← Κύπρος

Μακάριου Δρουσιώτη ν. ΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ κ.α., Αρ. Αγωγής: 2006/2009, 20/10/2015

Μακάριου Δρουσιώτη ν. ΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ κ.α., Αρ. Αγωγής: 2006/2009, 20/10/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2015:A399 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Αμπίζα, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2006/2009 Μεταξύ: Μακάριου Δρουσιώτη Ενάγοντα και

  1. ΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ
  2. ΠΡΑΚΤΟΡΕΙΟΝ ΤΥΠΟΥ "ΚΡΟΝΟΣ" ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΊΑ ΛΤΔ Εναγομένων ______________________________________ Ημερομηνία: 20 Οκτωβρίου,
  3. Εμφανίσεις: Για τον Ενάγοντα: κ. Παπαπέτρου με κ. Αρτέμη. Για τους Εναγόμενους 1 και 2: κ. Τριλλίδης με κα Τσαρούχη. ______________________________________ Α Π Ο Φ Α Σ Η Η αξίωση του ενάγοντα εναντίον των εναγομένων είναι για πληρωμή ποσού μέχρι €500.000,- ως αποζημιώσεις για δυσφήμιση του, πλέον νόμιμο τόκο και έξοδα. Με βάση τους δικογραφημένους ισχυρισμούς των δύο πλευρών, προκύπτει να είναι παραδεκτό ότι ο Ενάγων, κατά πάντα ουσιώδη χρόνο για την παρούσα αγωγή, ήταν δημοσιογράφος και εργαζόταν στις εφημερίδες ΠΟΛΙΤΗΣ και ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ των Αθηνών, ήταν ιστορικός ερευνητής και συγγραφέας μεγάλου αριθμού βιβλίων. Η εναγόμενη 1, κατά τον ίδιο χρόνο, ήταν δημόσια εταιρεία εγγεγραμμένη στην Κύπρο, ήταν δε οι ιδιοκτήτες και εκδότες της εφημερίδας "Ο ΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΟΣ" η οποία είναι καθημερινή εφημερίδα εκδιδόμενη στη Λευκωσία και η οποία κυκλοφορεί ευρέως ανά το παγκύπριο. Η εναγόμενη 2, κατά τον ίδιο χρόνο, ήταν εταιρεία περιορισμένης ευθύνης εγγεγραμμένη νόμιμα στην Κύπρο, η οποία ήταν και είναι ιδιοκτήτρια πρακτορείου διανομής και κυκλοφορίας εφημερίδων μέσω του οποίου κυκλοφόρησε και διανεμήθηκε και πωλήθηκε η πιο πάνω εφημερίδα κατά την έκδοση, ημερομηνίας 25.3.
  4. Με το επίδικο δημοσίευμα, οι εναγόμενοι εννοούσαν και/ή έγιναν αντιληπτοί ότι εννοούσαν και/ή εκλήφθηκαν ότι εννοούσαν και/ή αναφέρονταν στον ενάγοντα. Κατά τα λοιπά, σύμφωνα με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς του ενάγοντα, αυτός είναι γνωστός ανά το παγκύπριο για το ήθος, την τιμιότητα, την αγάπη του για την πατρίδα και τον πατριωτισμό του. Κατά την έκδοση της εφημερίδας Ο ΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΟΣ, ημερομηνίας 25.3.2009, στην 24η σελίδα, οι εναγόμενοι ψευδώς ή/και δόλια ή/και κακόβουλα ή/και προς δυσφήμιση του ενάγοντα εξετύπωσαν ή/και δημοσίευσαν ή/και προκάλεσαν την εκτύπωση και δημοσίευση σε σχέση προς τον ενάγοντα με περίοπτα τυπογραφικά στοιχεία το ακόλουθο δημοσίευμα: "Ένας τύπος με το όνομα Μακάριος Δρουσιώτης, που δηλώνει δημοσιογράφος και ιστορικός ερευνητής, είναι Τούρκος που χρησιμοποιεί ελληνικό ψευδώνυμο ή είναι Έλληνας που έχει όνειρο να γίνει γενίτσαρος, αλλά φοβάται το σουννέτιν." Συνεπεία του ρηθέντος δημοσιεύματος, ο χαρακτήρας, η πίστη, η αξιοπρέπεια, η τιμή, η υπόληψη, η επαγγελματική υπόσταση και η φήμη του ενάγοντα εβλάβησαν τα μέγιστα και εκτέθηκε στο μίσος και περιφρόνηση του κοινού ή/και ο ενάγων έγινε αντικείμενο αποστροφής ή/και αποφυγής από άλλα άτομα. Με το πιο πάνω δημοσίευμα, οι εναγόμενοι 1 και/ή 2 δολίως, ψευδώς και κακοβούλως εσκόπευαν να βλάψουν ή/και έβλαψαν τον ενάγοντα στην επαγγελματική και κοινωνική του δράση ως και τη φήμη, υπόληψη και τιμιότητα του ή/και διά των δημοσιευμάτων αυτών εκλήφθηκε ή/και μπορούσε να εκληφθεί ότι είναι πρόσωπο μειωμένης εθνικής συνείδησης ή/και προδότης ή/και προαγωγός των θέσεων της κατοχικής δύναμης στην Κύπρο ή/και πρόσωπο ανέντιμο ή/και ανήθικο ή/και ευτελές. Από την πλευρά τους, οι εναγόμενοι 1 και 2, πέραν των ως άνω δικογραφημένων παραδοχών τους, αρνούνται τις θέσεις και ισχυρισμούς του ενάγοντα. Ισχυρίζονται συναφώς ότι ο ενάγων είναι γνωστός ανά το παγκύπριο πλην όμως σε περιορισμένο κύκλο προσώπων. Δέχονται ότι κατά τον επίδικο χρόνο δημοσιεύτηκε δημοσίευμα ως το ισχυριζόμενο, όμως με τη διευκρίνηση ότι αυτό δημοσιεύτηκε σε παραπολιτική στήλη του αθλητικού τμήματος ή ενθέτου της εφημερίδας υπό μορφή ερωτήματος, και όχι κατάφασης, και υπό τον τίτλο "κουίζ" στη φερόμενη καθιερωμένη στήλη της εφημερίδας και σε καθόλου περίοπτη θέση. Αρνούνται δε, ότι η δημοσίευση έγινε ψευδώς ή δόλια ή κακόβουλα ή προς δυσφήμιση του ενάγοντα ή και ότι το δημοσίευμα είναι δυσφημιστικό. Αρνούνται επίσης ότι με το επίδικο δημοσίευμα εννοούσαν ή άφηναν να εννοηθεί αυτά που ισχυρίζεται ο ενάγων ή και ότι έβλαψαν ή και σκόπευαν να βλάψουν αυτόν. Αρνούνται ότι ο ενάγων υπέστη τις κατ΄ ισχυρισμόν ζημιές ή και βλάβες και ισχυρίζονται ότι ουδείς αντικειμενικός αναγνώστης θα μπορούσε να εκλάβει το επίδικο δημοσίευμα κατά τη συνήθη και φυσική σημασία των λέξεων στην κυριολεξία του και/ή ως έχων το νόημα που ο ενάγων εξέλαβε ότι είχε. Οι εναγόμενοι εγείρουν περαιτέρω συγκεκριμένα θέματα αναφορικά με τη δικογράφηση τους από τον ενάγοντα για να ισχυριστούν επίσης, διαζευκτικά, ότι στην περίπτωση που κριθεί ότι το επίδικο δημοσίευμα είναι δυσφημιστικό, τούτο αποτελεί εύλογο σχόλιο επί θέματος δημοσίου συμφέροντος και/ή ενδιαφέροντος που έγινε καλόπιστα και/ή συντάχθηκε και/ή δημοσιεύτηκε με αυστηρό πλην έντιμο κριτικό πνεύμα και/ή με καταφανώς σατιρική και/ή χιουμοριστική και/ή σκωπτική και/ή φιλοπαίγμονα διάθεση. Τη θέση τους αυτή, οι εναγόμενοι υποστηρίζουν με τις εξής ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ: "I. Το επίδικο δημοσίευμα δημοσιεύτηκε την 25η Μαρτίου 2009, ημέρα εορτασμού της επετείου της Ελληνικής Επανάστασης, ήτοι του εθνικού απελευθερωτικού αγώνα για αποτίναξη του Οθωμανικού ζυγού. II. Ο Ενάγων μέσα από τα βιβλία και/ή την αρθρογραφία και/ή τις ανταποκρίσεις του και/ή τις συνεντεύξεις του και/ή τις δημόσιες αντιδικίες του και/ή την προσωπική του ιστοσελίδα και/ή την ραδιοτηλεοπτική του παρουσία, εξέφρασε κατά καιρούς θέσεις και/ή απόψεις και/ή εκτιμήσεις και/ή ιδέες και/ή κρίσεις επί ιστορικών γεγονότων ή επίκαιρων πολιτικών ζητημάτων οι οποίες δεν ήταν και/ή δεν είναι συμβατές με και/ή απάδουν προς την επίσημη και/ή κρατούσα και/ή πλειοψηφούσα και/ή εθνικιστική και/ή εθνικόφρων και/ή καθεστηκυία γνώμη και/ή άποψη και/ή δεν είναι αποδεκτές από ή αρεστές σε μεγάλη μερίδα των Ελλήνων της Κύπρου ή της Ελλάδας και/ή θεωρούνται αμφιλεγόμενες ή αιρετικές ή προκλητικές από ορισμένους και/ή σε κάποια ζητήματα προσεγγίζουν και/ή συμπίπτουν με τις θέσεις της Τουρκικής και/ή της Τουρκοκυπριακής πλευράς. III. Οι απόψεις και/ή σχόλια και/ή ρεπορτάζ και/ή κρίσεις του Ενάγοντα, προκαλούν το δημόσιο ενδιαφέρον και αποτελούν συχνά αντικείμενο κριτικής και/ή σχολιασμού και/ή διαφωνιών από κομματικούς και/ή πολιτειακούς αξιωματούχους και/ή συναδέλφους του και/ή ακαδημαϊκούς και/ή άλλους παράγοντες του τόπου και/ή από την κοινή γνώμη, εν γένει. IV. Ο Ενάγων, κατά την 23.3.2009, ήτοι αμέσως πριν τη δημοσίευση του επίδικου δημοσιεύματος, ήταν φιλοξενούμενος σε τηλεοπτική εκπομπή όπου εξέθεσε στο παγκύπριο τις απόψεις και/ή θέσεις του για τα χρόνια της Κυπριακής Δημοκρατίας 1960-
  5. Οι απόψεις του Ενάγοντα προκάλεσαν δημόσια συζήτηση και/ή αντιπαράθεση και/ή σχολιασμό τόσο στο πάνελ της εκπομπής όσο και στο κοινωνικό σύνολο τις αμέσως επόμενες μέρες. V. Η στήλη υπό τον τίτλο "Κουίζ" υπάρχει στις αθλητικές σελίδες της εφημερίδας "Ο Φιλελεύθερος" από το 1992 και λειτουργεί δίκην παραπολιτικού σχολιασμού τόσο αθλητικών όσο και πολιτικών και/ή κοινωνικών ζητημάτων της επικαιρότητας. Παραθέτει, συνήθως, ένα ερώτημα προς το αναγνωστικό κοινό, υπό μορφή γρίφου ή αινίγματος. Τα ερωτήματα που απευθύνονται από τη στήλη έχουν συνήθως, αν όχι πάντοτε, ευτράπελο και/ή ιλαρό και/ή σατιρικό και/ή σκωπτικό και/ή παιγνιώδη χαρακτήρα." Στις ίδιες λεπτομέρειες βασίζονται οι εναγόμενοι για σκοπούς μετριασμού των αποζημιώσεων, στην περίπτωση που κριθεί ότι ο ενάγων δικαιούται σε αποζημιώσεις. Για τον ίδιο σκοπό, οι εναγόμενοι 1 ισχυρίζονται επίσης ότι πριν την καταχώρηση της αγωγής, σε επικοινωνία τους με τον ενάγοντα και/ή τους δικηγόρους του, εξέφρασαν την ετοιμότητα τους να προσφέρουν σε αυτόν απολογία στο μέτρο που ο ενάγων θεωρούσε εαυτόν θιγμένο ή ότι μπορούσε να εκληφθεί ότι είναι πρόσωπο μειωμένης εθνικής συνείδησης ή και προδότης ή και προαγωγός των θέσεων της κατοχικής δύναμης στην Κύπρο ή και πρόσωπο ανέντιμο ή και ανήθικο ή και ευτελές. Ο ενάγων αρνήθηκε την προσφορά των εναγομένων
  6. Τέλος, για τον ίδιο σκοπό, οι εναγόμενοι 1 ισχυρίζονται ότι πριν τη δημοσίευση του επίδικου δημοσιεύματος, ο ενάγων δεν τύγχανε καλής υπόληψης σε σχέση με τις θέσεις και/ή απόψεις και/ή κρίσεις του επί θεμάτων που άπτονται της νεότερης Κυπριακής ιστορίας. Ο ενάγων, με την Απάντησή του, αρνείται τους ισχυρισμούς των εναγομένων στην Υπεράσπιση τους, ισχυριζόμενος ότι το δημοσίευμα καθόλου δεν αποτελεί ερώτημα, αλλά σαφή τοποθέτηση των εναγομένων, κατά τρόπο που να δυσφημεί βάναυσα την προσωπικότητα και την επαγγελματική υπόσταση του. Περαιτέρω, η στήλη στην οποία δημοσιεύτηκε το επίδικο δημοσίευμα έχει μεγάλη αναγνωσιμότητα και είναι ιδιαίτερα δημοφιλής. Ο ενάγων έχει στηρίξει την απαίτηση του στη συνήθη και φυσική ερμηνεία των λέξεων του επίδικου δημοσιεύματος και ισχυρίζεται ότι η απαίτηση του είναι δεόντως δικογραφημένη. Ο ενάγων αρνείται τις παραγράφους 7 και 8 της Έκθεσης Υπεράσπισης και τις παρατιθέμενες Λεπτομέρειες, και ισχυρίζεται ότι το επίδικο δημοσίευμα είναι κακόπιστο, ανέντιμο, υβριστικό και δυσφημιστικό για τον Ενάγοντα. Οι ισχυρισμοί ότι το επίδικο δημοσίευμα είναι σατιρικό ή χιουμοριστικό ή σκωπτικό είναι προκλητικοί και απαράδεκτοι και απορρίπτονται στην ολότητα τους. Το γεγονός ότι το επίδικο δημοσίευμα δημοσιεύτηκε στις 25 Μαρτίου, εθνική επέτειο της αποτίναξης του Οθωμανικού ζυγού το καθιστά πιο υβριστικό και πιο δυσφημιστικό για τον Ενάγοντα. Οι λεπτομέρειες της παραγράφου 7 της Έκθεσης Υπεράσπισης, ουσιαστικά ισοδυναμούν με Υπεράσπιση αληθείας (justification). Περαιτέρω συνιστούν προσπάθεια εξοστρακισμού της αντίθετης άποψης ή/και φίμωσης ή/και τρομοκράτησης του ενάγοντα, τις απόψεις του οποίου επιχειρεί να παρουσιάσει ως εθνικά μειωτικές ή/και προδοτικές ή/και επικίνδυνες. Ο Ενάγων απορρίπτει αυτούς τους ισχυρισμούς και ισχυρίζεται ότι οι απόψεις του στηρίζονται στην αλήθεια και ως τέτοιες είναι πατριωτικές και υπηρετούν το αληθινό συμφέρον της πατρίδας. Τέλος, ισχυρίζεται ότι οι εναγόμενοι ή/και αντιπρόσωποι τους διερεύνησαν κατά πόσον ο Ενάγων θα αποδεχόταν να αποσύρει την παρούσα αγωγή, εάν οι εναγόμενοι του προσέφεραν απολογία, κάτι που αυτός δεν απεδέχθη. Εν πάση περιπτώσει η ισχυριζόμενη "απολογία" ήταν υποκριτική και/ή υπό όρους και/ή παραπλανητική και/ή η Έκθεση Υπεράσπισης αποτελεί απόδειξη του ισχυρισμού αυτού και αντικατοπτρίζει την πλήρη έλλειψη διάθεσης των εναγομένων για απολογία. Προτού προχωρήσω με τη μαρτυρία, θεωρώ ορθό να αναφέρω ότι στην Έκθεση Απαίτησης, παράγρ. 5, προφανώς από λάθος, γίνεται αναφορά σε ημερομηνία 25.3.1999, αντί
  7. Ασφαλώς, το ότι πρόκειται περί λάθους προκύπτει και από άλλη αναφορά στην Έκθεση Απαίτησης καθώς επίσης στην Υπεράσπιση η παραγρ. 4 είναι αποκαλυπτική ως προς το ότι το επίδικο δημοσίευμα είναι ημερομηνίας 25.3.
  8. Συνεπώς, δεν τίθεται, ούτε ηγέρθη θέμα που να χρήζει περαιτέρω εξέτασης. Παρεμβάλλω επίσης, σ΄ αυτό το στάδιο, ότι κατά την 22.9.2014, ημερομηνία προγενέστερη της έναρξης της ακρόασης και υπό άλλη σύνθεση Δικαστηρίου, δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός η ύπαρξη ερωτηματικού στο τέλος του επίδικου δημοσιεύματος. Ο ίδιος ο ενάγων κατέθεσε ως πρώτος μάρτυρας (ΜΕ1) προς υποστήριξη της υπόθεσης του. Μέσω γραπτής δήλωσης του, την οποία κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου, ως μέρος της κυρίως εξέτασης του, ο ΜΕ1 παρέθεσε ισχυρισμούς και θέσεις όμοιες με την Έκθεση Απαίτησης και Απάντηση του. Μεταξύ άλλων δε, ανέφερε περαιτέρω ότι γεννήθηκε το 1959 και σπούδασε δημοσιογραφία στο Λονδίνο και από το 1988 μέχρι το 2012 εργάστηκε ως δημοσιογράφος. Εργάστηκε σε διάφορες εφημερίδες μεταξύ των οποίων και στον "Φιλελεύθερο" από το 1990 μέχρι το
  9. Εργάστηκε ως ειδικός συνεργάτης του Προέδρου της Δημοκρατίας μέχρι 30.10.2014 και από 1.11.2014 εργάζεται στο Γραφείο του Κύπριου Επιτρόπου στην Ευρωπαϊκή Ένωση στις Βρυξέλλες. Από το 1990 μέχρι σήμερα, ασχολείται αδιάλειπτα με την ιστορική έρευνα. Είναι ο συγγραφέας μεγάλου αριθμού βιβλίων που αναφέρονται στη νεότερη ιστορία της Κύπρου (1945 μέχρι σήμερα). Ο ενάγων ανέφερε επίσης ότι ολόκληρη η έκδοση της εφημερίδας "Ο ΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΟΣ" της 25.3.2009, όπως αυτή τυπώθηκε στο χαρτί, συμπεριλαμβανομένου και του επίδικου άρθρου, δημοσιεύτηκε και εξακολούθησε να δημοσιεύεται μέχρι 31.12.2012 σε ηλεκτρονική μορφή στο διαδικτυακό χώρο (website) της εφημερίδας "Ο ΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΟΣ" στην ηλεκτρονική διεύθυνση http://www.philenews.com. Η εφημερίδα "Ο ΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΟΣ" κατά την επίδικη ημερομηνία που δημοσίευσε το επίδικο, δηλαδή στις 25.3.2009, είχε πωλήσεις ανά το παγκύπριο 17280 φύλλα. Κατά την ίδια περίοδο, η μέση αναγνωσιμότητα της, με βάση έρευνα της εταιρείας RAI, ανήρχετο σε 89733 άτομα. Περαιτέρω, ο μάρτυρας ανέφερε ότι η εναγόμενη 2, ως διανομέας της εν λόγω εφημερίδας, συνέβαλε και επέτρεψε τη δημοσίευση του επίδικου άρθρου. Το επίδικο άρθρο έχει δημοσιευτεί στη στήλη των παραπολιτικών των αθλητικών σελίδων της εν λόγω εφημερίδας, η οποία απευθύνεται σε πλατύ κοινό που δεν έχει τις ανάλογες πολιτικές γνώσεις και δεν είναι κατ΄ ανάγκην πολιτικοποιημένο για να έχει ιδίαν γνώση ή/και κρίση, με αποτέλεσμα να κρίνει και να υιοθετεί εύκολα και αβασάνιστα το δημοσίευμα. Το δε, "κουίζ" είναι το πιο προβεβλημένο τμήμα των αθλητικών παραπολιτικών της εφημερίδας και έχει μεγάλη αναγνωσιμότητα όπως έχουν οι παραπολιτικές στήλες και ιδιαίτερα οι αθλητικές. Το περιεχόμενο του επίδικου άρθρου, ανέφερε ο ΜΕ1, έχει προκαλέσει μεγάλη αναστάτωση τόσο στον ίδιο όσο και στην οικογένεια του και τον έχει πλήξει σοβαρά ως προς το χαρακτήρα, την πίστη, την υπόληψη, την τιμή και την αξιοπρέπεια του, τόσο προσωπικά όσο και με συσχετισμό με το επάγγελμα, τις δραστηριότητες και την κοινωνική του υπόσταση. Ο Ενάγων κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου τα Τεκμήρια 1 (αντίγραφο της σελ. 24 της εφημερίδας "Ο ΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΟΣ", ημερομηνίας 25.3.2009, στην οποία φαίνεται το επίδικο δημοσίευμα), 2 (αντίγραφο της ίδιας σελίδας από το διαδικτυακό χώρο), 3 (βεβαίωση για τις πωλήσεις της εφημερίδας κατά την επίδικη ημερομηνία), 4 (αντίγραφο έρευνας για τη μέση αναγνωσιμότητα των καθημερινών έντυπων εφημερίδων) και 5 (αντίγραφο της ειδοποίησης [Δ.38

(3)] για προσκόμιση μαρτυρίας ότι ο ενάγοντας έχαιρε κακής υπόληψης). Περαιτέρω αναφέρθηκε σε περιστατικό όταν το δημοσίευμα συζητήθηκε σε καφενείο και η αδελφή του, η οποία είναι άτομο χαμηλής μόρφωσης, αναστατώθηκε για το ότι συζητούσαν ότι είναι Τούρκος και σε περιστατικό όταν η θυγατέρα του, η οποία ήταν τότε ηλικίας 14 ετών, μαθήτρια στο γυμνάσιο, τον ρώτησε αν είναι Τούρκος διότι αυτά λέχθηκαν από συμμαθητή της. Κατά την αντεξέταση του, ο ΜΕ1 αναγνώρισε και κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου τα Τεκμήρια 6 έως 17. Ο πρώην Πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας Γιώργος Βασιλείου (ΜΕ2) αναφέρθηκε στον ενάγοντα για να πει ότι τον γνωρίζει, κυρίως ως δημοσιογράφο και λιγότερο ως συγγραφέα. Ως είπε, τον έχει συναντήσει πολλές φορές, δίνοντας του αρκετές φορές συνέντευξη και έχει τη γνώμη ότι είναι από τους καλούς δημοσιογράφους. Ο ΜΕ2 είπε επίσης ότι με απόψεις μπορεί κάποιοι να συμφωνούν και άλλοι να διαφωνούν ασχέτως της ποιότητας τους. Μετά το πέρας της υπόθεσης του ενάγοντα, εκ συμφώνου κατατέθηκε το Τεκμήριο 18 ως προς τον τρόπο πρόσβασης του αναγνωστικού κοινού στην ιστοσελίδα της εναγομένης 1 με το περιεχόμενο του να δηλώνεται ως αποδεκτό. Δηλώθηκε δε ως παραδεκτό γεγονός ότι μετά την 13.11.2012 και μέχρι σήμερα δεν υπάρχει πρόσβαση στις παλαιές εκδόσεις της εφημερίδας "ΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΟΣ" παρά μόνο για περίοδο έξι μηνών πριν την ημέρα της εκάστοτε πρόσβασης και ούτε με άλλο τρόπο υπάρχει πρόσβαση μέσω διαδικτύου στο επίδικο δημοσίευμα. Από την πλευρά τους οι εναγόμενοι 1 και 2 δεν πρόσφεραν οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία. Έχοντας παραθέσει εκτενώς τις δικογραφημένες θέσεις και προσκομισθείσα μαρτυρία, ώστε να τεθούν αυτούσιες οι θέσεις των εμπλεκομένων, θεωρώ σκόπιμο να επισημάνω ότι το σύνολο της μαρτυρίας έχει μελετηθεί από το Δικαστήριο, στο πλαίσιο της μελέτης της υπόθεσης και έκδοσης της απόφασης του Δικαστηρίου. Το ίδιο ισχύει, ασφαλώς, και με τις αγορεύσεις των συνηγόρων, το περιεχόμενο των οποίων δεν θεωρώ ότι θα εξυπηρετούσε να επαναλάβω. Η παρούσα υπόθεση, η οποία είναι αστική υπόθεση, κρίνεται επί του ισοζυγίου των πιθανοτήτων και ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς (Αγαπίου ν. Παναγιώτου
(1988)1 ΑΑΔ 263, Γενικός Εισαγγελέας ν. Μανώλη
(1995)1 ΑΑΔ 207). Είχα την ευκαιρία, κατά την ακροαματική διαδικασία, να παρακολουθήσω αμφότερους τους μάρτυρες στη ζωντανή τους παρουσία ενώ κατέθεταν ενώπιον του Δικαστηρίου. Είχα περαιτέρω την ευκαιρία, όπως ανέφερα και πιο πάνω, να μελετήσω, με μεγάλη προσοχή, το σύνολο της προσκομισθείσας μαρτυρίας, συμπεριλαμβανομένων των τεκμηρίων που κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου. Πολύ καλή εντύπωση μου προκάλεσαν τόσο ο ενάγων (ΜΕ1) όσο και ο ΜΕ
  1. Έχω αποκομίσει την εντύπωση ότι προσήλθαν στο Δικαστήριο για να το βοηθήσουν στο να καταλήξει στα δικά του συμπεράσματα. Φυσικά, όπως εξελίχθηκε η υπόθεση, μέσω της προσκομισθείσας μαρτυρίας (που ως προς τα γεγονότα δεν προκύπτουν ιδιαίτερες διαφορές), η εμβέλεια της μαρτυρίας του ΜΕ2 στα ουσιώδη θέματα είναι περιορισμένη. Ως προς δε, τον ενάγοντα, τόσο με βάση τη ζωντανή του παρουσία στο Δικαστήριο ενώ κατέθετε, όσο και με βάση το περιεχόμενο της μαρτυρίας του, σαφώς διέκρινα γνησιότητα και ειλικρίνεια στα λεγόμενα του με τα οποία, με άνεση και σαφήνεια, περιέγραψε το παράπονο του. Αναφορές του δε, ως προς γεγονότα, δεν έτυχαν ιδιαίτερης αμφισβήτησης. Μη εντοπίζοντας οποιοδήποτε σημείο ικανό να κλονίσει την αξιοπιστία του ενάγοντα ως μάρτυρα αποδέχομαι αυτόν ως αξιόπιστο και τα λεγόμενα του αναφορικά με τα σχετιζόμενα με την υπόθεση μας γεγονότα. Ασφαλώς, η ως άνω αξιολόγηση δεν καθιστά αποδεκτές απόψεις του μάρτυρα ως προς θέματα και συμπεράσματα που, ως εξηγείται κατωτέρω, αποτελούν ζητήματα για το Δικαστήριο να αποφασίσει. Συναφώς, πέραν των όσων είναι παραδεκτά ως γεγονότα και παρατέθηκαν ανωτέρω, καταλήγω ως περαιτέρω συμπέρασμα μου ότι το επίδικο δημοσίευμα έχει δημοσιευτεί στην έκδοση της εφημερίδας "Ο ΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΟΣ" ημερομηνίας 25.3.2009, στην 24η σελίδα σε παραπολιτική στήλη του αθλητικού τμήματος, υπό μορφή ερωτήματος κάτω από τον τίτλο "ΚΟΥΙΖ". Κατά τον εν λόγω χρόνο, ο Ενάγων ήταν δημοσιογράφος και ιστορικός ερευνητής και συγγραφέας μεγάλου αριθμού βιβλίων, ως παρατίθεται στα παραδεκτά γεγονότα. Γεννηθής το έτος 1959, ο ενάγων σπούδασε δημοσιογραφία στο Λονδίνο και από το έτος 1988 μέχρι το έτος 2012 εργάστηκε ως δημοσιογράφος. Εργάστηκε ως ειδικός συνεργάτης του Προέδρου της Δημοκρατίας μέχρι τις 30.10.2014 και από 1.11.2014 εργάζεται στο Γραφείο του Κύπριου Επιτρόπου στην Ευρωπαϊκή Ένωση στις Βρυξέλλες. Από το έτος 1990 ασχολείται επισταμένα με την ιστορική έρευνα και έχει συγγράψει αριθμό βιβλίων που αναφέρονται στη νεότερη ιστορία της Κύπρου. Στα Τεκμήρια 6, 7, 9, 10, 11, 12, 14, 15 και 16 παρουσιάζονται δημοσιεύματα του ενάγοντα ενώ στο Τεκμήριο 8 εμφαίνεται το περιεχόμενο τηλεοπτικής εκπομπής στο Ραδιοφωνικό Ίδρυμα Κύπρου κατά την 23.3.
  2. Μετά το επίδικο δημοσίευμα υπήρξε περιστατικό κατά το οποίο η αδελφή του ενάγοντα, πρόσωπο χαμηλής μόρφωσης, αναστατώθηκε για το ότι σε καφενείο συζητήθηκε το δημοσίευμα με τρόπο ότι ο ενάγων είναι Τούρκος και περιστατικό κατά το οποίο η θυγατέρα του ενάγοντα, τότε μαθήτρια στο γυμνάσιο, ηλικίας 14 ετών, τον ρώτησε αν είναι Τούρκος διότι αυτό λέχθηκε από συμμαθητή της. Η στήλη "ΚΟΥΙΖ" έχει μεγάλη αναγνωσιμότητα, ως έχουν οι παραπολιτικές στήλες και οι αθλητικές. Κατά την επίδικη ημερομηνία, η επίδικη εφημερίδα είχε πωλήσεις ανά το παγκύπριο 17280 φύλλα (Τεκμήριο 3). Σε περαιτέρω ουσιαστικά καταληκτικά ευρήματα γίνεται αναφορά κατωτέρω. Γίνεται αναφορά από την υπεράσπιση των εναγομένων στη δικογράφηση από πλευράς ενάγοντα. Όσον αφορά την εισήγηση περί του αδικήματος της επιζήμιας ψευδολογίας, ασφαλώς τέτοια αξίωση δεν δικογραφείται, ούτε φαίνεται να έχει προωθηθεί με οποιονδήποτε τρόπο. Η αξίωση του ενάγοντα βασίζεται σε δυσφήμηση μέσω του επίδικου δημοσιεύματος. Ο δε ενάγων δεν βασίζει την υπόθεση του σε αληθινό ή νομικό υπονοούμενο (true or legal innuendo), όπου θα πρέπει να δικογραφούνται τα εξωγενή εκείνα γεγονότα που προσδίδουν δυσφημιστικό χαρακτήρα στο δημοσίευμα. Τόσο από τα δικόγραφα, όσο και από τη μαρτυρία, προκύπτει ότι ο ενάγων στηρίζεται στη φυσική και συνήθη έννοια των λέξεων ως και σε ψευδουπαινιγμό (popular or false innuendo), δηλαδή τη δευτερεύουσα ή συμπερασματική έννοια των λέξεων που χρησιμοποιούνται ως είναι αντιληπτή από τουλάχιστον μέρος του αναγνωριστικού κοινού. Παραπομπή μπορεί να γίνει στην παράγραφο 8 της έκθεσης απαίτησης όπου δικογραφείται ο ισχυρισμός ότι "... να εκληφθεί ότι είναι πρόσωπο μειωμένης εθνικής συνείδησης ή/και προδότης ή/και προαγωγός των θέσεων της κατοχικής δύναμης στην Κύπρο ή/και πρόσωπο ανέντιμο ή/και ανήθικο ή/και ευτελές" (βλ. επίσης σχετικά Εκδόσεις Αρκτίνος ν. Στέλικου
(2004)1(Β) ΑΑΔ 949). Επομένως, δεν με βρίσκουν σύμφωνο οι συγκεκριμένες εισηγήσεις της υπεράσπισης. Όπως, σαφώς, αναφέρει ο κ. Τριλλίδης στην αγόρευση του, η υπεράσπιση εγείρει ουσιαστικά δύο θέματα, ότι το δημοσίευμα δεν είναι δυσφημιστικό, αφενός και ότι αν κριθεί ότι το δημοσίευμα είναι δυσφημιστικό, εφαρμόζεται η υπεράσπιση του έντιμου σχολίου για ζήτημα δημοσίου συμφέροντος το οποίο έγινε καλόπιστα. Το άρθρο 17 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148, ορίζει τι αποτελεί δυσφήμιση. Στην υπόθεση μας υποστηρίζεται ότι εφαρμογή έχουν τα (γ), (δ) και (ε) του εν λόγω άρθρου τα οποία προνοούν για δημοσίευμα το οποίο: "(γ) εκ φύσεως τείνει στο να βλάψει ή να επηρεάσει δυσμενώς την υπόληψη άλλου προσώπου στο επάγγελμα, το επιτήδευμα, την εργασία, την απασχόληση, ή τη θέση του· ή (δ) ενδέχεται να εκθέσει άλλο πρόσωπο σε γενικό μίσος, περιφρόνηση ή χλεύη· ή (ε) ενδέχεται να προκαλέσει την αποστροφή ή αποφυγή οποιουδήποτε προσώπου από άλλους." Το κριτήριο αν ένα δημοσίευμα είναι δυσφημιστικό είναι κατά πόσο ο μέσος λογικός άνθρωπος προς τον οποίο απευθύνεται το κείμενο θα μπορούσε να το αντιληφθεί με δυσφημιστικό τρόπο και όχι αν ο ενάγων αποδίδει δυσφημιστικό νόημα στο δημοσίευμα θεωρώντας τον εαυτό του θιγμένο, ενώ το κείμενο μπορεί να είναι δεχτικό και άλλων αθώων ερμηνειών. Το κατά πόσο ένα δημοσίευμα είναι ή όχι δυσφημιστικό, εναπόκειται στην κρίση του δικάζοντος Δικαστηρίου, εφόσον το θέμα αποφασίζεται ως πραγματικό ζήτημα. Το δε Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη τη φυσική έννοια των λέξεων, αλλά επίσης εξετάζει το κείμενο στο σύνολο του σε συνάρτηση με τον τόπο και χρόνο του δημοσιεύματος, αλλά και την κρατούσα κοινή γνώμη για το θέμα (βλέπετε, μεταξύ άλλων, Εκδόσεως Αρκτίνος ν. Δώρου Γεωργιάδη
(2011)1 ΑΑΔ 407, Κωνσταντίνου κ.α. ν. Καραμεσίνη
(2011)1 ΑΑΔ 715. Οι εισηγήσεις που έθεσε η πλευρά των εναγομένων προς το Δικαστήριο (κάποιες έστω συνοδεύοντας την εισήγηση περί εντίμου σχολίου), περιλάμβαναν την, έστω ακραία, σάτιρα, την εξωπραγματικότητα των αναφορών ώστε να είναι τόσο μη σοβαρά και, κατά συνέπεια, μη δυνάμενα να γίνουν αντιληπτά με δυσφημιστικό τρόπο, καθώς επίσης την ελευθερία του λόγου και του τύπου. Στην εξέταση του θέματος αυτού και των θέσεων των δύο πλευρών, σχετικό είναι και το ότι ο ενάγων, ως δημοσιογράφος, ως πρόσωπο με τηλεοπτική παρουσία (έστω περιορισμένη) και ως πρόσωπο με σημαντικό σε αριθμό συγγραφικό έργο σχετικά με τη νεότερη ιστορία της Κύπρου, εμπίπτει στην κατηγορία προσώπων που αναφέρονται ως δημόσια πρόσωπα. Επί του προκειμένου αλλά και της ελευθερίας της έκφρασης, στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Πολ. Έφεση 236/11, Δρουσιώτη κ.α. ν. Παπασάββα, ημερομηνίας 6.3.2015 λέχθηκαν τα εξής: "Εξετάσαμε τις εκατέρωθεν θέσεις επί των δύο πρώτων λόγων έφεσης και μας βρίσκει σύμφωνους η εισήγηση των ευπαιδεύτων συνηγόρων των εφεσειόντων ότι ο κύκλος των δημοσίων προσώπων δεν περικλείει μόνο τους πολιτικούς ή όσους ασχολούνται εν γένει με τα δημόσια πράγματα, αλλά περιλαμβάνει και πρόσωπα τα οποία ως εκ της θέσης και των ενεργειών τους μπορούν να υπαχθούν στη δημόσια σφαίρα (Βασιλάκης ν. Ελλάδας, Προσφ. Αρ. 25145/05 ημερ. 17.1.08 του ΕΔΑΔ). Ή, όπως θα το εκφράζαμε εμείς, δημόσιο είναι κάθε πρόσωπο το οποίο επέλεξε με την εν γένει κοινωνική του παρουσία ή την ενασχόληση του με τα δημόσια πράγματα να αυτοπροσδιορισθεί ως δημόσιο πρόσωπο. Όπως δε έχει εμπεδωθεί νομολογιακά, πρόσωπα τα οποία ασχολούνται με τα κοινά θέτουν άμεσα τον εαυτό τους σε μια ιδιάζουσα κατηγορία πολιτών και σε θέματα που ενδιαφέρουν το ευρύ κοινό θα πρέπει, αφενός, να ανέχονται την αμφισβήτηση των θέσεων τους και, αφετέρου, την άσκηση κριτικής στις εν γένει ενέργειες και πράξεις τους ως εκδήλωση δημοκρατικού δικαιώματος (Εκδόσεις Αρκτίνος Λτδ ν. Παπακυριακού
(2012)1 Α.Α.Δ. 774 και Κωνσταντίνου κ.α. ν. Καραμεσίνη
(2011)1 Α.Α.Δ. 715 που παραπέμπουν και σε άλλη σχετική επί του θέματος Νομολογία). Και αυτό, ακόμη και αν ο έλεγχος που τους ασκείται είναι αμείλικτος καθότι η ελευθεροτυπία και γενικά η ελευθερία της έκφρασης συνιστά ένα από τα κύρια θεμέλια μιας δημοκρατικής κοινωνίας και ενός κράτους δικαίου που προστατεύεται από το άρθρο 19 του Συντάγματος και το άρθρο 10 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Νοουμένου βεβαίως ότι δεν θίγεται ανεπίτρεπτα η τιμή ή η υπόληψη του ελεγχόμενου προσώπου που ως δικαίωμα προστατεύεται από το άρθρο 2 της Σύμβασης και νοουμένου ότι επιδεικνύεται σεβασμός στην αρχή της αναλογικότητας. Πρόκειται δηλαδή για εξισορρόπηση των προαναφερθέντων δύο δικαιωμάτων - του δικαιώματος της ελευθερίας του λόγου και της έκφρασης από τη μια και του δικαιώματος της προάσπισης της αξιοπρέπειας και της φήμης του ανθρώπου από την άλλη - τα οποία πρέπει να σταθμίζονται με τέτοιο τρόπο ώστε οποιοσδήποτε περιορισμός του ενός δικαιώματος να είναι ανάλογος και απαραίτητος για την προστασία του άλλου δικαιώματος (Εκδόσεις Αρκτίνος Λτδ ν. Παπαευσταθίου
(2007)1(Β) Α.Α.Δ. 856). Εις δε την υπόθεση Κωνσταντίνου ν. Καραμεσίνη (ανωτέρω) λέχθηκε ότι: "Προς τα πού θα κλίνει η πλάστιγγα στη ζυγαριά των αμφίρροπων αυτών τάσεων στην προσπάθεια αναζήτησης της χρυσής τομής, αναμφίβολα συναρτάται προς τα ήθη, τις αξίες, την ηθική, τον πολιτισμό και τη γενικότερη κοινωνική δομή του συγκεκριμένου κράτους. Όμως, η υπόληψη του ανθρώπου παραμένει διαχρονικής αξίας ως το κύτταρο στον κοινωνικό ιστό. Και όσο και αν η ελευθερία του τύπου αποτελεί μια σταθερά αξία, άλλο τόσο και η υπόληψη του ατόμου παραμένει προεξάρχουσα." Ως προς την εισήγηση περί σάτιρας, είναι γεγονός ότι η σάτιρα δεν αποτελεί δυσφήμιση ιδιαίτερα όπου γίνεται χρήση έκδηλων υπερβολών και παραδοξοτήτων, τις οποίες ο μέσος συνετός αναγνώστης δεν αντιλαμβάνεται ούτε με τη συνήθη και φυσική τους έννοια, ούτε στην κυριολεξία. Η δε σάτιρα επιτρέπεται όσο ενοχλητική και να είναι και μπορεί να είναι και ακραία (βλ. Κουτσού ν. Μικελλίδης
(2007)1(Β) ΑΑΔ 1256, Σύγγραμμα Το Σύγχρονο Δίκαιο της Δυσφήμισης, Π. Πολυβίου 2013, σελ. 181-183). Στην υπόθεση μας, από τα Τεκμήρια 6-12, 14-16, φαίνεται ότι ο ενάγων είναι υπέρμαχος της καυστικής έκφρασης κριτικής και απόψεων μέσω τόσο της καυστικής σάτιρας και χιούμορ όσο και της παράθεσης θέσεων. Προκύπτει από τα εν λόγω Τεκμήρια ότι αυτό πράττει αναλύοντας το θέμα που τον απασχολεί μέσω παράθεσης γεγονότων και απόψεων. Όμως, το υπό κρίση δημοσίευμα ουδέν τέτοιο χαρακτηριστικό έχει, ως τα εισηγείται ο ευπαίδευτος συνήγορος των εναγομένων. Όπως φαίνεται, χωρίς οποιαδήποτε παράθεση γεγονότων ή παραπομπή σ΄ αυτά (όπως π.χ. την τηλεοπτική εμφάνιση του ενάγοντα δύο μέρες προηγουμένως, ή τις θέσεις και απόψεις του γενικότερα), εντελώς χωρίς άλλη εξήγηση, το δημοσίευμα θέτει το ερώτημα στο υπό αναφορά "ΚΟΥΙΖ": "Ένας τύπος με το όνομα Μακάριος Δρουσιώτης, που δηλώνει δημοσιογράφος και ιστορικός ερευνητής, είναι Τούρκος που χρησιμοποιεί ελληνικό ψευδώνυμο ή είναι Έλληνας που έχει όνειρο να γίνει γεννίτσαρος, αλλά φοβάται το σουννέττιν;" Το ερώτημα, λοιπόν, που τίθεται είναι κατά πόσο το εν λόγω δημοσίευμα, παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας και θίγει ανεπίτρεπτα την τιμή ή την υπόληψη του ενάγοντα. Έστω και αν από τα Τεκμήρια 13 και 17 φαίνεται ότι κι αυτός ενίοτε ξεπερνά τα επιτρεπτά όρια. Η απάντηση, πιστεύω, δεν μπορεί παρά να είναι θετική. Είμαι της άποψης ότι ακόμη και να υπήρχε υπόβαθρο γεγονότων, τα όσα αναφέρονται στο δημοσίευμα ουδόλως μπορούν να θεωρηθούν είτε ότι αποτελούν σοβαρή κριτική του ενάγοντα ή των θέσεων του, είτε ότι αποτελούν ακραία έστω σάτιρα αυτών. Ούτε μπορούν να εμπίπτουν στην κατηγορία των τόσο ασόβαρων ή εξωπραγματικών δημοσιευμάτων τα οποία δεν θα μπορούσαν να κριθούν άξια ουσιαστικής αντιμετώπισης ώστε να μπορούν να είναι δυσφημιστικά. Με τα δεδομένα τόσο της υπόθεσης, αλλά και της Κυπριακής πραγματικότητας στη σύγχρονη αλλά και μη ιστορία της, θέσεις και χαρακτηρισμοί ως αυτοί του υπό κρίση δημοσιεύματος θίγουν προφανώς την τιμή και υπόληψη του ενάγοντα υποβάλλοντας τον ενδεχομένως σε μίσος, περιφρόνηση και χλευασμό από το μέσο λογικό αναγνώστη. Στην υπόθεση Θεμιστοκλέους ν. Κουλία
(2012)1 ΑΑΔ 76 λέχθηκαν τα εξής: "Ο συνδυασμός των δυο πιο πάνω ενεργειών, με τις χρησιμοποιούμενες λέξεις και τη σύνθεση που έκαμε ο εφεσίβλητος δεν αφήνουν, κατά την αντίληψη μας, άλλη ερμηνεία παρά ότι υπαινίσσεται, ότι ο εφεσείων ενήργησε, όπως κατ' ισχυρισμό ενήργησε, αφού προηγήθηκε η ανάληψη των χρημάτων από την τουρκική εταιρεία. Συμπεριφορά η οποία, στο πλαίσιο του περιβάλλοντος της Κύπρου, της τουρκικής εισβολής και κατοχής του βορείου τμήματος από τα τουρκικά στρατεύματα, μπορεί να δημιουργήσει στο μέσο λογικό αναγνώστη, στην απουσία άλλης αναφοράς, αισθήματα μίσους, περιφρόνησης και χλευασμού του εφεσείοντα. Με γνώμονα τα πιο πάνω βρίσκομε ότι το δημοσίευμα ήταν δυσφημιστικό." Κατά ανάλογο τρόπο, και στην υπόθεση μας, το υπό κρίση δημοσίευμα δεν μπορεί παρά να επιδέχεται μόνο δυσφημιστικής για τον ενάγοντα έννοιας τόσο στη βάση της φυσικής και συνήθους έννοιας των λέξεων ως και της τοις πάση στην κοινωνία γνωστής δευτερευούσης έννοιας τέτοιων χαρακτηρισμών που παραπέμπουν, κατά το ελάχιστο σε πρόσωπο μειωμένης εθνικής συνείδησης. Έχοντας καταλήξει επί του δυσφημιστικού του υπό κρίση δημοσιεύματος, θα πρέπει να εξεταστεί κατά πόσο οι εναγόμενοι έχουν δίκαιο στη θέση ότι έχουν την υπεράσπιση του εντίμου σχολίου για ζήτημα δημοσίου συμφέροντος το οποίο έγινε καλόπιστα. Στην υπόθεση Πετρίδης ν. Εκδοτικού Οίκου ΔΙΑΣ ΛΤΔ κ.α., Πολ. Έφεση 232/2009, ημερομηνίας 18.7.2013, λέχθηκαν τα εξής σχετικά: "Η σύγχρονη διατύπωση της υπεράσπισης του εντίμου σχολίου, την οποία και υιοθετούμε, εντοπίζεται στην υπόθεση Spiller & Anor v. Joseph & Anors [2010] UKSC 53, η οποία ουσιαστικά υιοθετεί τα στοιχεία που μπορούν να στοιχειοθετήσουν την υπεράσπιση, όπως συνοψίζονται στην Wai Chun Paul v. Albert Cheng [2001] E.M.L.R. 31 από τον δικαστή Lord Nicholls of Birkenhead στο ακόλουθο απόσπασμα: «[i] First, the comment must be on a matter of public interest. .. [ii] Second, the comment must be recognisable as comment, as distinct from an imputation of fact. If the imputation is one of fact, a ground of defence must be sought elsewhere, for example, justification or privilege. Much learning has grown up around the distinction between fact and comment. For present purposes it is sufficient to note that a statement may be one or the other, depending on the context. Ferguson J gave a simple example in the New South Wales case of Myerson v. Smith's Weekly
(1923)24 SR (NSW) 20, 26 : 'To say that a man's conduct was dishonourable is not comment, it is a statement of fact. To say that he did certain specific things and that his conduct was dishonourable is a statement of fact coupled with a comment.' [iii] Third, the comment must be based on facts which are true or protected by privilege: see, for instance, London Artists Ltd v Littler [1969] 2 QB 375 , 395. If the facts on which the comment purports to be founded are not proved to be true or published on a privilege occasion, the defence of fair comment is not available. [iv] Next the comment must explicitly or implicitly indicate, at least in general terms, the facts on which it is based. [v] Finally, the comment must be one which could have been made by an honest person, however prejudiced he might be, and however exaggerated or obstinate his views: see Lord Porter in Turner v Metro-Goldwyn-Mayer Pictures Ltd [1950] 1 All ER 449 , 461, commenting on an observation of Lord Esher MR in Merivale v Carson
(1888)20 QBD 275 , 281. It must be germane to the subject-matter criticised. Dislike of an artist's style would not justify an attack upon his morals or manners. But a critic need not be mealy-mouthed in denouncing what he disagrees with. He is entitled to dip his pen in gall for the purposes of legitimate criticism: see Jordan CJ in Gardiner v Fairfax
(1942)42 SR (NSW) 171 , 174. These are the outer limits of the defence. The burden of establishing that a comment falls within these limits, and hence within the scope of the defence, lies upon the Defendant who wishes to rely upon the defence. [vi] A Defendant is not entitled to rely on the defence of fair comment if the comment was made maliciously» Ένας εναγόμενος δεν δικαιούται να βασισθεί στην υπεράσπιση του ευλόγου σχολίου εάν το σχόλιο έγινε κακόβουλα. Το βάρος να αποδείξει κακοβουλία βαρύνει τον ενάγοντα. .... Για να μπορεί να επιτύχει η υπεράσπιση του εντίμου σχολίου, η επίμαχη δήλωση πρέπει να συνίσταται σε γνώμη ή σχόλιο και όχι σε δήλωση γεγονότων. Για να αποφασίζεται τούτο, αυτή η δήλωση θα πρέπει να εξετάζεται σε συνάρτηση με το υπόλοιπο κείμενο [βλ. Δημοσιογραφική Χ.Λ.Σ. Λίμιτεδ κ.α. ν. Φιλίππου
(1998)1 Α.Α.Δ. 958]. ... Στην υπόθεση Μαυρίδης ν Παπαδόπουλου [2006] 1 Α.Α.Δ.136 λέχθηκε ότι για να έχει ο εναγόμενος το πλεονέκτημα της υπεράσπισης του ευλόγου σχολίου, έπρεπε να είχε δώσει και κάποιο ελάχιστο πραγματικό υπόβαθρο ούτως ώστε οι δηλώσεις του να μη συνιστούν δηλώσεις γεγονότων αυτών καθ' αυτών." Εις δε την υπόθεση Δρουσιώτη ν. Παπασάββα (ανωτέρω) λέχθηκε ότι: "Το πρωτόδικο Δικαστήριο με αναφορά στις υποθέσεις Παττούρας ν. Εκδοτική Εταιρεία Τηλέγραφος Λτδ κ.α.
(2009)1(Β) Α.Α.Δ. 1222 και ΡΙΚ ν. Καψού
(2009)1(Β) Α.Α.Δ. 1175, υπενθύμισε πως η υπεράσπιση του εντίμου σχολίου προϋποθέτει σχόλιο επί θέματος δημοσίου ενδιαφέροντος, όχι έκθεση γεγονότων, στη βάση υπαρκτού υποβάθρου γεγονότων που εύλογα και έντιμα, χωρίς κακοπιστία, θα το δικαιολογούσε. Πρόκειται για τις τρεις γνωστές προϋποθέσεις που θα πρέπει να ικανοποιούνται σωρευτικά για επιτυχία της υπεράσπισης του εντίμου σχολίου, οι οποίες διατυπώνονται με διαφορετικά λόγια και στην Εκδόσεις Αρκτίνος Λτδ ν. Γεωργιάδη
(2011)1 Α.Α.Δ. 497." Με βάση τις πιο πάνω αρχές, καθίσταται ξεκάθαρο ότι η εν λόγω υπεράσπιση δεν μπορεί να επιτύχει. Μπορεί το θέμα στο οποίο παραπέμπει το δημοσίευμα (εθνικό θέμα) να είναι ασφαλώς θέμα δημοσίου συμφέροντος, όμως από εκεί και πέρα η υπεράσπιση καταρρέει. Πουθενά δεν υπάρχει η ελάχιστη παράθεση πραγματικού υποβάθρου ώστε τα λεγόμενα με το δημοσίευμα να μπορούσαν να εκληφθούν ως συνιστώντα σχόλιο και όχι δήλωση γεγονότων. Η δικογράφηση των σχετικών λεπτομερειών δεν είναι αρκετή. Η δε πρόθεση των εναγομένων ως προς τη δημοσίευση παραμένει στο επίπεδο της δικογραφίας και της αγόρευσης του συνηγόρου των, χωρίς την παράθεση οποιασδήποτε μαρτυρίας. Συνεπώς, και στη βάση των ως άνω δεν θεωρώ ότι η εν λόγω υπεράσπιση θα μπορούσε να έχει επιτυχή κατάληξη. Παραμένει συνεπώς να εξεταστεί το ζήτημα των αποζημιώσεων που ο ενάγων δικαιούται. Τέθηκε, ως θέμα που θα πρέπει να ληφθεί υπόψη, ως μετριαστικός παράγοντας, η προσφορά απολογίας, τα όσα προηγήθηκαν του δημοσιεύματος με τις απόψεις του ενάγοντα και το ότι ο ενάγων δεν τύγχανε καλής υπόληψης. Σαφώς, ως προς το τελευταίο, ουδεμία τέτοια μαρτυρία προσκομίστηκε στο Δικαστήριο, ενώ ως προς το δεύτερο, το τι εισηγείται η πλευρά των εναγομένων είναι να κρίνω τις απόψεις του ενάγοντα και να θεωρήσω ότι, λόγω αυτών, δικαιούται σε λιγότερες αποζημιώσεις όταν δυσφημείται. Κάτι τέτοιο δεν μπορεί να είναι ορθό. Τέλος, πουθενά δεν φαίνεται να υπήρξε απολογία προς τον ενάγοντα. Η προσφορά να δοθεί απολογία ώστε να αποσυρθεί αγωγή, και όταν κάτι τέτοιο δεν γίνει αποδεκτό, να μην δίδεται απολογία ουδόλως μπορεί να αποτελέσει παράγοντα που να ληφθεί υπόψη στο θέμα των αποζημιώσεων ως μετριαστικός παράγοντας. Αντιθέτως, ίσως να υποδεικνύει και κάποιου είδους κακή πίστη. Σκοπός των αποζημιώσεων είναι η αποκατάσταση του παραπονούμενου για τη δυσφήμιση που υπέστη. Σκοπός είναι η αποκατάσταση της υπόληψης και φήμης του ενάγοντα, η επούλωση των τρωθέντων αισθημάτων του και αποζημίωση τυχόν οικονομικής ζημιάς. Στην υπόθεση μας δεν υπάρχει τέτοια οικονομική ζημιά, όμως προκύπτει ότι ο ενάγων δικαιολογημένα ένιωσε θιγμένος από το δημοσίευμα. Είχε δε να αντιμετωπίσει και τα περιστατικά με την αδελφή και θυγατέρα του. Λαμβάνω επίσης υπόψη τη φύση και σοβαρότητα της δυσφήμισης στην παρούσα υπόθεση, η οποία ενέχει το στοιχείο της απαξίωσης εκείνου που έχει αντίθετη άποψη, ως και τη θέση του ενάγοντα στην κοινωνία. Περαιτέρω λαμβάνεται υπόψη η ευρύτητα στην κυκλοφορία της εν λόγω εφημερίδας κατά την επίδικη ημερομηνία ως επίσης και το γεγονός ότι η επίδικη ημερομηνία (25 Μαρτίου) είναι ημέρα εθνικής επετείου εναντίον των Τούρκων. Από την άλλη, θεωρώ ότι από τη μαρτυρία προκύπτει ότι επρόκειτο για ένα μεμονωμένο δημοσίευμα ενώ η ύπαρξη διαδικτυακά της ίδιας εφημερίδας, δεν υποδηλεί προσπάθεια να πληγεί ο ενάγων περαιτέρω αλλά απλώς αναπαραγωγή όλης της εφημερίδας. Αντλώ καθοδήγηση από τη σχετική νομολογία, συμπεριλαμβανομένης της πολύ πρόσφατης απόφασης Δρουσιώτη ν. Παπασάββα (ανωτέρω) και με δεδομένη την κατά πολύ περισσότερη κυκλοφορία της εφημερίδας αποφασίζω ότι το ποσό που θα πρέπει να επιδικασθεί υπέρ του ενάγοντα ως αποζημίωση είναι €35.000,- Κατά συνέπεια, και για όλους τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω ανωτέρω, εκδίδεται απόφαση υπέρ του ενάγοντα και εναντίον των εναγομένων 1 και 2 αλληλεγγύως και κεχωρισμένως για το ποσό των €35.000,- ως αποζημίωση για δυσφήμιση του, πλέον νόμιμο τόκο επ ΄ αυτού μέχρι εξόφλησης. Επιδικάζονται επίσης υπέρ του ενάγοντα και εναντίον των εναγομένων 1 και 2 αλληλεγγύως και κεχωρισμένως τα έξοδα της παρούσας αγωγής, ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Τα έξοδα επίσης θα φέρουν νόμιμο τόκο μέχρι εξόφλησης. (Υπ.) ............................. Μ. Αμπίζας, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /κχ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.