← Κύπρος

ΔΩΡΑΣ ΦΑΝΤΙΔΟΥ ν. ILONA GARAMVOLGYT κ.α., Αρ. Αγωγής: 8268/2007, 2/10/2015

ΔΩΡΑΣ ΦΑΝΤΙΔΟΥ ν. ILONA GARAMVOLGYT κ.α., Αρ. Αγωγής: 8268/2007, 2/10/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2015:A367 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ.Α. Παντελή, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 8268/2007 Μεταξύ: ΔΩΡΑΣ ΦΑΝΤΙΔΟΥ Ενάγουσας και

  1. ILONA GARAMVOLGYT
  2. ΑΝΔΡΕΑ ΠΑΡΑΣΚΕΥΑ Εναγομένων Ημερομηνία: 2 Οκτωβρίου, 2015 Αίτηση για αναστολή εκτέλεσης της απόφασης Εμφανίσεις: ενάγουσα - αιτήτρια: εμφανίζεται αυτοπροσώπος Για τους εναγομένους - καθ΄ ων η αίτηση 1 και 2: κα Στυλιανού Για τον εναγόμενο - καθ΄ου η αίτηση 2: κος Λιασίδης ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την επίδικη αίτηση η ενάγουσα (στη συνέχεια η αιτήτρια) ζητά την έκδοση διατάγματος αναστολής εκτέλεσης της απόφασης που εκδόθηκε εναντίον της. Η απόφαση αυτή αφορά εν προκειμένω δικηγορικά έξοδα που επιδικάστηκαν υπέρ των εναγομένων 1 και 2 (στη συνέχεια οι καθ΄ων η αίτηση) και εναντίον της αιτήτριας. Σ΄ αυτό το στάδιο αρκεί να λεχθεί ότι η πλευρά των καθ΄ ων η αίτηση αντιτίθεται στην έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, εξ ου και καταχώρισε ειδοποίηση για πρόθεση ένστασης. Δεν είναι πρόθεση μου να αναλύσω τους πολυδιάστατους λόγους ένστασης που αναφέρονται στο πρόσωπο τούτης. Είμαι της γνώμης ότι η επίδικη αίτηση επιλύεται διαφορετικά και δη από όσα αναφέρονται στην ίδια την αίτηση. Και εξηγώ· Η αίτηση εδράζεται στους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς και συγκεκριμένα στην Δ.33 κ.6 και Δ.48 κ.2 καθώς επίσης στην συμφυή εξουσία του δικαστηρίου. Επιπλέον, υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση που ομνύει η αιτήτρια. Το περιεχόμενο της ενόρκου δηλώσεως της αιτήτριας σχολιάζεται πιο κάτω. Παρεμβάλλω εδώ ότι ουδεμία πλευρά ζήτησε αντεξέταση και συνεπώς η διαδικασία περιορίστηκε σε αγορεύσεις. Σήμερα τα μέρη χορήγησαν το δικαστήριο με γραπτές αγορεύσεις τις οποίες το δικαστήριο είχε την ευχέρεια να αναγνώσει κατά τη διάρκεια του διαλλείματος και γι΄ αυτό το λόγο η απόφαση εκδίδεται αυθωρεί. Για την ώρα εκείνο που απασχολεί είναι ο τύπος της αίτησης και συγκεκριμένα κατά πόσο εδράζεται στους ορθούς διαδικαστικούς κανονισμούς. Περιττό βεβαίως να υποδειχθεί ότι υποχρέωση κάθε διαδίκου είναι η επίκληση της ορθής δικονομικής διάταξης. Για του λόγου το ασφαλές αρκεί να παραπέμψω σε εκείνο που λέχθηκε στην υπόθεση Φλουρέντζου κ.ά. v. Coohgrove Betting Ltd

(2007)1 A.A.Δ. 393, 397. Λέχθηκε εκεί ότι· Σύμφωνα με τη νομολογία (βλ. μεταξύ άλλων Μαχλουζαρίδης v. Ιωαννίδη κ.ά.
(1990)1 Α.Α.Δ. 965, Σάββα v. Κυπριακές Αερογραμμές
(1992)1 Α.Α.Δ. 1146 και Χριστοφόρου v. Οικοδομικές Επιχειρήσεις Λ. Ιορδάνους Λτδ.
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 743) μια ενδιάμεση αίτηση πρέπει απαραιτήτως να προσδιορίζει τις δικονομικές διατάξεις πάνω στις οποίες βασίζεται. Αυτό σημαίνει ότι θα πρέπει η αίτηση να στηρίζεται στην ορθή δικονομική και/ή νομική διάταξη. Αν η διάταξη στην οποία στηρίζεται είναι εντελώς άσχετη, τότε η νομική της βάση είναι ουσιαστικά ανύπαρκτη. Στην υπο κρίση περίπτωση είμαι της γνώμης ότι η αίτηση είναι μετέωρη νομικής βάσης και συνακόλουθα ανυπόστατη. Η Δ.33 κ.6 που επικαλείται η αιτήτρια ουδεμία σχέση έχει με αίτημα ως το υπο κρίση, δηλαδή για αναστολή εκτέλεσης απόφασης. Ο εν λόγω κανονισμός αναφέρει τα ακόλουθα. The Court may, if it thinks it expedient for the interests of justice, postpone or adjourn a trial for such time, and to such place, and upon such terms (if any), as it may think fit. Απλή και μόνο ανάγνωση του πιο πάνω κανονισμού αποκαλύπτει αυτό που έχει ήδη αναφερθεί, δηλαδή ότι ουδεμία σχέση έχει με αναστολή εκτέλεσης δικαστικής απόφασης. Γι΄ αυτό και μόνο το λόγο η αίτηση κρίνεται ανυπόστατη και συνεπώς έκπτωτη. Ως εκ τούτου η αίτηση απορρίπτεται. Παρ΄ ότι η αίτηση έχει ήδη απορριφθεί κρίνω σκόπιμο να πραγματευτώ, έστω σε αδρές γραμμές, και την ουσία της αίτηση. Ζητούμενο, ως έχει ήδη αναφερθεί, είναι η αναστολή εκτέλεσης της απόφασης. Οι θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας αποκαλύπτουν ότι το δικαστήριο έχει διακριτική εξουσία να αναστείλει την εκτέλεση απόφασης οποτεδήποτε, ακόμη και σε χρόνο μεταγενέστερο της ημερομηνίας που τούτη εκδόθηκε. Σχετικοί εν προκειμένω είναι οι κκ.7 και 11 της Δ.40 και ο κ.18 της Δ.35. Η απλή και μόνο αναφορά σε διακριτική εξουσία υποδηλώνει ότι ασκείται δικαστικά και σύμμετρα των αρχών δικαίου αλλά και στη βάση των γεγονότων που την πλαισιώνουν (βλ. Ιωάννου ν. Δημοκρατίας
(2001)2Α.Α.Δ. 596, 599). Η νομολογία αποκαλύπτει ότι οι παράγοντες που κατά κύριο λόγο διέπουν την εξέταση του αιτήματος είναι δύο· Ο πρώτος και κυριότερος δεν είναι άλλος από το δικαίωμα επιτυχόντος διαδίκου να δρέψει τους καρπούς της επιτυχίας του. Άλλωστε, ο κ.1 της Δ.40 θεσπίζει το αυτονόητο, διατυμπανίζοντας έτσι τη σημασία τούτου, δηλαδή ότι διάδικος που διατάχθηκε να πληρώσει, παραδώσει ή μεταβιβάσει οιανδήποτε κινητή ή ακίνητη περιουσία, οφείλει να συμμορφωθεί με την απόφαση ή διάταγμα ευθύς μόλις του επιδοθεί, και δεν επιβάλλεται να προηγηθεί σχετική απαίτηση. Αυτή δε η παράμετρος διασφαλίζει και την οριστικότητα (finality) των αποφάσεων, εδραιώνοντας έτσι το αίσθημα δικαίου μεταξύ των πολιτών και τη διατήρηση του κύρους της απονομής της δικαιοσύνης. Είναι αντιληπτό ότι απόφαση που δεν διασφαλίζει ευχέρεια εκτέλεσης, είναι κενή περιεχομένου και συνακόλουθα το κύρος και η εκτίμησή της φθείρεται στα μάτια των πολιτών και δεν απολαύει της εμπιστοσύνης της κοινωνίας (βλ. Ιωσηφάκης ν. Αριστοδήμου
(1990)1Α.Α.Δ. 284, 288-9). Ο δεύτερος παράγοντας είθισται να συναρτάται με την εξασφάλιση της αποτελεσματικότητας παράλληλου μέτρου που προωθείται. Τούτο το μέτρο άλλοτε είναι έφεση και άλλοτε αίτηση παραμερισμού ή οιαδήποτε άλλη αίτηση ή ιδιαίτεροι λόγοι που προβάλλει ο αιτητής. Εν τούτοις, έχει λεχθεί ότι «μόνο η ύπαρξη εξαιρετικών μέτρων είναι δυνατό να κρίνει την πλάστιγγα υπέρ της δεύτερης αρχής σε βάρος της πρώτης» (βλ. Χ" Ευαγγέλου ν. Dorami Marine Ltd & Others
(1991)1Α.Α.Δ. 172, 179). Δεν παραγνωρίζεται όμως ότι σε αντίθεση με την αντίστοιχη αγγλική διαταγή Ο.42, η ημεδαπή διαταγή δεν κάνει ρητή αναφορά σε ειδικές περιστάσεις (special circumstances). Ως εκ τούτου η εξισορρόπηση των δύο παραγόντων επιτυγχάνεται με γνώμονα τα συμφέροντα της δικαιοσύνης. Τέλος, σε κάθε περίπτωση το δικαστήριο κέκτηται εξουσίας ώστε αν ήθελε εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα να επιβάλει όρους όπως είναι η παραχώρηση τραπεζικής εγγύησης ή η κατάθεση μετρητών. Για ολοκλήρωση της εικόνας αναφέρω ότι ο κ.11 της Δ.40 τυγχάνει εφαρμογής εκεί όπου τα γεγονότα που επικαλείται ο αιτητής εμφανίστηκαν μετά την έκδοση της απόφασης και δεν μπορούσαν να περιληφθούν στα δικόγραφα (βλ. Αναφορικά με την αίτηση του Νίκου Νικολάου
(2000)1Β ΑΑΔ 1422, 1426 και Αναφορικά με την αίτηση της Παρασκευούς Μάρκου Κκάρα Αντωνίου (Αρ. 1)
(2000)1Γ ΑΑΔ 1868, 1871). Από την άλλη η ευχέρεια που παρέχεται από τον κ.7 της Δ.40 περιορίζεται μόνο από το αντικείμενο της απόφασης, ήτοι χρήματα εις αντιδιαστολή άλλης κινητής ή ακίνητης περιουσίας (βλ. Αναφορικά με την αίτηση της Παρασκευούς Μάρκου Κκάρα Αντωνίου, πιο πάνω, στη σελίδα 1871). Στη δοσμένη περίπτωση η αιτήτρια αιτείται την αναστολή δια το λόγο ότι καταχώρισε έφεση σε σχέση με την απόφαση που εκδόθηκε. Όπως θα διαπιστώσει κανείς από τη φειδωλή περιεχομένου ένορκη δήλωση της αιτήτριας, ουδέν άλλο επικαλείται ως λόγο που δικαιολογεί την αναστολή. Είμαι της γνώμης πως για μόνο λόγο ότι καταχωρίστηκε έφεση, δεν νοείται αναστολή εκτέλεσης (βλ. Ναυτικός Όμιλος Πάφου v. Αρχής Λιμένων Κύπρου
(1991)1 Α.Α.Δ. 1147). Στην εν λόγω υπόθεση υποδείχθηκε ότι: "Η έφεση δεν αναστέλλει το δικαίωμα εκτέλεσης ούτε μειώνει το κύρος της πρωτόδικης απόφασης. Η αναστολή μπορεί να εγκριθεί στο πλαίσιο της διακριτικής ευχέρειας που παρέχεται στο δικαστήριο από την Δ.35 Θ.18. Η διασφάλιση του τελεσφόρου της πρωτόδικης απόφασης αφενός, και της αποτελεσματικότητας του δικαιώματος για άσκηση έφεσης, αφετέρου, συνιστούν τους κατ΄ εξοχήν παράγοντες που επενεργούν στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Η εξισορρόπηση των συγκρουόμενων δικαιωμάτων επιβάλλει τη στάθμιση κάθε γεγονότος που σχετίζεται τόσο με τις επιπτώσεις της αναστολής, όσο και τη ζωτικότητα του δικαιώματος για την άσκηση έφεσης. Οι προοπτικές επιτυχίας της έφεσης είναι μεν παράγοντας σχετικός, αλλά οριακής σημασίας στις πλείστες περιπτώσεις. Το πλαίσιο για τη διάγνωση των δικαιωμάτων του εφεσείοντα σε συνάρτηση με την αποτίμηση των λόγων της έφεσης είναι η ακρόαση της έφεσης. Μόνο όπου μπορεί να γίνει πρόγνωση με βεβαιότητα ως προς την επιτυχία η αποτυχία της έφεσης, χωρίς περαιτέρω συζήτηση του θέματος, ο παράγοντας αυτός αποκτά σπουδαιότητα στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου. " Ας σημειωθεί περαιτέρω ότι η απόφαση που ζητείται να ανασταλεί η εκτέλεση της, αφορά χρηματικό ποσό, εν προκειμένω δικηγορικά έξοδα, και συνεπώς είναι κατανοητό ότι η εκτέλεση της απόφασης δεν παρακωλύει τη διαδικασία έφεσης, υπό την έννοια ότι η έφεση μπορεί να προχωρήσει και αν ήθελε δικαιωθεί η αίτητρια, εφεσείουσα στη δευτεροβάθμια διαδικασία, τότε το ποσό μπορεί να επιστραφεί. Εν πάση όμως περιπτώσει, ο,τι εδώ διαπιστώνεται είναι πως η αιτήτρια δεν προβάλλει βάσιμο λόγο, δηλαδή οτιδήποτε πέραν από την έφεση, που να δικαιολογεί αναστολή εκτέλεσης της απόφασης. Ως εκ τούτου, και επί της ουσίας η αίτηση είναι καταδικασμένη σε απόρριψη. Για όλους τους λόγους που πιο πάνω προσπάθησα να εξηγήσω η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα, ως θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το δικαστήριο, υπέρ των καθ΄ ων η αίτηση και εναντίον της αιτήτριας. (Υπ.) .............. Λ.Α. Παντελή, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ /ΚΚ /ΧΨ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.