ΝΟΥΦΑΡΟΝ ΝΥΜΦΙΚΑ & ΑΝΘΟΠΩΛΕΙΟ ΛΙΜΙΤΕΔ ν. Δήμητρα Ευστρατίου κ.α., Αγωγή Αρ. 7384/2013, 26/10/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2015:A417 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Θεοκλήτου, Προσ. Ε. Δ. Αγωγή Αρ. 7384/2013 ΜΕΤΑΞΥ: ΝΟΥΦΑΡΟΝ ΝΥΜΦΙΚΑ & ΑΝΘΟΠΩΛΕΙΟ ΛΙΜΙΤΕΔ, ΗΕ 61079 Εναγόντων και
- Δήμητρα Ευστρατίου
- Ανδρέας Ευστρατίου Εναγομένων Ημερομηνία: 26 Οκτωβρίου, 2015 Για τους Ενάγοντες - Αιτητές: κος Νικόλας Μερακλής, για Ανδρέα Μερακλή Δ.Ε.Π.Ε Για τους Εναγόμενους - Καθ' ων η αίτηση: κα Ειρήνη Πουλλά, προσωπικά, και για κα Ευαγγελία Πουλλά ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (Αίτηση τροποποίησης της Έκθεσης Απαίτησης ημερομηνίας 8.5.2015) Με την αίτηση τους ημερομηνίας 8.5.2015, οι Ενάγοντες - Αιτητές ζητούν διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να τροποποιείται η Έκθεση Απαίτησης ως ακολούθως: «
- Η ημερομηνία «26.7.2013» στην παράγραφο 3 της Έκθεσης Απαιτήσεως, να αντικατασταθεί με την ημερομηνία «27.7.2013».
- Η ημερομηνία «26.7.2013» στην παράγραφο 7 της Έκθεσης Απαιτήσεως, να αντικατασταθεί με την ημερομηνία «27.7.2013».
- Το ποσό των «€98.144,47 σεντ» στην παράγραφο 7 της Έκθεσης Απαιτήσεως, να αντικατασταθεί με το ποσό των «€87.951,72 σεντ».
- Το ποσό των «€98.144,47 σεντ» στην παράγραφο 8 της Έκθεσης Απαιτήσεως, να αντικατασταθεί με το ποσό των «€87.951,72 σεντ».
- Το ποσό των «€98.144,47 σεντ» στην παράγραφο 9Α. της Έκθεσης Απαιτήσεως, να αντικατασταθεί με το ποσό των «€87.951,72 σεντ».
- Το ποσό των «€98.144,47 σεντ» στην παράγραφο 9Β. της Έκθεσης Απαιτήσεως, να αντικατασταθεί με το ποσό των «€87.951,72 σεντ».
- Η ημερομηνία «26.7.2013» στην παράγραφο 9Β της Έκθεσης Απαιτήσεως, να αντικατασταθεί με την ημερομηνία «27.7.2013».» Η αίτηση βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.25 Θ.1, 2, 3 και 4, και Δ.48 Θ.2, 8(v), και συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση της κας Γεωργίας Βαλέρκου, η οποία είναι Διευθυντής και Μέτοχος των Αιτητών. Η κα Βαλέρκου αναφέρει ότι, μελετώντας τα τεκμήρια που επισυνάπτονταν στην ένορκη δήλωση της κας Δήμητρας Ευστρατίου (Εναγομένης 1) ημερομηνίας 12.2.2014 καθώς και στη συμπληρωματική ένορκη της δήλωση ημερομηνίας 12.3.2014 οι οποίες καταχωρήθηκαν προς υποστήριξη της ένστασης των Εναγομένων στην αίτηση ημερομηνίας 21.1.2014 που είχαν καταχωρήσει οι Ενάγοντες για προσωρινά διατάγματα, της δημιουργήθηκαν απορίες και ερωτηματικά για τα οποία απευθύνθηκε στους Λογιστές των Αιτητών. Μετά από ενδελεχή έρευνα και εξέταση των εγγράφων, διαπιστώθηκε ότι οι Καθ'ων η αίτηση πλήρωναν απ' ευθείας με εμβάσματα στο Λογαριασμό των Αιτητών στην Τράπεζα Κύπρου, χωρίς να την ενημερώνουν και χωρίς να της αποστέλλουν σχετικές αποδείξεις πληρωμής, με αποτέλεσμα οι πληρωμές αυτές να μην καταχωρούνται στον ανοιχτό λογαριασμό δούναι και λαβείν με αρ. 320089 που διατηρούσαν οι Αιτητές. Από την έρευνα διαπιστώθηκε ότι το συνολικό ποσό αυτών των καταθέσεων - πληρωμών ανήρχετο σε €20.013,15 σεντ. Επισυνάπτει ως Τεκμήριο 1 στην ένορκη της δήλωση δέσμη από τραπεζικά έγγραφα και αναλυτική κατάσταση των καταθέσεων που έκαναν οι Καθ'ων η αίτηση στο λογαριασμό των Αιτητών στην Τράπεζα Κύπρου. Κατά τη διάρκεια της ίδιας έρευνας διαπιστώθηκε ότι λανθασμένα οι Καθ'ων η αίτηση έκαναν εμβάσματα στον προσωπικό της λογαριασμό που διατηρούσε στην Τράπεζα Κύπρου, αντί στον τραπεζικό λογαριασμό των Αιτητών στην Τράπεζα Κύπρου. Διαπιστώθηκε έτσι ότι θα έπρεπε να είχαν καταχωρηθεί στον τραπεζικό λογαριασμό των Αιτητών καταθέσεις συνολικού ποσού εκ €36.129,00, ποσό το οποίο θα πρέπει να αφαιρεθεί από το λογαριασμό δούναι και λαβείν. Επισυνάπτει ως Τεκμήριο 2 στην ένορκη της δήλωση δέσμη από τραπεζικά έγγραφα και κατάσταση των καταθέσεων που έκαναν οι Καθ'ων η αίτηση στον προσωπικό λογαριασμό της ενόρκως ομνύσασας. Ερευνώντας περαιτέρω με κάθε προσοχή εντοπίστηκε επίσης ότι και τιμολόγια πωλήσεως που ανέρχονται στο συνολικό ποσό των €45.949,40 (τιμολόγιο με αριθμό 114931 ημερ. 27.6.2009 για το ποσό των €29.141 και τιμολόγιο με αριθμό 114932 ημερ. 27.6.2009 για το ποσό των €16.808,40), εκ λάθους και/ή εκ παραδρομής δεν περιλήφθηκαν στο λογαριασμό των Καθ'ων η αίτηση. Τα δύο τιμολόγια επισυνάπτονται ως Τεκμήρια 3 και 4 στην ένορκη δήλωση της κας Βαλέρκου. Μετά την καταχώρηση των διαφόρων ποσών κατέληξαν ότι το ποσό που οφείλουν οι Καθ'ων η αίτηση στους Αιτητές ανέρχεται σε €87.951,72 και όχι σε €98.144,47 που ζητούν με την αγωγή τους. Επισυνάπτει ως Τεκμήριο 5 αναλυτική κατάσταση λογαριασμού, όπως διαμορφώνεται μετά τις αλλαγές, οι οποίες έγιναν στο τέλος της κατάστασης λογαριασμού και με ημερομηνία 27.7.
- Η ενόρκως ομνύσασα καταλήγει ότι φρονεί ότι είναι δίκαιο και αρμόζον όπως η αίτηση εγκριθεί και ότι η μόνη δυσκολία που μπορεί να προκληθεί, μπορεί να αποζημιωθεί με έξοδα. Οι Καθ' ων η αίτηση - Εναγόμενοι καταχώρησαν ένσταση στην υπό εξέταση αίτηση προβάλλοντας τους εξής λόγους ένστασης: «
- Οι ζητούμενες τροποποιήσεις ή και μέρος αυτών είναι αποτέλεσμα κακή τη πίστη ενεργειών (acting mala fide) από τους Ενάγοντες-Αιτητές και κατά συνέπειαν κατά παράβαση της υφιστάμενης νομολογίας.
- Οι ζητούμενες τροποποιήσεις έχουν γίνει σε πολύ καθυστερημένο στάδιο και/ή προχωρημένο στάδιο και οι Ενάγοντες όφειλαν να προβούν σε όλα τα αναγκαία διαβήματα ώστε να εξασφαλίσουν όλες τις πληροφορίες που απαιτούντο για να καταχωρήσουν την με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο αγωγή και η τυχόν αποδοχή τους είναι αντίθετη με την υφιστάμενη νομοθεσία και νομολογία.
- Οι ζητούμενες τροποποιήσεις ή και μέρος αυτών προκαλούν αδικία και/ή ανεπανόρθωτη ζημιά και/ή επηρεάζουν δυσμενώς τα κεκτημένα δικαιώματα (vested rights) των Εναγομένων σε βαθμό που είναι αντίθετες με την υφιστάμενη νομοθεσία και νομολογία.». Η ένσταση, η οποία βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, Δ.25, ΘΘ 1-5 και Δ.48 ΘΘ 4 και 9, συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της κας Δήμητρας Ευστρατίου, Εναγομένης 1, η οποία υιοθετεί τα όσα αναφέρει στις ένορκες τις δηλώσεις που καταχώρησε προς υποστήριξη της ένστασης της στην αίτηση για προσωρινά διατάγματα ημερομηνίας 11.2.2014 και 12.3.2014 και δηλώνει επιπλέον τη διαφωνία της με όλα όσα αναφέρει η κα Γ. Βαλέρκου στην ένορκη της δήλωση και τα οποία έρχονται σε αντίθεση με τη δική της ένορκη δήλωση. Λέγει ότι από τα έγγραφα που επισυνάπτονται στην ένορκη δήλωση της κας Γ. Βαλέρκου που συνοδεύει την αίτηση των Αιτητών διαφαίνεται η κακοπιστία των Αιτητών. Λέγει επίσης ότι δεν είναι αληθές ότι κάποια ποσά εμβάζονταν στο λογαριασμό της κας Βαλέρκου εν αγνοία της και χωρίς ενημέρωση, επειδή τηλεφωνιόντουσαν ή βρισκόντουσαν και η κα Βαλέρκου της υποδείκνυε σε ποιο λογαριασμό να καταθέσει τα χρήματα. Εξάλλου, ισχυρίζεται, οι καταστάσεις λογαριασμού ομιλούν από μόνες τους, επειδή σε αυτές εμφαίνεται το όνομα της ή του συζύγου της, ή του υιού της Αυγερινού, ως καταθέτες. Ισχυρίζεται επίσης ότι τα ποσά των τιμολογίων αρ. 114931 (ημερ. 27.6.2009) και 114932 (ημερ. 27.6.2009) είναι πολύ μεγάλα (σύνολο €45.949,40) για να ισχυρίζονται οι Αιτητές ότι από λάθος δεν τα υπολόγισαν, και ισχυρίζεται επίσης ότι αυτά τα τιμολόγια είναι κατασκευασμένα. Λέγει επίσης ότι ενώ οι ένορκες της δηλώσεις καταχωρήθηκαν στις 11.2.2014 και 12.3.2014 και η αίτηση για συντηρητικά διατάγματα αποσύρθηκε στις 5.6.2014, η αίτηση για τροποποίηση καταχωρήθηκε στις 8.5.2015, χρονικό διάστημα πολύ μεγάλο το οποίο χρησιμοποιήθηκε, κατά την κα Ευστρατίου, για να εξεύρουν οι Αιτητές τρόπο για να κατασκευάσουν υπόθεση. Ισχυρίζεται επιπλέον ότι η αίτηση για τροποποίηση γίνεται σε πολύ καθυστερημένο και/ή προχωρημένο στάδιο, ότι η στάση των Αιτητών όπως προκύπτει μέσα από την ένορκη δήλωση της κας Γ. Βαλέρκου αφήνει τεράστιες υπόνοιες κακοπιστίας και, τέλος, ότι με τη ζητούμενη τροποποίηση επηρεάζονται δυσμενώς τα κεκτημένα δικαιώματα των Καθ'ων η αίτηση με αποτέλεσμα να προκληθεί γι' αυτούς αδικία και/ή ανεπανόρθωτη ζημιά. Η Διαδικασία Οι Καθ'ων η αίτηση καταχώρησαν στις 9.9.2015 μονομερή αίτηση με την οποία ζητούσαν διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να επιτρέπεται η αντεξέταση της ενόρκως δηλούσας κας Γεωργίας Βαλέρκου, την οποία απέσυραν στις 5.10.2015, πριν την ακρόαση της παρούσας αιτήσεως. Εν τέλει, οι συνήγοροι των δύο πλευρών περιορίστηκαν σε γραπτές αγορεύσεις με τις οποίες υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις τους, και ουδείς εκ των ενόρκως δηλούντων αντεξετάστηκε. Οι θέσεις των δύο πλευρών έχουν μελετηθεί και λαμβάνονται υπόψη στο σύνολο τους. Αναφορά σε αυτές θα γίνει στα πλαίσια ανάλυσης της νομικής πτυχής της αίτησης και στο βαθμό που κρίνεται αναγκαίο. Νομική Πτυχή Η υπό κρίση αίτηση όπως έχει ήδη αναφερθεί στηρίζεται, μεταξύ άλλων, στη Δ.25, Θ.1[1] των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, η οποία προβλέπει τα εξής: «
- The Court or a Judge may, at any stage of the proceedings, allow either party to alter or amend his indorsement or pleadings, in such manner and on such terms as may be just, and all such amendments shall be made as may be necessary for the purpose of determining the real questions in controversy between the parties.» Και σε ελληνική μετάφραση: «Το Δικαστήριο, ή ο Δικαστής, μπορεί σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας να επιτρέψει σε οποιοδήποτε διάδικο να αλλάξει ή να τροποποιήσει το γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα ή τα δικόγραφα του με τέτοιο τρόπο και κάτω από τέτοιους όρους που θα κρίνει δίκαιο, και όλες οι αναγκαίες τροποποιήσεις θα γίνονται οι οποίες θα είναι αναγκαίες για το σκοπό της διαλεύκανσης των πραγματικών θεμάτων, για τα οποία οι διάδικοι έχουν διαφορές»[2]. Σύνοψη της νομολογίας έγινε σχετικά πρόσφατα από το Ανώτατο Δικαστήριο στην Πολ. Εφ. 58/2012, Kayat Trading Limited v. Genzyme Corporation, ημερ. 4.3.2013, στην οποία η αίτηση τροποποίησης καταχωρήθηκε μετά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας και αφού ακούστηκε αριθμός μαρτύρων: «Οι αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου σε σχέση με αιτήσεις που έχουν ως νομικό υπόβαθρο τις πρόνοιες του κ. 1 της Δ.25, όπως είναι η παρούσα περίπτωση, έχουν γίνει αντικείμενο εξέτασης και λεπτομερούς ανάλυσης σε πληθώρα υποθέσεων[3]. Το συμπέρασμα που μπορεί με ασφάλεια να συναχθεί από τη σχετική νομολογία, είναι ότι το θέμα, τροποποίησης δικογράφων, ανάγεται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου η οποία ασκείται φιλελεύθερα και δεν διέπεται από άκαμπτους κανόνες, αλλά από διάφορους παράγοντες, η βαρύτητα των οποίων ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Η βασική αρχή η οποία πηγάζει μέσα από την εν λόγω νομολογία είναι, όπως πολύ εύστοχα επισημάνθηκε στην υπόθεση Clive Preece: "Αίτηση για τροποποίηση δικογράφου μπορεί να εγκριθεί σε κάθε στάδιο της διαδικασίας εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις οι οποίες καθιστούν την τροποποίηση απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης. Το συμφέρον της δικαιοσύνης αποτιμάται ύστερα από συνεκτίμηση όλων των παραγόντων της κάθε υπόθεσης, συμπεριλαμβανομένων και των επιπτώσεων που ενδεχομένως θα προκληθούν στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Βλ. Εθν. Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. κ.α. ν. Βιομ. Χαρ. Αλωνεύτης Λτδ κα
(2002)1(Α) ΑΑΔ 237. Στην Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου
(1991)1 ΑΑΔ 934 έχει ειπωθεί ότι η σύγχρονη τάση είναι να επιτρέπουν τα δικαστήρια τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμα και όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα." Επίσης, όπως υποδείχθηκε στην υπόθεση Αρτέμιος Παπαχρυσοστόμου: "Στις περιπτώσεις όπου ο προσδιορισμός της ουσίας της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων και η αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών επιβάλλουν την τροποποίηση των δικογράφων, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται υπέρ της έγκρισης της αίτησης νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί βλάβη ή αδικία στην άλλη πλευρά η οποία δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα ή ο αιτητής δεν ενεργεί κακόπιστα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της οποιασδήποτε καθυστέρησης στη διατύπωση των θέσεων του αιτητή, ποικίλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη τροποποίησης δικογράφων, όμως η άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου στο στάδιο αυτό, ασκείται με φειδώ. Τέλος μπορεί να λεχθεί ότι η εισαγωγή ενός νέου θέματος δεν συνεπάγεται κατ' ανάγκη και την απόρριψη της αίτησης, νοουμένου όμως ότι δεν έχει καταλυτικές συνέπειες για την αντίδικη πλευρά." [.....] Στην κρινόμενη περίπτωση, λαμβανομένων υπόψη όλων των περιστάσεων και ειδικότερα την απουσία κακοπιστίας από πλευράς εφεσειόντων, καταλήγουμε ότι το συμφέρον της δικαιοσύνης επιβάλλει την άσκηση της επί του προκειμένου διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου υπέρ της έγκρισης της αίτησης για τροποποίηση.». Στην υπόθεση Στέλιος Φοινιώτης v. Greenmar Navigation Ltd & others
(1989)1 ΑΑΔ (Δ) 33 (αγωγή Ναυτοδικείου), στις σελ. 36 και 37, συνοψίστηκαν από το Δικαστή Πική (όπως ήταν τότε) οι αρχές που διέπουν το ζήτημα της τροποποίησης, ως ακολούθως: « Οι αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου μπορεί να συνοψιστούν ως εξής:
(1)Η τροποποίηση της δικογραφίας επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας δεδομένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης.
(2)Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης όπως διαγράφονται στην συγκεκριμένη υπόθεση συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το άρθρο 30.2 του συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διάδικου.
(3)Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο δηλαδή ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Το αποδεικτικό βάρος για τη αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στην διατύπωση των θέσεων του αιτητή ποικίλλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση διατάγματος για την τροποποίηση.
(4)Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη της τροποποίησης υπεράσπισης. Στο στάδιο αυτό όμως η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ, λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από τη προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου. Στην υπόθεση Hipgrave v. Case, 28 Ch. D. 361 υποδείχθηκε ότι το Δικαστήριο αντιμετωπίζει με διστακτικότητα αιτήσεις για τροποποίηση της δικογραφίας κατά την δίκη.». Σε σχέση με την ευρεία διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, στην υπόθεση Ε.Φιλίππου Λτδ v. Compass Insurance Co. Ltd
(1990)1 A.A.Δ. 24, στη σελ. 26 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Τα συμφέροντα της δικαιοσύνης είναι ο παράγων ο οποίος δεσπόζει στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Τα στοιχεία τα οποία συνθέτουν και προσδιορίζουν τα συμφέροντα της δικαιοσύνης εξισορροπούνται μετά από την συνεκτίμηση των συμφερόντων των διαδίκων και των ευρύτερων συμφερόντων της δικαιοσύνης για τελεσφόρο επίλυση όλων των συναφών διαφορών μεταξύ τους καθώς και των συμφερόντων του δημοσίου στην εξασφάλιση της ταχείας απονομής της δικαιοσύνης.». Όπως περαιτέρω αποφασίστηκε στην υπόθεση Νικολάου v. Μιλτιάδους κ.ά.
(2007)1 (Β) Α.Α.Δ. σελ. 1005: «Κατά την εξέταση του θέματος, το δικαστήριο βασίζεται σε διάφορους παράγοντες, αλλά τελικά ο κρίσιμος παράγοντας είναι η ανάγκη για προσδιορισμό των επιδίκων θεμάτων και η διαπίστωση των θέσεων των διαδίκων. Τροποποίηση μπορεί να επιτραπεί, ασχέτως του αν επιδείχθηκε αμέλεια και καθυστέρηση από διάδικο, αν αυτό απαιτεί το συμφέρον της δικαιοσύνης. Η άδεια για τροποποίηση δίδεται ευκολότερα στα αρχικά στάδια, αλλά τούτο μπορεί ακόμα να γίνει και σε πολύ προχωρημένο στάδιο, μέχρι και το τελικό στάδιο της διαδικασίας, αν δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο. Ο όρος ανεπανόρθωτη ζημιά χρησιμοποιείται με την έννοια του ότι αυτή δεν μπορεί να αποκατασταθεί με την καταβολή εξόδων.». Τέλος, στην υπόθεση Κώστας Παφίτης & Υιοί Λτδ ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(2012)1 ΑΑΔ 745, αποφασίστηκαν τα ακόλουθα: «Ο παράγοντας καθυστέρησης λαμβάνεται υπόψη όμως, σύμφωνα με τη νομολογία, δεν είναι καθοριστικός στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου, αλλά συνυπολογίζεται με όλους τους υπόλοιπους παράγοντες. Όπως ορθά επεσήμανε το πρωτόδικο δικαστήριο, υπήρξε καθυστέρηση, αλλά αυτή δεν ήταν ούτε υπέρμετρη, ούτε αδικαιολόγητη. Η αίτηση για τροποποίηση μπορεί να καταχωρίστηκε περίπου τριάμισι χρόνια μετά την καταχώρηση της Έκθεσης Υπεράσπισης, αλλά δόθηκαν τέτοιες εξηγήσεις, που εύλογα το δικαστήριο τις συνυπολόγισε με τους υπόλοιπους παράγοντες προτού αποφασίσει. Όπως αναφέρθηκε, η υπόθεση ήταν σχετικά περίπλοκη. [......] Για να αποδειχθεί κακοπιστία, χρειάζεται επαρκής μαρτυρία από την οποία να εξάγεται αβίαστα το σχετικό συμπέρασμα, εφόσον με τη διαπίστωση ύπαρξης κακοπιστίας, η αίτηση συνήθως οδηγείται σε απόρριψη. Όμως, στην προκειμένη περίπτωση, δεν έχουμε εντοπίσει σαφή στοιχεία που να υποστηρίζουν τους ισχυρισμούς των Εφεσειόντων, περί ύπαρξης κακοπιστίας. Το μόνο στοιχείο που τέθηκε ενώπιον του πρωτόδικου δικαστηρίου, είναι ότι ο Εφεσίβλητος γνώριζε από πολλού ότι η Έκθεση Υπεράσπισης έχρηζε τροποποίησης και δεν έπραξε οτιδήποτε. Όμως ο Εφεσίβλητος εξήγησε ότι για ένα μέρος του χρόνου, ανέμενε συμπληρωματικά γεγονότα από το μηχανικό του έργου, ο οποίος ήταν άρρωστος. Όμως, ακόμη και αν η καθυστέρηση οφειλόταν σε λάθος ή σε αμέλεια, με κανένα τρόπο δεν θα μπορούσε να εξισωθεί με κακοπιστία. Δεν έχουν τεθεί ενώπιον μας στοιχεία που να δείχνουν ή από τα οποία εμείς να συμπεράνουμε ότι σκόπιμα καθυστέρησε η καταχώρηση της αίτησης με απώτερο στόχο την καθυστέρηση της εκδίκασης της αγωγής.» Για να δοθεί μια ολοκληρωμένη εικόνα, σημειώνω ότι η αγωγή των Εναγόντων, η οποία καταχωρήθηκε στις 15.11.2013, αφορά σε υπόλοιπο ανοικτού λογαριασμού δούναι και λαβείν με αριθμό
- Είναι η θέση τους ότι μεταξύ των ετών 2003 και 2013 κατόπιν παρακλήσεως και/ή ζητήσεως και/ή συμφωνίας και/ή παραγγελίας των Εναγομένων, οι Ενάγοντες πώλησαν και/ή παρέδωσαν και/ή προμήθευσαν τους Εναγόμενους είδη του εμπορίου τους (νυμφικά, παρανυμφικά και διάφορα άλλα είδη γάμου) έναντι τιμολογίων, σε σχέση με τα οποία οι Ενάγοντες χρέωναν το λογαριασμό των Εναγόντων, ο οποίος, κατά ή περί την 26.7.2013 παρουσίαζε υπόλοιπο εκ €98.144,47, ποσό το οποίο οι Ενάγοντες αξιώνουν με την αγωγή τους ως υπόλοιπο συμφωνηθείσης και/ή ευλόγου αξίας πωληθέντων και παραδοθέντων αγορών και/ή υπόλοιπο λογαριασμού ή άλλως πως. Οι Εναγόμενοι καταχώρησαν Σημείωμα Εμφάνισης στις 26.11.
- Στις 21.1.2014 καταχωρήθηκε μονομερής αίτηση από μέρους των Εναγόντων, με την οποία ζητούντο συντηρητικά διατάγματα, η οποία, κατόπιν οδηγιών του Δικαστηρίου, επιδόθηκε στους Εναγόμενους. Στην ένορκη δήλωση που συνόδευε την αίτηση των Εναγόντων, επισυνάπτετο αναλυτική κατάσταση του ως άνω αναφερόμενου λογαριασμού δούναι και λαβείν. Οι Εναγόμενοι καταχώρησαν, στις 12.2.2014, ένσταση στην αίτηση ημερομηνίας 21.1.2014, η οποία συνοδευόταν από ένορκη δήλωση της Εναγομένης 1 στην οποία επισυνάπτονταν: (α) ετήσιες καταστάσεις με τις πληρωμές που η Εναγόμενη 1 ισχυρίζεται ότι προέβη τα έτη 2003 - 2013, (β) μεγάλος όγκος φοτοαντιγράφων αποδείξεων και (γ) φωτοαντίγραφα κάποιων σελίδων από το βιβλίο της στο οποίο λέγει ότι φαίνονται κάποιες πληρωμές σε μετρητά. Στις 12.3.2014, κατόπιν άδειας του Δικαστηρίου, η Εναγόμενη 1 καταχώρησε συμπληρωματική ένορκη δήλωση στην οποία επισύναψε επιπλέον φωτοαντίγραφα αποδείξεων και ακόμα μία σελίδα από το βιβλίο της. Η αίτηση ημερομηνίας 21.1.2014 αποσύρθηκε από τους Ενάγοντες και απορρίφθηκε από το Δικαστήριο, ως αποσυρθείσα, στις 5.6.
- Στις 7.3.2014 οι Εναγόμενοι καταχώρησαν υπεράσπιση στην απαίτηση των Εναγόντων με την οποία ισχυρίζονται ότι ο μεν Εναγόμενος 2 ουδέποτε συμβλήθηκε με τους Ενάγοντες ούτε και οφείλει οποιοδήποτε ποσό τους Ενάγοντες, η δε Εναγόμενη 1 αρνείται ότι οφείλει οποιοδήποτε ποσό στους Ενάγοντες και ανταπαιτεί επιπλέον από τους Ενάγοντες το ποσό των €96.924,28 ως υπερπληρωμή. Στα πλαίσια της υπό κρίση αιτήσεως, οι Αιτητές ζητούν την τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης, επειδή μετά τη μελέτη των τεκμηρίων που επισυνάφθηκαν στις δύο ένορκες δηλώσεις που έγιναν από την Εναγομένη 1 στα πλαίσια της αίτησης για συντηρητικά διατάγματα, διαπιστώθηκαν σφάλματα (ορισμένα ποσά που δεν πιστώθηκαν προς όφελος των Καθ'ων η αίτηση και ορισμένα ποσά που δεν χρεώθηκαν) τα οποία αποδίδονται στους λόγους που αναφέρθηκαν πιο πάνω και τα οποία επιχειρείται να διορθωθούν με την αιτούμενη τροποποίηση. Χρειάστηκε, ως η ενόρκως ομνύσασα για τους Αιτητές αναφέρει, η βοήθεια των λογιστών των Αιτητών, προκειμένου να ελεγχθούν τα διάφορα έγγραφα και να καταλήξουν στο ποσό που οι Καθ'ων η αίτηση πράγματι τους οφείλουν (κατά τους ισχυρισμούς τους, βέβαια). Οι λόγοι που οι Καθ'ων η αίτηση ενίστανται στην αιτούμενη τροποποίηση είναι τρεις: Πρώτον ότι υπάρχει κακοπιστία από μέρους των Αιτητών, δεύτερο ότι η αίτηση υποβάλλεται με μεγάλη καθυστέρηση και τρίτο ότι οι αιτούμενες τροποποιήσεις προκαλούν ανεπανόρθωτη ζημιά στους Καθ'ων η αίτηση και επηρεάζουν τα κεκτημένα τους δικαιώματα. Έχω μελετήσει με μεγάλη προσοχή τόσο την αίτηση των Αιτητών, όσο και την ένσταση των Καθ'ων η αίτηση, καθώς και τις ένορκες δηλώσεις που υποβλήθηκαν προς υποστήριξη αυτών, ως και τις γραπτές αγορεύσεις που καταχώρησαν οι συνήγοροι των δύο πλευρών. Αρχίζοντας από το δεύτερο λόγο ένστασης που αφορά στο θέμα της καθυστέρησης, σημειώνει η ευπαίδευτη συνήγορος των Καθ'ων η αίτηση ότι οι Αιτητές όφειλαν να εξασφαλίσουν όλες τις πληροφορίες που απαιτούντο για να καταχωρήσουν την αγωγή, και προσθέτει ότι από την καταχώρηση της αγωγής έχουν περάσει 18 μήνες, από την καταχώρηση της ένορκης δήλωσης ημερομηνίας 11.2.2014 έχει περάσει 1 χρόνος και 3 μήνες, ενώ από την 5.6.2014 οπότε και αποσύρθηκε η αίτηση για συντηρητικά διατάγματα, παρήλθε σχεδόν ένας χρόνος, καθυστέρηση την οποία χαρακτηρίζει τεράστια, και χωρίς οποιαδήποτε δικαιολογία ή εξήγηση. Είναι επιπλέον η θέση των Καθ'ων η αίτηση ότι ενώ η Απάντηση στην Υπεράσπιση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση καταχωρήθηκε στις 17.9.2014, οι Ενάγοντες δεν καταχώρησαν αίτηση ορισμού της υπόθεσης. Ο τελευταίος αυτός ισχυρισμός είναι εσφαλμένος, εφόσον προκύπτει από το φάκελο του Δικαστηρίου ότι στις 23.9.2014 οι Ενάγοντες καταχώρησαν αίτηση ορισμού, όπως έπραξαν και οι Εναγόμενοι στις 24.9.2014, και η υπόθεση ορίστηκε για Οδηγίες δυνάμει της Δ.30 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας στις 20.11.
- Στις 17.3.2015 οι Ενάγοντες ζήτησαν χρόνο για καταχώρηση αίτησης τροποποίησης, την οποία και καταχώρησαν στις 8.5.
- Ως προς το πρώτο σκέλος του ισχυρισμού των Καθ'ων η αίτηση που σχετίζεται με το θέμα της καθυστέρησης, σημειώνεται ότι οι Αιτητές εξήγησαν στην ένορκη δήλωση της κας Βαλέρκου ότι, αφού μελετήθηκαν από την κα Βαλέρκου τα έγγραφα που επισυνάφθηκαν στις ένορκες δηλώσεις της κας Ευστρατίου, της δημιουργήθηκαν κάποιες απορίες και ερωτηματικά γι' αυτό και απευθύνθηκε στους Λογιστές των Αιτητών, οι οποίοι προέβησαν σε ενδελεχή έρευνα και εξέταση των εγγράφων και εντόπισαν τις πληρωμές των Καθ'ων η αίτηση που δεν καταχωρήθηκαν προς όφελος τους. Εξηγεί επίσης ότι στα πλαίσια προσεκτικής έρευνας εντοπίστηκαν και τα δύο τιμολόγια τα οποία εκ λάθους και/ή εκ παραδρομής δεν περιλήφθηκαν στο λογαριασμό των Καθ'ων η αίτηση. Μετά τη διαπίστωση των ανωτέρω, έγινε η παρούσα αίτηση τροποποίησης. Υπάρχει, πράγματι, πρέπει να λεχθεί, κάποια καθυστέρηση στην υποβολή της αίτησης για τροποποίηση, αλλά αυτή δεν είναι ούτε εντελώς αναιτιολόγητη, όπως εσφαλμένα κατά την κρίση μου ισχυρίζεται η ευπαίδευτη συνήγορος των Καθ'ων η αίτηση, δεδομένου ότι η ενόρκως ομνύσασα για τους Αιτητές αναφέρεται στους λόγους για τους οποίους το υπόλοιπο λογαριασμού στην απαίτηση είναι λανθασμένο, καθώς και στην έρευνα που προηγήθηκε με τη βοήθεια των Λογιστών των Αιτητών και η οποία οδήγησε στην ανάγκη για τροποποίηση, αλλά ούτε και είναι τέτοιας έκστασης που να μπορεί να οδηγήσει σε απόρριψη της αίτησης για το λόγο αυτό. Όπως καθαρά προκύπτει από τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, η σύγχρονη τάση είναι τα Δικαστήρια να επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμη και όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης νοουμένου βέβαια ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα (Χριστοδούλου v. Χριστοδούλου κ.α.
(1991)1 ΑΑΔ 934, 938, Οργανισμός Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου ν. Χαρίδη
(2011)1 Α.Α.Δ. 825), και εάν το αίτημα αυτό είναι αναγκαίο για να τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου όλοι οι αναγκαίοι ισχυρισμοί και υποβάλλεται καλόπιστα. Το ζήτημα υπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, γνώμονας της οποίας είναι το σύνολο των περιστατικών της υπόθεσης (Ταξί Κυριάκος Λτδ ν. Παύλου
(1995)1 Α.Α.Δ 560). Ειδικά για τις περιπτώσεις που ως λόγος τροποποίησης προβάλλεται το λάθος και/ή η αμέλεια του δικηγόρου ή διαδίκου κατά την αρχική σύνταξη του δικογράφου, στην υπόθεση Federal Bank of Lebanon v. Σιακόλα,
(1999)1 ΑΑΔ 44, ο Νικολάου Δ. (όπως ήταν τότε), αναφερόμενος στην αγγλική υπόθεση Associated Leisure Ltd & Others v. Associated Newspaper Ltd
(1970)1 All E.R. 754, είπε τα εξής: «Κατ' ακρίβειαν, όπως υπέμνησε ο δικαστής Edmund Davies στην εν λόγω Αγγλική υπόθεση, η αρχή διατυπώθηκε με πληρότητα από το δικαστή Bown στην Cropper v. Smith
(1884)26 Ch.D.700 με τα εξής (στις σελ. 710-711): ". I know of no kind of error or mistake which, if not fraudulent or intended to overreach, the Court ought not to correct, if it can be done without injustice to the other party. Courts do not exist for the sake of discipline, but for the sake of deciding matters in controversy, and I do not regard such amendment as a matter of favour or grace .. It seems to me that as soon as it appears that the way in which a party has framed his case will not lead to a decision of the real matter in controversy, it is as much a matter or right on his part to have it corrected, if it can be done without injustice, as anything else in the case is a matter of right".». Στην αγωγή Ναυτοδικείου United Sea Transport Co. Ltd & another v. Stavros Zakou
(1980)1 CLR 510, στη σελ. 515 αναφέρθηκαν τα εξής: «The general principles as to when leave to amend should be given are stated by L.J. Bramwell in the case of Tildesley v. Harper, 10 Ch.D. 393 at page 396: "My practice has always been to give leave to amend unless I have been satisfied that the party applying was acting mala fide, or that, by his blunder he had done some injury to his opponent which could not be compensated for by costs or otherwise". However negligent or careless may have been the first omission and however late the proposed amendment, the amendment should be allowed if it can be made without injustice to the other side. There is no injustice if the other side can be compensated by costs. Before the hearing leaves is readily granted, on payment of the costs occasioned, unless the opponent will be placed in a worse position than he would have been if the amended pleading had been delivered in the first instance. (Steward v. North Metropolitan Transways Co. 16 Q.B.D. 556.).». Στην υπόθεση Νικολάου (ανωτέρω) καθόσον αφορά το θέμα της αιτιολόγησης της καθυστέρησης, το Ανώτατο Δικαστήριο επισήμανε τα εξής: «Αναφέρει, μεταξύ άλλων, ο πρωτόδικος Δικαστής ότι δεν δικαιολογήθηκε επαρκώς η καθυστέρηση για την υποβολή της αίτησης, δίδοντας υπερβολική βαρύτητα στον παράγοντα αυτό. Αυτό δεν μας βρίσκει σύμφωνους. Εν όψει της νομολογίας, κρίνουμε πως όπου δεν προκαλείται ζημιά ακόμη και η μη πλήρως αιτιολογηθείσα καθυστέρηση δεν μπορεί να στερεί το διάδικο του δικαιώματος να αποφασίζονται όλα τα επίδικα θέματα που εγείρει. Το ουσιωδέστερο είναι, όπως τονίσαμε και πιο πάνω, να δοθεί η ευκαιρία στους διαδίκους να κριθούν όλες οι πραγματικές διαφορές μεταξύ τους.» Παρομοίως, στην υπόθεση Clive Preece v. Νάσω Ρωσσίδου
(2011)1 ΑΑΔ 2138, λέχθηκαν τα εξής: «Οι εφεσείοντες μπορεί να μην κατάφεραν να δικαιολογήσουν με απόλυτη πειστικότητα την καθυστέρηση που παρατηρήθηκε στην προώθηση του δικονομικού διαβήματος. Ωστόσο, η μερική αυτή αδυναμία δεν έπρεπε να οδηγήσει στην απόρριψη της αίτησης εφόσον το πλέον ουσιώδες υπό τις περιστάσεις κριτήριο ήταν η στάθμιση των παραγόντων που θα αποτελούσαν το εχέγγυο για την ορθή απονομή της δικαιοσύνης.» Στην υπόθεση Astor Co. κ.α. ν. Α & G Leventis Ltd κ.α.
(1993)1 Α.Α.Δ. 726, λέχθηκε ότι σε αιτήσεις για τροποποίηση δικογράφων ο παράγοντας χρόνος είναι μεν σχετικός και συνεκτιμάται ως λογική απόρροια του άρθρου 30
(2)του Συντάγματος, αν και ο παράγοντας αυτός δεν είναι καθοριστικός υπό την έννοια ότι δεν πρέπει από μόνος του να οδηγεί σε απόρριψη. Επίσης στην υπόθεση SABA & Co. (T.M.P) v. T.M.P. Agents
(1994)1 Α.Α.Δ. 426 λέχθηκε ότι: « .δεν συμφωνούμε πως καλόπιστη αίτηση για τροποποίηση προς κάλυψη πραγματικής και σημαντικής ανάγκης θα πρέπει να απορριφθεί επειδή, ανεξάρτητα από οτιδήποτε άλλο, η καθυστέρηση δικαιολογήθηκε με αναφορά σε αβλεψία ή παραδρομή..» Το ουσιώδες υπό τις περιστάσεις κριτήριο, ως προκύπτει από τη σχετική νομολογία, είναι η στάθμιση και η συνεκτίμηση όλων των παραγόντων της υπόθεσης, που αποτελούν το εχέγγυο για την ορθή απονομή της δικαιοσύνης. Σχετική είναι η υπόθεση Clive Preece, ανωτέρω, στην οποία επεξηγήθηκε ότι «το συμφέρον της δικαιοσύνης αποτιμάται ύστερα από συνεκτίμηση όλων των παραγόντων της κάθε υπόθεσης, συμπεριλαμβανομένων και των επιπτώσεων που ενδεχομένως θα προκληθούν στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου» και ότι «το πλέον ουσιώδες υπό τις περιστάσεις κριτήριο ήταν η στάθμιση των παραγόντων που θα αποτελούσαν το εχέγγυο για την ορθή απονομή της δικαιοσύνης». Επομένως, με βάση τα πιο πάνω, και προκειμένου να σταθμιστεί το σύνολο των παραγόντων της υπόθεσης, καθίσταται ουσιώδες να εξετασθούν οι δύο επόμενοι λόγοι ένστασης, οι οποίοι αφορούν στον ισχυρισμό για κακοπιστία από μέρους των Αιτητών, και στον ισχυρισμό για ανεπανόρθωτη ζημιά. Υποστηρίζοντας τον πρώτο λόγο ένστασης που αφορά στην ύπαρξη κακοπιστίας από μέρους των Αιτητών, η ευπαίδευτη συνήγορος των Καθ'ων η αίτηση λέγει ότι οι Αιτητές «προσπάθησαν με μαγγανείες να κατασκευάσουν υπόθεση». Υποστηρίζει επίσης ότι οι Αιτητές δεν ανέμεναν να έχουν οι Καθ'ων η αίτηση τις σχετικές αποδείξεις για τις πληρωμές που έκαναν (αυτές, δηλαδή, που η Εναγόμενη 1 επισύναψε στις δύο ένορκες της δηλώσεις προς υποστήριξη της ένστασης στην αίτηση για συντηρητικά διατάγματα) και τώρα προσπαθούν να τροποποιήσουν το δικόγραφο τους για να συνάδει με τη μαρτυρία που προσήχθη από πλευράς των Καθ'ων η αίτηση. Όσον δε αφορά τα δύο τιμολόγια, είναι η θέση των Καθ'ων η αίτηση ότι αυτά είναι κατασκευασμένα. Όπως επισημάνθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Κώστας Παφίτης & Υιοί Λτδ (ανωτέρω), «για να αποδειχθεί κακοπιστία, χρειάζεται επαρκής μαρτυρία από την οποία να εξάγεται αβίαστα το σχετικό συμπέρασμα». Δεν υπάρχει, κατά τη γνώμη μου, στην παρούσα περίπτωση τέτοια μαρτυρία από την οποία αβίαστα να εξάγεται συμπέρασμα ότι η αίτηση τροποποίησης υποβάλλεται από τους Αιτητές κακόπιστα. Οι Αιτητές μελέτησαν, με τη βοήθεια των Λογιστών τους στους οποίους απευθύνθηκαν, τις αποδείξεις που η Εναγομένη 1 επισύναψε στις ένορκες της δηλώσεις (που ας, σημειωθεί, ξεπερνούν τις 100) και κατέληξαν ότι πληρωμές ύψους €20.013,15 λανθασμένα δεν καταχωρήθηκαν στο λογαριασμό δούναι και λαβείν που διατηρούσαν σε σχέση με τους Καθ'ων η αίτηση, επειδή το ποσό είχε εμβασθεί από τους Καθ'ων η αίτηση κατευθείαν στο λογαριασμό των Αιτητών στην Τράπεζα Κύπρου, χωρίς να ενημερωθούν οι Αιτητές. Διαπίστωσαν επίσης ότι πληρωμές ύψους €36.129,00 λανθασμένα δεν καταχωρήθηκαν στο λογαριασμό δούναι και λαβείν που διατηρούσαν σε σχέση με τους Καθ'ων η αίτηση, επειδή το ποσό αυτό είχε εμβασθεί από τους Καθ'ων η αίτηση στον προσωπικό τραπεζικό λογαριασμό της διευθύντριας των Αιτητών, αντί στο λογαριασμό των Αιτητών. Τα δύο αυτά ποσά επιθυμούν να τα αφαιρέσουν από την απαίτηση τους. Δεν μου διαφεύγει, βέβαια, ότι η κα Ευστρατίου, στην ένορκη της δήλωση που καταχώρησε προς υποστήριξη της ένστασης, ισχυρίζεται ότι είναι αναληθής ο ισχυρισμός της κας Βαλέρκου ότι δεν γνώριζε ότι κάποια ποσά κατατίθεντο στον προσωπικό της λογαριασμό, επειδή η κα Βαλέρκου υποδείκνυε στην κα Ευστρατίου σε ποιο λογαριασμό να καταθέσει τα οφειλόμενα ποσά. Όμως η κα Βαλέρκου δεν αντεξετάστηκε ως προς τις θέσεις που προβάλλει στην ένορκη της δήλωση, και επισημαίνω ότι το βάρος για την απόδειξη του ισχυρισμού ότι η αίτηση είναι κακόπιστη βαρύνει το διάδικο που τον προβάλλει. Εν πάση περιπτώσει, όπως και να έχουν τα πράγματα, η ουσία είναι ότι οι Αιτητές αναγνωρίζουν πλέον ότι λανθασμένα δεν καταχωρήθηκαν στο λογαριασμό των Καθ'ων η αίτηση και προς όφελος των τελευταίων, πληρωμές συνολικού ύψους €56.142,15, ποσό το οποίο επιθυμούν να αφαιρέσουν από την απαίτηση τους, περιορίζοντας την ανάλογα, κάτι που άλλωστε θα μπορούσαν να πράξουν και κατά την ακρόαση. Δε θεωρώ ότι προκύπτει κακοπιστία από την πράξη τούτη των Αιτητών. Αναφορικά με τα δύο τιμολόγια ημερομηνίας 27.6.2009 τα οποία, κατά τους Αιτητές, εκ λάθους δεν χρεώθηκαν στον επίδικο λογαριασμό δούναι και λαβείν των Καθ'ων η αίτηση, και τα οποία επιθυμούν να προσθέσουν στον εν λόγω λογαριασμό (τα οποία αφορούν ποσά €29.141 και €16.808,40 - σύνολο €45.949,40), σημειώνω ότι το γεγονός και μόνο ότι επιδιώκεται η προσθήκη των ποσών αυτών των τιμολογίων στον επίδικο λογαριασμό, τα οποία «εκ λάθους και/ή εκ παραδρομής» (ως η θέση της ενόρκως ομνύσασας για τους Αιτητές) δεν περιλήφθηκαν εξ' αρχής, δεν αποδεικνύει κακοπιστία. Ως το Ανώτατο Δικαστήριο έθεσε το ζήτημα στην υπόθεση Κώστας Παφίτης & Υιοί Λτδ (ανωτέρω), «ακόμη και αν η καθυστέρηση οφειλόταν σε λάθος ή σε αμέλεια, με κανένα τρόπο δεν θα μπορούσε να εξισωθεί με κακοπιστία». Άλλωστε η απαίτηση των Αιτητών για τα δύο τιμολόγια θα μπορούσε να προωθηθεί με νέα αγωγή, τούτο, όμως, απλά θα οδηγούσε σε πολλαπλότητα των νομικών διαδικασιών, ενώ, όπως ελέχθη στην υπόθεση Αρτέμιος Παπαχρυσοστόμου v. Κώστα Γρηγοριάδη & Συνεταίροι κ.α.
(2012)1 ΑΑΔ 817 «στις περιπτώσεις όπου ο προσδιορισμός της ουσίας της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων και η αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών επιβάλλουν την τροποποίηση των δικογράφων, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται υπέρ της έγκρισης της αίτησης νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί βλάβη ή αδικία στην άλλη πλευρά η οποία δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα ή ο αιτητής δεν ενεργεί κακόπιστα.». Τέλος, αναφορικά με τον ισχυρισμό των Καθ'ων η αίτηση ότι τα δύο τιμολόγια (αντίγραφα των οποίων επισυνάπτονται ως Τεκμήρια 3 και 4 στην ένορκη δήλωση της κας Γ. Βαλέρκου) είναι κατασκευασμένα, σημειώνω ότι δεν είναι το στάδιο της παρούσας αίτησης, το στάδιο στο οποίο αυτός ο ισχυρισμός μπορεί να εξετασθεί και να αποφασιστεί. Το κατά πόσο τα δύο τιμολόγια είναι κατασκευασμένα, είναι θέμα το οποίο θα αποφασιστεί κατά τη δίκη, αν εγερθεί από τους Εναγόμενους. Έπεται ότι ο λόγος ένστασης που αφορά στην ύπαρξη κακοπιστίας από μέρους των Αιτητών δεν μπορεί να ευσταθήσει. Ως προς τον τρίτο λόγο ένστασης, η ευπαίδευτη συνήγορος των Καθ'ων η αίτηση ισχυρίζεται ότι θα προκληθεί τεράστια αδικία στην πλευρά των Καθ'ων η αίτηση, η οποία δεν μπορεί να αποκατασταθεί με έξοδα. Προς υποστήριξη αυτού του λόγου ένστασης λέγει η ευπαίδευτη συνήγορος των Καθ'ων η αίτηση ότι με την τροποποίηση επιδιώκεται η προσθήκη ισχυρισμών εντελώς αντίθετων με την υφιστάμενη Έκθεση Απαίτησης, με αποτέλεσμα να βρεθούν οι Καθ'ων η αίτηση σε δύσκολη και μειονεκτική θέση. Λέγει επιπλέον ότι οι Καθ'ων η αίτηση θα υποστούν τεράστιες ζημιές από υπαιτιότητα των Αιτητών. Είναι καθαρό, από τις αποφάσεις που αναφέρθηκαν ανωτέρω, ότι «ανεπανόρθωτη» θεωρείται η ζημιά που δεν μπορεί να αποκατασταθεί με την καταβολή εξόδων (αποφάσεις Kayat Trading Limited, Χριστοδούλου, Νικολάου, ανωτέρω). Δεν έχω διαπιστώσει, στην παρούσα περίπτωση, ότι με το να επιτραπεί η αιτούμενη τροποποίηση οι Καθ'ων η αίτηση θα υποστούν ζημιά που δεν μπορεί να αποκατασταθεί με κατάλληλη διαταγή ως προς τα έξοδα. Οι τροποποιήσεις που οι Αιτητές επιθυμούν να επιφέρουν στην απαίτηση τους, αναφέρθηκαν πιο πάνω. Δεν μπορώ ν' αντιληφθώ, πώς με το να αφαιρεθεί ποσό ύψους €56.142,15 από το λογαριασμό που αποτελεί τη βάση για την απαίτηση των Αιτητών, επειδή δέχονται πλέον ότι αυτό έχει καταβληθεί από τους Καθ'ων η αίτηση μπορεί να προκαλέσει ζημιά, και μάλιστα ανεπανόρθωτη στους Καθ'ων η Αίτηση. Ούτε και η προσθήκη των δύο τιμολογίων συνολικού ποσού €45.949,90 στον επίδικο λογαριασμό και κατ' επέκταση στην απαίτηση των Αιτητών μπορεί, κατά τη γνώμη μου, να προκαλέσει ανεπανόρθωτη ζημιά στους Καθ'ων η αίτηση, λαμβάνοντας υπόψη και το γεγονός ότι η ακρόαση της παρούσας αγωγής δεν έχει ακόμη αρχίσει, και οι Καθ'ων η αίτηση θα έχουν την ευκαιρία να απαντήσουν στους ισχυρισμούς των Αιτητών, καταχωρώντας τροποποιημένη Υπεράσπιση, στα πλαίσια της οποίας θα μπορούν, εάν το επιθυμούν, να προβάλουν τους ισχυρισμούς που προβάλλουν και στα πλαίσια της παρούσας αιτήσεως, ότι τα δύο τιμολόγια είναι κατασκευασμένα. Ως εκ των ανωτέρω κρίνω ότι οι λόγοι ένστασης δεν ευσταθούν. Περαιτέρω, ενόψει των ανωτέρω, και ιδιαίτερα του γεγονότος ότι με την τροποποίηση δεν καταδεικνύεται ότι οι Καθ'ων η αίτηση θα υποστούν ζημιά που να μην μπορεί να θεραπευθεί με την κατάλληλη διαταγή ως προς τα έξοδα και θα έχουν το δικαίωμα να απαντήσουν σε όλα τα εγειρόμενα με την τροποποίηση θέματα, ως και του γεγονότος ότι δεν έχει αρχίσει ακόμη η ακρόαση της αγωγής, και δεδομένου περαιτέρω του ότι δεν έχω διαπιστώσει κακοπιστία στην υποβολή της αίτησης, και με σκοπό να τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου με σαφήνεια και πληρότητα η απαίτηση των Εναγόντων - Αιτητών και εν γένει να προσδιοριστούν και να καταστούν ξεκάθαρα όλα τα επίδικα θέματα μεταξύ των διαδίκων και για σκοπούς τελεσφόρου επίλυσης όλων των συναφών διαφορών των διαδίκων και για σκοπούς αποφυγής της πολλαπλότητας των διαδικασιών, κρίνω ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την άσκηση της διακριτικής μου ευχέρειας υπέρ της έγκρισης της αίτησης. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, η αίτηση των Εναγόντων - Αιτητών ημερομηνίας 8.5.2015 εγκρίνεται. Εκδίδεται διάταγμα ως οι παράγραφοι (Α) 1, 2, 3, 4, 5, 6 και 7 της αίτησης. Τροποποιημένο ειδικώς οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα να καταχωρηθεί εντός 15 ημερών από τη σύνταξη του παρόντος διατάγματος, η σύνταξη του οποίου να ζητηθεί εντός τριών
(3)ημερών από σήμερα. Τροποποιημένη Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση να καταχωρηθεί 15 ημέρες από την επίδοση του τροποποιημένου Κλητηρίου Εντάλματος και τροποποιημένη Απάντηση στην Υπεράσπιση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση να καταχωρηθεί 15 ημέρες από την επίδοση της τροποποιημένης Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης. Τα έξοδα της παρούσας αίτησης, όπως και όλα τα έξοδα που θα προκύψουν λόγω της τροποποίησης (thrown away), επιδικάζονται υπέρ των Εναγομένων - Καθ'ων η αίτηση και εναντίον των Εναγόντων - Αιτητών, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, τα οποία θα είναι πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ.) .............. Μ. Θεοκλήτου, Προσ. Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Σημειώνεται ότι η παρούσα αγωγή καταχωρήθηκε στις 15.11.2013, συνεπώς τυγχάνουν εφαρμογής οι πρόνοιες της Δ.25 Θ.1 πριν την τροποποίηση που δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας στις 26.9.2014. [2] Η μετάφραση είναι από την απόφαση στην Πολ. Εφ. 58/12, Kayat Trading Limited v. Genzyme Corporation, ημερ. 4.3.2013. [3] Φοινιώτης ν. Green Mar Navigation
(1989)1(E) Α.Α.Δ. 33, Δόμνα Χριστοδούλου ν. Αθηναίδης Χριστοδούλου
(1991)1 Α.Α.Δ. 934, Γραμμές Τρινζί Αιγαίου ν. Επίσημου Παραλήπτη
(1995)1 Α.Α.Δ. 607, Federal Bank of Lebanon (S.A.L.) v. Σιακόλα
(1999)1(Α) Α.Α.Δ. 44, C & A, Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. κ.ά. ν. Βιομ. Χαρ. Αλωνεύτης Λτδ. κ.ά.
(2002)1(Α) Α.Α.Δ. 237, Clive Preece κ.ά. ν. Νάσου Θεοφίλου Ρωσσίδου, Πολιτική Έφεση 271/2008, ημερομηνίας 16/12/2011 και Ιωάννης Νικολάου ν. Ζωής Μιλτιάδους κ.ά.
(2007)1 Α.Α.Δ. 1005. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο