← Κύπρος

Αγγέλας Γρηγορίου, Διαχειρίστριας της περιουσίας του αποβιώσαντα Κυριάκου Γρηγορίου ν. Ανδρέα Παναγίδη, Αρ. Αγωγής: 7367/2007, 28/9/2015

Αγγέλας Γρηγορίου, Διαχειρίστριας της περιουσίας του αποβιώσαντα Κυριάκου Γρηγορίου ν. Ανδρέα Παναγίδη, Αρ. Αγωγής: 7367/2007, 28/9/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2015:A349 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Αμπίζα, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 7367/2007 Μεταξύ: Αγγέλας Γρηγορίου, Διαχειρίστριας της περιουσίας του αποβιώσαντα Κυριάκου Γρηγορίου Ενάγουσας και Ανδρέα Παναγίδη Εναγομένου _______________________________________ Ημερομηνία: 28 Σεπτεμβρίου,

  1. Εμφανίσεις: Για την Ενάγουσα: κ. Θεοδωρίδης με κ. Χαραλάμπους. Για τον Εναγόμενο: κα Ερωτοκρίτου με κ. Τιλλή. Α Π Ο Φ Α Σ Η Το θανατηφόρο τροχαίο δυστύχημα το οποίο επεσυνέβη την 1.1.2006 στη λεωφόρο Λεμεσού στο Πέρα Χωρίο Νήσου με ενεχόμενους τον αποβιώσαντα πεζό Κυριάκο Γρηγορίου και το όχημα με αριθμό εγγραφής KJF880, αποτελεί το αντικείμενο της παρούσας αγωγής. Όπως προκύπτει από τα δικόγραφα, η ενάγουσα ήταν σύζυγος του αποβιώσαντα και είναι διαχειρίστρια της περιουσίας του δυνάμει διατάγματος του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας ημερομηνίας 15.6.
  2. Ο Εναγόμενος ήταν ιδιοκτήτης και οδηγός του ως άνω οχήματος με αριθμό εγγραφής ΚJF
  3. Σύμφωνα με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς της ενάγουσας, κατά ή περί την 1.1.2006 ο εναγόμενος οδηγούσε το όχημα υπ΄ αριθμό KJF880 στη λεωφόρο Λεμεσού στο Πέρα Χωριό Νήσου με κατεύθυνση από Λεμεσό προς Λευκωσία. Σε κάποιο σημείο του δρόμου παρά το καφενείο "Διεθνές" παρέσυρε και τραυμάτισε θανάσιμα τον πεζό Κυριάκο Γρηγορίου ο οποίος διασταύρωνε το δρόμο από αριστερά προς τα δεξιά σύμφωνα με την πορεία του οχήματος του εναγομένου. Το εν λόγω δυστύχημα ήταν το αποτέλεσμα της αποκλειστικής ή/και συντρέχουσας αμέλειας ή/και παράβασης των νομίμων καθηκόντων του εναγομένου, ως και οι λεπτομέρειες τις οποίες επικαλείται η ενάγουσα στην έκθεση απαίτησης της. Συνεπεία του δυστυχήματος, ο Κυριάκος Γρηγορίου υπέστη πολλαπλές κακώσεις σώματος και ζωτικών οργάνων, οι οποίες προκάλεσαν το θάνατό του. Ο εναγόμενος, αρνούμενος τις αξιώσεις της ενάγουσας, με την υπεράσπιση του αποδίδει το επίδικο ατύχημα στην αποκλειστική και/ή συντρέχουσα αμέλεια του αποβιώσαντα, επικαλούμενος, στις σχετικές λεπτομέρειες, ενέργειες και παραλείψεις του αποβιώσαντα. Είναι ο ισχυρισμός του εναγομένου ότι ενόσω νόμιμα και κανονικά οδηγούσε το όχημα του, ο αποβιώσας ξαφνικά βρέθηκε μπροστά από το όχημα του και/ή εισήλθε ξαφνικά στο δρόμο και/ή τρέχοντας αφού εξήλθε πίσω από παρακείμενο θάμνο που τον εκάλυπτε εν καιρώ νυκτός. Με την απάντηση της η ενάγουσα αρνείται τους ισχυρισμούς του εναγομένου. Με την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, οι δύο πλευρές δήλωσαν ως συμφωνηθέν παραδεκτό γεγονός ότι επί πλήρους ευθύνης, με πολλαπλασιαστή (multiplier) οκτώ χρόνια, στη βάση συντελεστή €8.936,- συμφωνείται ότι για τέσσερα χρόνια, η εξάρτηση συζύγου και δύο τέκνων είναι €35.744,-. Για τα υπόλοιπα τέσσερα χρόνια, η εξάρτηση συζύγου είναι €5.987,- ανά έτος που καταλήγει στο συνολικό ποσό €23.948,- για τα τέσσερα χρόνια. Το σύνολο εξάρτησης είναι €59.
  4. Επίσης συμφωνείται απώλεια (bereavement) €17.000,-, €1.450,- έξοδα κηδείας και €858,- έξοδα διαχείρισης. Με αυτά τα δεδομένα απομένει να αποφασιστεί η ευθύνη και το θέμα του νόμιμου τόκου. Προς υποστήριξη της υπόθεσης της ενάγουσας κλήθηκαν να καταθέσουν τρεις μάρτυρες. Τρεις ήταν και οι μάρτυρες προς υποστήριξη της υπόθεσης της υπεράσπισης του εναγομένου. Ο Ανώτερος Υπαστυνόμος Πηλείδης Χαραλάμπους (ΜΕ1) ανέφερε ότι κατά το χρόνο του δυστυχήματος ήταν Λοχίας με αριθμό 1476 και υπηρετούσε στον Κλάδο Διερεύνησης Τροχαίων Δυστυχημάτων. Είναι σχεδιαστής επί κλίμακος, φωτογράφος και χειριστής μηχανήματος ΑΛΚΟΤΕΣΤ και ήταν ο εξεταστής του επίδικου δυστυχήματος. Ο μάρτυρας κατέθεσε τη γραπτή κατάθεσή του ως Τεκμήριο 1, το σχεδιαγράφημα που ετοίμασε ως Τεκμήριο 2, βιβλιάριο 36 φωτογραφιών και ευρετήριο ως Τεκμήριο 3, την κατάθεση του εναγομένου ως Τεκμήριο 4, την κατάθεση του ιδιοκτήτη του παρακείμενου καφενείου ως Τεκμήριο 5, την κατάθεση του Αστ. Νικολάου ως Τεκμήριο 6 και την κατάθεση του Αστ. 716 Άριστου Αριστείδου ως Τεκμήριο
  5. Κατόπιν τούτων, υιοθέτησε το περιεχόμενο της κατάθεσης του (Τεκμήριο 1) ως μέρος της κυρίως εξέτασης του. Σ΄ αυτήν ο ΜΕ1 αναφέρεται στη μετάβαση του στη σκηνή του δυστυχήματος όπου βρισκόταν ο εναγόμενος ενώ ο αποβιώσας είχε μεταφερθεί στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας πριν την άφιξή τους. Ως εξήγησε, στην παρουσία του εναγομένου έκανε πρόχειρο σχέδιο και σημείωσε το σημείο σύγκρουσης που του υπέδειξε. Επίσης πήρε σειρά φωτογραφιών. Έκανε προκαταρκτικό έλεγχο ΑΛΚΟΤΕΣΤ στον εναγόμενο με αποτέλεσμα "0". Ο ΜΕ1, μεταξύ άλλων ενεργειών του, αναφέρθηκε στο ότι στις 5.1.2006 έλεγξε την ακτίνα των φώτων του αυτοκινήτου KJF880 και ήταν περί τα 35 μέτρα για τη χαμηλή στάση και περί τα 50 μέτρα για τη ψηλή στάση. Ως δε αναφέρει, το μέρος όπου έγινε το δυστύχημα είναι κατοικημένη περιοχή. Το ανώτατο όριο ταχύτητας είναι 50 χ.α.ω. Ο καιρός ήταν αίθριος και η άσφαλτος ξηρή. Ο δρόμος ευθύς σε απόσταση 200 μέτρων πριν το σημείο του δυστυχήματος, ως η πορεία από Λεμεσό προς Λευκωσία. Ο δρόμος ήταν ελαφρά κατηφορικός και στο σημείο όπου έγινε το δυστύχημα υπήρχε οδικός φωτισμός υψηλής τάσεως από τον πάσσαλο της ΑΗΚ αρ.
  6. Η ορατότητα ήταν καλή εντός της ακτίνας των φώτων του αυτοκινήτου KJF
  7. Ο μάρτυρας εξήγησε τις φωτογραφίες του Τεκμηρίου 3 ως επίσης τις διάφορες μετρήσεις και ενδείξεις του σχεδιαγράμματος Τεκμήριο
  8. Με αναφορά στο σημείο σύγκρουσης Χ είπε και πάλι ότι το υπέδειξε ο οδηγός του αυτοκινήτου ότι κάπου σ΄ αυτό το σημείο είναι που το αυτοκίνητο κτύπησε τον πεζό. Το αυτοκίνητο του θύματος στο σημείο Ε του σχεδιαγράμματος από το οποίο υπολόγισαν την πορεία που ακολούθησε ο πεζός υποστήριζε τη θέση άνκαι, όπως είπε, κατά πλάτος του δρόμου δεν μπορούσε να είναι βέβαιος. Στο σημείο δεν βρήκε κάτι άλλο. Κατά την αντεξέταση του, επί τούτου, είπε ότι ο οδηγός επέμενε ότι οδηγούσε στην πορεία του και μετά τα έχασε και το αυτοκίνητο, ακυβέρνητο, πήγε δεξιότερα, εξού και τα αίματα. Με αναφορά στην ορατότητα, ο μάρτυρας εξήγησε ότι τα φώτα του οχήματος απλώνουν σε σχήμα χωνιού αριστερά και δεξιά. Ως μέτρησε, στα πέντε μέτρα απόσταση, το αριστερό φανάρι φέγγει προς τα αριστερά σε απόσταση 3 μέτρα όπως και το δεξιό φανάρι σε ανάλογη απόσταση προς τα δεξιά. Ο δε πάσσαλος αρ. 7 ενίσχυε το φωτισμό και την ορατότητα του φωτισμού. Κατά την αντεξέταση του, επί τούτου, είπε ότι η αριστερή λωρίδα του δρόμου ήταν πιο ελαφρά φωτισμένη. Αμυδρός φωτισμός υπήρχε και στο ασφάλτινο και στο χωμάτινο παγκέτο. Κατά την αντεξέταση του, ο ΜΕ1 εξήγησε επίσης ότι, με βάση την πορεία του πεζού, όταν στεκόταν στο ασφάλτινο παγκέτο, μπορούσε να δει προς τα δεξιά σε απόσταση 200 μέτρων. Ο εναγόμενος μπορούσε να δει τον πεζό εφόσον αυτός ξεπερνούσε την ελιά πίσω από την οποία στάθμευσε το όχημα του. Ο Αρχιαστυφύλακας 716 Αριστείδης Αριστείδου (ΜΕ2) ανέφερε ότι το έτος 2006 υπηρετούσε στον Κλάδο Δυστυχημάτων. Αυτός προέβηκε σε μηχανική εξέταση του οχήματος KJF
  9. Υιοθετώντας το Τεκμήριο 7 (γραπτή του κατάθεση) ως μέρος της κυρίως εξέτασης του, ο μάρτυρας εξήγησε ότι το εν λόγω όχημα έφερε ζημιές στον μπροστινό προφυλακτήρα, στη γρίλια, στο καπό, στον ανεμοθώρακα και στην καμπίνα. Συγκεκριμενοποίησε τις αναφορές του ως προς τις ζημιές του οχήματος και μετά από παράθεση ευρημάτων του σε έλεγχο άλλων μερών του οχήματος, ο ΜΕ2 κατέληξε ότι δεν υπήρχε οποιαδήποτε μηχανική βλάβη στο όχημα του εναγομένου, τόσο πριν ως και κατά την ώρα του δυστυχήματος. Ο ΜΕ2, περαιτέρω εξήγησε τις φωτογραφίες 17-24 του Τεκμηρίου 3 και εισηγήθηκε ότι το περιεχόμενο του σχεδιαγράμματος (Τεκμήριο 2), ως προς την πορεία του πεζού και του οχήματος, επιβεβαιώνεται από τις ζημιές του οχήματος. Ο Γεώργιος Τζιρκαλλής (ΜΕ3) ανέφερε ότι είναι εμπειρογνώμονας τροχαίων δυστυχημάτων, εκτιμητής τροχαίων οχημάτων και μηχανολόγος. Κατέθεσε τα ακαδημαϊκά του προσόντα ως Τεκμήριο 8 και αναφέρθηκε στην έκθεση αναπαράστασης του υπό κρίση δυστυχήματος που του ζητήθηκε να ετοιμάσει, την οποία κατέθεσε επίσης ως Τεκμήριο
  10. Ο μάρτυρας ανέγνωσε και εξήγησε την έκθεση του και τα σε αυτήν συμπεράσματά του. Αποτέλεσε θέση του ΜΕ3 ότι λόγω ύπαρξης φωτισμού, η εμβέλεια των φώτων του αυτοκινήτου δεν είχε τόση σημασία. Βάση για τον ισχυρισμό του αποτέλεσε η αναφορά της αστυνομίας ότι ο φωτισμός ήταν ψηλής έντασης μέχρι την άκρη του αριστερού χωμάτινου παγκέτου. Εξήγησε επίσης ότι με βάση τη βιβλιογραφία όπου φαίνεται η συμπεριφορά του πεζού όταν επέρχεται το κτύπημα, η ταχύτητα του οχήματος του εναγομένου μπορεί να ήταν και πέραν των 80 χ.α.ω. μέχρι 100 χ.α.ω. Ήταν περαιτέρω η θέση του ότι στην περίπτωση μας οι χρόνοι αντίδρασης κλπ δεν έχουν σημασία αφού ο οδηγός δεν είδε καν τον πεζό και δεν φρέναρε καθόλου. Τον κτύπησε και τον μετέφερε σε απόσταση 55 μέτρων χωρίς να υπάρχουν οποιαδήποτε ίχνη τροχοπέδησης. Στο πλαίσιο της μαρτυρίας του ΜΕ3 κατατέθηκαν τα Τεκμήρια 10, 11 και 11α. Η πλευρά του εναγομένου κάλεσε τις ΜΥ1 και 2 για τους εξής λόγους. Η Μαρία Αρέστη (ΜΥ1) του ποινικού Πρωτοκολλητείου του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, Βοηθός Γραμματειακός Λειτουργός στη θέση Πρωτοκολλητή κατέθεσε τον φάκελο της Ποινικής Υπόθεσης 22828/06 ως Τεκμήριο
  11. Η Ελένη Χαραλάμπους, (ΜΥ2), στενογράφος στη Βουλή των Αντιπροσώπων από το μήνα Νοέμβριο 2007 και προηγουμένως στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας, αναγνώρισε στο Τεκμήριο 12 τα στενογραφημένα πρακτικά ως δικά της. Από αυτά διάβασε απόσπασμα στην κυρίως εξέταση του Πηλείδη Χαραλάμπους ως εξής: "Πώς έχεις καθορίσει το σημείο σύγκρουσης του οχήματος του κατηγορουμένου με τον πεζό, δηλαδή το θύμα, το οποίο έχεις σημειώσει στο Τεκμήριο 5 με γράμμα Χ; Απάντηση: - Το υπέδειξε ο κατηγορούμενος και βλέποντας και το όχημα του θύματος σταθμευμένο και το καφενείο απέναντι στο οποίο μετέβαινε, επίσης τα ίχνη στο δρόμο από σταγόνες αίματος του θύματος, συμφώνησα μαζί του ότι πρέπει να είναι κάπου εκεί." Προς υποστήριξη της δικής του εκδοχής κατέθεσε ο ίδιος ο εναγόμενος (ΜΥ3). Αφού αναγνώρισε το Τεκμήριο 4 ως την κατάθεσή του, την υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του. Ο εναγόμενος αναφέρει στην κατάθεση του ότι: "Την 1.1.2006 περίπου η ώρα 2140 οδηγούσα το αυτοκίνητο KJF880 στη Λεωφ. Λεμεσού στο Π. Χωρίον Νήσου με κατεύθυνση από Λεμεσό προς Λευκωσία. Ήμουν μόνος στο αυτοκίνητο και είχα τη ζώνη ασφαλείας μου. Είχα αναμμένα τα φώτα στην κανονική στάση όχι την δυνατή. Πήγαινα με ταχύτητα περίπου 75 χαω απ΄ ότι υπολογίζω. Μπορεί να ήταν και λιγότερα. Σε κάποιο σημείο πριν τον Αστυνομικό Σταθμό Π. Χωρίου κοντά στο καφενείο-λέσχη ξαφνικά είδα μπροστά μου μέσα στο δρόμο έναν άνθρωπο. Δεν πρόλαβα να αντιδράσω καθόλου διότι ήμουν πολύ κοντά του κάπου ένα μέτρο και τον κτύπησα. Ήταν λίγα μέτρα πριν το καφενείο. Προηγουμένως δεν είδα καθόλου αυτό τον άνθρωπο. Ο άνθρωπος κατά τη σύγκρουση έπεσε πάνω στο γυαλί το μπροστινό του αυτοκινήτου μου..... Με το σχέδιο που έκαμε ο Λοχ. 1476 στην παρουσία μου συμφωνώ πλήρως. Έδειξα σ΄ αυτόν το σημείο συγκρούσεως και το σημείωσε....". Αναφερόμενος στο φωτισμό, ο ΜΥ3 είπε ότι ήταν όσο έφεγγε το αυτοκίνητο του, 30-35 μέτρα ενώ πριν εμφανιστεί ο πεζός, ο δρόμος ήταν καθαρός και δεν υπήρχαν ούτε αυτοκίνητα ούτε πεζοί. Μακάρι, είπε, να μπορούσε να έκανε κάτι. Κατά την αντεξέταση του είπε ότι ο δρόμος του ήταν γνωστός αφού περνούσε συχνά. Έχοντας παραθέσει το ουσιαστικό μέρος της μαρτυρίας, θεωρώ σκόπιμο να επισημάνω, για σκοπούς πληρότητας, ότι το σύνολο της προσκομισθείσας μαρτυρίας έχει μελετηθεί με προσοχή από το Δικαστήριο μέσα στα πλαίσια της μελέτης της υπόθεσης και έκδοσης της απόφασης του Δικαστηρίου. Το ίδιο ισχύει, ασφαλώς, και με τις αγορεύσεις των δύο συνηγόρων το περιεχόμενο των οποίων δεν θεωρώ ότι θα εξυπηρετούσε να επαναλάβω. Η παρούσα υπόθεση, η οποία είναι αστική υπόθεση, κρίνεται επί του ισοζυγίου των πιθανοτήτων και ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς (Αγαπίου ν. Παναγιώτου

(1988)1 ΑΑΔ 263, Γενικός Εισαγγελέας ν. Μανώλη
(1995)1 ΑΑΔ 207). Είχα την ευκαιρία, κατά την ακροαματική διαδικασία, να παρακολουθήσω όλους τους μάρτυρες στη ζωντανή τους παρουσία, ενώ κατέθεταν ενώπιον του Δικαστηρίου. Είχα περαιτέρω την ευκαιρία, όπως ανέφερα και πιο πάνω, να μελετήσω με μεγάλη προσοχή το σύνολο της προσκομισθείσας μαρτυρίας. Με αναφορά στις ΜΥ1 και 2 περιορισμένη ήταν η εμβέλεια της μαρτυρίας τους με την κατάθεση ως Τεκμήριο του συγκεκριμένου ποινικού φακέλου από τη μία και την ανάγνωση συγκεκριμένου αποσπάσματος από στενογραφημένα πρακτικά από την άλλη. Αποδέχομαι, κρίνοντας τις ΜΥ1 και 2 ως αξιόπιστες, τα όσα ανέφεραν. Αξιόπιστη κρίνω και τη μαρτυρία του ΜΕ2 ο οποίος παρέθεσε κυρίως τα όσα αφορούν τις ζημιές του οχήματος του εναγομένου. Ο ΜΕ2 δεν φαίνεται να έχει αμφισβητηθεί στα λεγόμενα του και κρίνοντας τον ως αξιόπιστο μάρτυρα αποδέχομαι τη μαρτυρία του. Καλή εντύπωση μου προκάλεσε επίσης ο ΜΕ1, εξεταστής του υπό κρίση δυστυχήματος. Υπό την ιδιότητα του αυτή και κληθείς να καταθέσει τα όσα περιήλθαν στη γνώση του, παρέθεσε τα ευρήματα του στη σκηνή ως ο ίδιος τα διαπίστωσε με εμφανή τη γνησιότητα και σταθερότητα στα λεγόμενα του. Ο ΜΕ1 αντεξετάστηκε και, μέσω της μαρτυρίας των ΜΥ1 και 2, επιχειρήθηκε να παρουσιαστεί ότι άλλαξε τις θέσεις του ως προς το σημείο σύγκρουσης ώστε να εξυπηρετήσει την υπόθεση της ενάγουσας. Δεν εντοπίζω κάτι τέτοιο ώστε να συμφωνήσω με τέτοια θέση. Πέραν του ότι ο ίδιος εξήγησε επαρκώς τις τοποθετήσεις του, δεν μπορεί να διαφύγει της προσοχής μου ότι το Τεκμήριο 9 (έκθεση του ΜΕ3 στο οποίο τίθεται διαφορετική θέση του σημείου σύγκρουσης) φέρει ημερομηνία μεταγενέστερη της κατάθεσης του ΜΕ1 στο Δικαστήριο. Ως προς δε τον οδικό φωτισμό ο ΜΕ1 από τη γραπτή του κατάθεση (Τεκμήριο 1) ανάφερε ότι στο σημείο που έγινε το δυστύχημα υπήρχε οδικός φωτισμός από τον πάσσαλο της ΑΗΚ αρ. 7 υψηλής τάσεως. Ο δε χαρακτηρισμός της ορατότητας ως "καλή εντός της ακτίνας των φώτων" φαίνεται να συνάδει με την εξήγηση ότι ο φωτισμός στην αριστερή λωρίδα μέχρι την άκρη του παγκέτου ήταν αμυδρός. Δεν εντοπίζω στα λεγόμενα του ΜΕ1 οτιδήποτε που να πλήττει στο μυαλό μου την αξιοπιστία του ως μάρτυρα και αποδέχομαι τα λεγόμενα του. Εξετάζοντας τη μαρτυρία του ΜΕ3, ως πρώτο σημείο σημειώνω ότι με βάση τα ακαδημαϊκά του προσόντα ως περιλαμβάνονται στο Τεκμήριο 8 αλλά και την εμπειρία του (επίσης αναφέρεται στο Τεκμήριο 8) αποδέχομαι αυτόν ως εμπειρογνώμονα στη διερεύνηση και αναπαράσταση τροχαίων δυστυχημάτων. Σημειώνω επίσης ότι με βάση τη ζωντανή εικόνα του μάρτυρα ενώ κατέθετε στο Δικαστήριο αλλά και την εν γένει μαρτυρία του, έχω αποκομίσει την εντύπωση ότι ο ΜΕ3 γνήσια και ειλικρινά παρέθεσε αυτά που ο ίδιος θεωρεί ορθά και στα οποία κατέληξε ως αποτέλεσμα της εργασίας του. Δεν εντοπίζω διάθεση του ΜΕ3 να τοποθετηθεί με τρόπο που να μην αποτελεί τη γνήσια άποψη του για τα γεγονότα. Από εκεί και πέρα, η ως άνω θεώρηση μου δεν καθιστά αμέσως αποδεκτό το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 9 (έκθεσης του ΜΕ3) και της μαρτυρίας του ΜΕ3. Ως πρώτο σημείο, εξετάζω τα όσα αφορούν το σημείο σύγκρουσης τα οποία οδηγούν στο "συμπέρασμα" (ως τίθεται στην τελική αγόρευση του συνηγόρου της ενάγουσας) ότι ο εναγόμενος αναίτια και αμελώς βρισκόταν στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, κάτι που συνιστά παράβαση καθήκοντος επιμέλειας προς τον πεζό και συνεπώς καθιστά τον εναγόμενο το μόνο υπεύθυνο για το δυστύχημα και τη ζημιά που προκλήθηκε. Πουθενά στα δικόγραφα της ενάγουσας δεν τίθεται τέτοιος ισχυρισμός συστατικού παράβασης καθήκοντος και αμέλειας. Ως εμφαίνεται από τις "λεπτομέρειες αμέλειας και/ή παράβασης των νομίμων καθηκόντων του εναγομένου" στην έκθεση απαίτησης οι ισχυρισμοί συστατικών αμέλειας είναι άλλοι και δεν περιλαμβάνουν την ως άνω βάση αμέλειας, ώστε να δύναται η ενάγουσα να εισάξει μαρτυρία προς απόδειξη αυτής. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Βραχίμη ν. Κουλουμπρή
(1992)1(Β) Α.Α.Δ. 836: "Η δικογραφία συνιστά το θεμέλιο της δίκης και αποτελεί το αποκλειστικό μέσο για τον προσδιορισμό των επιδίκων θεμάτων. Η σημασία των εγγράφων προτάσεων συνοψίζεται στο απόσπασμα που ακολουθεί από την απόφαση Παπαγεωργίου ν. Λούη Κλάππα (Investments Services Ltd) (Πολιτική Έφεση 7367, αποφασίστηκε στις 14/1/90 και θα δημοσιευτεί στους τόμους
(1990)1 Α.Α.Δ.):- "Οι αρχές του δικονομικού δικαίου περιορίζουν τα επίδικα θέματα σε εκείνα τα οποία προσδιορίζονται από τη δικογραφία· δηλαδή την απαίτηση, την υπεράσπιση και την απάντηση όπου υπάρχει. Ο επακριβής προσδιορισμός των επιδίκων θεμάτων συναρτάται άμεσα με το αντιπαραθετικό σύστημα δίκης που ισχύει στο δικαιϊκό μας σύστημα και απόρροια της φυσικής δικαιοσύνης που επιβάλλει τη διασφάλιση του δικαιώματος διαδίκου για ουσιαστική ευκαιρία απάντησης στις θέσεις και ισχυρισμούς του αντιδίκου του. Η δίκη δρομολογείται, όπως επιγραμματικά ανάφερε ο τότε Πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου κ. Βασιλειάδης στην υπόθεση Homeros Th. Courtis and Others v. Panos K. Iasonides
(1970)1 C.L.R., 180, (βλέπε επίσης Christakis Loucaides v. CD. Hay and Sons Ltd
(1971)1 C.L.R., 134) κατά μήκος των γραμμών που οριοθετεί η δικογραφία και η δίκη διατρέχει την ίδια πορεία όπως και το τραίνο κατά μήκος των προκαθορισμένων γραμμών της διαδρομής." (Βλέπετε επίσης, Πιττάτζης κ.ά. ν. Ianira Enterprises Ltd κ.ά.
(1997)1 (Β) Α.Α.Δ.814). Σχετικές είναι επίσης και οι υποθέσεις Stavrou v. Papadopoulos
(1969)1 CLR 172, στην οποία τίθεται ότι ο ισχυρισμός περί ύπαρξης συγκεκριμένου συστατικού αμέλειας πρέπει να αναφέρεται ειδικά στις λεπτομέρειες αμέλειας στο σχετικό δικόγραφο, και Charalambous v. Pillakouris
(1976)1 CLR 198, από την οποία προκύπτει ότι η μαρτυρία πρέπει να συνάδει με τις λεπτομέρειες αμέλειας στο δικόγραφο. Επομένως, εφόσον η αναφερόμενη μαρτυρία του ΜΕ3 μοναδικό αποτέλεσμα θα μπορούσε να έχει την υποστήριξη μη δικογραφημένου συστατικού αμέλειας, σχετικού ακόμη και με το ζήτημα ενδεχόμενου καταμερισμού ευθύνης, αυτή δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή προς εξέταση από το Δικαστήριο. Τα όσα στη μαρτυρία του ΜΕ3 αφορούν το σημείο σύγκρουσης δεν μπορούν, θεωρώ, να ληφθούν υπόψη για τον ως άνω λόγο. Το τι θα μπορούσε να λεχθεί σε σχέση με το σημείο σύγκρουσης και τις δύο εκδοχές είναι ότι μπορεί μεν, με βάση την ταχύτητα του οχήματος του εναγομένου, να μην συνάδει η ύπαρξη της γραμμής αίματος, ως αναλύει στην αγόρευση του ο κ. Θεοδωρίδης, όμως ούτε η άποψη του ΜΕ3 αποτελεί την μόνη εναλλακτική περίπτωση ώστε, δίχως άλλο, να πρέπει να γίνει αποδεκτή. Είμαι της άποψης ότι πρόκειται για περίπτωση όπου το σημείο σύγκρουσης δεν μπορεί να καθοριστεί με βεβαιότητα. Περαιτέρω, σημειώνω ότι, παρά την εξήγηση από το ΜΕ3 ότι έλαβε υπόψη τα στοιχεία που ίσχυαν κατά το δυστύχημα, πουθενά δεν εξηγεί πως καθορίζει το συγκεκριμένο συντελεστή τριβής. Το Δικαστήριο δεν έχει, ούτε δικαιούται να έχει και να λαμβάνει υπόψη του τέτοιες γνώσεις. Επαφίεται στο μάρτυρα εμπειρογνώμονα να θέσει εκείνα τα πρωτογενή στοιχεία ώστε το Δικαστήριο να μπορεί να αξιολογήσει το μάρτυρα. Ελλείψει εξήγησης του συλλογισμού ή του λόγου καθορισμού εντός αριθμού, δεν είμαι σε θέση να αποδεχτώ τέτοιο στοιχείο. Κατά τα λοιπά αποδέχομαι τις λοιπές θέσεις του ΜΕ3 ως εξηγήθηκαν και ιδιαίτερα το ότι λόγω ύπαρξης φωτισμού, η εμβέλεια των φώτων του αυτοκινήτου δεν είχε τόση σημασία και ότι στην υπόθεση μας, οι χρόνοι αντίδρασης κλπ δεν έχουν σημασία αφού ο οδηγός δεν είδε καν τον πεζό και δεν φρέναρε καθόλου. Από την πλευρά του ο εναγόμενος και η μαρτυρία / εκδοχή του παρουσιάζουν μια παραδοξότητα. Από τη μια υφίσταται μια αφοπλιστική ειλικρίνεια στο ότι είδε για πρώτη φορά τον πεζό μπροστά του μέσα στο δρόμο, πολύ κοντά του στο ένα μέτρο και δεν πρόλαβε να αντιδράσει. Προηγουμένως, ως είπε, δεν είδε καθόλου αυτό τον άνθρωπο. Τα ως άνω αποδέχομαι από τα λεγόμενα του. Άλλωστε ο ΜΥ3 ήταν και ο μόνος που έζησε τα γεγονότα ενόσω εξελίσσονταν. Από την άλλη όμως δεν μου έκανε καλή εντύπωση η προσπάθειά του να αποκλείσει παντελώς την ύπαρξη φωτισμού στο χώρο παρά μόνο από τα φώτα του οχήματος του. Μη δεχόμενος επίσης ότι από τα φώτα του φωτίζετο και μια απόσταση τριών μέτρων αριστερά και δεξιά του οχήματος. Τέτοιοι ισχυρισμοί συγκρούονται με τα αποδεκτά ευρήματα του ΜΕ1 στη σκηνή και από την εξέταση των φώτων του οχήματος, αντιστοίχως, και δεν γίνονται δεκτοί. Εντάσσω δε αυτούς στην προσπάθεια του εναγομένου να παρουσιάσει εικόνα στην οποία εντελώς αναπάντεχα τέθηκε ενώπιον του πεζού χωρίς να δύναται να πράξει οτιδήποτε αποτρεπτικό για τη σύγκρουση και χωρίς να ευθύνεται ο ίδιος γι΄ αυτό. Η νομική πτυχή της υπόθεσης και ο καθορισμός ευθύνης ή μη είναι έργο του Δικαστηρίου. Τέλος, αναφορικά με την εκδοχή του εναγομένου στην υπεράσπιση του, ότι δηλαδή ο αποβιώσας εισήλθε ξαφνικά στο δρόμο και/ή τρέχοντας αφού εξήλθε πίσω από παρακείμενο θάμνο που τον κάλυπτε, τέτοια εκδοχή, ως γεγονός, δεν υποστηρίζεται ούτε από τα λεγόμενα του ιδίου του εναγομένου. Ο οποίος ήταν ξεκάθαρος ότι είδε τον πεζό μέσα στο δρόμο σε απόσταση ενός μέτρου. Επομένως μόνο με υποθέσεις υποστηρίζεται τέτοια εκδοχή, πράγμα που στην προκειμένη περίπτωση δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό. Να σημειωθεί επίσης ότι ο συλλογισμός περί τούτου και της διαπίστωσης γεγονότων ουδέν έχει να κάνει με το ότι το βάρος απόδειξης νομικού συμπεράσματος αμέλειας το φέρει ο ενάγων. Με βάση όλα τα ως άνω, καταλήγω, ως περαιτέρω συμπεράσματα μου, ότι τα ουσιαστικά γεγονότα στην παρούσα υπόθεση, είναι τα ακόλουθα: Κατά την 1.1.2006 και περί ώρα 21:40 ο εναγόμενος οδηγούσε το όχημα με αριθμό εγγραφής KJF880 στη λεωφόρο Λεμεσού στο Πέρα Χωρίο Νήσου με κατεύθυνση από Λεμεσό προς Λευκωσία. Σε κάποιο σημείο του δρόμου παρά το καφενείο "Διεθνές" παρέσυρε και τραυμάτισε θανάσιμα τον πεζό Κυριάκο Γρηγορίου ο οποίος διασταύρωνε το δρόμο από αριστερά προς τα δεξιά σύμφωνα με την πορεία του οχήματος του εναγομένου. Ο φωτισμός στο σημείο παρέχετο από πάσσαλο της ΑΗΚ (αρ.7) υψηλής τάσεως ο οποίος βρισκόταν 2.50 μέτρα εκτός του δρόμου στη δεξιά πλευρά σύμφωνα με την πορεία του εναγομένου. Υπήρχε συναφώς αμυδρός οδικός φωτισμός μέχρι και την άκρη του χωμάτινου παγκέτου από το οποίο ο πεζός ξεκίνησε την προσπάθεια διασταύρωσης του δρόμου. Στο εν λόγω σημείο το χωμάτινο παγκέτο είναι πλάτους 1.70 μ. ενώ ακολουθεί ασφαλτοστρωμένο παγκέτο πλάτους 1 μ. για να ακολουθήσουν οι δύο λωρίδες κυκλοφορίας του δρόμου πλάτους 3 μ. η καθεμιά. Το σημείο σύγκρουσης εντός του δρόμου δεν μπορεί να προσδιοριστεί με βεβαιότητα, με τον εναγόμενο να το τοποθετεί σε απόσταση 1.20 μ. από το σημείο έναρξης της λωρίδας κυκλοφορίας που τηρούσε. Ο εναγόμενος οδηγούσε το όχημα του με ταχύτητα περί τα 75 χαω έχοντας τα φώτα του οχήματος του αναμμένα στη χαμηλή στάση. Δεν υπήρχε τροχαία κίνηση ούτε μπροστά ούτε απέναντι από τον εναγόμενο. Η ακτίνα των φώτων του οχήματος του εναγόμενου στη χαμηλή στάση ήταν περί τα 35 μ. ενώ από τα 5 μ. απόσταση επεκτεινόταν κατά 3 μ. προς τα αριστερά και 3 μ. προς τα δεξιά του οχήματος. Στην ψηλή στάση η ακτίνα των φώτων του οχήματος του εναγομένου ήταν περί τα 50 μ. Ο πεζός εισερχόμενος στο δρόμο είχε ορατότητα προς τα δεξιά του ώστε να μπορούσε να εντοπίσει φώτα οχήματος στην πορεία του εναγομένου ακόμη και σε απόσταση 200 μ. Ο ίδιος δε, ένεκα του αμυδρού οδικού φωτισμού, ήταν ορατός ακόμη και ως ένα σκοτεινό αντικείμενο έναντι σε ανοιχτόχρωμο φόντο. Υπό τις περιστάσεις δε, ήταν ορατός εντός της ακτίνας των φώτων του οχήματος του εναγομένου. Παρεμβάλλω εδώ ότι δεν θα με απασχολήσει ζήτημα ορατότητας στη βάση της ακτίνας των φώτων στη ψηλή στάση λόγω μη δικογράφησης τέτοιου συστατικού παράβασης (κατά ανάλογο τρόπο με το σημείο σύγκρουσης στη δεξιά λωρίδα). Ο εναγόμενος δεν είδε τον πεζό παρά μόνο μπροστά του μέσα στο δρόμο σε απόσταση ενός μέτρου πριν τον κτυπήσει με το όχημα του, και δεν πρόλαβε να προβεί σε οποιαδήποτε ενέργεια. Προηγουμένως δεν είχε δει καθόλου τον πεζό. Ο τρόπος εισόδου ή βαδίσματος του πεζού στο δρόμο παραμένει άγνωστος. Το καθήκον ενός οδηγού είναι να ενεργήσει ως ένας λογικός συνετός οδηγός θα οδηγούσε υπό τις περιστάσεις και το κριτήριο είναι αντικειμενικό. Ήδη από το 1958 στην υπόθεση Savva and others v. Mylona
(1958)23 CLR 210, αναφέρεται ότι: "It is the duty of all road users to keep a proper look out to avoid colliding with other road users and the rule applies with greater force to motor or motor car drivers travelling at a speed." Για την απόδοση ευθύνης απαραίτητο συστατικό είναι η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της πράξης ή παράλειψης και του αποτελέσματος. Η αιτιώδης συνάφεια είναι θέμα πραγματικό που θα πρέπει να αποφασίζεται κατά τη δίκη. Και πρέπει να υπάρχει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της οδικής συμπεριφοράς ενός εναγομένου και της πρόκλησης του ατυχήματος για να καταλογιστεί σ΄ αυτόν αμέλεια (Ράλλης Μακρίδης & Υιοί Λτδ ν. Λουκά
(2003)1 (Α) ΑΑΔ 447, Παναγίδου κ.ά. ν. Κόκκινου
(2001)1 (Α) ΑΑΔ 122). Παράβαση κανονισμού δεν αποτελεί αφ΄ εαυτής αμέλεια (Χριστοφόρου ν. Τρύφωνος
(1999)1(Γ) ΑΑΔ 1516). Στην υπόθεση Αλεξάνδρου ν. Λεβέντης, Πολιτικές Εφέσεις 8452 και 8453 ημερ. 24.4.1996, αναφέρθηκε ότι ο επιμερισμός της ευθύνης συναρτάται με δύο παράγοντες. Το μεμπτό της διαγωγής (blameworthiness) κρινόμενο υπό το πρίσμα του καθήκοντος επιμέλειας και την αιτιώδη σχέση μεταξύ της παραβίασης του καθήκοντος επιμέλειας και της ζημιάς η οποία προκύπτει (causative potency). Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Ζιπιτή κ.ά.
(2003)1 (Β) ΑΑΔ 749, αναφέρθηκε ότι η αιτιώδης συνάφεια είναι θέμα πραγματικό και θα πρέπει να αποφασίζεται, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, κατά τη δίκη. Θέμα πραγματικό είναι και ο λόγος που προκάλεσε το δυστύχημα. Ακόμα και όπου ο Εναγόμενος παραδέχεται αμέλεια, ο Ενάγων δεν δικαιούται, άνευ άλλου τινός, αποζημίωσης, εκτός εάν μπορεί να συνδέσει τη ζημιά του με την αμέλεια αυτή. Στην προκειμένη περίπτωση, είμαι της άποψης ότι από μόνο του το γεγονός ότι ο εναγόμενος δεν είδε τον πεζό παρά μόνο σε απόσταση ενός μέτρου και στο σημείο όπου συγκρούστηκαν, φανερώνει την ύπαρξη ευθύνης στο πρόσωπο του. Κι αυτό επειδή ο πεζός δεν βρέθηκε στο εν λόγω σημείο από το πουθενά. Από κάποιο σημείο, διένυσε την απόσταση από το παγκέτο στο δρόμο μέχρι το σημείο στο οποίο τον παρέσυρε το όχημα του εναγομένου. Αν σταματήσουμε λοιπόν το χρόνο στο σημείο όπου ο εναγόμενος είδε για πρώτη φορά τον πεζό και πάρουμε το χρόνο προς τα πίσω θα δούμε πεζό και όχημα να κινούνται προς τα πίσω. Στο σημείο όπου ο πεζός άρχισε να εισέρχεται εντός του χωμάτινου παγκέτου, ήταν ορατός από τον εναγόμενο. Δεδομένης της ταχύτητας του οχήματος, ακόμη και ως την καθόρισε ο εναγόμενος, σε χρόνο δύο δευτερολέπτων, αυτό θα ήταν κατά τι λιγότερο από 41 μέτρα πιο πίσω (20,83 μέτρα ανά δευτερόλεπτο). Ο χρόνος των δύο δευτερολέπτων που αναφέρω δεν είναι αυθαίρετος αλλά βασίζεται στις αναφορές του ΜΕ3 σχετικά με την απόσταση που διανύει ένας πεζός με κανονικό βάδισμα ή και τρέχοντας. Επομένως, ο εναγόμενος ήταν σε θέση και θα έπρεπε να εντοπίσει την ύπαρξη του πεζού από μεγαλύτερη απόσταση. Η παράλειψη του να εντοπίσει την ύπαρξη του πεζού και την ενέργεια του να επιχειρεί τη διασταύρωση του δρόμου παρά μόνο στο σημείο όπου τελικώς τον είδε, φανερώνει ότι δεν είχε τη δέουσα παρατηρητικότητα. Η δε παράλειψη του αυτή σαφώς έχει αιτιώδη συνάφεια με τη σύγκρουση. Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Οδυσσέως ν. Χ" Λούκα
(2000)1 ΑΑΔ 185, σε συνθήκες όπου η εφεσίβλητη δεν αντιλήφθηκε καθόλου την παρουσία του οχήματος του εφεσείοντα στο δρόμο: "Από τη μαρτυρία που έχει παρουσιασθεί φαίνεται ότι το ατύχημα ήταν το άμεσο αποτέλεσμα της παράλειψης της εφεσίβλητης να αντιληφθεί την παρουσία του εφεσείοντος στο δρόμο. Όπως έχει λεχθεί χαρακτηριστικά στην υπόθεση Nicolaides v. Economides
(1963)2 CLR 78, στην οποία εξεταζόταν η αμέλεια οδηγού που παρέσυρε πεζό που διασταύρωνε το δρόμο: «Assuming he looked back, as he said he did, before he started to cross the street he failed to observe the car which was plainly approaching. This was the effective cause of the collision. Failure to see what is plainly visible is negligence. As a reasonable person he ought not to have advanced in the path of the oncoming car.»" Έχοντας καταλήξει ως ανωτέρω, παραμένει να εξεταστεί κατά πόσο η ευθύνη του εναγομένου είναι αποκλειστική ή υφίστατο συντρέχουσα αμέλεια στο πρόσωπο του αποβιώσαντα πεζού. Κάποιος ευθύνεται για την επίδειξη συντρέχουσας αμέλειας, αν όφειλε λογικά να προβλέψει ότι θα μπορούσε να ζημιωθεί ενεργώντας όπως ενήργησε (βλ. Βλάσιος ν. Αντωνίου
(1990)1 ΑΑΔ 815). Το όλο σκεπτικό που αφορά τις ενέργειες ή παραλείψεις του εναγόμενου είναι απολύτως σχετικό με αναφορά και στον αποβιώσαντα πεζό. Κατά τον ίδιο τρόπο, το όχημα του εναγομένου ήταν ορατό και, υπό τις περιστάσεις, είτε ο πεζός δεν το είδε, μη έχοντας τη δέουσα παρατηρητικότητα, είτε έθεσε τον εαυτό του σε κίνδυνο εισερχόμενος στο δρόμο επιχειρώντας τη διασταύρωση αυτού όταν αυτό δεν ήταν ασφαλές. Συνεπεία όλων των πιο πάνω καταλήγω ότι η ευθύνη για το υπό κρίση θανατηφόρο τροχαίο δυστύχημα θα πρέπει να καταμεριστεί σε ποσοστό 50% για τον εναγόμενο οδηγό του οχήματος KJF880 και 50% για τον αποβιώσαντα πεζό. Κατά συνέπεια, δεδομένων των παραδεκτών γεγονότων, ως τέθηκαν ανωτέρω, εκδίδεται απόφαση υπέρ της ενάγουσας και εναντίον του εναγομένου για συνολικό ποσό €39.500,-, το οποίο αντιπροσωπεύει ποσό €17.872,- ως εξάρτηση συζύγου και δύο τέκνων για τέσσερα χρόνια, ποσό €11.974,- ως εξάρτηση συζύγου για άλλα τέσσερα χρόνια, ποσό €8.500,- για απώλεια (bereavement), ποσό €725,- για έξοδα κηδείας και ποσό €429,- για έξοδα διαχείρισης, πλέον νόμιμο τόκο επ΄ αυτού από την ημερομηνία καταχώρησης της αγωγής μέχρι εξόφλησης. Επιδικάζονται υπέρ της ενάγουσας και εναντίον του εναγομένου τα έξοδα της παρούσας αγωγής στην κλίμακα του επιδικασθέντος ποσού, ως αυτά θα υπολογιστούν και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .......................... Μ. Αμπίζας, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /κχ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.