← Κύπρος

BANK OF MOSCOW (OPEN JOINT STOCK COMPANY) ν. Αναφορικά με την Εταιρεία PAPRYROS INVESTMENTS LIMITED, Αρ. Αίτησης 906/2011, 3/7/2015

BANK OF MOSCOW (OPEN JOINT STOCK COMPANY) ν. Αναφορικά με την Εταιρεία PAPRYROS INVESTMENTS LIMITED, Αρ. Αίτησης 906/2011, 3/7/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2015:A280 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ. Α. Παντελή, Ε.Δ. Αρ. Αίτησης 906/2011 ΜΕΤΑΞΥ: Αναφορικά με την Εταιρεία PAPRYROS INVESTMENTS LIMITED -και- Αναφορικά με τον περί Εταιρειών Νόμο Κεφάλαιο 113 Αίτηση από και εκ μέρους της εταιρείας BANK OF MOSCOW (OPEN JOINT STOCK COMPANY) Αίτηση για παραμερισμό και/ή αναστολή της αίτησης εκκαθάρισης 3 Ιουλίου, 2015 Για την αιτήτρια: κα Στυλιανού. Για την καθ' ης η αίτηση: κα Χριστοφή. Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Αρμόζει στην προκείμενη περίπτωση πριν οτιδήποτε άλλο να αναφερθεί εκείνο που ζητείται με την επίδικη αίτηση, εφόσον με αυτό τον τρόπο εξυπηρετείται η πληροφόρηση του αναγνώστη στο πλαίσιο που επιλέχθηκε για ανάπτυξη της απόφασης. Ό,τι λοιπόν αξιώνεται είναι: «Α. Διάταγμα του Δικαστηρίου που να παραμερίζει και/ή απορρίπτει και/ή αναστέλλει την υπό τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο Αίτηση της εταιρείας BANK OF MOSCOW (Open Joint Stock Company), από τη Ρωσία ημερ. 02/12/2011 (στο εξής η «Αίτηση») για το λόγο ότι το αντικείμενο και/ή η αξίωση που εγείρεται και/ή το ισχυριζόμενο χρέος στο οποίο βασίζεται ή θεμελιώνεται η αίτηση τελεί υπό αμφισβήτηση και δεν συνιστά εκκαθαρισμένη απαίτηση και η Καθ' ης η Αίτηση δεν είναι και δεν μπορεί να θεωρείται πιστωτής της Εταιρείας και δεν μπορεί να αποφασιστεί στην Αίτηση αλλά σε κανονική πολιτική αγωγή και ιδιαίτερα στα πλαίσια της Πολιτικής Αγωγής Επαρχιακού Δικαστηρίου αρ. 7537/2014 Billiton Ltd κ.α. ν OJSC Bank of Moscow και/ή για τον λόγο ότι η Αίτηση είναι κακόπιστη, υποβολιμαία και εκδικητική και/ή ότι η καταχώρηση της συνιστά κατάχρηση των δικαστικών διαδικασιών». Σκόπιμο κρίνεται να αναφερθεί ότι η επίδικη αίτηση είναι ενδιάμεση και παρεμβάλλει στο πλαίσιο άλλης αιτήσεως (στη συνέχεια η κυρίως). Η δε κυρίως αίτηση είναι petition και με αυτήν η Bank of Moscow (στη συνέχεια η τράπεζα) αιτείται τη διάλυση (sic) της Papryros Investments Ltd (στη συνέχεια η εταιρεία). Τέλος, η επίδικη αίτηση υποβάλλεται από την εταιρεία. Η νομική βάση της αίτησης αναφέρεται στο πρόσωπο τούτης, ως άλλωστε επιβάλλεται από τη Δ.48 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών. Αναφέρεται εκεί ότι η αίτηση εδράζεται στον περί Εταιρειών Νόμο, Κεφ. 113, άρθρα 211, 212(α), 213 και 218. στους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς, Δ.19 κ.26, Δ.27 κ.3, Δ.48 κκ1, 2, 3 και 7 και Δ.64 κκ1 και 2. στους περί Εταιρειών Κανονισμούς, κκ 1 έως 5 και 8. στους περί Εταιρειών (Διάλυση) Κανονισμούς του 1933, κ.92. και στις συμφυείς εξουσίες του δικαστηρίου. Σε αυτό το στάδιο ας σημειωθεί ότι η τράπεζα ενίσταται στο αίτημα της εταιρείας. Προς τούτο καταχώρισε πολυσέλιδη ειδοποίηση για πρόθεση ένστασης, η οποία αριθμεί 17 λόγους ένστασης που καλύπτουν τέσσερις και πλέον σελίδες. Δεν κρίνω σκόπιμο να παραθέσω αυτούσιους τους λόγους ένστασης. Θα επιχειρήσω όμως να συνοψίσω τούτους. Δράττομαι εντούτοις την ευκαιρία να υποδείξω ότι μείζων, ιδιαίτερο ή ακόμη πολύπλοκο όσο και αν είναι το επίδικο αίτημα, δύσκολα συμβιβάζεται κανείς με το πολυάριθμο των λόγων ένστασης. Πρέπει να γίνει κατανοητό ότι οι λόγοι ένστασης εξυπηρετούν οριοθέτηση των επίδικων θεμάτων. Συνιστούν εν προκειμένω τους λόγους που ο καθ' ου η αίτηση προτάσσει διά απόρριψη του αιτήματος (βλ. κατά αναλογία με νομική βάση την υπόθεση Μαχλουζαρίδης ν. Ιωαννίδη

(1990)1Α Α.Α.Δ. 965). Συνεπώς, αχρείαστη επέκταση και επανάληψη των ίδιων νομικών θεμάτων, δεν εξυπηρετεί το δικανικό λόγο που πρέπει να διακρίνεται από καθαρότητα, δηλαδή να είναι ευσύνοπτος, περιεκτικός και συνάμα αντιληπτός. Έχοντας αναφέρει τούτα επανέρχομαι στους λόγους ένστασης της τράπεζας. Αν ορθά αντιλαμβάνομαι τους λόγους ένστασης τα εκεί αναφερόμενα διακρίνονται σε τέσσερις κατηγορίες. Η τράπεζα διατείνεται πως η προώθηση της επίδικης αίτησης συνιστά κατάχρηση διαδικασίας και σκοπεί σε προώθηση αλλότριων σκοπών και εκτροχιασμό της διαδικασίας. Από την άλλη η νομική βάση της αίτησης και οι εκεί αναφερόμενοι κανονισμοί δεν υποστηρίζουν το αιτούμενο διάταγμα, ενώ προσθέτει η τράπεζα ότι αίτημα ως το υπό κρίση δεν μπορεί να εξεταστεί σε τούτο το στάδιο, δηλαδή πριν την ακρόαση της κυρίως αιτήσεως. Περαιτέρω, η τράπεζα αμφισβητεί και αυτή την ουσία της αίτησης σε πραγματικό επίπεδο, εφόσον διατείνεται ότι η εταιρεία αφενός δεν έχει εξοφλήσει το επίδικο χρέος, αφετέρου η αμφισβήτηση τούτου δεν είναι καλόπιστη. Τέλος, οι λόγοι ένστασης αγγίζουν και την αγωγή που η εταιρεία αναφέρει ότι έχει καταχωρίσει, με την τράπεζα να διατείνεται ότι η εν λόγω αγωγή πάσχει τόσο δικονομικά όσο και ουσιαστικά. Τόσο η ένσταση της τράπεζας όσο και η αίτηση της εταιρείας υποστηρίζονται από ένορκη δήλωση. Την ένσταση ομνύει δικηγόρος που εργάζεται στο δικηγορικό οίκο που εκπροσωπεί την τράπεζα. Δεν κρίνω αναγκαίο να παραθέσω σύνοψη του περιεχομένου τούτης της ενόρκου δηλώσεως εφόσον, όπως θα διαφανεί, η αίτηση καθορίζεται και επιλύεται από τα ίδια τα λεγόμενά της. Εν πάση περιπτώσει υποδεικνύω ότι το μεγαλύτερο μέρος της ενόρκου δηλώσεως που υποστηρίζει την ένσταση, αναλώνεται σε επαναδιαπραγμάτευση των λόγων ένστασης. Από την άλλη ομνύων την ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση είναι ο Μάριος Φιερός, ανώτερο διευθυντικό στέλεχος τρίτης εταιρείας, εν προκειμένω της Oneworld Ltd (στη συνέχεια η Oneworld), που διαχειρίζεται την εταιρεία που αφορά η κυρίως αίτηση. Ο ομνύων αναφέρει ότι περί το τέλος του 2005 με αρχές του 2006 η Oneworld έλαβε οδηγίες από την τράπεζα για ίδρυση εμπιστεύματος. Συμφωνήθηκε μεταξύ Φιλιππίδη, για λογαριασμό της Oneworld, και της πρώην διεύθυνσης της τράπεζας, ότι τα δάνεια θα αποπληρώνονταν από τα έσοδα των επενδύσεων που θα διενεργούνταν και εν πάση περιπτώσει οι επενδύσεις θα εξοφλούσαν τα δάνεια. Ως εκ τούτου η Oneworld σύστησε διάφορες εταιρείες, μεταξύ αυτών και η εταιρεία που αφορά η κυρίως αίτηση, οι οποίες συνομολόγησαν σύμβαση δανειοδότησης με την τράπεζα. Περαιτέρω συστάθηκε διεθνές εμπίστευμα το οποίο διαχειριζόταν τα χρήματα που οι δανειολήπτριες εταιρείες έλαβαν από την τράπεζα. Εν ολίγοις, σκοπός διά τον οποίο συστάθηκαν οι εταιρείες, μεταξύ αυτών και η υπό κρίση εταιρεία, ήταν για να δανειοδοτηθούν από την τράπεζα, δυνάμει πάντα της συμφωνίας μεταξύ Oneworld και τράπεζας, και ακολούθως να προβούν σε επενδύσεις, κάποιες εκ των οποίων υποδείχθηκαν από την τράπεζα. Μέσα σε αυτό λοιπόν το πλαίσιο δημιουργήθηκε η εταιρεία της οποίας τη διαχείριση ανέλαβε η Oneworld. Ωσαύτως την 21.12.2009 η εταιρεία συνομολόγησε συμφωνία δανείου με την τράπεζα. Άπαντα τα πιο πάνω, αναφέρει ο ομνύων, έγιναν συμφώνως των οδηγιών της τράπεζας, η οποία έδωσε οδηγίες για επένδυση των εν λόγω δανείων. Τέλος του 2010 και αρχές του 2011 το ιδιοκτησιακό καθεστώς της τράπεζας περιήλθε στα χέρια τρίτων προσώπων, εν προκειμένω της Ρωσικής Ομοσπονδίας, και η προηγούμενη διεύθυνση εκδιώχθηκε στη βάση πολιτικών λόγων. Προς τούτο σχετικό είναι και το τεκμήριο 3, έγγραφο που δεικνύει ότι ο πρώην πρόεδρος της τράπεζας έλαβε πολιτικό άσυλο από το Ηνωμένο Βασίλειο, το οποίο μάλιστα αναγνωρίστηκε από την Κυπριακή Δημοκρατία. Σύμφωνα με την εταιρεία, μετά την παραχώρηση πολιτικού ασύλου η νέα διεύθυνση της τράπεζας κατηγόρησε την προηγούμενη διεύθυνση ότι σε συνεννόηση με την εταιρεία συνωμότησαν να εξαπατήσουν την τράπεζα και προέβηκαν σε υπεξαίρεση και κλοπή μέσω των πιο πάνω δανειοδοτήσεων. Και αυτό παρ' ότι η τράπεζα είχε εγκρίνει όλα τα δάνεια και επιπλέον διατηρούσε τα έγγραφα τούτων, ως επίσης των εξασφαλίσεων. Πλέον σημαντικό όμως για την εταιρεία είναι ότι τον Απρίλιο του 2011, δηλαδή πριν την καταχώριση της κυρίως αιτήσεως, κατέβαλε προσπάθειες, μέσω του συνηγόρου της, να διευθετήσει τόσο το επίδικο όσο και τα υπόλοιπα δάνεια. Σε αυτό το πλαίσιο αξιωματούχος της Oneworld είχε συνάντηση με εκπρόσωπο της τράπεζας. Σχετικό, σύμφωνα με την εταιρεία, είναι το πρακτικό ημερομηνίας 21.07.2011 το οποίο ετοίμασε μετά τη συνάντηση ο Γιώργος Φιλιππίδης. Το εν λόγω πρακτικό είναι το τεκμήριο 4. Περαιτέρω, την 14.08.2011 ακολούθησε συνάντηση του Φιλιππίδη με ανώτερο στέλεχος της τράπεζας κατά τη διάρκεια της οποίας επιβεβαιώθηκε η συμφωνία με την νέα διεύθυνση της τράπεζας. Μετά τη συνάντηση ο Φιλιππίδης και πάλι ετοίμασε πρακτικό ημερομηνίας 17.08.2011 (τεκμήριο 5). Η πιο πάνω συνάντηση ακολούθησε σχετικό ηλεκτρονικό μήνυμα, ημερομηνίας 26.07.2011 (τεκμήριο 6), που ο Φιλιππίδης απέστειλε σε αξιωματούχο της τράπεζας. Λόγω των πιο πάνω συναντήσεων και αλληλογραφίας, την 11.08.2011 ο Φιλιππίδης απέστειλε στην τράπεζα περίληψη των περιουσιακών στοιχείων του εμπιστεύματος (τεκμήριο 7) την οποία στη συνέχεια κοινοποίησε και στους δικηγόρους της τράπεζας (τεκμήριο 8). Είναι η θέση της εταιρείας πως η τράπεζα αρχικά απεδέχθη τη διευθέτηση ως επίσης να αποζημιώσει την Oneworld σε περίπτωση που το προϊόν από την πώληση των περιουσιακών στοιχείων υπερτερούσε του υπολοίπου των δανείων. Δεύτερη πτυχή των ισχυρισμών της εταιρείας είναι πως μετά την αποτυχία των διαπραγματεύσεων δεν είχε πλέον άλλη επιλογή παρά να μεταβιβάσει στην τράπεζα τα περιουσιακά στοιχεία που αποκτήθηκαν μέσω του εμπιστεύματος. Αν και έπραξε τούτο η τράπεζα προχώρησε σε έκδοση αποφάσεων στη Ρωσία και ακολούθως προώθησε διαδικασία εγγραφής τούτων στην Κύπρο. Διάταγμα τύπου Norwich που εκδόθηκε στα πλαίσια αγωγής μεταξύ της τράπεζας και της Oneworld, έφερε στο φως το τεκμήριο 9, από το οποίο προκύπτει, σύμφωνα με την εταιρεία, ότι οι μετοχές των δανειοληπτριών εταιρειών, μεταξύ αυτών και η εταιρεία που αφορά η επίδικη αίτηση, ανήκουν στην τράπεζα. Καταλήγει η εταιρεία ότι το επίδικο δάνειο δεν ήταν σύνηθες καθ' ότι η δανειολήπτρια, δηλαδή η εταιρεία, δεν ήταν χρεώστης αλλά εκπρόσωπος και όχημα της τράπεζας προς το σκοπό επενδύσεων, οι οποίες εν τέλει επιστράφηκαν στην τράπεζα. Δια αυτό το τελευταίο, δηλαδή τη μεταβίβαση στην τράπεζα της περιουσίας που αποκτήθηκε από τις επενδύσεις, η εταιρεία παρουσίασε τα τεκμήρια 10 και 10(α), τα οποία διατείνεται ότι είναι μεταβιβάσεις μετοχών προς την τράπεζα. Τα εν λόγω έγγραφα παραδόθηκαν, αναφέρει η εταιρεία, στην τράπεζα και σύμφωνα με εκτιμήσεις η αξία τούτων υπερκαλύπτει το ποσό του δανείου. Η μεταβίβαση των μετοχών, καθώς και της διεύθυνσης των εμπλεκομένων εταιρειών διενεργήθηκε, υποστηρίζει η εταιρεία, δυνάμει ρητών και/ή σιωπηρών συμφωνιών μεταξύ της τράπεζας, της Oneworld και των δανειοληπτριών, οι οποίες συμφωνίες αυτός θέλουν να είναι ο τρόπος που θα εξοφλούντο τα δάνεια αν προέκυπτε ανάγκη. Τέλος, η εταιρεία αναφέρει ότι την 18.12.2014 καταχώρισε, μαζί με τις άλλες εμπλεκόμενες εταιρείες, την αγωγή 7537/14, με την οποία αξιώνει διάταγμα δικαστηρίου ότι τα υπόλοιπα των δανείων έχουν εξοφληθεί. Δια όλους τους πιο πάνω λόγους είναι η θέση της εταιρείας ότι η τράπεζα ενεργεί με κακή πίστη, εφόσον στην πραγματικότητα ουδέν ποσό της οφείλεται και επιπλέον, ότι η ίδια καλόπιστα αμφισβητεί το όποιο υπόλοιπο προς την τράπεζα. Απ' όλα τα πιο πάνω είναι φανερό ότι το πραγματικό υπόβαθρο της αίτησης είναι πως. καλόπιστα (bona fide) η εταιρεία αμφισβητεί το δάνειο διά το οποίο η τράπεζα της απέστειλε τη νενομισμένη ειδοποίηση των 21ος ημερών, και ότι το δάνειο έχει εξοφληθεί συμφώνως των προνοιών των συμφωνιών που το διέπουν, δηλαδή με μεταβίβαση των μετοχών και της διεύθυνσης των εμπλεκομένων εταιρειών στην τράπεζα. Είναι εδώ κατάλληλο σημείο να συνοψισθούν οι αρχές που διέπουν τις Δ.27 κ.3 και Δ.19 κ.26, που η εταιρεία επικαλείται ως νομικό υπόβαθρο που δικαιολογεί την επίδικη αίτηση. Είμαι της γνώμης ότι ο κ.26 της Δ.19, ο οποίος αναφέρεται στην επίδικη αίτηση, είναι ανίσχυρος να υποστυλώσει το αιτούμενο διάταγμα. Αυτό γιατί η αίτηση δεν επικαλείται ότι συγκεκριμένα αποσπάσματα της κυρίως αιτήσεως είναι αχρείαστα (unnecessary), σκανδαλώδη (scandalous), ή τείνουν να ζημιώσουν, θίξουν ή καθυστερήσουν τη διαδικασία (tend to prejudice embarrass, or delay). Υποδεικνύω ότι σύμφωνα με τη νομολογία ο κ.26 της Δ.19 περιορίζεται σε διαγραφή μέρους του δικογράφου και όχι ολόκληρης της αγωγής (βλ. Σιακόλας v. Federal Bank of Lebanon
(1998)IΓ Α.Α.Δ.1338, 1343). Μάλιστα όπως υποδεικνύεται στην Ετήσια Πρακτική του 1955, στη σελίδα 366· «The parts which the applicant desires to have struck out should be specified (Williamson v. London, etc. 12Ch. D. 790)». Στη δοσμένη περίπτωση εφόσον η επίδικη αίτηση δεν θέλει οιονδήποτε μέρος της κυρίως αιτήσεως να αντιβαίνει τις διατάξεις του σχετικού κανονισμού, και εξέταση της κυρίως αιτήσεως αποκαλύπτει πως κάτι τέτοιο δεν υφίσταται, καταλήγω ότι η Δ.19 κ.26 δεν μπορεί να υποστηρίξει το αίτημα της εταιρείας. Η διερεύνηση του κατά πόσο ένα δικόγραφο εμπίπτει στις διατάξεις του κ.3 της Δ.27 επικεντρώνεται στο περιεχόμενο τούτου ανεξάρτητα από τη μαρτυρία που το υποστηρίζει (βλ. In re Pelmako Development Ltd
(1991)1 A.A.D.246, 253). Στην υπόθεση In re Pelmako, πιο πάνω, αναφέρθηκε ότι η νομική υπόσταση του υπομνήματος κρίνεται αποκλειστικά από το περιεχόμενό του (βλ. σελ. 255). Στην ίδια υπόθεση υποδείχθηκε περαιτέρω ότι η διερεύνηση συνίσταται σε αξιολόγηση της αντικειμενικής υπόστασης του περιεχομένου του δικογράφου που βάλλεται τοιουτοτρόπως (βλ. σελ. 253). Η εξουσία του δικαστηρίου για διαγραφή δικογράφου ασκείται με φειδώ και μόνο εκεί όπου είναι αδιαμφισβήτητο ότι το δικόγραφο στερείται νομικού ή πραγματικού ερείσματος. Στην υπόθεση Νagle v. Feilden
(1966)1 All E.R. 697, η οποία υιοθετήθηκε στην υπόθεση Κυπριακή Δημοκρατία ν. Αργύρη Γεωργίου
(2003)1Β Α.Α.Δ.704, 711, λέχθηκε ότι 'Ιt is well settled that a statement of claim should not be struck out and the plaintiff driven from the judgment seat unless the case is unarguable'. Σε διαφορετική περίπτωση, υποδεικνύεται στην υπόθεση Ιn re Pelmako πιο πάνω, η διαγραφή θα συνεπαγόταν παραβίαση του δικαιώματος διαδίκου να προσφύγει ενώπιον Δικαστηρίου στο οποίο δικαιούται να προσφύγει βάσει του Συντάγματος (βλ. σελ. 255). Και σε αυτή την περίπτωση ισχύουν όσα πιο πάνω αναφέρθηκαν σε σχέση με τη Δ.19 κ.26, υπό την εξής όμως έννοια. στην υπό κρίση αίτηση η εταιρεία δεν υποστηρίζει ότι η κυρίως αίτηση είναι έκπτωτη λόγω του ότι δεν αποκαλύπτει καλή βάση αγωγής. Το αντίθετο μάλλον θα έλεγε κανείς. Από τα αναφερόμενα στην ένορκη δήλωση Φιερού η εταιρεία φαίνεται να αποδέχεται ότι συνήψε συμφωνία δανείου με την τράπεζα, ότι ο χρόνος αποπληρωμής του δανείου εξέπνευσε και ότι η τράπεζα απέστειλε στην εταιρεία την ειδοποίηση που προβλέπει ο νόμος. Βεβαίως σε αυτό το στάδιο δεν αποφαίνομαι κατά πόσο έτσι όντως έχουν τα πράγματα. Αν επισημαίνω όλα τα πιο πάνω είναι απλώς για να υποδείξω ότι η εταιρεία δεν προβάλλει οιονδήποτε λόγο που να πλήττει τη νομική βάση του petition, δηλαδή της κυρίως αιτήσεως. Άλλωστε και το λεκτικό του αιτούμενου διατάγματος φανερώνει ότι ο λόγος, σύμφωνα με την εταιρεία, που δικαιολογεί έκδοσή του, είναι επειδή η απαίτηση δεν είναι εκκαθαρισμένη, η αίτηση τελεί υπό καλόπιστη αμφισβήτηση και γι' αυτό η προώθησή της συνιστά κατάχρηση δικαστικής διαδικασίας, και τέλος, επειδή κατάλληλο πλαίσιο να αποφασιστεί η διαφορά των διαδίκων είναι η αγωγή 7537/14. Τα πιο πάνω φανερώνουν αυτό ακριβώς που προανέφερα. Η εταιρεία δεν διατείνεται ότι η κυρίως αίτηση υπολείπεται νομικής βάσης, αλλά ότι οι πραγματικοί λόγοι που προτάσσει είναι εκείνοι που πρέπει να τη θέσουν εκ πόδων. Από την άλλη, απλή και μόνο ανάγνωση της κυρίως αιτήσεως αποκαλύπτει ότι δεν είναι αβάσιμη, εν τη εννοία του κ.3 της Δ.27. Συνεπώς, ούτε και η Δ.27 κ.3 εξυπηρετεί την επίδικη αίτηση. Από τα συμφραζόμενα της εταιρείας καθίσταται σαφές ότι ο λόγος διά τον οποίο υποστηρίζει ότι η αίτηση πρέπει να απορριφθεί, ερείδεται στον ισχυρισμό εξόφλησης και καλόπιστης αμφισβήτησης του επίδικου χρέους. Έρεισμα, σύμφωνα με την εταιρεία, παρέχουν τα λεγόμενα στην υπόθεση Χατζηγιάννης ν. C & J Kyprianou Promotions Ltd
(2010)1B A.Α.Δ. 991, 999. Λέχθηκε εκεί ότι: «Όπως είχε λεχθεί και στην Αγγλική απόφαση στην υπόθεση New Travellers' Chambers Ltd v. Cheese and Green [1894] 70 LT 271 επανειλημμένα έχει αποφασισθεί ότι η υποβολή αίτησης για εκκαθάριση εταιρείας δεν είναι πρόσφορη μέθοδος εκδίκασης αμφισβητούμενης οφειλής. Εάν υφίσταται οποιαδήποτε εύλογη βάση αμφισβήτησης της ύπαρξης του χρέους, όχι απλά του ύψους του, δεν πρέπει να υποβάλλεται τέτοια αίτηση. Ούτε και ασφαλώς είναι επιτρεπτό όπως χρησιμοποιείται καταχρηστικά η διαδικασία υποβολής αίτησης για εκκαθάριση ως μέθοδος άσκησης πίεσης σε εταιρεία να καταβάλει χρήματα τα οποία αμφισβητεί ότι οφείλει (Re a company [1992] 2 All E.R. 797). Ο συνήγορος του εφεσείοντα είχε αντιτάξει προς τα ανωτέρω, πως δεν πρέπει να επιτρέπεται στον κάθε οφειλέτη να αποφεύγει τις κυρώσεις του περί Εταιρειών Νόμου, προβάλλοντας απλά ότι αμφισβητεί το χρέος. Αυτό είναι βέβαια ορθό, πλην όμως δεν είναι τούτο που εισηγείται η νομολογία. Η απλή άρνηση πληρωμής ενός αδιαμφισβήτητου χρέους συνιστά πάντα καλή μαρτυρία ότι ο χρεώστης αδυνατεί να πληρώσει. Εάν το Δικαστήριο όμως εξαγάγει το συμπέρασμα ότι μια εταιρεία προβάλλει μια ουσιαστική υπεράσπιση καλόπιστα και δεν επιδιώκει απλά να αποφύγει τις επιπτώσεις της οφειλής της, τότε ασφαλώς δεν θα εγκρίνει την αίτηση εκκαθάρισης. Εισηγήθηκε περαιτέρω ο συνήγορος του εφεσείοντα ότι η εφεσίβλητη εταιρεία, πέραν της αμφισβήτησης της οφειλής της, δεν κατέδειξε ότι αυτή η αμφισβήτηση είναι και καλόπιστη (bona fide). Σε σχέση με τούτο, χρήσιμη αναφορά μπορεί να γίνει στο ακόλουθο απόσπασμα στο οποίο αναφέρθηκε και το πρωτόδικο Δικαστήριο, από το σύγγραμμα Palmer' s Company Law, 24th Edn. pp. 1364-1367: "Bona fide dispute over debtWe have already seen how, where there is a bona fide dispute as to the debt, the company cannot be said to have neglected to pay on a statutory demand. Coupled with this is a related general principle that a petition for winding up with a view to enforcing payment of a disputed debt is an abuse of the process of the court and should be dismissed with costs. Each case ultimately turns on its facts but the following points arise from the cases. Where a debt is not disputed or the claim is substantial a creditor may present a petition with the object of forcing the company to pay. «Substantial» here means having substance. In such a case pursuit of the claim with personal hostility, even venom and an ulterior motive, do not constitute an abuse of the process of the court. Similarly where the company is proved by other means to be insolvent or where the dispute is as to amount only an order will be made. To fall within the general principle the dispute must be bona fide in both a subjective and an objective sense. Thus it must be honestly believed to exist and must be based on substantial or reasonable grounds. "Substantial" means having substance and not frivolous and which the court should therefore ignore. There must be so much doubt and question about the liability to pay the debt that the court sees that there is a question to be decided. The onus is on the company "to bring forward a prima facie case which satisfies the court that there is something which ought to be tried either before the court itself or in an action, or by some other proceeding". In considering the matter the court will take into account the following factors:
(1)the fact that the company has been given leave to defend an action begun by specially indorsed writ;
(2)whether there is a set-off or counter-claim based on a substantial ground;
(3)whether the company has lodged an appeal against the judgment debt on which the petition is based;
(4)an allegation by the company that the judgment was obtained be fraud. However, none of these factors is conclusive». Παρεμβάλλω ότι σχετική είναι και η υπόθεση Αναφορικά με την εταιρεία G.I.P. Constructions Ltd
(1999)1A A.A.Δ. 315, 321, όπου αναφέρθηκε ότι: «Με άλλα λόγια, "ενδεχόμενος ή μελλοντικός πιστωτής" σημαίνει πιστωτή υπό αναβλητική αίρεση ή πιστωτή υπό αναβλητική προθεσμία όπως είναι ο πιστωτής μη ληξιπρόθεσμου χρέους, π.χ. μη πληρωτέας συναλλαγματικής, ή ο εγγυητής που δεν ξόφλησε χρέος της εταιρείας ή ο εκμισθωτής αναφορικά με μελλοντικά ενοίκια. Ο όρος "πιστωτής", βάσει του ίδιου άρθρου του αγγλικού νόμου, δεν περιλαμβάνει "a person whose debt is substantially disputed even if the company is in fact insolvent" - πρόσωπο του οποίου η οφειλή τελεί υπό ουσιαστική αμφισβήτηση ακόμα και αν η εταιρεία είναι στην πραγματικότητα αφερέγγυα (βλ. Mann v. Golstein [1968] 1 W.L.R. 1091, Re Lympne Investments [1972] 1 W.LR. 523, Palmer' s πιο πάνω, σελ. 1127, παρ. 85-14, Halsbury' s Laws of England, 4th Ed., Vol. 7, para. 1004). Δεν περιλαμβάνει, δηλαδή, πρόσωπο του οποίου αμφισβητείται αυτή τούτη η ιδιότητα του πιστωτή. Δεν περιλαμβάνει, επίσης, πρόσωπο το οποίο έχει βέβαιη απαίτηση για αποζημιώσεις οι οποίες όμως δεν είναι εκκαθαρισμένες (βλ. Re Pen-y-van Colliery Co. [1877] 6 Ch. D. 477)». Δεν είναι πρόθεσή μου να μακρηγορήσω σε σχέση με τις αρχές που διέπουν αυτό το ζήτημα. Κρίνω όμως πρόσφορο να υποδείξω ότι το ζήτημα έχει αποσαφηνιστεί εδώ και κάποιους αιώνες. Η σχετική νομολογία και τα συγγράμματα αποκαλύπτουν ότι όπου υπάρχει καλόπιστη (bona fide) αμφισβήτηση του χρέους, η αίτηση είναι υποκείμενη σε απόρριψη. Στον Buckley on the Companies Acts, 13η έκδοση, σελίδα 451, αναφέρεται ότι. «A winding up petition is not a legitimate means of seeking to enforce payment of a debt which is bond fide disputed by a company (a). A petition presented ostensibly for a winding up order but really to exercise pressure will be dismissed (b), and under circumstances may be stigmatized as a scandalous abuse of he process of the Court (c). At one time petitions founded on disputed debt were directed to stand over till the debts was established by action (d). If, however, there was no reason to believe that the debt, if established, would not be paid, the petition was dismissed (e). the modern practice has been to dismiss such petitions (f). But, of course, if the debt is not disputed on some substantial ground, the Court may decide it on the petition and make the order (g)». Ομοίως στους Halsbury's Laws of England, 4η έκδοση, 7ος τόμος, σελίδα 599, αναφέρεται ότι. «A winding up order will not be made on a debt witch is disputed in good faith by the company; the court must see that the dispute is based on a substantial ground. A dispute as to the precise amount due is not a sufficient answer to the petition. If there is a genuine dispute, the petition may be dismissed or stayed, and an injunction may be granted restraining the advertisement of the petition». Εντούτοις το ερώτημα που γεννάται είναι το εξής. πότε, δηλαδή σε ποιο στάδιο, μπορεί να εγερθεί θέμα εξόφλησης ή καλόπιστης αμφισβήτησης της απαίτησης, ώστε να αποφασιστεί από το δικαστήριο; Η επίδικη αίτηση αφήνει να νοηθεί ότι το κατάλληλο στάδιο είναι εκκρεμούσης της διαδικασίας, δηλαδή πριν την ακρόαση της ουσίας του petition. Με όλο το σεβασμό αλλά με αυτή τη θέση δεν μπορώ να συμφωνήσω. Η υπόθεση In re London and Paris Banking Corp.
(1875)L.R.19 Eq.444 είναι μια από τις πρώτες που πραγματεύονται την έννοια καλόπιστης (bona fide) αμφισβήτησης της αξίωσης και τις επιπτώσεις τούτης. Εκείνο όμως που έχει ιδιαίτερη σημασία ως προς το ποιο είναι το στάδιο στο οποίο εγείρεται η εν λόγω υπεράσπιση, είναι τα ακόλουθα αποσπάσματα. «The petition now came on to be heard. There was no evidence (independently of the non-compliance with the statutory demand) of the insolvency of the company; and the secretary of the company had made an affidavit that it was solvent». (και πιο κάτω) «The whole of the evidence which has been laid before me clearly establishes that this is a contested question of account between the company and the petitioner, although something is due to him which would exceed the £50 mentioned by the statute». (και πιο κάτω) «I should be bound by authority (even if I entertained a different opinion, which I do not) to hold that if the debt is bona fide contested, and there is no evidence other than non-compliance with the statutory notice to show that the company is insolvent, and the company denies its insolvency (as this company does), I ought to dismiss the Petition». (η έμφαση δική μου). Η φράση που χρησιμοποιήθηκε από το δικαστήριο, ήτοι «the whole of the evidence» και βεβαίως η διερεύνηση που ακολούθησε σε σχέση με το καλόπιστο της αμφισβήτησης, πάντα υπό το πρίσμα του συνόλου της μαρτυρίας και με ζητούμενο το κατά πόσο θα εκδοθεί ή όχι διάταγμα εκκαθάρισης, καθιστά σαφές ότι η σχετική υπεράσπιση εξετάζεται στο στάδιο της ακρόασης του petition και όχι προηγουμένως. Στο στάδιο της ακρόασης είναι που ηγέρθηκε και εξετάστηκε το ζήτημα και στην υπόθεση In re Tweeds Garages Ltd
(1962)1 Ch.D. 406 εξ ου και το δικαστήριο αξιολόγησε μαρτυρία και στο τέλος κατέληξε σε έκδοση διατάγματος εκκαθάρισης. Ανάλογη ήταν η περίπτωση και στην υπόθεση In re Douglas Griggs Engineering Ltd
(1963)1 Ch.D. 19. Μοναδική εξαίρεση φαίνεται να είναι η υπόθεση In re Gold Hill Mines
(1883)23 Ch.D. 210. Η ιδιαιτερότητα όμως στην υπόθεση Gold Hill Mines ήταν ότι η απαίτηση του αιτητή ήταν μικρότερη του ελάχιστου νενομισμένου ποσού που προβλεπόταν ως όριο δια υποβολή αίτησης δια εκκαθάριση. Το ποσό που απαιτείτο συσχετίστηκε εκεί με άλλη μη εκκαθαρισμένη απαίτηση, ώστε τεχνηέντως να υπερβεί το προβλεπόμενο από το νόμο ποσό. Η εταιρεία υπέβαλε αίτηση παραμερισμού του petition και δικαιώθηκε, εφόσον κρίθηκε πως η αίτηση ήταν, για να χρησιμοποιήσω τα λόγια του Jessel M.R. «. this petition can only be correctly described as a scandalous abuse of the process of the Court». Όλα τα πιο πάνω φανερώνουν ότι η υπεράσπιση, είτε της εξόφλησης, είτε της καλόπιστης αμφισβήτησης του χρέους, δεν τίθεται πρωθύστερα της ουσίας της αίτησης. Είναι γι' αυτό το λόγο που στο σύγγραμμα Palmer's Company Law, 21η έκδοση, σελίδα 738, αναφέρεται ότι. «Almost the only answer open to the company is to show that the debt claimed is bona fide disputed, in which case a winding-up petition is not a proper mode of enforcing it. Where the debt is undisputed, it is futile for the company to say. "We are able to pay our debts, but we do not choose to pay this particular debt". The court will not listen to such a defence. Similarly, where there is no doubt that the company owes the creditor a debt entitling him to a winding-up order and only the precise amount of the debt is disputed, the court will make a winding-up order without requiring the creditor to quantify his debt precisely». (η έμφαση δική μου). Καταλήγω λοιπόν ότι όλα όσα εγείρει εδώ η εταιρεία περί καλόπιστης αμφισβήτησης του χρέους, δεν μπορούν να αποφασιστούν πριν την ουσία του petition. Κάτι τέτοιο θα οδηγούσε σε αδικαιολόγητο και πρωτόγνωρο κατακερματισμό της διαδικασίας. Άλλωστε τέτοια υπεράσπιση εξετάζεται νοουμένου ότι ο αιτητής αποδείξει όσα οφείλει να αποδείξει. Επιπλέον και προς ενίσχυση των πιο πάνω, δεν μπορεί να μην επισημανθεί ότι οι ισχυρισμοί της εταιρείας δεν παρέμειναν αναντίλεκτοι. Η τράπεζα απάντησε εν προκειμένω ένα προς ένα τούτους τους ισχυρισμούς, ιδιαίτερα τη θέση ότι το χρέος έχει εξοφληθεί. Είναι η θέση της τράπεζας ότι τα έγγραφα μεταβίβασης των μετοχών ουδέποτε τελειοποιήθηκαν και ότι το χρέος δεν έχει εξοφληθεί. Αν αναφέρω τούτο είναι για να καταδείξω ακριβώς όσα πιο πάνω υποδείχθηκαν, δηλαδή ότι δεν δικαιολογείται απόφαση σε σχέση με μια πτυχή της υπεράσπισης και αυτό προτού καν διαπιστωθεί το βάσιμο και δικαιολογημένο της κυρίως αιτήσεως, δηλαδή του petition. Για όλους τους λόγους που πιο πάνω προσπάθησα να εξηγήσω, η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα ως θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το δικαστήριο, υπέρ της τράπεζας και εναντίον της εταιρείας. (Υπ)...................................... Λ.Α. Παντελή, Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΧΡΓ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.