← Κύπρος

Βάσος Ανδρονίκου ν. Κίμων Βαρδάκη, Αρ. Αγωγής: 9640/2010, 5/10/2015

Βάσος Ανδρονίκου ν. Κίμων Βαρδάκη, Αρ. Αγωγής: 9640/2010, 5/10/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2015:A368 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. ΠΑΝΤΑΖΗ - ΛΑΜΠΡΟΥ, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 9640/2010 ΜΕΤΑΞΥ: Βάσος Ανδρονίκου Ενάγοντα και Κίμων Βαρδάκη Εναγόμενου Ημερομηνία: 5.10.2015 Εμφανίσεις: Για τον Ενάγοντα - Αιτητή: κα Ερμιόνη Παυλίδου, για Μιχαλάκης Κυπριανού & Σία Δ.Ε.Π.Ε. Για τον Εναγόμενο - Καθ' ου η αίτηση꞉ κα. Κατερίνα Νεοφύτου, για Κυριάκο Ορφανίδη, για Ορφανίδης, Χριστοφίδης & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Αναφορικά με την αίτηση, ημερ. 30.3.2015, για προσθήκη νέου αιτητικού στο παρακλητικό και νέας παραγράφου στο σώμα της Έκθεσης Απαίτησης Ο Ενάγων στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή αξιώνει꞉ «(Α) Ποσό εκ €17,086.01 (ΛΚ10000) οφειλόμενο δυνάμει επιταγής εκδοθείσας στη Λευκωσία δια νόμιμη αιτία και έναντι καλού και νόμιμου ανταλλάγματος. (Β) Νόμιμο τόκο. (Γ) Έξοδα και ΦΠΑ και έξοδα επίδοσης.». Η εκδοχή του Ενάγοντος ως δικογραφήθηκε στην ειδικά οπισθογραφημένη επί του κλητηρίου Έκθεση Απαίτησης είναι ότι, κατά ή περί τις 22.8.2005, ο Εναγόμενος εξέδωσε επιταγή εις διαταγή του Ενάγοντος για νόμιμη αιτία και έναντι καλού και νομίμου ανταλλάγματος. Η επιταγή αυτή δεν είχε αντίκρισμα και επιστράφηκε από την τράπεζα απλήρωτη με την ένδειξη «ΑΠΟΤΑΘΕΙΤΕ ΣΤΟΝ ΕΚΔΟΤΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΑΓΗΣ - ΑΚΑΛΥΠΤΗ ΕΠΙΤΑΓΗ». Με την υπό κρίση αίτηση, ημερ. 30.3.2015, ο Ενάγων αξιώνει Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να επιτρέπεται - (
  2. i)η τροποποίηση του παρακλητικού της Έκθεσης Απαίτησης με την προσθήκη νέας παραγράφου (Β) και αναρίθμηση των υφιστάμενων παραγράφων (Β) και (Γ) σε (Γ) και (Δ), αντίστοιχα. Η προτεινόμενη νέα παράγραφος (Β) έχει ως εξής꞉ «(Β) Διαζευκτικά και άνευ βλάβης με την παράγραφο Α ποσό εκ €17,086.01 (ΛΚ10.000) οφειλόμενο δυνάμει γραπτής εγγύησης και/ή δυνάμει γραπτής και/ή προφορικής συμφωνίας και/ή δυνάμει των αρχών του αδικαιολόγητου πλουτισμού (unjust enrichment) και/ή ως money had and received και αποτελεί το ποσό το οποίο ο εναγόμενος εγγυήθηκε προσωπικά στον ενάγοντα ότι θα του καταβάλει σε περίπτωση που δεν υλοποιείτο η συμφωνία του ενάγοντα με την K.Z. Web Fortune Ltd.». (
  3. ii)η προσθήκη της ακόλουθης νέας παραγράφου

(5)στο σώμα της Έκθεσης Απαίτησης꞉ «5. Διαζευκτικά και άνευ βλάβης με τα πιο πάνω ο εναγόμενος κατόπιν γραπτής εγγύησης και/ή προφορικής και/ή γραπτής συμφωνίας εγγυήθηκε προσωπικά στον ενάγοντα ότι ο ίδιος θα του καταβάλει το ποσό €17,086.01 (ΛΚ10.000), το οποίο δόθηκε από τον ενάγοντα στον εναγόμενο, σε περίπτωση που η K.Z. Web Fortune Ltd δεν εκπλήρωνε τις συμβατικές της υποχρεώσεις προς τον ενάγοντα. Στο πίσω μέρος της επιταγής αναγράφονται λεπτομερώς οι όροι της εγγύησης και βάση των όρων αυτών ο εναγόμενος ανέλαβε την υποχρέωση να καλύψει το ποσό των €17,086.01 (ΛΚ10.000) σε περίπτωση που η K.Z. Web Fortune Ltd δεν τήρησε τα συμφωνηθέντα, εφόσον κανένα ποσό δεν έχει καταβάλει στον ενάγοντα ο εναγόμενος οφείλει με βάση τη συμφωνία του με τον εναγόμενο να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των €17,086.01 (ΛΚ10.000)». Πρόκειται δηλαδή για αίτηση τροποποίησης με σκοπό την εισαγωγή νέας βάσης αγωγής. Η αίτηση βασίζεται στους περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.12, θ.θ. 4, Δ.25 θ.θ. 1-5, Δ.48 θ.1,2,8
(1)(ρ),
(2)και Θ.9, στη διακριτική εξουσία και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η αίτηση εμφαίνονται στη συνημμένη σε αυτήν ένορκη δήλωση της κας Παριάνας Δημητρίου, ημερ. 30.3.2015. Αναφέρεται εκεί ότι꞉ Εκ παραδρομής και/ή λόγω αβλεψίας δεν είχαν περιληφθεί αρχικώς στην Έκθεση Απαίτησης οι ισχυρισμοί γεγονότων και η αξίωση που επιχειρείται τώρα να εισαχθούν. Μόλις όμως διαπιστώθηκε η εν λόγω παράλειψη καταχωρήθηκε η υπό κρίση αίτηση. Με τις ζητούμενες τροποποιήσεις, θα δοθεί στο Δικαστήριο η ολοκληρωμένη εικόνα των γεγονότων που περιστοιχίζουν την υπόθεση. Η αίτηση για την τροποποίηση γίνεται καλόπιτσα, αφού δεν υπάρχει κίνδυνος δυσμενούς ουσιαστικού επηρεασμού του Καθ' ου η αίτηση, πέραν της δικονομικής ταλαιπωρίας και της καθυστέρησης, ζητήματα που μπορούν να αντιμετωπισθούν με κατάλληλη διαταγή για έξοδα. Η μη έγκριση της αίτησης θα αποστερήσει από τον αιτητή το δικαίωμα να προωθήσει την υπόθεσή του και θα πληγούν ανεπανόρθωτα τα συμφέροντά του. Ο Εναγόμενος ενίσταται στην αίτηση και δικογραφεί συναφώς τους ακόλουθους 7 λόγους ένστασης: «Α) Η αιτούμενη τροποποίηση είναι άσκοπη και/ή λανθασμένη και/ή παράτυπη και/ή δεν εδράζεται στην ορθή νομική βάση και/ή αντίκειται στους περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς. Β) Ο Ενάγων /Αιτητής με την αιτούμενη τροποποίηση επιδιώκει να εισάγει νέα απαίτηση εναντίον του καθ' ου η αίτηση. Γ) Ο Ενάγων/ Αιτητής δεν εξηγεί την καθυστέρηση που παρατηρείται στην υποβολή της αίτησης και/ή οι λόγοι που προβάλλονται από τον Ενάγοντα δεν αποτελούν καλό λόγο και/ή δικαιολογία και/ή επεξήγηση για την υπέρμετρη καθυστέρηση που παρατηρείται στην υποβολή της αίτησης. Δ) Η Ενόρκως Δηλούσα δεν είναι σε θέση να προβεί στην Ένορκη Δήλωση για το λόγο ότι δεν έχει θετική γνώση των γεγονότων και/ή δεν νομιμοποιείται να προβεί στην ένορκη δήλωση. Ε) Με την αιτούμενη τροποποίηση επηρεάζονται δυσμενώς τα δικαιώματα του Καθ' ου η αίτηση. Στ) Η σκοπούμενη τροποποίηση μπορούσε κάλλιστα να περιληφθεί όταν τροποποιήθηκε η αγωγή καθώς τα γεγονότα ήταν γνωστά. Ζ) Η αιτούμενη τροποποίηση ζητείται κακόπιστα και/ή κατά κατάχρηση της διαδικασίας και σκοπό έχει να επιφέρει βλάβη στα δικαιώματα του καθ'ου η αίτηση / εναγόμενου.». Η ένσταση βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.19, θ.14, Δ.25, Δ.48 θ.θ. 1- 4, 8 και 9, στη νομολογία και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Η ένσταση εδράζεται επί ισχυρισμών γεγονότων που περικλείονται σε ένορκη δήλωση, ημερ. 28.4.2015, του ιδίου του Εναγόμενου, ο οποίος και επισημαίνει τα εξής: Υπάρχει υπέμετρη και αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην υποβολή του αιτήματος και αν ήταν γνήσιο θα έπρεπε να υποβληθεί πολύ πιο γρήγορα. Τούτο διότι τα γεγονότα που επιχειρεί να εισάξει ο Ενάγων ήταν γνωστά σε αυτόν ή/και θα μπορούσαν να ήταν γνωστά σε αυτόν κατά την καταχώρηση της αγωγής (16.11.2010) ή το αργότερο αμέσως μετά το κλείσιμο των δικογράφων (19.9.2011). Ο Ενάγων γνώριζε από τότε που καταχωρήθηκε η Έκθεση Υπεράσπισης (7.9.2011) ότι ο Εναγόμενος δικογράφησε την αθώωσή του στο στάδιο του εκ πρώτης όψεως στην ποινική υπόθεση αρ. 21538/2005 για την ισχυριζόμενη μη εξόφληση της επίδικης επιταγής, αφού το Δικαστήριο έκρινε ότι η επίδικη επιταγή δεν έφερε τα χαρακτηριστικά επιταγής σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία. Η αγωγή ορίστηκε επτά φορές για ακρόαση προτού έγερθεί το αίτημα τροποποίησης (27.11.2012, 15.5.2013, 28.11.2013, 24.3.2014, 16.6.2014, 24.11.2014, 2.4.2015). Συνεπώς η αίτηση γίνεται καταχρηστικά με μόνο σκοπό να βλάψει τα δικαιώματα του Εναγόμενου λόγω της αδικαιολόγητης καθυστέρησης που θα προκληθεί. Η θέση του Ενάγοντος ότι αν δεν εγκριθεί η αίτηση, αυτός θα στερηθεί της ευκαιρίας να προωθήσει την υπόθεσή του, δεν είναι καλόπιστη, αφού ο Ενάγων καταχώρησε πρώτα ποινική υπόθεση και όταν εκεί απέτυχε, καταχώρησε την παρούσα αγωγή και τώρα επιθυμεί να προσθέσει νέα βάση αγωγής. Η Δ.12 δεν βρίσκει έρεισμα στα γεγονότα της αίτησης. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, ο Εναγόμενος εισηγείται την απόρριψη της αίτησης με έξοδα εναντίον του Ενάγοντος. Νομική πτυχή Στην υπόθεση Χριστοδούλου ν. Χρ. Μαρνέρος και Σία Λτδ
(1997)1 Α.Α.Δ. 718 στη σελ. 721 λέχθηκε ότι: "Τα δικόγραφα είναι ουσιώδη στον καθορισμό των επιδίκων θεμάτων και στον καθορισμό της βάσης επί της οποίας θα προχωρήσει η ακρόαση της υπόθεσης. Η σημασία τους τονίστηκε στην υπόθεση Christakis Loucaides v. C. D. Hay and Sons Ltd
(1971)1 C.LR. 134. Τα δικόγραφα δεν έχουν σκοπό μόνο τη διαφύλαξη της κανονικής διαδικασίας. Σκοπό έχουν να μην καταλαμβάνονται εξ απρόοπτου οι διάδικοι στους οποίους θα πρέπει να παρέχεται η δέουσα ευκαιρία να ετοιμάσουν την υπόθεση τους για ακρόαση. Εκτός αν τα επίδικα θέματα καθοριστούν δεόντως η ακρόαση παραμένει χωρίς οριοθέτηση και οι σκοποί της δικαιοσύνης μπορεί να παρακωλυθούν λόγω της αβεβαιότητας (G.I.P. Constructions Ltd v. Panayiota Neophvtou and Οthers
(1983)1 C.LR. 669, 680) Τα δικόγραφα πρέπει να περιέχουν όλες τις αναγκαίες λεπτομέρειες ώστε η άλλη πλευρά να μπορεί να σχηματίζει σαφή και πλήρη εικόνα για τη φύση και την έκταση της υπόθεσης που πρόκειται να αντιμετωπίσει στην ακρόαση και να μη βρίσκεται προ εκπλήξεως ή να καταλαμβάνεται εξ απήνης.». Τα πιο πάνω λεχθέντα διατηρούν τη σημασία τους ακόμη όταν εξετάζεται αίτηση στη βάση της Διαταγής 25, θ.1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Η Διαταγή 25 προβλέπει ότι: «
  1. Το Δικαστήριο ή Δικαστής μπορεί σε οιονδήποτε στάδιο της διαδικασίας να επιτρέψει σε οιονδήποτε από τους διαδίκους να διορθώσει ή τροποποιήσει την οπισθογράφηση ή τα δικόγραφα με τέτοιον τρόπο και με τέτοιους όρους που θα είναι δίκαιοι και όλες οι τέτοιες τροποποιήσεις θα πρέπει να γίνουν σαν αναγκαίες για σκοπούς αποπερατώσεως των πραγματικών ζητημάτων που είναι αμφισβητούμενα μεταξύ των διαδίκων.». Οι αρχές που διέπουν αιτήσεις τροποποίησης δικογράφου, όπως η υπό κρίση, έχουν διατυπωθεί σε σωρεία υποθέσεων με αρκετά πρόσφατη την υπόθεση Kayat Trading Ltd. v. Genzyme Corporation, Πολιτική Έφεση Αρ. 58/2012, ημερομηνίας 4/3/
  2. Στην εν λόγω υπόθεση το Ανώτατο Δικαστήριο παραπέμποντας σε σχετική νομολογία, συνόψισε τις εν λόγω αρχές με αναφορά στα πιο κάτω αποσπάσματα από τις υποθέσεις Clive Preece κ.ά. ν. Νάσου Θεοφίλου Ρωσσίδου, Πολιτική Έφεση Αρ. 271/2008, ημερομηνίας 16/12/2011 και Αρτέμιος Παπαχρυσοστόμου ν. Κώστα Γρηγοριάδη και Συνεταίροι, Πολιτική Έφεση Αρ. 79/2009, ημερομηνίας 4/5/2012: "Αίτηση για τροποποίηση δικογράφου μπορεί να εγκριθεί σε κάθε στάδιο της διαδικασίας εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις οι οποίες καθιστούν την τροποποίηση απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης. Το συμφέρον της δικαιοσύνης αποτιμάται ύστερα από συνεκτίμηση όλων των παραγόντων της κάθε υπόθεσης, συμπεριλαμβανομένων και των επιπτώσεων που ενδεχομένως θα προκληθούν στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Βλ. Εθν. Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. κ.α. ν Βιομ. Χαρ. Αλωνεύτης Λτδ κα
(2002)1(Α) ΑΑΔ 237. Στην Χριστοδούλου ν Χριστοδούλου
(1991)1 ΑΑΔ 934 έχει ειπωθεί ότι η σύγχρονη τάση είναι να επιτρέπουν τα δικαστήρια τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμα και όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα." (Απόσπασμα από την απόφαση στην υπόθεση Clive Preece) "Στις περιπτώσεις όπου ο προσδιορισμός της ουσίας της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων και η αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών επιβάλλουν την τροποποίηση των δικογράφων, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται υπέρ της έγκρισης της αίτησης νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί βλάβη ή αδικία στην άλλη πλευρά η οποία δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα ή ο αιτητής δεν ενεργεί κακόπιστα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της οποιασδήποτε καθυστέρησης στη διατύπωση των θέσεων του αιτητή, ποικίλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη τροποποίησης δικογράφων, όμως η άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου στο στάδιο αυτό, ασκείται με φειδώ. Τέλος μπορεί να λεχθεί ότι η εισαγωγή ενός νέου θέματος δεν συνεπάγεται κατ' ανάγκη και την απόρριψη της αίτησης, νοουμένου όμως ότι δεν έχει καταλυτικές συνέπειες για την αντίδικη πλευρά." (Απόσπασμα από την απόφαση στην υπόθεση Αρτέμιος Παπαχρυσοστόμου.) Πιο πρόσφατα, στην απόφαση IKOS CIF LTD v. Martin Coward κ.α., ECLI:CY:AD:2014:A205, Πολιτικές Εφέσεις 137/2013 και 138/2013, ημερ. 20/03/2014, σημειώθηκε ότι - «Ακόμη και στις περιπτώσεις που επιδιώκεται νέα βάση αγωγής, η αίτηση τροποποίησης δεν είναι καταδικασμένη σε αποτυχία, αλλά εξετάζεται και συνεκτιμάται υπό το πρίσμα του συνόλου των στοιχείων της δεδομένης περίπτωσης. Το συμφέρον της δικαιοσύνης συνιστά, σε κάθε περίπτωση, κυρίαρχο παράγοντα, κατά την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, να επιτρέπει τροποποίηση.». Είναι ανεπίτρεπτη η προσθήκη μιας βάσης αγωγής όταν αυτή δεν συνδέεται με την αρχική βάση αγωγής και συνεπώς θεωρείται απαράδεκτη. Σχετικό το πιο κάτω απόσπασμα από το Annual Practice 1959, σελ. 625: "The Court will not refuse to allow an amendment simply because it introduces a new case (Budding v. Murdoch 1 Ch.D. 42, Hubbick v. Helms 56 L.J. Ch. P. 539) But it will do so where the amendment would change the action one of a substantially different character which would more conveniently be the subject of a fresh action (Releigh v. Goshen
(1898)1 Ch. 81)." Όσον αφορά την αιτιολόγηση, από απόψεως χρόνου, του αιτήματος για άδεια τροποποίησης, στην προμνησθείσα απόφαση IKOS CIF LTD, λέχθηκαν τα εξής꞉ «(σ)ταθερή γραμμή της Νομολογίας αναγνωρίζει ότι ο παράγοντας αυτός είναι σχετικός. Δεν είναι όμως εξαρχής και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας. Όταν η καθυστέρηση οφείλεται σε σφάλμα του αιτητή, η δικαιολόγηση της και η σημασία της ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά κάθε υπόθεσης, κυρίως σε συσχετισμό με τη γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης. Η όποια καθυστέρηση δεν πρέπει να εξετάζεται μεμονωμένα από απόψεως μόνο χρονικής διάστασης, αλλά θα πρέπει να συναρτάται με άλλους παράγοντες, όπως για παράδειγμα την ανυπαρξία καλής πίστης. Τροποποίηση μπορεί να επιτραπεί, ασχέτως εάν επιδείχθηκε αμέλεια και καθυστέρηση από διάδικο, αν αυτό απαιτεί το συμφέρον της δικαιοσύνης. Όπως ήδη έχει καταγραφεί, τελικά ο κρίσιμος παράγοντας είναι η ανάγκη για προσδιορισμό των επίδικων θεμάτων και η διατύπωση των θέσεων των διαδίκων (Χριστοδούλου v. Χριστοδούλου,
(1991)1 Α.Α.Δ. 934, Ταξί Κυριάκος Λτδ v. Ανδρέα Παύλου,
(1995)1 Α.Α.Δ. 560, Astor Manufacturing & Exporting Co κ.α. v. A.G. Leventis κ.α.,
(1993)1 Α.Α.Δ. 726, SABA & Co. (T.M.P.) v. T.M.P. Agents,
(1994)1 A.A.Δ. 426, Ιωάννης Νικολάου v. Ζωής Μυλτιάδους κ.ά,
(2007)1 Α.Α.Δ. 1005).». Τέλος, στην πιο πάνω απόφαση IKOS CIF LTD επισημάνθηκε ότι- «Πάγια νομολογία διαμόρφωσε τον κανόνα ότι αίτηση τροποποίησης δεν είναι δυνατό να επιτύχει αν το υλικό, το οποίο σκοπείται να εισαχθεί, ήταν σε γνώση του αιτητή ή μπορούσε με εύλογη επιμέλεια να εντοπιστεί έγκαιρα. Η δε αλλαγή δικηγόρου διαδίκου δεν μπορεί να θεωρηθεί ως δικαιολογία για παρατηρούμενη καθυστέρηση που οδηγεί σε εκτροχιασμό της δίκης και δεν παρέχει, αφ΄εαυτής, λόγο για την τροποποίηση της δικογραφίας. (Γραμμές Στριντζή Αιγαίου Ναυτική Εταιρεία v. Always Travel Holidays Ltd
(1995)1 Α.Α.Δ. και United Sea Transport Ltd v. Zakou
(1980)1 A.Α.Δ. 501, 510). Η γραμμή αυτή της νομολογίας συναρτάται απόλυτα με την φειδώ με την οποία το Δικαστήριο θα πρέπει να ασκεί τη διακριτική του ευχέρεια, ιδίως στις περιπτώσεις όπου η όποια καθυστέρηση ενέχει καταλυτικές επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου.». Στην ίδια απόφαση κρίθηκε ότι η καθυστέρηση θα είχε καταλυτικές συνέπειες στα δικαιώματα του εφεσίβλητου αρ. 1 επειδή εκκρεμούσε για 3 περίπου χρόνια προσωρινό διάταγμα εναντίον του μέχρι περάτωσης της αγωγής. Λέχθηκε ότι- «Η καθυστέρηση που δημιουργείται, και το αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι σε μεγάλο αριθμό εφεσιβλήτων δεν επιτεύχθηκε μέχρι σήμερα επίδοση της αγωγής, έχει ως αποτέλεσμα την παράταση ισχύος του εκδοθέντος διατάγματος και, συνακόλουθα, τη συνέχιση επηρεασμού των δικαιωμάτων του Εφεσίβλητου 1.». Η απόφαση Κώστας Παφίτης & Υιοί Λτδ ν. Γενικού Εισαγγελέα, Πολιτική Έφεση 204/09, ημερομηνίας 25.04.2012 επεξηγεί πότε το Δικαστήριο δύναται να απορρίψει μια αίτηση τροποποίησης ως κακόπιστη ως εκ της καθυστέρησης με την οποία αυτή υποβάλλεται: «Για να αποδειχθεί κακοπιστία, χρειάζεται επαρκής μαρτυρία από την οποία να εξάγεται αβίαστα το σχετικό συμπέρασμα, εφόσον με τη διαπίστωση ύπαρξης κακοπιστίας, η αίτηση συνήθως οδηγείται σε απόρριψη. Όμως, στην προκειμένη περίπτωση, δεν έχουμε εντοπίσει σαφή στοιχεία που να υποστηρίζουν τους ισχυρισμούς των Εφεσειόντων, περί ύπαρξης κακοπιστίας. Το μόνο στοιχείο που τέθηκε ενώπιον του πρωτόδικου δικαστηρίου, είναι ότι ο Εφεσίβλητος γνώριζε από πολλού ότι η Έκθεση Υπεράσπισης έχρηζε τροποποίησης και δεν έπραξε οτιδήποτε. Όμως ο Εφεσίβλητος εξήγησε ότι για ένα μέρος του χρόνου, ανέμενε συμπληρωματικά γεγονότα από το μηχανικό του έργου, ο οποίος ήταν άρρωστος. Όμως, ακόμη και αν η καθυστέρηση οφειλόταν σε λάθος ή σε αμέλεια, με κανένα τρόπο δεν θα μπορούσε να εξισωθεί με κακοπιστία. Δεν έχουν τεθεί ενώπιον μας στοιχεία που να δείχνουν ή από τα οποία εμείς να συμπεράνουμε ότι σκόπιμα καθυστέρησε η καταχώρηση της αίτησης με απώτερο στόχο την καθυστέρηση της εκδίκασης της αγωγής. [...] Η αίτηση για τροποποίηση μπορεί να καταχωρίστηκε περίπου τριάμισι χρόνια μετά την καταχώρηση της Έκθεσης Υπεράσπισης, αλλά δόθηκαν τέτοιες εξηγήσεις, που εύλογα το δικαστήριο τις συνυπολόγισε με τους υπόλοιπους παράγοντες προτού αποφασίσει. Όπως αναφέρθηκε, η υπόθεση ήταν σχετικά περίπλοκη. Απόδειξη τούτου, είναι ότι ο δικηγόρος των Εφεσειόντων χρειάστηκε 14 ολόκληρες σελίδες για να διατυπώσει το αγώγιμο δικαίωμα του πελάτη του. Πέραν τούτου, ο Εφεσίβλητος ανέφερε ότι προτού καταχωρηθεί η αίτηση τροποποίησης, αναμενόταν συμπληρωματική έκθεση γεγονότων από το Μηχανικό του Τμήματος Δημοσίων Έργων, η οποία καθυστέρησε επειδή ήταν άρρωστος. Για όλα αυτά δεν υπήρξε αντεξέταση, ούτε και τέθηκαν ενώπιον του δικαστηρίου άλλα στοιχεία που να δείχνουν ότι με την καθυστέρηση που είχε σημειωθεί δημιουργούνταν ανυπέρβλητα προβλήματα, ώστε να επηρεάζονται ανεπανόρθωτα τα δικαιώματα των Εφεσειόντων (βλ. Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου
(1991)1 ΑΑΔ 934, στη σελ. 939 και Federal Bank of Lebanon v. Σιακόλα
(1999)1 ΑΑΔ 44). Η καθυστέρηση που παρατηρήθηκε μέχρι την καταχώρηση της αίτησης για τροποποίηση, οφειλόταν στη διαδικασία που τα διάδικα μέρη επέλεξαν να ακολουθήσουν με την ανοχή του δικαστηρίου και δε μπορεί η όλη καθυστέρηση που παρατηρήθηκε, να αποδοθεί αποκλειστικά στο χρόνο καταχώρησης της αίτησης για τροποποίηση. Εν πάση περιπτώσει, η ακρόαση της αγωγής δεν είχε ακόμη ξεκινήσει ώστε να προστίθεται ως επιβαρυντικός παράγοντας και ο κίνδυνος εκτροχιασμού της δίκης.». Εφαρμογή στην παρούσα υπόθεση Προτού υπεισέλθω στην ουσία του ζητήματος της αίτησης τροποποίησης, θα εξετάσω το αίτημα του Καθ' ου η αίτηση όπως μην ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση για το λόγο ότι η ομνύουσα είναι δικηγόρος. Η απάντηση στο ζήτημα αυτό δίδεται από τη νομολογία. Συγκεκριμένα, στην υπόθεση Rybolovlev κ.α v. Rybolovleva
(2010)1(A) ΑΑΔ 82, ο Κληρίδης, Δ. (όπως ήταν τότε), επεσήμανε τα εξής: «Το θέμα της κατάρτισης και υποβολής σε δικαστική διαδικασία ένορκης δήλωσης από δικηγόρο, διέπεται από καλά καθιερωμένες αρχές που εκπηγάζουν από τη νομολογία. Αν χρειάζεται να τις συνοψίσουμε ξανά, θα λέγαμε ότι γενικά ομιλούντες, μια ένορκη δήλωση δεν αποκλείεται απλά επειδή ο ομνύων είναι δικηγόρος. Οι δικηγόροι όμως θα πρέπει να αποστασιοποιούνται από τα γεγονότα που σχετίζονται με τα επίδικα θέματα και τυγχάνει γενικά ανεπιθύμητο να εμφανίζονται ως μάρτυρες ή ενόρκως δηλούντες σε δικαστική διαδικασία στην οποία εκπροσωπούν διάδικο, εκτός εάν αυτό είναι αναγκαίο. Αφ' ης όμως στιγμής δικηγόρος έχει με τον ένα ή άλλο τρόπο καταστεί μάρτυρας γεγονότων, τότε κωλύεται, λόγω ασυμβιβάστου, να συνεχίζει να εμφανίζεται χειριζόμενος την υπόθεση του πελάτη του ως δικηγόρος. (Ahapittas v. Roc-Chic Ltd
(1968)1 C.LR. 1, In re Efthymiou
(1987)1 C.LR. 319. Thanos Hotels Ltd v. Ιωάννου
(1991)1 Α.Α.Δ. 1036). Στις πιο πάνω καλά καθιερωμένες αρχές δεν κρίνουμε ορθό να προσθέσουμε ή να αναγνωρίσουμε και άλλη αρχή σύμφωνα με την οποία εάν ο ομνύων είναι δικηγόρος και δεν επεξηγεί με επάρκεια γιατί προβαίνει ο ίδιος στην ένορκη δήλωση και όχι ο πελάτης του, τότε η ένορκη δήλωση πάσχει και θα πρέπει ν' αγνοηθεί ή απορριφθεί. Ούτε και συμφωνούμε ότι μια τέτοια απόλυτη αρχή εξάγεται από την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Dulal Dulal (ανωτέρω).» Στην παρούσα υπόθεση, η ομνύουσα Παριάνα Δημητρίου είναι, ως η δήλωσή της, δικηγόρος στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί τον Ενάγοντα - Αιτητή στην παρούσας υπόθεση, αλλά ως διευκρινίζει στην παρα. 1 της ένορκης δήλωσής της δεν είναι αυτή που χειρίζεται την παρούσα υπόθεση, αλλά άλλος δικηγόρος του γραφείου. Δεν δίδει κάποιο ιδιαίτερο λόγο στην ένορκη δήλωσή της γιατί δεν προέβηκε ο ίδιος ο Ενάγων - Αιτητής στην ένορκη δήλωση, αλλά διευκρινίζει η ομνύουσα ότι από εκείνον είναι εξουσιοδοτημένη και λαμβάνει τις πληροφορίες. Με δεδομένα όσα υποδείχθηκαν στην υπόθεση Rybolovlev, ανωτέρω, και έχοντας κατά νου ότι η υπό κρίση αίτηση αφορά σε ενδιάμεσο στάδιο της διαδικασίας, κρίνω ότι δεν συντρέχει λόγος για απόρριψη της αίτησης επί τω ότι στηρίζεται σε ένορκη δήλωση που έγινε από δικηγόρο. Προχωρώ λοιπόν να εξετάσω την αίτηση τροποποίησης επί της ουσίας της. Το πρώτο ερώτημα που θα πρέπει να απασχολήσει το Δικαστήριο είναι κατά πόσον θα εξυπηρετηθεί η δικαιοσύνη αν επιτραπεί η τροποποίηση. Τούτο θα πρέπει να εξεταστεί υπό το πρίσμα του κριτηρίου που θέτει η Δ.25, ήτοι κατά πόσον η τροποποίηση «είναι προς το συμφέρον για σκοπούς αποπερατώσεως των πραγματικών ζητημάτων που είναι αμφισβητούμενα μεταξύ των διαδίκων», έτσι ώστε να εμπίπτει στον επιδιωκόμενο σκοπό της Δ.25 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Στη γραπτή του αγόρευση ο συνήγορος του Εναγομένου - Καθ' ου η αίτηση εισηγείται ότι δεν ικανοποιείται το πιο πάνω κριτήριο στην παρούσα υπόθεση. Παραθέτω: «Συγκεκριμένα, ενώ η βάση της αγωγής ως καταχωρήθηκε το 2010 στηρίζεται σε έκδοση επιταγής άνευ αντικρίσματος, με την αιτούμενη τροποποίηση, πρόκειται να εγερθεί διαζευκτικά νέα βάση αγωγής που θα στηρίζεται στην παράβαση σύμβασης. Εάν οι αιτούμενες τροποποιήσεις επιτραπούν, και η βάση της αγωγής από μη εξόφληση επιταγής αλλάξει σε αθέτηση σύμβασης, ή αν προστεθεί ως νομική βάση η αθέτηση σύμβασης, τότε οι αιτούμενες τροποποιήσεις θα προκαλέσουν δυσχέρεια στη δικαστική διαδικασία και θα παραβλάψουν τα δικαιώματα του Εναγομένου τόσο λόγω της πολυπλοκότητας των θεμάτων που θα εγερθούν όσο και λόγω της καθυστέρησης που θα προκληθεί. Παρά δηλαδή το γεγονός ότι ως γενική αρχή σκοπός της τροποποίησης δικογράφων είναι να διευκολύνεται η διαδικασία εξαλείφοντας τις πολυπλοκότητες, στην παρούσα περίπτωση με την τροποποίηση το επίπεδο του βάρους απόδειξης, η απαιτούμενη μαρτυρία καθώς και τα επίδικα ζητήματα θα γίνουν πολύ πιο περίπλοκα. Από μελέτη της υφιστάμενης δικογραφίας, παρατηρώ ότι η διαφορά των μερών με βάση την υπάρχουσα Έκθεση Απαίτησης αναφύεται μέσα από το γεγονός ότι δεν τιμήθηκε μία συγκεκριμένη επιταγή. Μέσω της αίτησης τροποποίησης ζητείται από το Δικαστήριο να εισαχθεί μία νέα, διαζευκτική, βάση αγωγής και αντίστοιχη προς αυτήν εκδοχή γεγονότων ως προς τις συνθήκες υπό τις οποίες εκδόθηκε η συγκεκριμένη επιταγή και τους όρους υπό τους οποίους τελούσε η υπόσχεση να τιμηθεί, οι οποίοι κατ' ισχυρισμόν αναγράφονται στο πίσω μέρος της ίδιας επιταγής. Παρατηρώ ότι συμπλέκονται τα γεγονότα των δύο βάσεων αγωγής (ήτοι της ήδη δικογραφηθείσας και της προτεινόμενης) και αφορούν τους ίδιους ακριβώς διάδικους. Δεν είναι η περίπτωση που το Δικαστήριο καλείται να προβεί σε μία νέα θεώρηση της υπόθεσης, εντελώς άσχετη προς την ήδη δικογραφηθείσα. Λαμβάνω συναφώς υπόψη ότι η εκδοχή που επιχειρείται να εισαχθεί από τον Ενάγοντα για να στηρίξει τη νέα βάση αγωγής, δεν είναι ξένη προς αυτήν που ο ίδιος ο Εναγόμενος δικογράφησε μέσω της Έκθεσης Υπεράσπισης του (βλ. τις παρα. 5 έως 8 αυτής) και προς την οποία ο Ενάγων ήδη απάντησε (βλ. την ήδη καταχωρηθείσα Απάντηση προς την Έκθεση Υπεράσπισης). Αξίζει όμως να αναφέρω ότι, όπως παρατηρώ, ο Ενάγων φερόταν να αρνείται την εκδοχή του Εναγόμενου στην Απάντηση στην Υπεράσπιση, ενώ τώρα επιχειρεί να υιοθετήσει στοιχεία της εν λόγω εκδοχής εισάγοντάς τα στην Έκθεση Απαίτησής του. Συνεπώς, εκείνο που πρέπει να επισημανθεί είναι ότι, όπως έχει νομολογηθεί (βλ. την Marfin Popular Bank Public Co Ltd v. Ανδρέας Μιχαήλ, Πολ. Έφεση 347/08, ημερ. 23.1.12), ένας διάδικος δικαιούται να προβάλει στο δικόγραφο του διαζευκτικούς ισχυρισμούς αλλά οφείλει κατά την ακροαματική διαδικασία να επιλέξει την εκδοχή που θα προωθήσει. Δεν επιτρέπεται η προώθηση διαζευκτικών γεγονότων. Εν πάση περιπτώσει, κρίνω πως είναι προς το συμφέρον της δικαιοσύνης να αποφευχθεί η πολλαπλότητα των διαδικασιών στην οποία θα οδηγούνταν οι διάδικοι αν στερείτο τώρα ο Ενάγων του δικαιώματος να εγείρει την προτεινόμενη διαζευκτική βάση αγωγής και αναγκαζόταν να την εγείρει με ξεχωριστή αγωγή. Όσον αφορά τον παράγοντα του χρόνου, δεν παραγνωρίζω τα όσα επεσήμανε στη γραπτή του αγόρευση ο συνήγορος του Εναγόμενου - Καθ' ου꞉ «Είναι η θέση μας ότι μια τέτοια αλλαγή στη βάση αγωγής στο παρόν στάδιο, δηλαδή πέντε χρόνια μετά την καταχώριση της αγωγής, είναι απαράδεκτη και θα επηρεάσει δυσμενώς τόσο τα δικαιώματα του καθ' ου η αίτηση, όσο και την πορεία της διαδικασίας ενώπιον του σεβαστού Δικαστηρίου. Περαιτέρω, από την Ένορκη Δήλωση της κ. Δημητρίου που συνοδεύει την Αίτηση, δεν προκύπτει οιοδήποτε καλόπιστος λόγος καθυστέρησης, παραμόνο αναφέρεται ότι οι αιτούμενες τροποποιήσεις δεν αναφέρθηκαν στην Έκθεση Απαίτησης «εκ παραδρομής και/ή λόγω αβλεψίας Ως φαίνεται ξεκάθαρα από τα γεγονότα που διέπουν την πορεία της παρούσας αίτησης, ο Ενάγων είχε πάμπολλες ευκαιρίες να διορθώσει την Έκθεση Απαίτησης του στο παρελθόν, και όχι μετά την πάροδο σχεδόν πέντε ετών από την καταχώρηση της.» Πράγματι, στην ένορκη δήλωση της κας Παριάνας Δημητρίου δεν εγείρεται οποιοσδήποτε ισχυρισμός ότι η αιτούμενη τροποποίηση κατέστη αναγκαία λόγω γεγονότων που δεν ήταν σε γνώση του Ενάγοντος καθ' ον χρόνο καταχώρησε την ως άνω αγωγή. Απεναντίας, εμμέσως γίνεται παραδεκτό ότι τα γεγονότα ήταν από την αρχή γνωστά στον Ενάγοντα και εκ παραδρομής ή από αβλεψία των δικηγόρων του παρέλειψαν να τα εισάξουν στην έκθεση απαίτησης με αντίστοιχο παρακλητικό. Κρίνω πως έχει δίκαιο ο Εναγόμενος - Καθ' ου να ισχυρίζεται ότι στην παρούσα υπόθεση ο Ενάγων γνώριζε πολύ πριν από την καταχώρηση της αγωγής, όλα τα γεγονότα που ήταν αναγκαίο να γνωρίζει, έτσι ώστε να μπορούσε να είχε εισάξει από την αρχή στην αγωγή του ό,τι επιχειρεί τώρα να εισάξει ως βάση αγωγής και τούτο διότι αμφότεροι οι διάδικοι στην αγωγή ήταν διάδικοι στην ιδιωτική ποινική υπόθεση αρ. 21538/05, η οποία κατέληξε σε συγκεκριμένο αποτέλεσμα στις 11.3.2008, ήτοι 2 και πλέον χρόνια πριν την καταχώρηση της αγωγής. Μάλιστα από μια απλή ανάγνωση της απόφασης του Ποινικού Δικαστηρίου, η οποία τέθηκε ενώπιον μου ως Τεκμήριο 1 στην ένορκη δήλωση του Εναγόμενου που συνοδεύει την ένστασή του στην υπό κρίση αίτηση τροποποίησης, διαπιστώνω ότι ο Ενάγων που ήταν εκεί παραπονούμενος (ΜΚ1) είχε δώσει μαρτυρία ότι (βλ. σελ. 5 της απόφασης) «η επιταγή εξεδόθη όχι για να κατατεθεί αμέσως, αλλά ως εξασφάλιση. Αυτή θα μπορούσε να κατατεθεί μόνο σε μεταγενέστερη ημερομηνία από αυτήν της εκδόσεώς της, και μόνο σε περίπτωση όπου η Εταιρεία δεν τηρούσε τους όρους της μεταξύ τους Συμφωνίας.». Ο ΜΚ1 (εδώ Ενάγων) είχε προσδιορίσει στο πλαίσιο της μαρτυρίας του ότι η Συμφωνία αφορούσε στη συμμετοχή του Εναγομένου - εκεί κατηγορούμενου - σε ένα επενδυτικό σχέδιο της K.Z. Web Fortune Ltd της οποίας ο Ενάγων (εκεί παραπονούμενος ΜΚ1) ήταν αντιπρόσωπος. Η ίδια ακριβώς εκδοχή είναι που επιχειρείται να εισαχθεί τώρα ως βάση αγωγής. Τίποτα από αυτά που επιχειρείται να εισαχθούν δεν ήταν άγνωστα στον Ενάγοντα στο στάδιο της καταχώρησης της αγωγής. Δεν προσδιορίζεται στην ένορκη δήλωση της κας Δημητρίου χρονικά πότε ήταν που οι δικηγόροι του Ενάγοντος αντελήφθησαν για πρώτη φορά την παράλειψη κάλυψης στην έκθεση απαίτησης και το παρακλητικό της αγωγής όλων εκείνων των γεγονότων επί των οποίων επιθυμεί να στηριχθεί τώρα ο Ενάγων. Εντελώς αόριστα αναφέρεται ότι «μόλις διαπιστώθηκε η παράλειψη» καταχωρήθηκε η υπό κρίση αίτηση. Με την αόριστη αυτή διατύπωση, δεν παρέχεται στο Δικαστήριο η ευχέρεια να κρίνει το δικαιολογημένο ή μη της καθυστέρησης που μεσολάβησε. Έχω απεναντίας ικανοποιηθεί, στη βάση της αλληλογραφίας των δικηγόρων του Ενάγοντος με τους δικηγόρους του Εναγόμενου, η οποία τέθηκε ενώπιον μου ως τα Τεκμήρια 2 και 3 στην ένορκη δήλωση του Εναγόμενου που συνοδεύει την ένστασή του στην υπό κρίση αίτηση, ότι οι συνήγοροι του Εναγόμενου έθεσαν σε γνώση των συνηγόρων του Ενάγοντος το κείμενο της προμνησθείσας απόφασης του Ποινικού Δικαστηρίου (βλ. το Τεκμήριο 2, επιστολή ημερ. 3.1.2011) και ότι ήταν επιλογή των συνηγόρων του Ενάγοντος, τουλάχιστον μέχρι την 1.3.2011, αφού μελέτησαν την εν λόγω απόφαση, να επιμείνουν στην αγωγή τους «όπως αυτή έχει καταχωρηθεί» (βλ. το Τεκμήριο 3, επιστολή ημερ. 1.3.2011). Είναι συνεπώς μεγάλη και αδικαιολόγητη η καθυστέρηση που παρουσιάζεται στην προώθηση της αίτησης τροποποίησης, δεδομένης και της απλής φύσης της διαφοράς, ήτοι της αντιδικίας των μερών. Όμως, ακόμη και αν η καθυστέρηση οφειλόταν σε λάθος εκτίμηση ή σε αμέλεια των συνηγόρων του Ενάγοντος, δεν μπορεί - υπό το φως της προμνησθείσας νομολογίας - να εξισωθεί με κακοπιστία. Δεν έχουν τεθεί ενώπιον μου στοιχεία από τα οποία να μπορώ να συμπεράνω ότι σκόπιμα καθυστέρησε η καταχώρηση της αίτησης με απώτερο στόχο την καθυστέρηση της εκδίκασης της αγωγής. Δεν συμφέρει στον Ενάγοντα, πρώτα και κύρια, η καθυστέρηση της αγωγής, αφού αυτός είναι που αξιώνει να εισπράξει. Πέραν τούτου, οι αναβολές της ακρόασης της αγωγής που μεσολάβησαν στο ενδιάμεσο, δεν φαίνεται από το φάκελο του Δικαστηρίου να οφείλονταν σε από μέρους του αιτήματα για αναβολή, έτσι ώστε να προβάλλει το σύνολο της συμπεριφοράς του ως κακόπιστο. Εδώ δεν εκκρεμεί εναντίον των συμφερόντων του Εναγομένου οποιοδήποτε ενδιάμεσο διάταγμα, όπως ήταν η υπερίπτωση στην υπόθεση IKOS CIF LTD, ώστε να διαφαίνεται οποιοσδήποτε δυσμενής επηρεασμός του σε περίπτωση έγκρισης της τροποποίησης. Αν επιτραπεί η αιτούμενη τροποποίηση, η αδικία που θα προκληθεί στον Εναγόμενο συναρτάται μόνο με την καθυστέρηση στην πορεία της υπόθεσης εξαιτίας της καταχώρισης τροποποιημένων δικογράφων. Τέτοια όμως βλάβη νομολογιακά αναγνωρίζεται ότι αποζημιώνεται με την έκδοση διαταγής όπως επιδικασθούν υπέρ του Εναγόμενου - Καθ' ου τόσο τα έξοδα της αίτησης όσο και αυτά που θα προκληθούν από την καταχώριση των τροποποιηθέντων δικογράφων. Λαμβάνω επίσης υπόψη ότι εδώ το αίτημα για τροποποίηση υποβλήθηκε προτού αρχίσει η ακρόαση της αγωγής, σε αντίθεση με την Ανδρέας Τσαγγάρη ν Μακεδονίας Γαβριηλίδου
(2002)1 Α.Α.Δ. 156, όπου εκεί η αίτηση έγινε μετά την έναρξη της ακρόασης και δη μετά την ολοκλήρωση της μαρτυρίας του ενάγοντος, όταν ένας εκ των εναγομένων είχε ήδη αποβιώσει, γι' αυτό και απορρίφθηκε. Κατάληξη Για όλους τους πιο πάνω λόγους, εγκρίνω την αίτηση του Ενάγοντος - Αιτητή. Τα έξοδα της αίτησης όσο και αυτά που θα προκληθούν επιδικάζονται υπέρ του Εναγόμενου - Καθ' ου και εναντίον του Ενάγοντα - Αιτητή, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (υπ.)........... Α. Πανταζή - Λάμπρου, Ε.Δ ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.