Κωνσταντίνος Πολυβίου ν. ΜΙΝΕΡΒΑ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΗΜΟΣΙΑ ΛΤΔ, Αρ. Αγωγ: 648/15, 16/10/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2015:A393 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Γιαπανά, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγ: 648/15 Μεταξύ:- Κωνσταντίνος Πολυβίου Ενάγοντα και ΜΙΝΕΡΒΑ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΗΜΟΣΙΑ ΛΤΔ Εναγομένων Αίτηση για Ακύρωση Αποφάσεως ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 16.10.15 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τους εναγόμενους - αιτητές : κ. Μ. Κυριακίδης Για τον ενάγοντα - καθ' ου η αίτηση: κ. Μ. Δημητριάδης Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο ενάγων την 16.2.15 καταχώρησε επί ειδικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος (O.2 r.6) αγωγή εναντίον της εναγομένης. Αξίωνε αποζημιώσεις για δυστύχημα που έγινε την 12.4.12 γιατί ενώ οδηγούσε το όχημα του συγκρούστηκε με κάποιο Γιώργο Τουλούπη, ασφαλισμένο στην εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία. Ήταν η δικογραφημένη θέση του ότι ο ρηθείς Τουλούπης έφερε την αποκλειστική ευθύνη για το δυστύχημα. Στην έκθεση απαιτήσεως γίνεται αναφορά σε λεπτομέρειες των σωματικών βλαβών του ενάγοντα που προκλήθηκαν από το δυστύχημα, καθώς και λεπτομέρειες των ειδικών που υπέστη. Από τον φάκελο της υπόθεσης διαπιστώνεται ότι η αγωγή επιδόθηκε στους εναγομένους την 16.2.
- Ακολούθως, την 3.3.15 ο ενάγων καταχώρησε μονομερή αίτηση για έκδοση απόφασης εναντίον της εναγομένης γιατί δεν καταχώρησε σημείωμα εμφάνισης. Η αίτηση ορίστηκε την 13.3.15 και η υπόθεση ορίστηκε για απόδειξη την 30.3.
- Κατά την ημέρα εκείνη ο ενάγων πέραν της γραπτής του κατάθεσης (ένορκης δήλωσης) κατέθεσε σωρεία εγγράφων, αποδείξεων και ιατρικών πιστοποιητικών και στην συνέχεια ένορκη δήλωση του εξεταστή του δυστυχήματος, που επισύναψε την αστυνομική έκθεση και το σχεδιάγραμμα της σκηνής του δυστυχήματος, προς απόδειξη της υπόθεσης του. Ο κ. Δημητριάδης ζήτησε να αγορεύσει και προσκόμισε προς τούτο γραπτή αγόρευση. Η απόφαση του δικαστηρίου επιφυλάχθηκε και την 3.4.15 εκδόθηκε απόφαση υπέρ του ενάγοντα και εναντίον της εναγομένης για το ποσό των €43.596 ως ειδικές αποζημιώσεις και για το ποσό των €130.000 ως γενικές αποζημιώσεις με νόμιμο τόκο από την ημέρα του δυστυχήματος, πλέον έξοδα. Η εναγόμενη - αιτήτρια με αίτηση ημερομηνίας 15.5.15 επιζητά τον παραμερισμό της πιο πάνω απόφασης που εκδόθηκε εναντίον της. Ουσιαστικό νομικό υπόβαθρο της αίτησης είναι η Δ.17 Θ.10 και η Δ.48 Θ.1-
- Πραγματικό υπόβαθρο, το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης του γραμματέα και νομικού συμβούλου των εναγομένης -αιτήτριας που υποστηρίζει την αίτηση. Ο ενάγων - καθ' ου η αίτηση καταχώρισε ένσταση, συνοδευόμενη με ένορκη δήλωση. Η αίτηση οδηγήθηκε σε ακρόαση την 24.9.
- Κατά την ακροαματική διαδικασία δεν αντεξετάστηκε κανένας εκ των ομνυόντων και οι ευπαίδευτοι δικηγόροι παρέδωσαν γραπτές αγορεύσεις. Περαιτέρω κατά την ημέρα εκείνη οι δικηγόροι με την άδεια του δικαστηρίου αγόρευσαν και προφορικά επί ορισμένων θεμάτων. Πριν γίνει αναφορά στην νομολογία που αφορά τον παραμερισμό εκδοθείσης νομότυπα απόφασης, ως παραδεκτώς είναι η παρούσα περίπτωση, κρίνεται σκόπιμο να παρατεθεί η ουσία των επιχειρημάτων της αιτήτριας που περικλείεται, συνοπτικά, στους ακόλουθους ισχυρισμούς. Οι δικηγόροι Α. Σωτηρίου και Συνεργάτες την 30.4.12 εκπροσωπώντας τον ενάγοντα απέστειλαν επιστολή στην εναγομένη ότι ανέμεναν έγγραφα που θα της τα κοινοποιούσαν και της ζητούσαν να επιθεωρήσουν το όχημα που οδηγούσε ο ενάγων (τεκμ.1). Η εναγόμενη διόρισε δικηγόρο για τον χειρισμό της υπόθεσης. Οι δικηγόροι της απέστειλαν επιστολή στους πιο πάνω δικηγόρους του ενάγοντα πληροφορώντας τον ότι έλαβαν οδηγίες να αναλάβουν την υπεράσπιση του Τουλούπη και ζητούσαν τα διάφορα έγγραφα επί των οποίων στηριζόταν η απαίτηση του ενάγοντα (τεκμ.2). Στην συνέχεια, την 18.10.03 οι δικηγόροι της εναγομένης έλαβαν επιστολή από άλλο δικηγόρο εκ μέρους του ενάγοντα, τον κ. Κλεάνθους, σε αντικατάσταση των προηγούμενων δικηγόρων, ότι εντός των επομένων ημερών θα ήταν σε θέση να τους εφοδιάσει με όλα τα σχετικά έγγραφα (τεκμ.3). Στις 15.4.14 ο ρηθείς δικηγόρος απέστειλε επιστολή με τα σχετικά δικαιολογητικά και τις θέσεις του (τεκμ.4). Απάντησαν οι δικηγόροι της εναγομένης την 23.4.04 ότι έλαβαν την επιστολή και θα επανέρχοντο το συντομότερο δυνατόν με τις θέσεις τους (τεκμ.5). Σύμφωνα με τον ομνύοντα για την αιτήτρια, μετά από αξιολόγηση των στοιχείων οι δικηγόροι της ενημέρωσαν τον δικηγόρο του ενάγοντα τηλεφωνικά ότι ήταν σε θέση να συζητήσουν την υπόθεση. Έγινε συνάντηση στα γραφεία των δικηγόρων της εναγομένης στην Λάρνακα και κατέληξαν, οι δικηγόροι, σύμφωνα με τον ομνύοντα σε διευθέτηση της υπόθεσης για το ποσό των €60.000, πλέον €10.
- Ο δικηγόρος του ενάγοντα δήλωσε ότι ο συμβιβασμός τελούσε υπό την έγκριση του πελάτη του και θα επανερχόταν αφού τον ενημέρωνε σχετικά. Την 1.7.14 ο δικηγόρος του ενάγοντα απέστειλε επιστολή στους δικηγόρους της εναγομένης και τους ενημέρωνε ότι ο ενάγων αποδεχόταν προκαταρκτικό συμβιβασμό για το πιο πάνω ποσό και ζητούσε να καθοριστούν οι ημερομηνίες πληρωμής (τεκμ.6). Η εναγομένη, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της, ήταν σε επικοινωνία με τους δικηγόρους της σε σχέση με το θέμα αυτό και ήταν στην διαδικασία να καταβάλει το εν λόγω ποσό στον ενάγοντα. Την 16.2.15 επιδόθηκε η εν τίτλω αγωγή. Λόγω του ότι η υπόθεση ήταν ταξινομημένη στα αρχεία της εναγομένης ως διευθετηθείσα, δεν αποστάληκε στους δικηγόρους της για χειρισμό αφού θεωρήθηκε ότι η υπόθεση είχε διευθετηθεί και παρέμενε μόνο η πληρωμή της. Περαιτέρω, υπήρξε αμφιβολία γιατί ενώ ο συμβιβασμός επιτεύχθηκε με άλλο δικηγόρο, η αγωγή καταχωρήθηκε από το δικηγορικό γραφείο Κ. Δημητριάδη. Ως εκ τούτου προώθησαν την αγωγή στο γραφείο της Λάρνακας για να επικοινωνήσουν με τον κ. Κλεάνθους και να ρωτήσουν κατά πόσο η πληρωμή των δικηγορικών εξόδων θα γίνει στον ίδιο, ή το δικηγορικό γραφείο του κ. Δημητριάδη που φαινόταν να εκπροσωπεί τον ενάγοντα. Την 29.4.15 ο ομνύον ενημερώθηκε από το γραφείο της Λάρνακας ότι επικοινώνησαν με τον κ. Κλεάνθους που τους ανέφερε ότι δεν είχε επικοινωνία μαζί του. Μόλις ενημερώθηκαν για την πιο πάνω εξέλιξη δόθηκαν οδηγίες στους δικηγόρους τους να αναλάβουν το θέμα και τελικά την 6.5.15 ενημερώθηκαν ότι την 3.4.15 είχε εκδοθεί απόφαση ερήμην της εναγομένης. Η αιτήτρια διαφωνεί ότι ο Τουλουπής είναι αποκλειστικά υπεύθυνος για το δυστύχημα γιατί έχει και ο ενάγων σοβαρό μερίδιο ευθύνης, εξηγώντας τους λόγους για τους οποίους, σύμφωνα από όσα τους είπε και ο Τουλουπής, ευθύνη φέρει και ο ενάγων. Επί των ζημιών του ενάγοντα είναι η θέση της ότι είναι υπερβολικές και αδικαιολόγητες. Είναι περαιτέρω η θέση της ότι αν η κριθεί ότι η υπόθεση δεν έχει συμβιβαστεί, θα ζητήσουν όπως ο ενάγων εξεταστεί από γιατρό για να διαγνώσει τα τραύματα του. Πληροφορείται ο ομνύον από τους δικηγόρους του, ότι κατά την συνάντηση με τον κ. Κλεάνθους στις 30.6.15 που συμφωνήθηκε το ποσό των €60.000, προέκυψε από την συζήτηση ότι η πραγματική ιατρική εικόνα του ενάγοντα δεν δικαιολογούσε μεγάλο ποσό αποζημιώσεων. Πέραν τούτου οι απώλειες απολαβών και ισχυριζόμενων φιλοδωρημάτων είναι απαιτήσεις εντελώς ανυπόστατες και υπερβολικές. Συνακόλουθα με τα πιο πάνω, είναι η θέση της ότι ο ενάγων είχε καθήκον πλήρους και ειλικρινούς αποκαλύψεως στο δικαστήριο όλων όσων είχαν προηγηθεί, και δεν αποκάλυψε ότι η υπόθεση είχε διευθετηθεί, ούτε και την σχετική αλληλογραφία που υπήρχε και αυτό συνιστά προσπάθεια παραπλάνησης του δικαστηρίου για την αποκόμιση αθέμιτου οφέλους. Ο ενάγων από την πλευρά του εξηγά τους λόγους που τον ώθησαν να διορίσει άλλο δικηγόρο, τον κ. Κλεάνθους, στην θέση του κ. Σωτηρίου. Συζήτησε με τον κ. Κλεάνθους μετά που μάζεψε όλα τα δικαιολογητικά, ο οποίος του ανέφερε ότι επρόκειτο για σοβαρή υπόθεση και εδικαιούτο πέραν των €100.000 και του είπε να προχωρήσει. Σε κάποιο στάδιο ο κ. Κλεάνθους άρχισε να του τα μασά και ότι το ποσό που δικαιούτο ήταν μεταξύ των €50.000 και €100.
- Όταν ο κ. Κλεάνθους τον πληροφόρησε ότι κατέληξε σε προκαταρκτικό συμβιβασμό για το ποσό των €60.000 πλέον τα έξοδα του, θύμωσε πολύ και τον έπαυσε από δικηγόρο του και διόρισε τον κ. Κώστα Δημητριάδη με ρητές οδηγίες να προχωρήσει αμέσως σε αγωγή. Είναι η θέση του ότι για το δυστύχημα την αποκλειστική ευθύνη την φέρει ο Τουλουπής, αναλύοντας στην βάση του σχεδιαγράμματος της σκηνής και της αστυνομικής έκθεσης τους ισχυρισμούς του, επί της αποκλειστικής ευθύνης του Τουλουπή για το δυστύχημα. Είναι περαιτέρω η θέση του ότι η εναγομένη δεν καταδεικνύει καλό λόγο γιατί δεν καταχώρισε εμφάνιση στην αγωγή. Πρόκειται για ασφαλιστική εταιρεία με αρκετή πείρα σε θέματα και διαδικασίες του δικαστηρίου και έπρεπε να γνωρίζει ότι όφειλε να καταχωρίσει εμφάνιση στην αγωγή και όσα προβάλλει περί μη εμφάνισης αποτελούν εσωτερικά της θέματα και δεν δικαιολογούν την μη καταχώριση εμφάνισης. Αρνείται τέλος ότι οι αποζημιώσεις που δικαιούται είναι υπερβολικές. Οι δικηγόροι στις γραπτές τους αγορεύσεις προβαίνουν σε ανάλυση των αρχών που διέπουν την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του δικαστηρίου προς ακύρωση ερήμην εκδοθείσης δικαστικής αποφάσεως, με παραπομπή σε αποφάσεις, με την ανάλυση και υπαγωγή των εκατέρωθεν ισχυρισμών που περιέχονται στις ένορκες δηλώσεις. Θα γίνει αναφορά στην συνέχεια εκεί όπου χρειάζεται. Πριν γίνει αναφορά στη νομική πτυχή του θέματος κρίνεται πως η εισήγηση του κ. Κυριακίδη ότι ο ενάγων είχε υποχρέωση να αποκαλύψει στο δικαστήριο ότι η υπόθεση είχε συμβιβαστεί, δεν βρίσκει έρεισμα στη νομολογία. Στην υπόθεση Πιτάκκα ν. Γ & Β Χατζηδημοσθένους Λτδ
(2004)1 Α.Α.Δ 1895, υποδεικνύεται ότι: «Ο σχετικός λόγος της έφεσης δεν ευσταθεί. Η αρχή η οποία επιβάλλει την αποκάλυψη ισχύει στη διαδικασία των μονομερών αιτήσεων και έχει διαμορφωθεί κυρίως στην περίπτωση μονομερών αιτήσεων για χορήγηση προσωρινού διατάγματος (Βλ. Γρηγορίου κ.α. ν. Χριστοφόρου κ.α.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248, 264, 265, 266, Δήμος Πάφου ν. Βοσκού, Πολιτική Έφεση 10808/23.8.2001, Κυρίσαββα κ.α. ν. Κύζη, Πολιτική ΄Εφεση 10781/12.9.2001, Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita, Πολιτική Έφεση 11156/19.12.2002, Σεβαστού ν. Σεβαστού, Πολιτική Έφεση 10945 19.12.2002». Η αίτηση για απόφαση λόγω παράλειψης καταχώρισης σημειώματος εμφανίσεως δεν αποτελεί μονομερή αίτηση προς έκδοση διατάγματος, και ως εκ τούτου η εισήγηση δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή και συνεπώς απορρίπτεται. Πάγια και διαχρονικά σύμφωνα με τη Νομολογία, δύο είναι τα στοιχεία που θα πρέπει να συντρέχουν ώστε να ασκηθεί υπέρ του αιτούντος τον παραμερισμό απόφασης, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Πρώτο, ότι έχει δείξει καλή υπεράσπιση στην ουσία της υπόθεσης και δεύτερο ότι υπάρχει σοβαρός λόγος για την παράλειψη του να μην καταχωρήσει εντός των προθεσμιών εμφάνιση, ή να αποταθεί στο Δικαστήριο για παραμερισμό της απόφασης. Επανειλημμένα τονίστηκε ότι η ταχεία απονομή της Δικαιοσύνης δεν αποτελεί απλώς ζήτημα ευκολίας αλλά υψίστης σημασίας παράγοντα για την αποτελεσματική διεκδίκηση των δικαιωμάτων του πολίτη. Αρχή που είναι στενά συνυφασμένη με την ανάγκη διασφάλισης της τελεσιδικίας. Αν διάδικος μπορεί απρόσκοπτα να επιδιώκει το επανάνοιγμα μιας υπόθεσης, η σφραγίδα της οριστικότητας την οποία επιφέρει η απόφαση και όλα όσα εξυπακούει, καθώς και η βεβαιότητα την οποία εισάγει στη διαχείριση των υποθέσεων του ανθρώπου, θα απολεσθούν με οδυνηρές συνέπειες για την απονομή της δικαιοσύνης. (Βλ. Phylactou v. Michael
(1982)1 C.L.R. 204, Milouca Motor Trading Ltd v. Χρ. Κούρτη
(1997)1 Α.Α.Δ. 941.) Με γνώμονα τα πιο πάνω το δικαστήριο θα προχωρήσει να εξετάσει τους δύο παράγοντες που επενεργούν στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Προστίθεται ότι κανένας εκ των ομνυόντων δεν αντεξετάστηκε και η συνεξέταση των πιο πάνω παραγόντων έχει ως βάση ότι ο αιτητής φέρει και το βάρος απόδειξης των ισχυρισμών του. Το πρώτο, αν όχι και μοναδικό αλλά και κρίσιμο ερώτημα που τίθεται, είναι αν η απαίτηση του ενάγοντα διευθετήθηκε δια συμβιβασμού μεταξύ της εναγομένης και του προηγούμενου δικηγόρου του. Η εξέταση του ερωτήματος αυτού, στα πλαίσια πάντα του κατά πόσο έχει αναδειχθεί μια καλή υπεράσπιση, περιορίζεται στην εκτίμηση του κατά πόσο η προβαλλόμενη υπεράσπιση είναι λογικοφανής ως βασισμένη σε γεγονότα που την καθιστούν συζητήσιμη και όχι ως αποτέλεσμα αξιολόγησης ή ευρήματος, γεγονός ανεπίτρεπτο στο παρόν στάδιο (Kokkinos ν. Wyn Developments Ltd Πολ.Έφεση Αρ. 32/2010 ημερ.20.1.14). Η απάντηση δε στο πιο πάνω ερώτημα κρίνεται ως καταλυτική γιατί συμπαρασύρει, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, και τους λόγους για τους οποίους σύμφωνα με τους αιτητές δεν καταχώρισαν εμφάνιση στην αγωγή. Ένα θέμα που συνήθως εγείρεται σε τέτοιου είδους διαδικασίες είναι ο τρόπος προσέγγισης της εκατέρωθεν, δι΄ ενόρκων δηλώσεων, μαρτυρίας. Στην υπόθεση Ανδρέας Γιάγκου κ.ά ν. Λουκίας Φωτίου, Πολ. Έφεση 233/09 ημερ.24.1.14, το όλο εγχείρημα τίθεται ως εξής: « Ως προς το πώς αντιμετωπίζεται η σχετική ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία, η οποία κατά κανόνα περιορίζεται στις ένορκες δηλώσεις, λέχθηκε στην πιο πάνω υπόθεση ότι θα ήταν αντινομικό εκ μέρους του πρωτόδικου Δικαστηρίου να αποφασίσει επί της ορθότητας οποιωνδήποτε γεγονότων που τίθενται ενώπιον του στο στάδιο της αίτησης, διότι το έργο του εξαντλείται στο να διακρίνει κατά πόσο αποκαλύπτεται επαρκής υπεράσπιση, που είναι και το βασικό κριτήριο που δικαιολογεί το επανάνοιγμα υπόθεσης. Σαφώς το βάρος για παραμερισμό ερήμην απόφασης πίπτει επί των ώμων του αιτητή, αλλά αυτό το βάρος δεν εξυπακούει και την απόδειξη αμφισβητούμενων γεγονότων ή τη θεμελίωση της υπεράσπισης, ως εάν διεξαγόταν η δίκη επί της ουσίας της. Όπως λέχθηκε στην Κωνσταντινίδη ν. Hissin - ανωτέρω - «είναι αρκετό να εγερθεί το ζήτημα που κρίνεται χωρίς αξιολόγηση της μαρτυρίας» και χωρίς να «... απαιτείται απόδειξη των γεγονότων που στοιχειοθετούν την υπεράσπιση.». Με άλλα λόγια πρέπει να υποδεικνύεται από τον αιτητή μια καλή τη πίστει συζητήσιμη υπόθεση, όπως εξηγήθηκε στην Lord Securities plc - ανωτέρω«. Η επιστολή του δικηγόρου έχει επισυναφθεί στην ένορκη δήλωση της αιτήτριας και κρίνεται πως θα πρέπει να μεταφερθεί αυτούσιο το περιεχόμενο της, αφού επ' αυτής στηρίζει όλη την επιχειρηματολογία της, αλλά και για να υπάρχει πλήρης και πραγματική εικόνα των πραγματικών περιστατικών όπως αυτά προβάλλονται από την αιτήτρια. Στην επιστολή, απευθυνόμενη στους δικηγόρους της εναγομένης, που φέρει ημερομηνία 1.7.14, καταγράφονται τα ακόλουθα: « Σε συνέχεια της συνάντησης μας είμαι στην ευχάριστη θέση να σας πληροφορήσω ότι ο πελάτης μου αποδέχεται τον προκαταρκτικό συμβιβασμό για το ποσό των €60.000 (γενικές και ειδικές αποζημιώσεις) καθώς και €10.000 έξοδα. Σας παρακαλώ όπως μου καθορίσετε ημερομηνίες πληρωμής των ανωτέρω ποσών. Επίσης θέλω να σου αναφέρω ότι έχω διαβάσει την απόφαση του Δικαστή Σατολιά και μακάρι και άλλοι Δικαστές να αποφασίζουν δίκαια όπως αυτός. Είμαι στη διάθεση σου για οποιαδήποτε πληροφορία χρειαστείς». Είναι η θέση του ενάγοντα καθ' ου η αίτηση (παράγραφος 9 ενόρκου δηλώσεως του) ότι δεν αποδέκτηκε τον προκαταρκτικό συμβιβασμό, έπαυσε τον δικηγόρο του και διόρισε άλλο δικηγόρο με οδηγίες να προχωρήσει αμέσως στην καταχώριση της αγωγής, όπερ και έπραξε. Εκ του περιεχόμενου της επιστολής αυτής είναι η κρίση του δικαστηρίου ότι δεν αναδύεται η επίμονη θέση των αιτητών περί συμβιβασμού και διευθέτησης της υπόθεσης, για πολλούς και διάφορους λόγους που θα εξηγηθούν στη συνέχεια. Η φράση από μόνη της «προκαταρκτικό συμβιβασμό» αναδεικνύει αλλά και υποδηλώνει ότι τελούσε υπό κάποια αίρεση. Δεν αποτελούσε ούτε και προσδιόριζε πρόθεση για οριστική και τελική συμφωνία διευθέτησης. Εντοπίζονται, χωρίς αξιολόγηση, και στην όψη των πραγμάτων, τρία κατ' αρχήν στοιχεία. Πρώτο, ελλείπει ο καθορισμός ημερομηνιών πληρωμής των ποσών, δεύτερο, όπως εξάγεται από την ένορκη δήλωση του ενάγοντα η απουσία της δικής του αποδοχής, και τρίτο και εξίσου σημαντικό, ελλείπει η αποδοχή της εναγομένης. Στην παράγραφο 9 της ένορκης δήλωσης του καθ ου η αίτηση, που παρέμεινε αναντίλεκτη, αναφέρει ότι έλαβε γνώση του προκαταρκτικού συμβιβασμού από τον τότε δικηγόρο του και δεν τον αποδέχτηκε. Από την άλλη διαπιστώνεται πως ενώ από την μια η αιτήτρια επικαλείται και στηρίζεται στο περιεχόμενο της πιο πάνω επιστολής, δεν αναφέρει τι έπραξε όταν έλαβε την πιο πάνω επιστολή, ούτε καν αναφέρει αν αποδέχτηκε τον προκαταρκτικό συμβιβασμό, ώστε να επέλθει συμφωνία μεταξύ τους. Δεν απαντά επίσης στο ερώτημα που τίθεται στην επιστολή ως προς τον καθορισμό ημερομηνιών πληρωμής των ποσών. Η επιστολή στάληκε την 1.7.14 και μέχρι τουλάχιστον και την καταχώριση της αγωγής, την 16.2.15, επτά δηλαδή και πλέον μήνες δεν φαίνεται το ερώτημα αυτό να έχει απαντηθεί. Ούτε και με την αίτηση προς ακύρωση της απόφασης δίνεται κάποια απάντηση ή έστω εξήγηση επί του συγκεκριμένου. Στην ουσία η αιτήτρια επικαλείται την ρηθείσα επιστολή ως δεσμεύουσα τον ενάγοντα, χωρίς ποτέ η ίδια να απαντήσει όχι μόνο αν αποδέχτηκε τα ποσά, αλλά ούτε και ως προς τον τρόπο καταβολής των ποσών του ισχυριζόμενου συμβιβασμού. Αρκείται μόνο σε μια γενικού περιεχομένου και αόριστη αναφορά ότι βρισκόταν σε επικοινωνία με τους δικηγόρους της σε σχέση με το θέμα αυτό και ότι ήταν στην διαδικασία καταβολής του εν λόγω ποσού στον ενάγοντα (δες παράγραφος 14 ενόρκου δηλώσεως αιτητών). Όμως με τον τότε δικηγόρο του ενάγοντα δεν φαίνεται να επικοινώνησαν με κάποιο τρόπο, ούτε γραπτώς, ούτε και υπάρχει ισχυρισμός έστω για τηλεφωνική επικοινωνία, ούτε και φαίνεται να έδωσε κάποια απάντηση στην πιο πάνω επιστολή. Εκτός βέβαια και αν ο δικηγόρος του ενάγοντα ενημέρωσε την εναγομένη ή τους δικηγόρους της περί της άρνησης του πελάτη του να αποδεχθεί τον προκαταρκτικό συμβιβασμό. Η αοριστία με την οποία τίθεται το θέμα, ότι δηλαδή βρισκόταν σε επικοινωνία με τους δικηγόρους της και ήταν στην διαδικασία καταβολής του ποσού, σε συνάρτηση με τους λοιπούς ισχυρισμούς, εξίσου αόριστους και ασαφείς περί αρχειοθέτησης της υπόθεσης, στους οποίους αναφορά θα γίνει αμέσως στην συνέχεια, καθιστά τον προβληθέντα ισχυρισμό, πέρα από γενικόλογο, τρωτό και τελείως αποδυναμωμένο. Την ίδια ακριβώς στάση τήρησαν και μετά την επίδοση της αγωγής. Την ταξινόμησαν ως αναφέρουν στα αρχεία τους ως διευθετηθείσα και δεν αποστάληκε στους δικηγόρους τους προς χειρισμό, γιατί θεωρήθηκε ότι η υπόθεση είχε διευθετηθεί και παρέμενε μόνο η πληρωμή της. Και όλα αυτά βέβαια την 16.2.15, ήτοι επτάμιση μήνες μετά τον κατ' ισχυρισμό συμβιβασμό. Εδώ εντοπίζονται πλέον και τα εξής δεδομένα. Το πρώτο που τίθεται είναι πως η υπόθεση αρχειοθετήθηκε ως διευθετηθείσα, αφού σύμφωνα πάντα με τους δικούς της ισχυρισμούς εκκρεμούσε η πληρωμή του ποσού. Δεύτερο, συνακόλουθο και αλληλένδετο με το πρώτο, πότε δηλαδή θα έπρεπε να γίνει η πληρωμή στον ενάγοντα σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της αιτήτριας με βάση τον ισχυριζόμενο συμβιβασμό. Αβίαστα εκείνο που εξάγεται είναι ότι η αιτήτρια χρησιμοποιεί προσχηματικά και κατά το δοκούν την πιο πάνω επιστολή, για να οικοδομήσει ένα ισχυρισμό που παραμένει κενός και διάτρητος και συνεπώς μετέωρος. Εξάγεται συνεπώς ότι ελλείπουν ουσιαστικά δεδομένα τα οποία η αιτήτρια επιμελώς απέφυγε να απαντήσει. Τι έκαμε όταν έλαβε την ρηθείσα επιστολή. Οι δικηγόροι της ήλθαν σε επαφή με τον δικηγόρο του ενάγοντα και τι ακριβώς διημείφθη μεταξύ τους. Ενημερώθηκαν από τον δικηγόρο του ενάγοντα ότι ο ενάγων δεν αποδέχτηκε τον συμβιβασμό. Επί του συγκεκριμένου ισχυρισμού του ενάγοντα, αν επιθυμούσαν να τον αμφισβητήσουν είχαν κάθε λόγο είτε να ζητήσουν να τον αντεξετάσουν, ή να απαντήσουν δι' ενόρκου δηλώσεως. Πως ήταν σε διαδικασία καταβολής του ποσού στον ενάγοντα αφού κανένας δεν γνώριζε, ούτε και η ίδια η αιτήτρια αναφέρει πότε θα κατέβαλλε το ποσό. Και αφού το ποσό ποτέ δεν καταβλήθηκε, πως ο φάκελος της υπόθεσης αρχειοθετήθηκε. Σειρά συνεπώς ερωτημάτων, καίριων κατά την κρίση του δικαστηρίου, θα έπρεπε να απαντηθούν από την αιτήτρια και να δοθούν σαφείς εξηγήσεις για να αφαιρέσουν την πλήρη αοριστία των ισχυρισμών της, και να προσδώσουν μια έστω λογικοφανή εικόνα και βάση στους ισχυρισμούς της. Αλλά και αν ακόμα και χάριν συζήτησης τα πιο πάνω θα μπορούσαν να στοιχειοθετήσουν μια καλόπιστη ή λογικοφανή υπεράσπιση, τίθεται ακόμα ένα ερώτημα εξίσου σημαντικό, αν όχι και θεμελιακό ως προς τους ισχυρισμούς της αιτήτριας. Αναφέρει - παράγραφος 15 της ενόρκου δηλώσεως - ότι έλαβαν την αγωγή από άλλο δικηγορικό γραφείο (Κ. Δημητριάδης), και ενώ ο συμβιβασμός έγινε με άλλο δικηγόρο (Κλεάνθους), επειδή υπήρχε αμφιβολία προώθησαν την αγωγή στο γραφείο στη Λάρνακα με οδηγίες να επικοινωνήσουν με τον κ. Κλεάνθους και να τον ρωτήσουν κατά πόσο η πληρωμή των δικηγορικών εξόδων θα γινόταν στον ίδιο ή στον νέο δικηγόρο. Σημειώνεται εδώ πως αυτά έγιναν μετά την επίδοση της αγωγής, ήτοι μετά την 16.2.15. Πότε έστω θα γινόταν αυτή η πληρωμή και πάλι παρέμεινε άγνωστο και επιμελώς δεν γίνεται καμιά αναφορά. Πέραν αυτού, είναι άξιο απορίας αν όχι και παράξενο που δεν διερωτήθηκαν γιατί ήγειρε την αγωγή ο ενάγων και αναλώθηκαν στην ανεύρεση του προηγούμενου δικηγόρου. Εκείνο που εξάγεται είναι πως ούτε οι ίδιοι στηρίχθηκαν ποτέ στα σοβαρά στην πιο πάνω επιστολή και την ανέσυραν και την επικαλούνται μετά την έκδοση της απόφασης εναντίον τους, ως πρόφαση για να στηρίξουν εκ των υστέρων, μια σειρά αβάσιμων ισχυρισμών. Είναι σαφές ότι ελλείπει η λογική και η αλληλουχία στους προβαλλόμενους ισχυρισμούς, γιατί ακριβώς υπάρχουν κενά τέτοιας υφής, που καθιστούν ανυπέρβλητη την διαπίστωση ότι όχι μόνο δεν προβάλλουν μια συζητήσιμη υπεράσπιση, αλλά ούτε και δίνουν λογικές και ικανοποιητικές εξηγήσεις γιατί δεν καταχώρισαν εμφάνιση στην αγωγή. Επιεικώς, μόνο ως πλήρως ανορθόδοξοι μπορεί να χαρακτηριστούν οι πιο πάνω ισχυρισμοί της αιτήτριας. Και τούτο γιατί πλην της αγωγής που της επιδόθηκε, εντός του φακέλου της υπόθεσης υπάρχει συστημένη επιστολή του κ. Δημητριάδη προς την εναγομένη ημερ.16.2.15, με οποία την ενημερώνει σύμφωνα με την νομοθεσία, ότι ο ενάγων ήγειρε αγωγή εναντίον της και αξιώνει αποζημιώσεις για το δυστύχημα που έγινε την 12.4.12. Επισυνάφθηκε δε και αντίγραφο του κλητηρίου εντάλματος προς ενημέρωση της εναγομένης. Κατά συνέπεια τι λόγο είχαν να ακολουθήσουν αυτή την ανορθόδοξη και εν πολλοίς παράλογη διαδρομή για να εξεύρουν τον προηγούμενο δικηγόρο μέσω του γραφείου στην Λάρνακα για να ερωτηθεί μόνο για τα δικηγορικά του έξοδα και δεν έκαμαν απευθείας επαφή με τον δικηγόρο (Κ. Δημητριάδη) που καταχώρισε την αγωγή και τους απέστειλε και την ρηθείσα επιστολή. Υποδεικνύεται εδώ ότι σύμφωνα με την υπόθεση Σοφοκλέους κ.ά ν. Alpha Bank Ltd
(2009)1 Α.Α.Δ 818 είναι επιτρεπτό για το δικαστήριο να επεκταθεί σε γεγονότα που περιέχονται στον φάκελο καθώς και στο ιστορικό της υπόθεσης. Και γιατί τον ενδιαφέρον της αιτήτριας επικεντρώθηκε μόνο στα δικηγορικά του προηγούμενου δικηγόρου και όχι και στο ποσό της ισχυριζόμενης απαίτησης, που αυτό ήταν άλλωστε και το ουσιαστικό ζητούμενο. Και εξ αντιδιαστολής του ισχυρισμού αυτού, το ευκολότερο, αν όχι και το μόνο λογικό, θα ήταν να επικοινωνήσουν με το δικηγορικό γραφείο Δημητριάδη να υποβάλουν τις ερωτήσεις που ήθελαν και όχι να αναζητούν τον προηγούμενο δικηγόρο του ενάγοντα. Οι πιο πάνω ισχυρισμοί το μόνο που αναδεικνύουν είναι μια σαφή και παντελή αδιαφορία εκ μέρους της αιτήτριας και κρίνονται ως παρελκυστικού τύπου δικαιολογίες και όχι ουσιαστικές και πειστικές εξηγήσεις. Τόσο επί της προβληθείσης υπεράσπισης, όσο και για τον αλληλένδετο λόγο που δεν καταχώρισαν εμφάνιση στο δικαστήριο. Η εναγόμενη δεν είχε καμιά άλλη επιλογή, αν ήθελε να υπερασπιστεί στην αγωγή, παρά να διορίσει αμέσως δικηγόρο και να εμφανιστεί στην δικαστική διαδικασία. Η αναζήτηση του προηγούμενου δικηγόρου του ενάγοντα για διευκρινίσεις ως προς την πληρωμή μόνο των δικηγορικών του εξόδων, χωρίς πάλι οποιαδήποτε αναφορά στο ποσό της ισχυριζόμενης διευθέτησης, ή έστω της αποπληρωμής του, δεν έχει κανένα νόημα ή και κάποια λογική. Και πάλι το ερώτημα που αναδύεται είναι για το ποσό που θα καταβαλλόταν στον ενάγοντα με ποιον τελικά θα μιλούσαν. Ούτε τον ενάγοντα επιδίωξαν να εξεύρουν, ούτε και με τους δικηγόρους που καταχώρισαν την αγωγή επικοινώνησαν. Πρόκειται κατά την κρίση του δικαστηρίου περί προφάσεων άνευ ουσιαστικού περιεχομένου. Το δικαστήριο συμφωνεί επί τούτου με την θέση του κ. Δημητριάδη ότι η όλη συμπεριφορά της εναγομένης το αντίθετο αναδείκνυε, ότι αφενός δεν υπήρξε ποτέ συμβιβασμός της υπόθεσης και αφετέρου η πλήρης αδιαφορία της για την υπόθεση. Τέλος θα πρέπει να λεχθεί ότι η εναγόμενη δεν είχε κανένα λόγο, είτε πραγματικό ή και νομικό αλλά και λογικό, αλλά ούτε και κυρίως κάποιο ρόλο να διαδραματίσει, ώστε να αναζητήσει τον προηγούμενο δικηγόρο του ενάγοντα. Ο ενάγων καταχώρισε αγωγή και αν η εναγομένη ήθελε οτιδήποτε όφειλε να επικοινωνήσει αμέσως με τον δικηγόρο του, ή να διορίσει δικηγόρο και να καταχωρίσει εμφάνιση και να χειριστεί το όλο θέμα. Παρεμβάλλεται εδώ ότι σύμφωνα με την νομολογία, δες Morris v. Saratoga Swimming Pools Ltd (Αρ.1)
(2012)647, 655: «Η αντιπαραβολή των δύο εκδοχών σε αιτήσεις για παραμερισμό απόφασης, είναι ορισμένες φορές αναπόφευκτη, αλλά αυτή θα πρέπει να περιορίζεται στα απολύτως αναγκαία, για τη διακρίβωση της καλοπιστίας των ισχυρισμών και κατά πόσο υπάρχει ή όχι εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση». Εκείνο που σύμφωνα με την νομολογία δεν είναι επιτρεπτό στο στάδιο αυτό, είναι το δικαστήριο να υπεισέρχεται σε θέματα αξιοπιστίας (Irena Knitting Ltd v. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ
(2006)1 Α.Α.Δ 816). Από την άλλη, όπως τέθηκε στην υπόθεση Καλλής ν.Alpha Bank Ltd
(2002)1 Α.Α.Δ.793: « .. η αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης προϋποθέτει αλλά και εξυπακούει κάτι περισσότερο από την απλή παράθεση από τον αιτητή μιας εκδοχής, διαφορετικής από εκείνης του ενάγοντα. Θα πρέπει να προσκομιστούν στο Δικαστήριο κάποια αποδεικτικά στοιχεία τα οποία εξυπακούεται πως θα πρέπει να εμπεριέχουν κάποιο βαθμό πειστικότητας που θα καθορίζεται και θα καταδεικνύεται μέσα από τους ίδιους τους προβαλλόμενους ισχυρισμούς, ώστε η διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου να μην ασκείται επί ματαίω και μόνο αν θα εξυπηρετηθεί χρήσιμος σκοπός επίλυσης της διαφοράς των διαδίκων. Το βάρος απόδειξης είναι στους ώμους του αιτητή. Ο τρόπος με τον οποίο προσεγγίσθηκε η προσκομισθείσα υπό της αιτήτριας μαρτυρία έγινε εντός των πιο πάνω νομολογιακών αρχών προς διερεύνηση της ύπαρξης καλόπιστης υπεράσπισης εκ μέρους της. Στην υπόθεση Cyprus Trading Corporation Ltd v. Zim Israel Navigation Co Ltd Αίτηση για αναθεώρηση στην Αγ. Ναυτοδικείου 55/97 ημερ. 21.7.99 υπεδείχθη ότι το Δικαστήριο δεν αποφαίνεται αναφορικά με την αξία της μαρτυρίας που δίδεται με ένορκες δηλώσεις, αλλά το κριτήριο είναι αντικειμενικό. Και αντικειμενικά κρίνονται τα πράγματα στην παρούσα υπόθεση και στην όψη των προβληθέντων ισχυρισμών για την διαπίστωση της ύπαρξης κάποιου βαθμού πειστικότητας. Το δικαστήριο ερευνά τα ενώπιον του στοιχεία για να διαγνώσει μόνο αν υπάρχει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση ή συζητήσιμο σημείο, και αυτό ακριβώς γίνεται και στην παρούσα υπόθεση. Κάποια όμως προβαλλόμενα στοιχεία ή γεγονότα, ερευνώμενα είτε αυτοτελώς, είτε κατ' αντιπαραβολή των ενόρκων δηλώσεων, δεν μπορούν να παραγνωριστούν. Κυρίως όταν άπτονται επί γεγονότων και αφορούν την αληθή φύση των πραγμάτων και χωρίς μάλιστα να αξιολογούνται. Κάποιου είδους όμως σχολιασμός και ως άσκηση λογικής, είναι εκ των πραγμάτων αναπόφευκτη και τούτο βέβαια στα πλαίσια της διακρίβωσης αν οι αιτητές θεμελιώνουν ή έχουν καταδείξει μια εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση. Άλλωστε θα ήταν εύκολο κάθε φορά να προβάλλεται ένας ισχυρισμός και να παραμερίζονται νομότυπα ληφθείσες αποφάσεις, χωρίς κάποιου είδους διερεύνηση στο κατά πόσο η προβληθείσα υπεράσπιση παρουσιάζει στοιχεία τέτοια που την καθιστούν συζητήσιμη ή λογικοφανή. Είναι η κρίση του δικαστηρίου από όσα έχουν εκτεθεί, ότι ο βασικός άξονας του ισχυρισμού της αιτήτριας περί διευθέτησης αποτελεί μια επιφανειακή προσέγγιση, επενδύοντας μονομερώς και εκ των υστέρων στην ρηθείσα επιστολή, χωρίς ποτέ να αναφέρει ότι έδωσε κάποια απάντηση στο περιεχόμενο της. Ακόμα και στο παρόν στάδιο της ακύρωσης της απόφασης, πέραν της επίκλησης της επιστολής, απέφυγε επιμελώς να τοποθετηθεί και να εξηγήσει πως και τι τελικά αποδέχτηκε από τον ισχυριζόμενο προκαταρκτικό συμβιβασμό. Εκείνο που στο τέλος της ημέρας εξάγεται σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της αιτήτριας, είναι ότι ενώ ο ενάγων δεσμεύεται από ένα προκαταρκτικό συμβιβασμό, η ίδια δεν δεσμεύεται ώστε και ο ενάγων να γνωρίζει, αν μη τι άλλο, αν θα λάβει και πότε, το ποσό που κατ΄ ισχυρισμό συμφώνησε ο τότε δικηγόρος του προς διευθέτηση της υπόθεσης. Εξάγεται περαιτέρω στην βάση του πιο πάνω συλλογισμού ότι η εναγόμενη, αν ακυρωθεί η δικαστική απόφαση, λογικά θα πρέπει δεχθεί απόφαση για το πιο πάνω ποσό - όμως ούτε και γι' αυτό υπάρχει σαφής θέση εκ μέρους της - χωρίς αναφορά σε τόκους και άγνωστο πότε θα καταβληθεί το ποσό στον ενάγοντα. Εξ ου και γιατί κρίνεται πως ούτε και η ίδια δεσμεύεται, αφού δεν είναι πραγματικά σε θέση να αναφέρει τι ακριβώς συμφώνησε. Το θέμα αυτό εισάγει την διαζευκτική υπεράσπιση της αιτήτριας που προβάλλεται στην παράγραφο 20 της ενόρκου δηλώσεως. Είναι η θέση της ότι η υπόθεση έχει διευθετηθεί, αλλά εν πάση περιπτώσει, αν ήθελε κριθεί ότι δεν διευθετήθηκε, έχει καλόπιστη υπεράσπιση τόσο στο θέμα της ευθύνης όσο και στο θέμα των αποζημιώσεων. Πέραν των όσων έχουν εκτεθεί διαπιστώνεται ότι πρόκειται για δυο εντελώς διαφορετικούς και εν πολλοίς συγκρουόμενους ισχυρισμούς. Είτε διευθετήθηκε η υπόθεση είτε όχι. Όπως έχει εξηγηθεί στην υπόθεση Σπηταλιώτης κ.ά v. Liberty Life Ins. Ltd
(2004)1 Α.Α.Δ. 1113, 1120: « ... η διαζευκτική παράθεση δυο εκδοχών δεν προσθέτουν πειστικότητα σε οποιοδήποτε από τους δυο ισχυρισμούς» Στην δε υπόθεση El Fath Co v. E.D.T. Shipping και άλλος
(1992)1 Α.Α.Δ. 1255 υπεδείχθη ότι: «Ανεξάρτητα από αυτό, η ένορκη δήλωση δεν είναι δικόγραφο. Περιέχει όσα κατά τον ενόρκως δηλούντα αποτελούν γεγονότα. Τα γεγονότα μπορούν να επιδέχονται διαζευκτικούς νομικούς χαρακτηρισμούς ή να υπάγονται σε διαζευκτικές νομικές έννοιες. Διαζεύξεις όμως ως προς το τί ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα όπως η περιεχόμενη στην παρούσα ένορκη δήλωση, δεν χωρούν. Είτε οι εναγόμενοι 1 είναι οι ιδιοκτήτες του πλοίου είτε δεν είναι και είναι κάτι άλλο» Προστίθεται από την αιτήτρια, ως συνακόλουθη ή εναλλακτική υπεράσπιση, ότι αν κριθεί από το δικαστήριο ότι δεν υπήρξε συμβιβασμός, θα ζητήσουν από το δικαστήριο όπως ο ενάγων εξεταστεί από γιατρό γιατί προέκυψε από την συζήτηση μεταξύ των δικηγόρων ότι η πραγματική εικόνα του ενάγοντα δεν δικαιολογούσε μεγάλο ποσό αποζημιώσεων. Αν όμως αυτή ήταν η θέση της εναγομένης γιατί δεν ζήτησε να τον εξετάσει πριν από τον ισχυριζόμενο συμβιβασμό. Και πως αυτό συμβιβάζεται με τον αυτό καθαυτό ισχυρισμό περί συμβιβασμού. Επικαλείται από την μια συμβιβασμό, ενώ από την άλλη, έμμεσα φαίνεται να μην τον αποδέχεται. Και αν δεν γίνει αποδεκτός ο συμβιβασμός, όπως και δεν γίνεται από το δικαστήριο, και αμφισβητεί η αιτήτρια το σύνολο των ισχυρισμών του ενάγοντα επί της αμέλειας και των αποζημιώσεων, τότε ποιά είναι η δικαιολογία ή και η εξήγησή της για την μη καταχώριση σημειώματος εμφανίσεως στην αγωγή. Δεν όφειλε συνεπώς η εναγόμενη και τούτο από την άποψη της μη εμφάνισης της στο δικαστήριο, να διορίσει άμεσα δικηγόρο για όλα τα δέοντα μέτρα, ή να δώσει εξηγήσεις γιατί δεν καταχώρισε εμφάνιση. Η ίδια δικαιολογία δεν μπορεί να χωρεί και επί των δυο προβαλλόμενων υπερασπίσεων. Στην καλύτερη περίπτωση δεν υπάρχει καμιά δικαιολογία. Δεν παραγνωρίζεται ότι ο χρόνος αντίδρασης από την έκδοση της απόφασης μέχρι την υποβολή της υπό κρίση αίτησης δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως μεγάλος, αλλά το γεγονός αυτό αποτελεί μια εκ των παραμέτρων που συνεκτιμούνται. Η προβολή μιας εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης ενέχει σύμφωνα με την Γιάγκου ανωτέρω, αυξημένη αξία και συνιστά πρωταρχικό παράγοντα συνεκτιμούμενη και με τους λόγους που αφέθηκε να εκδοθεί ερήμην η απόφαση. Και η αιτήτρια δεν έχει ικανοποιήσει τις κύριες απαιτήσεις και προϋποθέσεις που θα πρέπει να πληρούνται για την ακύρωση της δικαστικής απόφασης. Εκείνο που εξάγεται από το σύνολο των ισχυρισμών της αιτήτριας είναι ότι αδιαφόρησε παντελώς τόσο για την υπόθεση της, όσο και για τα δικαιώματα του αντιδίκου της. Από την λήψη της επιστολής του τότε δικηγόρου του ενάγοντα, την 1.6.14, μέχρι και την καταχώριση της κρινόμενης αίτησης, την 16.5.15, η αιτήτρια ουσιαστικά δεν έπραξε το παραμικρό, και με υπεκφυγές, αοριστίες, με αβαθείς και όψιμους ισχυρισμούς επιδιώκει να ακυρώσει την εκδοθείσα απόφαση. Η νομολογία υποδεικνύει ότι η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου δεν πρέπει να ασκείται επί ματαίω, αλλά μόνο αν θα εξυπηρετηθεί χρήσιμος σκοπός επίλυσης της διαφοράς των διαδίκων. Στην παρούσα υπόθεση είναι η κρίση και η κατάληξη του δικαστηρίου για τους λόγους που έχουν εξηγηθεί, ότι η αιτήτρια δεν έχει ικανοποιήσει ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου προς όφελος της. Κατά συνέπεια και για τους πιο πάνω λόγους η αίτηση δεν μπορεί να επιτύχει και απορρίπτεται με έξοδα σε βάρος της αιτήτριας και υπέρ του καθ' ου η αίτηση. Θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το δικαστήριο (Υπ.) Ν. Γιαπανάς, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο