← Κύπρος

Γεώργιος Κυπριανίδης ν. GF & AK RESTAURANTS LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 3122/14, 22/10/2015

Γεώργιος Κυπριανίδης ν. GF & AK RESTAURANTS LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 3122/14, 22/10/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2015:A409 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Ν. Γιαπανά, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3122/14 Μεταξύ:- Γεώργιος Κυπριανίδης Ενάγοντα -και-

  1. GF & AK RESTAURANTS LTD
  2. Αντώνης Κίκας
  3. Αντώνης Δημητρίου Εναγομένων Αίτηση ημερομηνίας 26.5.15 προς έκδοση προσωρινού διατάγματος ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 22.10.15 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντα - Αιτητή: κ. Δ. Παυλίδης Για Εναγόμενους 1 και 2 - Καθ΄ ων η Αίτηση: Χρ. Καρύδης για Α. Πατσαλίδη Για Εναγόμενο 3 - Καθ ου η Αίτηση : κ. Σ. Σταυρινίδης ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Ο ενάγων αποτάθηκε στο δικαστήριο μονομερώς προς έκδοση διαφόρων διαταγμάτων για την μη αποξένωση και/ή πρόκληση βλάβης ή ζημιάς στο stock και εξοπλισμό που παράνομα οικειοποιήθηκαν οι εναγόμενοι στο υποστατικό με την επωνυμία «Το Περιγιάλι στην Πόλη». Το δικαστήριο διέταξε όπως η αίτηση επιδοθεί στους καθ ων η αίτηση, οι οποίοι έφεραν ένσταση στην έκδοση των διαταγμάτων. Νομικό υπόβαθρο της αίτησης είναι ο Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμος Κεφ.6, αρ. 4, 5 και 9, η Δ.48 θ.2 και τα αρ. 31 και 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου Ν.14/
  4. Η παράθεση των προβαλλόμενων εκατέρωθεν ισχυρισμών κρίνεται αναγκαία ώστε να θέσει το υπόβαθρο και να διαφανούν τα πραγματικά γεγονότα επί των οποίων η κάθε πλευρά προβάλει τις θέσεις της. Σύμφωνα με τον ενάγοντα είναι ο ιδιοκτήτης της εμπορικής εύνοιας, φήμης και πελατείας της επιχείρησης «Τα 10 Φανάρια» καθώς και του εξοπλισμού, των αντικειμένων και των εμπορευμάτων της επιχείρησης. Ήταν και είναι ο νόμιμος ενοικιαστής του υποστατικού που βρίσκεται στην οδό Κεφαλληνίας 5 στην Ακρόπολη. Την 22.12.09 αγόρασε από τον Κυριάκο Χαραλάμπους την πιο πάνω επιχείρηση αντί του ποσού των €160.000 σύμφωνα με τα επισυνημμένα έγγραφα, στα οποία καταγράφεται και ο εξοπλισμός τον οποίο αγόρασε. Η ρηθείσα επιχείρηση λειτουργεί ως ψαροταβέρνα και μετέπειτα μετονομάστηκε σε «Περιγιάλι στην Πόλη». Το ενοίκιο ανέρχεται στο ποσό των €1.332,71 το οποίο καταβάλλεται στον ιδιοκτήτη του υποστατικού. Επειδή ο αιτητής εργάζεται και διαμένει στο Λατσί στην Πάφο, διόρισε ως διαχειριστή της επιχείρησης του τον γαμπρό του Γιώργο Φιλίππου που ήταν άτομο της απολύτου εμπιστοσύνης του. Κατόπιν εισήγησης του Φιλίππου και της σύμφωνης γνώμης και του ιδίου, διόρισαν ως δεύτερο διαχειριστή στην επιχείρηση τον εναγόμενο 2 που είναι διευθυντής της εναγόμενης
  5. Ο εναγόμενος 2 του ανέφερε την πρόθεση του για την εξαγορά του μεριδίου του. Του είπε ότι αν εξεύρισκε €170.000 για την εξαγορά του 50% της επιχείρησης, δεν θα είχε πρόβλημα να παρέδιδε το υπόλοιπο 50% στον γαμπρό του με σκοπό να συνεχίσουν οι δύο τους την εκμετάλλευση της επιχείρησης. Ο εναγόμενος 2 του κατέβαλε το ποσό των €20.000, πλέον €15.000 καθυστερημένα ενοίκια του υποστατικού ως ήταν η μεταξύ τους συμφωνία, χωρίς να καταβάλει οποιονδήποτε άλλο ποσό. Μετά από τις επανειλημμένες οχλήσεις του προς τον εναγόμενο 2 αυτός του έδωσε κενές μεταχρονολογημένες επιταγές τις οποίες συμπλήρωσε, με την συγκατάθεση του εναγόμενου 2, για τα ποσά των €6.000 και €12.
  6. Επιστράφηκαν όμως απλήρωτες και ο εναγόμενος 2 του έδωσε άλλη επιταγή της αδελφής του για το ποσό των €23.500 η οποία επιστράφηκε και αυτή απλήρωτη. Παρά την προφορική συμφωνία των εναγομένων 2 και 3 κανένα ποσό δεν του παραδόθηκε και ο εναγόμενος 3 είπε στην αδελφή του ότι θα απέστελλε €500 μηνιαίως ως αντίτιμο της αγοράς από τους εναγόμενους 1 και 2, πράγμα το οποίο και δεν έγινε και συνεπώς η συμφωνία πώλησης της επιχείρησης ακυρώθηκε. Η εναγόμενη 1 παράνομα πώλησε την επιχείρηση στον εναγόμενο
  7. Η επιχείρηση όπως τον πληροφόρησαν οι δυο διαχειριστές κατέγραφε ζημιές και την 3.3.13 ο γαμπρός του υπέστη εγκεφαλικό επεισόδιο με αποτέλεσμα να μην μπορεί να περπατήσει και να μιλήσει. Την 13.5.13 πληροφορήθηκε από υπάλληλο της επιχείρησης ότι οι εναγόμενοι 1 και 2 διαπραγματεύονταν την πώληση της επιχείρησης και ότι συναντήθηκαν με τον πρώην ιδιοκτήτη για πώληση της επιχείρησης χωρίς την δική του συγκατάθεση. Ο εναγόμενος 2 του επιβεβαίωσε την πρόθεση του για την πώληση της επιχείρησης λέγοντας του ότι αυτός ήταν ο ιδιοκτήτης και πως είχε υπογράψει και σύμβαση ενοικίασης με τον ιδιοκτήτη προ έξη μηνών. Ο ίδιος ποτέ δεν είχε υπογράψει σύμβαση ενοικίασης με τον ιδιοκτήτη και η συμφωνία τους ήταν προφορική. Την 6.6.13 επιχείρησε να εισέλθει εντός του εστιατορίου με τα κλειδιά που είχε και αντιλήφθηκε ότι άλλαξαν οι κλειδαριές. Την 29.11.13 η εναγόμενη 1 πώλησε παράνομα στον εναγόμενο 3 την επιχείρηση και τον εξοπλισμό ενώ ιδιοκτήτης είναι ο ίδιος. Ο εξοπλισμός είναι αξίας €300.000 όπως και η εμπορική εύνοια, η φήμη και η πελατεία της επιχείρησης και στο παρόν στάδιο του είναι αδύνατον να εκτιμήσει την ζημιά η οποία είναι ανεπανόρθωτη. Την 20.5.15 πληροφορήθηκε ότι ο εναγόμενος 3 θα πωλήσει τον εξοπλισμό που βρίσκεται εντός της επιχείρησης, ο οποίος ισχυρίζεται ότι είναι δικός του γιατί τον αγόρασε από τους εναγόμενους 1 και
  8. Οι καθ ων η αίτηση 1 και 2 στην ένορκη δήλωση του καθ ου η αίτηση 2 που υποστηρίζει την ένσταση, προβάλουν σειρά γεγονότων τα οποία κατά τον ισχυρισμό τους αποτελούν ψεύδη του αιτητή. Έτσι είναι η θέση τους ότι ο ενάγων ποτέ δεν ήταν ενοικιαστής του ρηθέντος υποστατικού. Το κατείχε παράνομα και ο ιδιοκτήτης έκδωσε διάταγμα έξωσης και παράδοσης του υποστατικού εναντίον του. Το ενοίκιο είναι €1.441 μηνιαίως και το καταβάλλει η εναγόμενη 1 και όχι ως ισχυρίζεται ο ενάγων. Είναι επίσης η θέση του καθ ου η αίτηση 2 ότι ο ενάγων ποτέ δεν τον διόρισε ως δεύτερο διαχειριστή της επιχείρησης, ούτε και του ανέφερε κάτι τέτοιο ο Φιλίππου, ο οποίος ήταν και ο μόνος που γνώριζε. Τον ενάγοντα ποτέ δεν τον είδε, ούτε τον γνώριζε, ούτε μίλησε ποτέ μαζί του και η πρώτη φορά που τον είδε ήταν τον Μάιο του 2013 που είχε κλείσει το υποστατικό. Ο Φιλίππου εμφανιζόταν ως ο μόνος ιδιοκτήτης της επιχείρησης και τον πίεζε να μπει ως συνέταιρος και στην συνέχεια ως μοναδικός ιδιοκτήτης. Οι ισχυρισμοί του ενάγοντα ότι του είπε να καταβάλει €170.000 για εξαγορά του 50% της επιχείρησης και δεν είχε πρόβλημα να παρέδιδε το υπόλοιπο στον Φιλίππου για να συνεχίσουν οι δυο τους, είναι ψευδείς και ανυπόστατοι. Τέτοια συζήτηση δεν έγινε ποτέ μεταξύ του και του ενάγοντα καθότι δεν τον γνώριζε. Ψεύδη αποτελούν επίσης οι ισχυρισμοί ότι κατέβαλε στον ενάγοντα €20.000 ως προκαταβολή των €170.000 ως συμφωνηθείσα τιμή του 50% της επιχείρησης, πλέον €15.000 καθυστερημένα ενοίκια, γιατί δεν γνώριζε τον ενάγοντα. Για οτιδήποτε αφορούσε την επιχείρηση μιλούσε με τον Φιλίππου και κανένα ποσό δεν έδωσε στον ενάγοντα γιατί δεν τον γνώριζε ούτε τον είδε ποτέ του. Τα αληθή γεγονότα σύμφωνα με τον καθ ου η αίτηση 2 είναι ότι ο μόνος ιδιοκτήτης της επιχείρησης που γνώρισε ήταν ο Γεώργιος Φιλίππου, ο οποίος ως πληροφορήθηκε πρόσφατα και εκ των υστέρων, είναι πτωχεύσας από το 2004 και δεν θα μπορούσε να είναι ιδιοκτήτης της επιχείρησης, αλλά ούτε και διαχειριστής όπως τον παρουσιάζει ο ενάγων. Είναι η θέση του ότι εξαπατήθηκε από τον Φιλίππου και τον ενάγοντα με σκοπό να του αποσπάσουν χρηματικά ποσά ύψους €428.757,72 τα οποία και ανταπαιτεί από τον ενάγοντα και τον γαμπρό του, τον οποίο κατέστησε δυνάμει διατάγματος του δικαστηρίου τριτοδιάδικο. Ότι την απάτη την κινούσε ο ενάγων το υποψιάστηκε εκ των υστέρων. Καταγράφει λεπτομέρειες του δόλου και της απάτης του ενάγοντα και του γαμπρού του, του Γιώργου Φιλίππου. Προκύπτει από αυτές ότι ο Φιλίππου εν γνώσει του ενάγοντα απέκρυψε από τους εναγόμενους 1 και 2 ότι ήταν πτωχεύσας και ο Φιλίππου τον προέτρεψε να συστήσουν μαζί εταιρεία, την εναγόμενη 1, με εμπιστευματοδόχο τον ίδιο. Αυτό επιβεβαιώνεται και από το γεγονός ότι τα αρχικά της εναγόμενης 1 εταιρείας GF σημαίνει Γιώργος Φιλίππου και AK το όνομα του, δηλαδή Αντώνης Κίκας. Τον ενάγοντα δεν τον γνώριζε ούτε τον είδε ποτέ του. Το 2011 δεχόταν πιέσεις από τον Φιλίππου που παρουσιαζόταν ως μοναδικός ιδιοκτήτης της επιχείρησης για να μπει ως συνέταιρος και στην συνέχεια ως μοναδικός ιδιοκτήτης. Οι εναγόμενοι 1 και 2 κατέβαλαν μεγάλα ποσά στον Φιλίππου για την αγορά της επιχείρησης τα οποία και ανταπαιτούν τόσο από τον ενάγοντα όσο και τον γαμπρό του. Στη συνέχεια καταγράφει λεπτομερώς τα ποσά που οι εναγόμενοι 1 και 2 κατέβαλαν στον Φιλίππου. Ανέρχονται στο συνολικό ποσό των €123.644,95 καταβληθέντα μεταξύ Σεπτεμβρίου του 2011 και 31.1.
  9. Τον Ιανουάριο του 2012 συνεστήθη η εναγομένη 1 που προέβη σε συνομολόγηση ενοικιαστηρίου εγγράφου με τον ιδιοκτήτη του υποστατικού και άρχισε να καταβάλλει το ρηθέν ενοίκιο. Κατέβαλε επίσης στον ενάγοντα, σύμφωνα με λεπτομέρειες των ποσών που καταγράφονται στην ένορκη του δήλωση, από την 3.1.12 μέχρι την 4.4.13 το συνολικό ποσό των €50.
  10. Κατέβαλαν επίσης €65.169,77 σε προμηθευτές κατά το κλείσιμο της επιχείρησης τον Μάιο του 2013, €10.000 σε νερό, ρεύμα και τηλέφωνα και €33.143 σε ενοίκια. Το συνολικό ποσό που τους απέσπασαν ο ενάγων και ο γαμπρός του με δόλο και ψευδείς παραστάσεις ανέρχεται στα €428.757,
  11. Όταν ο Φιλίππου αρρώστησε και ο ενάγων δεν μπορούσε να συνεχίσει την δόλια πλεκτάνη του, εμφανίστηκε από το πουθενά και του ζήτησε να λειτουργήσουν ξανά την επιχείρηση, πράγμα το οποίο αρνήθηκε γιατί καταστράφηκε οικονομικά. Ο καθ ου η αίτηση 3 από την πλευρά του αναφέρει ότι από την 29.11.13 είναι ο μοναδικός ιδιοκτήτης της επιχείρησης δυνάμει συμφωνίας μεταξύ του και της εναγομένης
  12. Την αγόρασε έναντι του ποσού των €40.000 και την 1.12.13 υπέγραψε συμφωνία μίσθωσης με τον ιδιοκτήτη του υποστατικού. Τα γεγονότα που αναφέρει ο ενάγων δεν τα γνωρίζει και τα έμαθε όταν του επιδόθηκε η αγωγή. Από τον Μάιο του 2013 μέχρι τον Δεκέμβριο του 2013 η επιχείρηση ήταν κλειστή μέχρι που την αγόρασε ο ίδιος με καλή τη πίστει χωρίς να γνωρίζει αν ο ενάγων και ο εναγόμενος 2 είχαν μεταξύ τους διαφορές. Προέβη σε όλα τα διαβήματα για την επαναλειτουργία της επιχείρησης, ήτοι απλήρωτους λογαριασμούς τηλεφώνων, ενώ για την ανάκτηση των ίδιων αριθμών τηλεφώνων κατέβαλε μεγάλα ποσά, πλήρωσε απλήρωτους λογαριασμούς ηλεκτρικού ρεύματος καθώς και ετοιμασία νέων σχεδίων ηλεκτρικής εγκατάστασης. Τα ελάχιστα εμπορεύματα που υπήρχαν, ψάρια και θαλασσινά είδη, βρίσκονταν για 7 μήνες και δεν μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν. Το ποσό των €300.000 που αναφέρει ο ενάγων είναι αυθαίρετο και εξωπραγματικό αφού ο ίδιος, σύμφωνα με την συνημμένη συμφωνία αγόρασε την επιχείρηση για το ποσό των €40.000 γιατί τα περισσότερα εκ των αντικειμένων δεν ήταν λειτουργήσιμα. Ουδέποτε επικοινώνησε με τον ενάγοντα ή με οποιονδήποτε άλλο και οι ισχυρισμοί του περί αυτού είναι παραπλανητικοί, ψευδείς και ανυπόστατοι. Τέλος είναι η θέση του ότι σε καμιά περίπτωση δεν σκοπεύει να πωλήσει την επιχείρηση, οι περί αντιθέτου ισχυρισμοί του ενάγοντα είναι ανυπόστατοι και το εστιατόριο εργάζεται καθημερινά πλην της Δευτέρας. Κατά την ακρόαση οι δικηγόροι προχώρησαν σε αγορεύσεις και κανένας εκ των ομνυόντων δεν αντεξετάστηκε. Ο δικηγόρος του αιτητή αναφέρεται στις αρχές που διέπουν την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων και είναι η θέση του ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου προς όφελος του αιτητή. Τα θέματα που εγείρονται από τον δικηγόρο των καθ ων η αίτηση 1 και 2, πέραν της ουσίας των γεγονότων και των εκατέρωθεν ισχυρισμών, είναι η απόκρυψη ουσιωδών γεγονότων, η αντιφατικότητα των ισχυρισμών και τα ψεύδη του αιτητή, αναλύοντας τους ισχυρισμούς του αιτητή σε αντιπαράθεση με τους ισχυρισμούς των καθ ων η αίτηση 1 και 2, με την εισήγηση ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις προς έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Τέλος ο δικηγόρος του καθ ου η αίτηση 3 αναλύει τις αρχές που εφαρμόζονται επί ενδιαμέσων διαταγμάτων και είναι η θέση του ότι ο αιτητής απέκρυψε ουσιώδη γεγονότα από το δικαστήριο, τα οποία και απαριθμεί, σε συνάρτηση με το γεγονός ότι τα γεγονότα όπως αυτά αναφέρονται από τον αιτητή δεν στοιχειοθετούν το κατεπείγον. Είναι τέλος η εισήγηση του ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις προς έκδοση των διαταγμάτων και η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί. Επειδή και οι δυο δικηγόροι των καθ ων η αίτηση αναφέρονται στο στοιχείο του κατεπείγοντος αφενός και της απόκρυψης γεγονότων από την άλλη, θα πρέπει εξ αρχής να διευκρινιστεί ότι παρόλο που ο αιτητής αποτάθηκε μονομερώς προς έκδοση των διαταγμάτων, το δικαστήριο έδωσε οδηγίες όπως η αίτηση επιδοθεί. Κατά συνέπεια τα δυο πιο πάνω στοιχεία που γίνεται αναφορά από τους δικηγόρους δεν μπορούν να τύχουν εφαρμογής στην παρούσα υπόθεση. Το δικαστήριο στη βάση των πιο πάνω γεγονότων θα προχωρήσει να εξετάσει αν πληρούνται οι προϋποθέσεις που τάσσει η νομολογία επί προσωρινών διαταγμάτων. Είναι νομολογημένο ότι το άρθρο 32 του Νόμου 14/60 περιέχει το ουσιαστικό δίκαιο για τα προσωρινά διατάγματα, η δε δικονομία ρυθμίζεται από τον Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ. 6 και τους Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς (Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co Ltd

(2002)1 Α.Α.Δ 2015). Στη διαδικασία του προσωρινού διατάγματος το έργο του Δικαστηρίου περιορίζεται στη διαπίστωση του κατά πόσο ικανοποιούνται οι τρεις προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 32 του Νόμου 14/60 όπως αυτές έχουν αποκρυσταλλωθεί σε πλειάδα αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Η ύπαρξη των τριών θεσμικών προϋποθέσεων από μόνη της δεν είναι αρκετή. Στο τελικό στάδιο το Δικαστήριο θα πρέπει επιπρόσθετα να σταθμίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδοθεί ένα τέτοιο διάταγμα (Odysseos v. Pieris Estates and others
(1982)1 C.L.R 557, Τσιαντή ν. Hellenic Bank (Investments) Ltd
(2001)1 Α.Α.Δ 2029 και Eurocypria Airlines Ltd υπό εκκαθάριση μέσω του εκκαθαριστή της Κρις Ιακωβίδη, ν. Κυπριακή Δημοκρατία μέσω Γενικού Εισαγγελέα κ.ά, Πολ. Έφεση Αρ.170/11 ημερ.20.10.11). Είναι σημαντικό να λεχθεί ότι το Δικαστήριο στο στάδιο αυτό δεν πρόκειται να διεξέλθει τη μαρτυρία με γνώμονα τη διαπίστωση γεγονότων, ή την τελεσίδικη αξιοπιστία της (Σεβαστού ν. Σεβαστού
(2002)1 Α.Α.Δ 1980). Η μαρτυρία θα υποστεί κάποια, έστω, πρωταρχική αξιολόγηση που είναι αναγκαία για να μπορέσει το Δικαστήριο να συνεκτιμήσει την αποδεικτική δύναμη της κάθε πλευράς, έστω και στο περιορισμένο στάδιο της παρούσας διαδικασίας. Τελεσίδικα βέβαια ευρήματα και εξαγωγή τελικών συμπερασμάτων στο στάδιο αυτό δεν θα εξαχθούν. Υπάρχουν ως έχει διαφανεί εκ διαμέτρου αντίθετες εκδοχές και ισχυρισμοί, και εκ των πραγμάτων θα συνεκτιμηθούν. Κατά συνέπεια και αναπόφευκτα κάποια πρώιμη αξιολόγηση και απεικόνιση της μαρτυρίας στην όψη της, προς συνεκτίμηση στα πλαίσια εξεύρεσης και διαπίστωσης αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις που τάσσει η νομολογία κρίνεται αναγκαία (Όξυνου κ.ά ν. Μαρία Ρόλη Λούη, Πολ. Έφεση 310/08 ημερ.17.6.11). Έχει τονιστεί ότι στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο δεν εξετάζει σε βάθος την προσφερόμενη μαρτυρία για να προβεί σε αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων και δεν καταλήγει σε ευρήματα γεγονότων, εκτός μόνο για την εξακρίβωση εκείνων των αναγκαίων στοιχείων που θεωρούνται απαραίτητα για τη θεμελίωση των κριτηρίων του άρθρου 32 (Κυρίλλου ν. Λάμπρου
(2004)1 Α.Α.Δ 1528). Έτσι η κρίση του Δικαστηρίου περί του αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις θα κριθεί μέσα στο πιο πάνω νομολογιακό πλαίσιο, και έχοντας κατά νου βέβαια ότι το βάρος απόδειξης των ισχυρισμών παραμένει σε εκείνον που επιζητά την έκδοση του διατάγματος, για να ικανοποιήσει ότι πληρούνται και συντρέχουν οι τασσόμενες από τη νομολογία προϋποθέσεις. Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος που τίθεται ως πρώτη προϋπόθεση, έχει εξηγηθεί ότι δεν απαιτείται τίποτε περισσότερο από του να καταδειχθεί ότι αποκαλύπτεται συζητήσιμη υπόθεση, σε συσχετισμό με τη νομική θεμελίωση της αξίωσης, με αναφορά στις αξιώσεις στο δικόγραφο της αγωγής και της γενικής οπισθογράφησης, ενώ το δεύτερο κριτήριο, αλληλένδετο κατά ένα τρόπο και σε κάποιο βαθμό με το πρώτο, ικανοποιείται με την προσφερόμενη μαρτυρία και την αποδεικτική της δύναμη που αφορά την ορατή πιθανότητα επιτυχίας του νομικού βάθρου της αγωγής. Ότι απαιτείται να καταδειχθεί προς ικανοποίηση του κριτηρίου αυτού, είναι κάτι περισσότερο από την απλή πιθανολόγηση αλλά και κάτι λιγότερο από το βαθμό του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Αν ο αιτητής καταδείξει μέσα από την προσκομισθείσα μαρτυρία το στοιχείο αυτό, στο βαθμό και το εύρος που απαιτείται, τότε το κριτήριο θεωρείται ότι ικανοποιείται. Το τρίτο κριτήριο ικανοποιείται εφόσον καταδειχθεί ότι είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Τελικά, όταν ληφθούν υπόψη όλοι οι ανωτέρω παράγοντες, το Δικαστήριο θα πρέπει να αποφασίσει κατά πόσο είναι δίκαιο ή πρόσφορο να εκδώσει το διάταγμα. Από όσα έχουν εκτεθεί είναι φανερό πως εκφράζονται εντελώς διισταμένες θέσεις επί των γεγονότων που συνθέτουν το πραγματικό υπόβαθρο που περιβάλλει τα επίδικα θέματα. Αναδύεται πως, με βάση το γεγονός ότι οι εκατέρωθεν θέσεις προβάλλονται με ένορκες δηλώσεις, το ζήτημα θα εξεταστεί στη βάση αυτών, αλλά και του νομολογιακού πλαισίου που καθορίζει τον τρόπο με τον οποίο διεξάγονται οι ακροάσεις αιτήσεων με ένορκες δηλώσεις. Είναι βεβαίως σαφές και ξεκάθαρο, πως δεδομένου του πρώιμου σταδίου που βρίσκεται η υπόθεση, το δικαστήριο, ως έχει λεχθεί, κατά την εξέταση των πιο πάνω κριτηρίων δεν υπεισέρχεται στην ουσία της υπόθεσης και δεν εξάγει τελικά συμπεράσματα. Υπάρχει μια σημαντική παράμετρος, καθοριστική ως προς την εξέταση των προϋποθέσεων, απτόμενη του πραγματικού υποβάθρου της αίτησης, που αφορά τον τρόπο προσέγγισης της εκατέρωθεν αντικρουόμενης μαρτυρίας και ισχυρισμών. Στην υπόθεση Blue Arrow General Trading Ltd v. Μικρού
(2000)1 Α.Α.Δ. 1427 υπεδείχθη ότι με την τροποποίηση της Δ.48 και κατ' επέκταση των νομολογηθέντων στην Louis Vuitton v. Dermosak Ltd κ.ά
(1992)1 Α.Α.Δ. 1453, δεν απαιτείται πλέον η υποχρέωση προσκόμισης πρόσθετης προφορικής μαρτυρίας προς απόδειξη των ισχυρισμών, με την υπόδειξη ότι ο εφεσείων είχε το δικαίωμα να ζητήσει την αντεξέταση της εφεσίβλητης επί του περιεχομένου της ενόρκου δηλώσεως της, πράγμα που δεν έπραξε. Με άλλα λόγια δεν ανετράπη το βάρος που φέρει ο αιτητής να ικανοποιήσει το δικαστήριο ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις προς έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων. Το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων αποτελεί τη μαρτυρία επί της οποίας θα στηριχθεί το Δικαστήριο και διέπεται κάτω από τις πρόνοιες της Δ.
  1. Και ακριβώς προς αυτή την κατεύθυνση αποτελεί η νομολογιακή αρχή ότι το περιεχόμενο της ενόρκου δηλώσεως αποτελεί το αποδεικτικό μέσο (Βιολάρης ν. Marfin Popular Public Bank Co. Ltd, Πολ. Έφεση 411/08 ημερ. 24.5.12). Είναι γνωστό ότι η ακρόαση των αιτήσεων διέπονται από τη Δ.48 θ.
  2. Σύμφωνα με τη διαταγή αυτή, αντίθετα με το τι ίσχυε προηγουμένως, δεν προσκομίζεται πλέον μαρτυρία, αλλά η ακρόαση γίνεται μέσα από το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων. Αμφισβήτηση ενόρκων δηλώσεων μπορεί να γίνει με αντεξέταση κατόπιν αδείας του Δικαστηρίου, είτε με ένορκες δηλώσεις ή με οποιοδήποτε άλλο παραδεκτό τρόπο (Πατούρης v. Hellenic Bank Ltd
(2001)1 Α.Α.Δ. 2118). Στην υπόθεση Εκδόσεις Αρκτίνος Λτδ κ.ά
(2006)1Β Α.Α.Δ. 1013 υπεδείχθη ότι ισχυρισμοί επί ενόρκων δηλώσεων που δεν αντεξετάστηκαν επί του περιεχομένου τους παραμένουν ακλόνητοι και ως εκ τούτου δεν μπορεί παρά να γίνουν αποδεκτοί. Παραπέμπω σχετικώς και στην υπόδειξη του Εφετείου στην υπόθεση Favero General Trading Ltd κ.ά ν. Medusa Constructions Ltd, Πολ. Έφεση 258/09 ημερ. 12.11.12 ότι ο καθ ου η αίτηση δεν αντεξετάστηκε επί του περιεχομένου της ενόρκου δηλώσεως του και επομένως οι ισχυρισμοί του δεν αμφισβητήθηκαν. Άμεσα σχετική και χρήσιμη επί του συζητούμενου είναι και η υπόθεση Thinking Steel International B.V v. Caramondani Bros Public Co Ltd Πολ. Έφεση Αρ.361/08 ημερ.29.6.
  1. Έχουν παρατεθεί οι εκατέρωθεν ισχυρισμοί και αποτελεί διαπίστωση ότι οι καθ ων η αίτηση προβάλλουν σειρά γεγονότων τα οποία πέραν του ότι παρέμειναν αναπάντητα από τον αιτητή και ως εκ τούτου αναντίλεκτα, δημιουργούν μια εικόνα τελείως διαφορετική από όσα προβάλλει ο αιτητής. Δεν θα γίνει επανάληψη των εκατέρωθεν ισχυρισμών γιατί τα κύρια σημεία των γεγονότων επί των οποίων εδράζεται η κάθε πλευρά έχουν καταγραφεί. Θα επιχειρηθεί μια σύνοψη, δι' αντιπαραβολής των εκατέρωθεν ισχυρισμών, ώστε να συνεκτιμηθούν κάτω από για γενική θεώρηση των πραγμάτων και όχι ως εγχείρημα αξιολόγησης και κατάληξης τελικών ευρημάτων. Το πρώτο θέμα αφορά τον εξοπλισμό της επιχείρησης. Ο ενάγων αναφέρει ότι αγόρασε το 2009 την επιχείρηση και τον εξοπλισμό για το ποσό των €170.000 ως τα σχετικά έγγραφα που επισύναψε, στην αίτηση του όμως και στην ένορκη του δήλωση, αναγάγει την αξία τους σε €300.000, ενώ ο καθ ου η αίτηση 3 σύμφωνα με το συνημμένο της δικής του ενόρκου δηλώσεως έγγραφο, αγόρασε το σύνολο της επιχείρησης το 2013 για το ποσό των €40.
  2. Ο ισχυρισμός αυτός δεν έχει αμφισβητηθεί και ως εκ τούτου θέτει το σύνολο του αξιούμενου ποσού εκ μέρους του ενάγοντα σε άλλη εντελώς διαφορετική βάση, λαμβανομένης υπόψη και της χρονικής διαφοράς των 4 χρόνων μεταξύ της αγοράς τους, αλλά και στο αναντίλεκτο γεγονός ότι η επιχείρηση όταν την αγόρασε ο καθ ου η αίτηση 3 ήταν κλειστή και συνέχισε να παραμένει κλειστή για 7 μήνες. Γεγονός που ως συνάγεται ήταν σε γνώση του ενάγοντα. Και περαιτέρω σύμφωνα με τον καθ ου η αίτηση 3, τα περισσότερα εκ των αντικειμένων όταν τα αγόρασε δεν ήταν σε λειτουργήσιμη κατάσταση. Εξάγεται περαιτέρω από το σύνολο των γεγονότων, ότι ο Φιλίππου αποτελεί σημαντικό αν όχι και καίριο συνδετικό στοιχείο και κύριο κρίκο στην αλυσίδα των γεγονότων που έλαβαν χώρα. Εξάγεται επίσης πως σύμφωνα με τον ενάγοντα ήταν ο διαχειριστής της επίδικης επιχείρησης και της απολύτου εμπιστοσύνης του. Αυτό όμως καθόσον αφορά τις μεταξύ τους σχέσεις, γιατί ο εναγόμενος 2 αρνείται ότι γνώριζε τον ενάγοντα, ούτε και ότι ο ίδιος διορίστηκε ποτέ από αυτόν ως διαχειριστής. Ομοίως αρνείται ότι εξέφρασε ποτέ προς τον ενάγοντα την επιθυμία του να αγοράσει την επιχείρηση, ή ότι του κατέβαλε προς αυτή την κατεύθυνση οποιοδήποτε ποσό. Μάλιστα, ως αναφέρει, γνώρισε για πρώτη φορά τον ενάγοντα τον Μάιο του 2013 που είχε κλείσει η επιχείρηση. Πρόκειται συναφώς για σημαντικούς ισχυρισμούς που παρέμειναν αναντίλεκτοι εκ μέρους του αιτητή, καθώς επίσης και ότι, σύμφωνα με τον εναγόμενο 2, ο Φιλίππου εμφανιζόταν ως ο μοναδικός ιδιοκτήτης της επιχείρησης, καθώς και όσα συνακόλουθα αναλύει και εξηγά σε σχέση με την εναγομένη 1 εταιρεία. Αναπάντητοι παρέμειναν επίσης οι ισχυρισμοί του εναγομένου 2 ότι εξαπατήθηκε τόσο από τον ενάγοντα όσο και τον Φιλίππου και τους κατέβαλε το συνολικό ποσό των €428.757,
  3. Δεν χωρεί βεβαίως αμφιβολία ότι πρόκειται για σημαντικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι θα έπρεπε με κάποιο τρόπο να απαντηθούν από τον ενάγοντα, αφού εγείρουν σειρά ερωτημάτων επί γεγονότων που ανατρέπουν τον πυρήνα των ισχυρισμών του ενάγοντα. Ομοίως ο καθ ου η αίτηση 3 από την πλευρά του, αναφέρει ότι δεν γνωρίζει τον ενάγοντα ούτε και μίλησε ποτέ μαζί του, και πως, οι ισχυρισμοί του περί επικοινωνίας τους είναι ψευδείς και ανυπόστατοι. Προσθέτει δε ότι δεν όφειλε κανένα ποσό στον ενάγοντα και η συμφωνία του έγινε με την εναγομένη
  4. Κυρίως δε αρνείται ότι μίλησε με τον ενάγοντα και πως του είπε ότι θα πωλήσει τον εξοπλισμό της επιχείρησης. Το δικαστήριο δεν θα υπεισέλθει στην ουσία των ισχυρισμών, πλην όμως δεν μπορεί να παραγνωριστεί πως όσα αναντιλέκτως προβάλουν οι καθ ων η αίτηση, και κυρίως ο καθ ου η αίτηση 2 ότι ο Φιλίππου συναλλάχθηκε μαζί τους παρουσιαζόμενος ως ο ιδιοκτήτης της επιχείρησης. Ούτε και μπορεί να παραβλεφθεί ότι ενώ ο ενάγων γνώριζε τα διαδραματισθέντα που ελάμβαναν χώρα από το 2013, όπως αναντιλέκτως αναφέρει ο καθ ου η αίτηση 2 που τον είδε για πρώτη φορά τότε, όχι μόνο δεν αντέδρασε ή και διαμαρτυρήθηκε, αλλά ούτε και ήγειρε προς τον καθ ου η αίτηση 2 οτιδήποτε. Αλλά ούτε και προς τον καθ ου η αίτηση 3 όταν αγόρασε την επιχείρηση με τον εξοπλισμό δεν φαίνεται να αντέδρασε και να εγείρει θέμα της ιδιοκτησίας της επιχείρησης και του εξοπλισμού. Αναπάντητοι τέλος παρέμειναν οι ισχυρισμοί των εναγομένων 1 και 2 ότι κατέβαλαν τόσο στον ενάγοντα όσο και στον Φιλίππου όλα εκείνα τα ποσά που διεξοδικά αναφέρονται στην ένορκη δήλωση του καθ ου η αίτηση
  5. Πρόκειται για ισχυρισμούς που εύλογα κλονίζουν τις διάφορες θέσεις και ισχυρισμούς του ενάγοντα και με κάποιο τρόπο αναμένετο να απαντηθούν ή να αμφισβητηθούν. Συνακόλουθο θέμα που προκαλεί περαιτέρω ρήγματα στους ισχυρισμούς του ενάγοντα αλλά και που δημιουργεί αμφιβολίες για την άμεση σχέση του με την επίδικη επιχείρηση, αποτελεί το γεγονός ότι ενώ ισχυρίζεται ότι είναι ο νόμιμος ενοικιαστής, με βάση τα έγγραφα που επισυνάπτει ο καθ ου η αίτηση 3 όχι μόνο δεν είναι ο νόμιμος ενοικιαστής αλλά και το ενοίκιο είναι διαφορετικό από εκείνο που ισχυρίζεται. Περαιτέρω αναπάντητος παρέμεινε ο ισχυρισμός του εναγομένου 2 ότι ο Φιλίππου εμφανιζόταν ως ο ιδιοκτήτης της επιχείρησης και πως μαζί ενέγραψαν την εναγομένη 1 εταιρεία με τις επεξηγήσεις που αναφέρει σε σχέση με το θέμα αυτό. Η εικόνα συνεπώς που αναδύεται από όσα αναντίλεκτα αναφέρουν οι καθ' ων η αίτηση ανατρέπουν τους βασικούς ισχυρισμούς του ενάγοντα και εκτροχιάζουν τον βασικό κορμό των γεγονότων επί των οποίων αυτός εδράζεται προς υποστήριξη της έκδοσης των αιτουμένων διαταγμάτων. Δημιουργούν πολλαπλά κενά και ποικίλα ερωτήματα, σε βαθμό τέτοιο, που κλονίζουν την βασιμότητα των ισχυρισμών του ενάγοντα, εξεταζόμενοι πάντοτε υπό το πρίσμα των προϋποθέσεων που τάσσει η νομολογία. Η θέση των καθ ων η αίτηση ότι οι ισχυρισμοί του ενάγοντα είναι ψευδείς και ανυπόστατοι κρίνεται πως δεν χρειάζεται να σχολιασθούν, δεν είναι αυτό το κατάλληλο στάδιο προς αξιολόγηση της μαρτυρίας, αλλά από την άλλη αντιπαραβάλλοντας όσα οι καθ ων η αίτηση αναντιλέκτως αναφέρουν, εκθεμελιώνουν από την άποψη της αποδεικτικής τους δύναμης, τους ισχυρισμούς του ενάγοντα. Οι πιο πάνω κρίσεις αποτελούν μια γενική θεώρηση και συνεκτίμηση των εκατέρωθεν θέσεων όπως προέκυψαν από τις αντίστοιχες ένορκες δηλώσεις ώστε ανιχνευόμενες στον επιτρεπτό βαθμό, να κριθεί αν αναδύεται εκ πρώτης όψεως αρκετό υλικό για τους σκοπούς της ενδιάμεσης διαδικασίας, που είναι σε τελική ανάλυση οι σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας υπάρξεως του ουσιαστικού δικαιώματος του ενάγοντα - αιτητή και όχι η απόδειξη του, καθώς και η ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Περιττό δε να επαναληφθεί ότι δεν συνιστούν ευρήματα αφού δεν είναι το στάδιο αυτό που η μαρτυρία θα αξιολογηθεί προς εξαγωγή τελικών συμπερασμάτων και ευρημάτων. Από την άλλη όμως, όπως έχει ήδη λεχθεί μια αξιολόγηση και προκαταρκτική θεώρηση της μαρτυρίας είναι αναγκαία για να μπορεί το Δικαστήριο να συνεκτιμήσει την αποδεικτική δύναμη της κάθε πλευράς, έστω και μέσα στα πλαίσια της περιορισμένης σφαίρας εξέτασης σε αυτό το στάδιο. Κατά συνέπεια και συμπερασματικά, συνεκτιμούμενα τα πιο πάνω υπό το πρίσμα των δυο προϋποθέσεων που τάσσει η νομολογία, της ύπαρξης σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση και της ορατής πιθανότητας επιτυχίας, οδηγούν στο συμπέρασμα ότι ουδόλως ικανοποιούνται τα δυο αυτά κριτήρια. Η κατάληξη αυτή εκ των πραγμάτων οδηγεί στο συμπέρασμα ότι παρέλκει η εξέταση της τρίτης προϋπόθεσης. Καθόσον δε αφορά το ισοζύγιο της ευχέρειας, η πλάστιγγα στην βάση των όσων έχουν εκτεθεί με κανένα τρόπο δεν αποκλίνει υπέρ του αιτητή, αφού κρίνεται με βάση τα ενώπιον του Δικαστηρίου στοιχεία κατά τον ουσιώδη χρόνο. Είναι συνεπώς η κατάληξη του Δικαστηρίου, για τους πιο πάνω λόγους που έχουν εξηγηθεί, ότι ο αιτητής δεν έχει καταδείξει ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις προς έκδοση του αιτουμένου διατάγματος. Ως εκ τούτου η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα σε βάρος του αιτητή και υπέρ των καθ ων η αίτηση. Θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το δικαστήριο και θα είναι καταβλητέα στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ.) Ν. Γιαπανάς, Α.Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.