδέποτε είχε εμφανιστεί ο ΜΕ1 στην ΜΥ1, για να απαιτήσει οποιοδήποτε ποσό. Παρά ταύτα, επειδή η ΜΥ1 ουδέποτε είχε την πρόθεση να ξεγελάσει τους Ενάγοντες, μόλις ο ΜΕ1 επικοινώνησε μαζί της για να αξιώσει την πληρωμή επιπλέον εργασιών, αυτή, εφόσον δεν έχει γνώσεις για να μπορέσει να αξιολογήσει τις εκτελεσθείσες εργασίες, επικοινώνησε τον Ιανουάριο του 2010 με τον αρχιτέκτονα της (ΜΥ2) και του ζήτησε να μεταβεί στην οικία της, για να καταμετρήσει και να αξιολογήσει την αξία των εργασιών των Εναγόντων. Είναι η θέση της ΜΥ1 ότι αυτό βεβαίως ήταν εις γνώση του ΜΕ
  18. Ο ΜΥ2 επισκέφτηκε στις 04/02/2010 την οικοδομή και ετοίμασε κατάλογο με τις επιπλέον εργασίες, καθώς και εργασίες που δεν εκτελέστηκαν όπως αυτές αναφέρονται στην προσφορά και κατέληξε ότι: α) εργασίες αξίας £1,835 που αναφέρονται στην αρχική προσφορά δεν είχαν εκτελεσθεί, και β) εργασίες αξίας £2,547 που απαιτούσε ο ενάγοντας σαν επιπλέον εργασίες δεν έγιναν ή περιλαμβάνονταν στην αρχική του προσφορά. Η επιστολή του αρχιτέκτονα ημερομηνίας 26/2/2010 κατατέθηκε από την ΜΥ1 ως Τεκμήριο 6 υπό Έγγραφο Ε, με τα συνημμένα αυτού δελτία προσφοράς αρ. 1046 και 1047 ως Τεκμήριο 6A και 6B, ως επίσης το έγγραφο σημειώσεων, ως Τεκμήριο 6Γ. Κατά ή περί τον Μάρτιο του 2010, ο ΜΕ1, μέσω των δικηγόρων των Εναγόντων, αξίωσε την καταβολή του ποσού των €15,583 για δήθεν υπόλοιπο λογαριασμού, το οποίο η ΜΥ1 αρνείται, ενώ περί τα τέλη Απριλίου του 2010 οι Ενάγοντες ήγειραν την παρούσα αγωγή. Όσον αφορά τις γενόμενες από αυτήν πληρωμές προς τους Ενάγοντες, η ΜΥ1 δήλωσε ότι προέβαινε κατά διαστήματα σε πληρωμές έναντι των εκτελεσθέντων εργασιών, οι οποίες συνολικά ανέρχονται σε ΛΚ11,000 ως ακολούθως (και όχι σε ΛΚ10,000 όπως ισχυρίζεται ο Ενάγων): 17/04/07 - £1,500 σε μετρητά 04/08/07 - £1,000 σε μετρητά 27/07/07 - £1,000 σε μετρητά 28/04/07 - £1,000 σε μετρητά 09/05/07 - £1,500 σε επιταγή υπ' αριθμό 95671174 (βλ. το Τεκμήριο 1 υπό Έγγραφο Ε) 06/06/07 - £1,000 σε μετρητά 18/06/07 - £2,000 σε επιταγή υπ' αριθμό 96073425 (βλ. το Τεκμήριο 2 υπό Έγγραφο Ε) 06/07/07 - £1,000 σε επιταγή υπ' αριθμό 96073443 (βλ. το Τεκμήριο 3 υπό Έγγραφο Ε) 14/08/07 - £ 1,000 σε επιταγή υπ' αριθμό 96405149 (βλ. το Τεκμήριο 4 υπό Έγγραφο Ε). Σημειωτέον ότι η ΜΥ1 ισχυρίστηκε ότι οι Ενάγοντες ουδέποτε της παρέδωσαν τιμολόγια ή/και αποδείξεις για τις πληρωμές που έχει κάνει. Η διαφορά ανάμεσα στην εκδοχή της ΜΥ1 και του ΜΕ1 εστιάστηκε στην ισχυριζόμενη πληρωμή από την ΜΥ1 στις 4/8/2007 ποσού £1,000 σε μετρητά, πέραν και ανεξάρτητα από την πληρωμή που αυτή έκανε στις 14.8.2007 με την επιταγή αρ.
  19. Θυμίζω ότι ο ΜΕ1 αρνήθηκε ότι έγινε οποιαδήποτε πληρωμή προς τους Ενάγοντες στις 4.8.
  20. Για να πλήξει την αξιοπιστία του ΜΕ1, η ΜΥ1 επιχείρησε να αναδείξει ότι ενώ ήταν ο ίδιος ο ΜΕ1 που ετοίμασε χειρόγραφα την κατάσταση λογαριασμού της Εναγόμενης ως το Τεκμήριο 6 υπό το Έγγραφο Α, ως επίσης και τις σημειώσεις για τις γενόμενες από την Εναγόμενη πληρωμές ως το Τεκμήριο 1 προς αναγνώριση, εντούτοις διαφέρουν οι πληρωμές που φαίνονται στα δύο έγγραφα. Στο Τεκμήριο 6 υπό το Έγγραφο Α δεν φαίνεται να έγινε καμία πληρωμή στις 4.8.2007 και ότι η πληρωμή βάσει επιταγής αρ. 96405149 έγινε στις 14.8.
  21. Αντίθετα, στις σημειώσεις του ΜΕ1 ως το Τεκμήριο αρ. 1 προς αναγνώριση αυτός δεν δείχνει να έγινε καμία πληρωμή στις 14.8.2007 και ότι η πληρωμή με την επιταγή αρ. 96405149 έγινε στις 4.8.
  22. Ήταν η θέση της ΜΥ1 ότι το σύνολο των πραγματικών από αυτήν πληρωμών είναι ως οι σημειώσεις της που συμπληρωματικά αυτή επέφερε επί του Τεκμηρίου 1 προς αναγνώριση, καταλήγοντας στο έγγραφο που αυτή κατέθεσε ως κανονικό Τεκμήριο 5 υπό το Έγγραφο Ε, Όσες σημειώσεις επί του εν λόγω εγγράφου δεν ανήκουν στον ΜΕ1, έγιναν από την ΜΥ1 αφότου παρέλαβε το εν λόγω έγγραφο, με σκοπό να δείξει η ίδια ποιες πληρωμές είχε κάνει και να υπολογίσει το οφειλόμενο υπόλοιπό της προς τον Ενάγοντα. Πέραν της σημείωσής της ότι στις 4.8.2007 έγινε πληρωμή «cash» ΛΚ1000 και ότι επιπρόσθετα έγινε ισόποση πληρωμή με την ως άνω αναφερόμενη επιταγή, η ΜΥ1 σημείωσε ότι αυτή έχει καταβάλει προς όφελος των Εναγόντων το ποσό των ΛΚ926,69 ως ασφάλιστρα. Παρά το ότι δεν υπάρχει αντίστοιχη σημείωσή της επί του Τεκμηρίου 5 υπό το Έγγραφο Ε, εντούτοις, κατά την ακρόαση, η ΜΥ1 ισχυρίστηκε ότι αυτή είχε πληρώσει προς τους Ενάγοντες και το ποσό των £970, τοις μετρητοίς, στην παρουσία του αρχιτέκτονα του έργου (ήτοι του ΜΥ2), για την τοποθέτηση των βολιτζιών, και γι' αυτό είναι η θέση της ότι οι Ενάγοντες δεν δύνανται να το αξιώνουν ως μέρος του οφειλόμενου υπόλοιπου. Υποστηρίζει η ΜΥ1 ότι, από την επί τόπου καταμέτρηση που έγινε εκκρεμούσης της ακρόασης της αγωγής, ημερ. 29.12.2014, διαφάνηκε ότι τα ποσά που διεκδικούσαν οι Ενάγοντες στην αγωγή ήταν υπερβολικά και δεν ανταποκρίνονταν στην εκτελεσθείσα εργασία. Βάσει όλων των πιο πάνω ισχυρισμών γεγονότων, η ΜΥ1 εισηγήθηκε την απόρριψη της αγωγής. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΤΟΥ ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΑ (ΜΥ2) Η μαρτυρία του ΜΥ2 υπήρξε ευθυγραμμισμένη με εκείνην της ΜΥ
  23. Ο ΜΥ2 υιοθέτησε στο πλάσιο της κυρίως εξέτασής του, γραπτή δήλωση η οποία και κατατέθηκε ως Έγγραφο Η και υπό αυτής έγγραφο που τιτλοφορείται «Οικοδομή Μαρίας Πιπιγκά στον Άγ. Δομέτιο», ως το Τεκμήριο 1 υπό Έγγραφο Η. Η εκδοχή την οποία προώθησε ο ΜΥ2 στην εν λόγω γραπτή δήλωσή του, έχει ως εξής: · Όσον αφορά το ζήτημα του ΦΠΑ Ο ΜΥ2 επαγγέλλεται αρχιτέκτονας. Το 2007 αυτός μαζί με την Εναγόμενη (ΜΥ1) ζήτησαν από τους Ενάγοντες προσφορά για ξυλουργικές και συναφείς εργασίες, στα πλαίσια της ανακαίνισης και επέκτασης της οικίας της (ΜΥ1). Παραδέχθηκε ο ΜΥ2 ότι η προσφορά που οι Ενάγοντες υπέβαλαν στην ΜΥ1 ήταν για το ποσό των ΛΚ 12,594 «συν ΦΠΑ». Ωστόσο, ήταν η θέση του ΜΥ2 ότι κατά τη συζήτηση για την ανάθεση της εργασίας, συμφωνήθηκε μεταξύ των μερών, «αντί έκπτωσης», το ποσό των ΛΚ12,594 να θεωρηθεί ότι περιλαμβάνει και το ΦΠΑ. Ως η θέση του ΜΥ2, με αυτή τη συνεννόηση, η κα Πιπιγκά αποδέχτηκε την προσφορά των Εναγόντων. Στην παρα. 8 της γραπτής του δήλωσης (Έγγραφο Η), ο ΜΥ2 προχώρησε και ισχυρίστηκε ότι, προτού αυτός διενεργήσει επιτόπια εξέταση στην οικία της Εναγομένης (ΜΥ1) για να καταμετρήσει ή/και εκτιμήσει την εκτελεσθείσα εργασία των Εναγόντων, η Εναγόμενη (ΜΥ1) τον εφοδίασε με δύο διαφορετικά έντυπα κοστολογήσεως των επιπλέον εργασιών που αυτή έλαβε από τον ΜΕ1 όπου και στα δύο έγγραφα αυτός παρατήρησε ότι «δεν γίνεται επιπλέον αναφορά για τον ΦΠΑ», στοιχείο που κατά την αντίληψή του αποδεικνύει ότι θα περιλαμβανόταν ο ΦΠΑ στις τιμές των επιπλέον εργασιών, ως η συμφωνία των μερών κατά την ανάθεση της σύμβασης. · Όσον αφορά την αξία της καταμετρηθείσας ως εκτελεσθείσας εργασίας Ήταν η θέση του ΜΥ2 ότι, κατά ή περί τον Ιανουάριο του 2010, και επειδή ο ΜΕ1, ο οποίος ήταν ο μοναδικός υπεργολάβος που εκτέλεσε εργασίες στο σπίτι της Εναγόμενης (ΜΥ1), δεν είχε πάει ακόμη να λάβει το υπόλοιπο που του οφείλετο, η Εναγόμενη (ΜΥ1) ζήτησε από τον ΜΥ2 να προβεί σε επιτόπια εξέταση των εργασιών, πράγμα που αυτός έπραξε. Η πρώτη επιτόπια εξέταση κατ' εντολή της Εναγόμενης στην οικία της έγινε από τον ΜΥ2 στις 4.2.2010, ως αναφέρει ο ίδιος σε επιστολή του προς την Εναγόμενη ημερ. 26.2.2010, η οποία κατατέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου από την Εναγόμενη ως Τεκμήριο 6 υπό το Έγγραφο Ε. Ήταν η θέση του ΜΥ2 ενώπιον του Δικαστηρίου, ότι αυτός ετοίμασε, στη βάση της επιτόπιας εξέτασης, μία «προκαταρκτική». ως την αποκάλεσε, έκθεση σχετικά με τις εκτελεσθείσες εργασίες, την οποία κατέθεσε στο Δικαστήριο ως Τεκμήριο 1 υπό Έγγραφο Η. Ήταν περαιτέρω ο ισχυρισμός του ΜΥ2 ότι, μετά τη σύνταξη της εν λόγω προκαταρκτικής έκθεσης, αυτός αντιλήφθηκε ότι η έκθεση ήταν ημιτελής, καθώς δεν περιελάμβανε εκτίμηση αρκετών εκ των εκτελεσθεισών εργασιών. Για τούτο, ο ίδιος προέβηκε στη σύνταξη νέας τελικής έκθεσης, ημερομηνίας 26/2/
  24. Η αναφερόμενη ως τελική έκθεση πρόκειται ουσιαστικά για μια επιστολή ημερ. 26/2/2010 που στάληκε από τον ΜΥ2 προς την ΜΥ1 με κοινοποίηση προς τους Ενάγοντες και η οποία κατατέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου από την ΜΥ1 (βλ. το Τεκμήριο 6 υπό το Έγγραφο Ε). Στην εν λόγω επιστολή επισυνάπτονται τα Δελτία προσφοράς αρ. 1046 και 1047 και ο κατάλογος των επιπλέον εργασιών που χρεώθηκε στην Εναγόμενη, τα οποία είχαν κατατεθεί στη δίκη αρχικά από τον ΜΕ1 (βλ. τα Τεκμήρια 1Α, 1Β και 4, αντίστοιχα, υπό το Έγγραφο Α), και στα οποία ο ΜΥ2 επέφερε χειρόγραφες σημειώσεις για να δείξει τα δικά του ευρήματα κατά την καταμέτρηση της εκτελεσθείσας εργασίας συγκριτικά προς τα όσα διαλαμβάνονταν στα προαναφερόμενα έντυπα της προσφοράς και στον κατάλογο των επιπλέον εργασιών (βλ. τις σημειώσεις αυτές στα Τεκμήρια 6Α, 6Β και 6Γ υπό το Έγγραφο Ε). Τα ευρήματα του ΜΥ2, ως η έκθεση και οι σημειώσεις του ανωτέρω (Τεκμήριο 6 και 6Α έως 6Γ υπό Έγγραφο Ε) στην οποία επισυνάπτεται λεπτομερής κατάλογος με την εκτίμηση των εκτελεσθεισών εργασιών, ήταν τα εξής: o «Το σύνολο των εκτελεσθεισών εργασιών έχει υπολογιστεί σε ΛΚ13.
  25. o Από το αρχικό ποσό της προσφοράς που ήταν ΛΚ12.594 αφαιρείται ποσό ΛΚ 1.835 για εργασίες που δεν έχουν εκτελεστεί. o Από την απαίτηση για επιπλέον εργασίες (ΛΚ4.872) αφαιρείται ποσό ΛΚ 2.547 για εργασίες που δεν έγιναν ή είχαν πληρωθεί ή περιλαμβάνονται στην αρχική προσφορά.». Στη βάση των πιο πάνω ευρημάτων του κατά την επιτόπια εξέταση ημερ. 4.2.2010, ο ΜΥ2 διατύπωσε τη γνώμη (βλ. την παρα. 7 του Εγγράφου Η) ότι οι Ενάγοντες προέβηκαν σε υπερχρεώσεις και/ή ότι επέβαλε χρεώσεις για περισσότερα μέτρα, ήτοι για περισσότερη ποσότητα εργασίας, την οποία ουδέποτε εκτέλεσε, ενώ συγχρόνως δεν αφαίρεσε εργασίες που περιγράφονταν στην αρχική προσφορά και κατά την εξέλιξη του έργου δεν εκτελέστηκαν. · Βάσει της καταμέτρησης ημερ. 28.11.2014 Ήταν η θέση του ΜΥ2 ότι στις 28.11.2014 έγινε νέα επιτόπια επίσκεψη στην οικία της Εναγομένης για σκοπούς καταμέτρησης των εκτελεσθεισών εργασιών από τον ΜΥ2 στην παρουσία πλέον του Ενάγοντος, της δικηγόρου του και της δικηγόρου της Εναγόμενης, κατά την οποία φάνηκε ότι: o Η αξία των εκτελεσθεισών εργασιών που περιλαμβάνονταν στην αρχική προσφορά ήταν μικρότερη από ό,τι αρχικά (στις 4.2.2010) ο ΜΥ2 είχε καταμετρήσει. Ανήρχετο στο ποσό των ΛΚ10,731.60 μόνο. o Σε ότι αφορά τις επιπλέον εργασίες παρατηρήθηκε μικρή αύξηση (ΛΚ188.00) από αυτά που ο ΜΥ2 είχε καταμετρήσει στις 4.2.
  26. Η τελική διαφορά και στις δύο περιπτώσεις ήταν £160.
  27. Με βάση τα ευρήματα της καταμέτρησης που έγινε κατά ή περί τις 28.11.2014 και τα οποία έγιναν αποδεκτά από τον ΜΕ1, ο ΜΥ2 εισηγήθηκε συμπερασματικά ότι τα ποσά που διεκδικούσαν οι Ενάγοντες κατά την καταχώρηση της αγωγής ήταν υπερβολικά και δεν ανταποκρίνονταν στην εκτελεσθείσα εργασία. Ήταν η γνώμη του ΜΥ2 ότι οι Ενάγοντες χρέωναν κατά το δοκούν, με σκοπό να κερδίσουν όσα πιο πολλά χρήματα ήταν δυνατόν. Ειδικότερα, ο ΜΥ2 ισχυρίστηκε ότι꞉ o Η συνολική χρέωση ΛΚ 450 όσον αφορά τις εξώθυρες και τις μεσόθυρες για τις οποίες υπήρξε αλλαγή σχεδίου, εφόσον συμπεριλαμβάνονταν στην αρχική προσφορά, δεν θα έπρεπε να χρεωθούν ως επιπλέον εργασίες. o Τα βολίτζια (ΛΚ970) πληρώθηκαν και δεν θα έπρεπε να φαίνονται ως απλήρωτα. o Η βιτρίνα στο χωλ (ΛΚ100) ουδέποτε ζητήθηκε, ουδέποτε έγινε και άρα κακώς χρεώθηκε. o Η χρέωση του ποσού των ΛΚ367 για αντικατάσταση των ερμαριών της κουζίνας που καταστράφηκαν, δεν πρέπει να βαρύνει την Εναγόμενη αφού τα εν λόγω ερμαράκια δεν είχαν αποπερατωθεί και ουδέποτε είχαν παραληφθεί από αυτήν. Είναι η θέση του ΜΥ2 ότι υπό την ιδιότητα του ως αρχιτέκτονας γνωρίζει ότι ο ιδιοκτήτης του έργου οφείλει να πληρώσει μόνο εργασίες που έχουν αποπερατωθεί, έχουν ελεγχθεί από τον αρχιτέκτονα, έχει πιστοποιηθεί η καταλληλότητα τους και έχουν παραληφθεί από τον αρχιτέκτονα, ο οποίος και διατάσσει ακολούθως την πληρωμή τους. Στην παρούσα υπόθεση δεν είχε εκδοθεί από τον ΜΥ2 τέτοιο διατακτικό για τα καταστραφέντα ερμάρια. · Αναφορικά με τις γενόμενες πληρωμές Ο ΜΥ2 έδωσε μαρτυρία ακόμη και όσον αφορά το ποιες πληρωμές έκανε η Εναγόμενη (ΜΥ1) προς τους Ενάγοντες. Συγκεκριμένα, δήλωσε ότι εξ όσων ο ίδιος γνωρίζει, η Εναγόμενη πλήρωσε όλα τα ποσά ως αυτή ισχυρίστηκε, περιλαμβανομένης της πληρωμής στις 04/08/07 ποσού £1,000 σε μετρητά και της πληρωμής στις 14/08/07 ποσού £1,000 σε επιταγή υπ' αριθμό
  28. Ήταν η θέση του ΜΥ2 ότι οι πληρωμές γίνονταν αφότου αυτός έλεγχε τις διάφορες εκτελεσθείσες εργασίες και έδινε εντολή για να πληρωθούν τα ανάλογα ποσά κατά διαστήματα. Όσον αφορά την καταβολή από την Εναγόμενη £970 προς εξόφληση των βολιτζιών, ήταν η θέση του ΜΥ2 ότι η πληρωμή αυτή έγινε αφότου έγινε η παραλαβή της εργασίας σε σχέση με τα τα βολίτζια με την παρατήρηση να τοποθετηθούν πάσες για να καλυφθεί κακοτεχνία που εντόπισε ο ΜΥ
  29. Συνολικά, ο ΜΥ2 έδωσε μαρτυρία ότι η ΜΥ1 πλήρωσε στους Ενάγοντες το ποσό των £11,
  30. Ήταν, τέλος, η θέση του ΜΥ2 ότι ουδέποτε εκδόθηκε από τους Ενάγοντες στην παρουσία του ΜΥ2 οποιοδήποτε τιμολόγιο ή απόδειξη για τα ποσά τα οποία έλαβαν από την Εναγόμενη (ΜΥ1). Ε. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ ΚΑΙ ΕΥΡΗΜΑΤΑ Σκοπός της αξιολόγησης της μαρτυρίας είναι να μπορέσει το Δικαστήριο να προβεί σε διαπιστώσεις αναφορικά με τα πραγματικά γεγονότα και, στη βάση των δικών του ευρημάτων ως προς τα γεγονότα, να εξετάσει στη συνέχεια κατά πόσον ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης, το έχει αποσείσει στον βαθμό που απαιτείται. Ωστόσο, η αξιοπιστία εκτιμάται αυτοτελώς και ανεξαρτήτως επιπέδου απόδειξης (Barry Wynne v. David Costakis Mavronicola κ.α.

(2009)1(β) Α.Α.Δ. 1138, Αθανασίου κ.α. ν Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. 614).). Για το θέμα της αξιοπιστίας της μαρτυρίας απολύτως σχετική είναι η εκτεταμένη ανάπτυξη του θέματος στο βιβλίο των Σάντη - Ηλιάδη, Δίκαιο της Απόδειξης, Hippasus, 2014, Κεφάλαιο 3, IB. Η θετική εντύπωση που αφήνει στο Δικαστήριο ο μάρτυς που καταθέτει αποτελεί σε γενικές γραμμές στοιχείο εξαιρετικής σπουδαιότητας για την κρίση της αξιοπιστίας του. Η αξιοπιστία αποτελεί έννοια πολυσήμαντη. Η εμφάνιση και συμπεριφορά του μάρτυρα ενόσω καταθέτει, η μνήμη του, οι αντιδράσεις του (κατά πόσο δηλαδή είναι φυσικές ή αφύσικες), ο τρόπος που απαντά, η νευρικότητα ή η επιφυλακτικότητα του και η ιδιοσυγκρασία που εκδηλώνει, είναι μεταξύ των στοιχείων που λαμβάνονται υπόψη κατά την αξιολόγηση (Κεντρική Ασφαλιστική Εταιρεία Λτδ ν Ηροδότου, Π.Ε. 332/09, ημερ. 10.6.13, Re N-BCM
(2002)EWCA Civ. 1052, C & A Pelekanos Associates Limited ν Πελεκάνου
(1999)1(B) ΑΑΔ 1273). Η συμπεριφορά μάρτυρα κατά την αντεξέταση δεν φαίνεται να έχει μεγαλύτερη σημασία από ό,τι έχει κατά την κυρίως εξέταση και επανεξέταση (Attorney-General for the Sovereign Base Areas of Akrotiri and Dhekelia ν Steinhoff
(2005)UKPC 31). Ασφαλώς, κρίση του δικαστηρίου επί της αξιοπιστίας δεν δύναται να έχει ως μόνο οδηγό την εξωτερική εντύπωση που προκαλεί ο μάρτυρας (βλ. Γεώργιος & Σπύρος Τσαππή Λτδ v. Πολυβίου
(2009)1 Α.Α.Δ. 339). Αποτιμάται η συνολική παρουσία καθενός μάρτυρα στη βάση των εγγενών της μαρτυρίας του χαρακτηριστικών (πηγή γνώσεως, ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος και προκατάληψη) - Phipson on Evidence, 14th edition, σελίδα 251). Το περιεχόμενο της μαρτυρίας του μάρτυρα υποβάλλεται στη βάσανο της λογικής με γνώμονα και την ανθρώπινη εμπειρία ως προς την αναμενόμενη φυσιολογική εξέλιξη των πραγμάτων της ζωής. Πέραν τούτου, η αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν περιορίζεται αποκλειστικώς στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας κάθε μάρτυρα ξεχωριστά (Rana και Άλλου ν Δημοκρατίας
(2004)2 ΑΑΔ 489), αλλά αντιπαραβάλλεται και διερευνάται στο σύνολο της μαρτυρίας που παρουσιάζεται και από τις δύο πλευρές (Φώτσιου ν Ηροδότου
(2010)1(B) ΑΑΔ 1172). Τα ευρήματα αξιοπιστίας είναι αλληλένδετα με τη συνολική εκτίμηση της μαρτυρίας και των προεκτάσεων της και συναρτώνται με την αντικειμενική όψη των πραγμάτων (Βασιλείου ν Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 159/09, ημ. 4.5.12). Αυτή η προσέγγιση επαυξάνει το κύρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου και την πίστη του κοινού στη δικαστική διαδικασία (Στυλιανίδης ν Χατζηπιέρα
(1992)1(B) ΑΑΔ 1056). Εξαιρετικής σημασίας είναι ο κανόνας ότι μια υπόθεση πρέπει να εκδικάζεται στα αυστηρά πλαίσια των δικογράφων (Cheeseline Ltd v Ανθούλης Θωμά & Υιοί Λτδ, ECLI:CY:AD:2014:A319, Πολιτική Έφεση 45/2009, ημερομηνίας 14.5.2014). Όπως, περαιτέρω, λέχθηκε στην υπόθεση Χριστοδούλου ν. Χρ. Μαρνέρος και Σία Λτδ
(1997)1 Α.Α.Δ. 718 στη σελ. 721 λέχθηκε ότι: «Τα δικόγραφα είναι ουσιώδη στον καθορισμό των επιδίκων θεμάτων και στον καθορισμό της βάσης επί της οποίας θα προχωρήσει η ακρόαση της υπόθεσης. Η σημασία τους τονίστηκε στην υπόθεση Christakis Loucaides v. C. D. Hay and Sons Ltd
(1971)1 C.LR. 134. Τα δικόγραφα δεν έχουν σκοπό μόνο τη διαφύλαξη της κανονικής διαδικασίας. Σκοπό έχουν να μην καταλαμβάνονται εξ απρόοπτου οι διάδικοι στους οποίους θα πρέπει να παρέχεται η δέουσα ευκαιρία να ετοιμάσουν την υπόθεση τους για ακρόαση. Εκτός αν τα επίδικα θέματα καθοριστούν δεόντως η ακρόαση παραμένει χωρίς οριοθέτηση και οι σκοποί της δικαιοσύνης μπορεί να παρακωλυθούν λόγω της αβεβαιότητας (G.I.P. Constructions Ltd v. Panayiota Neophvtou and Οthers
(1983)1 C.LR. 669, 680). Τα δικόγραφα πρέπει να περιέχουν όλες τις αναγκαίες λεπτομέρειες ώστε η άλλη πλευρά να μπορεί να σχηματίζει σαφή και πλήρη εικόνα για τη φύση και την έκταση της υπόθεσης που πρόκειται να αντιμετωπίσει στην ακρόαση και να μη βρίσκεται προ εκπλήξεως ή να καταλαμβάνεται εξ απήνης.». Περαιτέρω, στην Γιώργου Παπαγεωργίου ν Λούης Κλάππας (Investments Services Ltd)
(1991)1 Α.Α.Δ 24 σημειώθηκαν τα εξής꞉ «Οι αρχές του δικονομικού δικαίου περιορίζουν τα επίδικα θέματα σε εκείνα τα οποία προσδιορίζονται από τη δικογραφία· δηλαδή την απαίτηση, την υπεράσπιση και την απάντηση όπου υπάρχει. Ο επακριβής προσδιορισμός των επίδικων θεμάτων συναρτάται άμεσα με το αντιπαραθετικό σύστημα δίκης που ισχύει στο δικαιϊκό μας σύστημα και απόρροια της φυσικής δικαιοσύνης που επιβάλλει τη διασφάλιση του δικαιώματος διαδίκου για ουσιαστική ευκαιρία απάντησης στις θέσεις και ισχυρισμούς του αντιδίκου του. Η δίκη δρομολογείται, όπως επιγραμματικά ανάφερε ο τότε Πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου κ. Βασιλειάδης στην υπόθεση Homeros Th. Courtis and Others v. Panos K. Iasonides
(1970)1 C.L.R. 180, (βλέπε επίσης Christakis Loucaides v. C.D. Hay and Sons Ltd
(1971)1 C.L.R. 134) κατά μήκος των γραμμών που οριοθετεί η δικογραφία και η δίκη διατρέχει την ίδια πορεία όπως και το τραίνο κατά μήκος των προκαθορισμένων γραμμών της διαδρομής. [...] Ο δικηγόρος του εφεσείοντα παραδέχθηκε ότι ο λόγος που προβλήθηκε προς υποστήριξη της έφεσης δεν είχε εγερθεί ρητά με την υπεράσπιση. Εισηγήθηκε όμως, ότι είχε εγερθεί έμμεσα με τη γενική άρνηση της απαίτησης των εναγόντων και των ισχυρισμών που διατυπώθηκαν στην απαίτηση προς υποστήριξή της· όπως επίσης και με την αναφορά, που έγινε, ομολογουμένως συμπτωματική, κατά τη διάρκεια της δίκης. Δε συμφωνούμε. Η γενική άρνηση των ισχυρισμών που προσδιορίζουν την απαίτηση δεν εξυπακούει και την προβολή άλλων θετικών γεγονότων, τα οποία είτε την αποδυναμώνουν ή την καθιστούν ανεδαφική.». Για τον ίδιο λόγο η αξιολόγηση της μαρτυρίας γίνεται με κριτήριο τη συνοχή της εν σχέση προς τη δικογραφηθείσα εκδοχή της κάθε πλευράς. Όπως λέχθηκε στην Χρίστου ν. Ηροδότου κ.α.
(2008)1 Α.Α.Δ. 676: «Δεν διαπιστώνεται όμως καμία ουσιώδης παρέκκλιση μεταξύ δικογραφίας και μαρτυρίας, που είναι βέβαια επιτρεπτό από το Δικαστήριο να εντοπίζεται ως στοιχείο για την τυχόν αξιοπιστία του διαδίκου (δέστε Σοφοκλέους ν. Τσεσμέλογλου
(2006)1 Α.Α.Δ. 1153, 1158-59)». Έχοντας κατά νου τις ανωτέρω αρχές, αξιολογώ τη δοθείσα μαρτυρία ως ακολούθως: Η μαρτυρία του ΜΕ1 μου έκανε θετική εντύπωση. Προσήλθε έτοιμος να παρουσιάσει όσα στοιχεία είχε στην κατοχή του προς απόδειξη της εκδοχής των Εναγόντων. Ήταν έτοιμος να αναλύσει σε λεπτομέρεια τόσο το περιεχόμενο της προσφοράς όσο και όσων άλλων σημειώσεων διατηρούσε στην κατοχή του. Αντεξετάστηκε σε λεπτομέρεια και δεν διέκρινα να υπέπεσε σε οποιεσδήποτε αντιφάσεις. Συνέχισε να παρουσιάζει συνοχή η μαρτυρία του. Παρέμενε καθ' ολο το στάδιο ψύχραιμος και έτοιμος να διευκρινίσει ότι του ζητήθηκε, δίνοντας πειστικές απαντήσεις. Περαιτέρω, δεν διαπίστωσα να υπάρχει οποιαδήποτε απόκλιση της μαρτυρίας του ΜΕ1 από τη δικογραφημένη εκδοχή των Εναγόντων ούτε σύγκρουση της προφορικής μαρτυρίας του με το περιεχόμενο της έγγραφης μαρτυρίας που αυτός παρουσίασε. Αποδέχομαι τη μαρτυρία του ΜΕ1 ως αξιόπιστη. Απεναντίας, η μαρτυρία της Εναγόμενης (ΜΥ1) σε ουσιώδη σημεία της κινήθηκε έξω από τη δικογραφηθείσα εκδοχή της Υπεράσπισης η οποία νομολογιακά αποτελεί τις ράγες του τρένου. Επιχείρησε να αρνηθεί την δικογραφηθείσα εκδοχή των Εναγόντων σε σημεία που υπήρχε ρητή αποδοχή θετικού ισχυρισμού γεγονότος στην Έκθεση Υπεράσπισής της (βλ. το θέμα του ΦΠΑ, πιο κάτω) ή, αντίστροφα, να εισάξει νέους θετικούς ισχυρισμούς γεγονότων (βλ. ισχυρισμούς για κακοτεχνίες στην παρα. 11 της γραπτής της δήλωσης η οποία διαγράφηκε ως εκτός πλαισίου δικογράφων και τους ισχυρισμούς που ήγειρε κατά την ακρόαση περί συμφωνίας για ασφάλιση των Εναγόντων και καταβολής των ασφαλίστρων από την ΜΥ1 έναντι του επίδικου λογαριασμού) την ίδια ώρα που η Έκθεση Υπεράσπισής της ήταν σιωπηρή επ' αυτών. Τούτο αναπόφευκτα επιδρά στον έλεγχο της αξιοπιστίας της, μειώνοντάς δραστικά την αξία της, δεδομένης της νομολογίας όπως την εξέθεσα ανωτέρω. Όσον αφορά τη μαρτυρία του ΜΥ2, παρατηρώ κατ' αρχάς ότι αυτός εμφανίστηκε τόσο ως μάρτυρας γεγονότων (π.χ. για τις συνθήκες και τους όρους σύναψης της σύμβασης, καθώς και για τις γενόμενες πληρωμές) όσο και ως εμπειρογνώμονας - εκτιμητής της αξίας της εκτελεσθείσας συμφωνίας. Έχει νομολογιακά διευκρινισθεί ότι είναι κοινά τα κριτήρια στη βάση των οποίων ελέγχεται η αξιοπιστία του ως μάρτυρα και για τις δύο ιδιότητές του. Στην προκειμένη περίπτωση ο ΜΥ2 δεν μου άφησε θετική εντύπωση ως μάρτυρας γεγονότων. Επισημαίνω συναφώς ότι, κατά την αντεξέτασή του έπαυσε να εκπέμπει βεβαιότητα για όσα δήλωσε κατά την κυρίως εξέτασή του. Αναίρεσε ή/και έθεσε υπό επιφύλαξη την αρχικά δοθείσα από αυτόν μαρτυρία ότι είχε προσωπική γνώση για τις πληρωμές που έκανε η Εναγόμενη (ΜΥ1) προς τους Ενάγοντες, η οποία αποτελούσε ουσιώδες τμήμα της μαρτυρίας του. Ομοίως προς την Εναγόμενη, ο ΜΥ2 προσήλθε και επιχείρησε να εισάξει μαρτυρία για πτυχές που δεν είχαν δικογραφηθεί στην Έκθεση Υπεράσπισης της Εναγόμενης είτε ως άρνηση της εκδοχής των Εναγόντων (π.χ για το ζήτημα του ΦΠΑ) είτε ως θετικός ισχυρισμός (π.χ. για το ότι υπήρξαν κακοτεχνίες). Ειδικότερα, ενώ κατά την κυρίως εξέτασή του ο ΜΥ2 δήλωσε ότι, ως υπεύθυνος επιβλέπων μηχανικός για το έργο της ανακαίνισης και επέκτασης της οικίας της Εναγομένης, είχε ανάμεσα στα καθήκοντα του την επίβλεψη των εργασιών, την έκδοση πιστοποιητικού πληρωμής και την τελική παραλαβή του έργου, εντούτοις κατά την αντεξέτασή του αυτός παραδέχθηκε ότι δεν έκαμε καμιά συμφωνία ως επιβλέπων μηχανικός με τους Ενάγοντες, ότι δεν εξέδωσε κανένα διατακτικό πληρωμής εγγράφως, παρά μόνο ισχυρίστηκε ότι έδιδε προφορικώς οδηγίες πληρωμής και, τέλος, υπαναχώρησε λέγοντας ότι δεν έγιναν όλες οι πληρωμές στην παρουσία του παρά μόνον μερικές. Το σπουδαιότερο είναι ότι ο ΜΥ2 δεν έδωσε μαρτυρία σε ό,τι ειδικότερα αφορά την επίμαχη πληρωμή, ήτοι εκείνην που η Εναγόμενη ισχυρίζεται ότι έγινε στις 4.8.2007 σε μετρητά. Δεν δήλωσε αν ήταν αυτόπτης μάρτυρας της εν λόγω πληρωμής ούτε περιέγραψε οποιεσδήποτε συνθήκες υπό τις οποίες έγινε η ισχυριζόμενη πληρωμή. Δεν κράτησε ο ίδιος οποιεσδήποτε δικές του σημειώσεις, τις οποίες να είναι σε θέση να παρουσιάσει στη δίκη, για να δείξει πότε και ποια ποσά πληρώθηκαν από την Εναγόμενη, παρά μόνο μετέφερε στο Δικαστήριο την πληροφόρηση που έλαβε από την ίδια ως εξ ακοής μαρτυρία. Κρίνω ότι η μαρτυρία του ΜΥ2 δεν αποτελεί καλή ή/και ασφαλή βάση για να εξάξει το Δικαστήριο οποιαδήποτε ευρήματα ως προς τα γεγονότα της πληρωμής. Δεν μου διαφεύγει ότι ο ΜΥ2 προέβηκε ουσιαστικά σε παραδοχή ότι τον Ιανουάριο του 2010 εξακολουθούσε να υφίσταται οφειλόμενο υπόλοιπο από την Εναγόμενη προς τους Ενάγοντες, ότι δηλαδή δεν είχαν μέχρι τότε εξοφληθεί όλες οι εκτελεσθείσες από τους Ενάγοντες εργασίες και γι' αυτό έλαβε οδηγίες από την ΜΥ1 να προβεί σε επιτόπια καταμέτρηση και εκτίμηση αυτών. Εφόσον ουδέν ποσό πληρώθηκε από την Εναγόμενη μεταξύ Ιανουαρίου 2010 και της ημερομηνίας έγερσης της αγωγής ή/και της καταχώρησης της Έκθεσης Υπεράσπισης, έπεται ότι ο ισχυρισμός που δικογραφήθηκε στην παρα. 3 της Έκθεση Υπεράσπισης περί εξόφλησης των εργασιών είναι προδήλως αβάσιμος. Πάντως, το γεγονός ότι ο ΜΥ2 ήταν ο μόνος εμπειρογνώμονας για καταμέτρηση της εκτελεσθείσας εργασίας που προσήλθε ενώπιον του Δικαστηρίου δεν καθιστά δεσμευτική για το Δικαστήριο τη γνώμη του. Σχετικό το ακόλουθο απόσπασμα από την Πελεκάνος Γιαννάκης, ως Διαχειριστής της περιουσίας του Χριστόφορου Πελεκάνου κ.α. ν Ανδρέα Πελεκάνου κ.α.
(2010)1 ΑΑΔ 1746: «Όμως, όπως ορθά έχει παρατηρήσει και το πρωτόδικο Δικαστήριο στην απόφασή του, δεν υπάρχει καμιά αναγνωρισμένη αρχή σύμφωνα με την οποία, επειδή σε μια υπόθεση δεν υπάρχει αντίθετη μαρτυρία, το Δικαστήριο οφείλει χωρίς άλλο να αποδεχθεί τη θέση που έχει προσφέρει ο ένας και μοναδικός εμπειρογνώμονας. Και αν ακόμα υπήρχε διαφορετική άποψη και μαρτυρία, το Δικαστήριο θα μπορούσε να προτιμήσει τη μια ή να αγνοήσει και τις δύο και να προβεί στη δική του ανάλυση. (Παπαχριστοφόρου v. Δημοκρατίας
(2000)1 Α.Α.Δ. 488). Στην απόφαση του Εφετείου στην υπόθεση Πιττάλης κ.ά. v. Ianera Enterprises Ltd κ.ά.
(1997)1(Β) Α.Α.Δ. 814, το πρωτόδικο Δικαστήριο είχε απορρίψει τη μαρτυρία πραγματογνώμονα ως προς το ύψος της απαιτούμενης δαπάνης για συμπλήρωση οικοδομής, επειδή η μαρτυρία του πραγματογνώμονα ήταν γενική και αόριστη, παρόλον ότι η μαρτυρία του παρέμεινε αναντίλεκτη και ο μάρτυρας δεν αντεξετάστηκε στα ουσιώδη σημεία της μαρτυρίας του. Το Εφετείο επικύρωσε την απόφαση επί του θέματος τούτου, τονίζοντας ότι η αιτιολόγηση της μαρτυρίας εμπειρογνώμονα δεν διαφέρει από την αντιμετώπιση άλλων μαρτύρων και το Δικαστήριο μπορεί να δεχθεί μόνο μέρος της μαρτυρίας του ή και καθόλου. Όπως επιβεβαιώθηκε από το Εφετείο και στην απόφασή του στην υπόθεση Αυγουστή κ.ά. v. Ιωάννου
(2005)1(Β) Α.Α.Δ. 1498, η γνώμη του πραγματογνώμονα θα πρέπει να αιτιολογείται και να τεκμηριώνεται με απόλυτη επάρκεια και πειστικότητα. Διαφορετικά το Δικαστήριο δεν μπορεί να αποδεχτεί και να στηριχτεί στη μαρτυρία του, έστω και αν είναι ο μόνος πραγματογνώμονας που κατάθεσε στο Δικαστήριο. Στην ίδια την υπόθεση Αυγουστή v. Ιωάννου, η μαρτυρία του μόνου πραγματογνώμονα για οικοδομικές εργασίες, ενός αρχιτέκτονα, κρίθηκε πρωτόδικα ως ανεπαρκής. Η μαρτυρία του ως προς διάφορες παραμέτρους αμφισβητήθηκε από την άλλη πλευρά σε ζωτικά της σημεία και σύμφωνα με το πρωτόδικο Δικαστήριο, ο μάρτυρας δεν κατάφερε να αντικρούσει τις αμφισβητήσεις κατά τρόπο τεκμηριωμένο. Ενόψει της παρατηρηθείσας ανεπάρκειας, το Δικαστήριο έκρινε ότι ήταν αδύνατο, στηριζόμενο στη μαρτυρία εκείνου του πραγματογνώμονα, να εξήγαγε ασφαλή συμπεράσματα, οπότε και απέρριψε τη μαρτυρία του και την Απαίτηση. Το Εφετείο επικύρωσε αυτή την προσέγγιση και την πρωτόδικη απόφαση.». Μόνον ότι δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός με κοινή δήλωση των μερών, ως προς την αξία της εκτελεσθείσας εργασίας δυνάμει της αρχικής προσφοράς, είναι δεσμευτικό για το Δικαστήριο και αποτελεί εύρημά του ότι εκτελέσθηκε τόση εργασία (εν προκειμένω ΛΚ10.731,60 μη περιλαμβανόμενου του ΦΠΑ στο ποσό αυτό). Όσον αφορά την περιορισθείσα, με μονομερή δήλωση της συνηγόρου των Εναγόντων, αξίωση για τις επιπλέον εργασίες, αυτή διευκρινίζω ότι δεν είναι δεσμευτική για το Δικαστήριο και δεν οδηγεί σε εύρημα ότι πράγματι εκτελέστηκαν ή ότι πράγματι δικαιούνται οι Ενάγοντες να αξιώσουν να την πληρωθούν ως επιπλέον εργασία, εκτός και αν αποδείξουν ότι είναι πράγματι εκτελεσθείσα ή/και ότι ανταποκρίνεται σε συμφωνηθείσα ή σε εύλογη αμοιβή. Είναι σ' αυτό το σκέλος που υπεισέρχεται η χρησιμότητα της ύπαρξης μαρτυρίας από τον επιβλέποντα αρχιτέκτονα (ΜΥ2), νοουμένου ότι η μαρτυρία του κριθεί αξιόπιστη. Σημειωτέον ότι η προκαταρκτική έκθεση του ΜΥ1 ως το Τεκμήριο 1 υπό Έγγραφο Η δεν είναι χρονολογημένη, ήτοι δεν φέρει την ημερομηνία σύνταξής της, και συνεπώς δεν μπορεί να ελεγχθεί δικαστικώς πότε πραγματικά συντάχθηκε. Επισημαίνω ότι η μη χρονολόγηση της προκαταρκτικής έκθεσης τέθηκε στο επίκεντρο του ελέγχου της αξιοπιστίας του ΜΥ2 διότι κατατέθηκε ως Έγγραφο Ζ η επιστολή, ημερ. 10.3.2010, που απέστειλε η κόρη της Εναγομένης, υπό την ιδιότητα ως δικηγόρου της Εναγομένης, ζητώντας από τη συνήγορο των Εναγόντων να την εφοδιάσει με ανάλυση των εργασιών που έγιναν από τους Ενάγοντες και με ανάλυση των πληρωμών που είχαν γίνει μέχρι τότε. Ήταν η θέση της συνηγόρου των Εναγόντων ότι δεν μπορεί να γίνει πιστευτό - · ότι ο ΜΥ2 ετοίμασε από τις 4.2.2010 την προκαταρκτική έκθεση βάσει επιτόπιας καταμέτρησης, ως διατείνεται στη δική του γραπτή δήλωση, ή/και · ότι ο ΜΥ2 τελειοποίησε την έκθεσή του στις 26.2.2010 έχοντας ήδη στην κατοχή του δύο διαφορετικά έντυπα για τις επιπλέον εργασίες που του δόθηκαν από την Εναγόμενη (που ως διευκρίνισε κατά την αντεξέτασή του ήταν τα έγγραφα ως το Τεκμήριο 4 υπό το Έγγραφο Α και το Έγγραφο Δ), · ενώ την ίδια ώρα η Εναγόμενη εμφανίζεται στην επιστολή ημερ. 10.3.2010 ως το Έγγραφο Ζ να ζητά ανάλυση εργασιών και πληρωμών από τους Ενάγοντες και τα οποία αυτή λογικά προμηθεύτηκε από τους Ενάγοντες λογικά μετά την αποστολή της επιστολής ημερ. 10.3.
  1. Ήταν εύλογη συνεπώς η θέση των Εναγόντων ότι η έκθεση του αρχιτέκτονα πρέπει να ετοιμάστηκε πολύ μεταγενέστερα και αφού προηγουμένως η Ενάγουσα ζήτησε τα στοιχεία με την επιστολή ημερ. 10.3.
  2. Παρέμεινε όντως ένα ερωτηματικό για την αξιοπιστία των δηλώσεων του ΜΥ2 υπό το φως των ως άνω στοιχείων. Δεν έδωσε καμία εξήγηση εξάλλου ο ΜΥ2 γιατί δεν κάλεσε και τον ΜΕ1 στην επιτόπια επίσκεψη που ισχυρίζεται ότι έκανε στις 4.2.2010, ώστε να υπάρχει εκπρόσωπος των Εναγόντων. Φάνηκε ότι ο ΜΥ2 επιχείρησε να περισώσει την αξιοπιστία του στηριζόμενος στο ότι κατά την νεώτερη επιτόπια επίσκεψη που έγινε στην παρουσία του ΜΕ1, ο τελευταίος δέχθηκε να μειώσει ορισμένα ποσά από τις διεκδικήσεις των Εναγόντων. Τούτες όμως οι μειώσεις που έγιναν άφησαν ανέπαφα τα σημεία της αντιδικίας στην παρούσα αγωγή, τα οποία αναλύω πιο κάτω, και συνεπώς δεν αναιρούν την ανάγκη ελέγχου της αξιοπιστίας του ΜΥ2 υπό το φως του συνόλου της δοθείσας μαρτυρίας. Σε αυτή τη βάση, ως προανέφερα, δεν ικανοποιήθηκα για την αξιοπιστία του. Προχωρώ σε σχολαστικότερη αξιολόγηση της μαρτυρίας ως προς τα επίδικα θέματα πιο κάτω꞉
  3. Αναφορικά με την ισχυριζόμενη αλλοίωση της προσφοράς Είμαι ικανοποιημένη ότι δεν υφίσταται ζήτημα «αλλοίωσης» της αρχικής προσφοράς των Εναγόντων από τον ΜΕ1, όπως ισχυρίστηκε η Εναγόμενη. Ο ΜΕ1 έδωσε ικανοποιητικές εξηγήσεις για τη διαγραφή στο δικό του διπλότυπο της προσφοράς, ως το Τεκμήριο 1Β υπό το Έγγραφο Α, του ποσού των ΛΚ
  4. Συγκεκριμένα, εξήγησε αντεξεταζόμενος ο ΜΕ1, ότι η προσφορά περιλάμβανε αρχικά ένα ερμάρι (βλ. επί του Δελτίου Προσφοράς αρ. 1046 Τεκμήριο 1Α υπό το Έγγραφο Α) το οποίο περιγράφεται ως «Ερμάρια ημικετταπές πάγκου - σημείο Ε2 - 6,40 τμ. @ ΛΚ140 /τ.μ = ΛΚ896 λίρεσς, πλέον ΦΠΑ. Μετά τη συμφωνία επί της προσφοράς, η Εναγόμενη ειδοποίησε τον ΜΕ1 ότι δεν θα χρειαζόταν να κάνει το ερμάρι αυτό. Για το λόγο αυτό, ο ΜΕ1 το αφαίρεσε από το δικό του διπλότυπο του Δελτίου αρ. 1047 (βλ. το Τεκμήριο 1Β υπό το Έγγραφο Α) στο οποίο εκ μεταφοράς λαμβανόταν υπόψη η χρέωση του εν λόγω ερμαριού, ώστε να καταλήξει στο ποσό που δικαιούτο να εισπράξει μετά την αφαίρεση της συγκεκριμένης εργασίας. Δεν ενημέρωσε ο ΜΕ1 την Εναγόμενη για την αφαίρεση αυτή ούτε της εξέδωσε άλλο έντυπο προσφοράς, αφού ήταν κατόπιν δικών της οδηγιών που θα το αφαιρούσε. Δεν έχω ακούσει να ισχυρίζεται η Εναγόμενη ή ο ΜΥ2 ότι έγινε εκείνο το ερμάρι, ώστε να μπορούσε να εξαχθεί συμπέρασμα ότι ψευδώς ο ΜΕ1 ισχυρίστηκε ότι του δόθηκαν οδηγίες να το αφαιρέσει. Απεναντίας, κατά την αντεξέτασή της η Εναγόμενη παραδέχθηκε ότι στην πορεία των εργασιών, μετά την παρέλευση κάποιων μηνών από την αποδοχή της προσφοράς των Εναγόντων, αυτή είπε στον ΜΕ1 ότι δεν ήθελε το συγκεκριμένο ερμάρι. Ούτε έχω ακούσει να ισχυρίζεται είτε η Εναγόμενη είτε ο ΜΥ2 ότι χρεώθηκε τελικώς η Εναγόμενη με την αξία του εν λόγω ερμαριού, ώστε να μπορούσε να εξαχθεί συμπέρασμα ότι ο ΜΕ1 ψευδώς ισχυρίζεται ότι το διέγραψε. Απορρίπτεται ως ανεδαφικός ο συγκεκριμένος ισχυρισμός.
  5. Αναφορικά με το ζήτημα του ΦΠΑ Όσον αφορά το ζήτημα του ΦΠΑ, επισημαίνω ότι ο ΜΕ1 έδωσε πειστικές απαντήσεις κατά την αντεξέτασή του. Ειδικότερα, όταν η συνήγορος της Εναγόμενης του υπέβαλε τη θέση ότι ο λόγος που δεν αναγράφεται ούτε το ποσοστό ούτε το ποσό του ΦΠΑ στο έντυπο της προσφοράς, οφείλεται στο γεγονός ότι περιλαμβάνεται στις τιμές που αναγράφονται πιο πάνω στο ίδιο έντυπο, και τούτο βάσει προφορικής συμφωνίας που είχε ο ΜΕ1 με την Εναγόμενη, στην παρουσία μάλιστα και του αρχιτέκτονα που επέβλεπε το έργο, ο ΜΕ1 διαφώνησε με την εκδοχή αυτή. Αρνήθηκε ότι είχαν κάνει οποτεδήποτε τέτοια συμφωνία και επέμεινε ότι εάν είχε κάνει τέτοια συμφωνία, δεν θα έγραφε στο έντυπο προσφοράς την παράγραφο ότι στις τιμές δεν περιλαμβάνεται ο ΦΠΑ.. Εξήγησε περαιτέρω ο ΜΕ1 ότι «στις προσφορές που δίνουμε, όταν θα συμπεριλάβουμε το ΦΠΑ, γράφουμε ότι συμπεριλαμβάνεται ο Φ.Π.Α.. Όταν δεν θα περιλάβουμε το ΦΠΑ, το ξεκαθαρίζουμε ότι δεν περιλαμβάνει το ΦΠΑ η προσφορά.». Πρόσθεσε ο ΜΕ1 τα εξής: «Εκτός τούτου, ο ΦΠΑ δεν είναι δικά μου λεφτά, τα οποία μπορώ να χαρίσω, σε μια προσφορά. Τα λεφτά αυτά ανήκουν στο Kράτος.». Ευθύς μετά από αυτήν την τοποθέτηση του ΜΕ1, η συνήγορος της Εναγόμενης διευκρίνισε τη θέση της Υπεράσπισης προς το Δικαστήριο ως εξής: «Εντιμοτάτη, για να ξεκαθαρίσει η θέση μας, η θέση μας δεν είναι ότι τα λεφτά αυτά του ΦΠΑ χαρίστηκαν, αλλά ότι ο ΦΠΑ συμπεριλαμβανόταν στην τιμή που δόθηκε για κάθε εκτελεσθείσα προσφορά.». Επανεξετασθείς για το ζήτημα του ΦΠΑ, ο ΜΕ1 δήλωσε ότι το πιο απλό που θα έκανε ο ίδιος εάν είχε συμφωνήσει να θεωρηθεί ότι ο ΦΠΑ συμπεριλαμβανόταν στις τιμές, ήταν να έσβηνε το «δεν» στη σχετική σημείωση, για να διαβάζεται ότι «Στην πιο πάνω προσφορά περιλαμβάνεται ο ΦΠΑ.». Εξήγησε επίσης ότι ο λόγος που έδωσε προσφορά στην οποία να μην συμπεριλαμβάνεται ο ΦΠΑ ήταν επειδή ο συντελεστής του ΦΠΑ μεταβάλλεται. Σήμερα είναι 19%. Πριν ήταν 18%. Όταν οι Ενάγοντες έκαμαν τη δουλειά της Εναγόμενης ήταν 15%. Πιο παλιά, 10% και ακόμη πιο πριν 8%. Ο ΦΠΑ υπολογίζεται όταν τελειώσει η εργασία βάσει του ισχύοντος εκείνη τη στιγμή συντελεστή. Από την άλλη, ερωτηθείσα η Εναγόμενη κατά την αντεξέτασή της να πει, μέσα από την πολύχρονη πείρα της ως ασφαλίστριας στο επάγγελμα και τη σύναψη στο πλαίσιο των καθηκόντων της πολλών γραπτών συμφωνιών, αν θα έπρεπε να ζητούσε να τροποποιηθεί γραπτώς η έγγραφη προσφορά των Εναγόντων ώστε να αναφέρεται ρητά σε αυτήν ότι οι τιμές συμπεριλαμβάνουν τον ΦΠΑ, η Εναγόμενη απάντησε ως εξής꞉ «Είχα την εντύπωση ότι και η συμφωνία που γίνεται μεταξύ κυρίων ισχύει.». Επεσήμανε περαιτέρω η Εναγόμενη ότι στο Έγγραφο Δ, που ήταν η αναλυτική κατάσταση των επιπλέον εργασιών που της δόθηκε από τον ΜΕ1, δεν αναγράφετο οποιαδήποτε ένδειξη για χρέωση ΦΠΑ και ως εκ τούτου η ίδια συμπέρανε ότι ο ΦΠΑ συμπεριλαμβανόταν στις τιμές χρέωσης των επιπλέον εργασιών. Συγκεκριμένα, η Εναγόμενη δήλωσε ότι «έτσι φαίνεται» καθ'ότι δεν υπήρξε οποιαδήποτε νήξη ότι θα έμπαινε επιπρόσθετα ΦΠΑ σε εκείνο το ποσό συνολικής χρέωσης. Μεγάλη ήταν η έμφαση που έδωσε η Εναγόμενη και στο γεγονός ότι ο ΜΕ1 δεν της εξέδωσε ποτέ τιμολόγιο ούτε την εφοδίασε με απόδειξη πληρωμής, όπου να αναλύεται το ποσό της πληρωμής σε αξία εκτελεσθείσας εργασίας και αναλογούντα ΦΠΑ. Αξιολογώντας τη μαρτυρία των δύο πλευρών θα υπεισέλθω αναπόφευκτα σε κάποιο βαθμό στη νομική πτυχή της υπόθεσης. Στην πρόσφατη απόφαση, ημερ. 28.9.2015, στην Πολιτική Έφεση αρ. 374/2010, Νέαρχος Χατζηζαχαρία ν Γιάννης Αρμεύτη, το Ανώτατο Δικαστήριο διασαφήνισε πότε υπάρχει η δυνατότητα έγερσης αγωγής με αξίωση για την είσπραξη ΦΠΑ, ως εξής꞉ «Απομένει το ζήτημα της αντέφεσης. Στην πρωτόδικη απόφαση σημειώνεται ότι στο τιμολόγιο που έστειλε ο εφεσίβλητος στον εφεσείοντα ημερ. 13.3.2003, για το ποσό των Λ.Κ. 11.500.-, συμπεριλαμβανόταν και ΦΠΑ. Δεν του επεδίκασε όμως ΦΠΑ επί του ποσού των €24.176.- που επεδίκασε υπέρ του. Συμφωνούμε με το πρωτόδικο δικαστήριο. Στην έκθεση απαίτησης του εφεσίβλητου-ενάγοντα δεν γίνεται ισχυρισμός ότι συμφωνήθηκε η καταβολή ΦΠΑ επί της αμοιβής. Το γεγονός ότι στο παρακλητικό της έκθεσης απαίτησης ζητείται ΦΠΑ, χωρίς αυτό να αιτιολογείται στο σώμα της αγωγής, δεν παρέχει δικαίωμα σε ΦΠΑ. Ούτε και η μονομερής χρέωση ΦΠΑ από τον ενάγοντα-εφεσίβλητο, στα τιμολόγια του, χωρίς συμφωνία, δικαιολογεί την παροχή ΦΠΑ (Δέστε: RSUMOVIC v. GREGORIA DEVELOPERS LTD
(2006)1 ΑΑΔ 581).». (Η έμφαση με έντονα γράμματα είναι δική μου.) Στην προμνησθείσα υπόθεση RSUMOVIC v. GREGORIA DEVELOPERS LTD
(2006)1 ΑΑΔ, 581 οι εφεσίβλητοι ήταν εργολάβοι ανέγερσης της οικοδομής του Εφεσείοντα. Το ερώτημα που είχε τεθεί ενώπιον του πρωτόδικου δικαστηρίου ήταν κατά πόσο στο κατ' αποκοπή ποσό των £135.000 που προβλέπετο στο μεταξύ των διαδίκων συμβόλαιο, περιλαμβάνετο και ο φόρος προστιθέμενης αξίας (ΦΠΑ) ή όχι. Ήταν κοινό έδαφος ότι το συμβόλαιο δεν περιείχε ρητή πρόνοια για το θέμα αυτό. Το πρωτόδικο δικαστήριο κατάληξε ότι ο εφεσείων ήταν υπόχρεος και για την πληρωμή ΦΠΑ, αιτιολογώντας την κατάληξή του ως εξής: · Το αν, κατά την σύναψη του Τεκμ. 1, συμφωνήθηκε ή έστω συζητήθηκε θέμα Φ.Π.Α δεν μπορούσε, με βάση την προσκομισθείσα μαρτυρία, να συναχθεί οποιονδήποτε συμπέρασμα. · Το αδιαμφισβήτητο, όμως, ήταν ότι σ' όλα τα διατακτικά οι επιβλέποντες ανάγραψαν ξεχωριστά την αξία της εκτελεσθείσης εργασίας και επιπρόσθετα προς αυτή τον Φ.Π.Α. · Τα 16 πρώτα διατακτικά πληρώθηκαν από τον εναγόμενο - εφεσείοντα αδιαμαρτύρητα χωρίς αμφισβήτηση της επιπρόσθετης χρέωσης για ΦΠΑ. · Υπό το φως των πιο πάνω δεδομένων το Δικαστήριο έκρινε ότι μπορούσε με κάθε ασφάλεια να συναχθεί ότι, «παρά την σιγή του Τεκμ. 1 επί του θέματος, στη συνέχεια δεν μπορεί παρά να υπήρξε συμφωνία για επιπρόσθετη πληρωμή Φ.Π.Α.». Έκρινε επίσης ότι ο εναγόμενος - εφεσείοντας εμποδιζόταν να επικαλείται ότι στο συμφωνηθέν κατ' αποκοπή ποσό του συμβολαίου ήταν ενσωματωμένος και ο Φ.Π.Α. Απέρριψε ως εκ τούτου τη σχετική θέση του εναγομένου - εφεσείοντα. Το Ανώτατο Δικαστήριο, αποδεχόμενο την έφεση ως προς αυτό το συμπέρασμα του πρωτόδικου Δικαστηρίου επεσήμανε ότι, εφόσον, με βάση το Τεκμ. 1 δεν μπορούσε, όπως το ίδιο το πρωτόδικο δικαστήριο κατάληξε, να αποφασίσει ότι οφείλετο και Φ.Π.Α. πέραν των £135.000, «θα έπρεπε η απαίτηση για Φ.Π.Α. να απορριφθεί, αφού οι εφεσίβλητοι-ενάγοντες είχαν το βάρος απόδειξης της υπόθεσης τους». Το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε επίσης ότι «το συμπέρασμα του πρωτόδικου δικαστηρίου για την ύπαρξη "επιπρόσθετης συμφωνίας" ήταν σαφώς εκτός δικογράφων και επομένως εσφαλμένο». Έκρινε επίσης πως το γεγονός ότι στα διατακτικά γινόταν διαχωρισμός του ποσού του κάθε διατακτικού με αναφορά και σε Φ.Π.Α., δεν σήμαινε κατ' ανάγκη ότι ο Φ.Π.Α. θα ήταν πέραν του ποσού των £135.
  1. Στην παρούσα υπόθεση, ήτοι την υπό κρίση αγωγή, οι Ενάγοντες δικογράφησαν ρητά στην παρα. 2 της Έκθεσης Απαίτησης που είναι οπισθογραφημένη επί του κλητηρίου τον ισχυρισμό τους περί ύπαρξης συμφωνίας μεταξύ αυτών και της Εναγόμενης ότι οι Ενάγοντες θα εκτελούσαν τις αναφερόμενες στην προσφορά εργασίες έναντι του ποσού των ΛΚ11.698 πλέον 15%ΦΠΑ. Ως εκ τούτου, το ότι στο υπόλοιπο λογαριασμού που οι Ενάγοντες αξιώνουν να λάβουν βάσει του παρακλητικού του κλητηρίου εντάλματος περιλαμβάνεται (ως η προσκομισθείσα μαρτυρία του ΜΕ1 για το πώς προέκυπτε το ποσό των ΛΚ9.113 ή €15.583 - βλ. το Τεκμήριο 6 υπό το Έγγραφο Α) και ποσό που αναλογεί σε ΦΠΑ επί της αξίας των εκτελεσθέντων υπηρεσιών, συνάδει με την εκδοχή τους περί συμφωνίας για χρέωση ΦΠΑ, ως η εκδοχή αυτή εκτίθεται στο σώμα της Έκθεσης Απαίτησης. Συνεπώς, η μαρτυρία του ΜΕ1, ότι η μεταξύ των διαδίκων συμφωνία δυνάμει προσφοράς ήταν να χρεωθεί επιπλέον ο ΦΠΑ, κρίνεται αξιόπιστη. Απεναντίας, η Εναγόμενη παρέλειψε να δικογραφήσει στην Έκθεση Υπεράσπισής της τυχόν άρνησή της για την ύπαρξη συμφωνίας καταβολής 15% ΦΠΑ επί του ποσού των ΛΚ11.
  2. Αντί να αρνηθεί ρητά την παρα. 2 της Έκθεσης Απαίτησης, η Εναγόμενη προχώρησε στην παρα. 3 της Έκθεσης Υπεράσπισής της και την παραδέχθηκε, περιορίζοντας τη γραμμή υπεράσπισής της στον ισχυρισμό περί εξόφλησης του συμφωνηθέντος ποσού. Τούτου δεδομένου, δεν καλύπτεται από τα δικόγραφα και συγκρούεται με τη δικογραφημένη εκδοχή υπεράσπισης, η γραμμή που επιχείρησε να προωθήσει για πρώτη φορά κατά την ακρόαση η Εναγόμενη, ότι δήθεν υπήρξε προφορική συμφωνία μεταξύ αυτής και των Εναγόντων στην παρουσία του αρχιτέκτονα (ΜΥ2) να της χαρισθεί το ισόποσο του ΦΠΑ ως έκπτωση από την τιμή προσφοράς. Τέτοιος ισχυρισμός δεν δικογραφήθηκε, ενώ θα έπρεπε, γι' αυτό και είναι απορριπτέος και απορρίπτεται. Λαμβάνω υπόψη την απόφαση, ημερ. 21.5.2014, του Ναθαναήλ, Δ., στην Πολιτική Έφεση 387/2009, Παναγιώτη Παρλάτα ν Στέλλας Δημητρίου: «Η πιο πάνω θέση του Δικαστηρίου εμφανώς παραγνώρισε τη ρητή παραδοχή που έγινε από την εφεσίβλητη στο δικόγραφο της, η οποία, βεβαίως, όπως είναι σαφώς νομολογημένο καθόριζε την πορεία της υπόθεσης και της μαρτυρίας που ήταν επιτρεπτό να δοθεί. Με την παραδοχή είχε, τρόπον τινά, τοποθετηθεί μια από τις ράγες της σιδηροδρομικής γραμμής επί της οποίας θα κυλούσε το τραίνο της αντιδικίας των διαδίκων. Η δίκη κατά πάγια νομολογία δρομολογείται κατά μήκος των γραμμών που οριοθετεί η δικογραφία και όχι έξω από αυτήν, (Homeros Th. Kourtis and Others v. Panos K. Iasonides
(1970)1 C.L.R. 180) και Παπαγεωργίου ν. Λούη Κλάππα (Investments Services) Ltd, Πολ. Έφεση αρ. 7367, ημερ. 14.1.1990). Το Δικαστήριο δεν μπορεί να επεκτείνεται και να συζητά ή να επιλύει θέματα άλλα από αυτά που είναι ή παραμένουν επίδικα κατά τη συμπλήρωση των εγγράφων προτάσεων ή που νομότυπα προστίθενται κατά την ημέρα ή τη διάρκεια της δίκης, (Παφίτης ν. Κακουρή
(1992)1 Α.Α.Δ. 1154 και Μερκής ν. Intertobacco (Cyprus) Ltd
(2003)1 Α.Α.Δ. 1091). Παραδοχές είτε ρητές, είτε αυτές που λογίζονται ως τέτοιες κατά τη Δ.19 θ.11, (δέστε και Χρίστου ν. Khoreva
(2001)1 Α.Α.Δ. 1874), σφραγίζουν την πορεία της δίκης. Ακόμη και γενική άρνηση θετικού ισχυρισμού δεν εξυπακούει την προβολή θετικών ισχυρισμών, (Latifundia Properties Ltd v. Ψακή κ.ά.
(2003)1 Α.Α.Δ. 670).». Από την άλλη, οι Ενάγοντες δικογράφησαν ρητά στην παρα. 4 της Έκθεσης Απαίτησης ότι μετά από παράκληση και μετά από οδηγίες της Εναγόμενης αυτοί εκτέλεσαν επιπλέον εργασίες συνολικού κόστους ΛΚ4.922 πλέον 15%ΦΠΑ. Ως προς αυτήν την παράγραφο της Έκθεσης Απαίτησης υπάρχει η ρητή άρνησή της από την Εναγόμενη στην παρα. 5 της Έκθεσης Υπεράσπισης, χωρίς βεβαίως να εγείρεται ούτε σε αυτό το σημείο οποιαδήποτε εκδοχή περί συμφωνίας για έκπτωση στις τιμές των επιπλέον εργασιών, ισόποσης με τον αναλογούντα ΦΠΑ σε αυτές, και επομένως δεν μπορεί να εξεταστεί τέτοια εκδοχή ούτε σε συσχετισμό με τις επιπλέον εργασίες. Καταλήγω να απορρίπτω την εκδοχή της Εναγόμενης ως αναξιόπιστη σε ό,τι αφορά την ισχυριζόμενη ύπαρξη συμφωνίας για έκπτωση όση και ο ΦΠΑ που αναλογούσε στις εκτελεσθείσες αρχικές ή επιπλέον εργασίες. Στην απόφαση ημερ. 13.2.2013 στην Πολιτική Έφεση αρ. 157/2009, FIVE OCEANS SEA FOOD & AQUACULTURE LIMITED ν ΑΔΕΛΦΟΙ ΤΥΜΒΙΟΙ ΛΙΜΙΤΕΔ, το Ανώτατο Δικαστήριο δεν αποδέχθηκε τη θέση των Εφεσειόντων ότι στο αρχικά συμφωνηθέν ποσό του όλου έργου, δεν περιλαμβανόταν ΦΠΑ. επιπρόσθετα του συμφωνηθέντος ολικού ποσού των £38.423, διότι αποδέχθηκε τη θέση του συνηγόρου των εφεσίβλητων ότι, ναι μεν στο Συμβόλαιο μεταξύ των διαδίκων ημερομηνίας 23.11.2011 αναφερόταν ότι θα πληρωνόταν το συνολικό ποσό των £38.423, αλλά ρητά αναφερόταν ότι αυτή η πληρωμή ήταν «εξαιρουμένου" του ΦΠΑ». Τέτοια είναι η περίπτωση και στην παρούσα υπόθεση, όπου η προσφορά των Εναγόντων ως έγινε αποδεκτή από την Εναγόμενη προέβλεπε ρητά ότι στις προσφερόμενες τιμές δεν περιλαμβανόταν ο ΦΠΑ. Ελλείψει δικογραφημένης εκδοχής περί σύναψης προφορικής συμφωνίας να θεωρηθεί ότι ο ΦΠΑ συμπεριλαμβανόταν στην τιμή της προσφοράς, καταλήγω σε εύρημα ότι η προσφορά έγινε αποδεκτή ως είχε και άρα ο ΦΠΑ δεν συμπεριλαμβανόταν στις συμφωνηθείσες τιμές. Το γεγονός ότι από τη μαρτυρία του ΜΕ1 απουσιάζει οποιοδήποτε τιμολόγιο ή απόδειξη πληρωμής για τις ήδη γενόμενες πληρωμές, το οποίο ή η οποία να μαρτυρεί ότι οι Ενάγοντες αναζήτησαν την είσπραξη ΦΠΑ από την Εναγόμενη στο πλαίσιο της συναλλαγής τους με αυτήν, δεν θεωρώ ότι επιδρά στο εύρημα ότι η μεταξύ των διαδίκων συμφωνία ήταν να μην περιλαμβάνεται ο ΦΠΑ στις προσφερόμενες τιμές. Άλλωστε, στις προπαρατεθείσες αποφάσεις Γιάννης Αρμεύτη και Gregoria Developers Lτd κρίθηκε ότι δεν ήταν καταλυτικής σημασίας η έκδοση διατακτικού ή τιμολογίου στο οποίο να φαίνεται αναλυτικά το ποσό του ΦΠΑ για σκοπούς απάντησης του ερωτήματος αν ο ΦΠΑ συμπεριλαμβανόταν ή όχι στην τιμή ως η συμφωνία των διαδίκων. Επομένως, καταλήγω ότι οι Ενάγοντες έχουν δικαίωμα να αξιώνουν τον ΦΠΑ ως μέρος του υπόλοιπου λογαριασμού, τηρουμένων ασφαλώς των διατάξεων του περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας Νόμου (Ν.95(Ι)/2000), ζήτημα στο οποίο θα υπεισέλθω σε επόμενο στάδιο, όταν θα εξετάζω τη νομική πτυχή της υπόθεσης. Είναι σε εκείνο το στάδιο που θα εξετάσω το πώς επηρεάζει το αγώγιμο δικαίωμά τους η ανυπαρξία τιμολογίων ή αποδείξεων πληρωμής.
  1. Αναφορικά με το αν εκτελέστηκαν οι επιπλέον εργασίες για τις οποίες οι Ενάγοντες επέβαλαν επιπλέον χρεώσεις. Κρίνω ότι ο ΜΕ1 τεκμηρίωσε επαρκώς την απαίτηση των Εναγόντων όσον αφορά το σύνολο των επιμέρους επίδικων θεμάτων που εμπίπτουν στην κεφαλίδα των επιπλέον εργασιών. Κατ' αρχάς επισημαίνω, ότι ελέγχθηκε η αξιοπιστία του ΜΕ1 πρώτα και κύρια με αναφορά στη γνησιότητα ή/και ακρίβεια του εγγράφου που αποτυπώνει την κοστολόγησή τους. Ο ΜΕ1 τοποθέτησε την ολοκλήρωση των επιπλέον εργασιών περί τον Αύγουστο του
  2. Όσον αφορά την από μέρους του ετοιμασία της αναλυτικής κατάστασης για τις επιπλέον εργασίες που θα χρεώνονταν στην Εναγόμενη, ο ΜΕ1 την τοποθέτησε χρονικά μεταξύ Σεπτεμβρίου και Οκτωβρίου
  3. Ζητήθηκε από τον ΜΕ1 να εξηγήσει γιατί η αναλυτική κατάσταση των επιπλέον εργασιών που δόθηκε στην Εναγόμενη από τον ΜΕ1 και την οποία η Εναγόμενη κατέθεσε στο Δικαστήριο ως Έγγραφο Δ, ήταν διαφορετική από εκείνην την αναλυτική κατάσταση που παρουσίασε ο ΜΕ1 στο Δικαστήριο ως το Τεκμήριο 4 υπό Έγγραφο Α. Ο ΜΕ1, ο οποίος ευθύς παραδέχθηκε ότι τα δύο κείμενα των αναλυτικών καταστάσεων δεν είναι ακριβώς τα ίδια, εξήγησε ότι το Τεκμήριο 4 υπό Έγγραφο Α συντάχθηκε μεταγενέστερα του Εγγράφου Δ, όταν επρόκειτο να καταχωρηθεί η αγωγή, κατά ή περί το
  4. Ο ίδιος ήταν σε θέση να διακρίνει ότι τα δύο κείμενα ήταν διαφορετικά δίδοντας τα εξής δύο παραδείγματα꞉ Αρχικά επρόκειτο να τοποθετούσαν μια βιτρίνα στο χολ της επίδικης οικίας και ο ίδιος την είχε συμπεριλάβει στην κατάσταση με τις έξτρα εργασιες που δόθηκε στην Εναγόμενη (βλ. το Έγγραφο Δ). Τελικά, όμως, δεν έγινε η βιτρίνα, αλλά έγινε μια κορνίζα πάνω στην κουζίνα στην ίδια τιμή. Πρώτα κατοικήθηκε η οικία και μετά του ζητήθηκε να κατασκευάσει την κορνίζα, για να μην φαίνεται στο σημείο του αποσμητήρα της κουζίνας, πάνω από τα ερμαράκια, η σωλήνα που είναι για την εξαγωγή των ατμών. Έτσι, στο νεότερο κείμενο της αναλυτικής κατάστασης, το οποίο αυτός ετοίμασε όταν επρόκειτο να καταχωρηθεί η αγωγή, αφαίρεσε τη βιτρίνα που είχε συμπεριλάβει στην αρχική αναλυτική κατάσταση που έδωσε στην Εναγόμενη και αντί αυτής πρόσθεσε την κορνίζα (βλ. το Τεκμήριο 4 υπό Έγγραφο Α). Στο Έγγραφο Δ δεν συμπεριλαμβάνονταν οι πάσες στα βολίτζια, πράγμα που ο ΜΕ1 συμπεριέλαβε στο Τεκμήριο 4 υπό το Έγγραφο Α. Αξίζει εδώ να σημειώσω ότι ο ΜΥ2 παραδέχθηκε στη δική του μαρτυρία ότι δεν προβλέπονταν από την αρχή οι πάσες στα βολίτζια και ότι ήταν ο ίδιος που εισηγήθηκε να μπουν για να μην φαίνεται η κατ' ισχυρισμόν κακοτεχνία στον τρόπο τοποθέτησης των βολιτζιών. Εν πάση περιτπώσει, ως θύμησε στο Δικαστήριο η συνήγορος των Εναγόντων, οι Ενάγοντες εγκατέλειψαν τη χρέωση που αφορούσα στις πάσες στα βολίτζια. Ως εκ τούτου καθίσταται άνευ σημασίας επί της ουσίας της αντιδικίας, η ύπαρξη αυτής της διαφοράς μεταξύ του Εγγράφου Δ και του Τεκμηρίου 4 υπό το Έγγραφο Α. Πάντως, κατά την επανεξέτασή του, ο ΜΕ1 διευκρίνισε ότι ο λόγος που οι Ενάγοντες εγκατέλειψαν την αξίωση για τις πάσες στα βολίτζια ήταν επειδή «Είχαμε συμφωνήσει με τον αρχιτέκτονα να αποσύρω το ποσό αυτό, γιατί είναι μικρό ποσό, όπως αποσύραμε και μερικά άλλα ποσά.». Το ότι δεν επέμειναν οι Ενάγοντες να το αξιώνουν δεν οφειλόταν στο ότι ήταν μη γενόμενη εργασία. Εν πάση περιπτώσει, οι πιο πάνω επεξηγήσεις του ΜΕ1 κρίνω ότι αφαίρεσαν το υπόβαθρο για να εξαχθεί συμπέρασμα, ως ήταν η εισήγηση της συνηγόρου Υπεράσπισης, ότι ήταν αυθαίρετη ή/και εσκεμμένη, με σκοπό την απόσπαση περισσότερων χρημάτων, η ετοιμασία δύο αντιφατικών καταστάσεων κοστολόγησης των επιπλέον εργασιών. Προχωρώ όμως να δείξω ότι στην ίδια αξιολογική κρίση καταλήγω ακόμη και όταν λάβω υπόψη τί δήλωσε η Εναγόμενη αντεξεταζόμενη. Η συνήγορος των Εναγόντων της ζήτησε να συγκρίνει την αναλυτική κατάσταση των επιπλέον εργασιών ως το Τεκμήριο 4 υπό Έγγραφο Α που κατέθεσε ο ΜΕ1 και ως το Έγγραφο Δ που κατέθεσε η ίδια, ώστε να πει ποιες διαφορές εντοπίζει μεταξύ των δύο. · Η 1η επισήμανση της Εναγομένης ήταν ότι διαφέρει το τελικό ποσό χρέωσης κατά ΛΚ 50 (ΛΚ4922 στο Τεκμήριο 4 υπό Έγγραφο Α, ενώ ΛΚ4872 στο Έγγραφο Δ). · Η 2η επισήμανση ήταν ότι το σημείο της χρηματικής διαφοράς αφορούσε στη χρέωση ΛΚ50 για τις «πάσες στα βολίτζια», η οποία χρέωση υπάρχει στο Τεκμήριο 4 υπό το Έγγραφο Α, ενώ δεν υπήρχε στο Έγγραφο Δ. · Η 3η της επισήμανση ήταν ότι στο Τεκμήριο 4 υπό το Έγγραφο Α υπήρχε χρέωση για κορνίζα κουζίνας ΛΚ100, ενώ στο Έγγραφο Δ υπήρχε, αντ' αυτής, χρέωση για βιτρίνα στο χωλ ΛΚ
  5. Παραδέχθηκε την ίδια στιγμή ότι όντως έγινε η κορνίζα στην κουζίνα, ενώ ουδέποτε έγινε η βιτρίνα στο χωλ. Συμφώνησε η Εναγόμενη με τη θέση της συνηγόρου των Εναγόντων ότι όταν ετοιμάστηκε το Έγγραφο Δ πιθανόν να μην είχαν ολοκληρωθεί οι εργασίες και ότι το Τεκμήριο 4 υπό Έγγραφο Α περιέχει την τελική αποτύπωση των έξτρα εργασιών κατά τον Ενάγοντα. Το ότι η αρχική προσφορά (Τεκμήρια 1Α και 1Β υπό Έγγραφο Α) δεν περιλάμβανε είτε βιτρίνα στο χωλ είτε κορνίζα στην κουζίνα παρατηρώ ότι είναι γεγονός. Ασφαλώς όλες οι επιπλέον εργασίες είναι ακριβώς εργασίες για τις οποίες δόθηκαν οδηγίες από την Εναγόμενη να εκτελεσθούν στην πορεία των πραγμάτων μετά την αποδοχή της αρχικής προσφοράς. Συνεπώς, δεν ξενίζει το Δικαστήριο το γεγονός ότι η βιτρίνα δεν συμπεριλαμβανόταν στην αρχική προσφορά. Το σημαντικότερο είναι ότι, με βάση τα πιο πάνω διαμειφθέντα κατά την αντεξέταση της Εναγόμενης, κρίνω ότι αναδείχθηκε ότι ήταν αυθαίρετος ή και ανυπόστατος ή και υπερβολικός ο ισχυρισμός που διατύπωσε η Εναγόμενη στην παρα. 4 της γραπτής της δήλωσης ότι το Τεκμήριο 4 υπό το Έγγραφο Α συντάχθηκε από τον ΜΕ1 «με μόνο σκοπό την απόσπαση χρημάτων». Αν η απόσπαση χρημάτων αφορούσε τις ΛΚ 50 για τις πάσες στα βολίτζια, τούτη η αξίωση έχει εν πάση περιπτώσει εγκαταλειφθεί από τους Ενάγοντες κατά την ακρόαση, ακριβώς λόγω του εξαιρετικά μικρού μεγέθους της, παρά το ότι αφορούσε σε κατά παραδοχή γενόμενη εργασία. 3.
  6. Η επιπλέον χρέωση των εξώθυρων και μεσόθυρων · Το συνολικό ποσό χρέωσης στην αρχική προσφορά για τις 3 εξώθυρες ήταν ΛΚ1650 (ΛΚ550 το τεμάχιο). Ο ΜΕ1 αιτιολόγησε την επιπλέον χρέωση με το ποσό των ΛΚ450 για την αλλαγή στο σχέδιο των εξώθυρων εν συγκρίσει προς το προβλεπόμενο στην αρχική προσφορά ποσό, λέγοντας τα εξής: Το καθαρό κόστος αγοράς των νέων εξώθυρων που παραγγέλθηκαν από τους Ενάγοντες κατόπιν οδηγιών της Εναγομένης, ανερχόταν σε ΛΚ1460,50σ, Απόδειξη τούτου το Τεκμήριο 5 υπό Έγγραφο Α. Η επιπλέον χρέωση έγινε ουσιαστικά για να καλύψει το κόστος των Εναγόντων να πάνε να φέρουν τις εξώθυρες από τη Λάρνακα όπου είναι το εργοστάσιο που τις κατασκεύασε, ως επίσης το εργατικό κόστος που ανέλαβαν οι Ενάγοντες μετά την αγορά τους, για το βάψιμο τους και της κάσιας τους, καθώς και των πάσων τους, και ακολούθως για το εργατικό κόστος τοποθέτησής τους. Είναι τα μεροκάματα και ένα λογικό κέρδος για την εταιρεία των Εναγόντων. · Όσον αφορά τις μεσόθυρες, η συμφωνηθείσα δυνάμει της αρχικής προσφοράς τιμή για αυτές ήταν ΛΚ130 ανά τεμάχιο. Στη χρέωση για τις επιπλέον εργασίες αναγράφεται ως σημείο 9 «Πέντε μεσόθυρες @ 250 λίρες». Οι μεσόθυρες στην αρχική την προσφορά είχαν άλλο σχέδιο, ήταν σκέτες, ουσιαστικά χωρίς σχέδιο. Εξήγησε ο ΜΕ1 ότι για τις μεσόθυρες που είναι σκέτες, ήτοι δεν έχουν σχέδιο, και οι οποίες είναι ξύλου Πάχια, ως αυτές που περιλαμβάνονταν στην αρχική προσφορά, η τιμή ανά τεμάχιο ήταν σταθερή στην αγορά (στο παζάρι) σε ΛΚ80 ανά τεμάχιο. Μετά που η Εναγόμενη παράγγειλε πόρτες με «ημικκεταπέ», υπήρχε διαφορά στην τιμή αγοράς τους. Στοίχιζε επιπλέον ΛΚ50 η καθεμιά. Γι' αυτό υπήρξε η επιπλέον χρέωση. Ως η μαρτυρία του ΜΕ1, οι Ενάγοντες αγόρασαν τις μεσόθυρες από τον ίδιο κατασκευαστή που είχαν αγοράσει και τις εξώθυρες. Αλλά δεν είχε απόδειξη/ τιμολόγιο στην κατοχή του ο ΜΕ1 για να την καταθέσει προς απόδειξη της τιμής αγοράς τους. Υποβλήθηκε στον ΜΕ1 ότι αυθαίρετα χρεώθηκε η Εναγόμενη με το επιπλέον ποσό των ΛΚ250 για τις μεσόθυρες, δεδομένου ότι δεν υπήρχε οποιοδήποτε τιμολόγιο ή απόδειξη για την αγορά τους. Ο ΜΕ1 δεν δέχθηκε την υποβληθείσα θέση. Υποβλήθηκε στον ΜΕ1 ότι η Εναγόμενη πράγματι του ζήτησε την αλλαγή των προβλεπόμενων στην προσφορά εξώθυρων και μεσόθυρων και ότι αυτός ανταποκρίθηκε στις νέες οδηγίες της, αλλά παρέλειψε να ενημερώσει την Εναγόμενη για τη νέα τιμή με την οποία θα τη χρέωνε. Η απάντηση του ΜΕ1 ήταν ότι αυτός ενημέρωσε ασφαλώς την Εναγόμενη μετά που ενημερώθηκε από τον κατασκευαστή ότι το σχέδιο που διάλεξε η Εναγόμενη ήταν πιο ακριβό και εκείνη του απάντησε «Δεν υπάρχει πρόβλημα Αντρέα». Ερωτηθείς να πει πότε έγινε η συνομιλία αυτή, ο ΜΕ1 το τοποθέτησε χρονικά μετά τις 15 του Μάη. Τότε ήταν που δόθηκαν οι οδηγίες για την αλλαγή του σχεδίου των θυρών. Η ημερομηνία που αναγράφεται στο τιμολόγιο αγοράς τους, ως το Τεκμήριο 5 υπό Έγγραφο Α, είναι μεταγενέστερη (5.6.2007), ακριβώς επειδή αναφέρεται στο πότε παραλήφθηκαν οι αγορασθείσες βάσει του νέου σχεδίου κατασκευής. Αρνήθηκε η Εναγόμενη ότι ο ΜΕ1 την ενημέρωσε πως θα ήταν ακριβότερες οι πόρτες βάσει του νέου σχεδίου που ζήτησε. Ισχυρίστηκε ότι αν την ενημέρωνε έγκαιρα, αυτή θα μπορούσε να είχε κάνει άλλη επιλογή. Υποβλήθηκε στον ΜΕ1 ότι το τιμολόγιο ως το Τεκμήριο 5 υπό το Έγγραφο Α δεν αφορά την Εναγόμενη διότι δεν αναγράφεται πάνω το δικό της όνομα. Απέρριψε αμέσως αυτή τη θέση ο ΜΕ1, εξηγώντας ότι ο κατασκευαστής είναι τον ίδιο που ήξερε, ως το πρόσωπο που υπέβαλε την παραγγελία, γι' αυτό και έβαλε το όνομά του. Δεν ήξερε την Εναγόμενη που θα ήταν ο τελικός καταναλωτής. Τούτο δεν σημαίνει ότι ο ΜΕ1 δεν υπέβαλε την παραγγελία ενεργώντας για το έργο που εκτελούσε κατ' εντολή της Εναγόμενης. Την αφορά το τιμολόγιο γιατί είναι το σχέδιο θυρών που η ίδια η Εναγόμενη ζήτησε από τον ΜΕ1 να παραγγείλει. Κρίνω πιο αληθοφανή την εκδοχή του ΜΕ
  7. Δυσκολεύομαι να πιστέψω ότι η Εναγόμενη διέταξε αλλαγή σχεδίου και ότι ο ΜΕ1 ο οποίος θα είχε αυξημένο κόστος δεν μερίμνησε να ενημερώσει την πελάτιδα για την αλλαγή στην τιμή, ειδικά όταν αυτός έκανε ειδική πρόνοια εξ αρχής στην προσφορά ότι σε περίπτωση αλλαγών, θα άλλαζαν και οι τιμές. Ακόμη όμως και εάν ήταν εσφαλμένο το συμπεράσμά μου ως προς το ότι υπήρξε συμφωνία μεταξύ των μερών προτού παραγγελθούν οι νέες πόρτες, αξιοσημείωτο είναι ότι ο ΜΥ2 έδωσε μαρτυρία που δείχνει ότι η επιπλέον χρέωση από τους Ενάγοντες για το βάψιμο και την τοποθέτηση των θυρών ήταν, ως το αντιλαμβάνομαι, εύλογη. Συγκεκριμένα, όταν αντεξετάστηκε ο ΜΥ2 να πει από την πείρα του πόσα στοιχίζει η βαφή και η τοποθέτηση των εξώθυρων, ως αυτές που τοποθετήθηκαν στην οικία της Εναγόμενης βάσει της αλλαγής σχεδίου που διέταξε η ίδια, ο ΜΥ2 δήλωσε ότι το βάψιμο κόστιζε γύρω στις ΛΚ75, και άλλο τόπο περίπου κόστιζαν τα εργατικά για την τοποθέτησή της. Συνεπώς, καταλήγω να κρίνω ότι οι επιπλέον χρεώσεις που επέβαλαν οι Ενάγοντες για τις εργασίες αυτές δεν φαίνεται να είναι υπερβολικές ή μη εύλογες. 3.
  8. Αντικατάσταση των ερμαριών που καταστράφηκαν. Ο ΜΕ1 ήταν σαφής κατά την αντεξέτασή του ότι αυτός έλαβε οδηγίες από την Εναγόμενη, όχι από τον αρχιτέκτονα του έργου, να αντικαταστήσει τα ερμαράκια της κουζίνας που είχαν καταστραφεί. Δεν δίστασε να παραδεχθεί ότι η αντικατάσταση των ερμαριών έγινε πριν αυτός ολοκληρώσει το έργο του για την Εναγόμενη, δηλαδή προτού παραδώσει όλες τις εργασίες του. Παραδέχθηκε επίσης ότι αυτός ήταν ασφαλισμένος για τη διεξαγωγή των εργασιών, βάσει ασφάλειας που έκανε η ίδια η Εναγόμενη. Ήταν όμως η θέση του ΜΕ1 ότι, επειδή στην προκειμένη περίπτωση η ζημιά στα ερμάρια δεν προκλήθηκε από δική του ευθύνη, αλλά από ευθύνη τρίτου προσώπου, αυτός προχώρησε στην αντικατάσταση των ερμαριών που είχε ήδη ετοιμάσει κατόπιν οδηγιών του πελάτη και αναμένοντας να πληρωθεί από τον πελάτη για αυτήν την εργασία ως επιπλέον εργασία. Κατά την επανεξέτασή του ο ΜΕ1 διευκρίνισε ότι όταν η Εναγόμενη τον ειδοποίησε ότι καταστράφηκαν από άλλους τα ερμάρια της κουζίνας, του ζήτησε προσφορά για την αντικατάσταση τους και αυτός ετοίμασε την προσφορά που ήταν ήδη κατατεθειμένη στο Δικαστήριο, μέσα στη δέσμη χειρόγραφων σημειώσεών του ως το Τεκμήριο 3 υπό Έγγραφο Α, στη σελίδα 1 της εν λόγω δέσμης. Παρατηρώ ότι η προσφορά είναι για το συνολικό ποσό των ΛΚ524,20σ. και στο ποσό αυτό περιλαμβάνεται το κόστος κατασκευής (ΛΚ374,20) πλέον το μεροκάματο για ξύλωμα των υφιστάμενων και επανατοποθέτηση (ΛΚ150). Εν τέλει η χρέωση που έγινε γι' αυτή την εργασία μέσα στον κατάλογο των επιπλέον εργασιών (βλ. τόσο το Τεκμήριο 4 υπό Έγγραφο Α όσο και το Έγγραφο Δ) ανέρχεται στο ποσό των ΛΚ
  9. Κρίνω πως εφόσον δεν αμφισβητήθηκε ότι οι Ενάγοντες είχαν ήδη κατασκευάσει και τοποθετήσει, βάσει της αρχικής προσφοράς, τα ερμάρια της κουζίνας πριν συμβεί η ζημιά σε αυτά, οποιαδήποτε εργασία αποκατάστασης της ζημιάς που επήλθε σε αυτά αποτελεί πρόσθετη εργασία, μη προβλεφθείσα στην αρχική προσφορά και συμφωνία. Συγχρόνως, εφόσον η Εναγόμενη δεν αρνείται ότι η πρόκληση της ζημιάς στα ερμάρια δεν ήταν εξ υπαιτιότητας των Εναγόντων αλλά εξ υπαιτιότητας του υδραυλικού, κρίνω ότι οι Ενάγοντες δεν είχαν ευθύνη έναντι της Εναγόμενης να καλύψουν το κόστος αποκατάστασης ζημιάς που δεν προκάλεσαν οι ίδιοι. Καταλήγω σε αυτά τα ευρήματα με βάση το διαθέσιμο ενώπιον μου μαρτυρικό υλικό και τη δικογραφία. Δεν έχουν δικογραφηθεί ενώπιον μου όσα αφορούν την ασφαλιστική κάλυψη του Εναγόμενου, σε ποιους κινδύνους αφορούσε, ούτε έχει τεθεί ενώπιον μου οποιαδήποτε γραπτή σύμβαση μεταξύ των μερών που να λέει πώς θα επιμερίζονταν οι κίνδυνοι. Ενδεχομένως να οδηγούμουν σε διαφορετικό συμπέρασμα αν η Εναγόμενη δικογραφούσε την εκδοχή της περί ύπαρξης ευθύνης των Εναγόντων να καλύψουν τη συγκεκριμένη ζημιά και έδινε σχετικές λεπτομέρειες ευθύνης. Η διαφορά όσον αφορά το ποσό των γενόμενων πληρωμών. 4.
  10. Πληρωμή ΛΚ1000 σε μετρητά στις 4.8.
  11. Ήταν η θέση της Υπεράσπισης κατά την ακρόαση ότι στις 4.8.2007 η ΜΥ1 είχε κάνει προς τους Ενάγοντες μία πληρωμή ΛΚ1000 σε μετρητά. Συντηρήθηκε η διαφωνία επί τούτου από τις δύο πλευρές μέχρι τέλους της δίκης. Κατά την αντεξέταση του ΜΕ1, υποδείχθηκε σε αυτόν ένα έγγραφο, στο οποίο υπάρχουν χειρόγραφες σημειώσεις για τα ποσά που πληρώθηκαν σε συγκεκριμένες ημερομηνίες και με συγκεκριμένη μέθοδο (σε μετρητά ή με επιταγή). Ζητήθηκε από τον ΜΕ1 να αναγνωρίσει το έγγραφο αυτό. Ο ίδιος αναγνώρισε ότι υπήρχαν επί του εγγράφου ορισμένες δικές του σημειώσεις αλλά και άλλες που δεν ανήκαν στον ίδιο. Κατατέθηκε το εν λόγω έγγραφο ως Τεκμήριο 1 προς αναγνώριση, αφού, ως επεξηγήθηκε από τη συνήγορο Υπεράσπισης, το εν λόγω έγγραφο ήταν στην κατοχή της Εναγόμενης και ήταν δικές της οι επιπρόσθετες σημειώσεις. Πράγματι, όταν προσήλθε στη συνέχεια η ίδια η Εναγόμενη για να δώσει μαρτυρία, το κατέθεσε ως κανονικό Τεκμήριο 5 υπό το Έγγραφο Ε και έδωσε τη δική της εκδοχή για ό,τι διελάμβανε. Υποβλήθηκε στον ΜΕ1 κατά την αντεξέτασή του ότι στις σημειώσεις επί του Τεκμηρίου 1 προς αναγνώριση, που ήταν ιδιόχειρές του, αναγραφόταν μεταξύ άλλων, στη 2η γραμμή, ότι στις 4.8.2007 έγινε μία πληρωμή του ποσού των ΛΚ1000 με την επιταγή αρ.
  12. Για να αποδείξει ο ΜΕ1 ότι οι μόνες πληρωμές που του έγιναν ήταν αυτές που ορθώς κατέγραψε στην παρα. 11 της γραπτής του δήλωσης ως το Έγγραφο Α, ο ΜΕ1 παρέπεμψε στο Τετράδιο - Σημειωματάριό του, το οποίο ήταν ήδη κατατεθειμένο ενώπιον του Δικαστηρίου ως Τεκμήριο 2 υπό Έγγραφο Α. Παρατηρώ ότι πράγματι, σε σελίδα αυτού, όπου αναγραφόταν το όνομα της Εναγομένης και η οποία σελίδα επισημάνθηκε με κίτρινο δείχτη για ευκολία χρήσης του Σημειωματάριου, ήταν καταγεγραμμένες οκτώ
(8)συνολικά ημερομηνίες πληρωμών. Σε αυτές συγκαταλεγόταν η πληρωμή ημερ. 14.8.2007 ποσού ΛΚ1000 με επιταγή 96405149, ενώ δεν υπήρχε καμία πληρωμή ημερ. 4.8.2007 είτε σε μετρητά είτε άλλως πως. Υπέδειξε επίσης ο ΜΕ1 ότι, στο Τεκμήριο 6 υπό το Έγγραφο Α που ως η γραπτή του δήλωση ήταν η κατάσταση πληρωμών που αυτός παρέδωσε στην Εναγόμενη, δεν αναγράφεται οποιαδήποτε πληρωμή ημερ. 4.8.
  1. Αυτό που ήθελε ο ΜΕ1 να δείξει ήταν ότι η κατάσταση λογαριασμού που παρέδωσε στην Εναγόμενη ήταν ως οι σημειώσεις του στο Τεκμήριο 2 υπό Έγγραφο Α. Όπως είχα ήδη την ευκαιρία να σημειώσω στο πλαίσιο των γενικών παρατηρήσεων μου για την αξιοπιστία του ΜΥ2, αυτός δεν έδωσε καμία βοηθητική για την Υπεράσπιση μαρτυρία όσον αφορά την ισχυριζόμενη πληρωμή ημερ. 4.8.
  2. Απομένει να αξιολογηθεί ο λόγος του ΜΕ1 έναντι του λόγου της ΜΕ
  3. Έχοντας κατά νου τη συνολική αξιολόγηση της μαρτυρίας τους, τείνω να κρίνω πιο αξιόπιστο τον ΜΕ1 από ότι την ΜΥ1 σε αυτό το σημείο. 4.
  4. Πληρωμή ΛΚ926.69 ως ασφαλίστρων. Παρατηρώ ότι με βάση τις σημειώσεις που επέφερε η Εναγόμενη επί του Τεκμηρίου 1 προς αναγνώριση (ήτοι του Τεκμηρίου 5 υπό το Έγγραφο Ε) αυτή θεωρεί ότι πλήρωσε ποσό ΛΚ926.60 ως ασφάλεια προς όφελος των Εναγόντων και συμπεριλαμβάνει αυτήν την πληρωμή στο σύνολο των ΛΚ11.926,69 που διατείνεται ότι πλήρωσε προς τους Ενάγοντες. Ο ΜΕ1 ουδέποτε αναγνώρισε ή συμφώνησε ή αποδέχθηκε να έγινε τέτοια πληρωμή από μέρους της Εναγόμενης προς όφελος των Εναγόντων ή σε συνάρτηση με την επίδικη συμφωνία παροχής ξυλουργικών εργασιών. Κρίνω ότι το ποσό αυτό δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο όταν αξιολογεί το ποσό των πληρωμών που έγιναν από την Εναγόμενη προς όφελος των Εναγόντων καθ' ότι ουδέποτε δικογραφήθηκε στην Έκθεση Υπεράσπισης ότι υπήρξε συμφωνία μεταξύ των Εναγόντων και της Εναγομένης να παρέχει η Εναγόμενη υπηρεσία ασφάλισης στους Ενάγοντες ή/και να καταβάλλει ασφάλιστρα για λογαριασμό τους ή/και να συμψηφίζει το ποσό των ασφαλίστρων με το ποσό της οφειλής της προς αυτούς. Ο γενικά διατυπωμένος στην Έκθεση Υπεράσπισης ισχυρισμός περί πληρωμής και εξόφλησης των εκτελεσθεισών υπηρεσιών κρίνω πως δεν είναι ικανός να καλύψει ένα τόσο εξειδικευμένο σενάριο γεγονότων ως αυτό που προωθήθηκε στην παρα. 10 της γραπτής δήλωσης της Εναγομένης και τούτος ήταν ο λόγος που ηγέρθηκε ένσταση από πλευράς συνηγόρου των Εναγόντων στη διατήρηση της παρα. 10 στο κείμενο της γραπτής δήλωσης της Εναγόμενης (Έγγραφο Ε), όπου εισάγονταν για πρώτη φορά τέτοιοι ισχυρισμοί. Αποδέχθηκα την ένσταση και διαγράφηκε η συγκεκριμένη παράγραφος της γραπτής δήλωσης. Απορρίπτεται, λοιπόν, και αυτός ο ισχυρισμός της Εναγόμενης. 4.
  5. Πληρωμή ΛΚ970 προς εξόφληση βολιτζιών. Δεν αμφισβητήθηκε το ότι τοποθετήθηκαν τα βολίτζια ως επιπλέον εργασία. Το ζήτημα επί του οποίου αντεξετάστηκε ο ΜΕ1 ήταν η χρέωση για τα βολίτζια με ποσό ΛΚ
  6. Ο ΜΕ1 δήλωσε ευθέως ότι τα βολίτζια αυτά είχαν αγοραστεί από την ίδια την Εναγόμενη και ότι το μόνο που έκαναν οι Ενάγοντες ήταν να τα βάψουν και να τα τοποθετήσουν. Ο ΜΕ1 αρνήθηκε την υποβληθείσα θέση σ' αυτόν θέση ότι το ποσό των ΛΚ970 πληρώθηκε από την Εναγόμενη σε αυτόν ενώπιον του αρχιτέκτονα, καθ' ότι όπως παρατήρησε όποιες πληρωμές αυτός έχει πάρει από την Εναγόμενη, τις σημείωσε και παρέδωσε τις σημειώσεις του στην Εναγόμενη. Η θέση της Εναγόμενης ήταν ότι η προσφορά για τα βολίτζια ήταν για ΛΚ
  7. Όταν πήγε ο ΜΕ1 για να πληρωθεί από την Εναγόμενη, συμφώνησαν το ποσό των ΛΚ970 και ταυτόχρονα ο αρχιτέκτονας (ΜΥ2) όταν είδε την εφαρμογή στα βολίτζια είπε ότι έπρεπε να μπουν και πάσες διότι δεν ήταν ωραίο το τέλειωμα τους. Ήταν η θέση της ότι αυτή πλήρωσε το ποσό των ΛΚ970 στον ΜΕ1 ενώπιον του αρχιτέκτονα. Η Εναγόμενη δήλωσε αντεξεταζόμενη ότι, όταν ο ΜΕ1 τις απέστειλε την αναλυτική κατάσταση για τη χρέωση για τα βολίτζια, ως το Έγγραφο Στ, επέφερε επ' αυτού κάποιες δικές της σημειώσεις για τα ποσά πληρωμών που αυτή είχε κάνει προς τους Ενάγοντες. Ήταν η θέση της στην παρα. 8 της γραπτής της δήλωσης (Έγγραφο Ε) ότι αυτή εξόφλησε τα βολίτζια. Αντεξεταζόμενη, η Εναγόμενη ισχυρίσθηκε ότι η πληρωμή και εξόφλησή τους έγινε στις 24.7.2007, καθ' ότι τοποθετούνταν μέχρι εκείνη την ημερομηνία. Στην πορεία όμως της αντεξέτασής της, η Εναγόμενη δέχθηκε ότι πιθανόν η τοποθέτηση των βολιτζιών να ήταν η πρώτη εργασία που εκτέλεσαν οι Ενάγοντες στην επίδικη οικοδομή, ήτοι περί τον Μάρτη - Απρίλη του
  8. Ομοίως, ο ΜΥ2, αντεξεταζόμενος, ισχυρίσθηκε ότι δεν μπορούσε να θυμηθεί ή/και να προσδιορίσει πότε χρονικά έγινε η τοποθέτηση των βολιτζιών. Όταν του υποβλήθηκε η θέση των Εναγόντων ότι αυτοί τοποθέτησαν τα βολίτζια τον Απρίλιο του 2007, ο ΜΥ2 διαφώνησε με τη θέση αυτή, χωρίς όμως να αιτιολογήσει τη διαφωνία του. Δεν ήταν ούτε σε θέση να εξηγήσει γιατί η πληρωμή για τα βολίτζια να έγινε μόλις στις 24.7.2007, ως ισχυρίζεται η Εναγόμενη. Δεν με έπεισαν για το αξιόπιστο της εκδοχής τους ούτε η ΜΥ1 ούτε ο ΜΥ
  9. Και πάλιν μου φαίνεται δύσκολο να πιστέψω ότι η ΜΥ1 πλήρωσε από 24.7.2007 το ποσό των ΛΚ970 για εξόφληση των βολιτζιών και εντούτοις οι Ενάγοντες να θέλουν να το εμφανίζουν ως οφειλόμενο ή και να συνεχίζουν να έχουν αυτή την αξίωση παρά τα όσα άλλα αφαίρεσαν με διάθεση εξώδικης διευιέτησης. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Στην παρούσα υπόθεση, ενόψει της δικογραφημένης εκδοχής των Εναγόντων, αυτοί είχαν το γενικό βάρος να αποδείξουν ότι- πρώτον, εκτέλεσαν τις συμφωνηθείσες με την Εναγόμενη εργασίες δυνάμει προσφοράς και ότι το ποσό που αξιώνουν είναι ως η συμφωνηθείσα αμοιβή, και δεύτερον, ότι, για τις επιπλέον εργασίες που δεν καλύπτονταν από τη συμφωνηθείσα δυνάμει προσφοράς τιμή, οι Ενάγοντες δικαιούνται στην αξιούμενη αμοιβή βάση νέας συμφωνίας μεταξύ αυτών και της Εναγόμενης ή, διαζευκτικά, στη βάση εύλογης αμοιβής, εφόσον η εκτέλεση των εργασιών έγινε δυνάμει οδηγιών της Εναγομένης και προς ικανοποίησή της. Λαμβάνω υπόψη ότι στην υπόθεση Βασιλαράς v Αδελφοί Θράσου & Συνεργάτες
(2003)1Γ 1754, κρίθηκε ότι, ακόμη και εκεί που ο Ενάγων επιλέγει να προωθεί την εκδοχή περί συμφωνημένης αμοιβής, το Δικαστήριο δεν εμποδίζεται από το να του επιδικάσει εύλογη αμοιβή, αν, αξιολογώντας τη μαρτυρία, δεν ικανοποιηθεί για την εκδοχή της συμφωνημένης αμοιβής꞉ «Η διαπίστωση του δικαστηρίου ότι δεν έγινε ρητή συμφωνία καθορίζουσα συγκεκριμένο ποσό αμοιβής δεν αναιρεί την ύπαρξη συμφωνίας για παροχή συγκεκριμένων υπηρεσιών στους εφεσείοντες. Η αξίωση για εύλογη αμοιβή προβλήθηκε στην έκθεση απαίτησης των εφεσιβλήτων και ορθά το δικαστήριο προχώρησε στην εξέταση του θέματος παραχώρησης αποζημίωσης σύμφωνα με την αρχή της λογικής αμοιβής (Quantum meruit). Η πιο πάνω προσέγγιση υποστηρίζεται από το Halsbury's Laws of England, 4η έκδοση, τόμος 4, όπου στην παράγραφο 1350 κάτω από την επικεφαλίδα Express or implied Contract αναφέρονται μεταξύ άλλων και τα ακόλουθα: «Where no express contract has been entered into as to the terms of the employment of an architect or engineer, the right to remuneration rests on a contract to pay what is reasonable, implied by requesting and accepting the services or by inducing the architect by fraud to perfom them without intending to pay for them.». Επίσης στο σύγγραμμα Pollock & Mulla, Indian Contract and Specific Relief Acts, 9η έκδοση, σελίδα 485 κάτω από τον τίτλο Quantum Meruit αναφέρονται μεταξύ άλλων και τα ακόλουθα: «Where a person renders service to another in circumstances showing that it is to be paid for although no particular remuneration has been specified, the law will infer a promise to pay quantum meruit, i.e. a reasonable sum.» Από την άλλη, έχει νομολογιακά αποσαφηνιστεί ότι, εκείνος που ισχυρίζεται ότι εξόφλησε ή ότι έκανε συγκεκριμένη πληρωμή, εκείνος είναι που έχει το βάρος της απόδειξης του ισχυρισμού του. Στην υπόθεση Rahim Havariyoun v Ανδρέα Ρουσή
(2008)1 Α.Α.Δ. 406 τα γεγονότα ήταν ως εξής꞉ Tα μέρη συνήψαν γραπτή σύμβαση για την εκτέλεση, από τον εφεσίβλητο-ενάγοντα, ξυλουργικών εργασιών στο υπό ανέγερση σπίτι του εφεσείοντα-εναγομένου. Οι εργασίες καθορίστηκαν και η αμοιβή του εφεσίβλητου γι' αυτές ορίστηκε στις £6.000, ποσό που αυξήθηκε, με μεταγενέστερη προφορική συμφωνία, στις £6.050 για επιπλέον εργασία. Ο εφεσίβλητος, υποστηρίζοντας πως ο εφεσείοντας πλήρωσε έναντι το ποσό των £3.900, αξίωσε το ποσό των £2.150 ως οφειλόμενο υπόλοιπο. Ο εφεσείων, με την υπεράσπισή του, επικαλούμενος γραπτές αποδείξεις, τις λεπτομέρειες των οποίων παρέθεσε, υποστήριξε πως στην πραγματικότητα πλήρωσε έναντι το ποσό των £5.800. Κρίθηκε, αναφορικά με το βάρος της απόδειξης, ότι, εφόσον επίδικο ήταν το ποσό που πληρώθηκε, ο εφεσείων - εναγόμενος είχε το βάρος απόδειξης και ασφαλώς ο εφεσίβλητος - ενάγων είχε τη δυνατότητα να προσαγάγει και ο ίδιος την όποια μαρτυρία είχε αλλά και την εξήγηση της απόδειξης που επικαλείτο ο εφεσείων. Στη βάση της προεκτεθείσας αξιολόγησης της μαρτυρίας, είμαι ικανοποιημένη ότι οι Ενάγοντες απέδειξαν με ικανή και επαρκή μαρτυρία, στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων - · ότι οι Ενάγοντες συμφώνησαν με την Εναγόμενη να παράσχουν τις υπηρεσίες δυνάμει προσφοράς βάσει των τιμών προσφοράς πλέον ΦΠΑ και ότι σε περίπτωση αλλαγών δεν θα ίσχυαν οι τιμές προσφοράς, · ότι αυτοί εκτέλεσαν - o όλες τις αναφερόμενες στην αρχική προσφορά εργασίες για τις οποίες αξιώνουν το ποσό των ΛΚ10.731,60σ. πλέον ΦΠΑ, o όλες τις αναφερόμενες επιπλέον εργασίες για τις οποίες αξιώνουν το ποσό των ΛΚ4.700,00σ., πλέον ΦΠΑ, · ότι η επιπλέον χρέωση για τις εξώθυρες και τις μεσόθυρες ήταν δυνάμει οδηγίας της Εναγόμενης για αλλαγή βάσει συμφωνημένης ή/και εύλογης τιμής, · ότι το σύνολο των πληρωμών που έκανε η Εναγόμενη προς τους Ενάγοντες μέχρι 14.8.2007 ανερχόταν σε ΛΚ10.000,00σ. και ότι ουδεμία άλλη πληρωμή έγινε έκτοτε, · ότι, συνεπακόλουθα, υφίσταται υπόλοιπο λογαριασμού ΛΚ7.746 (€13.234), ως η ανάλυση στην στελίδα 10 της παρούσας απόφασής μου, συμπεριλαμβανομένου σε αυτό του ποσού ΦΠΑ υπολογιζόμενου σε συντελεστή 15% ως ήταν σε ισχύ καθ' ον χρόνο παρασχέθηκαν οι υπηρεσίες στην Εναγόμενη. Αναφορικά με το ζήτημα του ΦΠΑ, επισημαίνω ότι η συνήγορος της Εναγομένης, στην τελική της αγόρευση, εισηγήθηκε προς το Δικαστήριο τα εξής꞉ Ότι, εφόσον, όπως διεφάνη κατά τη µαρτuρία του ΜΕ1, µέχρι και την εκδίκαση της παρούσας uπόθεσης οι Ενάγοντες δεν είχαν καταβάλει οποιοδήποτε ποσό στην Υπηρεσία Φ.Π.Α. για τις επίδικες εργασίες, είναι η θέση της Εναγοµένης ότι δεν δικαιούνται να εισπράξουν από αυτήν οποιοδήποτε ποσό για καταβολή του ΦΠΑ. Ως η θέση της, το ποσό που αξιώνει η Ενάγοuσα ως ΦΠΑ εκφεύγει της εκκαθαρισµένης απαίτησης αφού ουδέποτε καταβλήθηκε. Επεσήμανε επίσης ότι, η παράλειψη των Εναγόντων να εκδώσουν στην Εναγόμενη τιμολόγια ΦΠΑ ή απόδειξη πληρωμής ΦΠΑ, συνιστά αδίκημα σύµφωνα µε το άρθρο 45 του περί Φόρου Προστιθέµενης Αξίας Νόµου του 2000 (Ν.95(Ι)/2000)(στο εξής ο Νόμος»). Τέλος εισηγήθηκε ότι αν επιβληθεί δικαστικώς στην Εναγόμενη η υποχρέωση πληρωμής ΦΠΑ, τούτο θα πρέπει να γίνει σε συντελεστή 15% ως ήταν σε ισχύ καθ' ον χρόνο έγινε η συναλλαγή μεταξύ των μερών. Αιτιολογώ την καταληξή μου για το αγώγιμο δικαίωμα των Εναγόντων να εισπράξουν από την Εναγόμενη τον ΦΠΑ σε συντελεστή 15% ΦΠΑ ως εξής꞉ Το άρθρο 5
(1)(α) του περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας Νόμου (Ν.95(Ι)/2000), στο εξής «ο Νόμος») καθορίζει ως υποχρεωτική την επιβολή φόρου προστιθέμενης αξίας επί της παράδοσης αγαθών και της παροχής υπηρεσιών στο εσωτερικό της Δημοκρατίας, υπό ορισμένες ειδικά προβλεπόμενες στο Νόμο εξαιρέσεις. Στην παρούσα υπόθεση, δεν ηγέρθηκε από την Υπεράσπιση οποιοσδήποτε ισχυρισμός ότι οι παρασχεθείσες στην Εναγόμενη υπηρεσίες των Εναγόντων εξαιρούνται από το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 5
(1)(α) του Νόμου. Το άρθρο 5
(2)του ιδίου Νόμου καθορίζει ότι ο ΦΠΑ επί οποιασδήποτε παροχής υπηρεσιών είναι υποχρέωση του προσώπου που πραγματοποιεί την παράδοση ή παροχή και, τηρουμένων των διατάξεων για απόδοση λογαριασμού και καταβολή, καθίσταται οφειλόμενος κατά το χρόνο της συναλλαγής. Εν προκειμένω είναι υποχρέωση των Εναγόντων η επιβολή και η είσπραξη του ΦΠΑ από την Εναγόμενη και η καταβολή του προς το Κράτος. Τούτο εφόσον οι Ενάγοντες αποτελούν «υποκείμενο στο φόρο πρόσωπο» και εφόσον εκτελούν έναντι της Εναγόμενης μία «φορολογητέα συναλλαγή». Σύμφωνα με το άρθρο 6
(1)του Νόμου, υποκείμενο στο Φόρο πρόσωπο είναι κάθε πρόσωπο που είναι εγγεγραμμένο στο Μητρώο ΦΠΑ ή που απαιτείται να είναι εγγεγραμμένο με βάση το Νόμο. Σύμφωνα με το άρθρο 7
(1)του Νόμου, φορολογητέα συναλλαγή είναι κάθε παράδοση αγαθών ή παροχή υπηρεσιών που πραγματοποιείται στο εσωτερικό της Δημοκρατίας, η οποία δεν είναι εξαιρούμενη και η οποία ασκείται μέσα στα πλαίσια ή για προώθηση οποιασδήποτε επιχείρησης που ασκεί το υποκείμενο στο φόρο πρόσωπο. Στην παρούσα υπόθεση οι Ενάγοντες ρητά δικογράφησαν στην παρα. 1 της Έκθεσης Απαίτησής τους ότι αυτοί είναι εταιρεία δεόντως εγγεγραμμένη στο Μητρώο ΦΠΑ με αρ. εγγραφής 10053444Ε. Πράγματι, κατά την ακρόαση, οι Ενάγοντες παρουσίασαν τα έντυπα προσφοράς που χρησιμοποίησαν στη συναλλαγή τους με την Εναγόμενη και στα οποία αναγράφεται ο πιο πάνω αριθμός εγγραφής τους ως εταιρείας που είναι εγγεγραμμένη στο Μητρώο ΦΠΑ. Άρα, οι Ενάγοντες αποδεικνύεται ότι είναι υποκείμενο στο φόρο πρόσωπο κατά την έννοια του άρθρου 6 του Ν.95(Ι)/2000. Συνεπακόλουθα, οι Ενάγοντες αποδεικνύεται ότι είχαν υποχρέωση δυνάμει του άρθρου 5
(1)
(2)να επιβάλουν ΦΠΑ στην Εναγόμενη κατά την παράδοση αγαθών ή την παροχή υπηρεσιών εντός της Δημοκρατίας προς την Εναγόμενη και ότι ο φόρος τούτος κατέστη οφειλόμενος από την Εναγόμενη κατά το χρόνο της παράδοσης των αγαθών ή της παροχής των υπηρεσιών, εφόσον δεν αμφισβητείται ότι αυτή ήταν φορολογητέα συναλλαγή κατά την έννοια του νόμου. Το επόμενο ερώτητα είναι πότε νοείται για σκοπούς του Νόμου ότι γίνεται η παράδοση των αγαθών ή η παροχή των υπηρεσιών. Σύμφωνα με το άρθρο 9
(2)του Νόμου, μια παράδοση αγαθών θεωρείται ότι λαμβάνει χώρα, «(β) αν τα αγαθά δεν πρόκειται να μεταφερθούν, κατά το χρόνο που τίθενται στη διάθεση του προσώπου προς το οποίο παραδίδονται» και σύμφωνα με το άρθρο 9
(3)«μια παροχή υπηρεσιών θεωρείται ότι λαμβάνει χώρα κατά το χρόνο που εκτελούνται οι υπηρεσίες». Εφόσον οι Ενάγοντες εκτέλεσαν τις εργασίες για τις οποίες αξιώνουν ΦΠΑ, έχει όντως γεννηθεί η υποχρέωση επιβολής του ΦΠΑ προς την Εναγόμενη. Δεν είναι πρόωρη η έγερση της αγωγής, έστω και αν οι Ενάγοντες δεν εξέδωσαν προς την Εναγόμενη μέχρι σήμερα οποιοδήποτε τιμολόγιο ΦΠΑ, κατά την έννοια του Δέκατου Παραρτήματος του Νόμου. Ούτε μπορεί η Εναγόμενη να αποφύγει τη δική της συμβατική υποχρέωση έναντι των Εναγόντων για το μόνο λόγο ότι οι Ενάγοντες δεν εξέδωσαν τιμολόγιο ΦΠΑ σε αυτήν. Το ότι εξάλλου οι Ενάγοντες δεν εξέδωσαν νόμιμη απόδειξη προς την Εναγόμενη για τις μέχρι σήμερα γενόμενες πληρωμές είναι ξεχωριστό ζήτημα, ενδεχομένως με ποινικές προεκτάσεις για τους Ενάγοντες βάσει του άρθρου 46(11Α)[1] του Νόμου, το οποίο δεν εμπίπτει στα όρια της δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου να εξεταστεί ή/και να κριθεί. Ομοίως, το αν οι Ενάγοντες δεν απέδωσαν στο Κράτος τις μέχρι σήμερα γενόμενες από την Εναγόμενη πληρωμές (στο μέρος που αναλογούσε ΦΠΑ σε αυτές), ενδεχομένως να έχει συνέπειες για τους Ενάγοντες έναντι του Κράτους, αλλά δεν δύναται να απασχολήσει το Δικαστήριο στο πλαίσιο της παρούσας αγωγής. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Η αγωγή επιτυγχάνει. Επιδικάζεται υπέρ των Εναγόντων και εναντίον της Εναγομένης ποσό ΛΚ7.746 (€13.234), πλέον νόμιμο τόκο από την ημερομηνία καταχώρησης της αγωγής, πλέον τα δικηγορικά έξοδα ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, πλέον ΦΠΑ και έξοδα επίδοσης. (υπ.)................................................ Α. Πανταζή - Λάμπρου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Άρθρο 46(11Α) Οποιοδήποτε πρόσωπο παραλείπει να εκδώσει νόμιμη απόδειξη και να παραδίδει νόμιμη απόδειξη κατά το χρόνο της συναλλαγής σύμφωνα με κανονισμούς που εκδίδονται δυνάμει της παραγράφου 1Α
(1)του Δέκατου Παραρτήματος είναι ένοχο αδικήματος και σε περίπτωση καταδίκης του, υπόκειται σε χρηματική ποινή μέχρι χίλια επτακόσια ευρώ (€1700) ή σε ποινή φυλάκισης μέχρι τρία
(3)έτη ή και στις δύο αυτές ποινές. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.