← Κύπρος

Σταυρούλας Σταύρου ν. Χρίστου Ηλιάδη, Αρ. αγωγής: 2079/2013, 21/10/2015

Σταυρούλας Σταύρου ν. Χρίστου Ηλιάδη, Αρ. αγωγής: 2079/2013, 21/10/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2015:A406 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Παπαϊωάννου, Ε.Δ. Αρ. αγωγής: 2079/2013 Μεταξύ: Σταυρούλας Σταύρου, εκ Λευκωσίας Ενάγουσας - και - Χρίστου Ηλιάδη, εκ Λευκωσίας Εναγομένου Ημερομηνία: 21/10/15 Αίτηση ημερομηνίας 8/8/14 Για αιτήτρια: κα Λιασίδου για Ευστάθιο Ευσταθίου Δ.Ε.Π.Ε Για Καθ' ου η αίτηση: κα Ναθαναήλ για Χρυσαφίνη και Πολυβίου Δ.Ε.Π.Ε Α Π Ο Φ Α Σ Η Με αυτή την αίτηση η ενάγουσα - αιτήτρια ζητά: «Α. Διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάζει την επαναφορά της υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αγωγής. Β. Διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάζει την ανανέωση του κλητηρίου εντάλματος στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλον αγωγή για έξι

(6)μήνες από την ημερομηνία σύνταξης του Διατάγματος. Γ. Διάταγμα του Δικαστηρίου το οποίο να διατάζει την υποκατάστατη επίδοση του Γενικώς Οπισθογραφημένου Κλητηρίου Εντάλματος της υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αγωγής προς τον εναγόμενο, δια της επίδοσης του κλητηρίου εντάλματος εις τους: Γενικές Ασφάλειες Κύπρου Λτδ, Θεμιστοκλή Δέρβη 2-4, Λευκωσία» Η αίτηση βασίζεται στους θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.4 θ.1, Δ.5 θ.1, 9 και 10, Δ.5Α, Δ.48 θ.1, 2, 3, 8
(1)(c),(e), 8
(2), Δ.57 θ.2, στο άρθρο 16Α του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων (Ασφάλιση Ευθύνης Έναντι Τρίτου) Νόμος του 2000, ως επίσης στη συμφυή εξουσία και πρακτική του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η αίτηση φαίνονται στην επισυνημμένη ένορκη δήλωση της Κούλλας Στυλιανού η οποία αναφέρει ότι είναι δεόντως εξουσιοδοτημένη να προβεί στην ένορκη δήλωση. Αναφέρει επίσης τα ακόλουθα: Η αγωγή καταχωρήθηκε στις 26.3.
  1. Ευθύς μετά την καταχώρηση του κλητηρίου εντάλματος, πιστά αντίγραφα αυτού δόθηκαν στην επιδότη Σοφία Σταματάρη για επίδοση στον εναγόμενο. Επίσης, πιστό αντίγραφο του κλητηρίου εντάλματος στάλθηκε μέσω ταχυδρομείου, δια συστημένης επιστολής ημερομηνίας 26.3.2013, στις Γενικές Ασφάλειες Κύπρου Λτδ. Αντίγραφο της επιστολής ημερομηνίας 26.3.2013 μαζί με την απόδειξη κατάθεσης συστημένου επισυνάπτεται ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ Α. Οι Γενικές Ασφάλειες Κύπρου Λτδ με επιστολή τους ημερομηνίας 9.4.2013 απευθύνθηκαν προς το δικηγόρο της ενάγουσας εκδηλώνοντας την πρόθεση τους για συζήτηση της υπόθεσης πριν την καταχώρηση Σημειώματος Εμφάνισης. Αντίγραφο της επιστολής ημερομηνίας 9.4.2013 επισυνάπτεται ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ Β. Έκτοτε ακολούθησε αλληλογραφία και τηλεφωνικές επικοινωνίες μεταξύ των Γενικών Ασφαλειών Κύπρου και του Δικηγορικού τους Γραφείου. Σχετικές είναι οι επιστολές με ημερομηνίες 21.5.2013 και 22.7.2014 και η επιστολή των Γενικών Ασφαλειών Κύπρου ημερομηνίας 1.8.2014, οι οποίες επισυνάπτονται ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ Γ. Το χρονικό κενό μεταξύ των επιστολών του Γραφείου οφείλεται στην καθυστέρηση λήψης των απαραίτητων ιατρικών πιστοποιητικών της ενάγουσας. Κατά ή περί την 4.8.2014 διαπίστωσε ότι στο φάκελο της υπόθεσης, τον οποίο έχει στη φύλαξη της, δεν υπάρχει αντίγραφο επίδοσης του Κλητηρίου Εντάλματος της αγωγής. Επικοινώνησε με την επιδότη Σοφία Σταματάρη, με την οποίαν συνεργάζονται ως Γραφείο, η οποία την ενημέρωσε ότι όταν της δόθηκαν τα αντίγραφα του κλητηρίου εντάλματος κατά ή περί την 26.3.2013 έκανε προσπάθειες για να επιδώσει στον εναγόμενο, αλλά η επίδοση δεν κατέστη δυνατή στη διεύθυνση η οποία αναγράφεται στην αγωγή, δηλαδή Ηλία Παπακυριακού 35, Ακρόπολη, Λευκωσία, διότι ο εναγόμενος δεν διαμένει πλέον στη διεύθυνση αυτή. Εξ όσων της ανέφερε η πιο πάνω επιδότης η ίδια είχε ενημερώσει το Γραφείο τους εγκαίρως περί της αδυναμίας επιδόσεως της αγωγής, αλλά, προφανώς για κάποιο λόγο που δεν γνωρίζει ούτε η ίδια ούτε η δικηγόρος που χειρίζεται την αγωγή έλαβαν γνώση. Επειδή έλαβαν την επιστολή ημερομηνίας 9.4.2013 - Τεκμήριο Β στην οποία η Ασφαλιστική εταιρεία αναφερόταν σε καταχώρηση σημειώματος εμφάνισης θεώρησαν ότι η αγωγή είχε επιδοθεί κανονικά, οπότε δεν ερεύνησαν το όλο θέμα της επίδοσης και κατά πόσον τους είχε δοθεί ή όχι αντίγραφο της επιδόσεως. Όταν στις 4.8.2014 διαπίστωσε ότι δεν υπήρχε αντίγραφο της επίδοσης στο φάκελο, ενημέρωσε την επιδότη ως αναφέρει πιο πάνω και την κα Λιασίδου. Στις 6.8.2014 προέβηκε σε έρευνα στο φάκελο της υπόθεσης στο Δικαστήριο και επιβεβαίωσε ότι όντως δεν υπάρχει επίδοση ούτε Σημείωμα Εμφάνισης. Η υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αγωγή έχει απορριφθεί και/ή έληξε, αφού έχει ήδη παρέλθει ένας χρόνος από την ημερομηνία καταχώρησης της. Ο λόγος που δεν υποβλήθηκε αίτηση ανανέωσης της πιο νωρίς είναι η εκ λάθους πεποίθηση και/ή αντίληψη ότι η αγωγή έχει επιδοθεί κανονικά στον εναγόμενο. Πέραν των διαταγμάτων επαναφοράς και ανανέωσης του κλητηρίου εντάλματος, η ενάγουσα ζητά διάταγμα για υποκατάστατο επίδοση της αγωγής στην Ασφαλιστική Εταιρεία «Γενικές Ασφάλειες Κύπρου Λτδ» διότι, ο εναγόμενος δεν εντοπίστηκε στη διεύθυνση την οποίαν γνωρίζει η ενάγουσα και η οποία αναγράφεται στην Αστυνομική Έκθεση. Εν πάση περιπτώσει, όπως τη συμβουλεύει η δικηγόρος Κατερίνα Λιασίδου σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 16Α του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων (Ασφάλιση Ευθύνης Έναντι Τρίτου) Νόμου του 2000 η ενάγουσα έχει απευθείας αγώγιμο δικαίωμα εναντίον του ασφαλιστή, δηλαδή των Γενικών Ασφαλειών Κύπρου, ως ο ασφαλιστής του εναγομένου, οι οποίες καλύπτουν την αστική ευθύνη του εναγομένου. Ως εκ τούτου, μπορεί η ενάγουσα να επιδώσει την αγωγή στην Ασφαλιστική Εταιρεία «Γενικές Ασφάλειες Κύπρου Λτδ» αντί στον εναγόμενο. Το γεγονός ότι ο εναγόμενος κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν ασφαλισμένος στις Γενικές Ασφάλειες Κύπρου επιβεβαιώνεται τόσο από την επισυναπτόμενη αλληλογραφία όσο και από την Αστυνομική Έκθεση, η οποία επισυνάπτεται ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ Δ. Η ενάγουσα έχει καλό και νόμιμο αγώγιμο δικαίωμα εναντίον του εναγομένου, το οποίο και εμφαίνεται στο γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα και το οποίο βασίζει την απαίτηση της ενάγουσας στην υπό του εναγόμενου επιδειχθείσα αμέλεια και/ή παράβαση των νομίμων καθηκόντων του με αποτέλεσμα να προκαλέσει το επίδικο δυστύχημα υπό συνθήκες οι οποίες αποκαλύπτονται στη Αστυνομική Έκθεση (Τεκμήριο Δ). Είναι ορθό και δίκαιο όπως δοθούν τα αιτούμενα διατάγματα καθότι είναι ο μόνος τρόπος για να προχωρήσει ορθώς και νομίμως η παρούσα αγωγή και να αποζημιωθεί η ενάγουσα στην περίπτωση που η υπόθεση δεν διευθετηθεί εξωδίκως. Η αίτηση καταχωρήθηκε ex-parte και δόθηκαν οδηγίες για επίδοση της. Καταχωρήθηκε ένσταση από τις Γενικές Ασφάλειες Κύπρου στις 6/3/
  2. Η ένσταση βασίζεται στους Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.4, Δ.5, Δ.5 Α, Δ.48, Δ.57, στον περί Μηχανοκίνητων Οχημάτων (Ασφάλιση Ευθύνης Έναντι Τρίτου) Νόμος 2000, επί του περιεχομένου του δικογραφικού φακέλου, επί των συμφυών εξουσιών, διακριτικής ευχέρειας και πρακτικής του Δικαστηρίου. Οι συγκεκριμένοι λόγοι ένστασης είναι οι ακόλουθοι: (α) Η παρούσα αίτηση είναι παράτυπη και κατά παράβαση των Διαδικαστικών Κανονισμών και της πρακτικής του Δικαστηρίου. Η αιτήτρια ουσιαστικά επιζητεί με την αίτηση την αναβίωση της αγωγής της, καθώς και του αγώγιμου της δικαιώματος, αγνοώντας και/ή εντέχνως παραλείποντας να αναφέρει ότι η εν λόγω αγωγή και/ή το κλητήριο ένταλμα έχουν ήδη καταστεί άνευ ανεικειμένου και/ή έχουν λήξει. (β) Η καταχώρηση της παρούσας αίτησης προσλαμβάνει τη μορφή περιφρόνησης του Δικαστηρίου και έκδηλη κατάχρηση της διαδικασίας (abuse of the process of the Court). Πουθενά, είτε στους λόγους ένστασης είτε στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει αυτή εμφαίνεται και/ή παρατίθεται κάποιος ουσιαστικός λόγος δια τον οποίο να δοθούν τα τρία αιτητικά που προωθεί η ενάγουσα. (γ) Η παρούσα αίτηση καταχωρήθηκε με καθυστέρηση, είναι ενοχλητική και σκανδαλώδης και θα πρέπει να απορριφθεί. (δ) Η παρούσα αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση δικηγορικού υπαλλήλου και όχι από την ίδια την ενάγουσα χωρίς να παρατίθεται κάποια ουσιαστική και/ή κάποια εξήγηση δια τούτο. (ε) Τα αιτούμενα διατάγματα δεν θα πρέπει να εκδοθούν από το Σεβαστό Δικαστήριο για τον λόγο ότι οι προϋποθέσεις που θέτει η σχετική Νομοθεσία δεν ικανοποιούνται, τα δε αιτητικά αποτελούν κατάχρηση της διαδικασίας και προκαλούν κατάφορη αδικία επί των δικαιωμάτων των αντιδίκων και/ή των διαδίκων. (στ) Η ενάγουσα/αιτήτρια είχε και/ή όφειλε να έχει γνώση για την κατ' ισχυρισμό μη επιτυχή επίδοση του κλητηρίου εντάλματος από το έτος 2013, και η οποιαδήποτε παράλειψη διαπίστωσης του γεγονότος και/ή απραξίας περί τούτου δεν δικαιολογεί και/ή η καταχώρηση της παρούσας αιτήσεως επ' ουδενί δεν θεραπεύει την αμέλεια και απραξία της ενάγουσας. (ζ) Η παρούσα αίτηση αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας εφόσον εάν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα δεν θα απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη. Αντίθετα, η έκδοση των εν λόγω διαταγμάτων θα διαταράξει την τελεσιδικία που επήλθε στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή, με την λήξη του κλητήριου εντάλματος. Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται αναφέρονται στην ένορκη δήλωση του Νικόλα Κουρσάρη ο οποίος αναφέρει τα ακόλουθα: Είναι δικηγόρος, και εργάζεται στο δικηγορικό γραφείο των κ.κ Χρυσαφίνης & Πολυβίου Δ.Ε.Π.Ε, οι οποίοι είναι οι δικηγόροι των Γενικών Ασφαλειών Κύπρου Λτδ. Έχει γνώση των γεγονότων που αφορούν την παρούσα αγωγή τόσο από μελέτη του φακέλου και των σχετικών εγγράφων, καθώς και από πληροφορίες που έχει συλλέξει από τους πελάτες του δικηγορικού γραφείου, Γενικές Ασφάλειες Κύπρου Λτδ. Ο λόγος που προβαίνει ο ίδιος, ως δικηγόρος, στην παρούσα ένορκη δήλωση είναι γιατί τόσο η ένσταση των πελατών εδράζεται κυρίως επί νομικών ζητημάτων και πραγματικών γεγονότων, γεγονότα τα οποία μπορούν να διαπιστωθούν και από το δικογραφικό φάκελο. Είναι δε, δεόντως εξουσιοδοτημένος όπως προβεί στην παρούσα ένορκη δήλωση. Οι Γενικές Ασφάλειες Κύπρου Λτδ δεν μπορούν να συγκατατεθούν στην έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων καθότι ουσιαστικά το κλητήριο ένταλμα έχει λήξει, και ως αποτέλεσμα τούτου η παρούσα αγωγή έχει τελεσφορήσει και/ή έχει επέλθει τελεσιδικία ως προς την ύπαρξη της. Με την καταχώρηση της παρούσας αίτησης, η ενάγουσα επιζητεί ουσιαστικά όπως αναβιώσει τη βάση της αγωγής και/ή δώσει εκ νέου ζωή σε ένα αγώγιμο δικαίωμα το οποίο ναι μεν μπορεί να υπάρχει, αλλά το ένδικο μέσο αυτού έχει εκλείψει. Η ενάγουσα όφειλε όπως, αν επιθυμούσε με σοβαρότητα προωθήσει το οποιοδήποτε κατ' ισχυρισμό αγώγιμο δικαίωμα της λάβει άλλα δικονομικά μέτρα. Η καταχώρηση δε της παρούσας αιτήσεως είναι ανυπόστατη, απαράδεκτη και είναι δέον όπως απορριφθεί. Η αίτηση λαμβάνει χώρα αφότου το κλητήριο ένταλμα έχει εκλείψει και/ή παύσει και/ή λήξει. Κανένας δε βάσιμος και/ή έγκυρος λόγος, δεν έχει καταδειχθεί που να δικαιολογεί την έκδοση του παρόντος διατάγματος. Η καταχώρηση της παρούσας αίτησης προσλαμβάνει τη μορφή περιφρόνησης του Δικαστηρίου και έκδηλη κατάχρηση της διαδικασίας (abuse of the process of the Court). Η ενάγουσα δεν μπορεί, στο παρόν στάδιο όπως επαναφέρει μια αγωγή, το κλητήριο της οποίας έχει εκπνεύσει από το έτος 2014 (ένα έτος μετά που δόθηκε για επίδοση το κλητήριο), η δε καταχώρηση της παρούσας αίτησης δεν μπορεί να θεραπεύσει την επιδειχθείσα αμέλεια της ενάγουσας ως προς την επίδοση του κλητηρίου στον νυν εναγόμενο, με την υποκατάστατο επίδοση του κλητηρίου στις Γενικές Ασφάλειες Κύπρου Λτδ δια μέσου της παρούσας αγωγής, την οποία προσπαθεί και να επαναφέρει. Είναι η εισήγηση των Γενικών Ασφαλειών Κύπρου Λτδ, ότι το αιτούμενο Διάταγμα δεν μπορεί να δοθεί από το Σεβαστό Δικαστήριο, αφού πουθενά δεν συγκεκριμενοποιούνται ειδικοί λόγοι που να δικαιολογούν την εν λόγω παράταση, και/ή δεν καταδεικνύονται ειδικά περιστατικά για έγκριση των εν λόγω αιτημάτων. Αντίθετα, είναι η εισήγηση των Γενικών Ασφαλειών Κύπρου Λτδ ότι το Δικαστήριο στην ενάσκηση της διακριτικής του ευχέρειας θα πρέπει στο πλαίσιο εξέτασης της εν λόγω αίτησης να πεισθεί ότι υπάρχουν τέτοια περιστατικά που να δικαιολογούν την καταχώρηση της παρούσας αίτησης, δεδομένης και της παρέλευσης του χρόνου που παρατηρείται. Είναι η θέση των Γενικών Ασφαλειών Κύπρου Λτδ ότι η αμέλεια που επιδείχτηκε κατά την επίδοση του κλητηρίου (ως αυτή είναι παραδεκτή στην ένορκη δήλωση της αιτήτριας) δεν αποτελεί τέτοιο περιστατικό και/ή επ' ουδενί δεν δικαιολογεί την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Η ενάγουσα/ αιτήτρια είχε και/ή όφειλε να έχει γνώση για την κατ' ισχυρισμό μη επιτυχή επίδοση του κλητηρίου εντάλματος από το έτος 2013, και η οποιαδήποτε παράλειψη διαπίστωσης του γεγονότος και/ή απραξίας περί τούτου δεν δικαιολογεί επ' ουδενί την καταχώρηση της παρούσας αίτησης. Το Κλητήριο Ένταλμα δεν επιδόθηκε στον εναγόμενο και συνεπώς οι Γενικές Ασφάλειες Κύπρου Λτδ δεν ήταν σε θέση όπως καταχωρήσουν σημείωμα εμφάνισης εκ μέρους του Ασφαλισμένου τους, και συνεπώς δεν κατάφεραν να εξασφαλίσουν το σχετικό έντυπο δια διορισμό δικηγόρου. Το γεγονός δε ότι υπήρξε ανταλλαγή αλληλογραφίας με απώτερο σκοπό τον εξώδικο συμβιβασμό του κατ' ισχυρισμό ατυχήματος δεν αποτελούν λόγο για παραχώρηση και/ή έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Περαιτέρω, η παρούσα αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της κας Κούλλας Στυλιανού, δικηγορικού υπαλλήλου στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί την ενάγουσα. Είναι γνωστό το θέμα του μη επιθυμητού, σύμφωνα με την καθιερωμένη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, όσον αφορά ένορκες δηλώσεις από δικηγόρους ή πρόσωπα άλλα από αυτά που είναι διάδικοι στις διαδικασίες και/ή αγωγές που συνοδεύουν αιτήσεις, ή οιαδήποτε άλλα έγγραφα. Ως εκ τούτου, η ένορκη δήλωση είναι παράτυπη και δια αυτό το λόγο, και ως τέτοια δέον όπως απορριφθεί και/ή μη ληφθεί υπόψη. Σύμφωνα με την Δ.39 Θ.6 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών, όταν μια ένορκη δήλωση γίνεται για λογαριασμό κάποιου διαδίκου το πρόσωπο που κάνει την ένορκη δήλωση και δεν είναι διάδικος θα πρέπει να κατονομάζει σ' αυτή από ποιον εξουσιοδοτήθηκε να κάνει την ένορκο δήλωση. Στην παρούσα περίπτωση, η ενόρκως δηλούσα το μόνο που αναφέρει είναι ότι έχει καλή γνώση για τα γεγονότα τα οποία αφορούν την υπόθεση. Είναι η εισήγηση των Γενικών Ασφαλειών Κύπρου Λτδ, ότι μετά την παρέλευση σχεδόν δύο
(2)χρόνων, η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων θα προκαλούσε ζημία και θα επέφερε κατάφορη αδικία στους λοιπούς διαδίκους και/ή άλλα ενδιαφερόμενα μέρη. Κανένας βάσιμος ισχυρισμός δεν έχει παρατεθεί στην ένορκη δήλωση της ενάγουσας που να δικαιολογεί είτε την επαναφορά μιας αγωγής η οποία δεν υπάρχει πλέον, ειδικότερα μετά την παρέλευση τόσο μεγάλου χρονικού διαστήματος, πόσο δε μάλλον να δικαιολογεί και την ανανέωση του κλητηρίου εντάλματος αυτής για περαιτέρω περίοδο έξι
(6)μηνών από την σύνταξη του εν λόγω διατάγματος. Επιπλέον, τα ίδια τα αιτητικά της παρούσας αίτησης δεν μπορούν να εκδοθούν και να καρποφορήσουν καθώς, ακόμη και αν εκδοθούν το διάταγμα υποκατάστατης επίδοσης προς τις Γενικές Ασφάλειες Κύπρου Λτδ, λανθασμένα κατά την εισήγηση μας εκδοθεί, αυτό δεν σημαίνει ότι η παρούσα αγωγή μπορεί να προχωρήσει με αυτό τον τρόπο, ήτοι με την απλή επίδοση του Κλητηρίου στις Γενικές Ασφάλειες Κύπρου Λτδ, αφού το άρθρο 16 Α του Νόμου 96(Ι)/2000 προνοεί για έγερση αγωγής από διάδικο εναντίον Ασφαλιστικής Εταιρείας και όχι εναντίον φυσικού προσώπου με επίδοση όμως του κλητηρίου εντάλματος επί της Ασφαλιστικής του εταιρείας. Ο Νόμος δεικνύει ξεκάθαρα κατά την εισήγηση μας σε ποιο πρόσωπο, φυσικό ή νομικό οφείλει διάδικος να κάνει την επίδοση. Διαφωνούν κάθετα με τον τρόπο που επιζητείται η παρούσα αίτηση και τα εν λόγω αιτητικά, θεωρούν δε ότι υπάρχουν άλλα δικονομικά μέτρα και μέσα στα οποία η ενάγουσα θα μπορούσε να προσφύγει για να προωθήσει αν επιθυμεί την αξίωση της. Η παρούσα αίτηση αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας εφόσον εάν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα δεν θα απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη, καθότι η ενάγουσα/αιτήτρια με την παρούσα αίτηση της επιθυμεί να διαταράξει την τελεσιδικία που επήλθε με την λήξη του κλητηρίου εντάλματος. Οι Γενικές Ασφάλειες Κύπρου Λτδ ενάγοντες αρνούνται κατηγορηματικά τα όσα αναφέρει η ενάγουσα στην αίτηση της, επαναλαμβάνουν τα ως άνω, και δηλώνουν ότι η παρούσα αίτηση αποτελεί έκδηλη κατάχρηση της διαδικασίας, δια το λόγο ότι η ενάγουσα με την καταχώρηση της παρούσας αίτησης αποσκοπεί στην ανατροπή της ήδη υπάρχουσας κατάστασης πραγμάτων και/ή τελεσιδικίας που έχει επέλθει στην παρούσα αγωγή λόγω της αποκλειστικά δικής της αμέλειας. Οι συνήγοροι προχώρησαν στην ακρόαση της αίτησης (με γραπτές αγορεύσεις) χωρίς να αντεξετάσουν τους ενόρκως δηλούντες. Έχω θέσει ενώπιον μου όσα ανέφεραν και θα σταθώ σ' αυτά στη συνέχεια. Η παρούσα αγωγή απορρίφθηκε με αναφορά στις πρόνοιες της Δ.4.Κ1. Αποτελεί πάγια πρακτική μετά την παρέλευση των 12 μηνών να απορρίπτονται οι ανεπίδοτες αγωγές στις οποίες δεν ανανεώθηκε το κλητήριο ένταλμα. Στην υπόθεση Νiki Christoforou Cosmetics Ltd ν Στυλιανού
(2005)1 ΑΑΔ 2005 λέχθηκε ότι μετά την παρέλευση των 12 μηνών το κλητήριο ένταλμα καθίσταται παράτυπο, όχι άκυρο. Η παρατυπία μπορεί να θεραπευτεί με την ανανέωση του κλητηρίου. Λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Ο σκοπός της Διαταγής 4, θ.1 είναι η χωρίς περισπασμούς προώθηση της δικαστικής διαδικασίας. Ο χρόνος επίδοσης του κλητηρίου εντάλματος στον εναγόμενο δεν μπορεί ανέλεγκτα να αφήνεται στον ενάγοντα. Η συγκεκριμένη διάταξη προσφέρεται ως ασφαλιστική δικλείδα για την αποτροπή του ενάγοντα από την αυθαίρετη και κατά το δοκούν επιλογή του χρόνου επίδοσης της αγωγής σε συγκεκριμένο εναγόμενο μετά την πάροδο 12 μηνών από της καταχώρησης του κλητηρίου και προώθησης έτσι της αγωγής όταν οι συνθήκες είναι ευνοϊκές μόνο για τον ίδιο (τον ενάγοντα). Και είναι γι' αυτόν ακριβώς το λόγο, που το δικαστήριο κατά την εξέταση αίτησης για ανανέωση του κλητηρίου εντάλματος οφείλει να διερευνά όχι μόνο τους λόγους μη επίδοσης της αγωγής αλλά και κατά πόσο ο ενάγοντας κατέβαλε στην περίοδο των 12 μηνών εύλογες προσπάθειες επίδοσης της αγωγής στον εναγόμενο. Το Δικαστήριο εξετάζει κατά πόσο επηρεάζονται δικαιώματα του εναγομένου προτού δώσει παράταση στην περίοδο των 12 μηνών ακόμα και στην περίπτωση όπου η αίτηση για ανανέωση υποβάλλεται πριν από την πάροδο των 12 μηνών. Η υποχρέωση του ενάγοντα να καταδείξει ότι κατέβαλε εύλογες προσπάθειες να επιδώσει την αγωγή συναρτάται και προς τις αρχές που διέπουν τη δίκαιη δίκη». Οι νομικές αρχές που ισχύουν για την επαναφορά αγωγής δυνάμει της Δ.33, εφαρμόζονται αναλογικά και στις περιπτώσεις επαναφοράς αγωγής που απορρίφθηκε λόγω μη προώθησης, όπως συνέβη στην παρούσα υπόθεση. Σχετική είναι μεταξύ άλλων η απόφαση Παπανικολάου ν Κότσαπα
(2004)1 ΑΑΔ 1800 όπου στην σελ. 1804 λέχθηκαν μεταξύ άλλων και τα εξής: «Η αγωγή προφανώς απορρίφθηκε λόγω μη προώθησης της, οι δε γενικές αρχές που ισχύουν και για παραμερισμό απόφασης και επαναφορά της αγωγής έχουν ανάλογη και στην παρούσα περίπτωση». Φαίνεται ότι το ορθό δικαιοδοτικό πλαίσιο είναι η Δ.26 θ.14. Στην υπόθεση Evagorou v Christodoulou and another
(1982)1 CLR 771 λέχθηκε ότι το Δικαστήριο διατηρεί, δυνάμει της Δ.26 θ.14, τη διακριτική ευχέρεια να παραμερίσει διάταγμα για απόρριψη αγωγής που εκδόθηκε λόγω μη προώθησης της υπόθεσης και αφού προηγήθηκε ειδοποίηση του Πρωτοκολλητή δυνάμει της Δ.17 θ.14
(2). Στην υπόθεση εκείνη, ο Πρωτόδικος Δικαστής έκρινε ότι η αγωγή που απορρίφθηκε λόγω μη προώθησης δεν μπορούσε να επαναφερθεί γιατί υπήρχε ρητή πρόνοια στους θεσμούς ότι αυτή η απόρριψη δεν επηρεάζει το δικαίωμα καταχώρησης νέας αγωγής. Το Εφετείο ανέτρεψε το πιο πάνω σκεπτικό, τονίζοντας ότι δυνάμει της Δ.26 θ.14, παρέχεται πάντοτε διακριτική ευχέρεια επαναφοράς της αγωγής που απορρίφθηκε λόγω μη προώθησης. Παραθέτω το πιο κάτω χαρακτηριστικό απόσπασμα από της απόφασης: "The trial Judge took the view that an action dismissed under Ord. 17, r.14, cannot be revived on a consideration of the provisions of Ord. 17; r.14
(2)particularly that part laying down that dismissal shall not prejudice the right to the institution of a fresh action. With respect, this provision does not render the action dismissed void ah initio. All it suggests is that dismissal shall be no bar to the institution of fresh proceedings based upon the same facts. In other words it reiterates the well-established rule that dismissal of an action not emanating from an evaluation of the merits of the case does not make the matter res judicata. The attention of the learned trial Judge was not drawn, it seems, either to the provisions of Ord. 26, r.14 or those of Ord. 64, r.2 of the Civil Procedure Rules. Ord. 26, r.14, expressly provides that any judgment by default whether given under Ord. 26 or under any other order of the Civil Procedure Rules may be set aside. Judgment is any order finally disposing of the matter whether on the merits or on any other ground. So, in virtue of the plain provisions of this rule the order for the dismissal of the action by default could be set aside on appropriate terms. Ord. 26, r.14, derives its origin from R.S.C. Ord. 27, r.15 (old English Rules). Therefore, a study of its interpretation and application in England throws light on the ambit and scope of Ord. 26, r.14. (See the Annual Practice 1958, p. 615). In Evans v. Bartlam [1937] A.C. 473 it was pointed out that the discretion of the Court to set aside a judgment by default is not subject to any limitations other than those that may be imposed by the Court in the exercise of its discretion. There is jurisdiction to set aside any judgment not founded on an appraisal of the merits of the case and revoke the prior exercise of the coercive power of the Court.» Είναι προϋπάρχουσα και διαχρονική αρχή ότι η επαναφορά επιτρέπεται μόνο όταν αυτό απαιτείται σαφώς από τη δικαιοσύνη του πράγματος. Υπάρχει θεμελιακή υποχρέωση να διασφαλιστεί η ισορροπία μεταξύ του δικαιώματος ακρόασης και της τελεσιδικίας. Όταν η συμπεριφορά διαδίκου είναι τέτοια που να αποτελεί καταφρόνηση της διαδικασίας τότε το Δικαστήριο μπορεί να αρνηθεί το αίτημα επαναφοράς (βλ. Παπανικολάου ν Κότσαπα (πιο πάνω). Με βάση τα πιο πάνω αναφέρω τα ακόλουθα: (
  1. i)Φαίνεται να έχει παρατηρηθεί περιφρονητική καθυστέρηση εκ μέρους της ενάγουσας στην παρούσα υπόθεση. Έχω υπόψη μου το ιστορικό της υπόθεσης όπως προκύπτει από το φάκελο και τα γεγονότα στην ένορκη δήλωση της αιτήτριας. Θεωρώ ότι έχει επιδειχθεί αδιαφορία σε σχέση με την επίδοση του κλητηρίου εντάλματος αφού από τις 26.3.2013 ή ευθέως αργότερα που αναντίλεκτα δόθηκαν τα αντίγραφα του κλητηρίου εντάλματος στην επιδότη μέχρι τον Αύγουστο 2014 οι ενάγοντες δεν μερίμνησαν να ενδιαφερθούν για τη τύχη της επίδοσης. Το κατά πόσο οι συνήγοροι της ενάγουσας είχαν επικοινωνία με τη μη διάδικο ασφαλιστική εταιρεία είναι αδιάφορο για σκοπούς της παρούσας. Ούτε και θεωρώ εύλογη την υπόθεση της παραγράφου 5 της ένορκης δήλωσης της αιτήτριας ότι από την επιστολή της ασφαλιστικής εταιρείας ημερ. 9/4/13 συνάγεται κανονική επίδοση του κλητηρίου στον εναγόμενο. Θεωρώ πως η αρχή της τελεσιδικίας θα υφίστατο σοβαρό πλήγμα αν γινόταν δεκτό ότι παρόμοια λάθη ή παραλείψεις δικηγόρων αποτελούν συνάμα και δικαιολογητικό λόγο για επαναφορά. (
  2. ii)Όσον αφορά το αιτητικό (Β) ακόμη και αν η αιτήτρια είχε προβεί στο κατάλληλο δικονομικό διάβημα δηλαδή την επιδίωξη παράτασης του χρόνου για ανανέωση του κλητηρίου δεν θα ανανέωνα το κλητήριο ένταλμα αφού δεν έχει αναφερθεί με λεπτομέρεια τί προσπάθειες έγιναν για επίδοση του κλητηρίου (π.χ με ένορκη δήλωση του επιδότη). Στο χρόνο που έχει παρέλθει έχει αφεθεί το κλητήριο ένταλμα να εκπνεύσει με το γνωστό αποτέλεσμα της απόρριψης της αγωγής. Θεωρώ συνεπώς πως τα πιο πάνω δεν συνάδουν και δεν αποτελούν εύλογες προσπάθειες επίδοσης της αγωγής στα πλαίσια της συνταγματικής επιταγής του άρθρου 30. Ούτε και έχει προβληθεί άλλος ικανοποιητικός λόγος. Ενόψει των πιο πάνω παρέλκει η εξέταση του αιτητικού Γ της αίτησης και των άλλων λόγων ένστασης. Η αίτηση απορρίπτεται. Δεν βλέπω κανένα λόγο γιατί τα έξοδα να μην ακολουθήσουν το αποτέλεσμα. Επιδικάζονται έξοδα υπέρ του καθ' ου η αίτηση και εναντίον της αιτήτριας ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ).......... Μ. Παπαϊωάννου, Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΑΙ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.