← Κύπρος

Αναφορικά με την SGO Sibgasoil Investments Ltd ν. Antis Trade & Investments Inc εκ Βρετανικών Παρθένων Νήσων κ.α., Αρ. Αίτησης: 375/13, 17/6/2015

Αναφορικά με την SGO Sibgasoil Investments Ltd ν. Antis Trade & Investments Inc εκ Βρετανικών Παρθένων Νήσων κ.α., Αρ. Αίτησης: 375/13, 17/6/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2015:A240 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ. Α. Παντελή, Ε. Δ. Αρ. Αίτησης: 375/13 Αναφορικά με την SGO Sibgasoil Investments Ltd (η «εταιρεία») εκ Πάφου που έχει το εγγεγραμμένο γραφείο της στην Πελλάδος 1, Πάφος -και- Αναφορικά με τον περί Εταιρειών Νόμο Κεφ. 113 -και- Αναφορικά με τους Antis Trade & Investments Inc εκ Βρετανικών Παρθένων Νήσων Flynn Holdings S.A. εκ Βρετανικών Παρθένων Νήσων Bryn Invest & Finance Inc. εκ Βρετανικών Παρθένων Νήσων Gozzoil Holdings & Finance S.A. εκ Βρετανικών Παρθένων Νήσων Κemp Holding and Finance S.A. εκ Βρετανικών Παρθένων Νήσων υπό την ιδιότητα τους ως υπολοίπων μετόχων της Εταιρείας. 17 Ιουνίου,

  1. Για τους Αιτητές: κος Χαβιαράς με κο Παναγίδη. Για τους Καθ' ων η Αίτηση: κος Κυπραίος. RULING Η επίδικη αίτηση είναι petition που υποβλήθηκε από τους μετόχους μειοψηφίας και στρέφεται κατά της εταιρείας και των μετόχων πλειοψηφίας. Ζητούμενο της αίτησης είναι όσα αναφέρονται στην παράγραφο 36: «
  2. Διά τα ανωτέρω οι αιτητές αιτούνται: (α) Όπως η Εταιρεία διαλυθεί και εκκαθαριστεί από το Σεβαστό Δικαστήριο και/ή (β) Όπως το Δικαστήριο διατάξει τους καθ ων η αίτηση μετόχους και/ή οποιονδήποτε από αυτούς και ή την Εταιρεία να αγοράσουν τις μετοχές των αιτητών σε τιμή που θα καθορίσει το Δικαστήριο και/ή (γ) Όπως το Δικαστήριο διατάξει τις ακόλουθες αλλαγές και/ή τροποποιήσεις και/ή ρυθμίσεις στο καταστατικό της Εταιρείας ώστε:
  3. Κάθε μέτοχος ή ομάδα μετόχων που ομαδοποιούν 10% του κεφαλαίου της Εταιρείας δικαιούνται να ορίζουν 1 σύμβουλο για κάθε τέτοιο 10%.
  4. Για θέματα αποξένωσης ή επιβάρυνσης περιουσίας της Εταιρείας ή θυγατρικών της θα απαιτείται πλειοψηφία 60% τόσο στο διοικητικό όσο και στη γενική συνέλευση των μετόχων και/ή (δ) Όπως το Δικαστήριο εκδώσει οιαδήποτε άλλη διαταγή ήθελε κρίνει δίκαια και πρέπουσα. (ε) Όπως εκδοθεί διάταγμα με το οποίο τα έξοδα της αίτησης αυτής να επιδικαστούν προς όφελος των αιτητών». Την ημέρα που η αίτηση ήταν ορισμένη για ακρόαση, σημειώνεται εν παρόδω ότι η ακρόαση petition διεξάγεται στη βάση ενόρκων δηλώσεων, ο συνήγορος των αιτητών υπέβαλε το εξής αίτημα: «Ζητώ Οδηγίες για καθορισμό της ενώπιόν σας διαδικασίας ως ακολούθως: (α) Να ακουστεί η υπόθεση σε σχέση με καταπίεση και (β) Να αποφασίσετε κατά πόσο η μειοψηφία δικαιούται θεραπείας. Αν κρίνεται ότι η εξαγορά είναι η ενδεδειγμένη τότε να προσαχθεί μαρτυρία ως προς την αξία για το χρόνο που επιλέξει το δικαστήριο». Η πλευρά των καθ' ων η αίτηση έφερε ένσταση στο αίτημα επικαλούμενη ότι ισοδυναμεί με επανάνοιγμα της υπόθεσης και παραβιάζει τα δικαιώματα των καθ' ων η αίτηση εφόσον προσπάθεια των αιτητών είναι να διορθώσουν μιαν αίτηση η οποία επί του προκειμένου είναι δικονομικά ελλιπής. Υποστήριξε δε ότι οι αποφάσεις αποσαφηνίζουν το χρόνο που λαμβάνεται υπ' όψιν για αποτίμηση της αξίας της μετοχής. Και οι δυο πλευρές επικαλέστηκαν διάφορες αποφάσεις αγγλικές και κυπριακές. Στο δικό μου μυαλό μείζον ζήτημα καταλήγω ότι είναι η εξακρίβωση του χρόνου που λαμβάνεται υπ' όψιν ώστε να αποφασιστεί η αξία της μετοχής της εταιρείας, εφόσον αυτό θα αποκαλύψει κατά πόσο οι αιτητές όφειλαν ή όχι να δικογραφήσουν την αξία που ζητείται. Περιττό βεβαίως να υποδείξω ότι στην υπόθεση In re Pelmako

(1999)1B A.A.Δ. 1369, 1375 με παραπομπή στην υπόθεση Re Antigen Laboratories Ltd
(1951)1 All ER 110 αναφέρθηκε ότι: «. το παρακλητικό (prayer) της αίτησης πρέπει να περιέχει αρκετές λεπτομέρειες ώστε να μη δημιουργείται οποιαδήποτε αμφιβολία για ό,τι ο αιτητής επιθυμεί να πράξει το Δικαστήριο». Συμφωνώ με την πλευρά των αιτητών ότι στην υπόθεση Pelmako, πιο πάνω, δεν αποφασίστηκε ότι στην αίτηση επιβάλλεται να καταγράφεται η αξία της μετοχής. Εκεί το πρόβλημα εντοπίστηκε στο ότι οι μέτοχοι που κλήθηκαν να αγοράσουν τις μετοχές δεν ήταν διάδικοι στη διαδικασία και όχι στο κατά πόσο στην αίτηση αναφερόταν η αξία των μετοχών. Κατά τα άλλα γεγονός είναι ότι ο τύπος αίτησης ως η υπό κρίση (Νο 5Α), δεν κάμνει μνεία σε αξία της μετοχής (Βλ. Buckley 13η έκδοση σελ. 1093). Τούτος ο τύπος αναφέρθηκε στην προηγούμενη ενδιάμεση απόφαση ημερομηνίας 19.07.2014. Κρίνω πως η πλέον σχετική και καθοδηγητική απόφαση για το ερώτημα που έχει τεθεί, δηλαδή ποιος είναι ο χρόνος αποτίμησης της αξίας των μετοχών, είναι η Re London School of Electronics Ltd
(1985)BCLC 273, 280. Στη σελίδα 280 αναφέρεται ότι: «Both counsel urged me to hold that there is a general rule as to the date on which shares which are ordered to be purchased pursuant to s 75 ought to be valued. Counsel for the petitioner (Mr. Instone) submitted that the valuation ought usually to be made at the date of the order as being the only fair method of compensating an unwilling vendor of the equivalent of a partnership share. Counsel for CTC (Mr Oliver), although I think with less enthusiasm for a general rule, submitted that the valuation ought usually to be made at the date of presentation of the petition or perhaps at the date when the unfair prejudice occurred. He said that the petition date is a natural starting point, because that is when the petitioner formally elects to buy or to be bought out. On the facts of the present case he submitted that the date ought to be 3 June 1983, because it was at the board meeting on that day that the unfair prejudice, as I have now held, occurred and at which, as it happened, the petitioner offered to sell his shares to CTC. If there were to be such a thing as a general rule, I myself would think that the date of the order or the actual valuation would be more appropriate than the date of the presentation of the petition or the unfair prejudice. Prima facie an interest in a going concern ought to be valued at the date on which it is ordered to be purchased. But whatever the general rule might be it seems very probable that the overriding requirement that the valuation would be fair on the facts of the particular case would, by exceptions, reduce it to no rule at all. That that is so is already suggested by such authorities as there ar on this question. In Scottish Co-operative Wholesale Society Ltd v. Meyer
(1958)3 All ER 66,
(1959)AC 324 the shares were ordered to be purchased at the value which they would have had at the date of the petition if there had been no oppression. In Re Jermyn Street Turkish Baths Ltd
(1970)3 All ER 57,
(1970)1 WLR 1194 the order of Pennycuick J discloses that the assets, undertaking and goodwill of the company were to be valued on an inquiry as at the date of the master's certificate. In Re a Company
(1983)2 All ER 854,
(1983)BCLC 151 Vinelott J held that the shares of petitioner who had unreasonable rejected previous fair offers to purchase them ought to be valued at the date of the valuation and not at the date when he had been excluded from participation in the affairs of the company. However, the judge said that he could conceive of many cases where, in an application under s 75 fairness would require that the valuation should relate back to an earlier date such as, in that case, the exclusion of the petitioner see
(1983)2 All ER 854 at 862-863,
(1983)BCLC 151 at 162. That observation was approved by Mervyn Davies J in Re OC (Transport) Services Ltd
(1984)BCLC 251 at 258, where he held that the facts required the valuation to be made at a date earlier than the date of the petition, in fact at the date when the unfair prejudice had occurred. Finally, in Re Bird Precision Bellow Ltd
(1984)3 All ER 444,
(1984)BCLC 195 the valuation was made as at the date of a consent order that the shares should be purchased at such price as the court should thereafter determine. That case is not of any real assistance on this point, because the date was not doubt implicit in the terms of the consent order». Επιπλέον σχετικό είναι και το ακόλουθο απόσπασμα από το σύγγραμμα Principles of Modern Company Law των Gower & Davies, 9η έκδοση. Αναφέρεται εκεί ότι: «A further issue concerns timing. The value put on shares, whether on a pro rata or a discounted basis, will often depend crucially on when the value of the company is assessed. The courts have given themselves the widest discretion to choose the most appropriate date. The competing dates are usually a date close to when the share are to be purchased or the date when the petition was presented. In Profinance Trust SA v. Gladstone, the Court of Appeal thought that the former had become the presumptive valuation date, but that there were many circumstances when an earlier date might be chosen, for example, where the unfairly prejudicial conduct had deprived the company of its business, where the company had reconstructed its business or even that there had been a general fall in the market since the presentation of the petition». Κρίνω πως μείζον, όπως θα φανεί και στη συνέχεια, είναι η αναφορά appropriate date. Απ' όλα τα πιο πάνω συνάγεται ότι ο χρόνος αποτίμησης της αξίας των μετοχών μιας εταιρείας δεν διέπεται από άτεγκτους κανόνες. Είναι ζήτημα πραγματικό που το δικαστήριο καλείται να αποφασίσει ανά περίπτωση. Ενίοτε η αξία μιας μετοχής φθείρεται ακριβώς λόγω της καταπίεσης, άλλοτε ενδέχεται και να αυξηθεί. Υποθέστε ότι εκκρεμούσης της διαδικασίας η εταιρεία που αφορά η αίτηση ανακτά περαιτέρω περιουσία, είναι κατανοητό ότι σε τέτοια περίπτωση η αξία της μετοχής αυξάνεται. Από την άλλη υποθέστε ότι η εταιρεία πωλεί περιουσιακά στοιχεία εκκρεμούσης της αίτησης, αν οι μειοψηφούντες μέτοχοι λάβουν μέρισμα ενδεχομένως κατάλληλος χρόνος αποτίμησης της αξίας της μετοχής να είναι η ημερομηνία έκδοσης του σχετικού διατάγματος καθ' ότι έχουν ήδη λάβει μέρος της αξίας με το μέρισμα. Αν όμως δεν έλαβαν τέτοιο ή είναι η θέση τους ότι η τιμή πώλησης ή το μέρισμα είναι δόλιο και τεχνηέντως κατασκευασμένο ώστε να είναι μειωμένο, ενδέχεται κατάλληλος χρόνος αποτίμησης της αξίας της μετοχής να είναι μια ημέρα πριν την καταπίεση (oppression) ή έστω ο χρόνος καταχώρισης της αίτησης. Και αναφέρομαι σε χρόνο πριν την καταχώριση της αίτησης εφόσον γνωστή είναι η δικαιϊκή αρχή ότι αναγνώριση καταπίεσης και ανοχής τούτης ενδέχεται ακόμα και να αναιρεί αγώγιμο δικαίωμα λόγω κωλύμματος. Σε σχέση με όλα τα πιο πάνω δεν αποφαίνομαι για το χρόνο που στην προκείμενη περίπτωση θα ληφθεί υπ' όψιν ώστε να αποτιμηθεί η αξία των μετοχών αν και εφόσον ήθελε κριθεί ότι υφίσταται καταπίεση και ότι κατάλληλο μέτρο απάλειψης τούτης είναι η έκδοση διατάγματος αγοράς των μετοχών που κατέχει η μειοψηφία από τους μετόχους πλειοψηφίας. Αν αναφέρω όλα τα πιο πάνω είναι απλώς για να δείξω ότι ο χρόνος που λαμβάνεται υπ' όψιν δεν είναι σταθερός και άτεγκτος αλλά ζήτημα πραγματικό που αναμένεται σε κάθε περίπτωση να αποφασιστεί. Σε αυτό το πλαίσιο παρατηρώ ότι αν το υπό κρίση αίτημα των αιτητών είναι να προσδιοριστεί από τώρα ο χρόνος, κρίνω πως είναι άστοχο και σε αυτή τη βάση δεν εγκρίνεται. Εκείνο όμως που κρίνω σκόπιμο να τονίσω πέραν των πιο πάνω, είναι πως σαφώς και υπάρχει διάκριση από τη διαδικασία που ακολουθείται στην Αγγλία από εκείνη που ακολουθείται στην Κύπρο. Βασικό στοιχείο τούτης της διάκρισης είναι το χρονοβόρο των ημεδαπών διαδικασιών, εφ' όσον εκεί όπου στην Αγγλία οι κανονισμοί προβλέπουν σύντομη εκδίκαση και απόφαση του θέματος, στην Κύπρο η όλη διαδικασία είναι χρονοβόρα. Η υπό κρίση περίπτωση είναι απτό παράδειγμα, καταχωρίστηκε η αίτηση τον Μάιο του 2013 και σήμερα Ιούνιο του 2015 αναμένεται ακόμα να ακουστεί επί της ουσίας. Είναι τούτη μια παράμετρος που σαφώς θα πρέπει να αποτιμηθεί σε σχέση με όλα τα ανωτέρω. Επιπλέον παρατηρώ ότι όλες οι αποφάσεις που τέθηκαν ενώπιον του δικαστηρίου από τους καθ' ων η αίτηση Re London School of Electronics Ltd πιο πάνω και η Scottish Co-Operative Wholesale Society Ltd v. Meyer and another
(1958)3 All ER 66, όπως και οι άλλες δυο που τέθηκαν από την πλευρά των αιτητών. Re Bird Precision Bellow Ltd
(1984)3 All ER 444,
(1984)BCLC 195 και Irvine a.o v. Irvine a.o
(2006)EWHC 1875 αποκαλύπτουν ότι η απόφαση του δικαστηρίου σε σχέση με την αξία των μετοχών ήτο ενιαία με αυτό τούτο το ζητούμενο του petition, δηλαδή κατά πόσο υφίστατο καταπίεση. Με αυτό τον τρόπο διαπιστώνει κανείς ότι δεν ακυρώνεται η πάγια δικαιϊκή αρχή ότι οι διαδικασίες του δικαστηρίου δεν κατακερματίζονται. Κρίνω επιπλέον σκόπιμο να επισημάνω ότι κατακερματισμός της διαδικασίας ενδέχεται να οδηγήσει σε αντινομικό και παράλογο αποτέλεσμα υπό την εξής έννοια. υποθέστε ότι κατόπιν αντεξέτασης ενός ή του συνόλου των ενόρκως δηλούντων στην αίτηση και ένσταση, ένας ή κάποιοι εξ αυτών κρίνονται αξιόπιστοι ή αναξιόπιστοι. Αν ήθελε ακολουθηθεί η διαδικασία που εισηγείται η πλευρά των αιτητών, δηλαδή αφότου ακουστεί η ουσία της αίτησης και αν ήθελε επιτύχει τότε να προσκομιστεί περαιτέρω μαρτυρία για την αξία των μετοχών, καθίσταται αντιληπτό ότι ο ίδιος αυτός μάρτυρας ενδεχομένως να παραστεί εκ νέου ενώπιον του δικαστηρίου και συνεπώς να κληθεί το δικαστήριο σε εκ νέου αξιολόγησή του σε άλλη όμως πτυχή και παράμετρο της υπόθεσης. Αυτό, κατά την ταπεινή μου γνώμη, αποτελεί αντινομία και κατακερματισμό της διαδικασίας που απάδει των δικαιϊκών αρχών που διέπουν το ζήτημα. Έχοντας αναφέρει τα ανωτέρω κρίνω πως η όλη διεργασία δεν τελματώνεται εδώ. Έχω ήδη υποδείξει ότι ο χρόνος αποτίμησης της αξίας των μετοχών είναι ζήτημα πραγματικό, ότι η διαδικασία είναι χρονοβόρα, ότι ο τύπος της αίτησης δεν επιβάλλει αναφορά στο δικόγραφο τέτοιας αξίας και αυτό παρ' ότι το δικαστήριο καλείται να την αποφασίσει. Είμαι της γνώμης ότι δια όλους τους πιο πάνω λόγους σε τέτοιου είδους αιτήσεις δεν επιβάλλεται να καταγράφεται η αξία της μετοχής στο petition το οποίο ουσιαστικά καταχωρείται πολύ πριν την ημερομηνία ακρόασης και συνεπώς αδύνατον είναι προ ετών και ετεροχρονισμένα να γνώριζε ο αιτητής τούτην την αξία που δυνατό σήμερα να έχει διαφοροποιηθεί. Αντιλαμβανόμενος όμως τη θέση των αιτητών και κρίνοντας ότι όντως σε κάποιο βαθμό είναι ορθή και δίκαιη, όχι όμως για κατακερματισμό της διαδικασίας εφόσον κρίνω πως η διαδικασία που θα ακολουθηθεί πρέπει να είναι ενιαία, είμαι διατεθειμένος να δώσω οδηγίες στους διαδίκους αν ήθελαν να καταχωρίσουν ένορκη δήλωση σε σχέση με την αξία που έκαστος θεωρεί ότι αρμόζει και υποστηρίζει, ώστε να εξεταστεί ενιαία με την αίτηση. Ως εκ τούτου αναμένω από τους συνηγόρους τη θέση τους. (Υπ.) ............ Λ. Α. Παντελή, Ε. Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ /ΧΡΓ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.