← Κύπρος

USB BANK PLC ν. Θεόδωρος Σπύρου κ.α., Αρ. Αγωγής 6794/2011, 13/10/2015

USB BANK PLC ν. Θεόδωρος Σπύρου κ.α., Αρ. Αγωγής 6794/2011, 13/10/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2015:A379 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. ΠΑΝΤΑΖΗ - ΛΑΜΠΡΟΥ, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 6794/2011 ΜΕΤΑΞΥ: USB BANK PLC Ενάγοντες και

  1. Θεόδωρος Σπύρου
  2. Μαρίνος Γεωργίου Εναγόμενοι 13 Οκτωβρίου, 2015 Εμφανίσεις: Για τους Ενάγοντες - Καθ' ων η αίτησηː κα Ρίτα Ολυμπίου, για Χατζηαναστασίου, Ιωαννίδη Δ.Ε.Π.Ε. Για τον Εναγόμενο αρ. 2 - Αιτητήː κ. Βασίλης Μπίσσας ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Αναφορικά με την αίτηση του Εναγομένου αρ. 2 - Αιτητή, ημερ. 5.1.2015 για αντεξέταση του επιδότη κ. Χριστόδουλου Κοιλαρά και του κ. Φώτη Παναγιώτου, στο πλαίσιο εκδίκασης αίτησης παραμερισμού Στις 3.11.2011 οι Ενάγοντες εξασφάλισαν απόφαση στην ως άνω αγωγή εναντίον των Εναγομένων αρ. 1 και 2 αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα ως η Έκθεση Απαίτησης, πλέον δικηγορικά έξοδα, ΦΠΑ και έξοδα επίδοσης. Η απόφαση εκδόθηκε ερήμην των Εναγομένων αρ. 1 και 2, κατόπιν μονομερούς αίτησης, ημερ. 25.10.2011, των Εναγόντων δυνάμει της Διαταγής 17 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, λόγω παράλειψης των Εναγομένων να καταχωρήσουν σημείωμα εμφάνισης, παρά το ότι - ως ήταν ο ισχυρισμός των Εναγόντων - πιστό αντίγραφο του κλητηρίου εντάλματος είχε επιδοθεί στους Εναγόμενους από 14.10.
  3. Στις 22.1.2014 ο Εναγόμενος αρ. 2 καταχώρησε αίτηση με την οποία εξαιτείται τον παραμερισμό της ερήμην του εκδοθείσας απόφασης στην αγωγή, επικαλούμενος μεταξύ άλλων ότι η απόφαση εκδόθηκε χωρίς να επιδοθεί στον ίδιο η αγωγή ούτε σε άλλο πρόσωπο που να είναι συγκάτοικός του. Στις 8.5.2014 οι Ενάγοντες καταχώρησαν ένσταση στην αίτηση παραμερισμού, η οποία στηρίζεται σε γεγονότα ως εμφαίνονται στην ένορκη δήλωση, ημερ. 8.5.2014, του κ. Φώτη Παναγιώτου. Στις 26.8.2014 ο Εναγόμενος αρ. 2 καταχώρησε αίτηση για Συμπληρωματική Ένορκη Δήλωση με σκοπό να απαντήσει στους ισχυρισμούς του κ. Φώτη Παναγιώτου. Τελικά, η εν λόγω αίτηση αποσύρθηκε στις 14.11.2014, με έξοδα υπέρ των Εναγόντων. Στις 5.1.2015 ο Εναγόμενος καταχώρησε την υπό κρίση αίτηση με την οποία εξαιτείται: «(Α) Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να διατάζονται οι κ. Φώτης Παναγιώτου και Χριστόδουλος Κοιλαράς ενόρκως δηλούντες στις ένορκες δηλώσεις ημερομηνίας 08/05/2014 και 17/10/11 αντίστοιχα, να παρουσιαστούν στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας σε οιανδήποτε ημερομηνία οριστεί η παρούσα υπόθεση για σκοπούς ακρόασης της αίτησης με ημερομηνία 22/1/2014, για αντεξέταση τους αναφορικά με το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσής τους ημερομηνίας 08/05/2014 και 17/10/2011 αντίστοιχα στα πιο κάτω γεγονότα꞉ 1) Ότι η επίδοση έγινε στον εναγόμενο 1 ως συγκάτοικο του εναγόμενου 2/αιτητή. 2) Ότι ο εναγόμενος 2/αιτητής είχε συναντήσεις με τους ενάγοντες κατά τον μήνα Φεβρουάριο του 2014 προς εξεύρεση διευθέτησης. (Β) Οιανδήποτε άλλη θεραπεία το Δικαστήριο ήθελε κρίνει δίκαιη και εύλογη υπό τις περιστάσεις. (Γ) Έξοδα.». Η αίτηση αντεξέτασης βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, Δ.39, Δ.48, θ.θ. 1- 4, 8 και 9, και στη συμφυή πρακτική και εξουσίες του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα επί των οποίων βασίζεται η αίτηση εμφαίνονται στον φάκελο της υπόθεσης και στην επισυνημμένη στην αίτηση ένορκο δήλωση του Εναγομένου αρ.
  4. Αυτό που διευκρινίζει με την ένορκη δήλωσή του ο Εναγόμενος αρ. 2 είναι ότι επιθυμεί να αντεξετάσει τον επιδότη Χριστόδουλο Κοιλαρά και τον κ. Φώτη Παναγιώτου όσον αφορά τα διαλαμβανόμενα στην παρα. 20 της ένορκης δήλωσης του κ. Φώτη Παναγιώτου, για να υποβάλει τη θέση του ότι αυτός (δηλ. ο Εναγόμενος 2) ουδέποτε ήταν συγκάτοικος με τον Θεόδωρο Σπύρου. Περαιτέρω ο Εναγόμενος αρ. 2 επιθυμεί να αντεξετάσει τον κ. Φώτη Παναγιώτου όσον αφορά τα διαλαμβανόμενα στην παρα. 16 της ένορκης δήλωσης του για να υποβάλει τη θέση του ότι είναι αναληθής ο ισχυρισμός του κ. Παναγιώτου ότι είχαν συναντήσεις μεταξύ τους τον Φεβρουάριο του 2014 προς εξεύρεση διευθέτησης. Καταλήγει ο Εναγόμενος αρ. 2 να εισηγείται προς το Δικαστήριο ότι το αιτούμενο Διάταγμα είναι αναγκαίο να εκδοθεί για την καλύτερη και ουσιαστικότερη διεξαγωγή της παρούσας διαδικασίας και για τη διασάφηση των επίδικων γεγονότων και θεμάτων. Οι Ενάγοντες - Καθ' ων η αίτηση ενίστανται στην αίτηση αντεξέτασης. Στην Ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης που καταχωρήθηκε στις 21.4.2015, εγείρονται εννέα

(9)λόγοι ένστασης꞉
  1. Δεν στοιχειοθετείται καμία εξαιρετική ή ειδική περίσταση για να ασκηθεί η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου υπέρ της έκδοσης των επίδικων διαταγμάτων αντεξέτασης, ούτε και υπάρχει επίκληση τέτοιων ειδικών ή εξαιρετικών περιστάσεων.
  2. Οι Ενάγοντες / Καθ' ων η Αίτηση ισχυρίζονται ότι η Επίδικη Αίτηση αποτελεί προσπάθεια κωλυσιεργίας και συνεπακόλουθα κατάχρηση της διαδικασίας εκ μέρους του Εναγομένου/Αιτητή αρ.2 καθότι έχει αποκλειστικό σκοπό την πρόκληση καθυστέρησης στην εκδίκαση της αρχικής αιτήσεως παραμερισμού του Εναγομένου/Αιτητή αρ. 2 ημερομηνίας 22/01/2014 (στο εξής καλούμενη «αίτηση ημερομηνίας 22/01/2014»).
  3. Ενώπιον του Σεβαστού Δικαστηρίου υφίσταται όλο το απαραίτητο υλικό, υπό μορφή ενόρκων δηλώσεων και τεκμηρίων, το οποίο να επιτρέπει στο Σεβαστό Δικαστήριο να αποφασίσει κατά πόσον η απόφαση που εκδόθηκε εναντίον του Εναγομένου/Αιτητή αρ.2 στις 3/11/2011 οφείλει να παραμεριστεί ή όχι.
  4. Οι Ενάγοντες/Καθ' ών η Αίτηση ισχυρίζονται ότι η παρούσα Επίδικη Αίτηση του Εναγομένου/Αιτητή αρ.2 αποτελεί έκδηλη κατάχρηση της διαδικασίας, καθότι οι Ενάγοντες/Καθ' ών η Αίτηση δικαιωματικά προέβησαν στην καταχώρηση της αιτήσεως τους για απόφαση λόγω παράλειψης καταχώρησης σημειώματος εμφάνισης εκ μέρους του Εναγομένου/Αιτητή αρ.2, μετά την επίδοση σε αυτόν του κλητηρίου εντάλματος, αφού η προθεσμία για την καταχώρηση σημειώματος εμφάνισης του είχε προ πολλού περάσει.
  5. Οι Ενάγοντες/Καθ' ων η Αίτηση ισχυρίζονται ότι τυχόν έκδοση των υπ' αναφορά διαταγμάτων αντεξέτασης συνεπάγεται άμεσο περιορισμό των δικαιωμάτων τους, κωλυσιεργία, καθυστέρηση και πρόκληση ζημιάς τους.
  6. Η Επίδικη Αίτηση είναι ανυπόστατη και άνευ αντικειμένου, καθότι το ιστορικό της υπ' αριθμό και τίτλο αγωγής φαίνεται ξεκάθαρα και είναι αυταπόδεικτο από το περιεχόμενο του φακέλου του Δικαστηρίου.
  7. Η Επίδικη Αίτηση είναι παράτυπη και πρέπει να απορριφθεί καθότι ουσιαστικά ο Εναγόμενος/Αιτητής αρ.2 επιθυμεί μέσω της παρούσας επίδικης αίτησης του να αντεξετάσει επί της ουσίας της αίτησης του ημερομηνίας 22/01/2014 και να εκμαιεύσει περαιτέρω μαρτυρία επί του θέματος, πέραν των ήδη κατατεθειμένων ενόρκων δηλώσεων.
  8. Το περιεχόμενο της Επίδικης Αίτησης και της ένορκης δήλωσης που την υποστηρίζει περιέχει μόνο γενικούς και αόριστους ισχυρισμούς που δεν μπορεί να θεωρηθούν ότι κρίνονται επαρκείς και/ή ικανοποιητικοί για την έκδοση των επίδικων διαταγμάτων αντεξέτασης από το Σεβαστό Δικαστήριο.
  9. Η Επίδικη Αίτηση στηρίζεται σε λανθασμένη νομική βάση, καθότι η Δ.39 0.1 των θεσμών Πολιτικής Δικονομίας αναφέρεται στην αντεξέταση ενόρκως δηλούντα αιτήσεως, ενώ ο ιδιώτης επιδότης κ. Χριστόδουλος Κοιλαράς του οποίου επιδιώκεται η κλήτευση, δεν είναι πρόσωπο που έχει ορκιστεί ένορκο δήλωση στην ένσταση των Εναγόντων/Αιτητών ημερομηνίας 08/05/2014 στην αίτηση του Εναγομένου/Αιτητή αρ.2 ημερομηνίας 22/01/
  10. Η ένσταση βασίζεται στη Δ.37, Δ.38, Δ.39 και Δ.48 θ.1,2,3,4, 8
(4)και 9 και 11, στη νομολογία, στις γενικές και συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου. Η Ειδοποίηση Ένστασης συνοδεύεται από Ένορκη Δήλωση, ημερ. 21.4.2015, του κ. Φώτη Παναγιώτου, ο οποίος ως δηλώνει γνωρίζει τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης από προσωπική εμπλοκή που είχε, καθώς και από πληροφορίες που έχει συγκεντρώσει λόγω της θέσης του στην υπηρεσία των Εναγόντων/Αιτητών ως προϊστάμενος στο Τμήμα παρακολούθησης και ελέγχου υποθέσεων ανάκτησης χρεών. Δηλώνει ότι είναι εξουσιοδοτημένος από τους Ενάγοντες να προβεί στην εν λόγω ένορκη δήλωση. Στις παρα. 16 και 17 της Ένορκης Δήλωσής του, ο κ. Παναγιώτου επισημαίνει ότι αυτός ήταν ο μοναδικός ενόρκως δηλών προς υποστήριξη της ένστασης των Εναγόντων στην αίτηση παραμερισμού, ότι ο ιδιώτης επιδότης, κ. Χριστόδουλος Κοιλαράς δεν ήταν ενόρκως δηλών προς υποστήριξη της ένστασης στην αίτηση και εισηγείται συνεπακόλουθα ότι, ως τον συμβουλεύουν οι δικηγόροι των Εναγόντων, η Δ.39 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας λανθασμένα αναφέρθηκε από τον Εναγόμενο αρ. 2 - Αιτητή ως νομική βάση της αίτησης. Δεν μπορεί κατ' επίκλησή της Δ.39 να κληθεί προς αντεξέταση ο ιδιώτης επιδότης εφόσον δεν έδωσε εκείνος μαρτυρία με ένορκη δήλωση στο πλαίσιο της αίτησης παραμερισμού. Αναιτιολόγητη θεωρεί ο κ. Παναγιώτου την αίτηση. Ειδικότερα, στις παρα. 19 και 20 της ένορκης δήλωσής του, ο κ. Παναγιώτου σημειώνει ότι, ως τον συμβουλεύουν οι δικηγόροι των Εναγόντων, η άδεια αντεξέτασης επί των ενόρκων δηλώσεων δίδεται πολύ σπάνια και μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις, ενώ η αίτηση πρέπει να υποβάλλεται εγγράφως και να περιλαμβάνει τους λόγους για τους οποίους μια υπόθεση εντάσσεται στην κατηγορία των εξαιρετικών περιπτώσεων. Ο Εναγόμενος αρ.2 / Αιτητής στην ένορκη του δήλωση δεν εξηγεί, δεν διευκρινίζει και δεν αιτιολογεί με σαφήνεια για ποιους λόγους αιτείται από το Σεβαστό Δικαστήριο την έκδοση του επίδικου διατάγματος αντεξέτασης. Δεν επικαλείται συγκεκριμένους, ειδικούς λόγους οι οποίοι να δικαιολογούν και να αποδεικνύουν εξαιρετικές περιστάσεις και ιδιαίτερα περιστατικά για έκδοση του επίδικου διατάγματος αντεξέτασης εναντίον μου. Είναι η εισήγηση του κ. Παναγιώτου στην παρα. 21 της ένορκης δήλωσής του, ότι είναι αχρείαστη η έγκριση της αίτησης υπό το φως των δικονομικών διαβημάτων που έχει ήδη αξιοποιήσει ο Εναγόμενος αρ.2 / Αιτητής, καθώς και τις απαντήσεις που έχει ήδη λάβει από την ένσταση των Εναγόντων/Καθ' ων η Αίτηση και την ένορκη δήλωση του κ. Παναγιώτου ημερ. 08/05/2014 στην αίτηση του ημερ. 22/01/2014. Εκφράζει ο κ. Παναγιώτου το φόβο ότι τυχόν έκδοση του διατάγματος αντεξέτασης, θα δώσει τέτοια έκταση στη διαδικασία που ουσιαστικά θα ισοδυναμεί με την εκδίκαση της ουσίας της αίτησης του Εναγομένου αρ. 2 /Αιτητή, ημερ. 22/01/2014, για παραμερισμό. Για τούτο. ως λαμβάνει νομική συμβουλή από τους δικηγόρους των Εναγόντων, κατά κανόνα οι αιτήσεις για αντεξέταση δεν επιτυγχάνουν σε αιτήσεις που αφορούν ενδιάμεσες διαδικασίες για τις οποίες το Δικαστήριο, μπορεί να αποφασίσει τα ζητήματα ενώπιον του από τα όσα έχουν γραπτώς τεθεί ενώπιον του. Τέλος, ο κ. Παναγιώτου διαβλέπει ότι σε περίπτωση έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος θα προκληθεί αχρείαστη καθυστέρηση πέραν εκείνης που ήδη σημειώθηκε. Αμφότεροι οι συνήγοροι των διαδίκων (Εναγόντων - Καθ' ων και Εναγομένου αρ. 2 - Αιτητή) εφοδίασαν το Δικαστήριο με γραπτές αγορεύσεις. Έχω λάβει υπόψιν μου τις εκατέρωθεν θέσεις και αναφέρομαι σε αυτές στο βαθμό που χρειάζεται προς αιτιολόγηση της δικαστικής μου κρίσης, την οποία εκθέτω πιο κάτω. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ ΚΑΙ ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΣΤΗΝ ΥΠΟ ΚΡΙΣΗ ΑΙΤΗΣΗ Βασικό έρεισμα για την υπό κρίση αίτηση είναι η Διαταγή 39, θ. 1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, η οποία προνοεί τα ακόλουθαː «O.39, r.1ː Upon an application evidence may be given by affidavit, but the Court or a Judge may, on the request of either party, order the attendance of the deponent for cross- examination.". Και σε ελληνική μετάφραση: «Κατόπιν αιτήσεως μαρτυρία μπορεί να δοθεί με ένορκο κατάθεση (δήλωση), αλλά το Δικαστήριο ή Δικαστής μπορεί, κατόπιν παρακλήσεως οιουδήποτε των διαδίκων, να διατάξει την παρουσία του καταθέτη για αντεξέταση.». Στην υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση του Rana Wahed Ali (Αρ.1)
(2004)1(Γ) Α.Α.Δ. 1660, ο Καλλής, Δ., σημείωσε, με αναφορά στην πιο πάνω Διαταγή 39, θ. 1, ότι το ζήτημα της αντεξέτασης ομνύσαντος εμπίπτει εντός της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου και πρόσθεσε ότι «Για τα κριτήρια άσκησης της διακριτικής αυτής ευχέρειας μπορούμε να αντλήσουμε χρήσιμη καθοδήγηση από τα κρατούντα στην Αγγλία.». Στην ίδια απόφαση αναφέρθηκε από τον Καλλή, Δ., ότι άδεια αντεξέτασης επί των ενόρκων δηλώσεων δίδεται πολύ σπάνια και μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις, ενώ η αίτηση πρέπει να υποβάλλεται εγγράφως και να περιλαμβάνει τους λόγους για τους οποίους μια υπόθεση εντάσσεται στην κατηγορία των εξαιρετικών περιπτώσεων. Όπως, όμως εύστοχα παρατήρησε αδελφός Δικαστής σε πρωτόδικη απόφαση, ημερ. 14.1.2010, στην αγωγή αρ. 7671/09, Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. 1. Μιχάλης Ιωαννίδης και 2. Πόλυς Λουκά Χατζιωάννου, η πιο πάνω απόφαση του Δικαστή Καλλή δόθηκε σε διαδικασία αίτησης για έκδοση Habeas Corpus και η νομολογία περί εξαιρετικών περιστάσεων στην οποία αναφέρθηκε εφαρμόζετο σε τέτοιου είδους αιτήσεις για Habeas Corpus. Σημειώνω ότι σε πιο πρόσφατες αποφάσεις (βλ. την απόφαση του Ναθαναήλ, Δ στην Πολιτική Αίτηση αρ. 18/2018, Αναφορικά με την αιτηση των λευτερη μηλου και πανικου χατζηλοϊζου
(2008)1Α α.α.δ. 280, και την πρωτόδικη απόφαση του Κληρίδη, Π.Ε.Δ., όπως ήταν τότε, ημερ. 9.4.2009 στην αγωγή 7123/2008, υιοθετείται η θέση ότι η Δ.39. θ.1 παρέχει διακριτική εξουσία στο Δικαστήριο να εγκρίνει ή απορρίψει την αίτηση «ανάλογα με τα ιδιαίτερα περιστατικά της» (δέστε Annual Practice 1958 σελ. 865 και Halsbury's Laws of England, 3η έκδοση, Τόμος 21, σελ. 418 - 419, παρα. 878), χωρίς δηλαδή να απαιτείται να αποδειχθούν εξαιρετικές περιστάσεις. Προτού προχωρήσω σε αξιολόγηση του κατά πόσον δικαιολογείται με βάση τα ιδιαίτερα περιστατικά της υπό κρίση αίτησης στην παρούσα αγωγή, η χορήγηση για άδεια αντεξέτασης του κ. Πολύδωρου Πολυδώρου, κρίνω κατάλληλο να αναφερθώ στις νομικές συνέπειες σε περίπτωση που δεν επιτραπεί η αιτούμενη αντεξέταση. Παρατηρώ, κατ' αρχάς, ότι δεν υπάρχει κανόνας ότι το Δικαστήριο δεσμεύεται να αποδεχθεί μαρτυρία για το λόγο και μόνο ότι δεν υπήρχε αντεξέταση (βλ. Αντωνάκης Χρ. Σολομωνίδης Λτδ κ.α. ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας κ.α.
(2005)1 Α Α.Α.Δ. 491). Ωστόσο, εκεί που ένας μάρτυρας δεν αντεξετάζεται σε ουσιώδες τμήμα της μαρτυρίας του, παρέχεται διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο να θεωρήσει την παράλειψη αυτή ως αποδοχή των ισχυρισμών του στο σημείο που δεν αντεξετάστηκε (βλ. Philippou General Bonded Warehouse Ltd v. Νικολαϊδη
(2006)1Β Α.Α.Δ. 1057). Παρόμοιοι κανόνες φαίνεται να ισχύουν και στις ακροάσεις αιτήσεων. Στην υπόθεση Marketrends Finance Ltd v. Χριστοδουλίδη
(2007)1Α Α.Α.Δ. 624, η Ε. Παπαδοπούλου, Δ. παρατήρησε τα εξήςː «Ο ισχυρισμός ότι η άλλη πλευρά δεν αμφισβήτησε τα γεγονότα της ένορκης δήλωσης των εφεσειόντων ή ότι δεν υπήρχε περί του αντιθέτου μαρτυρία, δεν οδηγεί, άνευ ετέρου σε αποδοχή τους. Στην παρούσα περίπτωση τα γεγονότα τα οποία επικαλούνται οι εφεσείοντες ανατρέπονται από προηγούμενες αναφορές των συνηγόρων τους ενώπιον του Δικαστηρίου.». Πάντως, σε περιπτώσεις παράθεσης αντίθετων ισχυρισμών σε ακροάσεις αιτήσεων, το Δικαστήριο οφείλει να προβεί σε εύρημα ποια εκδοχή κάνει αποδεκτή. Όταν οι ενόρκως δηλούντες δεν αντεξετάζονται, το Δικαστήριο θα πρέπει να αποφεύγει να υπεισέρχεται σε εύρημα αξιοπιστίας των ενόρκων δηλούντων. Το εύρημα του όμως μπορεί να στηρίζεται σε άλλα στοιχεία που είχαν τεθεί ενώπιόν του (βλ. Irena Knitting Ltd κ.α. ν Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ
(2006)1Β ΑΑΔ 816). Στο πλαίσιο διαμόρφωσης της δικαστικής μου κρίσης επί της υπό εξέταση αίτησης δεν μπορώ να παραβλέψω τις προϋποθέσεις για τον παραμερισμό μιας απόφασης που εκδόθηκε ερήμην του Εναγομένου, δυνάμει της Δ.17 θ.10, και για το ποιος φέρει το βάρος της απόδειξης ότι συντρέχουν αυτές οι προϋποθέσεις. Το βάρος της απόδειξης ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις για παραμερισμό της απόφασης στην ως άνω αγωγή είναι στους ώμους του Εναγομένου αρ. 2 - Αιτητή (Merkis v. Yiannoukas and another
(1994)1 AAA 736). Διαχρονικά η νομολογία έχει καθορίσει ότι η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου προς ακύρωση απόφασης ληφθείσας λόγω παράλειψης καταχώρισης εμφάνισης είναι δυνατή σε δύο περιπτώσεις: (α) όπου η ερήμην απόφαση εκδόθηκε παράνομα, δηλαδή, κατά παράβαση ουσιώδους τύπου ή διαδικασίας, οπότε και η απόφαση παραμερίζεται ex debito justitiae, και (β) όπου η απόφαση είναι μεν νομότυπη, αλλά ο αιτούμενος τον παραμερισμό της παρουσιάζει διά ενόρκου δηλώσεως εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση, ενώ επεξηγεί ταυτόχρονα το λόγο που η υπόθεση αφέθηκε να προχωρήσει σε έκδοση απόφασης, χωρίς τη συμμετοχή του. Το αντικείμενο της αίτησης αντεξέτασης, όπως σαφώς και ρητώς προσδιορίστηκε στην ένορκη δήλωση του Εναγομένου αρ. 2 - Αιτητή, υπενθυμίζω ότι αφορά - αφενός, τη θέση του ότι δεν υπήρξε καλή και νομότυπη επίδοση του κλητηρίου στον ίδιο, διότι επιδόθηκε σε πρόσωπο το οποίο περιγράφεται στο επιδοτήριο ως συγκάτοικός του ενώ δεν ήταν τέτοιος κατά τον ουσιώδη χρόνο της επίδοσης (προς τούτο η ζητούμενη αντεξέταση επί της παρα. 20 της ένορκης δήλωσης του Φώτη Παναγιώτου), και αφετέρου, τη θέση του ότι δεν συνάντησε τον Φώτη Παναγιώτου τον Φεβρουάριο 2014 προς εξεύρεση διευθέτησης της αγωγής (προς τούτο η ζητούμενη αντεξέταση επί της παρα. 16 της ένορκης δήλωσης του Φώτη Παναγιώτου). Παραθέτω αυτούσιες τις παρα. 16 και 20 της ένορκης δήλωσης του κ. Φώτη Παναγιώτου꞉ · Παρα. 16꞉ «Κατά την περίοδο του Φεβρουαρίου του 2014, ο Εναγόμενος / Αιτητής αρ. 2 είχε συναντήσεις μαζί μου και με άλλους λειτουργούς των Εναγόντων / Καθ' ων η αίτηση καθώς και τηλεφωνικές επικοινωνίες με σκοπό την εξεύρεση διευθέτησης του εν γνώσει του πιο πάνω εξ αποφάσεως χρέους του στην υπ' αριθμό και τίτλο αγωγή.». · Παρα. 20꞉ «Στην παρούσα περίπτωση ο Εναγόμενος / Αιτητής αρ. 2 δεν αιτιολόγησε, δεν ανέφερε και δεν απέδειξε στην ένορκη του δήλωση ότι όντως δεν είχε λάβει γνώση της υπ' αριθμό και τίτλο αγωγής μέχρι σήμερα. Οι Ενάγοντες / Καθ' ων η Αίτηση επέδωσαν στον Εναγόμενο / Αιτητή αρ. 2 με τον νόμιμο και έγκυρο τρόπο την εν λόγω αγωγή την 14.10.2011. Ο ιδιώτης επιδότης των δικηγόρων μας επέδωσε την υπ' αριθμό και τίτλο αγωγή στον συγκάτοικο και γαμπρό του Εναγομένου/ Αιτητή αρ. 2, δηλαδή στον σύζυγο της αδερφής του Εναγομένου / Αιτητή αρ. 2, ο οποίος είναι ο Εναγόμενος αρ. 1. Ο Εναγόμενος αρ. 1 έλαβε και υπέγραψε την υπ' αριθμό και τίτλο αγωγή από τον ιδιώτη επιδότη των δικηγόρων μας ως συγκάτοικος του Εναγομένου / Αιτητή αρ. 2 κατά το χρονικό διάστημα που είχε καταχωρηθεί η εν λόγω αγωγή. Ως εκ τούτου, κατόπιν νομικής συμβουλής και από τους δικηγόρους μας επρόκειτο για καλή επίδοση της αγωγής, καθότι θα ενημερωνόταν ο Εναγόμενος / Αιτητής αρ. 2 από το συγκάτοικο και γαμπρό του Εναγόμενο αρ. 1 ότι εκκρεμεί εναντίον του η εν λόγω αγωγή. Περαιτέρω, ο Εναγόμενος / Αιτητής αρ.2 δεν καταχώρησε σημείωμα εμφάνισης μέχρι την 03/11/2011 που εκδόθηκε η δικαστική απόφαση εναντίον του, αλλά μετά το πέρασμα σχεδόν τριών
(3)χρόνων από την έκδοσή της, μου απέστειλε την 07/01/2014 ηλεκτρονικό μήνυμα με συνημμένη επιστολή σύμφωνα με την οποία αναγνώριζε ότι η περιουσία του έχει δεσμευθεί από τους Ενάγοντες / καθ' ων η αίτηση για υπόθεση δανείου στην οποία είναι εγγυητής. Ο Εναγόμενος / Αιτητής αρ. 2 έχει γνώση της πιο πάνω δικαστικής απόφασης που εκδόθηκε εναντίον του στην υπ' αριθμό και τίτλο αγωγή καθότι το Φεβρουάριο του 2014 είχε απευθείας συναντήσεις μαζί μας και τηλεφωνικές επικοινωνίες με σκοπό τη διευθέτηση του εξ αποφάσεως χρέους.». Στην Πολιτική Έφεση 284/2008, Παναγιώτης Νέμιτσας v. Salwa Chaparian, απόφαση ημερ. 10/5/2011, το Ανώτατο Δικαστήριο υπέδειξε ότι, εφόσον η ένορκη δήλωση του επιδότη είναι σαφής (εν προκειμένω ως προς την ιδιότητα του προσώπου στο οποίο αφήνεται το κλητήριο), έτσι ώστε να μπορεί να ασκηθεί δικαστικός έλεγχος σχετικά με το νομότυπο ή μη της επίδοσης, το Δικαστήριο προχωρεί σε έλεγχο του νομότυπου στη βάση ελέγχου της αξιοπιστίας των δύο εκδοχών που τίθενται ενώπιον του, ήτοι, αφενός της εκδοχής του προσώπου που αιτείται τον παραμερισμό υποστηρίζοντας ότι το πρόσωπο στο οποίο αφέθηκε το κλητήριο δεν έχει την ιδιότητα που αναφέρει ο επιδότης και, αφετέρου, της εκδοχής του επιδότη ότι εκείνο το πρόσωπο είχε κατά τον ουσιώδη χρόνο της επίδοσης την ιδιότητα ως αναγράφεται στο επιδοτήριο. Σχετικό το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση Νέμιτσας ανωτέρωː «Τα γεγονότα της παρούσας διαφοροποιούνται από εκείνα της υπόθεσης στην Ιερά Μητρόπολη Λεμεσού ν. Chr. P. Michaelides (Estates) Ltd, (πιο πάνω). Εκεί επρόκειτο για επίδοση σε νομικό πρόσωπο και απουσίαζε εντελώς η ιδιότητα του προσώπου στο οποίο αφέθηκε το Κλητήριο ΄Ενταλμα, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να ελεγχθεί από το Δικαστήριο το νομότυπο της επίδοσης. Στην περίπτωσή μας, η ιδιότητα του προσώπου στο οποίο επιδόθηκε η αγωγή καταγραφόταν ρητά και ήταν ζήτημα ποια εκδοχή θα γινόταν αποδεχτή - ή εκείνη του επιδότη, λαμβανομένων υπόψη και των υπολοίπων στοιχείων του φακέλου, ή εκείνη του εφεσείοντα.». Στην παρούσα υπόθεση, η ένορκη δήλωση, ημερ. 17.10.2011, του ιδιώτη επιδότη, η οποία υπάρχει στο φάκελο του Δικαστηρίου και με την οποία αυτός ορκίζεται και λέγει ότι στις 14.10.2011 επέδωσε επίσημο αντίγραφο του κλητηρίου εντάλματος στην αγωγή στον Μαρίνο Γεωργίου (εδώ Εναγόμενο αρ. 2 - Αιτητή), δίδει με σαφήνεια τις εξής λεπτομέρειες ως προς τις συνθήκες επίδοσης꞉ Ότι η επίδοση έγινε αφήνοντας το κλητήριο στον Θεόδωρο Σπύρου από τη Λευκωσία, έναντι της υπογραφής του, Ότι η επίδοση έγινε κατ' αυτόν τον τρόπο επειδή ο επιδότης δεν βρήκε τον Μαρίνο Γεωργίου στο σπίτι του ή στο συνηθισμένο τόπο εργασίας του, και Ότι ο Θεόδωρος Σπύρου είναι «γαμπρός ενήλικας συγκάτοικος του πιο πάνω εναγομένου». Αυτή είναι η ενώπιον μου εκδοχή του ιδιώτη επιδότη. Αυτήν υιοθετεί ο κ. Φώτης Παναγιώτου στην παρα. 20 της ένορκης δήλωσης του, ημερ. 8.5.2014, επί της οποίας ζητείται να αντεξετασθεί. Η εκδοχή του Εναγόμενου αρ. 2 - Αιτητή, ως εκτίθεται στην ένορκη δήλωσή του, ημερ. 22.1.2014, η οποία συνοδεύει την αίτηση παραμερισμού, είναι εξίσου ξεκάθαρα διατυπωμένη. Έχει τις εξής δύο πτυχές꞉ Πρώτον, αν και είναι παραδεκτό ότι ο Εναγόμενος αρ. 1 είναι γαμπρός του Εναγόμενου αρ. 2 (βλ. την παρα. 5 της Ε/Δ ημερ. 22.1.2014), εντούτοις δεν διαμένουν στην ίδια διεύθυνση. Οι διευθύνσεις διαμονής των Εναγομένων αρ. 1 και 2 είναι διαφορετικές και τούτο φαίνεται από το ίδιο το κλητήριο ένταλμα όπου και αναγράφονται. Δεύτερον, ο Εναγόμενος αρ. 1 αρνήθηκε κατηγορηματικά στον Εναγόμενο αρ. 2 ότι παρέλαβε οποιαδήποτε αγωγή εκ μέρους του Εναγομένου 2 (βλ. την παρα. 5 της Ε/Δ ημερ. 22.1.2014). Υπό το φως των ως άνω εκατέρωθεν εκδοχών, προχωρώ να εξετάσω κατά πόσον δικαιολογείται η έκδοση του ζητηθέντος διατάγματος αντεξέτασης. Κρίνω πως δεν θα είχε καμία χρησιμότητα να επιτρέψω την αντεξέταση του κ. Φώτη Παναγιώτου όσον αφορά το περιεχόμενο της παρα. 20 της ένορκης δήλωσής του, αφού εκεί μεταφέρει την εξ ακοής μαρτυρία που ο ίδιος έλαβε από τον επιδότη, στηριζόμενος στο περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης επίδοσης. Αυτή είναι στο φάκελο του Δικαστηρίου και συνεπώς το Δικαστήριο μπορεί να τη μελετήσει συγκριτικά προς την παρα. 20 της Ε/Δ του κ. Παναγιώτου, για να ελέγξει την αξιοπιστία των όσων εκείνος μεταφέρει. Κρίνω επίσης πως, εφόσον ο επιδότης, κ. Κοιλαράς, δεν είναι ο συντάκτης της ένορκης δήλωσης ημερ. 8.5.2014, δεν δύναται να κληθεί για να αντεξετασθεί επί του περιεχομένου της παρα. 20 της ένορκης δήλωσης ημερ. 8.5.2014, η οποία έγινε από τον κ. Παναγιώτου. Αναγνωρίζω ότι το αιτητικό (Α) της αίτησης, ως έχει διατυπωθεί, καλύπτει και την ένορκη δήλωση επίδοσης, ημερ. 17.10.2011. Επ' αυτής μόνον ο συντάκτης της, ήτοι ο επιδότης, χωρεί αντεξέτασης. Το ότι εκείνη η ένορκη δήλωση θα τεθεί υπό το φακό του Δικαστηρίου στο πλαίσιο της ακρόασης της αίτησης παραμερισμού θα πρέπει να θεωρείται ως δεδομένο, αφού το πρώτο στοιχείο επί του οποίου ο Εναγόμενος αρ. 2 θα πρέπει να πείσει το Δικαστήριο προκειμένου να επιτύχει η αίτηση παραμερισμού του είναι ότι υπήρξε παράτυπη επίδοση. Στο πλαίσιο εξέτασης ενός τέτοιου ισχυρισμού, το Δικαστήριο αναπόφευκτα θέτει υπό το φακό του την ένορκη δήλωση επίδοσης του κλητηρίου η οποία λήφθηκε υπόψη από το Δικαστήριο καθ' ον χρόνο εξέδιδε την ερήμην του Εναγομένου απόφαση στην αγωγή. Με αυτό το πνεύμα, η μαρτυρία που περιέχεται στην ένορκη δήλωση επίδοσης, αποτελεί μαρτυρία που το Δικαστήριο καθηκόντως λαμβάνει υπόψη στο πλαίσιο εκδίκασης της αίτησης παραμερισμού και συνεπώς δεν θα συμφωνούσα με το επιχείρημα της συνηγόρου των Εναγόντων - Καθ' ων, ότι η εν λόγω ένορκη δήλωση επίδοσης δεν αποτελεί μαρτυρία στην υπό κρίση αίτηση, επί της οποίας να μπορεί να εφαρμοστεί η Δ.39 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Εκείνο όμως που με απασχολεί είναι το εξής. Ο Εναγόμενος αρ. 2 - Αιτητής έχει ήδη θέσει σαφώς (στην ένορκη δήλωσή του που συνοδεύει την αίτηση παραμερισμού) το υπόβαθρο επί του οποίου στηρίζει τον ισχυρισμό του ότι δεν υπήρξε καλή επίδοση, παραπέμποντας στις διαφορετικές διευθύνσεις διαμονής των Εναγομένων επί του κλητηρίου, στοιχείο που θέτει τον επιδότη υπόλογο να εξηγήσει γιατί επέδωσε σε άλλη διεύθυνση από αυτήν που αναγράφετο στο κλητήριο όσον αφορά τον Εναγόμενο αρ. 2 - Αιτητή ως διεύθυνση διαμονής του και πώς ικανοποιήθηκε για τα περί συγκατοίκησης. Το βάρος να αποδείξει την αλήθεια του περιεχομένου της ένορκης δήλωσης επίδοσης, και ειδικότερα - υπό τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης - του ισχυρισμού ότι η επίδοση έγινε σε συγκάτοικο του Εναγομένου αρ. 2, είναι στους ώμους του ίδιου του επιδότη, όχι του Εναγόμενου αρ. 2. Υπ' αυτή την έννοια, θεωρώ ότι είναι οι Ενάγοντες - και όχι ο Εναγόμενος αρ. 2 - αυτοί που οφείλουν να προσφέρουν τυχόν απαντητική μαρτυρία. Οι ίδιοι ενίστανται στην αίτηση αντεξέτασης του επιδότη. Υπό τις συνθήκες αυτες, δεν κρίνω ορθό να διατάξω την αντεξέταση του επιδότη επί της ενόρκου δηλώσεως του. Το Δικαστήριο δύναται να κρίνει τις εκατέρωθεν εκδοχές κατά την εκδίκαση της αίτησης παραμερισμού, με βάση τα ενώπιον του στοιχεία. Όσον αφορά το αιτητικό (Α)
(2)της αίτησης, δεν έχω ικανοποιηθεί ότι εξυπηρετεί με οποιονδήποτε τρόπο να επιτρέψω την αντεξέταση του κ. Φ. Παναγιώτου επί της παρα. 16 της ένορκης δήλωσής του όταν η εν λόγω παράγραφος αναφέρεται σε γεγονότα που έλαβαν χώρα κατά ή περί τον Φεβρουάριο του 2014, που είναι χρονικό διάστημα μεταγενέστερο της καταχώρησης της αίτησης παραμερισμού, ημερ. 22.1.
  1. Δεν βλέπω με ποια προϋπόθεση της αίτησης παραμερισμού δυνατόν να συσχετίζεται και πώς θα εξυπηρετήσει τη δίκη. Στο πλαίσιο εξέτασης μιας αίτησης παραμερισμού, η προϋπόθεση να μην υπήρξε καθυστέρηση ή αδιαφορία εμφάνισης στην αγωγή συσχετίζεται ως συνήθως με το διάστημα που προηγείται της καταχώρησης της αίτησης παραμερισμού και όχι που έπεται αυτής. Καταληκτικά, υπό τις ανωτέρω περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης, δεν έχω ικανοποιηθεί ότι δικαιολογείται να δώσω άδεια αντεξέτασης του κ. Φώτη Παναγιώτου επί της δικής του ένορκης δήλωσης, ούτε έχω ικανοποιηθεί ότι είναι κατάλληλο να διαταχθεί η αντεξέταση του επιδότη επί του περιεχομένου της δικής του ένορκης δήλωσης επίδοσης, ημερ. 17.10.
  2. Για όλους τους πιο πάνω λόγους απορρίπτω την αίτηση του Εναγομένου αρ. 2 - Αιτητή, με έξοδα υπέρ των Εναγόντων - Καθ' ων η αίτηση, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (υπ.)................................... Α. Πανταζή - Λάμπρου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.