LUKOIL MID-EAST LIMITED ν. TERRA SEIS CYPRUS LIMITED, Αίτηση αρ.: 123/2015, 27/10/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2015:A425 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ. Καλογήρου, Π.Ε.Δ Αίτηση αρ.: 123/2015 Αναφορικά με τον Περί Αποφάσεων Αλλοδαπών Δικαστηρίων (Αναγνώριση, Εγγραφή και Εκτέλεση Δυνάμει Συμβάσεως) Νόμο του 2000 (121(Ι)/2000) και Αναφορικά με τον περί Συμβάσεως περί της Αναγνωρίσεως και Εκτελέσεως Αλλοδαπών Αποφάσεων (Κυρωτικό) Νόμο 84/1979 και Αναφορικά με τον Περί Διεθνούς Εμπορικής Διαιτησίας Νόμο του 1987 (Ν.101/87) και Αναφορικά με την απόφαση ημερομηνίας 22.12.2014 του Διεθνούς Διαιτητικού Δικαστηρίου του Λονδίνου (London Court of International Arbitration Rules) στην υπόθεση LCIA ARBITRATION NO. 122289 και μεταξύ: LUKOIL MID-EAST LIMITED Αιτητών και TERRA SEIS CYPRUS LIMITED Καθ' ων η Αίτηση ------------------- Αίτηση ημερ. 11.9.2015 για συμπληρωματική ένορκη δήλωση Ημερομηνία: 27 Οκτωβρίου 2015 Εμφανίσεις: Για Αιτήτρια: κα Κουρουζίδου για κ. Χ. Κυριακίδη Για Καθ'ης η Αίτηση: κα Δημητρίου ------------------ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την εναρκτήρια αίτηση, που καταχώρισε η Αιτήτρια στις 9.4.2015, επιδιώκει την αναγνώριση και εγγραφή της Απόφασης του Διεθνούς Διαιτητικού Δικαστηρίου του Λονδίνου («Δ.Δ.Δ.Λ.») ημερομηνίας 9.3.2015, για σκοπούς εκτέλεσης εντός της Κυπριακής Δημοκρατίας. Η αίτηση έχει τη μορφή διά κλήσεως και απευθύνεται στην Καθ'ης η Αίτηση, εξ αποφάσεως οφειλέτιδα με βάση την επίδικη διαιτητική απόφαση. Υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση της κας Μ. Λοϊζου, δικηγόρου στο δικηγορικό οίκο που εκπροσωπεί την Αιτήτρια. Αφού παραθέτει τα γεγονότα που περιβάλλουν τη διαφορά, αντικείμενο της διαιτησίας, αναφέρει ότι η Αιτήτρια αποτάθηκε στο Δ.Δ.Δ.Λ., το οποίο την δικαίωσε, εκδίδοντας απόφαση εις βάρος της Καθ'ης για το ποσό των Δ.Α.$27.680.963,55 πλέον τόκους και έξοδα διαιτησίας ($209.737,79) καθώς και δικηγορικά έξοδα ύψους $1.933.917. Επεξηγεί, περαιτέρω, ότι λόγω αριθμητικού λάθους στο ποσό των εξόδων διαιτησίας, το Δ.Δ.Λ. στις 9.3.2015, εξέδωσε Σημείωμα Διόρθωσης της Διαιτητικής Απόφασης. Αντίγραφο της επίδικης διαιτητικής απόφασης κατατέθηκε με την ένορκη δήλωση ως Τεκμήριο 4 με Ελληνική μετάφραση (Τεκμήριο 5). Κατατέθηκε επίσης αντίγραφο του Σημειώματος Διόρθωσης (Τεκμήριο 6) με Ελληνική μετάφραση (Τεκμήριο 7). Η Καθ'ης καταχώρισε ένσταση, υποστηρίζοντας πως δεν συντρέχουν οι ουσιαστικές και δικονομικές προϋποθέσεις για την αναγνώριση και εγγραφή της διαιτητικής απόφασης στην Κύπρο. Ανάμεσα σε άλλους λόγους ένστασης, προβάλλουν πως δεν συντρέχει το στοιχείο της αμοιβαιότητας, εφόσον δεν έχει καταδειχθεί ότι η Αγγλία εφαρμόζει τη Σύμβαση για Αναγνώριση και Εκτέλεση Αλλοδαπών Αποφάσεων, ότι δεν τυγχάνει εφαρμογής ο Ν.121
(1)/2000, εφόσον δεν αποδείχθηκε ότι η Κύπρος και η Αγγλία συνδέονται με συνθήκη για αμοιβαία αναγνώριση και εκτέλεση διαιτητικών αποφάσεων και ότι επίσης, δεν απεδείχθηκε ότι η απόφαση είναι εκτελεστή στην Αγγλία. Υποστηρίζει, περαιτέρω, πως η αίτηση, είναι καταχρηστική, επειδή η Αιτήτρια προωθεί και άλλη διαιτητική διαδικασία εναντίον της Terra Seis Trading Ltd στη Στοκχόλμη, επιδιώκοντας τις ίδιες θεραπείες. Με την εξεταζόμενη αίτηση η Αιτήτρια ζητά όπως της επιτραπεί να καταχωρίσει συμπληρωματική ένορκη δήλωση ως το προτεινόμενο σχέδιο (Παράρτημα Α). Tην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση υπογράφει ο διευθυντής της Αιτήτριας κ. Κ. Κούσιος, δικηγόρος, επεξηγώντας ότι η Αιτήτρια επιθυμεί, αφ' ενός, να απαντήσει σε κάποιους ισχυρισμούς της Καθ'ης και αφ' ετέρου να θέσει κάποια νέα δεδομένα τα οποία είτε, προέκυψαν από την ένσταση και δεν μπορούσαν να είχαν προβλεφθεί, είτε προέκυψαν μετά από την καταχώριση της κυρίως αίτησης. Η Καθ'ης ενίσταται στο αίτημα, υποστηρίζοντας πως δεν παρέχεται δικονομική δυνατότητα για καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης σε εναρκτήρια αίτηση, όπως είναι η παρούσα. Σε κάθε περίπτωση, υποστηρίζει, δεν έχει καταδειχθεί καλός λόγος, μέσα στην έννοια της Δ.48 θ.4
(2), ώστε να δικαιολογείται η παραχώρηση της ζητούμενης άδειας. Με τις εμπεριστατωμένες αγορεύσεις τους οι ευπαίδευτοι συνήγοροι υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις των διαδίκων με παραπομπές στη νομολογία που διέπει το υπό εξέταση ζήτημα. Η συνήγορος της Αιτήτριας υπόδειξε πως ο Νόμος 121
(1)/2000 (Ο Περί Αποφάσεων Αλλοδαπών Δικαστηρίων (Αναγνώριση, Εγγραφή και Εκτέλεση Δυνάμει Συμβάσεως) Νόμος του 2000) ρυθμίζει τη διαδικασία και τον τύπο της αίτησης, προβλέποντας πως η διαδικασία αρχίζει με αίτηση δια κλήσεως που συνοδεύεται από ένορκη δήλωση, σύμφωνα με τις διατάξεις των Περί Πολιτικής Δικονομίας Κανονισμών, με τις ανάλογες προσαρμογές (άρθρο 5 (α) του Νόμου). Είναι φανερό, κατά τη συνήγορο, ότι τυγχάνει εφαρμογής η Δ.48 και κατά συνέπεια η διαδικασία που προβλέπεται στη Δ.48 θ. 4 και Δ.48 θ.4
(2)για άδεια καταχώρισης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Παρέπεμψε επί του προκειμένου σε νομολογία καθώς και σε αποφάσεις πρωτόδικων Δικαστηρίων με ιδιαίτερη έμφαση στην απόφαση του Χ. Πογιατζή, Π.Ε.Δ., ημερ. 3.3.2015 στην Αίτηση Αρ. 473/2011 Ε.Δ. Λευκωσίας, Αναφορικά με την εταιρεία G. Paraskevaides
(1966)Ltd. Συνεχίζοντας η συνήγορος εξήγησε την ανάγκη που προέκυψε για την καταχώριση της προτεινόμενης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης ώστε να δοθούν απαντήσεις στους ισχυρισμούς της Καθ'ης, για να έχει ολοκληρωμένη εικόνα το δικαστήριο. Δεν ήταν προβλεπτό για την Αιτήτρια, υπόδειξε η συνήγορος, ότι η Καθ'ης θα ήγειρε ζήτημα μη εκτελεστότητας της διαιτητικής απόφασης στην Αγγλία ή ότι η Σύμβαση δεν εφαρμόζεται στην Αγγλία. Παρόλο, πρόσθεσε, που το Δικαστήριο μπορεί να αντλήσει Δικαστική γνώση ως προς την υπογραφή της Σύμβασης της Νέας Υόρκης από το Ηνωμένο Βασίλειο, κρίθηκε ορθό να τεθεί μαρτυρία ως προς το ζήτημα, προς υποβοήθηση του Δικαστηρίου και για σκοπούς πληρότητας της διαδικασίας. Καταλήγοντας η συνήγορος υποστήριξε πως έχει καταδειχθεί καλός λόγος και κάλεσε το Δικαστήριο να εγκρίνει την αίτηση της Αιτήτριας. Η συνήγορος της Καθ'ης υποστήριξε με τη σειρά της πως όλοι οι λόγοι ένστασης είναι βάσιμοι και δεν δικαιολογείται το αίτημα. Αρχίζοντας από τη δικονομική πτυχή, υπέδειξε πως δεν υπάρχει πρόνοια στους Νόμους επί των οποίων στηρίζεται η Αίτηση (Νόμοι Αρ. 84/1979, 12
(1)/2000 και 101/1987), ως προς τη διαδικασία εκδίκασης της αίτησης. Η αίτηση για εγγραφή αλλοδαπής απόφασης, εισηγήθηκε η συνήγορος με βάση το Ν. 121
(1)/2000, συνιστά πρωτογενή αίτηση και δεν τυγχάνουν εφαρμογής οι πρόνοιες της Δ.48 θ.4
(2)που εφαρμόζονται μόνο σε ενδιάμεσες αιτήσεις. Παραπέμποντας σε αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου καθώς και σε πρωτόδικες επί του εγειρόμενου ζητήματος, υποστήριξε πως τα αμφισβητούμενα γεγονότα, στα πλαίσια πρωτογενών αιτήσεων, επιλύονται με προφορική μαρτυρία. Όσον αφορά την ουσιαστική πτυχή της αίτησης, υποστήριξε πως η Αιτήτρια δεν έχει καταδείξει καλό λόγο. Με την προτεινόμενη ένορκη δήλωση, εισηγήθηκε η συνήγορος, η Αιτήτρια επιχειρεί να καλύψει τα κενά της αίτησης της, διορθώνοντας λάθη και παραλείψεις. Όσον αφορά το μέρος της μαρτυρίας, για θέματα που αποτελούν δικαστική γνώση, η αίτηση είναι καταχρηστική. Η Αιτήτρια, κατέληξε, είχε υποχρέωση να θέσει εξ' αρχής τα ορθά γεγονότα και η προσπάθεια της να μεταβάλει τις θέσεις της διαπνέεται από κακοπιστία. Όπως έχει αναφερθεί πιο πάνω, στο Νόμο 121
(1)/2000, προβλέπεται ο μηχανισμός για την υποβολή της αίτησης για αναγνώριση., εγγραφή και εκτέλεση της απόφασης. Το άρθρο 5
(1)(α) προνοεί τα ακόλουθα: «Η διαδικασία η οποία ακολουθείται δυνάμει του παρόντος Νόμου για την εγγραφή, αναγνώριση ή εκτέλεση απόφασης αλλοδαπού δικαστηρίου είναι η ακόλουθη: (α) Η διαδικασία αρχίζει με καταχώριση στο δικαστήριο αίτησης διά κλήσεως που συνοδεύεται από ένορκη δήλωση, σύμφωνα με τις διατάξεις των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, με τις ανάλογες προσαρμογές, στην οποία εμφαίνεται ως αιτητής η αρμόδια αρχή ή το πρόσωπο προς όφελος του οποίου εξεδόθη η απόφαση αλλοδαπού δικαστηρίου, αναλόγως της περιπτώσεως, και ως καθ' ου η αίτηση το πρόσωπο εναντίον του οποίου ζητείται η αναγνώριση, εγγραφή ή εκτέλεση της απόφασης αλλοδαπού δικαστηρίου: Νοείται ότι οι περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικοί Κανονισμοί για υποκατάστατη επίδοση ισχύουν: Νοείται περαιτέρω ότι σε περιπτώσεις όπου στη διαδικασία κατά την οποία έχει εκδοθεί η απόφαση δεν υπήρχε αντίδικος, η διαδικασία αρχίζει με μονομερή αίτηση που συνοδεύεται από ένορκη δήλωση.» Η αναφορά στην πιο πάνω πρόνοια ότι τυγχάνουν ανάλογης εφαρμογής οι θεσμοί πολιτικής δικονομίας, δεν συνεπάγεται ότι τυγχάνει εφαρμογής η διαδικασία που προβλέπεται στη Δ.48 θ.4
(2), όπως εισηγήθηκε η ευπαίδευτη συνήγορος της Αιτήτριας. Για τον απλούστατο λόγο, ότι η Δ.48 ρυθμίζει την εκδίκαση ενδιάμεσων και όχι πρωτογενών αιτήσεων, όπως είναι η παρούσα αίτηση (βλ. Udruzena Beogradska Banka v. Westacre Investment, Inc
(1999)1 Α.Α.Δ. 124). Η δυνατότητα προσαρμογής της Δ.48 στην εναρκτήρια αίτηση, όπως αναγνωρίστηκε και στην υπόθεση Τράπεζα Κύπρου Λτδ v. Dynacon Ltd
(1998)1 Α.Α.Δ. 1978, δεν την εξομοιώνει με ενδιάμεση αίτηση (βλ. επίσης Hjihambis v. Attorney General of the Republic and others
(1986)1 Α.Α.Δ. 386). Απόλυτα σχετικά με το εξεταζόμενο θέμα είναι όσα λέχθηκαν από τον Μ. Χριστοδούλου Π.Ε.Δ., όπως ήταν τότε, στην απόφαση του ημερ. 12.4.2011, στην αγωγή 1340/09 Ε.Δ. Λευκωσίας μεταξύ Oao Baltiyskiy Bank v. Artur Vladimirovich Kirilenko, που αφορούσε παρόμοιο αίτημα. Στο σχετικό με το θέμα μας απόσπασμα, επισημαίνονται τα ακόλουθα: «Το γεγονός ότι η αίτηση για αναγνώριση, εγγραφή και εκτέλεση της Απόφασης - που είναι εναρκτήρια αίτηση (βλ. και Udruzena Beogradska Banka v. Westacre Investments Inc
(1999)1 Α.Α.Δ. 124) - βασίζεται και στη Δ.48 δεν δίδει κατά την άποψη μου και δυνατότητα χρήσης των δικονομικών διατάξεων που αφορούν αποκλειστικά ενδιάμεσες αιτήσεις. Κι αυτό, γιατί ναι μεν αναγνωρίσθηκε νομολογιακά (βλ. Τράπεζα Κύπρου, ανωτέρω) ότι παρέχεται δυνατότητα προσαρμογής της Δ.48 και σε εναρκτήριες αιτήσεις, αλλά η αναγνώριση αυτή έγινε για σκοπούς υποβολής της (εναρκτήριας) αίτησης και δεν μπορεί να εκληφθεί ότι σε τέτοιου είδους αιτήσεις παρέχεται δυνατότητα χρήσης δικονομικών διατάξεων, όπως είναι ο θ.4
(2), που εφαρμόζονται αποκλειστικά σε ενδιάμεσες αιτήσεις. Άλλο προσαρμογή για σκοπούς υποβολής της αίτησης και άλλο εφαρμογή σε τέτοιου είδους αιτήσεις και δικονομικών διατάξεων που εφαρμόζονται μόνο σε ενδιάμεσες αιτήσεις. Υπενθυμίζεται σχετικά, ότι ο σκοπός για τον οποίο θεσπίσθηκε ο θ.4
(2)- τέλος του 1999 - ήταν η εξάλειψη των προβλημάτων που είχαν συσσωρευθεί λόγω της ερμηνείας που δόθηκε στον προηγούμενο κανονισμό από τη Νομολογία, ώστε γεγονότα σε ενδιάμεσες αιτήσεις να τίθενται ενώπιον του Δικαστηρίου με ένορκες δηλώσεις και όχι με προφορική μαρτυρία. Είναι στο πλαίσιο εξυπηρέτησης αυτού του σκοπού που έγινε πρόβλεψη για συμπληρωματικές ένορκες δηλώσεις, ώστε να δίδεται η δυνατότητα στους διαδίκους να θέτουν ενώπιον του Δικαστηρίου κατά τρόπο ολοκληρωμένο τα γεγονότα της υπόθεσης, αλλά υπό την προϋπόθεση τεκμηρίωσης «καλού λόγου». Στην παρούσα όμως περίπτωση ζητείται ενεργοποίηση του θ.4
(2)για άδεια καταχώρισης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης σε σχέση με εναρκτήρια αίτηση και όχι ενδιάμεση. Τέτοια δυνατότητα κατά την άποψη μου δεν υπάρχει και αν η αιτήτρια επιθυμεί να προσκομίσει μαρτυρία κατά την ακρόαση της (εναρκτήριας) αίτησης της, μπορεί να το πράξει γιατί όπως είναι γνωστό η προσκόμιση μαρτυρίας σε τέτοιου είδους αιτήσεις όχι μόνο είναι επιτρεπτή αλλά και επιβεβλημένη.» Καταλήγω, συνεπώς, πως η κυρίως αίτηση, είναι πρωτογενής και εκδικάζεται ως εναρκτήρια κλήση και όχι με βάση τα περιορισμένα πλαίσια της Δ.48 θ.4
(2)που ρυθμίζει τη διαδικασία εκδίκασης ενδιάμεσων αιτήσεων. Παρά τη διαπίστωση αυτή, παρέχεται στο Δικαστήριο από το ίδιο το νομοθέτημα η δυνατότητα ρύθμισης της ακροαματικής διαδικασίας, είτε με την προσαγωγή προφορικής μαρτυρίας είτε με την κατάθεση ενόρκων δηλώσεων. Ειδικότερα, το άρθρο 5
(1)(ζ) του Ν.121
(1)/2000 προνοεί τα ακόλουθα: «Η απόδειξη των γεγονότων δύναται να γίνει είτε με ένορκη δήλωση είτε με προφορική μαρτυρία σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας.» Η διαζευκτική δυνατότητα απόδειξης των γεγονότων, με ένορκη δήλωση ή με προφορική μαρτυρία, παρέχει στο δικαστήριο τη δικονομική δυνατότητα να παραχωρήσει άδεια για καταχώρηση συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων. Όχι με βάση τη διαταγή Δ.48 θ.4
(2)όπως εισηγήθηκε η Αιτήτρια, αλλά με βάση τη πιο πάνω πρόνοια του Ν.121
(1)/2000 που ρυθμίζει τη διαδικασία εκδίκασης των (πρωτογενών) αιτήσεων για την αναγνώριση, εγγραφή και εκτέλεση αλλοδαπών δικαστικών αποφάσεων. Αλλά και στην περίπτωση που θα αποφάσιζα ότι τυγχάνουν εφαρμογής οι πρόνοιες της Δ.48 θ.4
(2)και πάλι θα επέτρεπα την καταχώριση της προτεινόμενης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Λαμβάνοντας υπόψη τη φύση της διαδικασίας και το σύνολο των γεγονότων της υπόθεσης, εκτιμώ ότι έχει καταδειχθεί καλός λόγος για την έγκριση της αίτησης. Για όλους τους πιο πάνω λόγους η αίτηση επιτυγχάνει. Δίδεται άδεια για καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης ως το Παράρτημα Α της Αίτησης. Η συμπληρωματική ένορκη δήλωση να καταχωριστεί εντός 7 ημερών από τη σύνταξη του παρόντος διατάγματος. Ενόψει του αποτελέσματος και του λόγου για τον οποίο εγκρίθηκε η αίτηση, δεν εκδίδεται διαταγή ως προς τα έξοδα. (Υπ.) ............. Λ. Καλογήρου, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΕΠ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο