← Κύπρος

ΔΗΜΟΣ ΕΓΚΩΜΗΣ ν. ADBOARD MEDIA LIMITED, Αρ. Αγωγής: 1793/2014, 15/10/2015

ΔΗΜΟΣ ΕΓΚΩΜΗΣ ν. ADBOARD MEDIA LIMITED, Αρ. Αγωγής: 1793/2014, 15/10/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2015:A389 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ.Α. Παντελή, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1793/2014 Μεταξύ: ΔΗΜΟΣ ΕΓΚΩΜΗΣ Εναγώντων και ADBOARD MEDIA LIMITED Εναγoμένων ------------------------------ Ημερομηνία: 15 Οκτωβρίου 2015 Αίτηση για παραμερισμό της απόφασης Εμφανίσεις: Για τους αιτητές: κα Ζαχαριάδου Για τους καθ΄ ων η αίτηση: κος Κουλαφέτης ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η επίδικη αίτηση προωθείται από τους εναγόμενους (στη συνέχεια οι αιτητές). Με αυτήν καλείται το δικαστήριο να παραμερίσει (set aside) και/ή ακυρώσει την απόφαση που εκδόθηκε την 12/5/

  1. Περιττό να αναφερθεί ότι η απόφαση εκδόθηκε ερήμην των αιτητών. Στον αντίποδα οι ενάγοντες (στη συνέχεια οι καθ΄ ων η αίτηση) αντιτίθενται στο αίτημα και προτάσσουν αριθμό λόγων δια τους οποίους, όπως υποστηρίζουν, το αίτημα πρέπει να απορριφθεί. Η αίτηση εδράζεται στους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς και συγκεκριμένα στις· Δ.5 κ.2, Δ.17 κ.10, Δ.26 κ.14 και Δ.48 κκ1,2 και 9 (h), καθώς επίσης στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου και τη συμφυή εξουσία τούτου. Υποστηρίζεται δε από ένορκη δήλωση που ομνύει ο διευθυντής των αιτητών. Ανάλογη είναι η νομική βάση και της ειδοποίησης για πρόθεση ένστασης. Περιπλέον και η ένσταση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση που σε αυτή την περίπτωση ορκίζεται δικηγορική υπάλληλος από τη δικηγορική εταιρεία που εκπροσωπεί τους καθ΄ ων η αίτηση. Ας δούμε όμως, έστω εν συντομία, τί είναι εκείνο που έκαστος των μερών διατείνεται. Ο διευθυντής των αιτητών δέχεται ότι το κλητήριο ένταλμα τους επιδόθηκε την 15/4/
  2. Επεξηγεί όμως ότι τότε, δηλαδή την 15/4/2014, απουσίαζε στο εξωτερικό για προσωπικούς λόγους. Έδωσε όμως οδηγίες στην υπεύθυνη υποδοχής στα γραφεία των αιτητών να παραλάβει την επίδοση, όπως και έγινε. Εντούτοις με την επιστροφή του στη Κύπρο παρέλειψε να ενημερώσει τους δικηγόρους των αιτητών, πράγμα που έκανε περί τον Ιούλιο του
  3. Μη γνωρίζοντας ότι είχε ήδη εκδοθεί απόφαση, οι δικηγόροι των αιτητών καταχώρισαν σημείωμα εμφάνισης και ακολούθως, δηλαδή την 25/9/2014, υπεράσπιση. Είναι η θέση του διευθυντή των αιτητών ότι τόσο το σημείωμα εμφάνισης όσο και η υπεράσπιση, δεν τους επιστράφηκαν από το πρωτοκολλητείο. Μάλιστα την 31/10/2014 οι δικηγόροι των καθ΄ ων η αίτηση καταχώρισαν απάντηση στην υπεράσπιση που είχε προηγηθεί. Ο διευθυντής αναφέρει ότι η παρούσα υπόθεση αποτελεί μέρος μιας σειράς υποθέσεων, συγκεκριμένα 10 τον αριθμό, μεταξύ των διαδίκων. Δια αυτό το λόγο οι διάδικοι υπέβαλαν αίτηση συνένωσης στα πλαίσια της υπόθεσης 5683/
  4. Η αίτηση αφορούσε και την παρούσα. Εκεί λοιπόν που η αίτηση συνένωσης ήταν ορισμένη για να ακουστεί από το δικαστήριο, την προηγούμενη ημέρα, 12/1/2015, έλαβαν επιστολή των καθ΄ ων η αίτηση (τεκμήριο 1 στην αίτηση), που τους πληροφορούσε ότι σε σχέση με την επίδικη αγωγή είχε εκδοθεί απόφαση την 12/5/
  5. Τότε ήταν, σύμφωνα με τον ομνύοντα την αίτηση, που πληροφορήθηκαν την έκδοση της απόφασης και σε σύντομο χρόνο καταχώρισαν την επίδικη αίτηση. Όσο για την υπεράσπιση που έχουν έναντι της αξίωσης, ο ομνύων επικαλείται τα αναφερόμενα στην ήδη καταχωρισθείσα, ως αναφέρει, υπεράσπιση. Επιπλέον παρουσιάζει δέσμη των υπερασπίσεων που καταχωρίστηκαν στις άλλες εννέα αγωγές (βλ. τεκμήριο 2 στην αίτηση) και δηλώνει ότι αν ήθελε παραμεριστεί η απόφαση, η υπεράσπιση θα κινηθεί στο ίδιο πλαίσιο και περαιτέρω, να επιδιωχθεί συνένωση της παρούσης με τις υπόλοιπες αγωγές. Στην αντίπερα όχθη η ομνύουσα την ένσταση πραγματεύεται ένα προς ένα τους ισχυρισμούς της αίτησης. Δεν κρίνω σκόπιμο να επαναλάβω ό,τι αναφέρεται στην ένσταση, εφόσον τα εκεί αναφερόμενα ηγέρθηκαν εν είδει προβληματισμού και αγορεύσεως. Εκείνο όμως που έχει σημασία να αναφερθεί, εφόσον τίθεται ως γεγονός, είναι ο ισχυρισμός ότι αφότου οι καθ΄ ων η αίτηση καταχώρισαν απάντηση στην υπεράσπιση των αιτητών, κάτι που έπραξαν εκ λάθους και αυτό συνέπεια του ότι το σύνολο των απαντήσεων που αφορά τις αγωγές καταχωρίστηκε την ίδια ημέρα, σε σύντομο χρόνο το πρωτοκολλητείο τους επέστρεψε το δικόγραφο. Για του λόγου το ασφαλές παρουσιάζουν τούτη την απάντηση ως τεκμήριο (βλ. τεκμήριο 2 στην ένσταση), η οποία φέρει χειρόγραφη σημείωση "Έχει εκδοθεί απόφαση". Τέλος, οι καθ΄ ων η αίτηση ισχυρίζονται πως οι αιτητές δεν απέδειξαν επαρκή και/ή βάσιμο λόγο που να επεξηγεί γιατί παρέλειψαν να καταχωρίσουν σημείωμα εμφάνισης, και ούτε παρέθεσαν ενόρκως ισχυρισμούς που αποκαλύπτουν βάσιμη υπεράσπιση στην αξίωση των καθ΄ ων η αίτηση. Είμαι της γνώμης ότι πριν οτιδήποτε άλλο επιβάλλεται να αποσαφηνιστούν κάποια πραγματικά γεγονότα. Έχουν παρατεθεί ήδη οι ισχυρισμοί των διαδίκων και έτσι δεν επαναλαμβάνονται. Διαπιστώνεται όμως διάσταση σε ό,τι αφορά το σημείωμα εμφάνισης και την υπεράσπιση που οι αιτητές διατείνονται ότι καταχώρισαν. Συνεπώς πρωταρχικό καθήκον του δικαστηρίου είναι να εξακριβώσει που κείτεται η αλήθεια. Παρεμβάλλω ότι αρωγός σε αυτό το έργο του δικαστηρίου είναι το περιεχόμενο του φακέλου. Είναι καλά νομολογημένο ότι αδιάψευστος κριτής των γεγονότων είναι τούτο το περιεχόμενο του φακέλου. Αυτός άλλωστε είναι και ο λόγος που στον κ.1 της Δ.48 αναφέρεται ότι ένορκη δήλωση επιβάλλεται εκεί όπου τα πραγματικά γεγονότα δεν αποκαλύπτονται από το φάκελο της διαδικασίας (βλ. Lord Jeans Ltd v. Orbit - Kazoulis Ltd

(2003)1 B. Α.Α.Δ 808, 814). Στην υπο κρίση περίπτωση το περιεχόμενο του φακέλου ενώπιον του δικαστηρίου επιβεβαιώνει τους αιτητές μόνο σε σχέση με το σημείωμα εμφάνισης. Εντός του φακέλου του δικαστηρίου ευρίσκεται τέτοιο σημείωμα, το οποίο φαίνεται να καταχωρίστηκε την 14/7/2014. Αυτό λοιπόν συνιστά αταλάντευτο γεγονός. Εντούτοις στο περιεχόμενο του εν λόγω φακέλου δεν εντοπίζεται υπεράσπιση. Δεν διαλανθάνει βεβαίως την προσοχή μου πως οι καθ΄ ων η αίτηση δέχονται ότι καταχώρισαν απάντηση. Είτε τούτο έγινε εκ λάθους, όπως διατείνονται, είτε άλλως πως, γεγονός παραμένει ότι καταχώρισαν τέτοια απάντηση, η οποία στη συνέχεια επιστράφηκε από το πρωτοκολλητείο με σημείωση 'έχει εκδοθεί απόφαση'. Για να καταχωρίσουν απάντηση οι καθ΄ ων η αίτηση, σημαίνει ότι προηγήθηκε καταχώριση υπεράσπισης από τους αιτητές. Συνεπώς δέχομαι ως γεγονός ότι οι αιτητές καταχώρισαν τέτοια υπεράσπιση. Εφόσον όμως το δικόγραφο δεν βρίσκεται στο φάκελο του δικαστηρίου, αδύνατο είναι να διαπιστωθεί τι έχει απογίνει, δηλαδή αν επιστράφηκε, όπως έγινε με την απάντηση, αν απωλέσθηκε ή οτιδήποτε άλλο. Όλα τα πιο πάνω αποτελούν την πραγματική βάση επί της οποίας μπορούν να οικοδομηθούν τα όποια συμπεράσματα του δικαστηρίου. Όπως έχει νομολογηθεί η επιτυχία αίτησης για παραμερισμό απόφασης που έχει εκδοθεί εξαρτάται, σε μεγάλο βαθμό, από το κατά πόσο ο αιτητής αποκαλύπτει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση ή συζητήσιμο σημείο (βλ. Λευκίδου v. Κανναουρίδη
(1999)1 Α.Α.Δ 528 και Siberia Air v. Βαρασίδα Πουλλίκα
(2005)1 Β Α.Α.Δ 893). Η διερεύνηση του δικαστηρίου δεν μπορεί βεβαίως να μην επεκταθεί και στη συμπεριφορά του αιτητή. Ασύγγνωστη συμπεριφορά, δηλαδή αδιαφορία που προσλαμβάνει μορφή καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας, δεν επιτρέπει παραμερισμό της απόφασης (βλ. Milouca Motor Trading Ltd v. Κούρτη
(1997)1 Β Α.Α.Δ 941 και Λευκίδου, πιο πάνω). Στην Milouca, πιο πάνω, επαναλήφθηκε η βασική αρχή, όπως καθιερώθηκε στην υπόθεση Phylactou v. Michael
(1982)1 C.L.R. 204. Λέχθηκε λοιπόν ότι· "Κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας, το Δικαστήριο πρέπει να επιδιώκει την εξισορρόπηση δύο παραγόντων, θεμελιακών για την απονομή της δικαιοσύνης: Την ανάγκη να διασφαλίσει, αφενός, αποτελεσματικά το δικαίωμα του διαδίκου να ακουστεί στην υπόθεσή του και, αφετέρου, την ταχεία διεκπεραίωση των δικαστικών υποθέσεων. Η ταχεία απονομή της δικαιοσύνης δεν αποτελεί απλώς ζήτημα ευκολίας, αλλά υψίστης σημασίας παράγοντα για την αποτελεσματική διεκδίκηση των δικαιωμάτων του πολίτη. Η αρχή αυτή είναι στενά συνυφασμένη και με ένα άλλο λόγο, επίσης σημαντικό για την απονομή της δικαιοσύνης, την ανάγκη διασφάλισης της τελεσιδικίας. Εάν διάδικος μπορεί απρόσκοπτα να επιδιώκει το επανάνοιγμα της υπόθεσης, η σφραγίδα της οριστικότητας, την οποία φέρει η απόφαση, και όλα όσα εξυπακούει, καθώς και η βεβαιότητα την οποία εισάγει στη διαχείριση των υποθέσεων του ανθρώπου, θα απολεσθούν, με οδυνηρές συνέπειες για την απονομή της δικαιοσύνης - (βλ. παρατηρήσεις του Megaw L.J. στη Lambert ν. Mainland Market [197η 2 All E.R. 826, στη σελ. 833 (c-d)). Το απαύγασμα της νομολογίας κατατείνει στο ότι το Δικαστήριο δεν πρέπει να επιδεικνύει υπέρμετρο ζήλο στην αποστέρηση του δικαιώματος του διαδίκου να ακουστεί στην υπόθεσή του, νοουμένου ότι αποκαλύπτει υπεράσπιση. Εντούτοις, το Δικαστήριο μπορεί, παρά ταύτα, να αρνηθεί να επανανοίξει την υπόθεση, εάν η διαγωγή του είναι τέτοια, ώστε να πλήττει το θεμέλιο της απονομής της δικαιοσύνης. Όπου η διαγωγή του διαδίκου, ο οποίος εξαιτείται τον παραμερισμό εκδοθείσας απόφασης, είναι ασυγχώρητη, περιφρονητική μέχρι βαθμού καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας ή των δικαιωμάτων του αντιδίκου, το Δικαστήριο δύναται, ενασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια, να αρνηθεί να παραμερίσει την απόφαση." Από όλα τα πιο πάνω διαπιστώνεται ότι επιβάλλεται να αναζητηθεί η υπεράσπιση που προτάσσουν οι αιτητές στην αξίωση των καθ΄ ων η αίτηση. Σε αυτό όμως το πλαίσιο διερεύνησης ορθή κρίνεται η θέση των καθ΄ ων η αίτηση πως οι αιτητές δεν προβάλλουν ενόρκως τούτη την υπεράσπιση. Επί του προκειμένου υποδεικνύεται ότι σχετικές είναι οι παράγραφοι 8 και 10 της ένορκης δήλωσης του ομνύοντα την αίτηση. Εκεί ο ομνύων αναφέρει ότι έχει καλή υπεράσπιση και ότι τούτη είναι ως το δικόγραφο που βρίσκεται εντός του φακέλου, αλλά και ως οι δικογραφημένες υπερασπίσεις που καταχωρίστηκαν στις άλλες εννέα αγωγές (βλ. τεκμήριο 2 στην αίτηση). Η πιο πάνω δήλωση του ομνύοντα αντιμετωπίζει δύο προβλήματα. Το πρώτο είναι πως στο φάκελο του δικαστηρίου δεν βρίσκεται υπεράσπιση, όπως έχει ήδη επεξηγηθεί, το δεύτερο, και έτι σοβαρότερο, είναι πως ακόμη και αν υπήρχε υπεράσπιση, αδικαιολόγητη και αντινομική θα ήταν η υιοθέτηση του περιεχομένου τούτης από τον ομνύοντα και παράλειψη ένορκης επεξήγησης εκείνου που συνιστά την υπεράσπιση των αιτητών. Σχετική εν προκειμένω είναι η υπόθεση Interpartemental Concern Uralmetrom v. Besuno Ltd
(2004)1 A A.A.Δ 557, 560, όπου αναφέρθηκε ότι· Στην υπόθεση Μιχαηλίδης, στην οποία όπως είπαμε ήδη επαναλαμβάνονται οι αρχές της νομολογίας, επισημάνθηκε πως η υιοθέτηση ενόρκως του περιεχομένου της αίτησης ή δικογραφήματος δεν τα καθιστά μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου. Από τα πιο πάνω διαπιστώνεται λοιπόν ότι η ένορκη δήλωση του ομνύοντα την αίτηση δεν αποκαλύπτει οιανδήποτε υπεράσπιση, εφόσον ουδέν αναφέρει σε σχέση με αυτό το θέμα και απλώς υιοθετεί ένα ανύπαρκτο δικόγραφο και δέσμη υπερασπίσεων που αφορούν άλλες αγωγές (βλ. τεκμήριο 2 στην αίτηση). Αυτή όμως η πρακτική δεν είναι αποδεχτή και συνεπώς δεν ικανοποιεί το ζητούμενο, που είναι αποκάλυψη εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης. Κατ΄ επέκταση αυτό και μόνο είναι αρκετό ώστε η αίτηση να απορριφθεί ως μη αποκαλύπτουσα υπεράσπιση. Παρ΄ όλα αυτά, παραβλέπω τη δικονομική πλημμέλεια, δηλαδή ότι οι ισχυρισμοί του ομνύοντα δεν αποκαλύπτονται ενόρκως αλλά με υιοθέτηση του περιεχομένου της υπεράσπισης, και στρέφω την προσοχή μου σε όσα αναφέρονται σε τούτη την υπεράσπιση, δηλαδή στο τεκμήριο 2 στην αίτηση, ώστε αν η παρα πάνω θέση ήθελε κριθεί εσφαλμένη, να βρίσκεται ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου απόφαση που αφορά και την ουσία του πράγματος. Επαναλαμβάνεται όμως ότι εφόσον ούτε η υπεράσπιση είναι εντός του φακέλου, ιχνηλάτηση της υπεράσπισης που προβάλλουν οι αιτητές προκύπτει μόνο από το τεκμήριο 2 στην αίτηση, δηλαδή τη δέσμη των υπερασπίσεων που καταχωρίστηκαν στις υπόλοιπες υποθέσεις, εφόσον ίδια είναι τα επίδικα θέματα, σύμφωνα με τους αιτητές. Πριν από οτιδήποτε άλλο επιβάλλεται να αναφερθεί ότι η αξίωση των καθ΄ ων η αίτηση εδράζεται σε επιταγή που δεν έχει τιμηθεί, γεγονός δια το οποίο έχουν ειδοποιήσει τους αιτητές, χωρίς όμως αποτέλεσμα. Επί της ουσίας του πράγματος η θέση των αιτητών είναι πως οι καθ΄ ων η αίτηση δεν απέδειξαν ότι κατέχουν την επιταγή ή ότι έχουν δικαίωμα εξαργύρωσης, εφόσον δεν απέδειξαν αντάλλαγμα. Τα βέλη των αιτητών επικεντρώνονται κυρίως στην παράγραφο 2 της έκθεσης απαίτησης. Λόγω της σημασίας που προσλαμβάνει η εν λόγω παράγραφος και για να καταστεί αντιληπτή η σχετική υπεράσπιση των αιτητών, επιβάλλεται παράθεση όσων αναφέρονται στη 2η παράγραφο της έκθεσης απαίτησης. Αναφέρεται εκεί ότι· Η ως άνω επιταγή παρουσιάσθηκε δεόντως εις την Τράπεζα προς εξαργύρωσην αλλά δεν τιμήθηκε (δεν πληρώθηκε) λόγω του ότι οι εναγόμενοι με πράξη τους και χωρίς εύλογη αιτία προκάλεσαν την μη εξόφληση της και επεστράφη απλήρωτη εις τους Ενάγοντες με την ένδειξη της Τράπεζας «Η ΥΠΟΓΡΑΦΗ ΤΟΥ ΕΚΔΟΤΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΑΓΗΣ ΕΛΛΕΙΠΕΙ» Βάσει των πιο πάνω οι αιτητές υποστηρίζουν ότι για μόνο λόγο πως η επιταγή δεν φέρει την υπογραφή του εκδότη, ως αναφέρεται στη σφραγίδα της τράπεζας, αποδεικνύεται ότι οι καθ΄ ων η αίτηση κατέχουν την επιταγή άνευ ανταλλάγματος και/ή νομίμου ερείσματος. Είμαι της γνώμης ότι οι πιο πάνω αιτιάσεις των αιτητών έλεγχονται από τα λεχθέντα στην υπόθεση Heatron Co Ltd v. Σωκράτους
(2012)1 Β Α.Α.Δ 1034, 1040. Αναφέρθηκε εκεί ότι· Όπως αναφέρθηκε από το Δικαστήριο της Βουλής των Λόρδων, όπως ονομαζόταν τότε, στην υπόθεση Nova (Jersey) Knit Ltd, πιο πάνω, μία συναλλαγματική (ή επιταγή) θα πρέπει, σύμφωνα με το S.3 του Bills of Exchange Act 1882, το οποίο είναι πανομοιότυπο με το δικό μας Άρθρο 3 του Κεφ. 262, να θεωρείται ως εντολή για άνευ όρων πληρωμή σε μετρητά. Διαφορετική ερμηνεία θα σήμαινε στην περίπτωση πώλησης, ότι αυτή διενεργείται επί πιστώσει, με όλες τις νομικές συνέπειες. Όπως εξηγείται περαιτέρω στην απόφαση, η συναλλαγματική ή επιταγή είναι από μόνη της μια σύμβαση, ξεχωριστή από τη σύμβαση πώλησης. Σύμφωνα με το Λόρδο Wilberforce, είναι γι' αυτό το λόγο που ο αγγλικός νόμος δεν επιτρέπει την προβολή υπερασπίσεων, εκτός εκείνων που επιτρέπονται από το Νόμο και στηρίζονται σε δόλο, στη μη εγκυρότητα της επιταγής και σε αποτυχία της αντιπαροχής. Πάνω σ' αυτή την αρχή στηρίζεται και η μεγάλη εμπορική επιτυχία και αποδοχή της επιταγής, ως ενός ουσιαστικού μέσου συναλλαγής. Το αγώγιμο δικαίωμα εγείρεται όταν μια συναλλαγματική και κατ' εφαρμογή του Άρθρου 73, μια επιταγή παρουσιαστεί δεόντως για πληρωμή (Άρθρο 45), δεν τιμηθεί (Άρθρο 47), δοθεί ειδοποίηση προς τον εκδότη για το γεγονός της μη τίμησης (Άρθρο 48), εκτός αν η μη αποστολή ειδοποίησης δικαιολογηθεί με βάση τις πρόνοιες του Νόμου. Δικογραφικά, ο ενάγων έχει υποχρέωση στην Έκθεση Απαίτησής του να αναφέρει, μεταξύ άλλων, την ημερομηνία της επιταγής, το ποσό, το όνομα του εκδότη και δικαιούχου ή κατόχου. Επίσης, θα πρέπει να δικογραφούνται λεπτομέρειες ότι η επιταγή δεν τιμήθηκε και ότι παραμένει απλήρωτη (βλ. Bullen & Leake and Jacobs, Precedents of Pleadings). Το ζήτημα της αντιπαροχής ρυθμίζεται από τα Άρθρα 27-30 του Νόμου. Σύμφωνα με το Άρθρο 27
(1)του Κεφ. 262, κάθε αντάλλαγμα που θα ήταν ικανοποιητικό δυνάμει του περί Συμβάσεων Νόμου, θεωρείται καλό αντάλλαγμα και στην περίπτωση συναλλαγματικής ή επιταγής. Σύμφωνα με το Άρθρο 27
(2)του Νόμου, ο κάτοχος επιταγής θεωρείται εκ πρώτης όψεως ως κάτοχος για αξία και δεν είναι υποχρεωμένος να αποδείξει την ύπαρξη αντιπαροχής. Λόγω του τεκμηρίου που δημιουργείται, το βάρος απόδειξης για την έλλειψη αντιπαροχής μετατίθεται στο πρόσωπο που επικαλείται την έλλειψη αντιπαροχής (βλ. Ρωμανού ν. Χρυσάνθου
(1991)1 Α.Α.Δ. 991). Κατά την άποψή μας, τα γεγονότα της παρούσας έφεσης δεν παρουσιάζουν ιδιαίτερες δυσκολίες. Πρόκειται για απλή αγωγή επί επιταγής, για την οποία δεν επιτρέπονται υπερασπίσεις άλλες από αυτές που προβλέπονται στο Κεφ.
  1. Ο Εφεσίβλητος με την Έκθεση Υπεράσπισής του, στην ουσία δεν ισχυρίζεται καμία από τις υπερασπίσεις που προβλέπει ο Νόμος (δόλο ή τις άλλες παρεμφερείς υπερασπίσεις που προβλέπονται). Όπως θα εξηγήσουμε και πιο κάτω, στην ουσία δεν ισχυρίζεται ούτε ολική αποτυχία αντιπαροχής, αφού κράτησε μέρος του ανταλλάγματος. Ό,τι προκύπτει από τα πιο πάνω είναι πως οι υπερασπίσεις σε μία επιταγή περιορίζονται σε· δόλο, μη εγκυρότητα της επιταγής και αποτυχία της αντιπαροχής. Επιβάλλεται λοιπόν να εξεταστεί τι είναι εκείνο που επικαλούνται οι αιτητές σε σχέση με τις αναγνωρισμένες υπερασπίσεις, ώστε να αποφασιστεί κατά πόσο αποκαλύπτεται εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση ή συζητήσιμο σημείο. Είμαι της γνώμης ότι στην προκείμενη περίπτωση οι αιτητές δεν αναφέρουν οιαδήποτε γεγονότα που να υπάγονται σε κάποια από τις αναγνωρισμένες υπερασπίσεις σε επιταγή. Μάλιστα μπορεί να λεχθεί ότι η δικογραφημένη υπεράσπιση των αιτητών δεν προωθεί κανένα θετικό ισχυρισμό, παρα μόνο αρνείται τους ισχυρισμούς στην έκθεση απαιτήσεως. Κατ΄ αντίθεση όμως των διατάξεων του κ.16 της Δ.19 όπου υποδεικνύεται ότι δεν νοείται άρνηση ισχυρισμού σε δικόγραφο δια υπεκφυγής (evasively) και πως η ενδεδειγμένη μέθοδος είναι δια απαντήσεως του θέματος ουσιαστικά. Ποιος είναι ο λόγος που η επίδικη επιταγή δεν έχει αντάλλαγμα και δια ποιο λόγο οι καθ΄ ων οι αίτηση δεν κατέχουν νόμιμα την εν λόγω επιταγή, δεν επεξηγείται στην υπεράσπιση των αιτητών (βλ. τεκμήριο 2 στην αίτηση). Οι σχετικοί ισχυρισμοί των αιτητών δεν είναι τίποτα άλλο από συνοθύλευμα αόριστων ισχυρισμών, εφόσον ουδέν θετικό γεγονός προτάσσεται. Μάλλον πεπλανημένη είναι η αντίληψη των αιτητών και σε ό,τι αφορά την υπεράσπιση σε σχέση με τη συμπλήρωση της επιταγής και δη την υπογραφή του εκδότη. Αναφέρω πεπλανημένη εφόσον αυτή η θέση φαίνεται να αφορμάται από όσα αναφέρονται στην έκθεση απαίτησης και συγκεκριμένα την παράγραφο 2, το περιεχόμενο της οποίας είναι δυνατό να οδηγήσει σε τούτο το αποτέλεσμα. Και εξηγώ· παρά τα αναφερόμενα στην παράγραφο 2 της έκθεσης απαίτησης η ένορκη δήλωση απόδειξης της αξίωσης βρίσκεται στο φάκελο του δικαστηρίου και φέρει ως τεκμήριο την επίδικη επιταγή. Η δε επιταγή διαπιστώνεται ότι φέρει υπογραφή στο σημείο όπου αναγράφεται εκδότης. Υπό αυτή την έννοια διερωτάται κανείς για την ορθότητα της σφραγίδας που η τράπεζα έσυρε στο πρόσωπο της επιταγής. Οι αιτητές όμως είναι σε αυτή τη σφραγίδα που εδράζονται όταν λένε πως η επιταγή δεν φέρει υπογραφή και όχι σε οιονδήποτε άλλο γεγονός. Ο σχετικός όμως ισχυρισμός, ο οποίος είναι γυμνός γεγονότων, δεν δικαιολογείται εφόσον η επιταγή έχει υπογραφή και το γεγονός αυτό δεν το πραγματεύονται οι αιτητές, φερ΄ ειπείν ότι το πρόσωπο που υπέγραψε δεν δικαιούταν να υπογράψει. Καταλήγω λοιπόν ότι η απόδειξη της αξίωσης δεν διαφοροποιείται, όπως ούτε το γεγονός ότι οι αιτητές δεν απεκάλυψαν εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση που να απαντά την αξίωση. Δεν επεξηγούν εν προκειμένω οτιδήποτε σε σχέση με την υφιστάμενη υπογραφή στην επιταγή, την παράδοση της επιταγής στους καθ΄ ων η αίτηση και το ποσό και την ημερομηνία που εκεί αναγράφονται. Οι αιτητές δεν ασχολούνται ούτε και με τον ισχυρισμό των καθ΄ ων η αίτηση ότι ειδοποιήθηκαν σε σχέση με την μη εξόφληση της επιταγής. Όλα αυτά όμως, σε συνδυασμό με το τεκμήριο του νόμου για αντάλλαγμα, είναι που συνιστούν απόδειξη της αξίωσης και οι αιτητές δεν κατόρθωσαν να τα πλήξουν, έστω στο επίπεδο εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης. Για όλους τους πιο πάνω λόγους καταλήγω ότι οι αιτητές δεν αποκαλύπτουν εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση, όπως ούτε και συζητήσιμο θέμα. Τελευταία διερευνάται η στάση και συμπεριφορά των αιτητών μέχρις ότου υποβληθεί το επίδικο αίτημα. Κρίνω πως ο χρόνος που διέρρευσε από την επίδοση της αγωγής μέχρι και την υποβολή του αιτήματος, δεν βαραίνει αποκλειστικά τους αιτητές. Αυτό γιατί η μη επιστροφή του σημειώματος εμφάνισης από το πρωτοκολλητείο είναι πιθανό να παραπλάνησε τους αιτητές, δηλαδή να δημιούργησε την εντύπωση ότι δεν είχε εκδοθεί απόφαση. Προστίθεται περαιτέρω και η στάση των καθ΄ ων η αίτηση, δηλαδή ό,τι σχετικό με την καταχώριση απάντησης και επιπλέον τη διαδικασία συνένωσης όλων των αγωγών, γεγονός που απέφερε πρόσθετη ταλαιπωρία και καθυστέρηση. Είναι γι΄ αυτό το λόγο που οι αιτητές αποτάθηκαν στο δικαστήριο την 23/1/2015, δηλαδή σε σύντομο χρόνο από την ημερομηνία που πληροφορήθηκαν από τους καθ΄ ων η αίτηση την έκδοση απόφασης. Δεν παραγνωρίζω όμως ότι και οι αιτητές φέρουν σημαντικό μερίδιο ευθύνης στην παρατηρούμενη καθυστέρηση. Ιδιαίτερα αν αναλογιστεί κανείς ότι η αγωγή επιδόθηκε την 15/4/2014, ενώ ο διευθυντής των αιτητών προώθησε το κλητήριο ένταλμα στο δικηγόρο τούτων περί τον Ιούλιο του 2014, εξ ου και το σημείωμα εμφάνισης καταχωρίστηκε την 14/7/
  2. Παρατηρείται εδώ καθυστέρηση τριών μηνών, δια την οποία ο διευθυντής επικαλείται απουσία του στην αλλοδαπή και παραδρομή σε σχέση με την προώθηση της αγωγής. Είναι βεβαίως κατανοητό ότι η αιτιολόγηση της καθυστέρησης δεν μπορεί να είναι γενικόλογη και αόριστη. Στη δοσμένη όμως περίπτωση παρέχεται κάποια αιτιολόγηση, έστω αμυδρή. Αν και η όλη διεργασία προσλαμβάνει θεωρητική πλέον σημασία, εφόσον η αίτηση απορρίπτεται λόγω μη αποκάλυψης εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης, αναφέρω ότι θα ήμουν διατεθειμένος να αποδεχθώ την επεξήγηση των αιτητών για τη μη έγκαιρη εμφάνιση τούτων στο δικαστήριο. Το διάστημα των τριών μηνών καθυστέρησης δεν είναι μεγάλο. Η δε απουσία του διευθυντή στην αλλοδαπή είναι αδιαμφισβήτητη, ενώ δεδομένο είναι το αξίωμα ότι το πλανάσθαι ανθρώπινον. Εξ αντικειμένου η αίτηση για παραμερισμό απόφασης υποβάλλεται εκεί όπου ο αιτητής απέτυχε να εμφανιστεί στο δικαστήριο. Μια από τις παραμέτρους που εξετάζεται είναι και ο λόγος δια τον οποίο απέτυχε να παρουσιαστεί. Κριτήριο εντούτοις είναι το κατά πόσο η όλη συμπεριφορά του κρίνεται ασυγχώρητη και αδικαιολόγητη και κατά πόσο ο παραμερισμός συνάδει με τους σκοπούς που εξυπηρετεί η απονομή της δικαιοσύνης. Είμαι της γνώμης πως παρά την καθυστέρηση και παραδρομή του διευθυντή να ενημερώσει εγκαίρως τους δικηγόρους των αιτητών, όπως φαίνεται να έπραξε με τις υπόλοιπες υποθέσεις, η συμπεριφορά των τελευταίων δεν είναι τέτοια που να χαρακτηρίζεται αδικαιολόγητη ή ασύγγνωστη, εφόσον δεδομένο είναι το ενδιαφέρον τους για την υπόθεση, δια το λόγο ότι εμφανίστηκαν σε όλες τις υπόλοιπες υποθέσεις. Εν πάση όμως περιπτώσει, για όλους τους λόγους που πιο πάνω προσπάθησα να εξηγήσω, η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα, ως θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το δικαστήριο, υπέρ των καθ΄ ων η αίτηση και εναντίον των αιτητών. (Υπ.) .............. Λ.Α. Παντελή, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ /ΘΧ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.