Dmitry Ivanchenko ν. Ανδρέα Πέτρου κ.α., Αρ. Αγωγής: 7784/2014, 29/10/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2015:A440 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: E. ΕΦΡΑΙΜ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 7784/2014 Μεταξύ: Dmitry Ivanchenko Ενάγοντος v. 1. Ανδρέα Πέτρου Και άλλων ως το Παράρτημα Α που επισυνάπτεται στο κλητήριο ένταλμα Εναγομένων Αίτηση ημ. 23 Δεκεμβρίου 2014 για έκδοση Διαταγμάτων Αποκάλυψης τύπου Norwich Pharmacal Ημερομηνία: 29 Οκτωβρίου 2015 Εμφανίσεις: Για τον Ενάγοντα - Αιτητή: κ. Γ. Χατζηαναστασίου και κ. Κ. Φιλίππου για Χατζηαναστασίου, Ιωαννίδης ΔΕΠΕ Για τους Εναγόμενους 1-10, 12-18, 23, 37, 41, 44-47 και 49 - Καθ΄ ων η Αίτηση: κ. Γ. Χριστοδούλου για Λ. Παπαφιλίππου & Σια ΔΕΠΕ Για τους Εναγόμενους 11, 25-28, 30-35, 42, 43 και 48 - Καθ΄ ων η Αίτηση: κ. Π. Πολυβίου και κ. Γ. Μίτλεττον για Χρυσαφίνης και Πολυβίου ΔΕΠΕ και κ. Σ. Σταυρινίδης Για τους Εναγόμενους 19-22 και 24 - Καθ΄ ων η Αίτηση: κ. Χ. Στεφάνου για Σκορδής & Στεφάνου ΔΕΠΕ Για τους Εναγόμενους 36 και 50 - Καθ΄ ων η Αίτηση: κ. Μ. Δαμιανός για Μιχάλης Δαμιανός & Σια ΔΕΠΕ Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Στις 23.12.14 ο Ενάγων καταχώρισε την υπό κρίση μονομερή Αίτηση (εφεξής «η Αίτηση») με την οποία ζητούσε την έκδοση Διαταγμάτων Αποκάλυψης τύπου Norwich Pharmacal για σωρεία πληροφοριών αναφορικά με εταιρείες, έγγραφα, μεταβιβάσεις μετοχών, τραπεζικούς λογαριασμούς, διακίνηση χρημάτων και εξασφάλιση εκτιμήσεων περιουσίας, καθώς επίσης την έκδοση Διατάγματος Φίμωσης εναντίον και των 51 εναγομένων. Το Δικαστήριο (υπό άλλη σύνθεση) εξέδωσε μονομερώς διάταγμα φίμωσης και διέταξε την επίδοση ως προς το υπόλοιπο μέρος της Αίτησης. Η Αίτηση αφορά ένα ιδιαίτερα πολύπλοκο πλέγμα γεγονότων στο οποίο εμπλέκεται μεγάλος αριθμός εταιρειών, εντολών και ενεργειών. Να σημειωθεί πως αυτή έχει αποσυρθεί εναντίον των Εναγομένων 29, 38-40 και 51. Οι υπόλοιποι Εναγόμενοι διαχωρίστηκαν σε τέσσερις ομάδες αναλόγως της ιδιότητας και της ισχυριζόμενης ανάμειξης τους στην υπόθεση. Για ευκολότερη αναφορά: · οι Εναγόμενοι 1-10, 12-18, 23, 37, 41, 44-47 και 49 θα αναφέρονται ως «η ομάδα Πέτρου», · οι Εναγόμενοι 11, 25-28, 30-35, 42, 43 και 48 ως «η ομάδα Prospectacy», · οι Εναγόμενοι 19-22 και 24 ως «η ομάδα EOS» και · οι Εναγόμενοι 36 και 50 ως «η ομάδα VHG». Κάθε ομάδα διόρισε τους δικούς της δικηγόρους και καταχώρισε τη δική της ξεχωριστή ένσταση. Σημειώνεται επίσης ότι η Αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του Ενάγοντος, η ένσταση της ομάδας Πέτρου από ένορκη δήλωση του ιδίου του Εναγομένου 1 (εφεξής καλούμενος και «ΑΠ»), η ένσταση της ομάδας Prospectacy από ένορκη δήλωση του Εναγομένου 32, Βασίλη Ζερταλή (εφεξής «ΒΖ»), ενώ ο Εναγόμενος 20, Γιώργος Ευαγγέλου (εφεξής «ΓΕ»), προβαίνει στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση της ομάδας EOS και ο Εναγόμενος 36, Vahe Gevorgyan (εφεξής «VG»), στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση της ομάδας VHG. Οι προβληθέντες λόγοι ένστασης διακρίνονται αφενός σε κοινούς λόγους, δηλαδή λόγους τους οποίους προέβαλαν όλες οι ομάδες, και αφετέρου σε εξειδικευμένους, δηλαδή λόγους τους οποίους προέβαλε μία ή ορισμένες από τις ομάδες μόνο. Η ακρόαση της Αίτησης διεξήχθη με γραπτές αγορεύσεις οι οποίες, άνκαι ως επί το πλείστον εκτενείς, ήταν ταυτόχρονα λεπτομερείς και διαφωτιστικές, και περιείχαν χρήσιμη παραπομπή σε σχετική νομολογία. Οι δικηγόροι όλων των πλευρών αγόρευσαν και προφορικώς, επισημαίνοντας τα βασικά σημεία των θέσεων των πελατών τους, κάτι το οποίο ήταν αρκετά υποβοηθητικό ενόψει του όγκου γεγονότων και θεμάτων που εγείρονται. Με βάση το σύνολο της μαρτυρίας που έχει προσφερθεί τόσο μέσω της Αίτησης όσο και μέσω των ενστάσεων, προκύπτει ότι μέρος των γεγονότων είναι κοινώς αποδεκτό από όλες τις πλευρές. Κρίνεται σκόπιμο όπως αρχικά γίνει μία περιληπτική παράθεση της υποστηρίζουσας την Αίτηση μαρτυρίας, με ειδική αναφορά στα μη αμφισβητούμενα γεγονότα και σε κάποιους ισχυρισμούς των Καθ΄ ων η Αίτηση, και ακολούθως μία σύνοψη των αιτητικών για αποκάλυψη. Μετά θα γίνει μία σύντομη αναφορά στους λόγους ένστασης (κοινούς και μη) οι οποίοι στη συνέχεια θα τύχουν εξέτασης ο καθένας ξεχωριστά με σειρά την οποία το Δικαστήριο κρίνει ορθή και όχι κατ΄ ανάγκη με τη σειρά που αυτοί προβλήθηκαν. Η νομική ανάλυση θα παρατίθεται και παρεμβάλλεται εκεί όπου κρίνεται αναγκαίο. Τέλος ειδική αναφορά στις αγορεύσεις θα γίνεται και πάλι όπου αυτό θεωρείται αναγκαίο. Ι. Μαρτυρία προς υποστήριξη της Αίτησης και Αιτούμενες Πληροφορίες I.1 Ιδιότητα Διαδίκων Αποτελεί κοινό έδαφος μεταξύ του Ενάγοντος και της ομάδας Πέτρου πως ο Ενάγων (εφεξής καλούμενος και «DI») και ο Alexander Rubtsov (εφεξής «AR») ίδρυσαν διάφορες εταιρείες με μερίδιο 50% έκαστος. Είναι ισχυρισμός του Ενάγοντος ότι το 1994-5 η Olga Evstafyeva (εφεξής «OE») διορίστηκε στη θέση Οικονομικού Διευθυντή των επιχειρήσεων και έργων τους και αποτελεί κοινό έδαφος μεταξύ των ίδιων διαδίκων ότι κατά το 2012 οι DI και AR παραχώρησαν έκαστος στην ΟΕ ποσοστό 2,5% στην ιδιοκτησία των επιχειρήσεων τους. Έτσι σε όλες τις εταιρείες οι DI και AR κατείχαν από 47,5% και η OE το 5%. Η ομάδα Πέτρου ισχυρίζεται ότι σε κάποιες εταιρείες παρέμειναν οι DI και AR με μερίδιο 50% έκαστος. Αποτελεί κοινό έδαφος πως ο Εναγόμενος 1 είναι δικηγόρος και ότι μεταξύ άλλων διατηρεί εταιρείες εγγεγραμμένες τόσο στην Κύπρο όσο και στις Βρετανικές Παρθένους Νήσους (εφεξής «BVI») οι οποίες (εταιρείες) παρέχουν διοικητικές υπηρεσίες προς άλλες εταιρείες, συμπεριλαμβανομένων των εταιρειών που ανήκαν στους προαναφερθέντες DI, AR και OE. Αποτελεί ισχυρισμό του Ενάγοντος ότι οι Εναγόμενοι 2-18 είναι υπάλληλοι και ή συνεργάτες και ή συνδεδεμένα πρόσωπα με τον Εναγόμενο 1 ή το γραφείο του. Αυτός ο ισχυρισμός δεν αντικρούστηκε από την πλευρά της ομάδας Πέτρου, αλλά προτάθηκε ότι οι αναγραφόμενες ως Εναγόμενες 7 και 13 είναι το ίδιο πρόσωπο. Αυτή η τελευταία θέση παρέμεινε αναντίλεκτη από την πλευρά του Ενάγοντος και έτσι γίνεται δεκτή από το Δικαστήριο. Η Εναγομένη 19 (εφεξής «η EOS») είναι εταιρεία εγγεγραμμένη στην Κύπρο και προσφέρει διοικητικές υπηρεσίες. Οι Εναγόμενοι 20 και 21 είναι οι διοικητικοί της σύμβουλοι, ενώ οι Εναγόμενοι 22-24 είναι υπάλληλοι της. Εξαιρουμένου του Εναγομένου 23, η ιδιότητα των υπόλοιπων Εναγομένων αποτελεί κοινό έδαφος εκατέρωθεν. Είναι επίσης εκατέρωθεν αποδεκτό ότι η Εναγομένη 25 (εφεξής «η Prospectacy») είναι και αυτή εταιρεία εγγεγραμμένη στην Κύπρο, ότι προσφέρει συμβουλευτικές και ή διοικητικές υπηρεσίες και ότι οι Εναγόμενοι 27 και 32 είναι διοικητικοί σύμβουλοι της. Αποτελεί ισχυρισμό του Ενάγοντος ότι ο Εναγόμενος 26 ήταν διοικητικός σύμβουλος της εταιρείας αυτής μεταξύ 14.9.11 και 8.9.14. Όντως αυτό επιβεβαιώνεται από την ηλεκτρονική έρευνα στο μητρώο του Εφόρου Εταιρειών, Τεκμήριο 8 στην ένορκη δήλωση του Ενάγοντος. Η ομάδα Prospectacy ισχυρίζεται πως αυτός μόνο εργοδοτείτο στην Prospectacy. Επιπλέον ο Ενάγων ισχυρίζεται ότι οι Εναγόμενοι 28-31 και 33-36 είναι υπάλληλοι και ή συνεργάτες της Prospectacy και ή συνδεδεμενα με αυτή πρόσωπα. Η ομάδα Prospectacy ισχυρίζεται πως οι Εναγόμενοι 28, 31, 33, 34 και 35 ενεργούν ως διευθυντές (nominee directors) σε κάποιες εταιρείες τις οποίες διαχειρίζεται η Prospectacy. Επίσης ισχυρίζεται πως η Εναγομένη 11 δεν έχει σχέση με την Prospectacy. Ήταν η διευθύντρια μίας αδρανούς ετοιμοπαράδοτης εταιρείας (sham company), της Εναγομένης 51 (εφεξής «η Dovanas»), η οποία αγοράστηκε από την Prospectacy. Ο Εναγόμενος 36 αναφέρει ότι είναι διευθύνων σύμβουλος της Εναγομένης 50 (εφεξής «η VHG») η οποία είναι εταιρεία που προσφέρει λογιστικές και ή ελεγκτικές υπηρεσίες. Από το 2010, έτος ιδρύσεως της Prospectacy, μέχρι και το 2012 ο ίδιος παρείχε υπηρεσίες σε αυτήν ως εξωτερικός σύμβουλος ενώ από το 2012 διατηρούν μία επαγγελματική σχέση συνεργασίας. Ειδικότερα η πρώτη παραπέμπει εργασία εταιρικής φύσης στην τελευταία η οποία με τη σειρά της παραπέμπει εργασία ελεγκτικής και φορολογικής φύσης στην πρώτη. Σύμφωνα με τον Ενάγοντα, ο Εναγόμενος 37 είναι ο επικεφαλής συμβουλευτικής εταιρείας (Fidescorp Ltd) για εταιρικές υπηρεσίες, ενώ ο Εναγόμενος 38 ήταν ο πρώην επικεφαλής του αντιπροσωπευτικού γραφείου της Τράπεζας Κύπρου στη Ρωσία το 2009. Οι Εναγόμενες 39-51 είναι εταιρείες εγγεγραμμένες στην Κύπρο. Η ομάδα Prospectacy ισχυρίζεται ότι η Prospectacy προσφέρει εταιρικές και διοικητικές υπηρεσίες στις Εναγόμενες 42, 43 και 48. Ι.2 Δομή Εταιρειών Αποτελεί κοινή θέση του Ενάγοντος και της ομάδας Πέτρου ότι οι τρεις συνέταιροι (DI, AR και OE) δημιούργησαν πέντε εταιρικές δομές με επικεφαλής σε κάθε δομή αντίστοιχες εταιρείες συσταθείσες στα BVI, ως ακολούθως: I.2.1 Katton Ltd Κατά η περί τις 25.1.12 συστάθηκε στα BVI η Katton Ltd με εγγεγραμμένη μέτοχο την Εναγομένη 2 η οποία κατείχε το 100% του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρείας, στη βάση καταπιστεύματος, προς όφελος των τριών συνεταίρων. Η Wilten Ltd συστάθηκε επίσης στα BVI και ήταν η εγγεγραμμένη μέτοχος του 100% του μετοχικού κεφαλαίου της Gustobravo Ltd (Εναγομένης 39) η οποία με τη σειρά της ήταν η εγγεγραμμένη μέτοχος του 100% του μετοχικού κεφαλαίου της Ρωσικής εταιρείας Techinveststroy Ltd Liability Company (εφεξής «η TIS»). Η τελευταία κατείχε το 100% του μετοχικού κεφαλαίου της Ρωσικής εταιρείας LLC Steel-Techno. Εγγεγραμμένος μέτοχος της Wilten ήταν ο James Neil Smith ο οποίος κατείχε ολόκληρο το μετοχικό κεφάλαιο της εταιρείας. Ως εξασφάλιση της κυριότητας των μετοχών της Wilten υπεγράφησαν συμφωνίες προτίμησης μετοχών (share option agreements) (
- i)από τον Smith ως πωλητή και την Katton ως αγοραστή για την αγορά ολόκληρου του εκδοθέντος μετοχικού κεφαλαίου της Wilten και (
- ii)από τη Wilten ως πωλητή και την Katton ως αγοραστή για την αγορά ολόκληρου του εκδοθέντος μετοχικού κεφαλαίου της Gustobravo με ανοικτή ημερομηνία για την τελευταία. Έτσι ο Ενάγων και ο AR είχαν δικαιωματική ιδιοκτησία της Wilten. I.2.2 Normark Ltd Η Normark συστάθηκε στα BVI την 1.7.09 και στις 24.8.12 η Εναγομένη 8 κατείχε το 100% του μετοχικού κεφαλαίου της, στη βάση καταπιστεύματος, προς όφελος των τριών συνεταίρων. Η Normark ήταν η εγγεγραμμένη μέτοχος του 100% της Formitura Ltd (Εναγομένης 40), συσταθείσας στην Κύπρο, η οποία με τη σειρά της ήταν η εγγεγραμμένη μέτοχος του 100% της Ρωσικής εταιρείας LLC Investconsult. I.2.3 Shorleson Ltd Η εταιρεία Shorleson συστάθηκε στα BVI με εγγεγραμμένο μέτοχο τον Εναγόμενο 5 ο οποίος κατείχε το 100% του μετοχικού κεφαλαίου της, στη βάση καταπιστεύματος, προς όφελος της Εναγομένης 3, η οποία με τη σειρά της κατείχε το 100% του μετοχικού κεφαλαίου της, στη βάση καταπιστεύματος, προς όφελος των τριών συνεταίρων. Κατά τις 11.11.08 η Shorleson ήταν η αποκλειστική μέτοχος της Κυπριακής εταιρείας Devspace Ltd (Εναγομένης 41), η οποία ήταν η αποκλειστική μέτοχος των Ρωσικών εταιρείων LLC Center Komplektacii Metallom και LLC Metallservicecentre No. 1. Η LLC Center Komplektacii Metallom ήταν η εγγεγραμμένη μέτοχος του 99% του μετοχικού κεφαλαίου της CJSC Metallokomplekt-M ενώ το 1% κατείχετο από τον Dimitry Borschinsky ο οποίος ήταν ο διοικητικός σύμβουλος της CJSC Metallokomplekt-M. I.2.4 Belleman Ltd Η εταιρεία Belleman συστάθηκε στα BVI με εγγεγραμμένη μέτοχο την Εναγομένη 4 η οποία κατείχε το 100% του μετοχικού κεφαλαίου της, στη βάση καταπιστεύματος, προς όφελος των τριών συνεταίρων. Στις 11.11.08 η Belleman κατέστη η αποκλειστική μέτοχος του 100% της Κυπριακής εταιρείας Mietenmare Ltd (Εναγομένης 43). Αποτελεί ισχυρισμό του Ενάγοντος ότι η Mietenmare είχε δανείσει τις εταιρείες CJSC Metallokomplekt-M και LLC Metallservicecentre No. 1. I.2.5 Brodelle Ltd Η εταιρεία Brodelle συστάθηκε στα BVI με εγγεγραμμένη μέτοχο την Εναγομένη 13 η οποία κατείχε το 100% του μετοχικού κεφαλαίου της, στη βάση καταπιστεύματος, προς όφελος της Εναγομένης 14, η οποία με τη σειρά της κατείχε το 100% του μετοχικού κεφαλαίου της, στη βάση καταπιστεύματος, προς όφελος των τριών συνεταίρων. Στις 11.11.08 η Brodelle ήταν η εγγεγραμμένη μέτοχος του 100% του μετοχικού κεφαλαίου της Κυπριακής εταιρείας Cubelle Ltd (Εναγομένης 42) η οποία με τη σειρά της ήταν η εγγεγραμμένη μέτοχος του 100% του μετοχικού κεφαλαίου της Ρωσικής εταιρείας LLC Metalloconstrukcii. Ι.3 Συμφωνίες Παροχής Υπηρεσιών Είναι κοινώς παραδεκτό από τον Ενάγοντα και την ομάδα Πέτρου ότι στις 6.2.13 συνήφθησαν συμφωνίες παροχής υπηρεσιών προς τις εταιρείες Katton, Wilten, Gustobravo, Normark, Formitura, Shorleson, Devspace, Belleman, Mietanmare, Brodelle και Cubelle. Εδώ σημειώνεται πως ο Ενάγων δεν είναι βέβαιος κατά πόσο οι συμφωνίες αναφορικά με τις Wilten και Gustobravo πράγματι υπεγράφησαν. Δέχεται όμως ότι αυτές είχαν σταλεί από τον Εναγόμενο 1 για υπογραφή. Η δε υπογραφή τους επιβεβαιώνεται από τον τελευταίο. Ο Ενάγων αναφέρεται ξεχωριστά στη σύναψη κάθε συμφωνίας ισχυριζόμενος ότι οι πρόνοιες κάποιων εξ αυτών είναι σχεδόν πανομοιότυπες ή ταυτόσημες. Η ομάδα Πέτρου απορρίπτει αυτές τις θέσεις και ισχυρίζεται πως ο Ενάγων προσπαθεί να παραπλανήσει το Δικαστήριο ότι δήθεν πρόκειται για συμφωνίες που ετοιμάστηκαν για τους συγκεκριμένους πελάτες. Η ίδια ομάδα ισχυρίζεται πως αυτές ήταν τυποποιημένες συμφωνίες που στάληκαν σε όλους τους πελάτες, πως όλες οι συμφωνίες είναι ακριβώς οι ίδιες και πως ο μοναδικός λόγος για τον οποίον στάληκαν, και μάλιστα όλες μαζί την ίδια μέρα, ήταν στα πλαίσια εφαρμογής του Ν.196(Ι)/12. Η βασικότερη θέση του Ενάγοντος είναι ότι ήταν ρητοί και ή εξυπακουόμενοι όροι των συμφωνιών παροχής υπηρεσιών πως ο Εναγόμενος 1 και τα υπόλοιπα συμβαλλόμενα μέρη, θα ενεργούσαν συμφώνως και κατόπιν κοινών και ομόφωνων οδηγιών των δικαιούχων μετόχων (beneficial owners), ήτοι των τριών συνεταίρων. Όπως θα διαφανεί κατωτέρω, ο Ενάγων αποδίδει την ισχυριζόμενη δόλια συμπεριφορά στην παράβαση των εν λόγω όρων των συμφωνιών, και ειδικότερα στο ότι η ομάδα Πέτρου ενήργησε κατόπιν εντολών της πλειοψηφίας, ήτοι των AR και ΟΕ, και όχι στη βάση ομόφωνων οδηγιών και των τριών συνεταίρων. Αυτή η θέση του Ενάγοντος απορρίπτεται κατηγορηματικά από την ομάδα Πέτρου, η οποία ισχυρίζεται ότι αφενός, οι συμφωνίες παροχής υπηρεσιών ουδόλως προνοούν για τη λήψη αποφάσεων με ομοφωνία, και αφετέρου, για αποφάσεις στις οποίες χρειαζόταν ψηφοφορία αυτές λαμβάνονταν με πλειοψηφία. Επίσης επισυνάπτει μηνύματα του ίδιου του Ενάγοντος προς τον Εναγόμενο 1, στα οποία η ίδια θεωρεί πως ο Ενάγων γραπτώς παραδέχεται ότι εφαρμόζεται η αρχή της πλειοψηφίας. Ι.4 Ισχυριζόμενες Αδικοπραξίες Ο Ενάγων ισχυρίζεται ότι οι κύριοι αδικοπραγούντες είναι οι AR και OE, στους οποίους αποδίδει σειρά δόλιων και εγκληματικών διαδοχικών ενεργειών με στόχο την αποστέρηση από αυτόν της δικαιωματικής του ιδιοκτησίας (beneficial ownership) στις Ρωσικές εταιρείες. Επιπρόσθετα ισχυρίζεται ότι το δόλιο σχέδιο εξαπάτησης του αποκαλύφθηκε από τον Εναγόμενο 1 στις 16.2.13 σε συνάντηση τους και εν συνεχεία μέσω αποστολής ηλεκτρονικών μηνυμάτων από τον τελευταίο. Ο Ενάγων αναφέρει επίσης ότι οι AR και OE συνελήφθησαν από τις Ρωσικές Αρχές τον Οκτώβριο του 2013 ως ύποπτοι για αδικήματα απάτης, κλοπής και απόκτησης περιουσίας με δόλο εναντίον του (Ενάγοντος), τα οποία περιλαμβάνουν τις αδικοπραξίες που αφορούν στην παρούσα υπόθεση. Στις 26.11.14 οι AR και OE αποφυλακίστηκαν αλλά βρίσκονται έκτοτε υπό κατ΄ οίκον περιορισμό. Ι.4.1 Δόλιο σχέδιο των AR και OE Το προβληθέν δόλιο σχέδιο των AR και OE περιλαμβάνει: (
- i)Πώληση των μετοχών της Katton και Normark στη Gustobravo και Formitura αντίστοιχα. (
- ii)Αγορά των μετοχών της Gustobravo και Formitura από νομικές οντότητες εγγεγραμμένες στα BVI οι οποίες ελέγχονταν από τους AR και OE. Οι εν λόγω μετοχές θα αγοράζονταν σε τιμή χαμηλότερη της πραγματικής τους αξίας και το αντίτιμο θα καταβάλλετο με δόσεις και δυσμενείς όρους για την Katton και Normark με τη χρήση κεφαλαίων τα οποία οι AR και OE θα έκλεβαν από τις Ρωσικές εταιρείες. (iii) Για την επίτευξη των πιο πάνω, τα κεφάλαια για την αγορά των μετοχών της Gustobravo και Formitura θα μεταφέρονταν αρχικά από τις Ρωσικές εταιρείες, CJSC Metallokomplekt-M και LLC Metallservicecentre No. 1, στην Κυπριακή εταιρεία Mietenmare Ltd. Αυτές οι μεταφορές θα παρουσιάζονταν ως αποπληρωμή υφιστάμενων δανείων. Ακολούθως τα κεφάλαια θα μεταφέρονταν σε μυστικό λογαριασμό της Shorleson Ltd, και πάλιν εμφαινόμενα ως αποπληρωμή υφιστάμενων δανείων. Θα ακολουθούσε μεταφορά τους σε εταιρείες οι οποίες ελέγχονται από τον Εναγόμενο 1, και μετά την αφαίρεση της αμοιβής του, τα κεφάλαια θα κατατίθεντο στη Birstow και από εκεί στην Τράπεζα Κύπρου. Ενόψει της κατάθεσης, η Τράπεζα Κύπρου θα έδινε δάνειο 1 δισ. Ρωσικών Ρουβλιών σε μία νεοσύστατη εταιρεία εγγεγραμμένη στα BVI, η οποία ελέγχεται από τους AR και OE. Το ποσό του δανείου θα μεταφερόταν στην Katton ως μέρος της πληρωμής για την αγορά των μετοχών που κατείχε στη Gustobravo. Ακολούθως η Katton θα μετέφερε τα χρήματα σε εταιρεία η οποία ελέγχεται από τους AR και OE και τελικώς τα κεφάλαια θα διανέμονταν στην TIS, LCC Investconsult και CJSC Metallokomplekt-M ως νέα δάνεια. Παρόμοια διαδικασία θα ακολουθείτο και για την αγορά των μετοχών της Normark στη Formitura. (
- iv)Θα ακολουθούσε μία αλυσίδα μεταφορών κεφαλαίων σε διάφορες εταιρείες υπό τη μορφή αποπληρωμής παλαιών και νέων δανείων. (
- v)Οι μεταφορές θα γίνονταν μέσω νέων μυστικών λογαριασμών στους οποίους ο Ενάγων δεν είχε πρόσβαση. Είναι η θέση του Ενάγοντος ότι για την υλοποίηση του δόλιου τους σχεδίου, οι AR και OE προέβησαν στις πιο κάτω ενέργειες: α) Άνοιγμα νέων μυστικών λογαριασμών για τις υφιστάμενες εταιρείες για να αποκρύψουν την ανάληψη ή μεταφορά των κεφαλαίων από τέτοιους λογαριασμούς. β) Ετοιμασία και εκτέλεση των προαναφερομένων συμφωνιών δανείων. γ) Ετοιμασία εκτιμήσεων της αξίας των μετοχών της Gustobravo και της Formitura, οι οποίες (εκτιμήσεις) καταδείκνυαν σημαντικά μειωμένη την πραγματική αξία των μετοχών. δ) Προετοιμασία και πραγματοποίηση μυστικών συνεδριάσεων και ή συναντήσεων μεταξύ όλων των δικαιούχων ιδιοκτητών (beneficial owners) της Katton και Normark χωρίς τη συμμετοχή του Ενάγοντος για να ψηφιστεί η πώληση των μετοχών της Gustobravo και Formitura με απλή πλειοψηφία των δικαιούχων μετόχων αντί με ομοφωνία όπως προβλέπεται στις συμφωνίες παροχής υπηρεσιών. ε) Εφαρμογή των ψηφισμάτων για πώληση των μετοχών της Gustobravo και της Formitura με τη σύναψη σχετικής συμφωνίας με εταιρείες οι οποίες ελέγχονταν από τους AR και OE. Πέραν των πιο πάνω ισχυρισμών, ο Ενάγων απαριθμεί πολλές και λεπτομερείς ενέργειες αναφορικά με τον τρόπο εφαρμογής του δολίου σχεδίου, οι οποίες σε τίτλους έχουν ως εξής: 1) Μυστικό άνοιγμα νέων τραπεζικών λογαριασμών των εταιρειών Katton, Gustobravo, Normark, Formitura, Shorleson και Mietanmare στην Τράπεζα Κύπρου και των εταιρειών Katton, Normark, Birstow, Lindiford και Mistyfield σε τράπεζες στη Λετονία, 2) Μυστική μεταβίβαση των μετοχών της Gustobravo από τη Wilten στην Katton, 3) Μεταφορά κεφαλαίων από Ρωσικές εταιρείες στους μυστικά ανοιγμένους τραπεζικούς λογαριασμούς, 4) Παγοποίηση των λογαριασμών λόγω "κουρέματος" στην Κύπρο, 5) Άρνηση πρόσβασης του Ενάγοντος στο γραφείο του στην εταιρεία LCC Komplektacii Metallom και στον ηλεκτρονικό του υπολογιστή από τους AR και ΟΕ, 6) Περαιτέρω μεταφορές κεφαλαίων από Ρωσικές εταιρείες σε νέους τραπεζικούς λογαριασμούς, 7) Προσπάθεια εξασφάλισης δανείου από την Τράπεζα Κύπρου, 8) Διεξαγωγή αξιολόγησης της Gustobravo και Formitura στην Κύπρο από τη VHG η οποία προέβη σε εκτίμηση της τιμής των μετοχών σε πολύ χαμηλότερη από την πραγματική τους αξία, 9) Πώληση των μετοχών της Formitura και Gustobravo, 10) Μεταβίβαση των μετοχών της Formitura και Gustobravo, 11) Τροποποίηση των ιδρυτικών και καταστατικών εγγράφων των Katton, Normark και Shorleson 12) Μεταφορά των μετοχών τις οποίες οι AR και OE κατείχαν στις Katton, Normark, Shorleson, Belleman και Brodelle στη Fideler, η οποία ελέγχεται από τους AR και OE και βρίσκεται υπό τη διαχείριση του Εναγομένου 1, 13) Πώληση των μετοχών της Devspace, 14) Μεταβίβαση της διαχείρισης των Gustobravo, Formitura, Devspace, Cubelle, Mietanmare, Brodelle και Belleman από τον Εναγόμενο 1 στην Prospectacy στις 10.5.13, κατά παράβαση των προνοιών των συμφωνιών παροχής υπηρεσιών εφόσον αυτό έγινε χωρίς τη συγκατάθεση του Ενάγοντος, 15) Μεταβίβαση της διαχείρισης των Katton, Normark και Shorleson από τον Εναγόμενο 1 στην EOS στις 23.8.13, κατά παράβαση των προνοιών των συμφωνιών παροχής υπηρεσιών εφόσον αυτό έγινε χωρίς τη συγκατάθεση του Ενάγοντος, 16) Δόλια μεταβίβαση της θυγατρικής Steel-Techno από την TIS στη Donovan Enterprises Ltd, με αποτέλεσμα την αποκόμιση των κερδών από τους AR και OE, 17) Παράνομη κατάσχεση των μετοχών που η Gustobravo κατείχε στην TIS προς όφελος της CJSC Metallokomplekt-M, η οποία ελέγχεται από τους AR και OE, 18) Παράνομη απόκτηση της περιουσίας της TIS από τη Mistyfield Ltd, η οποία ελέγχεται από τους AR και OE, 19) Παράνομη αποξένωση κεφαλαίων της Mietanmare προς όφελος της Mistyfield. Ο Ενάγων αναφέρει επίσης ότι τελικός στόχος των πιο πάνω ενεργειών ήταν η αποξένωση των δικαιωμάτων της CJSC Metallokomplekt-M και Mietenmare Ltd σε σχέση με τα δάνεια και η παραχώρηση τους σε εταιρείες οι οποίες ελέγχονταν από τους AR και OE. Αυτό είχε ως συνέπεια την απώλεια του 47% στις εταιρικές δομές, εφόσον οι εταιρείες, Κυπριακές ή BVI, θα είχαν αποξενωθεί πλήρως από τα πολύτιμα περιουσιακά τους στοιχεία και δεν θα είχαν πλέον καμία αξία. Σύμφωνα με τον Ενάγοντα, τα αιτήματα του προς τον Εναγόμενο 1 για να του δοθούν στοιχεία ικανοποιήθηκαν μόνο μερικώς. I.4.2 Στοιχεία από Λετονικές Αρχές Στις 23.10.14 δόθηκαν στον Ενάγοντα νέα στοιχεία από τις Ρωσικές Αρχές, τα οποία είχαν διαβιβαστεί σε αυτές από τις Λετονικές Αρχές. Τα στοιχεία αφορούν πληροφορίες αναφορικά με το άνοιγμα των λογαριασμών σε τράπεζες στη Λετονία, όπως αναφέρεται ανωτέρω, συμπεριλαμβανομένων πληροφοριών για το ποια πρόσωπα έδωσαν οδηγίες για το άνοιγμα τους και πότε, και αναφορικά με όλες τις συναλλαγές που έγιναν από αυτές τις τράπεζες. Ειδικότερα ανοίχθηκαν λογαριασμοί για τις εταιρείες Katton, Normark, Birstow, Mistyfield και Lindiford. Από την ανάλυση των καταστάσεων των τραπεζικών λογαριασμών, ο Ενάγων διαπιστώνει πέντε διαφορετικούς κύκλους διακινήσεων κεφαλαίων τα οποία κλάπηκαν από τις Ρωσικές εταιρείες LLC Center Komplektacii Metallom και CJSC Metallokomplekt-M. Ο Ενάγων επεξηγεί πως όλες οι συναλλαγές αντιπροσωπεύουν πληρωμές μερισμάτων ή δανείων χωρίς πραγματικούς επιχειρηματικούς στόχους και έγιναν έτσι ώστε οι AR και OE να: · Νομιμοποιήσουν τις παράνομες ενέργειες τους · Ξεπλύνουν το βρώμικο χρήμα που έκλεψαν από τις προαναφερόμενες Ρωσικές εταιρείες · Χρησιμοποιήσουν το ξεπλυμένο χρήμα για να προβούν σε καλόπιστες πληρωμές για την αγορά των μετοχών της Gustobravo από τη Mowebray. Ι.4.3 Λόγοι για Αιτούμενες Πληροφορίες Ο Ενάγων αναφέρει ότι ζητά τις αιτούμενες πληροφορίες για τους ακόλουθους λόγους: i. Να εξακριβώσει την ταυτότητα τυχόν άλλων αδικοπραγούντων πέραν των AR και OE, ii. Να ανακαλύψει την πλήρη φύση της παρανομίας, iii. Να εντοπίσει περιουσιακά στοιχεία τα οποία κατείχε δικαιωματικά και παρανόμως έκλεψαν οι AR και OE (και ή άλλοι άγνωστοι αδικοπραγούντες), και iv. Να του δοθεί η ευκαιρία να δικογραφήσει πλήρως την υπόθεση του εναντίον των AR και OE (και ή άλλων αδικοπραγούντων). Ι.4.4 Αιτητικό για Αποκάλυψη Όσον αφορά το αίτημα για αποκάλυψη θα πρέπει καταρχάς να σημειωθεί, ως ενδεικτικό του όγκου των στοιχείων που ζητούνται, ότι η παρούσα Αίτηση περιλαμβάνει ένα αιτητικό για αποκάλυψη το οποίο καλύπτει συνολικά 13 σελίδες. Ειδικότερα, ο Ενάγων ουσιαστικά ζητά την αποκάλυψη κάθε πληροφορίας, στοιχείου, εγγράφου και πληρεξουσίου σε σχέση με όλες τις προαναφερόμενες εταιρείες, οποιεσδήποτε θυγατρικές τους και τους AR και ΟΕ, καθώς επίσης κάθε πληροφορίας αναφορικά με όλες τις συναλλαγές, άνοιγμα τραπεζικών λογαριασμών, μεταβιβάσεις χρηματικών ποσών, μεταβιβάσεις και πωλήσεις μετοχών εταιρειών, υποθήκευση ακίνητης περιουσίας και εκχώρηση δικαιωμάτων που απορρέουν από δάνεια αναφορικά με τις εν λόγω εταιρείες. II. Λόγοι Ένστασης Οι βασικότεροι κοινοί σε όλες τις ενστάσεις λόγοι (ένστασης) είναι οι ακόλουθοι: 1. Ο Ενάγων δεν αποκάλυψε όλα τα ουσιώδη γεγονότα της υπόθεσης και συνεπώς δεν δικαιούται θεραπείας εφόσον δεν προσήλθε με «καθαρά χέρια» στο Δικαστήριο. 2. Η Αίτηση είναι ανεπαρκής, γενική και αόριστη. 3. Τα αιτούμενα διατάγματα είναι ασαφή, γενικά και αόριστα και ως τέτοια δεν μπορούν να εκδοθούν. 4. Δεν τηρούνται οι προϋποθέσεις έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων αποκάλυψης. 5. Οι αιτούμενες θεραπείες δεν είναι απαραίτητες για την έγερση αγωγής από τον Ενάγοντα καθότι αυτός κατέχει ήδη μεγάλο όγκο πληροφοριών. 6. Υπάρχει υπέρμετρη και αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην καταχώριση της Αίτησης. 7. Το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει σαφώς υπέρ των Εναγομένων. 8. Δεν έχει καταδειχθεί το επείγον στην έκδοση του διατάγματος φίμωσης μονομερώς. Αξίζει επίσης να αναφερθούν και οι ακόλουθοι λόγοι ένστασης, οι οποίοι περιλαμβάνονται σε πέραν της μίας ένστασης αλλά όχι και στις τέσσερις: 9. Η Αίτηση συνιστά απόπειρα αλίευσης πληροφοριών. 10. Ο Ενάγων δεν εξάντλησε όλες τις πηγές πληροφόρησης του. 11. Οι θεραπείες που ζητούνται είναι πανομοιότυπες με τις θεραπείες οι οποίες ζητούνται δυνάμει του γενικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου. 12. Tα αιτούμενα διατάγματα παραβιάζουν το απόρρητο της αλληλογραφίας το οποίο προστατεύεται από τα άρθρα 15 και 17 του Συντάγματος. 13. Τυχόν επιτυχία της Αίτησης συνεπάγεται παραβίαση των συμβατικών υποχρεώσεων των Εναγομένων και ή παραβίαση της υποχρέωσης τους για εχεμύθεια και ή παραβίαση των καθηκόντων θεματοφύλακα (fiduciary duties) τα οποία υπέχουν οι ίδιοι προς τους πελάτες τους. 14. Η εγγύηση που δόθηκε για το διάταγμα φίμωσης είναι ανεπαρκής και ή δεν ικανοποιεί τις προϋποθέσεις του άρθρου 9
(3)του Κεφ.9 και ή του άρθρου 32
(3)του Ν.14/60. ΙΙΙ. Νομική Ανάλυση Η υπό κρίση αίτηση αφορά σε διατάγματα αποκάλυψης τα οποία εκδίδονται με βάση τις αρχές του δικαίου της επιείκειας και τα οποία έχουν καθιερωθεί μέσα από τις Αγγλικές αποφάσεις Norwich Pharmacal Co and others v. Commissioners of Customs & Excise
(1973)2 All E.R. 943 και Banker's Trust v. Shabira
(1980)1 W.L.R. 1274. Οι εν λόγω αποφάσεις έχουν υιοθετηθεί και εφαρμοστεί από τα Κυπριακά Δικαστήρια σε αριθμό αποφάσεων, στις οποίες αναγνωρίστηκε ότι για την έκδοση τέτοιων διαταγμάτων το Δικαστήριο θα πρέπει να ικανοποιηθεί ότι συντρέχουν τόσο οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου όσο και οι υπόλοιπες ειδικότερες προϋποθέσεις έκδοσης των διαταγμάτων αποκάλυψης. Ενδεικτικά παραπέμπω στην υπόθεση Avila Management Services Ltd κ.ά. v. Frantisek Stepanek κ.ά.
(2012)1(Β) Α.Α.Δ. 1403. Όπως είναι καθιερωμένο, το άρθρο 32 του Ν.14/60 παρέχει το ουσιαστικό δίκαιο για την έκδοση συντηρητικών διαταγμάτων, κάτι το οποίο επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Οι προϋποθέσεις που πρέπει απαραίτητα να συνυπάρχουν για να δικαιολογείται η έκδοση προσωρινού διατάγματος με βάση το άρθρο 32 του Ν.14/60 είναι: (α) Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, (β) Η ύπαρξη πιθανότητας ότι ο ενάγων δικαιούται σε θεραπεία ή ότι έχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας, και (γ) Η δυσκολία ή αδυναμία απονομής πλήρους δικαιοσύνης σε κατοπινό στάδιο εκτός αν εκδοθεί το προσωρινό διάταγμα. Όπως υποδεικνύεται στην υπόθεση Odysseos v. Pieris Estates Ltd. and Others
(1982)1 C.L.R. 557, πέραν των πιο πάνω το Δικαστήριο θα πρέπει επιπρόσθετα να σταθμίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει τέτοιο διάταγμα - βλ. Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου ν. Πασχάλη Χ'Βασίλη
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 152. Σε τέτοιου είδους αιτήσεις, ο αιτητής πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι πληρούνται και οι τρεις προαναφερόμενες προϋποθέσεις του άρθρου 32 για να δημιουργηθεί το υπόβαθρο πάνω στο οποίο το Δικαστήριο στην ενάσκηση της διακριτικής του ευχέρειας θα προχωρήσει να αποφασίσει υπέρ ή εναντίον της έκδοσης του προσωρινού διατάγματος. Το Δικαστήριο, σ' αυτό το στάδιο, δεν καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης, κάτι το οποίο θα αποτελέσει την κρίση του κατά την εξέταση της ουσίας της υπόθεσης. Αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας είναι η διαπίστωση περί του κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την έκδοση του διατάγματος. Σχετικά παραπέμπω στις υποθέσεις Jonitexo Ltd. v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 663 και Γρηγορίου και άλλων ν. Χριστοφόρου και Άλλων
(1995)1 Α.Α.Δ. 248. Στην πιο πρόσφατη υπόθεση Milton Investment Co Ltd κ.ά. v. Dryden Group Ltd, Πολ. Έφ. αρ. 424/11, ημ. 27.3.14, τονίστηκε και πάλι πως «στο ενδιάμεσο αυτό στάδιο το Δικαστήριο πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε συμπεράσματα που ουσιαστικά θα ισοδυναμούσαν με απόφαση επί τις ουσίας της αγωγής». Για σκοπούς ικανοποίησης της πρώτης προϋπόθεσης, δηλαδή της ύπαρξης σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, είναι αρκετό να αποκαλύπτεται με βάση τα δικόγραφα συζητήσιμη υπόθεση. Στην έννοια του δικογράφου περιλαμβάνεται σε τέτοιες διαδικασίες και η ένορκη δήλωση. Όσον αφορά τη δεύτερη προϋπόθεση, αυτή της ύπαρξης πιθανότητας επιτυχίας, είναι αρκετό για το Δικαστήριο να ικανοποιηθεί ότι με βάση τη μαρτυρία που έχει προσαχθεί υπάρχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας του ενάγοντος στην αγωγή. Σχετικά παραπέμπω στην υπόθεση Κυτάλα και Άλλοι ν. Χρυσάνθου και Άλλων
(1996)1 Α.Α.Δ.
- Η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Ν.14/60 συναρτάται με τα συγκεκριμένα γεγονότα της κάθε υπόθεσης, και όπως τονίστηκε στην υπόθεση Odysseos v. Pieris Estates Ltd. and Others (ανωτέρω), το ζήτημα της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων εξετάζεται μέσα στα πλαίσια αυτής της προϋπόθεσης. Όσο απομακρύνεται η πιθανότητα να συνιστά επαρκή θεραπεία η θεραπεία των αποζημιώσεων, τόσο ενισχύεται η πιθανότητα να πληρούται η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου
- Επιπρόσθετα, στην υπόθεση Κυρισάββας κ.ά. v. Κίζη
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 1245, λέχθηκε ότι η έννοια του δύσκολου ή αδύνατου της πλήρους απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο, περιλαμβάνει και άλλα, μεταβλητά κριτήρια, εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά, και ότι ο χρηματικός παράγοντας της αποζημίωσης δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπ΄ όψιν. Σχετικές επί τούτου είναι επίσης οι υποθέσεις Zena Company Ltd v. Demenian Catering Ltd
(2011)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1848 και Παπαστράτης ν. Πιερίδης
(1979)1 C.L.R. 231. Η φιλοσοφία πίσω από την αναγκαιότητα διάπλασης και συνεχούς εξέλιξης του δικαίου, μέσα από τις αρχές της επιείκειας, για την αντιμετώπιση των απαιτήσεων της ραγδαία αναπτυσσόμενης επιχειρηματικής και οικονομικής δραστηριότητας τόσο τοπικώς όσο και διεθνώς, όπως αυτή προκύπτει μέσα από την έκδοση των διαταγμάτων αποκάλυψης γνωστών ως Norwich Pharmacal, αναλύεται με ιδιαίτερη λεπτομέρεια στην προαναφερθείσα υπόθεση Avila Management Services Ltd κ.ά. v. Frantisek Stepanek κ.ά (ανωτέρω). Κρίνω σκόπιμο να παραθέσω το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση του έντιμου Δικαστή του Ανωτάτου Δικαστηρίου κ. Ναθαναήλ, το οποίο περιέχει καθοδηγητική σύνοψη των νομικών αρχών που διέπουν την έκδοση τέτοιων διαταγμάτων: «Από το 1871, με την υπόθεση Upmann v. Elkan
(1871)L.R. 12 Eq. 140, αναγνωρίσθηκε η ύπαρξη δικαιοδοσίας που επιβάλλει καθήκον σε ένα άτομο που αναμείχθηκε με αδικοπραξίες άλλων ώστε να τις διευκολύνει, παρά το γεγονός ότι μπορεί να μην έχει το ίδιο προσωπική ευθύνη, να παραχωρήσει τη βοήθεια του δίδοντας πλήρεις πληροφορίες, αποκαλύπτοντας και τα ονόματα των αδικοπραγούντων. Η αρχή αυτή υιοθετήθηκε από τη Βουλή των Λόρδων στη Norwich Pharmacal - ανωτέρω - , η οποία στη συνέχεια εφαρμόστηκε και αναπτύχθηκε σε σειρά άλλων υποθέσεων, όπως την P v. T Ltd
(1997)1 WLR 1309. Σ' αυτήν, η Norwich Pharmacal επεκτάθηκε έτσι ώστε η αποκάλυψη εναντίον εναγομένου να είναι δυνατό να προσφέρει στον ενάγοντα τη δυνατότητα να χρησιμοποιήσει τους καρπούς της αποκάλυψης για να εγερθεί αγωγή εναντίον τρίτου προσώπου έστω και αν δεν θα ήταν δυνατό να διακριβωθεί χωρίς τις πληροφορίες, κατά πόσο το τρίτο αυτό πρόσωπο, διέπραξε αστικό αδίκημα εναντίον του ενάγοντα. Περαιτέρω, στην Ashworth Hospital Authority v. MGN Ltd
(2002)UKHL 29, η Βουλή των Λόρδων αποφάσισε ότι ως θέμα αρχής δεν χρειάζεται η δικαιοδοσία αποκάλυψης να περιορίζεται στην αποκάλυψη της ταυτότητας του αδικοπραγούντος εναντίον τρίτου προσώπου που αναμείχθηκε στην αδικοπραξία μόνο σε υποθέσεις αστικών αδικημάτων, αλλά η δικαιοδοσία αυτή είναι γενικής φύσεως, στο δίκαιο της επιείκειας, εφαρμόσιμη οποτεδήποτε ένα πρόσωπο, εναντίον του οποίου διατάσσεται η αποκάλυψη, αναμείχθηκε («mixed up») σε παράνομες ενέργειες που επεμβαίνουν και παραβιάζουν τα νόμιμα δικαιώματα του ενάγοντα. Και ενώ αρχικά το διάταγμα εκδιδόταν με αναφορά στην αναγκαιότητα αποκάλυψης της ταυτότητας του αδικοπραγούντος, στην πορεία μετεξελίχθηκε ώστε να είναι δυνατή και η συλλογή διαφόρων σχετικών πληροφοριών, (Mercantile Group (Europe) AG v. Aiyela
(1994)Q.B. 366). Στην Carlton Film Distributors Ltd v. VCI Plc
(2003)EWHC 616, η αρχή επεκτάθηκε ακόμη περαιτέρω ώστε να είναι δυνατή η εφαρμογή της σε προτιθέμενη αγωγή παραβίασης συμβατικών υποχρεώσεων. Η υπόθεση αφορούσε την αποκάλυψη πληροφοριών από τρίτο άτομο το οποίο κατασκεύαζε εμπορεύματα εκ μέρους του προτιθέμενου εναγόμενου στην αγωγή που θα εγειρόταν, ώστε ο προτιθέμενος ενάγων να μπορούσε να διαμορφώσει με ακρίβεια την αξίωση του. Οι πρoϋποθέσεις εξέτασης και έκδοσης διατάγματος Norwich Pharmacal συνοψίστηκαν στην Mitsui & Co Ltd v. Nexen Petroleum UK Ltd
(2005)EWHC 625, όπου λέχθηκε ότι: «(
- i)a wrong must have been carried out, or arguably carried out, by an ultimate wrongdoer; (
- ii)there must be the need for an order to enable action to be brought against the ultimate wrongdoer; and (iii) the person against whom the order is sought must: (
- a)be mixed up in so as to have facilitated the wrongdoing; and (
- b)be able or likely to provide the information necessary to enable the ultimate wrongdoer to be sued.» Σε μετάφραση: «(
- i)πρέπει να έχει λάβει χώραν ή κατ΄ ισχυρισμόν να έχει λάβει χώραν μια αδικοπραξία από ένα τελικό αδικοπραγούντα, (
- ii)πρέπει να διαπιστώνεται ανάγκη για την έκδοση διατάγματος ώστε να είναι δυνατή η έγερση αγωγής εναντίον του τελικού αδικοπραγούντος και (iii) το πρόσωπο εναντίον του οποίου επιδιώκεται η έκδοση πρέπει: (α) να έχει αναμειχθεί κατά τρόπο που να έχει διευκολύνει την αδικοπραξία και (β) να είναι σε θέση ή πιθανόν να είναι σε θέση να παράσχει τις αναγκαίες πληροφορίες που θα καταστήσουν δυνατή την έγερση αγωγής εναντίον του τελικού αδικοπραγούντος.» Βεβαίως, η δυνατότητα έκδοσης του διατάγματος τελεί πάντοτε υπό την αίρεση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου το οποίο δεν θα ικανοποιήσει το αίτημα εάν οι πληροφορίες μπορούν να ληφθούν με κάποιο άλλο διαθέσιμο τρόπο ή το Δικαστήριο δεν πεισθεί ότι υπάρχει πράγματι πρόθεση έγερσης αγωγής εναντίον του αδικοπραγούντος. Περαιτέρω, το Δικαστήριο θα ζυγίσει παράγοντες όπως τη σοβαρότητα της συμπεριφοράς του κατ΄ ισχυρισμόν αδικοπραγούντος, (Interbrew SA v. Financial Times Ltd The Times 4.1.2002). Το ζητούμενο δεν είναι η ευκολία ή η επιθυμία λήψης των πληροφοριών, αλλά η αναγκαιότητα του όλου εγχειρήματος. Εάν υπάρχουν γεγονότα τα οποία χρήζουν διερεύνησης κατά τη δίκη, δεν θεωρείται πρέπον να εκδοθεί διάταγμα τύπου Norwich Pharmacal επί αιτήματος πριν την ίδια τη δίκη. Το διάταγμα δεν αποσκοπεί στην απλή ικανοποίηση της λήψης στοιχείων για σκοπούς περιέργειας.» Χρήσιμη καθοδήγηση προσφέρουν επίσης οι πιο πρόσφατες υποθέσεις Άντρη Αθανασίου κ.ά. v. Ροδόλφου Οντόνι, Πολ. Έφ. αρ. Ε103/14, ημ. 2.12.14, Melouskia Commercial Ltd κ.ά. v. Chumanchenko Alisa κ.ά., Πολ. Έφ. αρ. Ε71/13, ημ. 30.9.14, και Penderhill Holdings Ltd κ.ά. v. Darya Abramchyk κ.ά., Πολ. Έφ. αρ.319/11 και 320/11, ημ. 13.1.14. IV. Σοβαρό Ζήτημα προς Εκδίκαση Η νομική αρχή που καθιερώθηκε στην υπόθεση Norwich Pharmacal Co and others v. Commissioners of Customs & Excise (ανωτέρω) αποτελεί αυτοτελή αιτία αγωγής, η οποία μπορεί να προωθηθεί με αγωγή, όπως και έγινε στην προκειμένη περίπτωση. Εδώ είναι κατάλληλο στάδιο για να εξεταστεί ο λόγος ένστασης που προβάλλεται από τις ομάδες Prospectacy, EOS και VHG ότι οι αιτούμενες με την Αίτηση θεραπείες είναι παρά πολύ παρόμοιες και ή πανομοιότυπες με τις θεραπείες που ζητούνται με το γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο. Αυτό το θέμα έτυχε εξέτασης στην υπόθεση Avila Management (ανωτέρω) στην οποία λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Τέθηκε επίσης ζήτημα ότι δεν ήταν ορθή η χορήγηση των αιτούμενων διαταγμάτων εφόσον μ' αυτά ουσιαστικά αποφασιζόταν και η ίδια η αγωγή. Δεν χορηγείται με άλλα λόγια η ουσιαστική θεραπεία από το ενδιάμεσο στάδιο με αίτηση για προσωρινό μέτρο (Michael v. Brevinos
(1969)1 C.L.R. 578). Το ανεπιθύμητο όμως δεν εξισούται με απαγόρευση. Δεν υπάρχει άκαμπτος κανόνας αποκλεισμού της θεραπείας ενδιαμέσως, αν αυτή ορθά και δικαίως ζητείται, επειδή και η αγωγή ουσιαστικά επιδιώκει το ίδιο πράγμα. Κατ' αρχάς η ενδιάμεση θεραπεία παραμένει ενδιάμεση, αναθεωρήσιμη ανά πάσα στιγμή θεωρηθεί ότι οι περιστάσεις έχουν διαφοροποιηθεί προς τροποποίηση ή ακόμη και ακύρωση του εκδοθέντος διατάγματος. Πρόσθετα, ενώ το εκδοθέν διάταγμα παραχωρείται ως λύση επείγουσας και παρεμπίπτουσας μορφής, οι ίδιες οι θεραπείες που ζητούνται με το κλητήριο, εάν επιτύχουν, χορηγούνται τελεσίδικα και στο διηνεκές, (δέστε και Zena Company Ltd v. Demenian Catering Ltd - ανωτέρω -). Εξαρτάται από την κρίση του Δικαστηρίου, αναλόγως των περιστάσεων (Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co. Ltd
(2002)1 Α.Α.Δ. 2015).» Η ίδια νομική προσέγγιση παρατηρείται και στη μεταγενέστερη υπόθεση Penderhill Holdings Ltd κ.ά. v. Abramchyk κ.ά., Πολ. Έφ. Αρ. 319/11 και 320/11, ημ. 12.1.14. Στην εν λόγω υπόθεση γίνεται παραπομπή στις Parico Aluminium Designs v. Muskita Aliminium Co Ltd κ.ά.
(2002)1 A.A.Δ. 2015 και Κουνούνα ν. F & A Simonos Ltd
(2002)1(Β) A.A.Δ. 1361, στις οποίες λέχθηκε πως το ζήτημα παροχής ταυτόσημων θεραπειών με την αγωγή, δεν αποκλείεται και πως αυτό πάντοτε εξετάζεται ως προς τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης και αποτελεί ζήτημα ειδικών περιστάσεων. Με γνώμονα τις πιο πάνω νομικές αρχές και με βάση τα γεγονότα της υπό κρίση υπόθεσης, το Δικαστήριο αδυνατεί να καταλήξει πως το γεγονός ότι οι αιτούμενες με την Αίτηση θεραπείες είναι σχεδόν ταυτόσημες με τις θεραπείες που ζητούνται με την αγωγή απαγορεύει και αποκλείει αφ΄ εαυτού τη χορήγηση τους στο ενδιάμεσο αυτό στάδιο και δεν θα αποτελούσε λόγο για τη μη έγκριση της Αίτησης. Με βάση το περιεχόμενο της γενικής οπισθογράφησης του κλητηρίου εντάλματος, καθώς και της ένορκης δήλωσης, διαφαίνεται η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, το οποίο αφορά ένα πλέγμα μεγάλου αριθμού εταιρειών, συναλλαγών, εγγράφων, τραπεζικών λογαριασμών και άλλων στοιχείων. V. Ορατή Πιθανότητα Επιτυχίας - Αδικοπραξία Με βάση όσα αναφέρονται ανωτέρω, διαφαίνεται πως βασικός ισχυρισμός του Ενάγοντος είναι ότι οι άλλοι δύο μέτοχοι των εταιρειών (AR και OE) στις οποίες δικαιούχοι είναι και οι τρεις, συνωμότησαν και εφάρμοσαν ένα δόλιο και πολύπλοκο σχέδιο μέσω σειράς αδικοπραξιών με σκοπό την αποξένωση των περιουσιακών στοιχείων των εν λόγω εταιρειών προς όφελος τους, αποστερώντας έτσι από τον Ενάγοντα το μερίδιο της δικής του δικαιωματικής ιδιοκτησίας. Στην ένορκη του δήλωση ο Ενάγων ισχυρίζεται αρχικά πως οι κατ΄ ισχυρισμόν δόλιες ενέργειες των δύο άλλων μετόχων περιλαμβάνουν την κλοπή περιουσίας, η οποία του ανήκει δικαιωματικά, αξίας πέραν των 6,500,000,000 Ρωσικών Ρουβλιών (παρ. 16). Σε κατοπινό στάδιο ισχυρίζεται πως η αξία των περιουσιακών στοιχείων των νομικών οντοτήτων στη Ρωσία, στις οποίες είναι δικαιούχος, ανήρχετο στα 6,565,000,000 Ρωσικά Ρούβλια (€160 εκ.) κατά τον Απρίλιο του 2012 (παρ. 44), και επομένως με βάση το ποσοστό συμμετοχής του δικαιωματικά κατέχει και δικαιούται ποσό 3,100,000,000 Ρωσικά Ρούβλια (€76 εκ.) (παρ.162). Ο ΑΠ αναφέρει πως αυτοί οι ισχυρισμοί του Ενάγοντος είναι αντιφατικοί μεταξύ τους. Το Δικαστήριο δεν υιοθετεί αυτή τη θέση. Όντως παρατηρείται μία αντίφαση στις αρχικές θέσεις του Ενάγοντος, όμως τελικώς το θέμα ξεκαθαρίζεται στην πορεία με τον καθορισμό της συνολικής αξίας των περιουσιακών στοιχείων των εταιρειών και του μεριδίου που αντιστοιχεί στον Ενάγοντα καθώς επίσης και την παρουσίαση πίνακα στον οποίο φαίνεται αναλυτικά η αξία των περιουσιακών στοιχείων της κάθε εταιρείας (παρ. 161). V.1 Αποκάλυψη δόλιου σχεδίου Ο Ενάγων ισχυρίζεται ότι το δόλιο σχέδιο τόσο των AR και OE όσο και του ΑΠ αποκαλύφθηκε στον ίδιο από τον ΑΠ από τις 16.2.13 σε συνάντηση τους και ακολούθως μέσω ηλεκτρονικών μηνυμάτων του ΑΠ, Τεκμήρια 72-
- Ο ΑΠ απορρίπτει τον ισχυρισμό για δικά του δόλια σχέδια και προβάλλει διαφορετική εικόνα των γεγονότων. Ειδικότερα, ο ΑΠ αναφέρει πως ο Ενάγων είχε αντιληφθεί ότι οι δύο συνέταιροι του θα προέβαιναν σε πώληση των περιουσιακών στοιχείων του ομίλου εταιρειών, μέσω (νομότυπων) αποφάσεων της πλειοψηφίας, και έτσι αυτός προσπαθούσε να αποτρέψει τέτοιες ενέργειες. Γι΄ αυτό ο Ενάγων ζήτησε και στηρίχθηκε στη βοήθεια του ΑΠ, ο οποίος με τη δική του στάση θα εξασφάλιζε χρόνο μέχρι την υπογραφή της συμφωνίας μετόχων με την οποία δεν θα μπορούσε να γίνει η πώληση. Πράγματι, αυτή είναι η εικόνα που αντικατοπτρίζεται μέσα από το ηλεκτρονικό μήνυμα, Τεκμήριο 4Β στην ένορκη δήλωση του ΑΠ. Ως εκ τούτου ο ισχυρισμός του Ενάγοντος για εκούσια ανάμειξη του ΑΠ στο δόλιο σχέδιο των συνεταίρων του αντικρούεται επαρκώς από την ομάδα Πέτρου. Επιπλέον, από το σύνολο των Τεκμηρίων 72-77 διαφαίνεται η διαφωνία αλλά και η δυσφορία του ΑΠ όσον αφορά τις ενέργειες και επιθυμίες από τη μια του Ενάγοντος και από την άλλη των συνεταίρων του με αποτέλεσμα ο ίδιος να εκφράζει τη σκέψη να παραιτηθεί. Αυτές οι διαπιστώσεις του Δικαστηρίου όμως δεν συνεπάγονται αφ΄ εαυτών ότι οι συνέταιροι δεν προχώρησαν στην υλοποίηση του σχεδίου τους με στόχο πάντοτε την αποξένωση των περιουσιακών στοιχείων του ομίλου προς όφελος τους και εις βάρος του Ενάγοντος, θέμα το οποίο απασχολεί κατωτέρω. Επί του ίδιου θέματος το Δικαστήριο παρατηρεί πως ο ισχυρισμός του Ενάγοντος ότι ο ΑΠ τον ενημέρωσε ότι στο Τεκμήριο 74 περιλαμβάνονται χειρόγραφα σχεδιαγράμματα της OE τα οποία αποκαλύπτουν το δόλιο σχέδιο της αντικρούεται από τον ΑΠ, ο οποίος δηλώνει ότι δεν γνωρίζει από ποιον έγιναν τα σχεδιαγράμματα, αρνούμενος ανάμειξη του δικού του γραφείου στην κατάρτιση τους. Ο Ενάγων επισυνάπτει Έκθεση εμπειρογνώμονα του Υπουργείου Εσωτερικών της Ρωσίας ημ. 28.2.14, Τεκμήρια 75 και 75Α, στην οποία αναφέρεται ότι τα χειρόγραφα σχεδιαγράμματα καταρτίστηκαν διά χειρός της OE. Ο ΑΠ με τη σειρά του επισυνάπτει Έκθεση ημ. 4.5.14 από ιδιώτη εμπειρογνώμονα - γραφολόγο στην Κύπρο, Τεκμήριο 9, στην οποία αναφέρεται πως το γραφολογικό συμπέρασμα τελεί πάντοτε υπό την επιφύλαξη ότι η έρευνα έγινε από φωτοτυπία και πως το αποτέλεσμα δύναται να διαφοροποιηθεί όταν η έρευνα γίνει από το πρωτότυπο. Επί τούτου το Δικαστήριο παρατηρεί μόνο πως, με βάση τα τεθέντα ενώπιον του στοιχεία, υπάρχει μαρτυρία που καταδεικνύει ότι τα σχεδιαγράμματα έγιναν από την OE, στοιχείο που κρίνεται επαρκές για τις ανάγκες του ενδιάμεσου αυτού σταδίου. V.2 Ισχυριζόμενες αδικοπραξίες Οι ισχυριζόμενες αδικοπραξίες μπορούν να διαχωριστούν στις βασικές ακόλουθες ενέργειες: V.2.1 Λήψη αποφάσεων και παροχή οδηγιών κατά πλειοψηφία Προς υλοποίηση του στόχου τους οι AR και OE έδιναν από κοινού οδηγίες προς τους εμπλεκόμενους Εναγομένους, ως παροχέων υπηρεσιών στις εν λόγω εταιρείες δυνάμει των συμφωνιών παροχής υπηρεσιών. Είναι ο ισχυρισμός του Ενάγοντος ότι οι οδηγίες δίνονταν κατά παράβαση των προνοιών των συμφωνιών παροχής υπηρεσιών εφόσον αυτές δίνονταν κατόπιν αποφάσεων ειλημμένων κατά πλειοψηφία των μετόχων και όχι ομόφωνα. Αποτελεί αντικείμενο έντονης αντιπαράθεσης μεταξύ των μερών, ήτοι Ενάγοντος και ομάδας Πέτρου, το κατά πόσον οι συμφωνίες παροχής υπηρεσιών προνοούσαν για την εκτέλεση ομόφωνων αποφάσεων, ήτοι και από τους τρεις μετόχους - δικαιούχους των εταιρειών, ή όχι. Αρχικά οι δύο πλευρές διαφωνούν όσον αφορά το περιεχόμενο αυτών των συμφωνιών και όσον αφορά τις συνθήκες και τους λόγους οι οποίοι οδήγησαν στην υπογραφή τους. Ο Ενάγων αναφέρει ότι όλες οι συμφωνίες υπεγράφησαν στις 6.2.13 και ότι αυτές ως επί το πλείστον είναι σχεδόν πανομοιότυπες με διαφορετικό διοικητικό σύμβουλο, μέτοχο και γραμματέα. Βεβαίως αντίγραφα όλων των συμφωνιών επισυνάπτονται στην ένορκη δήλωση του Ενάγοντος με αποτέλεσμα να έχει αποκαλυφθεί το περιεχόμενο τους. Το Δικαστήριο δύναται να εξαγάγει το δικό του συμπέρασμα ότι όντως όλες οι συμφωνίες έχουν το ίδιο κείμενο, ως η θέση του ΑΠ. Ο Ενάγων επισυνάπτει ηλεκτρονικό μήνυμα του ΑΠ ημ. 7.2.13, Τεκμήρια 51 και 51Α, και ισχυρίζεται ότι με αυτό ο ΑΠ του απέστειλε συμφωνία παροχής υπηρεσιών αναφορικά με τη Devspace, χωρίς ο πρώτος να γνωρίζει κατά πόσον αυτή έχει υπογραφεί. Ο ΑΠ επιβεβαιώνει την υπογραφή αυτής της συμφωνίας και ισχυρίζεται ότι οι συμφωνίες είναι οι ίδιες και στάληκαν όλες μαζί στα πλαίσια εφαρμογής του Ν.196(Ι)/12, όπως επιβεβαιώνεται από το ηλεκτρονικό μήνυμα του ΑΠ ημ. 7.2.13, Τεκμήρια 3Α και 3Β της ένορκης του δήλωσης. Το βασικό κείμενο του εν λόγω ηλεκτρονικού μηνύματος συνάδει με αυτό που επισυνάπτει ο Ενάγων, πλην όμως παρατηρούνται και κάποιες διαφορές. Συγκεκριμένα, φαίνεται ότι σε αυτό το μήνυμα, στα Τεκμήρια 3Α και 3Β, είναι συνημμένες οι συμφωνίες που αφορούν όλες τις εταιρείες, ενώ κάτι τέτοιο δεν φαίνεται στα Τεκμήρια 51 και 51Α και υπάρχουν κάποιες διαφορές ως προς τη σειρά παράθεσης αποστολέα, παραλήπτη και θέματος αλλά και ως προς την αναγραφόμενη ώρα. Με αυτά τα δεδομένα, το Δικαστήριο αδυνατεί να προβεί σε οποιαδήποτε διαπίστωση αναφορικά είτε με τη γνησιότητα του Τεκμηρίου 51 είτε με την παραποίηση αυτού από τον Ενάγοντα όπως του αποδίδεται από την ομάδα Πέτρου. Αποτελεί ισχυρισμό του Ενάγοντος ότι πριν την υπογραφή των συμφωνιών οποιαδήποτε απόφαση και ή σημαντική απόφαση που αφορούσε τις εταιρείες Katton, Normark, Shorleson, Belleman και Brodelle λαμβανόταν κατόπιν κοινών και ομόφωνων οδηγιών των τριών δικαιούχων μετόχων και όχι με πλειοψηφία. Ο ΑΠ αντικρούει αυτόν τον ισχυρισμό λέγοντας ότι στα οκτώ πρώτα χρόνια της συνεργασίας τους, η εντολή συνήθως δινόταν από τον Ενάγοντα μόνο και ουδέποτε υπήρξε οποιοδήποτε πρόβλημα. Επίσης αναφέρει πως οι συμφωνίες παροχής υπηρεσιών δεν προνοούσαν ότι οι οδηγίες θα πρέπει να είναι ομόφωνες. Προς τούτο ο ΑΠ επισυνάπτει ηλεκτρονικό μήνυμα του Ενάγοντος ημ. 7.3.13, Τεκμήρια 4Α και 4Α1, στο οποίο πράγματι δηλώνει ρητώς ότι αναγνωρίζει τη νομιμότητα της λήψης απόφασης διά πλειοψηφίας αναφορικά με την πώληση μετοχών και εγείρει κάποια ερωτήματα. Ακόμη ο ΑΠ αναφέρει πως ακριβώς επειδή πλέον ο Ενάγων άρχισε να διαφωνεί με τις αποφάσεις της πλειοψηφίας έδωσε οδηγίες στον ΑΠ για την ετοιμασία συμφωνιών μεταξύ των μετόχων (shareholders' agreements) οι οποίες θα περιείχαν πρόνοια για λήψη αποφάσεων με 75% πλειοψηφία, συμπεριλαμβανομένου και του θέματος της πώλησης μετοχών. Το σχετικό ηλεκτρονικό μήνυμα επισυνάπτεται ως Τεκμήρια 5 και 5Α, και αφορά τις εταιρείες Belleman, Brodelle, Shorleson, Normark, Katton κ.ά. Επίσης ο ΑΠ παραπέμπει στο περιεχόμενο των συμφωνιών για να καταδείξει ότι η μόνη πρόνοια η οποία απαιτούσε ομόφωνη απόφαση αφορούσε στον τερματισμό της συμφωνίας, όπου και γίνεται ρητή αναφορά σε ανάγκη ύπαρξης γραπτής ειδοποίησης των δικαιούχων μετόχων που ενεργούν από κοινού («acting jointly»). Οι ισχυρισμοί του ΑΠ δεν έτυχαν οποιασδήποτε αμφισβήτησης από την πλευρά του Ενάγοντος, ο οποίος δεν επιχείρησε ούτε την καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης ούτε την αντεξέταση του ΑΠ. Η εισήγηση του δικηγόρου του Ενάγοντος ότι δεν υπήρχε τέτοια δυνατότητα δεν με βρίσκει σύμφωνη καθότι θα μπορούσαν να είχαν επιχειρηθεί και τα δύο πιο πάνω διαβήματα. Αντιθέτως, θεωρώ ότι οι θέσεις του ΑΠ αναφορικά με τα εν λόγω γεγονότα αντικρούουν επαρκώς τους ισχυρισμούς του Ενάγοντος. Όμως το Δικαστήριο θεωρεί πως η ερμηνεία των συμφωνιών παροχής υπηρεσιών είναι νομικό θέμα για το οποίο οι δύο πλευρές εκφράζουν μεν διαφορετική άποψη, πλην όμως το Δικαστήριο δεν δύναται να εκφέρει τελική εκτίμηση για σκοπούς της παρούσας ενδιάμεσης διαδικασίας. V.2.2 Παράνομη Μεταβίβαση μετοχών της Gustobravo από τη Wilten στην Katton χωρίς τη συγκατάθεση του Ενάγοντος Το γεγονός της υπογραφής των συμφωνιών προτίμησης μετοχών είναι κοινώς αποδεκτό και αυτές επισυνάπτονται ως Τεκμήρια 25 και 26 στην ένορκη δήλωση του Ενάγοντος. Όντως, όπως αναφέρεται και από τον ΑΠ, στις εν λόγω συμφωνίες προβλέπεται ότι αυτές διέπονται από το Αγγλικό δίκαιο και ότι οποιαδήποτε διαφορά προκύψει επί αυτών θα επιλυθεί μέσω παραπομπής σε διαιτησία. Είναι γεγονός ότι στο ηλεκτρονικό μήνυμα του ΑΠ, Τεκμήριο 86 στην ένορκη δήλωση του Ενάγοντος, δεν αποκαλύπτεται ευθέως δόλια εξάσκηση της αγοράς των μετοχών, ως ο ισχυρισμός του Ενάγοντος. Εκείνο όμως που προκύπτει από το περιεχόμενο του είναι πως οι σχετικές αποφάσεις μπορούσαν μεν να ληφθούν με πλειοψηφία, αλλά παράλληλα εκφράζεται η υποψία για το θέμα της αξίας, εξ ου και ο ΑΠ στο ίδιο μήνυμα αναφέρεται σε πιθανότητα έγερσης παράγωγης αγωγής ή αμυδρή πιθανότητα καταπίεσης του μετόχου μειοψηφίας. V.2.3 Άνοιγμα καινούργιων μυστικών λογαριασμών Ο Ενάγων ισχυρίζεται ότι πληροφορήθηκε από τον ΑΠ για το άνοιγμα νέων λογαριασμών που έγινε κατόπιν οδηγιών των AR και OE, εν αγνοία του (Ενάγοντος), και χωρίς ο ίδιος να έχει πρόσβαση σε αυτούς με οποιονδήποτε τρόπο. Είναι γεγονός ότι στα Τεκμήρια 82 και 83, ηλεκτρονικά μηνύματα που του αποστάλησαν από τον ΑΠ, ο Ενάγων φαίνεται να ενημερώνεται (εκ των υστέρων) για το θέμα και να ρωτά για τους εν λόγω λογαριασμούς. Από το περιεχόμενο των εν λόγω Τεκμηρίων δεν προκύπτει όμως πως ο Ενάγων είχε πλήρη γνώση και πρόσβαση σε αυτούς τους νέους λογαριασμούς, αλλά αντιθέτως καταδεικνύεται το ενδιαφέρον του να μάθει γι΄ αυτούς και περί του κατά πόσον είχε τη δυνατότητα να ελέγχει μεταφορές χρημάτων μεταξύ των παλαιών και των νέων λογαριασμών. Το Δικαστήριο επίσης δεν συμφωνεί με την αποσπασματική ερμηνεία που δίδεται στη θέση του Ενάγοντος η οποία περιλαμβάνεται στο ηλεκτρονικό μήνυμα του ΑΠ προς τον Ενάγοντα, Τεκμήριο
- Είναι γεγονός ότι ο Ενάγων εκφράζει τη θέση πως θα παρεμποδίσει πληρωμές σε νέους λογαριασμούς, όμως αυτό λέχθηκε σε άλλο πλαίσιο. Συγκεκριμένα η θέση του Ενάγοντος είναι ότι, εντοπίζοντας νέες συμφωνίες και λογαριασμούς, θα παγοποιούσε τις πληρωμές και θα άρχιζε να διερευνά πώς προέκυψαν αυτές οι συμφωνίες, ποιος τις ετοίμασε και για ποιον σκοπό. Επίσης ο Ενάγων θα έστελνε επιστολή στον ΑΠ ζητώντας τις ίδιες πληροφορίες για τους νέους λογαριασμούς, ήτοι πώς προέκυψαν, ποιος έδωσε οδηγίες για το άνοιγμα τους και για ποιον σκοπό. Όπως έχει λεχθεί, ο Ενάγων ισχυρίζεται ότι το άνοιγμα αυτών των λογαριασμών έγινε μυστικά και κατά παράβαση των όρων των συμφωνιών παροχής υπηρεσιών, οι οποίες απαιτούσαν ομόφωνες οδηγίες. Όπως ορθώς επισημαίνει ο ΑΠ, όλοι οι λογαριασμοί εκτός ενός, ανοίχθηκαν πριν τις 6.2.13, ήτοι πριν την υπογραφή και έναρξη ισχύος των εν λόγω συμφωνιών. Έτσι το Δικαστήριο θεωρεί πως οι σχετικοί ισχυρισμοί του Ενάγοντος εκβαραθρώνονται εφόσον η βάση αυτών έχει καταρριφθεί. Οι ισχυρισμοί του Ενάγοντος αναφορικά με το άνοιγμα των μυστικών λογαριασμών στη Λετονία και η θέση του ότι τέτοιες πληροφορίες περιήλθαν εις γνώση του από τις Ρωσικές αρχές στις 23.10.14 δεν αντικρούονται από οποιονδήποτε των Εναγομένων, ο δε ΑΠ δηλώνει άγνοια γι΄ αυτούς. V.2.4 Μεταβίβαση κεφαλαίων στους μυστικά ανοιγμένους τραπεζικούς λογαριασμούς Ο Ενάγων αναφέρεται σε τρεις μεταφορές χρημάτων, μία στις 13.3.13 και δύο στις 14.3.13, εκάστη ποσού 169 εκ. Ρωσικών Ρουβλιών, οι οποίες είναι σύμφωνες με το χειρόγραφο σχεδιάγραμμα της OE. Ο ΑΠ αντικρούει αυτή τη θέση λέγοντας ότι μεταφορές τέτοιου ποσού γίνονταν κατά δεκάδες με αίτημα μετατροπής του σε Δολάρια καθότι ότι ο ΑΠ είχε τη δυνατότητα μετατροπής σε πολύ συμφέρουσες ισοτιμίες λόγω συμφωνίας που είχε με την τράπεζα. Τα Τεκμήρια 10 και 11 τα οποία επισυνάπτονται στην ένορκη δήλωση του ΑΠ πράγματι ομιλούν για μετατροπή, όμως δεν αφορούν το ποσό των 169 εκ. Ρωσικών Ρουβλιών. Ο ΑΠ αρνείται τον ισχυρισμό ότι οι μεταφορές έγιναν σύμφωνα με το σχεδιάγραμμα, όμως θεωρώ ότι τέτοια γενική άρνηση δεν είναι ικανή να αντικρούσει τον ισχυρισμό του Ενάγοντος. Ο Ενάγων ισχυρίζεται περαιτέρω ότι δεν γνωρίζει τι απέγινε το τελευταίο ποσό των 169 εκ. το οποίο στις 14.3.13 μεταφέρθηκε σε λογαριασμό πελατών του ΑΠ μέχρι την παγοποίηση του ως αποτέλεσμα της τραπεζικής κρίσης στην Κύπρο. Ο ΑΠ αντικρούει αυτόν τον ισχυρισμό λέγοντας ότι τα χρήματα που απέμειναν μετά το "κούρεμα", μεταφέρθηκαν πίσω στον λογαριασμό της Shorleson, κάτι το οποίο ο Ενάγων γνώριζε πολύ καλά και ήταν σε θέση να μάθει μέσω των τραπεζικών καταστάσεων. Πράγματι οι καταστάσεις λογαριασμού της Shorleson, Τεκμήριο 12 στην ένορκη δήλωση του ΑΠ, φαίνεται να επιβεβαιώνουν τις θέσεις του ΑΠ. Ο Ενάγων παραθέτει στοιχεία αναφορικά με μεταφορές χρημάτων που έγιναν μεταξύ 21.5.13 και 17.7.
- Είναι κοινώς αποδεκτό ότι η πρώτη φαίνεται να αντιπροσωπεύει μερίσματα της θυγατρικής LLC Center Complektacil Metallom δυνάμει ψηφίσματος της Devspace ημ. 29.3.13, Τεκμήριο 89 και 89Α στην ένορκη δήλωση του Ενάγοντος. Η διενέργεια όλων των μεταφορών αναγνωρίζεται επίσης από τον ΑΠ, ο οποίος βεβαίως ισχυρίζεται ότι αυτές ήταν σε γνώση του Ενάγοντος. Ο Ενάγων όμως αναφέρει ότι είχε πρόσβαση στο ηλεκτρονικό σύστημα για την εξέταση των λογαριασμών μόνο μέχρι τις 4.6.13, επομένως έχει καταδείξει αδυναμία γνώσης του για την περαιτέρω διακίνηση των χρημάτων. Τέλος ο Ενάγων ισχυρίζεται ότι αυτές οι μεταφορές, καθώς επίσης και μια μεταγενέστερη στις 16.8.13, έγιναν κατά παράφωρη παράβαση των συμφωνιών παροχής υπηρεσιών, (θέμα το οποίο έχει απασχολήσει ανωτέρω), ως επίσης και ότι ισοδυναμούν με δόλο και απάτη εκ μέρους των AR και OE, ισχυρισμός ο οποίος δεν φαίνεται να έχει αντικρουστεί. V.2.5 Αξιολόγηση των Gustobravo και Formitura στην Κύπρο Είναι παραδεκτό από τον Ενάγοντα και την ομάδα VHG ότι το 2013 η VHG προέβη σε δύο εκθέσεις αξιολόγησης της κατώτατης αξίας των μετοχών των εταιρειών Gustobravo και Formitura. Ο Ενάγων ισχυρίζεται ότι οι AR και OE προχώρησαν σε αυτή την αξιολόγηση, ενώ ο VG αντικρούει αυτόν τον ισχυρισμό λέγοντας ότι οι εκθέσεις ζητήθηκαν από τα συμβούλια των εταιρειών, στα οποία και αποστάληκαν οι ετοιμασθείσες εκθέσεις. Ο Ενάγων αντιπαραβάλλει τις εκθέσεις της VHG, τόσο αναφορικά με τον όγκο τους όσον και αναφορικά με την εκτιμηθείσα αξία, με δύο αντίστοιχες εκθέσεις που ετοιμάστηκαν από Ρώσο ειδικό. Ειδικότερα ο Ενάγων αναφέρει ότι οι εκθέσεις της VHG αποτελούνται από τρεις σελίδες ενώ αυτές του Ρώσου ειδικού από περισσότερες των εκατόν εκάστη και ότι στις εκθέσεις της VHG η μεν αξία των μετοχών της Gustobravo είχε υποτιμηθεί περισσότερο από πέντε φορές, της δε Formitura περισσότερο από οκτώ φορές. Ο VG ισχυρίζεται ότι οι εκθέσεις έγιναν με βάση όλες τις ορθές και προβλεπόμενες διαδικασίες. Το Δικαστήριο σημειώνει ότι ουδεμία ειδικότερη αναφορά γίνεται περί του περιεχομένου των εκθέσεων του Ρώσου ειδικού και κυρίως στις δικές του εκτιμήσεις. Ο VG αντικρούει επίσης τον ισχυρισμό ότι τα Τεκμήρια 93 και 94, τα οποία επισυνάπτονται στην ένορκη δήλωση του Ενάγοντος ως οι εκτιμήσεις, αποτελούν αυτούσιες τις εκτιμήσεις λέγοντας ότι αυτά αποτελούν επιστολές με τα κύρια σημεία των εκθέσεων αξιολόγησης. Είναι γεγονός ότι τα εν λόγω Τεκμήρια απευθύνονται στα διοικητικά συμβούλια των εταιρειών, ότι σε αυτά αναφέρεται ότι οι αξιολογήσεις έγιναν κατόπιν αιτήματος τους (και όχι ονομαστικά των AR και OE) και ακόμη ότι αυτά συνιστούν επιστολές και όχι αυτούσιες τις εκθέσεις αξιολόγησης. Ο VG σημειώνει επίσης ότι ο Ενάγων ουδέποτε του ζήτησε τις εκθέσεις, τις οποίες ο VG θα του έδινε νοουμένου ότι θα εξασφάλιζε την έγκριση των διοικητικών συμβουλίων των εταιρειών. Επίσης ο VG δηλώνει ότι πληροφορήθηκε για τη διαφωνία και σύγκρουση συμφερόντων μεταξύ του Ενάγοντος και των συνεταίρων του μόνο μετά την παράδοση των εκθέσεων. Αυτοί οι ισχυρισμοί του VG παρέμειναν αναντίλεκτοι. V.2.6 Πώληση των μετοχών της Formitura και της Gustobravo Ο Ενάγων παρουσιάζει την επιστολή που στάληκε από τον ΑΠ περί τον Φεβρουάριο του 2013, Τεκμήριο 95, ως μία «ψεύτικη ειδοποίηση συνεδρίασης» για να αποφευχθεί η παρουσία του σε αυτή και έτσι να προχωρήσει η απόφαση για πώληση. Είναι γεγονός ότι η εν λόγω επιστολή περιορίζεται μόνο σε αναφορά για επιβολή τελών για τα έτη 2012 και 2013 και τις συνέπειες παράλειψης καταβολής τους, όπως ορθώς επισημαίνει ο ΑΠ. Είναι επίσης γεγονός ότι τελικώς στάληκαν ειδοποιήσεις στον Ενάγοντα για τη σύγκληση συνεδριών των δικαιούχων ιδιοκτητών της Normark και της Katton με κύριο θέμα την πώληση των μετοχών της Formitura και Gustobravo αντίστοιχα, Τεκμήρια 96 και 96Α. Ο Ενάγων επισυνάπτει τα πρακτικά της συνεδρίας των πραγματικών μετόχων της Normark, Τεκμήριο 98, τα οποία αποτυπώνουν πλήρως το τι διημείφθη σε αυτή. Είναι γεγονός ότι η απόφαση λήφθηκε με πλειοψηφία (των άλλων δύο μετόχων), κάτι το οποίο ο Ενάγων δεν αμφισβήτησε. Όμως ο Ενάγων εξέφραζε συνεχώς την επιθυμία του να δει την πρόταση του αγοραστή, τους τελικούς όρους της συμφωνίας αγοράς, έκθεση εκτίμησης και άλλα στοιχεία για να μπορέσει να τοποθετηθεί επί της πρότασης για την πώληση. Το Δικαστήριο επίσης παρατηρεί μία ασυνέπεια στις θέσεις των άλλων δύο μετόχων, ήτοι ισχυρίζονται από τη μια, ότι θα του έδιναν αργότερα κάποια στοιχεία και από την άλλη, ότι του τα έχουν δώσει όλα. Για σκοπούς της παρούσας διαδικασίας, το Δικαστήριο περιορίζεται στη διαπίστωση περί της λήψης και υλοποίησης της απόφασης πώλησης, σημειώνοντας παράλληλα τις επιφυλάξεις του Ενάγοντος ότι πρόκειται για μία δόλια απόφαση με δυσμενείς όρους για την πωλήτρια εταιρεία. Ο δε ισχυρισμός του Ενάγοντος ότι η απόφαση εκτελέστηκε κατά παράβαση των συμφωνιών παροχής υπηρεσιών λόγω οδηγιών μόνο από την πλειοψηφία έχει απασχολήσει ανωτέρω. Ανάλογη διαδικασία ακολουθήθηκε και στη συνεδρία των πραγματικών μετόχων της Katton, Τεκμήριο 101, και ισχύουν οι ίδιες διαπιστώσεις του Δικαστηρίου. Σύμφωνα με τον Ενάγοντα, στις 15.4.13 οι μετοχές της Formitura μεταβιβάστηκαν από τη Normamrk στη Nequam Ltd και οι μετοχές της Gustobravo μεταβιβάστηκαν από την Katton στη Mowebray Ltd. Ο Εναγόμενος 37 ήταν ο διοικητικός σύμβουλος της Mowebray, για τον οποίον ο Ενάγων πιστεύει πως δεν ήταν ο πραγματικός αγοραστής και ιδιοκτήτης της εταιρείας αλλά ότι παρείχε ονομαστικές υπηρεσίες ως μέτοχος και διοικητικός σύμβουλος αυτής. Αυτή η θέση του Ενάγοντος δεν αντικρούστηκε από την ομάδα Πέτρου, καθότι ο ΑΠ περιορίστηκε στην αναφορά πως οι αποφάσεις για την πώληση των μετοχών λήφθηκαν κατά πλειοψηφία. V.2.7 Τροποποίηση των καταστατικών των Katton, Normark και Shorleson Είναι κοινώς αποδεκτό πως οι τροποποιήσεις στα καταστατικά των προαναφερόμενων τριών εταιρειών αναφορικά με την αλλαγή ελέγχου («change of control») έχουν ψηφιστεί την 1.4.13, όπως φαίνεται στα Τεκμήρια 105-
- Ο ισχυρισμός του Ενάγοντος πως αυτές έγιναν εν αγνοία του και χωρίς τη δική του έγκριση δεν έχει αντικρουστεί από την ομάδα Πέτρου. Ο Ενάγων εξηγεί πώς αυτές οι τροποποιήσεις δυνατό να χρησιμοποιηθούν από τους συνεταίρους του για την υλοποίηση των στόχων τους και να αποστερήσουν τον ίδιο από όλα τα δικαιώματα του ως μετόχου των εν λόγω εταιρειών. Ο ΑΠ ισχυρίζεται πως οι τροποποιήσεις δεν αφορούν τον Ενάγοντα ούτε και τους συνεταίρους του, εφόσον αυτές αφορούν κατόχους μετοχών που είναι νομικά και όχι φυσικά πρόσωπα. Παραπέμπει επίσης στο καταστατικό της Katton, Τεκμήριο 13 στην ένορκη του δήλωση, για να καταδείξει πως ο Ενάγων αποκρύβει τα δικαιώματα προτίμησης και τους περιορισμούς που υπάρχουν ήδη στη μεταβίβαση των μετοχών. Το Δικαστήριο δεν δύναται σε αυτό το στάδιο να προβεί σε ερμηνεία των εγγράφων και σε οποιαδήποτε τελικά συμπεράσματα. Αρκείται μόνο στη διαπίστωση πως ο Ενάγων έχει καταδείξει τη δυνατότητα και πρόθεση των συνεταίρων όπως μέσω των τροποποιήσεων (οι συνέταιροι) ελέγχουν τις πράξεις του (Ενάγοντος) και αποτρέψουν την πώληση των μετοχών του (Ενάγοντος) σε τρίτα πρόσωπα, επικαλούμενος και δήλωση συνεργού των συνεταίρων του προς τη Ρωσική αστυνομία. V.2.8 Μεταφορά των μετοχών που κατέχονταν από τους AR και OE προς τη Fideler Είναι κοινώς αποδεκτό γεγονός ότι οι εν λόγω μεταβιβάσεις έγιναν. Ο Ενάγων ισχυρίζεται ότι η Fideler είναι εταιρεία η οποία ελέγχεται από τους AR και OE και ότι με τη μεταβίβαση αυτή επήλθε αλλαγή ελέγχου κατά παράβαση των προνοιών των προαναφερόμενων τροποποιήσεων με αποτέλεσμα αυτή να θεωρείται άκυρη. Ο ΑΠ ισχυρίζεται ότι δεν επήλθε αλλαγή του ελέγχου εν τη εννοία του τροποποιημένου καταστατικού, εφόσον οι AR και OE αντί να κατέχουν τις μετοχές ξεχωριστά τις κατέχουν μέσω εταιρείας. Διαπιστώνεται ότι οι δύο πλευρές εκφέρουν διαφορετική νομική άποψη επί των προνοιών του καταστατικού, κάτι για το οποίο όμως δεν ενδείκνυται όπως το Δικαστήριο καταλήξει στο παρόν ενδιάμεσο στάδιο σε τελική κρίση επί της ορθής ερμηνείας. V.2.9 Πώληση των μετοχών της Devspace Η πώληση του 99,9% των μετοχών της Devspace στη Larscop κατόπιν κοινής απόφασης των AR και OE ως των τελικών δικαιούχων μετόχων στη Fideler, επιβεβαιώνεται από το Ψήφισμα, Τεκμήριο 112 στην ένορκη δήλωση του Ενάγοντος. Οι ισχυρισμοί του Ενάγοντος για πώληση σε τιμή πολύ χαμηλότερη της πραγματικής αξίας δεν θεωρώ ότι αντικρούονται από τον ΑΠ δεδομένου ότι αυτός προβαίνει σε μία γενική άρνηση και απλώς ισχυρίζεται ότι αυτές έγιναν καθόλα νόμιμα. Όσον αφορά τη μεταβίβαση, αυτή έγινε στις 2.8.13, καθ΄ ον χρόνο η ομάδα Πέτρου δεν είχε πλέον σχέση με την εταιρεία. V.2.10 Μεταβίβαση της διαχείρισης των Gustobravo, Formitura, Devspace, Cubelle, Mietanmare, Brodelle και Belleman από τον ΑΠ στην Prospectacy Είναι κοινώς παραδεκτό ότι στις 10.5.13 η διαχείριση των πιο πάνω εταιρειών μεταφέρθηκε στην Prospectacy πλην της διαχείρισης της Devspace που έγινε στις 9.7.
- Ο Ενάγων ισχυρίζεται ότι αυτό έγινε κατά παράβαση των συμφωνιών παροχής υπηρεσιών, ενώ ο ΑΠ ότι έγινε νομότυπα κατόπιν αποφάσεων της πλειοψηφίας των μετόχων, τελικών δικαιούχων αυτών. Αυτό το ζήτημα και πάλι αφορά τη νομική ερμηνεία των όρων των συμφωνιών, για το οποίο το Δικαστήριο δεν είναι ορθό να προβεί σε κατάληξη στο παρόν στάδιο. Ο ΑΠ προβάλλει ότι υπάρχει αντιφατικότητα στις θέσεις του Ενάγοντος καθότι αυτός ισχυρίζεται αφενός, ότι η διαχείριση της Devspace μεταβιβάστηκε στις 9.7.13 και αφετέρου, ότι το γραφείο ΑΠ έκανε μεταφορές χρημάτων στην εν λόγω εταιρεία στις 17.7.13 και στις 16.8.
- Το Δικαστήριο θεωρεί ότι τα δύο γεγονότα δεν αναιρούν το ένα το άλλο, και ειδικότερα εφόσον ο ίδιος ο ΑΠ παρουσίασε το Τεκμήριο 12 στο οποίο φαίνονται μεταφορές από το γραφείο του αναφορικά με τη Shorleson στις 6.8.13, καθ΄ ον χρόνο, όπως θα διαφανεί αμέσως κατωτέρω, η διαχείριση της εταιρείας δεν ήταν πλέον στον ΑΠ. Σε αυτό το κεφάλαιο ο Ενάγων επισυνάπτει τα Τεκμήρια 113 και 114, εκτυπώσεις από ιστοσελίδες, για να υποστηρίξει ότι ο VH είναι υπάλληλος και ή συνδέεται με την Prospectacy. O VH αναγνωρίζει τη συνεργασία μεταξύ VHG και Prospectacy και επεξηγεί τη φύση αυτής στην ένορκη του δήλωση για την οποία γίνεται αναφορά ανωτέρω. Το Δικαστήριο θεωρεί ότι οι θέσεις του VH συνάδουν με το περιεχόμενο των Τεκμηρίων και καταδεικνύουν ότι πράγματι αυτοί είχαν συνεργασία μεταξύ τους. V.2.10 Μεταβίβαση της διαχείρισης των Katton, Normark και Shorleson στην EOS Ο Ενάγων ισχυρίζεται ότι στις 23.8.13 η διαχείριση και των τριών πιο πάνω εταιρειών μεταφέρθηκε στην EOS ενώ αναφέρει επίσης ότι η διαχείριση της Shorleson μεταφέρθηκε στις 8.10.
- Η ομάδα EOS με τη σειρά της επιβεβαιώνει ότι ανέλαβε τη διαχείριση των δύο πρώτων εταιρειών στις 23.8.13 και της τρίτης στις 8.10.13 για περιορισμένη χρονική περίοδο, ήτοι μέχρι και τις 21.8.14 για τη Normark και τις 10.11.14 για τις άλλες δύο. Ο Εναγόμενος 20 ισχυρίζεται επίσης ότι καθόλο το εν λόγω χρονικό διάστημα ο Ενάγων ήταν ο πραγματικός δικαιούχος του 47% του μετοχικού κεφαλαίου των εν λόγω εταιρειών. Εδώ το Δικαστήριο επισημαίνει απλώς πως αυτός ο ισχυρισμός δεν αναιρεί ούτε και αντικρούει τις θέσεις του Ενάγοντος για το δόλιο σχέδιο των συνεταίρων με σκοπό την απώλεια της αξίας του μεριδίου του στις εταιρείες του ομίλου. Η γενική άρνηση στην οποία προβαίνει ο Εναγόμενος 20 δεν είναι ικανή να αντικρούσει επαρκώς αυτές τις ειδικές θέσεις του Ενάγοντος. V.2.11 Μεταβίβαση της Steel-Techno από την TIS στη Donavas Enterprises Ltd O Ενάγων παραθέτει λεπτομέρειες του τρόπου μεταβίβασης των μετοχών της Steel-Techno, θυγατρικής της TIS, διαμοιρασμού των κερδών μεταξύ της TIS και της Steel-Techno και τελικώς την πώληση του 99% των μετοχών της Steel-Techno στη Donovas, και αναφέρει ότι οι δύο τελευταίες εταιρείες ελέγχονται από τους AR και OE. Ο Ενάγων ισχυρίζεται ότι με αυτόν τον τρόπο επηρεάζονται αρνητικά τα δικαιώματα του στα κέρδη της Katton. Ο ΑΠ αναφέρει ότι ο Ενάγων παρουσιάζει μίαν αντιφατική εικόνα εφόσον η LCC TekhinveStory, η οποία ανήκει εξ ολοκλήρου στην TIS και η οποία με τη σειρά της ανήκει εξ ολοκλήρου στη Gustobravo, πωλήθηκε την 1.4.13 ενώ η μεταβίβαση των μετοχών της Gustobravo από την Katton στη Mowebray έγινε στις 15.4.
- Με δεδομένη και τη θέση του Ενάγοντος ότι συνεργός στην ισχυριζόμενη απάτη παραδέχθηκε στις Ρωσικές αρχές το σχέδιο των AR και OE να μεταφέρουν τα δικαιώματα για τα κέρδη της TIS αποκλειστικά σε εταιρείες οι οποίες ελέγχονταν από αυτούς και ότι τελικώς τα κέρδη θα διανέμονταν κατά 5% μόνο στην TIS και κατά 95% στη Steel-Techno, και χωρίς το Δικαστήριο να προβαίνει σε οποιαδήποτε τελικά συμπεράσματα επί των γεγονότων, θεωρεί ότι οι ισχυρισμοί του Ενάγοντος καταδεικνύουν έστω την πιθανολόγηση δόλιων ενεργειών εκ μέρους των συνεταίρων, κατά τρόπο που δύναται να λεχθεί ότι υπάρχει σοβαρή πιθανότητα επιτυχίας στην τελική του αξίωση. Ο Ενάγων ισχυρίζεται επίσης ότι μεταξύ 22.2.13 και 20.5.13 μέτοχος της Dovanas ήταν η Εναγομένη 11, υπάλληλος και ή συνδεδεμένο πρόσωπο με τον ΑΠ, ενώ από τις 20.5.13 μέτοχος είναι μία εταιρεία στα BVI. Ο Ενάγων ισχυρίζεται ότι η Εναγομένη 11 ήταν η διοικητική σύμβουλος και γραμματέας της εταιρείας, η οποία αντικαταστάθηκε στις 20.5.13 από τον Εναγόμενο
- Ο ΑΠ αρνείται ότι η Εναγομένη 11 ήταν υπάλληλος και ή συνδεδεμένο πρόσωπο με αυτόν, ενώ ο Εναγόμενος 32 ισχυρίζεται ότι αυτή ήταν διευθύντρια μίας εταιρείας η οποία στη συνέχεια αγοράστηκε από την Prospectacy. Θεωρώ ότι οι ισχυρισμοί αυτοί καταδεικνύουν ότι η Εναγομένη 11 δεν συνδεόταν είτε με τον ΑΠ είτε με την Prospectacy. V.2.12 Κατάσχεση των μετοχών της Gustobravo στην TIS προς όφελος της CJSC Metallokomplekt-M Ο Ενάγων επεξηγεί πώς με εικονικές συμφωνίες και ψευδή στοιχεία οι AR και ΟΕ δημιούργησαν απαίτηση από τη CJSC Metallokomplekt-M εναντίον της TIS με αποτέλεσμα την έκδοση διατάγματος από το Διαιτητικό Δικαστήριο της Μόσχας την 1.7.13 με το οποίο το 100% των μετοχών της TIS κατασχέθηκε προς όφελος της CJSC Metallokomplekt-M, Τεκμήρια 118 και 118 Α, ενώ στις 5.11.13 εκδόθηκε τελική απόφαση του Διαιτητικού Δικαστηρίου εναντίον της Gustobravo, Τεκμήρια 119 και 119Α. Ο ΑΠ αναφέρει μόνο ότι πληροφορήθηκε για τη διαφορά μεταξύ TIS και CJSC Metallokomplekt-M μέσω της ένορκης δήλωσης του Ενάγοντος. Επομένως, οι ισχυρισμοί του Ενάγοντος δεν έχουν αντικρουστεί, ο οποίος μάλιστα επισυνάπτει αντίγραφο των πρακτικών της ανάκρισης της επικεφαλής των συμβολαίων και απαιτήσεων της CJSC Metallokomplekt-M ενώπιον των Ρωσικών αρχών, Τεκμήρια 120 και 120Α, προς υποστήριξη των ισχυρισμών του για τις εν λόγω δόλιες συναλλαγές. V.2.13 Απόκτηση της περιουσίας της TIS από τη Mistyfield Ltd Σύμφωνα με τον Ενάγοντα, περί τον Ιούνιο του 2013, ενώ η Formitura τελούσε υπό τον πλήρη έλεγχο των AR και ΟΕ, εκχώρησε τα δικαιώματα απαίτησης της δυνάμει συμφωνιών δανειοδότησης (Τεκμήρια 121 και 122) μεταξύ της Formitura και της TIS προς όφελος της Mistyfield η οποία ελέγχετο από τους AR και ΟΕ. Όταν η Mistyfield πληροφορήθηκε για την προαναφερόμενη κατάσχεση, απαίτησε πρόωρη εξόφληση των δανείων και καταβολή τόκου, και λόγω έλλειψης κεφαλαίων, η TIS προσέφερε την ακίνητη περιουσία της ως υποθήκη προς όφελος της Mistyfield δυνάμει συμφωνίας υποθήκης ημ. 26.6.13, ήτοι ως εγγύηση για την εκπλήρωση των συμφωνιών δανειοδότησης. Σχετικά είναι τα Τεκμήρια 123 και 123Α. Ο Ενάγων ισχυρίζεται ότι, εφόσον όλες οι εταιρείες (Formitura, Mistyfield, CJSC Metallokomplekt-M και TIS) βρίσκονταν υπό τον έλεγχο των AR και ΟΕ, έπεται πως όλες οι συναλλαγές και παραλείψεις να ανταποκριθούν σε αιτήματα και πληρωμές ήταν κατασκευασμένες για την υλοποίηση του ισχυριζόμενου εγκληματικού σχεδίου των AR και ΟΕ. Ο ΑΠ αρνείται αυτούς τους ισχυρισμούς του Ενάγοντος και η απλή άρνηση δεν είναι ικανή να αντικρούσει αυτούς. V.2.14 Αποξένωση κεφαλαίων της Mietenmare προς όφελος της Mistyfield Ltd Ο Ενάγων ισχυρίζεται πως το 2011 και το 2012 δυνάμει έγκυρων συμφωνιών δανειοδότησης, η Mietenmare μετέφερε ποσό 980 εκ. Ρωσικών Ρουβλιών στη CJSC Metallokomplekt-M. Το 2013 η Mietenmare εκχώρησε όλα τα δικαιώματα της που απορρέουν από τις προαναφερόμενες συμφωνίες προς όφελος της Mistyfield. Έτσι τον Σεπτέμβριο του 2013 η CJSC Metallokomplekt-M μετέφερε στη Mistyfield ποσό 777 εκ. Ρωσικών Ρουβλιών ως αποπληρωμή του δανείου. Σύμφωνα πάντα με τον Ενάγοντα, τελικός στόχος αυτών των ενεργειών ήταν η αποξένωση των δικαιωμάτων της CJSC Metallokomplekt-M και της Mietenmare σε σχέση με τα δάνεια σε εταιρείες οι οποίες ελέγχονταν από τους AR και ΟΕ, με αποτέλεσμα ο Ενάγων να μείνει μακριά από τις εταιρικές δομές στις οποίες κατείχε το 47% και έστω και αν αποκτούσε ξανά τα δικαιώματα του οι εταιρείες να μην είχαν πλέον αξία. Η γενική άρνηση αυτών των ισχυρισμών από τον ΑΠ δεν είναι ικανή να τους αντικρούσει. Σύμφωνα με όλα όσα αναφέρονται ανωτέρω, το Δικαστήριο ικανοποιείται ότι ο Ενάγων έχει καταδείξει την πιθανότητα διάπραξης αδικοπραξιών τουλάχιστον εκ μέρους των AR και OE, ως των κύριων αδικοπραγούντων, μέσω διάφορων ενεργειών, οι οποίες περιλαμβάνουν: · τη λήψη αποφάσεων για μεταβιβάσεις μετοχών σε χαμηλότερη αξία, · το άνοιγμα λογαριασμών εν αγνοία του Ενάγοντος, · την πώληση μετοχών με δυσμενείς όρους, · την τροποποίηση των καταστατικών εταιρειών, · τη σύναψη εικονικών συμφωνιών δανειοδοτήσεων και · τη δημιουργία νέων εταιρειών που ελέγχονται από αυτούς, στις οποίες και μεταφέρονταν χρήματα, με απώτερο σκοπό την οικειοποίηση των περιουσιακών στοιχείων των εταιρειών στις οποίες δικαιούχος είναι και ο Ενάγων, με αποτέλεσμα την απώλεια του μεριδίου του Ενάγοντος σε αυτές. Οι δικηγόροι των ομάδων Πέτρου και Prospectacy επικαλέστηκαν την υπόθεση United Co Rusal plc and others v. HSBC Bank plc
(2011)EWHC 404 (QB), στην οποία υιοθετήθηκε η αρχή που αναγνωρίστηκε στην υπόθεση Bols Distileries BV v. Superior Yacht Services Ltd
(2007)1 W.R.L.12, ότι δηλαδή το κριτήριο είναι κατά πόσον ο ενάγων έχει πολύ καλύτερο επιχείρημα («a much better argument») από τον εναγόμενο. Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα Disclosure of Information, Norwich Pharmacal and Related Principles, των Bushell και Moore, έκδοση 2013, σελ. 107, παρ. 8.5, η υπόθεση Rusal είναι η πρώτη και μοναδική πρόσφατη υπόθεση η οποία πραγματεύεται το επίπεδο απόδειξης αναφορικά με την αδικοπραξία και στην οποία καθιερώθηκε το κριτήριο της ύπαρξης καλής συζητήσιμης υπόθεσης («good arguable case») συνδεόμενης με την προβολή του καλύτερου επιχειρήματος. Παρόλο που κάποιοι από τους ισχυρισμούς του Ενάγοντος έχουν αντικρουστεί επαρκώς από τους Καθ΄ ων η Αίτηση, εντούτοις το Δικαστήριο θεωρεί ότι ο Ενάγων έχει προσκομίσει μαρτυρία η οποία στο σύνολο της δεικνύει ότι έχει πολύ καλύτερη υπόθεση από τους Εναγομένους. Τονίζεται δε ότι οι πράξεις που αποδίδονται στους αδικοπραγούντες δεν περιορίζονται στον τρόπο λήψης των αποφάσεων και παροχής οδηγιών προς τους παροχείς υπηρεσιών αλλά επεκτείνονται σε πάμπολλες διάφορες άλλες ενέργειες οι οποίες αναφέρονται ανωτέρω και οι οποίες φαίνονται να αποσκοπούν στη δόλια μείωση της αξίας της περιουσίας των εταιρειών προς όφελος των αδικοπραγούντων. VI. Μη Αποκάλυψη Ουσιωδών Γεγονότων Το στάδιο αυτό κρίνεται κατάλληλο για ενασχόληση με τον ισχυρισμό για μη αποκάλυψη στον βαθμό που αφορά την ύπαρξη αδικοπραξίας. Ειδικότερα προβάλλεται ότι ο Ενάγων δεν ήρθε με καθαρά χέρια στο Δικαστήριο ενόψει του ότι δεν αποκάλυψε πλήρως τα αληθή γεγονότα, και επομένως δεν δικαιούται να ζητά θεραπεία με βάση τις αρχές της επιείκειας. Είναι νομολογιακά καθιερωμένο ότι στις μονομερείς αιτήσεις ο αιτητής έχει υποχρέωση να φέρει σε γνώση του Δικαστηρίου όλα τα ουσιώδη γεγονότα που μπορεί να ασκήσουν επιρροή στη δικαστική του κρίση. Παράλειψη αποκάλυψης όλων των ουσιαστικών γεγονότων θεωρείται ως είδος «εξαπάτησης» του Δικαστηρίου και έχει ως συνέπειες την άρνηση του Δικαστηρίου να τον ακούσει και την ακύρωση του προσωρινού διατάγματος που εξέδωσε, χωρίς να εξετάσει την ουσία του. Ενδεικτικά παραπέμπω στην υπόθεση Γρηγορίου κ.ά. ν. Χριστοφόρου κ.ά.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248. Τόσο οι αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου όσο και η Αγγλική νομολογία, στις οποίες γίνεται παραπομπή από τον δικηγόρο της ομάδας Πέτρου, ακριβώς αφορούν μονομερείς αιτήσεις. Στην προκειμένη περίπτωση επισημαίνεται πως τα διατάγματα αποκάλυψης δεν δόθηκαν μονομερώς, και έτσι η εν λόγω νομική αρχή δεν τυγχάνει εφαρμογής εν σχέσει με αυτά. Τέτοιο ζήτημα εξετάζεται μόνο σε σχέση με το διάταγμα φίμωσης λόγω της έκδοσης του μονομερώς. Στην ένσταση της ομάδας Πέτρου, και ειδικότερα στην ένορκη δήλωση του ΑΠ, γίνεται μία εκτενής αναφορά σε γεγονότα τα οποία κατ΄ ισχυρισμόν ο Ενάγων απέκρυψε από το Δικαστήριο. Αυτά βασικά αφορούν: · τις συμφωνίες παροχής υπηρεσιών · την αξία του ομίλου των εταιρειών · την αποστολή ηλεκτρονικών μηνυμάτων με δόλια σχέδια του ΑΠ · τη γραφολογική εξέταση του Τεκμηρίου 74 · το άνοιγμα των μυστικών λογαριασμών · τα Τεκμήρια 85 και 86 · τις συναλλαγές ύψους 169.000.000 Ρωσικών Ρουβλιών · την ειδοποίηση του Φεβρουαρίου του 2013 · τα πρακτικά των συνεδριών των Katton και Normark ημ. 12.4.13 · τα δικαιώματα προτίμησης αναφορικά με την Katton Όλα τα πιο πάνω ζητήματα έχουν ήδη τύχει εξέτασης από το Δικαστήριο. Από όσα αναφέρονται ανωτέρω, δεν προκύπτει ότι ο Ενάγων απέκρυψε ή παραπλάνησε το Δικαστήριο αναφορικά με τα εν λόγω γεγονότα με την έννοια που του αποδίδεται από την ομάδα Πέτρου. Το Δικαστήριο αποκόμισε την εντύπωση ότι ο Ενάγων προέβη σε πλήρη αποκάλυψη των ουσιωδών γεγονότων, επισυνάπτοντας τα απαραίτητα έγγραφα προς υποστήριξη των θέσεων του και αποκαλύπτοντας λεπτομερώς την πηγή της γνώσης του. Υπό το φως των πιο πάνω δεδομένων, θεωρώ ότι ο Ενάγων προέβαλε τις δικές του θέσεις και εκτιμήσεις επί όλων των θεμάτων που αφορούν την υπό κρίση Αίτηση, πραγματικών και νομικών, με τις οποίες βεβαίως η ομάδα Πέτρου διαφωνεί κάθετα. Το γεγονός της διαφωνίας και έκφρασης αντίθετης άποψης δεν είναι ικανό αφ΄ εαυτού να αποδώσει στον Ενάγοντα κακή πίστη ή προσπάθεια απόκρυψης γεγονότων. Αντιθέτως, το Δικαστήριο έχει ήδη προβεί στις διαπιστώσεις του, πάντα για σκοπούς της παρούσας ενδιάμεσης διαδικασίας, αναφορικά με το ποιες θέσεις του Ενάγοντος έχουν επαρκώς αντικρουστεί από την άλλη πλευρά και ποιες γίνονται δεκτές. Κατ΄ αναλογίαν ο δικηγόρος της ομάδας VHG εισηγήθηκε ότι ο Ενάγων, αναφερόμενος στα Τεκμήρια 93 και 94 ως οι εκτιμήσεις και όχι ως επιστολές σχετικά με τις εκτιμήσεις, απέκρυψε ουσιώδη γεγονότα και ή τα παρουσίασε με παραπλανητικό τρόπο. Και πάλι το Δικαστήριο θεωρεί ότι ουδεμία απόκρυψη ή παραπλάνηση υπάρχει από τη στιγμή που ο Ενάγων παρουσίασε τα ίδια τα έγγραφα και τα οποία το Δικαστήριο είχε πλέον από μόνο του τη δυνατότητα να διαβάσει και αξιολογήσει. Ως εκ τούτου, ο λόγος ένστασης ότι ο Ενάγων δεν αποκάλυψε όλα τα ουσιώδη γεγονότα της υπόθεσης εν σχέσει με την ισχυριζόμενη αδικοπραξία και ότι δεν ήρθε στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια δεν γίνεται δεκτός και απορρίπτεται. VII. Ανάμειξη των Εναγομένων στην Αδικοπραξία Σύμφωνα με την υπόθεση Ashworth Hospital Authority v. MGN Ltd
(2002)UKHL 29, η δικαιοδοσία έκδοσης διατάγματος Norwich Pharmacal δεν εξαρτάται από το κατά πόσο το διάταγμα στρέφεται εναντίον του αδικοπραγούντος ή παραβάτη των συμβατικών του υποχρεώσεων. Είναι ικανοποιητικό να αποδειχθεί ότι πρόσωπο εναντίον του οποίου στρέφεται το διάταγμα έλαβε μέρος ή αναμίχθηκε στην παράνομη πράξη η οποία συνιστά τη βάση της αίτησης για αποκάλυψη. Στο σύγγραμμα Disclosure of Information, Norwich Pharmacal and Related Principles, των Bushell και Moore, έκδοση 2013, σελ. 97-101, παρ. 8.1-8.2, γίνεται μια διαφωτιστική ανάλυση των υποθέσεων Norwich Pharmacal και Ashworth και άλλων, με ιδιαίτερη έμφαση στην Ashworth ως την αυθεντία αναφορικά με το θέμα της ανάμειξης («involvement»). Η τελική κατάληξη είναι πως αποδίδεται ευρεία ερμηνεία στον όρο «ανάμειξη», ο οποίος δεν περιορίζεται μόνο σε ανάμειξη στην ίδια την αδικοπραξία αλλά και σε μία αλυσίδα γεγονότων τα οποία είναι άρρηκτα συνδεδεμένα με την αδικοπραξία. Εξ ου και έχει κριθεί, μεταξύ άλλων, ικανοποιητική η ανάμειξη δικηγορικού γραφείου το οποίο εμπλέκεται στη σύσταση και εγγραφή μιας τελικής εταιρείας («target company») και το οποίο επιθεωρεί έγγραφα προς τον σκοπό αυτό (Kalmneft
(2002)1 Lloyd's Rep. 417), δικηγορικού γραφείου το οποίο εμπλέκεται στην ετοιμασία εγγράφων τα οποία (εν αγνοία του δικηγόρου) αποτελούν μέρος της αδικοπραξίας (Rusal, ανωτέρω), και του προμηθευτή υπηρεσιών διαδικτύου ο οποίος προμήθευσε τον λογαριασμό που χρησιμοποιήθηκε για ισχυριζόμενες αδικοπραξίες (Media CAT v. Adams
(2011)EWPCC 6. Γίνεται επίσης παραπομπή σε άλλες δικαιοδοσίες, στις οποίες παροχέας υπηρεσιών γραμματέως σε εταιρεία κρίθηκε ότι είχε ανάμειξη στις αδικοπραξίες της εταιρείας (Secilpar v. Fiduciary Trust (200-04) Gib LR 463), λογιστικό γραφείο και παροχέας υπηρεσιών στο εν λόγω λογιστικό γραφείο κρίθηκαν ότι είχαν ανάμειξη στη σύσταση υπεράκτιων εταιρειών δίδοντας έτσι τη δυνατότητα λειτουργίας ενός σχεδίου αδικοπραξιών (Danone Asia Pte v. SB Chow & Co
(2009)1 HKLRD 470), καθώς επίσης και παροχέας υπηρεσιών εγγεγραμμένων αντιπροσώπων (registered agent services) (JSC BTA Bank v. Fidelity Corporate Services Ltd, HCVAP 2010/35). Το ακόλουθο απόσπασμα από την τελευταία υπόθεση είναι ιδιαίτερα διαφωτιστικό και τυγχάνει εφαρμογής στην υπό κρίση περίπτωση: «Applying the law to the facts in this case, I am satisfied that the respondents by virtue of their very role in providing registered agent services to the companies, a role which is voluntary, cannot on any view be considered as mere onlookers. The companies that they formed are said to have been mere vehicles created for the purpose of defrauding the [applicant] Bank. The respondents, by incorporating and maintain those vehicles, thereby facilitated, albeit innocently, the commission of the fraud and as such were involved in the fraud perpetrated against the Bank . Registered agents and registered office service providers who are used by others to create and maintain for them corporate vehicles for the purpose of effecting fraud must expect that in due course the victims will come to them seeking discovery of the names and addresses and other information and documents that will enable the perpetrators to be discovered and the misappropriated assets traced.» Στην παρούσα περίπτωση, η ιδιότητα του ΑΠ και των εταιρειών Prospectacy και EOS ως παροχέων υπηρεσιών διαχείρισης των εταιρειών που αφορούν στην παρούσα υπόθεση αποτελεί κοινό έδαφος. Το Δικαστήριο έχει ήδη ικανοποιηθεί ότι ο Ενάγων κατάφερε να καταδείξει συζητήσιμη υπόθεση αναφορικά με την ύπαρξη αδικοπραξίας στα πλαίσια της οποίας ο ΑΠ και οι εν λόγω εταιρείες χρησιμοποιήθηκαν για την επίτευξη του στόχου των αδικοπραγούντων και επομένως αποτελούν μέρος του σχεδίου τους. Οι αντίστοιχες ομάδες, Πέτρου, Prospectacy και Eos ισχυρίζονται πως αυτή η ιδιότητα τους από μόνη της δεν είναι ικανή να τους αποδώσει ανάμειξη στην όποια αδικοπραξία. Ενόψει ακριβώς της ιδιότητας των διαδίκων μελών αυτών των ομάδων και με βάση το σύνολο της μαρτυρίας που έχει τεθεί στα πλαίσια της παρούσας Αίτησης, διαφαίνεται ότι η κάθε ομάδα έχει εμπλοκή με τις αντίστοιχες εταιρείες με ένα ή περισσότερους από τους ακόλουθους τρόπους: (α) Υπογραφή συμφωνιών παροχής υπηρεσιών στις εταιρείες, (β) Ενέργεια ως ονομαστικοί μέτοχοι των εταιρειών δυνάμει καταπιστεύματος, (γ) Ενέργεια ως διοικητικοί σύμβουλοι των εταιρειών, (δ) Παροχή υπηρεσιών γραμματέως στις εταιρείες, (ε) Άνοιγμα νέων λογαριασμών, (στ) Μεταφορά χρημάτων σε διάφορους λογαριασμούς, (ζ) Διενέργεια μεταβίβασης μετοχών των εταιρειών, (η) Σύναψη και εκτέλεση συμφωνιών δανειοδότησης, και (θ) Τροποποίηση ιδρυτικών και καταστατικών των εταιρειών. Είναι προφανές ότι η ομάδα Πέτρου έχει τη μεγαλύτερη εμπλοκή. Ειδικότερα ο ΑΠ (Εναγόμενος 1) είναι το πρόσωπο το οποίο είχε κύριο και βασικό ρόλο εφόσον αυτός ουσιαστικά διατηρούσε τις εταιρείες οι οποίες παρείχαν διοικητικές και άλλες συναφείς υπηρεσίες προς τις προαναφερόμενες εταιρείες, ήταν ο ένας από τους υπογράψαντες όλες τις συμφωνίες παροχής υπηρεσιών και μάλιστα φαίνεται να ήταν ενήμερος για τον τρόπο διαχείρισης των εταιρειών, εκτελούσε εντολές, προέβαινε σε μεταφορές χρημάτων, έδιδε συμβουλές ως προς τη διαχείριση των εταιρειών και ακόμη εξέφραζε και νομική άποψη για όποιο ζήτημα εγειρόταν και του ζητείτο κάτι τέτοιο. Τα υπόλοιπα μέλη της ομάδας Πέτρου, ήτοι οι υπάλληλοι του ΑΠ, Εναγόμενοι 2-17 (πλην της Εναγομένης 11), έχουν επίσης σημαντική εμπλοκή με όλους τους πιο πάνω τρόπους. Εδώ υπενθυμίζεται ότι η Εναγομένη 7 και η Εναγομένη 13 είναι το ίδιο πρόσωπο. Ειδικότερα οι Εναγόμενοι αυτοί, μέσω της διαχείρισης των εταιρειών με τη διενέργεια των προαναφερόμενων πράξεων και κυρίως της ιδιότητας του διοικητικού συμβούλου, μετόχου ή γραμματέως των εταιρειών, δεν μπορούν να θεωρηθούν ως απλοί παρατηρητές. Αντιθέτως αυτή η συμμετοχή τους καταδεικνύει ότι έχουν ανάμειξη, αθώα ή μη, στην πολύπλοκη αλυσίδα των γεγονότων τα οποία οδηγούν και καταλήγουν στην αδικοπραξία. Στην υπόθεση Αθανασίου (ανωτέρω) το Εφετείο υιοθέτησε το σκεπτικό του πρωτόδικου Δικαστηρίου πως «οι εφεσείοντες - εναγόμενοι 4 και 5 που είναι αξιωματούχοι της πρώτης εναγόμενης εταιρείας, δεν μπορούν να θεωρηθούν ουδέτερα πρόσωπα χωρίς κάποιου είδους εμπλοκή, αθώα ή μη, εξαιτίας, ακριβώς, της ιδιότητάς τους ως διευθυντή και γραμματέα, αντίστοιχα, της πρώτης εναγόμενης εταιρείας που είναι κύριος εναγόμενος στην αγωγή». Χρήσιμη αναφορά γίνεται και στην υπόθεση Upmann v. Elkan
(1871)L.R. 12 Eq. 140, στην οποία γίνεται παραπομπή στην Avila Management (ανωτέρω), όπου αναγνωρίστηκε η ύπαρξη δικαιοδοσίας που επιβάλλει το καθήκον σε πρόσωπο που έχει αναμιχθεί σε αδικοπραξία άλλων ώστε να διευκολύνει την εκτέλεση της, παρά το γεγονός ότι μπορεί το ίδιο να μην είχε προσωπική ευθύνη, να δώσει βοήθεια με παροχή πληροφοριών και αποκάλυψη των ονομάτων των αδικοπραγούντων. Το Δικαστήριο θεωρεί ότι η περίπτωση του Εναγομένου 18 διαφοροποιείται. Και αυτός είναι υπάλληλος του γραφείου ΑΠ, πλην όμως, κατόπιν ενδελεχούς μελέτης της 100σέλιδης ένορκης δήλωσης του Ενάγοντος, το Δικαστήριο δεν έχει εντοπίσει οποιαδήποτε αναφορά σε αυτόν. Έτσι ελλείπει παντελώς μαρτυρία η οποία να αποδίδει στον Εναγόμενο 18 οποιουδήποτε είδους ανάμειξη ή σχέση με τα επίδικα γεγονότα. Το Δικαστήριο αδυνατεί να καταλήξει, ως εκ της ιδιότητας του και μόνο, περί της συμμετοχής του είτε στην αδικοπραξία είτε στα γεγονότα που σχετίζονται με αυτήν. Επομένως, σε περίπτωση που το Δικαστήριο καταλήξει στην έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων, η Αίτηση δεν θα μπορούσε να πετύχει όσον αφορά τον Εναγόμενο 18. Αυτή η κατάληξη του Δικαστηρίου βρίσκει έρεισμα στις προαναφερόμενες υποθέσεις αλλά και στη νομολογία που αφορά τους υπαλλήλους της ίδιας της εταιρείας η οποία προβαίνει σε αδικοπραξία. Στο σύγγραμμα Disclosure of Information, Norwich Pharmacal and Related Principles, των Bushell και Moore, έκδοση 2013, σελ. 101-103, παρ. 8.3, αναφέρεται πως υπό κανονικές συνθήκες αναμένεται όπως η αίτηση για αποκάλυψη απευθύνεται καταρχήν προς την ίδια την εταιρεία και πιθανόν να υπάρχει καλός λόγος για να στραφεί και προς τον υπάλληλο όπου, π.χ., ο τελευταίος αρνείται να δώσει τις πληροφορίες στην εταιρεία για να μπορέσει η τελευταία να συμμορφωθεί. Σύμφωνα με την υπόθεση Ricci v. Chow
(1987)1 W.L.R. 1658, η ιδιότητα της γραμματέως του οργανισμού δεν είναι ικανή από μόνη της να αποδώσει στη γραμματέα ανάμειξη στην αδικοπραξία (δημοσίευμα) εφόσον η ίδια ήταν απλή μάρτυρας και δεν είχε εμπλοκή στο δημοσίευμα. Όσον αφορά την Prospectacy (Εναγομένη 25), διεφάνη ότι αυτή ανέλαβε τη διαχείριση κάποιων από τις εταιρείες. Οι Εναγόμενοι 26, 27 και 32 ήταν και ή είναι οι διοικητικοί της σύμβουλοι, ενώ οι υπάλληλοι της, Εναγόμενοι 28, 30, 31, 33 και 35, διορίστηκαν διοικητικοί σύμβουλοι των εταιρειών. Με αυτή την ιδιότητα τους όλοι οι Εναγόμενοι της ομάδας θεωρούνται ότι έχουν ικανοποιητική εμπλοκή έτσι ώστε τυχόν διάταγμα αποκάλυψης να δύναται να εκδοθεί εναντίον τους. Όσον αφορά τον Εναγόμενο 34, το Δικαστήριο επαναλαμβάνει τα όσα αναφέρονται για τον Εναγόμενο 18 και καταλήγει ότι ούτε εναντίον αυτού θα μπορούσε να εκδοθεί διάταγμα αποκάλυψης λόγω της μη εμπλοκής του. Η EOS (Εναγομένη 19) ανέλαβε τη διαχείριση κάποιων εταιρειών, οι οποίες και πάλι αποτελούν μέρος του σχεδίου της αδικοπραξίας. Οι Εναγόμενοι 20 και 21 είναι οι διοικητικοί της σύμβουλοι, ενώ η Εναγομένη 24, υπάλληλος της EOS, προέβη σε άνοιγμα λογαριασμών και ενεργούσε για τις εν λόγω εταιρείες δυνάμει πληρεξουσίων. Υπό το φως των πιο πάνω δεδομένων, το Δικαστήριο ικανοποιείται πως η εμπλοκή τους είναι τέτοια έτσι ώστε να είναι δυνατή η έκδοση διατάγματος αποκάλυψης και εναντίον τους. Για την Εναγομένη 22, υπάλληλο της EOS, και πάλι δεν υπάρχει ίχνος μαρτυρίας που να της αποδίδει οποιαδήποτε ενέργεια. Επομένως δεν έχει καταδειχθεί κάποια εμπλοκή της που θα δικαιολογούσε την έκδοση διατάγματος εναντίον της. Παρά την παράλειψη της ομάδας EOS να αναφερθεί στον Εναγόμενο 23, ο οποίος παρουσιάζεται από τον Ενάγοντα ως υπάλληλος της, εντούτοις, αυτός ήταν διοικητικός σύμβουλος μίας εκ των εταιρειών. Με βάση την προαναφερθείσα νομολογία, αυτή η ιδιότητα του είναι αρκετή για να του αποδώσει εμπλοκή στα γεγονότα. Η Εναγομένη 11, ως η διευθύντρια της Εναγομένης 51 στην οποία (εταιρεία) έγινε μεταβίβαση με σκοπό πάντοτε την αποκόμιση κερδών από τους αδικοπραγούντες, και πάλι εμπίπτει εντός της κατηγορίας των προσώπων εναντίον των οποίων δύναται να εκδοθεί διάταγμα αποκάλυψης. Αυτή η διαπίστωση γίνεται ανεξαρτήτως του ότι ο Ενάγων ισχυρίζεται ότι η Εναγομένη 11 ήταν υπάλληλος του ΑΠ ενώ η ομάδα Prospectacy ισχυρίζεται ότι δεν σχετίζεται με την εταιρεία. Ο Εναγόμενος 36 είναι ο διευθύνων σύμβουλος της Εναγομένης 50, η οποία ετοίμασε τις εκτιμήσεις των μετοχών των εταιρειών Gustobravo και Formitura, κατόπιν αιτήματος των διοικητικών συμβουλίων των δύο εταιρειών. Εν όψει αυτής της ενέργειας και του ισχυρισμού περί εκτίμησης χαμηλότερης από την αξία των μετοχών, το Δικαστήριο ικανοποιείται ότι οι δύο αυτοί Εναγόμενοι έχουν ανάμειξη στα γεγονότα, ως ένα μέρος της αλυσίδας και του σχεδίου που οδήγησαν στην αδικοπραξία. Επομένως, το διάταγμα αποκάλυψης δύναται να εκδοθεί εναντίον τους. Το Δικαστήριο ικανοποιείται επίσης ότι ο Εναγόμενος 37 έχει εμπλοκή υπό την ιδιότητα του ως διοικητικού συμβούλου της εταιρείας Mowebray Ltd στην οποία και μεταβιβάστηκαν οι μετοχές της Gustobravo από την Katton. Ως εκ τούτου το διάταγμα αποκάλυψης δύναται να εκδοθεί και εναντίον του. Τέλος, όσον αφορά τις εταιρείες Εναγόμενες 41-49, είναι προφανές ότι αυτές χρησιμοποιήθηκαν για την υλοποίηση του σχεδίου των αδικοπραγούντων με τον τρόπο που επεξηγείται ανωτέρω. Επομένως, έχει καταδειχθεί η ανάμειξη τους και κατά συνέπειαν η δυνατότητα έκδοσης διατάγματος αποκάλυψης εναντίον τους. Στο σημείο αυτό διευκρινίζεται πως οι διαπιστώσεις του Δικαστηρίου αναφορικά με τη δυνατότητα ή μη έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων αποκάλυψης τύπου Norwich Pharmacal εναντίον των προαναφερθέντων Εναγομένων περιορίζονται μόνον όσον αφορά την ανάμειξη τους, χωρίς να εξετάζονται τα ζητήματα εμπιστευτικότητας και παράβασης συνταγματικών δικαιωμάτων. VIII. Αναγκαιότητα Έκδοσης Αιτούμενων Διαταγμάτων Το κριτήριο της αναγκαιότητας παροχής των αιτούμενων πληροφοριών συνδέεται άμεσα με τη νομιμότητα του σκοπού για τον οποίον αυτές ζητούνται και το Δικαστήριο οφείλει να λάβει υπ΄ όψιν κατά πόσον η αιτούμενη θεραπεία κρίνεται αναγκαία για την ικανοποίηση ενός τέτοιου νόμιμου σκοπού. Η απόφαση Norwich Pharmacal ασχολήθηκε με το κατά πόσον η αποκάλυψη της ταυτότητας του κατ΄ ισχυρισμόν αδικοπραγούντος ήταν πληροφορία η οποία θα παρείχε τη δυνατότητα στον αιτητή να εγείρει νομική διαδικασία. Η εμβέλεια αυτής της δικαιοδοσίας έχει έκτοτε διευρυνθεί με τη σημαντικότερη εξέλιξη να καλύπτει την αναγκαιότητα αποκάλυψης του υπολειπόμενου κομματιού του παζλ («missing piece of the jigsaw»). Σχετικές είναι οι υποθέσεις P v. T
(1997)1 W.L.R. 309 και Mitsui v. Nexen Petroleum
(2005)EWHC
- Στην πολύ πρόσφατη απόφαση Page Directors Ltd κ.ά., Πολ. Αίτ. Αρ. 118/15, ημ. 12.10.15, τονίστηκε πως «τα διατάγματα Norwich επενεργούν ως βοηθητικό μέσο για την ανεύρεση και εξιχνίαση πληροφοριών που είναι αναγκαίες, τόσο για τη διαπίστωση της ταυτότητας του ή των κατ΄ ισχυρισμόν αδικοπραγούντων, όσο και την υποβοήθηση ανεύρεσης γεγονότων και μαρτυρίας για την ενδεχόμενη έγερση αγωγής». Στο σημείο αυτό καθίσταται πρωτίστως αναγκαία η ενασχόληση του Δικαστηρίου με τον ισχυρισμό του Ενάγοντος πως αιτήματα του προς τον ΑΠ για την παροχή πληροφοριών ικανοποιήθηκαν μόνο μερικώς. Συγκεκριμένα, ο Ενάγων αναφέρει το ακόλουθο ιστορικό: (α) Αποστολή ηλεκτρονικών μηνυμάτων από τον Ενάγοντα στον ΑΠ ημ. 21.6.13, 27.6.13, 1.7.13 και 4.7.13, Τεκμήρια 124-127 και 124Α-127Α αντίστοιχα. Ο ΑΠ και οι υπάλληλοι του αρνούνταν να δώσουν οποιαδήποτε έγγραφα. (β) Αποστολή από τους δικηγόρους του Ενάγοντος στον ΑΠ επιστολών ημ. 29.10.13, Τεκμήριο
- Εις απάντηση ο ΑΠ απέστειλε τρεις επιστολές ημ. 5.11.13, Τεκμήριο 129, με τις οποίες συμμορφώθηκε εν μέρει με το αίτημα. (γ) Αποστολή από τους δικηγόρους του Ενάγοντος στον ΑΠ τριών επιστολών ημ. 12.11.13, Τεκμήριο
- Εις απάντηση ο ΑΠ απέστειλε τρεις επιστολές ημ. 19.11.13, Τεκμήριο 131, με τις οποίες και πάλι συμμορφώθηκε εν μέρει με το αίτημα. (δ) Αποστολή από τους δικηγόρους του Ενάγοντος στον ΑΠ δύο επιστολών ημ. 16.1.14, Τεκμήριο
- Εις απάντηση ο ΑΠ απέστειλε επιστολή ημ. 20.1.14, Τεκμήριο 133, με τις οποίες συμμορφώθηκε εν μέρει με το αίτημα. Επί τούτου, ο ΑΠ αποδέχεται την ανταλλαγή των εν λόγω επιστολών αλλά ταυτόχρονα προβάλλει ένα άλλο διαφοροποιημένο πλαίσιο γεγονότων ως εξής: Στις 12.7.13 ο Ενάγων έδωσε γραπτές οδηγίες στον ΑΠ όπως παραδώσει έγγραφα και πληροφορίες στην εταιρεία Proconultus Ltd η οποία ενεργούσε εκ μέρους του (Ενάγοντος), οι οποίες όντως περιέχονται στο Τεκμήριο
- Σύμφωνα με έρευνα στον Έφορο Εταιρειών, η εν λόγω εταιρεία είναι θυγατρική και ή συνδεδεμένη με τον ελεγκτικό οίκο HLB Afxentiou, όπως φαίνεται στο Τεκμήριο
- Κατά τον Ιούλιο του 2013 ο κ. Βάσος Θεοφυλάκτου, εγκεκριμένος λογιστής του οίκου HLB Afxentiou, η νομική σύμβουλος του οίκου κα Νάγια Αργυρίδου, καθώς και η υπάλληλος κα Ντανιέλλα Μυλωνά, επικοινώνησαν πολλάκις με τον ΑΠ. Ο ΑΠ παρουσιάζει αλληλογραφία μεταξύ τους προβάλλοντας ότι με αυτή παρέδωσε όλα τα ζητηθέντα έγγραφα, Τεκμήριο
- Το Δικαστήριο παρατηρεί πως στα συνημμένα ηλεκτρονικά μηνύματα εκφράζεται μόνο η πρόθεση ετοιμασίας και αποστολής των εγγράφων. Όμως ο ισχυρισμός του ΑΠ ότι όλα τα ζητηθέντα έγγραφα έχουν παραδοθεί δεν έχει αντικρουστεί με οποιονδήποτε τρόπο από τον Ενάγοντα. Ούτε και ο ισχυρισμός του ΑΠ ότι δόθηκαν επιπρόσθετες πληροφορίες κατά τις πολύωρες τηλεφωνικές του επικοινωνίες με τον κ. Θεοφυλάκτου έχει αντικρουστεί. Αντιθέτως, η θέση του ΑΠ ότι ο Ενάγων δεν αποκαλύπτει την αλήθεια όταν αναφέρει πως ο ΑΠ αρνήθηκε να του δώσει οποιαδήποτε έγγραφα (εις απάντηση των αρχικών ηλεκτρονικών μηνυμάτων) επιβεβαιώνεται από το γεγονός ότι υπήρξε θετική ανταπόκριση του ΑΠ εφόσον το Τεκμήριο 8 αφορά τον Αύγουστο του 2013, και αυτό έγινε πολύ πριν την έναρξη αποστολής των επιστολών των δικηγόρων του Ενάγοντος. Επιπρόσθετη επιβεβαίωση των ισχυρισμών του ΑΠ προσφέρει το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 129, στο οποίο όχι μόνο γίνεται αναφορά στην προγενέστερη αποστολή ζητηθεισών πληροφοριών και εγγράφων στους αντιπροσώπους του Ενάγοντος, HLB Afxentiou, αλλά αυτές δίδονται εκ νέου στους δικηγόρους μέσω της εν λόγω επιστολής. Είναι επίσης ορθή η παρατήρηση του ΑΠ πως στο Τεκμήριο 130 οι δικηγόροι του Ενάγοντος δεν αρνούνται ότι ο κ. Θεοφυλακτου και ο οίκος HLB Afxentiou ενεργούσαν ως αντιπρόσωποι του Ενάγοντος. Τέλος, είναι η θέση του Ενάγοντος πως σε όσες περιπτώσεις οι δικηγόροι του ζήτησαν στοιχεία τα οποία ο ΑΠ δεν έδωσε (Τεκμήριο 130) ο ΑΠ τα έδωσε με την επόμενη του επιστολή, και πως ουδέποτε οι δικηγόροι του (Ενάγοντος) επανήλθαν με οποιοδήποτε τρόπο είτε για να αναφέρουν ότι τα σταλθέντα στοιχεία δεν είναι ικανοποιητικά είτε με υποβολή νέου αιτήματος για επιπρόσθετες πληροφορίες. Αυτή η θέση του Ενάγοντος όντως αντικατοπτρίζεται στο σύνολο των Τεκμηρίων 128-131 στα οποία παραπέμπει ο ΑΠ. Με βάση όσα αναφέρονται ανωτέρω, το Δικαστήριο θεωρεί πως η θέση του Ενάγοντος περί μη ικανοποίησης των όποιων αιτημάτων για παροχή πληροφοριών και στοιχείων από τον ΑΠ έχει επαρκώς αντικρουστεί από την ομάδα ΑΠ. Επομένως, ο Ενάγων δεν μπορεί να επικαλείται την απροθυμία και αδυναμία της ομάδας ΑΠ να ανταποκριθεί στα αιτήματα του για πληροφορίες, από τη στιγμή που διαφαίνεται πως ό,τι έχει ζητήσει τα έλαβε. Επί του ιδίου θέματος, η ομάδα VHG ισχυρίζεται πως ο Ενάγων ουδέποτε επιδίωξε να έρθει σε επικοινωνία με τους Εναγόμενους 36 και 50 για να λάβει αυτούσιες τις εκθέσεις αξιολόγησης, πράγμα το οποίο αυτοί ήταν πρόθυμοι να πράξουν νοουμένου ότι είχαν την έγκριση των διοικητικών συμβουλίων των εταιρειών. Και πάλι αυτή η θέση παρέμεινε αναντίλεκτη. Πέραν της πιο πάνω διαπίστωσης, το Δικαστήριο θα ασχοληθεί με τους λόγους για τους οποίους ο Ενάγων ζητά την αποκάλυψη, όπως αυτοί εκτίθενται υπό I.4.3 ανωτέρω. Είναι προφανές ότι ο Ενάγων στην ένορκη του δήλωση παραθέτει όλα εκείνα τα στοιχεία τα οποία, κατά την κρίση του, είναι ικανά να καταδείξουν στο Δικαστήριο την αναγκαιότητα έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων. Για τον σκοπό αυτό, αξίζει να σημειωθεί ότι η ένορκη του δήλωση αποτελείται από 107 σελίδες, στην οποία επισυνάπτονται 174 τεκμήρια. Η έκταση της ένορκης δήλωσης και ο όγκος των τεκμηρίων είναι ενδεικτικά του γεγονότος ότι σε αυτή ο Ενάγων παραθέτει ένα λεπτομερές και ολοκληρωμένο ιστορικό των γεγονότων που αφορούν την κατάστρωση αλλά και υλοποίηση του ισχυριζόμενου δόλιου σχεδίου των AR και OE, οι οποίοι φέρονται ως οι κύριοι και τελικοί αδικοπραγούντες. Με αφετηρία το σχεδιάγραμμα στο οποίο απεικονίζεται το όλο σχέδιο παραθέτει με χρονική σειρά την εξέλιξη των ενεργειών που αποτελούν μέρος αυτού (του σχεδίου) και οι οποίες εκτίθενται συνοπτικά ανωτέρω. Ο Ενάγων αναφέρει λεπτομέρειες και πλήρη στοιχεία των εν λόγω ενεργειών, όπως ημερομηνίες, πρόσωπα (νομικά και φυσικά) και αριθμούς λογαριασμών, και παρουσιάζει διάφορα έγγραφα, όπως ψηφίσματα εταιρειών, μεταβιβάσεις χρημάτων και συμφωνίες δανειοδότησης. Δεν είναι υπερβολή να λεχθεί ότι με περισσή επιμέλεια και αξιολογώντας πλήρως το υλικό που βρίσκεται στην κατοχή του Ενάγοντος, αυτός έχει στην πραγματικότητα ξεδιπλώσει και ακολουθήσει κάθε βήμα του ισχυριζόμενου δόλιου σχεδίου. Δεν διαφεύγει την προσοχή του Δικαστηρίου ότι ο Ενάγων παραθέτει και ορισμένα στοιχεία τα οποία ισχυρίζεται πως παραμένουν άγνωστα σε αυτόν, και τα οποία ουσιαστικά αφορούν (i) ποσά που κατατέθηκαν σε νέους λογαριασμούς κάποιων από τις προαναφερόμενες εμπλεκόμενες εταιρείες και (ii) την πιθανή αποξένωση ή επιβάρυνση περιουσιακών στοιχείων κάποιων τέτοιων εταιρειών. Με δεδομένο όμως τον όγκο αλλά και τη φύση των στοιχείων τα οποία ήδη βρίσκονται στη γνώση και κατοχή του Ενάγοντος, το Δικαστήριο δεν έχει πεισθεί πως πράγματι η αποκάλυψη των αιτούμενων πληροφοριών είναι αναγκαία για να τον βοηθήσει στη σύνταξη της αγωγής εναντίον των φερόμενων ως αδικοπραγούντων, υπό την έννοια δηλαδή ότι χωρίς αυτές δεν μπορεί να προχωρήσει. Αντιθέτως, το Δικαστήριο θεωρεί ότι ο Ενάγων κατέχει αρκετό και ικανοποιητικό υλικό προς τον σκοπό αυτό και πως κάποιες πληροφορίες που υπολείπονται μπορούν να δοθούν σε αυτόν στα πλαίσια της δίκης μεταξύ των διαδίκων και ειδικότερα στα πλαίσια αποκάλυψης. Όπως έχει λεχθεί στην υπόθεση Nikitin and Others v. Richards Butler LLP
(2007)EWHC 173 (QB) «this relief is [not] intended to enable a victim of unlawful conduct to fine tune a pleading or identify every person of whatever standing who may have committed an unlawful act». Στην υπόθεση Αθανασίου (ανωτέρω) επαναλήφθηκε η αρχή που αναφέρθηκε στην Avila Management Services (ανωτέρω) πως «το ζητούμενο δεν είναι η ευκολία ή η επιθυμία λήψης των πληροφοριών, αλλά η αναγκαιότητα του όλου εγχειρήματος για σκοπούς ορθής απονομής της δικαιοσύνης.» Το Δικαστήριο θεωρεί πως η παρούσα περίπτωση εμπίπτει εντός αυτής της αρχής. Λαμβάνοντας υπ΄ όψιν τον πρώτο λόγο για τον οποίον ο Ενάγων ζητά τις αιτούμενες πληροφορίες, είναι προφανές πως αυτός γνωρίζει πως οι βασικοί και τελικοί αδικοπραγούντες είναι οι AR και OE. Όσον αφορά την ανάγκη αποκάλυψης της πλήρους φύσης της παρανομίας, προκύπτει πως ο Ενάγων κατέχει τεράστιο όγκο πληροφοριών ο οποίος του παρέχει τη δυνατότητα δικογράφησης της αγωγής. Είναι κατανοητή η επιθυμία λήψης των επιπρόσθετων πληροφοριών, καθώς και το ότι κάτι τέτοιο πιθανότατα θα διευκόλυνε περαιτέρω τη θέση του, πλην όμως όπως έχει επισημανθεί δεν είναι αυτό το κριτήριο ή το ζητούμενο. Περαιτέρω το Δικαστήριο θεωρεί πως η προβαλλόμενη ανάγκη εντοπισμού περιουσιακών στοιχείων τα οποία δικαιωματικά κατείχε ο ίδιος και πάλι καλύπτεται από τα στοιχεία που ήδη βρίσκονται στην κατοχή του. Τα στοιχεία για τα οποία ο Ενάγων κάνει συγκεκριμένη αναφορά στην ένορκη του δήλωση (παρ. 255, 269, 300, 311 και 312) δεν είναι τέτοιας φύσης που να θεωρούνται ότι του στερούν τη γνώση όλων των αναγκαίων πληροφοριών για σκοπούς έγερσης της αγωγής. Εδώ σημειώνεται πως αυτός ο λόγος θα τύχει ξεχωριστής εξέτασης σε κατοπινό στάδιο με βάση την υπόθεση Banker's Trust Co v. Shapira
(1980)1 W.L.R. 1274, στην οποία επίσης βασίζεται η Αίτηση. Τέλος, η ευκαιρία την οποία ζητά ο Ενάγων για να δικογραφήσει πλήρως την υπόθεση του ξεφεύγει του σκοπού της έκδοσης τέτοιων διαταγμάτων, καθότι σκοπός δεν είναι η τελειοποίηση και συμπλήρωση της υπόθεσης του αιτητή αλλά η παροχή τέτοιων πληροφοριών οι οποίες κρίνονται αναγκαίες και ικανοποιητικές για την έγερση αγωγής. Σύμφωνα με όλα όσα αναφέρονται ανωτέρω, το Δικαστήριο δεν έχει ικανοποιηθεί ότι πληρούται η προϋπόθεση περί της αναγκαιότητας παροχής των αιτούμενων πληροφοριών. IX. Εύρος Αιτούμενων Πληροφοριών Ανεξαρτήτως της πιο πάνω διαπίστωσης, κρίνεται σκόπιμη η ενασχόληση με ακόμα ένα εξίσου σημαντικό και καθοριστικό θέμα ως προς την έκβαση της Αίτησης, και αυτό είναι το εύρος των αιτούμενων πληροφοριών. Έχει ήδη αναφερθεί πως το αιτητικό αναφορικά με τα διατάγματα αποκάλυψης είναι εκτενές και καλύπτει 13 ολόκληρες σελίδες. Σε αυτές ουσιαστικά ζητείται παντός είδους πληροφορία και έγγραφο αναφορικά με οτιδήποτε σχετίζεται με τους AR και OE, τις εμπλεκόμενες εταιρείες, τις εταιρείες BVI, τις θυγατρικές εταιρείες και τα φυσικά πρόσωπα τα οποία συνδέονται με τους AR και OE, καθώς επίσης και τις μεταβιβάσεις χρηματικών ποσών από τη μία εταιρεία στην άλλη. Τέτοιο εκτεταμένο αιτητικό αναμφίβολα δεν συνάδει με τους σκοπούς, καθώς και τη φιλοσοφία παροχής βοήθειας σε θύματα απάτης μέσω των διαταγμάτων αποκάλυψης Norwich Pharmacal. Όπως έχει λεχθεί στην υπόθεση R (Mohamed) v. Secretary of State for Foreign and Commonwealth Affairs (No 1)
(2009)1 W.L.R. 2579 «Norwich Pharmacal does not provide a general right of discovery . the action cannot be one used for wide-ranging discovery or the gathering of evidence and is strictly confidential to necessary information.» Αυτή η αρχή υιοθετήθηκε και στην υπόθεση Rusal (ανωτέρω) στην οποία το εύρος των αιτούμενων πληροφοριών ήταν τόσο μεγάλο σε βαθμό που κρίθηκε ότι συνιστούσε κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας. Ως εκ τούτου το Δικαστήριο καταλήγει ότι η παρούσα Αίτηση δεν μπορεί να πετύχει και γι΄ αυτόν τον λόγο, με αποτέλεσμα να μην καθίσταται αναγκαία η εξέταση των υπολοίπων θεμάτων που εγείρονται στα πλαίσια της παρούσας Αίτησης όσον αφορά τα αιτούμενα διατάγματα αποκάλυψης τύπου Norwich Pharmacal. X. Αιτούμενες πληροφορίες δυνάμει της υπόθεσης Banker's Trust Πέραν των πιο πάνω έχει επίσης απασχολήσει το Δικαστήριο το κατά πόσον η Αίτηση θα μπορούσε να εγκριθεί βάσει της υπόθεσης Banker's Trust, η οποία ουσιαστικά στοχεύει στην ιχνηλάτηση της περιουσίας. Στην εν λόγω υπόθεση αναγνωρίστηκε η δυνατότητα χορήγησης αποκάλυψης με βάση και πάλι τις αρχές της επιείκειας ως ακολούθως: «The plaintiff who has been defrauded has a right in equity to follow the money. He is entitled, in Lord Atkin's words, to lift the latch of the banker's door: see Banque Belge pour l' Entranger v. Hambrouck [1921] 1 K.B. 321,
- The customer, who has prima facie been guilty of fraud, cannot bolt the door against him. Owing to his fraud, he is disentitled from relying on the confidential relationship between him and the bank: see Initial Services Ltd v. Putterill [1968] 1 Q.B. 396,
- If the plaintiff's equity is to be of any avail, he must be given access to the bank's books and document - for that is the only way of tracing the money or knowing what has happened to it: see Mediterranea Raffineria Siciliana Petroli S.p.a. v. Mabanaft G.m.b.h. (unreported). So the court, in order to give effect to equity, will be prepared in a proper case to make an order on the bank for their discovery.» Τόσο η νομολογία όσο και τα συγγράμματα διακρίνουν μεταξύ των διαταγμάτων αποκάλυψης τύπου Norwich Pharmacal και των διαταγμάτων ιχνηλάτησης τύπου Banker's Trust. Αυτή η διάκριση αναφέρεται στο ακόλουθο απόσπασμα στο σύγγραμμα Commercial Fraud in Civil Matters, Paul MacGrath QC, 2η έκδοση, παρ. 15.158: «Unlike Norwich Pharmacal orders, where the wrongdoing can take on a wide range of forms, Bankers Trust orders are only concerned with the tracing of assets as part of the assertion of a proprietary claim by the applicant or the assertion of accessory liability (such as dishonest assistance) premised upon the movement of assets to which the claimant asserts a proprietary interest. No other manner of wrongdoing can form the basis of an applicant for a Bankers Trust order.» Ο δικηγόρος της ομάδας Πέτρου εξέφρασε τη θέση πως αυτή η νομική αρχή δεν τυγχάνει εφαρμογής στην υπό κρίση περίπτωση καθότι ο Ενάγων δεν έχει ιδιοκτησιακό καθεστώς (proprietary claim) στα περιουσιακά στοιχεία για τα οποία ζητά ιχνηλάτηση εφόσον αυτά ανήκουν σε εταιρείες. Το Δικαστήριο δεν υιοθετεί αυτή τη θέση. Η ιδιότητα του Ενάγοντος ως μετόχου των εταιρειών του παρέχει το δικαίωμα να λάβει πληροφορίες για τα περιουσιακά στοιχεία των εταιρειών και των εσόδων από αυτά. Αυτή η κατάληξη του Δικαστηρίου βρίσκει έρεισμα στο σύγγραμμα Commercial Injunctions, Steven Gee, 5η έκδοση, σελ. 695, και στο ακόλουθο απόσπασμα: «The Court has an equitable jurisdiction to find out what has happened to missing trust funds: 'A Court of equity has never hesitated to use the strongest powers to protect and preserve a trust fund in interlocutory proceedings on the basis that, if the trust fund disappears by the time the action comes to trial, equity will have been invoked in vain'. This is a separate principle from the Norwich Pharmacal principle and has a different purpose. It enables orders to be made against a defendant and against innocent third parties for the purpose of protecting the claimant's substantive rights to the fund. The courts have adopted this principle in tracing actions for justifying interlocutory orders made at any stage of the proceedings requiring those who may have information (including documents) about what has happened to particular assets, and who have been involved in their disposal, to provide that information to the claimant. This has included orders made against banks for disclosure of information about assets. When the claimant has the right to shares in a company and the assets in the company have gone missing, the court can disregard the corporate veil and grant orders designed to reveal what has happened to the company's assets or their proceeds. There is also the Norwich Pharmacal principle. In a case in which trust assets have been transferred and are missing, both principles can apply.» Χρήσιμη καθοδήγηση προσφέρει επίσης η υπόθεση Murphy v. Murphy
(1999)1 W.L.R. 282, στην οποία γίνεται η σαφής διάκριση μεταξύ των δικαιοδοσιών Norwich Pharmacal και Banker's Trust. Έχει ήδη καταστεί σαφές από τον Ενάγοντα πως η ανίχνευση της περιουσίας των εταιρειών αποτελεί έναν εκ των λόγων για τον οποίο ζητούνται τα διατάγματα αποκάλυψης. Λαμβάνοντας υπ΄ όψιν το εύρος των αιτούμενων πληροφοριών, το Δικαστήριο θεωρεί πως η αποκάλυψη όλων των αιτούμενων πληροφοριών και πάλι εκφεύγει του σκοπού έκδοσης διατάγματος τύπου Banker's Trust αλλά και της προβλεπόμενης χρήσης αυτών η οποία πρέπει να περιορίζεται αποκλειστικά και μόνο στον εντοπισμό και την προστασία της περιουσίας. Έχουν ήδη εξηγηθεί οι λόγοι για τους οποίους το Δικαστήριο κρίνει πως δεν δικαιολογείται η έκδοση ούτε των αιτούμενων διαταγμάτων αποκάλυψης τύπου Norwich Pharmacal ούτε και των αιτούμενων διαταγμάτων τύπου Banker's Trust. Στη βάση των ίδιων λόγων το Δικαστήριο θεωρεί πως δεν τίθεται θέμα περιορισμού του αιτητικού και έκδοσης των ανάλογων διαταγμάτων. XI. Διάταγμα Φίμωσης Είναι νομολογιακά αναγνωρισμένο πως το διάταγμα φίμωσης είναι επικουρικής φύσης και εκδίδεται για να προσδώσει αποτελεσματικότητα στην άσκηση της εξουσίας του Δικαστηρίου αναφορικά με την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων αποκάλυψης και στον σκοπό έκδοσης αυτών. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Banker's Trust (ανωτέρω) και TBF (Cuprus) Ltd κ.ά. v. Εμπορικής Μελετών Σχεδιασμού κ.ά.
(2001)1(Α) Α.Α.Δ. 153. Είναι λοιπόν αυτονόητο πως ενόψει της κατάληξης της Αίτησης όσον αφορά τη μη έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων αποκάλυψης, το διάταγμα φίμωσης θα πρέπει να ακυρωθεί. XII. Κατάληξη Σύμφωνα με όλα όσα αναφέρονται ανωτέρω, η παρούσα Αίτηση όσον αφορά τα αιτητικά (Α) και (Β) απορρίπτεται. Το εκδοθέν διάταγμα φίμωσης ημ. 7.1.15 ακυρώνεται. Τα έξοδα της Αίτησης επιδικάζονται υπέρ των Εναγομένων 1-10, 12-18, 23, 37, 41, 44-47 και 49, 11, 25-28, 30-35, 42, 43 και 48, 19-22 και 24, και 36 και 50 - Καθ΄ ων η Αίτηση και εναντίον του Ενάγοντος - Αιτητή όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο συν ΦΠΑ και θα είναι πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας της παρούσας αγωγής. (Υπ.) ......... Έ. Εφραίμ, Π.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Ε.Ε./Α.Λ.Ο cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο