INCOTRACK SERVICES LTD ν. Κυριακή Φράγκου κ.α., Αρ. Αγωγής: 3832/14, 30/10/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2015:A445 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕYΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Γιαπανά, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3832/14 Μεταξύ:- INCOTRACK SERVICES LTD, εκ Λεμεσού Ενάγουσας/Αιτήτριας -και-
- Κυριακή Φράγκου, εκ Λευκωσίας
- Λευκή Ανδρέου, εκ Λευκωσίας
- Κάκια Λαγού, εκ Λευκωσίας Εναγομένων/Καθ' ων η Αίτηση Αίτηση ημερομηνίας 16.2.15 για προσθήκη εναγομένων Ημερομηνία: 30.10.15 Εμφανίσεις: Για την Αιτήτρια: κ. Μελάς Για τους Καθ' ων η Αίτηση : κ. Χαραλάμπους ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η αιτήτρια επιζητά διάταγμα του Δικαστηρίου για την προσθήκη της εταιρείας IRIS MANAGEMENT SERVICES LTD και του ελεγκτικού γραφείου MOORE STEPHENS STYLIANOU & CO ως εναγόμενους 1 και 2 αντίστοιχα, με ανάλογο διάταγμα για τροποποίηση του τίτλου της αγωγής δια της αναριθμήσεως των εναγομένων και της προσθήκης νέων παραγράφων στην οπισθογράφηση της απαίτησης. Υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση δικηγόρου η οποία αναφέρεται στο ιστορικό της υπόθεσης και στους λόγους για τους οποίους καταχωρήθηκε η κρινόμενη αίτηση. Οι καθ' ων η αίτηση έφεραν ένσταση στο αίτημα υποστηριζόμενη από ένορκη δήλωση δικηγόρου. Η υπόθεση ορίστηκε για ακρόαση και χωρίς να αντεξεταστεί οποιοσδήποτε από τους ομνύοντες και οι δικηγόροι παρέδωσαν γραπτές αγορεύσεις. Κρίνεται ότι μια σύντομη και περιληπτική αναφορά στα γεγονότα όπως αυτά καταγράφονται στις αντίστοιχες ένορκες δηλώσεις είναι αναγκαία, δεδομένου του αιτήματος για προσθήκη διαδίκου, σε συνάρτηση με την απαίτηση της ενάγουσας εναντίον των εναγομένων. Η αγωγή καταχωρήθηκε επί γενικής οπισθογραφήσεως (O.2, r.1) και στηρίζεται σε παράβαση των καθηκόντων των εναγομένων ως αξιωματούχων και/ή διευθυντών των εναγόντων και σε αμέλεια λόγω πληρωμής στο Τμήμα Εσωτερικών Προσόδων προσωρινής φορολογίας εισοδήματος της ενάγουσας για το φορολογικό έτος 2004 ποσό ύψους €311.665,98 το οποίο υπερβαίνει κατά €308.715,03 από τον επιβλητέο προς την ενάγουσα φόρο εισοδήματος. Εναντίον των εναγομένων 2 και 3 αξιώνει το πιο πάνω ποσό για παράβαση των καθηκόντων τους και/ή αμέλειας ως αξιωματούχων και/ή διευθυντών της ενάγουσας κατά διάφορες περιόδους, γιατί παρέλειψαν να διεκδικήσουν από τον φόρο την επιστροφή του πιο πάνω ποσού πλέον τόκους, με αποτέλεσμα να παρέλθει η εξαετής περίοδος παραγραφής εντός της οποίας η ενάγουσα είχε το δικαίωμα να διεκδικήσει την επιστροφή του πιο πάνω ποσού. Ομοίως απαιτούν εναντίον όλων των εναγομένων αποζημιώσεις για παράβαση των καθηκόντων τους και αμέλειας γιατί παρέλειψαν να υποβάλουν φορολογικές δηλώσεις της ενάγουσας για σειρά ετών με αποτέλεσμα να χρεωθεί η ενάγουσα με πρόσθετες επιβαρύνσεις. Τέλος απαιτούνται εναντίον της εναγομένης 3 αποζημιώσεις γιατί παρέλειψε και/ή καθυστέρησε να δώσει οδηγίες στους μέχρι τότε λογιστές της ενάγουσας να παραδώσουν τα λογιστικά βιβλία της ενάγουσας και/ή τους λογαριασμούς της και τις σχετικές δηλώσεις προς τον φόρο εισοδήματος και/ή στους νέους διευθυντές που διορίστηκαν και/ή τους νέους λογιστές, με αποτέλεσμα η ενάγουσα να υποστεί την πιο πάνω ζημιά. Η αγωγή επιδόθηκε και οι τρεις εναγόμενες καταχώρισαν σημείωμα εμφανίσεως δια δικηγόρου Ακολούθησε η κρινόμενη αίτηση για προσθήκη των πιο πάνω εναγομένων. Σύμφωνα με όσα αναφέρονται στην υποστηρίζουσα την αίτηση ένορκη δήλωση, για ότι αφορά το επίδικο θέμα της προσθήκης των νέων εναγομένων, όταν έλαβαν οδηγίες προς έγερση της αγωγής από τους νέους διοικητικούς συμβούλους της ενάγουσας, αυτοί είχαν αναθέσει τις λογιστικές και ελεγκτικές εργασίες της ενάγουσας σε συγκεκριμένο ελεγκτικό γραφείο. Κατά την διάρκεια του ελέγχου ανακαλύφθηκε ότι το προηγούμενο ελεγκτικό γραφείο που διόρισαν οι εναγόμενες δεν είχε ετοιμάσει τις εξελεγμένες οικονομικές καταστάσεις της ενάγουσας για την περίοδο από το 2001 που ιδρύθηκε η εταιρεία, μέχρι και το 2010 και οι εναγόμενες παρέλειψαν για την πιο πάνω περίοδο να υποβάλουν φορολογικές δηλώσεις της εταιρείας. Διαφάνηκε επίσης από το νέο ελεγκτικό γραφείο ότι για το φορολογικό έτος 2004 ο οφειλόμενος φόρος της ενάγουσας ήταν €5.041,99 και όχι το καταβληθέν ποσό των €311.665,
- Πέραν των παραβάσεων και της αμέλειας των εναγομένων να διεκδικήσουν επιστροφή του πιο πάνω ποσού, άφησαν να παρέλθει και η προθεσμία των 6 ετών που θα μπορούσε να γίνει επιστροφή του καθ υπέρβαση καταβληθέντος ποσού. Ευθύνη όμως φέρει και η IRIS MANAGEMENT SERVICES LTD που διόρισε τις εναγόμενες 2 και 3 ως διευθύντριες της ενάγουσας και είχε συμβατική υποχρέωση έναντι της ενάγουσας να διαχειρίζεται τις υποθέσεις της. Αμέλεια επίσης σύμφωνα με την ομνύουσα είχε και το ελεγκτικό γραφείο MOORE STEPHENS STYLIANOU & CO που ενώ πληρώνετο, δεν παρείχε τις υπ' αυτού αναληφθείσες εργασίες και δεν ετοίμαζε και/ή δεν έδινε οδηγίες για την ετοιμασία και υποβολή των εξελεγμένων λογαριασμών της ενάγουσας. Όλα αυτά δεν ήταν γνωστά κατά την καταχώρισης της αγωγής και στην συνέχεια, κατά την σύνταξη της εκθέσεως απαιτήσεως, ανακάλυψαν διάφορα τιμολόγια της IRIS MANAGEMENT SERVICES LTD για αμοιβή διευθυντών (nominee fee) και διάφορα άλλα ποσά για υπηρεσίες που πρόσφερε στην ενάγουσα. Ανακάλυψαν επίσης ότι το ρηθέν ελεγκτικό γραφείο χρέωσε την ενάγουσα για την περίοδο 2001 - 2010 με έξοδα ελεγκτών (audit fees) και έξοδα φορολογιών (taxation fees) καθώς και για παροχή λογιστικών, ελεγκτικών, συμβουλευτικών και επαγγελματικών υπηρεσιών για την περίοδο 2002 - 2005 με το συνολικό ποσό των $22.
- Επίσης την 22.6.11 χρέωσαν την ενάγουσα με το ποσό των €3.047 για παροχή λογιστικών υπηρεσιών. Οι καθ ων η αίτηση προβάλλουν 8 λόγους ένστασης και εκ της ενόρκου δηλώσεως που την υποστηρίζει, είναι η θέση τους ότι η αίτηση είναι καταχρηστική γιατί καθυστερεί την εκδίκαση της υπόθεσης και ότι με το εγχείρημα προσθήκης νέων εναγομένων εισάγεται νέα βάση αγωγής και επιχειρείται η συνένωση επιδίκων θεμάτων που δεν στηρίζονται στα ίδια γεγονότα. Είναι επίσης η θέση τους ότι οι αιτητές δεν παρουσιάζουν εύλογη αιτία και επαρκείς λόγους που να δικαιολογούν το αίτημα τους, ενώ η προσθήκη νέων εναγομένων δεν θα βοηθήσει στην αποτελεσματική εκδίκαση των επιδίκων θεμάτων μεταξύ των διαδίκων. Αποτελεί δε η αίτηση προϊόν δεύτερης σκέψης των εναγόντων και δεν καταχωρήθηκε με καλή πίστη και τέλος, η προσθήκη των εναγομένων δεν είναι αναγκαία και απαραίτητη για να μπορέσει το δικαστήριο να αποφασίσει τις διαφορές των διαδίκων και θα υπάρξει επιπλοκή των επιδίκων θεμάτων. Αυτό είναι σε γενικές γραμμές το σκηνικό επί του οποίου η ενάγουσα επιζητεί να προσθέσει ως εναγόμενους τα πιο πάνω πρόσωπα. Οι δυο πλευρές δια των αγορεύσεων προωθούν τις αντίστοιχες θέσεις τους και το δικαστήριο τις έχει μελετήσει και τις έχει πλήρως υπόψη. Όπου χρειαστεί θα γίνει ειδική αναφορά στην συνέχεια. Η προσθήκη Εναγομένου ρυθμίζεται από την Διαταγή 9, Θεσμοί 10 και 11 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Από το λεκτικό του Θεσμού φαίνεται πως η προσθήκη Εναγομένου αποτελεί, εφ΄ όσον εγκριθεί, τροποποίηση του τίτλου. Οι αρχές που διέπουν την προσθήκη Εναγομένου δεν είναι εκείνες που ισχύουν σε τροποποίηση δικογράφων, αφού η αντιμετώπιση του θέματος έχει άλλου είδους παραμέτρους και συνέπειες που θα πρέπει να εξεταστούν. Η Δ.9, Θ.10 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας αντιστοιχεί στην Δ.16, θ.11, των Αγγλικών Θεσμών (Annual Practice 1958 σελ. 344 επ.). Το ουσιώδες μέρος του θεσμού 10 της Διαταγής 9, σε ότι αφορά την προσθήκη εναγομένου σε σχέση με το θέμα που αφορά την παρούσα αίτηση αναφέρει το εξής: " The court ... may .. Order ... that the names of any parties, whether plaintifs or defendants, who ought to have been joined, or whose presence before the Court may be necessary in order to enable the Court effectually and completely to adjudicate upon and settle all the questions involved in the cause or matter, be added." Οι διάφορες πτυχές του Θεσμού αυτού έχουν εξεταστεί και αναλυθεί από πολλές σκοπιές και έχουν ερμηνευτεί μέσα από πολλές αποφάσεις τόσο Αγγλικών δικαστηρίων, όσων και του Ανωτάτου Δικαστηρίου, στις οποίες γίνεται εκτενής αναφορά σε αποφάσεις των Δικαστηρίων της Αγγλίας (General Insurance Company of Cyprus Ltd v. Maroulla Georgiou
(1963)2 C.L.R 117, Artemis Company Ltd v. The ship Sonja 1972
(1)C.L.R 153, Covotsos Textiles Ltd v. Ellerman Lines Ltd, throught their agents in Cyprus United Container Agencies A & L Ltd
(1983)1 C.L.R 479, Manchester Lines Ltd and another v. Viamaz Coach Industry Ltd 1983
(1)C.L.R 178, και Mepa Manag. Ltd κ.ά ν. Αγροτικής Εταιρείας Γεν. Ασφαλ.
(1997)1 Α.Α.Δ. 772). Συνοπτικά, το απαύγασμα που προκύπτει από την νομολογία, σε ότι αφορά την προσθήκη εναγόμενου είναι: (α) Η προσθήκη εναγόμενου διατάσσεται, είτε αν στο τέλος της δίκης η απόφαση του Δικαστηρίου θα επηρεάσει άμεσα τα νομικά δικαιώματα αυτού είτε, όπως το έθεσε ο Lord Denning στην Gurtner v. Circult
(1968)1 All E. R. 328 θα επηρεαστεί η τσέπη του, δηλαδή θα κληθεί να πληρώσει αυτός, χωρίς να είναι ο ίδιος μέρος της διαδικασίας. (β) Αν με την προσθήκη νέου εναγόμενου αλλάζει ουσιωδώς ο χαρακτήρας της αγωγής, ή προστίθεται νέα αιτία αγωγής, σε τέτοια περίπτωση η προσθήκη εναγόμενου δεν μπορεί να επιτραπεί. (γ) Ο εναγόμενος δικαιούται να ενστεί αν η προσθήκη άλλου εναγόμενου είναι επιβλαβής στα δικαιώματά του. (δ) Η κάθε αίτηση εξετάζεται μέσα από τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης, όπως αναφέρεται και στην Gurther ανωτέρω. Στην υπόθεση Korkut v. Γεωργίου
(2007)1 Α.Α.Δ. 1213, αναφέρονται τα εξής: «Για να προστεθεί ένα πρόσωπο ως διάδικος δυνάμει της Δ.9 θ.10 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών θα πρέπει να κριθεί ως αναγκαίος διάδικος. Βασικό κριτήριο για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου για την προσθήκη διαδίκου, είναι κατά πόσο θα επηρεαστούν άμεσα τα νομικά δικαιώματα ή τα οικονομικά του συμφέροντα και ιδιαίτερα όταν υπάρχουν υπό αμφισβήτηση ή επηρεάζονται ιδιοκτησιακά δικαιώματα ή συμφέροντα σε περιουσία όπου οι νόμιμοι ιδιοκτήτες πρέπει να αντιπροσωπεύονται». Προσφάτως, στην υπόθεση Αλεξάνδρου ν. Edward, Πολ. έφεση 240/08 ημερ. 22.11.2013, επαναλήφθηκαν οι αρχές κάτω από τις οποίες δυνάμει της πιο πάνω διαταγής ασκεί το Δικαστήριο τη διακριτική του εξουσία για προσθήκη διαδίκου, υποδεικνύοντας ότι και το Δικαστήριο αυτεπάγγελτα από μόνο του μπορεί να ασκήσει τη διακριτική του εξουσία δυνάμει της Δ.9, θ.10 και να διατάξει την προσθήκη συνεναγομένου στην ενώπιον του διαδικασία. Μάλιστα, στην υπόθεση αυτή, το Ανώτατο Δικαστήριο διέταξε όπως στην αγωγή προστεθεί διάδικος τον οποίο έκρινε ότι ήταν αναμφισβήτητα αναγκαίος διάδικος και η προσθήκη του ήταν απαραίτητη, δεδομένης της βάσης της αγωγής και του ενδεχόμενου επηρεασμού πιθανών δικαιωμάτων του. Ομοίως και στην υπόθεση Σοφιανού ν. Minas Makris Developments Ltd κ.ά
(2011)1 Α.Α.Δ. 1668, που παραπέμπει και ο κ. Μελάς υποδεικνύεται ότι η προσθήκη εναγομένου ανάγεται στην διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου η οποία είναι ευρεία που στοχεύει να καταστεί πλήρης και αποτελεσματική η εκδίκαση όλων των επιδίκων θεμάτων μεταξύ των αναγκαίων διαδίκων. Έχει γίνει εκτεταμένη αναφορά στις εκατέρωθεν θέσεις και κυρίως σε εκείνη της αιτήτριας, ως φέρουσας και το βάρος να πείσει το δικαστήριο ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου προς όφελος της, καθώς και στα γεγονότα όπως αυτά εξάγονται από τις αντίστοιχες ένορκες δηλώσεις, αφού δεν έχουν εισέτι καταχωρηθεί τα δικόγραφα. Ένα είναι το ερώτημα που προβάλλει καθόσον αφορά τις εναγόμενες και αυτό απλό. Αν η επιδιωκόμενη προσθήκη των νέων εναγομένων είναι επιβλαβής στα δικαιώματά τους. Πέραν της καθυστέρησης η οποία μπορεί να προκληθεί, για την οποία αναφορά θα γίνει στη συνέχεια, ουσιαστικά δεν προβάλλεται οποιοσδήποτε άλλος ουσιαστικός λόγος προς αυτή την κατεύθυνση. Είναι δε και η κρίση του δικαστηρίου πως πέραν του ότι δεν υπάρχει ούτε και προβάλλεται κάποιος λόγος επηρεασμού των δικαιωμάτων των εναγομένων, με όσα αναντιλέκτως αναφέρονται εκ μέρους της αιτήτριας και την σχέση των εναγομένων με τους επιδιωκομένους να προστεθούν ως νέους εναγόμενους, δεν επηρεάζονται καθόλου, αλλά ούτε και παραβλάπτονται τα δικαιώματα τους. Το επόμενο ερώτημα που τίθεται είναι αν με την προσθήκη των νέων εναγομένων αλλάζει ουσιωδώς ο χαρακτήρας της αγωγής, ή προστίθεται νέα αιτία αγωγής, σε τέτοιο βαθμό που να καθιστά είτε ανεπιθύμητη, ή ακόμα και ανεπίτρεπτη την έγκριση του αιτήματος. Έχουν καταγραφεί οι απαιτήσεις της ενάγουσας στην γενική οπισθογράφηση καθώς και όσα αναφέρονται στην ένορκη δήλωση προς υποστήριξη του αιτήματος. Είναι σαφές ότι το πλέγμα των γεγονότων παραμένει το ίδιο, όπως και το επίδικο θέμα της αγωγής. Η διεύρυνση των εναγομένων δια της προσθήκης νέων όχι μόνο δεν μεταβάλλει τα επίδικα θέματα ούτε και αλλάζει το τοπίο, αλλά αντίθετα κατά την κρίση του δικαστηρίου προσδιορίζονται αποτελεσματικά όλα τα επίδικα θέματα μεταξύ όλων των αναγκαίων των διαδίκων. Ούτε και διαφοροποιείται η βάση της αγωγής ως είναι η θέση των εναγομένων, αντίθετα διατηρείται ο χαρακτήρας της και επεκτείνεται σε όλους όσους έχουν σε τελική ανάλυση λόγο νομικό αλλά και οικονομικό στα εγειρόμενα από την ενάγουσα ζητήματα. Υπό αυτή δε ακριβώς την έννοια και σε περίπτωση επιτυχίας της αγωγής της ενάγουσας εναντίον των εναγομένων, τίθεται το ερώτημα κατά πόσο επηρεάζονται και με ποιο τρόπο, τα συμφέροντα των προσώπων που επιδιώκεται να προστεθούν ως εναγόμενοι. Η απάντηση κατά την κρίση του δικαστηρίου είναι ότι επηρεάζονται τόσο τα νομικά όσο και τα οικονομικά συμφέροντα των προσώπων αυτών. Δεν είναι βεβαίως του παρόντος να εξεταστούν σε βάθος οι ισχυρισμοί της ενάγουσας και όσα αξιώνει εναντίον των εναγομένων, που να σημειωθεί εδώ υπό μορφή και μόνο υπενθύμισης ότι αφορά επαγγελματική αμέλεια και παράβαση καθήκοντος των εναγομένων περί των φορολογικών δηλώσεων της ενάγουσας και πληρωμών προς τον φόρο εισοδήματος, που αφορούν στο τέλος της ημέρας, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο και τα πρόσωπα που επιδιώκεται να προστεθούν ως εναγόμενοι, τα οποία και επηρεάζονται άμεσα από την διαφορά και την δικαστική απόφαση που θα εκδοθεί επ' αυτής. Στην υπόθεση Re Vandervell Trusts White v. Vandervell Trustees Ltd and another
(1969)3 All E.R. 496, 499, ο Lord Denning επανεξετάζοντας την ερμηνεία της αντίστοιχης Αγγλικής διαταγής αναφέρει τα εξής: «That wide interpretation was adopted and applied by this court in the recent case of Gurtner v. Circuit. I know that there have been cases at first instance (such as Amon v. Raphael Tuck & Sons, Ltd., and Fire Auto and Marine Insurance Co., Ltd v. Greene, when the rule has been given a narrow interpretation. But that narrow interpretation should no longer be relied on. We will in this court give the rule a wide interpretation so as to enable any party to be joined whenever it is just and convenient to do so. It would be a disgrace to the law that there should be two parallel proceedings in which the selfsame issue was raised, leading to different and inconsistent results. It would be a disgrace in this very case if the Special Commissioners should come to one result and a judge in the Chancery Division should come to another result as to who was entitled to these dividends. Such different and inconsistent results are to be deplored and avoided. It can be done by bringing all parties before the court so as to have the issue finally between all of them and so that all be bound». Εγείρεται τέλος εκ μέρους των εναγομένων και θέμα καθυστέρησης στην υποβολή της αίτησης, πλην όμως η διαπίστωση του δικαστηρίου είναι ότι η αγωγή καταχωρήθηκε την 3.7.14 και τα δικόγραφα δεν έχουν ακόμη καταχωρηθεί. Αλλά και στον βαθμό που θα μπορούσε να λεχθεί ότι υπήρξε καθυστέρηση, δεν έχει υποδειχθεί ποια είναι η ζημιά των εναγομένων που δεν μπορεί να αποτιμηθεί σε χρήμα και δη δια της καταλλήλου διαταγής ως προς τα έξοδα. Εξ άλλου ο παράγον καθυστέρηση δεν είναι καταλυτικός σε τέτοιας μορφής αιτήματα, αλλά στο κατά πόσο ευρίσκονται ενώπιον του δικαστηρίου όλοι οι αναγκαίοι διάδικοι (Korkut ανωτέρω). Αντλώντας συνεπώς καθοδήγηση από την πιο πάνω νομολογία και έχοντας υπόψη τα εγειρόμενα ζητήματα, η κατάληξη είναι ότι οι αιτητές έχουν ικανοποιήσει το δικαστήριο ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου προς όφελος τους, ώστε κατά την εκδίκαση της αγωγής το δικαστήριο να έχει ενώπιον του όλους τους διάδικους που η παρουσία τους είναι αναγκαία, για να μπορέσει με την τελική του απόφαση να επιλύσει πλήρως και αποτελεσματικά όλα τα επίδικα θέματα που εγείρονται ενώπιόν του. Ως αποτέλεσμα η αίτηση εγκρίνεται. Εκδίδεται διάταγμα ως το Α. α., β. και Β. Α., β., γ. Α., Β. Τροποποιημένο κλητήριο ένταλμα να καταχωρηθεί εντός 15 ημερών από την σύνταξη του διατάγματος. Στην συνέχεια θα ακολουθηθούν οι Θεσμοί. Οι εναγόμενες δικαιούνται τα έξοδα της αίτησης καθώς και όσα προκύψουν εξ αυτής, τα οποία να υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Θα είναι καταβλητέα στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ.) Ν. Γιαπανάς, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο