← Κύπρος

Ellinas Finance Public Limited ν. Γιώτας Αγαθοκλέους, Αρ. Αγωγής: 352/08, 13/10/2015

Ellinas Finance Public Limited ν. Γιώτας Αγαθοκλέους, Αρ. Αγωγής: 352/08, 13/10/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2015:A382 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χ. Ρασπόπουλος, προσ. Ε. Δ. Αρ. Αγωγής: 352/08 Μεταξύ: Ellinas Finance Public Limited Ενάγοντες και

  1. Γιώτας Αγαθοκλέους
  2. Δώρου Αγαθοκλέους Εναγομένων Ημερομηνία: 13 Οκτωβρίου 2015 Εμφανίσεις: Για τον Ενάγουσα: κα Μ. Αγαθοκλέους για Pamporides LLC Για τον Εναγόμενο 2: κ. Χρ. Καμπούρης και κ. Α. Γιαλελής για Kambouri & Gialeli LLC Α Π Ο Φ Α Σ Η Με κλητήριο ειδικά οπισθογραφημένο το οποίο καταχωρήθηκε την 25.1.2008 οι Ενάγοντες αξίωναν εναντίον της Εναγομένης 1 το ποσό €74,857,40 (Λ.Κ.£43,812,09) πλεόν τόκο 8,5 % ετησίως μέχρι εξοφλήσεως, οφειλόμενο δυνάμει γραμματίου συνήθους τύπου και/ή δυνάμει εγγράφου αναγνώρισης χρέους και/ή άλλου αξιόγραφου ημερομηνίας 1.3.2002 και/ή δυνάμει των αρχών περί αδικαιολόγητου πλουτισμού και/ή ως money had and received. Εναντίον του Εναγομένου 2 οι Ενάγοντες αξιώνουν το ίδιο ποσό δυνάμει εγγυήσεως. Ειδικότερα σε σχέση με την ευθύνη της Εναγομένης 1, είναι δικογραφημένη θέση των Εναγόντων ότι κατά ή περί την 1.3.2002 στη Λευκωσία αυτή εξέδωσε και/ή υπέγραψε υπέρ των Εναγόντων γραμμάτιο συνήθους τύπου και/ή γραπτή υπόσχεση με την οποία ανέλαβε όπως αποπληρώσει το ποσό των ΛΚ£32,817,92 προερχόμενο από καλό και/ή νόμιμο αντάλλαγμα και συγκεκριμένα ως αντάλλαγμα αξίας ληφθείσης δια της παραχώρησης δανείου πλέον τόκο 8,5% ετησίως επί του εκάστοτε υπολοίπου μέχρι τελείας εξόφλησης, με μηνιαίες δόσεις εκ ΛΚ£232,46 έκαστη για τους πρώτους 24 μήνες και με μηνιαίες δόσεις ΛΚ£673.31 για τους επόμενους 60 μήνες, ήτοι μέχρι 2 Μαρτίου
  3. Αποδέχθηκε πλήρως με την υπογραφή του γραμματίου ότι σε περίπτωση παράλειψης της να καταβάλει οποιαδήποτε εκ των πιο πάνω δόσεων ή μέρος αυτής ολόκληρο το οφειλόμενο ποσό θα καθίστατο ληξιπρόθεσμο και άμεσα απαιτητό και ανέλαβε να καταβάλει στους Εναγόντες τα δικαστικά και/ή δικηγορικά έξοδα σε περίπτωση λήψης δικαστικών μέτρων. Σε σχέση με την ευθύνη του Εναγομένου 2 είναι η δικογραφημένη θέση των Εναγόντων ότι αυτός εγγυήθηκε γραπτώς προς όφελος των Εναγόντων τις υποχρεώσεις της Εναγόμενης αρ. 1 που απέρρεαν από το πιο πάνω Γραμμάτιο. Κατά παράβαση των όρων του Γραμματίου και παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις των Εναγόντων τόσο προς την Εναγόμενη 1 όσο και προς τον Εναγόμενο 2, αυτοί παρέλειψαν να καταβάλλουν τις συμφωνημένες δόσεις και αρνήθηκαν ή παρέλειψαν να συμμορφωθούν με τους όρους του Γραμματίου και της Εγγύησης. Σύμφωνα με την κατάσταση λογαριασμού που τηρούν οι Ενάγοντες επ' ονόματι της Εναγομένης 1, το οφειλόμενο προς αυτούς ποσό δυνάμει του Γραμματίου ανερχόταν στις 31.12.2007 στο ποσό των ΛΚ£43,812.09 ήτοι €74.857,40 πλέον τόκο προς 8.5% από 1.1.
  4. Οι Ενάγοντες, με επιστολές των δικηγόρων τους που απεστάλησαν περί τα τέλη Νοεμβρίου 2007 απαίτησαν από τους Εναγόμενους 1 και 2 την εξόφληση του οφειλόμενου ποσού. Παρόλα αυτά οι Εναγόμενοι αρνήθηκαν και πάλι να συμμορφωθούν. Ο Εναγόμενοι 1 και 2 με την κοινή Έκθεση Υπεράσπισης που καταχώρησαν ισχυρίζονται ότι ουδέποτε υπέγραψαν γραμμάτιο προς όφελος των Εναγόντων και αν υπεγράφη οποιοδήποτε γραμμάτιο από την Εναγομένη 1, τούτο έγινε κατόπιν ψυχικής πίεσης καθότι η Εναγόμενη 1 ήταν σε μειονεκτική θέση έναντι των Εναγόντων οι οποίοι ως εκ της θέσεως τους μπορούσαν να ασκήσουν και άσκησαν ψυχική πίεση προς αυτή και κατ' επέκταση στο σύζυγό της Εναγόμενο
  5. Ειδικότερα ισχυρίζονται ότι η Εναγόμενη 1 εργαζόταν κατά περιόδους σε διάφορες εταιρείες στις οποίες κυριότερος μέτοχος είναι ένας εκ των ιδιοκτητών των Εναγόντων και οι οποίες ανήκουν και είναι υπό τον έλεγχο του στενού οικογενειακού κύκλου του κ. Αιμίλιου Έλληνα και του υιού του κ. Χριστόδουλου Έλληνα. Η Εναγόμενη 1 κατά ή περί την 5.1.2000 και 9.4.2001 υπέγραψε έγγραφα και συμφωνίες μετά από πίεση των κ.κ. Αιμίλιου και Χριστόδουλου Έλληνα για άνοιγμα χρεωστικών λογαριασμών και συμφωνίες χρηματοδοτήσεως επενδυτικών δανείων. Αφού απέσπασαν την υπογραφή της στα πιο πάνω έγγραφα στην συνέχεια υποχρέωσαν αυτή, τον Μάρτιο του 2002 να υπογράψει γραμμάτιο με την εγγύηση του συζύγου της (εναγομένου 2) για να εξασφαλίσει, τα χρεωστικά υπόλοιπα των εν λόγω επενδυτικών συμφωνιών και δανείων. Οι Ενάγοντες τους «έπεισαν» απειλώντας τους ότι θα καταχωρούσαν αγωγή εναντίον της Εναγομένης 1 αλλά και ότι θα προχωρούσαν σε απόλυση της Εναγομένης 1 από την υπηρεσία των εταιρειών τους. Η Εναγομένη 1 εξαναγκάστηκε να υπογράψει εξαιτίας του ότι εκείνη την περίοδο είχε σοβαρά οικονομικά προβλήματα με τα εισοδήματά που εξασφάλιζε η οικογένεια της και δεν μπορούσε να παραμείνει χωρίς εργασία. Υποστηρίζει επίσης ότι στερήθηκε την ευκαιρία να λάβει νομική συμβουλή και πληροφόρηση πριν την υπογραφή οποιουδήποτε εγγράφου και ότι αυτά λήφθηκαν με παραπλανητικό τρόπο και ψευδείς παραστάσεις. Οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται επίσης ότι η σύμβαση εγγύησης ήταν αποτέλεσμα εξαναγκασμού και ότι αποσπάσθηκε από τον Εναγόμενο 2 εκ των υστέρων και όχι κατά την υπογραφή του γραμματίου από την Εναγομένη 1, κατόπιν σφοδρής ψυχολογικής πίεσης που υπέστη η σύζυγός του και τους εκφοβισμούς για απόλυση από την υπηρεσία τους. Τέλος ισχυρίζονται ότι το επίδικο γραμμάτιο είναι εικονικό αφού αυτό υπογράφτηκε χωρίς να καταβληθεί το ποσό το οποίο ανέγραφε. Επιπλέον αυτό δεν μπορεί να θεωρηθεί ως γραμμάτιο Συνήθους Τύπου αφού δεν υπήρχαν μάρτυρες την ώρα της υπογραφής του και προστέθηκαν εκ των υστέρων. Επίσης δεν υπάρχει και/ή δεν φαίνεται να υπάρχει καλό και νόμιμο αντάλλαγμα. Πριν η αγωγή και ανταπαίτηση οδηγηθούν σε ακρόαση οι Ενάγοντες ζήτησαν την άδεια του Δικαστηρίου όπως διακόψουν την αγωγή εναντίον της Εναγομένης 1 με επιφύλαξη των δικαιωμάτων τους. Η άδεια δόθηκε την 10.4.2012 ως εκ τούτου η παρούσα αγωγή προωθήθηκε μόνο εναντίον του Εναγομένου
  6. Όπου στη συνέχεια της απόφασής μου γίνεται αναφορά σε Εναγόμενη 1 νοείται ότι πρόκειται για την πρώην Εναγόμενη
  7. ΜΑΡΤΥΡΙΑ Για την πλευρά των Εναγόντων δόθηκε μαρτυρία από τον κ. Αιμίλιο Έλληνα (Μ.Ε.1) την κα Ανθή Καζή (Μ.Ε.2) και τον κ. Μιχάλη Μιχαηλίδη (Μ.Ε.3). Για την πλευρά του Εναγομένου 2 κατέθεσαν ως μάρτυρες η πρώην Εναγομένη 1 κα Γιώτα Αγαθοκλέους (Μ.Υ.1) και ο ίδιος ο Εναγόμενος 2 κ. Δώρος Αγαθοκλέους (Μ.Υ.2). Κατατέθηκε επίσης αριθμός τεκμηρίων. Στη συνέχεια παραθέτω όσο το δυνατόν πληρέστερα την μαρτυρία που κάθε μάρτυρας έδωσε δια ζώσης στο Δικαστήριο ενώ στην συνέχεια εξηγώ τους λόγους για τους οποίους η μαρτυρία ενός εκάστου γίνεται πιστευτή εξ ολοκλήρου ή μερικώς ή καθόλου. Μάρτυρες Εναγόντων O Μ.Ε.1 Αιμίλιος Έλληνας, κατέθεσε ότι είναι ο διευθύνων σύμβουλος των Εναγόντων στην αγωγή. Σύμφωνα με τον μάρτυρα, οι Ενάγοντες είναι χρηματοδοτικός οργανισμός και διατηρούν γραφεία στην Λευκωσία, και παρέχουν σε πελάτες δάνεια και πιστωτικές διευκολύνσεις για συγκεκριμένους σκοπούς, όπως ενοικιαγορές, επενδυτικά σχέδια και προεξόφληση επιταγών. Ανάμεσα στις εργασίες τους είναι και η παραχώρηση πιστωτικών διευκολύνσεων που θα χρησιμοποιηθούν από τους πελάτες, μέσω ειδικού λογαριασμού για επενδύσεις στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου («χρηματοδότηση επενδυτικού σχεδίου»). Στα καθήκοντα του ιδίου ήταν και είναι η παρακολούθηση και έλεγχος των λογαριασμών επενδυτικών σχεδίων, και ιδιαίτερα εκείνων που παρατηρείται ότι δεν πληρούν τους όρους της συμφωνίας χρηματοδότησης επενδυτικού σχεδίου που υπογράφεται με κάθε πελάτη. Ο Μ.Ε. 1 ανέφερε ότι κατά ή περί την 1.3.2002, στην Λευκωσία η Εναγόμενη 1 εξέδωσε υπέρ των Εναγόντων γραμμάτιο συνήθους τύπου για την πληρωμή του ποσού των ΛΚ£32,817.
  8. Το εν λόγω έγγραφο κατατέθηκε ως Τεκμήριο
  9. Δυνάμει του ως άνω εγγράφου, η Εναγόμενη ανέλαβε να αποπληρώσει το ποσό των Λ.Κ. £32.817,92 το οποίο παραχωρήθηκε υπό μορφή δανείου πλέον τόκο προς 8.5% ετησίως επί του εκάστοτε υπολοίπου μέχρι πλήρους εξόφλησης, με μηνιαίες δόσεις εκ ΛΚ£232.46 έκαστη για τους πρώτους 24 μήνες και με μηνιαίες δόσεις ΛΚ£673.31 για τους επόμενους 60 μήνες, ήτοι μέχρι 2 Μαρτίου
  10. Σε περίπτωση παράλειψης της να καταβάλει οποιαδήποτε εκ των πιο πάνω δόσεων ή μέρος αυτής ολόκληρο το οφειλόμενο ποσό θα καθίστατο ληξιπρόθεσμο και άμεσα απαιτητό και ανέλαβε να καταβάλει στους Εναγόντες τυχόν δικαστικά και/ή δικηγορικά έξοδα. Ανέφερε επίσης ότι κατά ή περί την 6.3.2002, ο Εναγόμενος 2 εγγυήθηκε γραπτώς προς όφελος των Εναγόντων τις υποχρεώσεις της Εναγόμενης 1 που απέρρεαν από το Γραμμάτιο που υπέγραψε η Εναγόμενη 1 προς όφελος των Εναγόντων. Το εν λόγω έγγραφο κατατέθηκε ως Τεκμήριο
  11. Σύμφωνα με αυτό ο Εναγόμενος αρ. 2 δήλωσε υπευθύνως και αμετακλήτως ότι εγγυάται «αλληλεγγύως κεχωρισμένως και προσωπικώς παν ποσόν οφειλόμενον υπό της κας Γιώτας Αγαθοκλέους, αρ. ταυτ. 518080, εκ Λευκωσίας προς την Εταιρεία Ellinas Finance Ltd, από δάνειο το οποίο παρεχωρήθει σήμερον 1ην Μαρτίου 2002 προς την ως άνω κα. Γιώτα Αγαθοκλέους (πρωτοφειλέτην) δυνάμει Γραμματίου σε Διαταγή ιδίας ημερομηνίας.» (εντός εισαγωγικών είναι ακριβής μεταφορά από το λεκτικό του Τεκμηρίου 4) Κατά παράβαση των όρων του Γραμματίου, η Εναγόμενη 1 συστηματικά παρέλειπε να καταβάλλει τις συμφωνημένες δόσεις με βάση το Γραμμάτιο και σε ορισμένες περιπτώσεις κατέβαλλε μόνο μέρος των εν λόγω δόσεων. Οι Ενάγοντες σε πάρα πολλές περιπτώσεις ζήτησαν τόσο από την Εναγόμενη 1 όσο και από τον Εναγόμενο 2 να συμμορφωθούν με τους όρους του Γραμματίου και της Εγγύησης παρόλα αυτά και οι δύο παρέλειψαν να το πράξουν. Σχετικές επιστολές που αποστάληκαν στους Εναγόμενους για την εξόφληση των οφειλομένων, με βάση το Γραμμάτιο, ποσών κατατέθηκαν ως Τεκμήρια 6,7,8 και
  12. Σύμφωνα με την κατάσταση λογαριασμού που τηρούν οι Ενάγοντες επ' ονόματι της Εναγομένης 1, το οφειλόμενο προς αυτούς ποσό δυνάμει του Γραμματίου ανερχόταν στις 31.12.2007 στο ποσό των ΛΚ£43,812.09 ήτοι €74.857,40 πλέον τόκο προς 8.5%. Προς απόδειξη αυτού του ισχυρισμού κατατέθηκε ως Τεκμήριο 10, η σχετική κατάσταση λογαριασμού. Οι Ενάγοντες, με επιστολές των δικηγόρων τους που απεστάλησαν περί τα τέλη Νοεμβρίου 2007 απαίτησαν από τους Εναγόμενους 1 και 2 την εξόφληση του οφειλόμενου προς τους Ενάγοντες ποσού (Τεκμήριο 11). Είναι ισχυρισμός και θέση του Μ.Ε. 1 ότι τόσο η Εναγόμενη 1 όσο και ο Εναγόμενος 2 ενεργούσαν πάντα με την ελεύθερη βούληση τους στην υπογραφή του γραμματίου και της εγγύησης αντίστοιχα, και ότι ουδείς άσκησε εναντίον τους ή οποιουδήποτε εξ αυτών οποιαδήποτε ψυχική πίεση και ότι ουδέποτε οι Εναγόμενοι ευρέθησαν σε μειονεκτική θέση έναντι των Εναγόντων. Ο μάρτυρας αρνήθηκε ότι οι Ενάγοντες ή οποιοσδήποτε υπάλληλος και/ή αντιπρόσωπος τους, απείλησε την Εναγόμενη 1 ότι θα την «απολύσει» ή ότι θα κατάσχει τα περιουσιακά της στοιχεία και θα την «καταστρέψει» ως οι ισχυρισμοί της Υπεράσπισης. Σύμφωνα με τον μάρτυρα δεν ετίθετο τέτοιο ζήτημα εφόσον η Εναγόμενη 1 ουδέποτε υπήρξε στην υπηρεσία των Εναγόντων. Περαιτέρω ο μαρτυρας ανέφερε ότι το Τεκμήριο 3 πληροί όλες τις προϋποθέσεις του νόμου για να θεωρηθεί γραμμάτιο συνήθους τύπου και υπογράφτηκε στην παρουσία δύο μαρτύρων. Τέλος, κατά την κυρίως εξέτασή του, ο μάρτυρας εξήγησε ότι το αντάλλαγμα για την υπογραφή του γραμματίου ήταν δάνειο για την χρηματοδότηση της συμφωνίας επενδυτικού σχεδίου που είχε υπογράψει περί την 5.1.2000 η Εναγομένη 1 με τους Ενάγοντες και η οποία τροποποιήθηκε με την συμφωνία ημερομηνίας 25/1/2000 η οποία αντικαταστάθηκε με την συμφωνία ημερομηνίας 9/4/2001 η οποία τροποποιήθηκε με τη συμφωνία ημερομηνίας 30 Οκτωβρίου. Η συμφωνία επενδυτικού σχεδίου καθώς επίσης και του σχετικού πληρεξουσίου που υπέγραψε η Εναγόμενη 1 με σκοπό την διενέργεια χρηματιστηριακών πράξεων εκ μέρους της κατατέθηκε ως Τεκμήριο
  13. Ως τεκμήριο 13 κατατέθηκε τροποποιητική συμφωνία ημερομηνίας 25/1/2000 και ως Τεκμήρια 14 και 15 η συμφωνία ημερομηνίας 9/4/2001 και η τροποποιητική συμφωνία ημερομηνίας 30 Οκτωβρίου. Ως Τεκμήριο 5 κατατέθηκε επιστολή ημερομηνίας 22.2.2002 (προγενέστερη του γραμματίου) προς την Εναγομένη με την οποία ενημερώνεται η Εναγομένη για την πρόταση μετατροπής του ελλείμματος του επενδυτικού λογαριασμού σε δάνειο υπό μορφή γραμματίου συνήθους τύπου με τόκο προς 8,5 % ετησίως. Το εν λόγω έγγραφο φέρει την υπογραφή της Εναγομένης 1 η οποία δηλώνει ότι έχει μελετήσει τις εισηγήσεις που περιέχονται σε αυτό και συμφωνεί όπως η σχετική διευθέτηση τεθεί σε εφαρμογή από 1η Μαρτίου του
  14. Αντεξεταζόμενος ο κ. Έλληνας ανέφερε ότι με την παρούσα αγωγή οι Ενάγοντες αξιώνουν το αιτούμενο ποσό στην βάση του Γραμματίου Συνήθους Τύπου και της εγγύησης που υπέγραψε ο Εναγόμενος
  15. Το εν λόγω γραμμάτιο έγινε με αντάλλαγμα δάνειο το οποίο πιστώθηκε στον επενδυτικό λογαριασμό της Εναγομένης
  16. Δεν έγινε ανταλλαγή μετρητών αλλά λογιστικά πιστώθηκαν τα χρήματα στον επενδυτικό λογαριασμό. Ανέφερε ότι τα τεκμήρια 3 και 4 υπογράφτηκαν στα γραφεία των Εναγόντων. Σε σχέση με υποβολή ότι το τεκμήριο 4 δεν υπογράφτηκε στην παρουσία των μαρτύρων που υπογράφουν αλλά στο σπίτι της Εναγομένης 1 απάντησε ότι αυτό δεν είναι δυνατόν καθότι αυτοί που προσυπογράφουν ως μάρτυρες είναι υπάλληλοι της εταιρείας. Σε σχέση με την υπογραφή του Τεκμηρίου 3 στην παρουσία δύο μαρτύρων δεν αντεξετάστηκε από τους συνηγόρους των Εναγομένων. Ήταν κάθετος ότι ο ίδιος δεν άσκησε πίεση ή εξανάγκασε την Εναγομένη 1 και τον Εναγόμενο 2 στην υπογραφή του επίδικου γραμματίου και εγγύησης αλλά από την άλλη δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει τις συζητήσεις που οι Εναγόμενοι είχαν με τον υιό του ιδίου ο οποίος ήταν ο επικεφαλής της εταιρείας Sharelink Securities Ltd όπου η Εναγομένη 1 εργαζόταν κατά τον επίδικο χρόνο. Εν πάση περιπτώσει ήταν η θέση του ότι εξ όσων ο ίδιος γνωρίζει ούτε και ο υιός του άσκησε οποιαδήποτε πίεση στην Εναγομένη
  17. Ο μάρτυρας εξήγησε επίσης το Τεκμήριο 10 ήτοι την κατάσταση λογαριασμού που δείχνει το υπόλοιπο που οφείλει η Εναγομένη 1 με βάση το Γραμμάτιο. Ανέφερε περαιτέρω ότι αυτό τυπώθηκε από τον υπολογιστή της Ενάγουσας εταιρείας. Η Μ.Ε. 2 Ανθή Κάζη ανέφερε ότι είναι υπάλληλος στο λογιστήριο των Εναγόντων από το
  18. Κατά το έτος 2002 που υπογράφτηκε το επίδικο γραμμάτιο επίσης εργαζόταν στους Ενάγοντες. Γνωρίζει την Εναγομένη 1 η οποία εργαζόταν στην εταιρεία Sharelink Securities Ltd που στεγάζεται στο ίδιο κτίριο με τους Ενάγοντες. Αναγνώρισε την υπογραφή της επί του εγγυητηρίου εγγράφου, Τεκμήριο
  19. Ανέφερε ότι το εν λόγω έγγραφο υπογράφτηκε στα γραφεία των Εναγόντων κατά την ημερομηνία που φέρει το έγγραφο. Την ίδια ημέρα τέθηκε και η άλλη υπογραφή μάρτυρα επί του εγγυητηρίου εγγράφου η οποία ανήκει στην Άννα Κωνσταντίνου. Αντεξεταζόμενη ανέφερε ότι η εταιρεία Sharelink όπου εργαζόταν η Εναγομένη 1 βρίσκεται υπό την ευθύνη του κ. Χριστόδουλου Έλληνα υιού του κ. Αιμίλιου Έλληνα. Ανάμεσα στους υπαλλήλους των δύο εταιρειών δεν υπάρχει συνεργασία. Η Sharelink Securities Ltd ανήκει στον όμιλο εταιρειών SFS Group που είναι ανεξάρτητος από τους Ενάγοντες. Τα λογιστήρια τους δεν έχουν σχέση μεταξύ τους. Η τακτική που ακολουθούσαν όταν επρόκειτο να υπογραφούν έγγραφα όπως το Τεκμήριο 4 ήταν ότι τους καλούσε ο υπεύθυνος των δανείων μαζί με την κα Άννα Κωνσταντίνου, βοηθό στο Λογιστήριο για να πάνε να υπογράψουν ως μάρτυρες. Ρωτήθηκε πολλές φορές από τον συνήγορο του Εναγομένου 2 αν θυμάται τι έγινε με το επίδικο έγγραφο και απάντησε ότι ποτέ δεν υπέγραψε ως μάρτυρας υπογραφής κάποιου χωρίς να είναι παρών ο υπογράφων. Σε σχέση με την υπογραφή του γραμματίου συνήθους τύπου ανέφερε ότι δεν θυμάται εάν υπογράφτηκε την ίδια ημέρα. Σε ερωτήσεις σχετικά με το αν ασκήθηκε πίεση στους Εναγομένους να υπογράψουν απάντησε ότι δεν γνωρίζει καθώς η εργασία της ήταν καθαρά λογιστική. Δεν ήταν στις αρμοδιότητες είτε της ίδιας είτε της Άννας Κωνσταντίνου, η οποία κατά τον επίδικο χρόνο ήταν βοηθός λογιστηρίου, να μιλούν με πελάτες. Ερωτήθηκε επίσης εάν πριν την δικάσιμο είχε μιλήσει με κάποιον για την υπόθεση. Απάντησε ότι είναι η μόνη που είναι παρούσα σήμερα στην εταιρεία οπότε δεν μίλησε με κάποιον. Στη συνέχεια είχε πει ότι είδε το Τεκμηριο 4 πριν λίγες μέρες όταν της το έδειξε ο κ. Αιμίλιος Έλληνας ο οποίος την ρώτησε εάν είναι η υπογραφή της επ' αυτού και αν το υπέγραψε ο Δώρος Αγαθοκλέους. Του απάντησε καταφατικά και τότε ο κ. Έλληνας της είπε ότι πρέπει να τα πει αυτά στο Δικαστήριο. Όταν της υποβλήθηκε η θέση ότι τα λέει αυτά επειδή της είπε ο εργοδότης της απάντησε ότι τα λέει επειδή τα θυμάται και όχι επειδή της είπε ο κ. Έλληνας. Ως Μ.Ε. 3 κατέθεσε ο κ. Μιχάλης Μιχαηλίδης ο οποίος ήταν υπάλληλος στην υπηρεσία των Εναγόντων από το έτος 2000 μέχρι το έτος
  20. Στα καθήκοντα του ήταν η επίβλεψη υφιστάμενων επενδυτικών δανείων που ήταν η κύρια εργασία των Εναγόντων. Ήταν επίσης υπεύθυνος για την επίβλεψη του λογιστηρίου και νέων project της εταιρείας. Δεν γνωρίζει προσωπικά τους Εναγομένους. Στο τεκμήριο 3 υπέγραψε ως μάρτυρας της υπογραφής του πρωτοφειλέτη. Ανέφερε ότι, για να είναι μάρτυρας σημαίνει ότι το έγγραφο υπογράφτηκε στην παρουσία του. Τους τηλεφωνούσε ο κ. Έλληνας όταν έφταναν στο σημείο να υπογράψουν και πήγαινε στο γραφείο του για αυτό τον σκοπό. Αντεξεταζόμενος επανέλαβε ότι ήταν συνήθης πρακτική να πηγαίνει στο γραφείο του κ. Έλληνα όταν ο τελευταίος του τηλεφωνούσε και να μπαίνει ως μάρτυρας. Όταν ρωτήθηκε για την επίδικη περίπτωση συγκεκριμένα, απάντησε ότι δεν θυμάται ακριβώς για την συγκεκριμένη περίπτωση αλλά ανέφερε ότι κ. Έλληνας ήταν τυπικός σε αυτά τα θέματα. Αναφέρθηκε επίσης στα επενδυτικά δάνεια (margin accounts) τα οποία παρείχαν οι Ενάγοντες προς τους πελάτες τους. Εξήγησε ότι τα δάνεια αυτά μετά την κατάρρευση του χρηματιστηρίου κατά το έτος 2000 δεν ήταν πλέον εξασφαλισμένα καθότι δημιουργήθηκαν κενά ανάμεσα στην αξία του χαρτοφυλακίου και των χρημάτων που δανείστηκαν οι επενδυτές. Εξήγησε ότι στα επενδυτικά δάνεια ο πελάτης εξασφαλίζει από την εταιρεία ως δάνειο ένα ποσό χρημάτων το οποίο χρησιμοποιείται αποκλειστικά για την αγορά μετοχών και δημιουργείται έτσι ένα χαρτοφυλάκιο μετοχικών αξιών. Αν η αξία των μετοχών αυξηθεί τότε ο επενδυτής εξασφαλίζει ως κέρδος την αντίστοιχη διαφορά ανάμεσα στην αξία των μετοχών και του ποσού που δανείστηκε ως έχει την δεδομένη στιγμή. Αν η αξία του χαρτοφυλακίου μειωθεί κάτω από το ποσό των χρημάτων που δανείστηκε ο επενδυτής τότε ο επενδυτής οφείλει να καταβάλει στην εταιρεία την διαφορά ανάμεσα στο ποσό του δανείου που έλαβε για αγορά των μετοχών και την αξία των μετοχών ως έχει την δεδομένη στιγμή. Σε πολλές περιπτώσεις, όπως και στην παρούσα, οι Ενάγοντες παραχωρούσαν δάνεια στους πελάτες τους για να καλυφθούν αυτά τα κενά. Τα δάνεια αυτά γίνονταν λογιστικά, δηλαδή δεν γινόταν παράδοση μετρητών αλλά το ποσό του δανείου έμπαινε κατευθείαν στον λογαριασμό του επενδυτικού δανείου για να καλυφθεί το κενό μεταξύ της αξίας των μετοχών και του ποσού που είχε δανειστεί ο επενδυτής. Μάρτυρες Εναγομένου 2 Η Μ.Υ. 1, Γιώτα Αγαθοκλέους είναι η πρώην Εναγομένη 1 και φερόμενη ως πρωτοφειλέτης. Ανέφερε στο Δικαστήριο ότι κατά τον επίδικο χρόνο εργαζόταν στην Sharelink Securities Ltd η οποία στεγαζόταν στο ίδιο κτίριο με την εταιρεία των Εναγόντων. Αναγνώρισε τα τεκμήρια 12 και 15 ως τις συμφωνίες επενδυτικού σχεδίου που συνήψε με τους Ενάγοντες. Εξήγησε ότι η Ellinas Finance Public Ltd ήταν η εταιρεία που παρείχε τα επενδυτικά σχέδια. H Share Link Securities Limited ήταν οι χρηματιστές οι οποίοι διεκπεραίωναν τις χρηματιστηριακές εργασίες που προέκυπταν από το σχέδιο. Είχαν προς τούτο εν λευκώ εντολή από την ίδια την Εναγομένη
  21. Ανέφερε ότι το επενδυτικό σχέδιο το έκανε με την θέληση της και επέλεξε προς τούτο τους Ενάγοντες. Επικεφαλής των Εναγόντων είναι ο Αιμίλιος Έλληνας ενώ της Share Link Securities Limited είναι ο γιος του πρώτου, ήτοι ο Χριστόδουλος Έλληνας. Σε σχέση με τις συνθήκες υπογραφής του Τεκμηρίου 3 ανέφερε ότι της το έφερε η Άννα Κωνσταντίνου στο γραφείο της να το υπογράψει και το πήρε και έφυγε. Την ώρα που υπέγραψε το τεκμήριο 3 δεν υπήρχαν υπογραφές μαρτύρων. Υπέγραψε το εν λόγω έγγραφο διότι εκείνο το διάστημα βρισκόταν σε πολύ δύσκολη οικονομική κατάσταση και αναγκάστηκε να το υπογράψει αφού η Άννα Κωνσταντίνου της είπε ότι θα χάσει την δουλειά της. Δεν είχε άλλο λόγο να υπογράψει το εν λόγω έγγραφο. Όταν ρωτήθηκε αν η Άννα Κωνσταντίνου είχε οδηγίες από κάποιον σε σχέση με την άσκηση ψυχολογικής βίας απάντησε ότι δεν πιστεύει να ενέργησε από μόνη της χωρίς να αναφέρει οτιδήποτε περαιτέρω για να εξειδικεύσει. Έγιναν κάποιες πληρωμές έναντι του γραμματίου αλλά στην συνέχεια δεν μπορούσε να πληρώνει. Οι πληρωμές δεν γίνονταν με αποκοπή από τον μισθό της. Σε σχέση με τις συνθήκες υπογραφής του Τεκμηρίου 4 ανέφερε ότι της το έφεραν μαζί με το Τεκμήριο 3 για να το υπογράψει ο σύζυγός της ως εγγυητής. Το πήρε στον σύζυγο της ο οποίος παρά τις αρχικές του αντιρρήσεις τελικά το υπόγραψε λόγω του κινδύνου να χάσει την δουλειά της. Ανέφερε επίσης ότι η υπογραφή του εν λόγω εγγράφου από τον σύζυγό της έγινε στο σπίτι και δεν υπήρχαν μάρτυρες επ αυτού κατά την υπογραφή του. Την επόμενη μέρα το πήρε πίσω στην Άννα Κωνσταντίνου. Αντεξεταζόμενη ανέφερε ότι η Άννα Κωνσταντίνου της έφερε έτοιμο το Τεκμήριο 3 για να το υπογράψει και δεν είχε προηγουμένως διαπραγματευτεί τα ποσά. Η δόση που καθορίστηκε να πληρώνει ήταν σχεδόν όσο και το ύψος του μισθού της κάτι που καθιστούσε αδύνατο να πληρώνει. Επέμεινε ότι ασκήθηκε σε αυτή ψυχολογική πίεση αν και παραδέκτηκε ότι η Άννα Κωνσταντίνου δεν ήταν εργοδότης της και ότι οι Ενάγοντες είναι ανεξάρτητη εταιρεία από την Share Link Securities Limited. Σε ερώτηση γιατί φοβήθηκε τυχόν νομικά μέτρα εναντίον της δυνάμει των επενδυτικών σχεδίων ανέφερε ότι δεν ήθελε να κινηθεί εναντίον της αγωγή. Στην συνέχεια παραδέκτηκε ότι είναι ήδη πτωχεύσασα λόγω άλλης αγωγής που καταχώρισε εναντίον της κάποιο τραπεζικό ίδρυμα. Ακολούθησαν ερωτήσεις αντεξέτασης σε σχέση με το έλλειμμα του επενδυτικού της λογαριασμού. Επέρριψε ευθύνες στους χρηματιστές ήτοι στην Share Link Securities Limited. Η ίδια, όπως ανέφερε, δεν ήταν πλήρως ενήμερη για την πορεία του επενδυτικού σχεδίου και δεν το μελετούσε τόσο πολύ γιατί είχε εμπιστοσύνη στους χρηματιστές. Το σχέδιο αυτό είχε αυξομειώσεις και ίσως σε κάποιο στάδιο να εξελισσόταν καλύτερα. Τα είπε αυτά για να υποστηρίξει ότι δεν είχε λόγο να υπογράψει γραμμάτιο εάν δεν της είχε ασκηθεί πίεση. Σε άλλο σημείο της αντεξέτασής της ανέφερε ότι δεν την εμπόδισε κανείς να λάβει νομικές συμβουλές αλλά ούτε και την προέτρεψαν. Παραδέχτηκε ότι δεν την παραπλάνησε κανένας αλλά ήταν μόνο θέμα ψυχολογικής πίεσης. Ανέφερε επίσης ότι το 2005 αποχώρησε οικειοθελώς από την Share Link Securities Limited ενώ επέστρεψε αργότερα το 2006 και επαναπροσλήφθηκε. Όταν της ζητήθηκε να εξηγήσει πως ένας εργοδότης που απειλέι κάποιον να τον απολύσει τον επαναπροσλαμβάνει απάντησε ότι ο Χριστόδουλος Έλληνας ποτέ δεν την απείλησε. Ως Μ.Υ.2 κατέθεσε ο Εναγόμενος αρ.
  22. Εργάζεται ως Διευθυντής πωλήσεων σε εμπορική εταιρεία. Ανέφερε ότι η Εναγομένη αρ. 1 είναι η σύζυγός του. Αναγνώρισε τόσο το τεκμήριο 4 όσο και την υπογραφή του επ' αυτού. Εξιστορώντας τα γεγονότα είπε ότι το τεκμήριο 4 του το έφερε η σύζυγός του στο σπίτι να το υπογράψει λέγοντας του ότι πρέπει να το υπογράψει διότι θα χάσει την δουλειά της. Αν δεν του το έλεγε αυτό δεν θα υπέγραφε διότι δεν ήταν εμπλεκόμενος. Δεν θυμάται κατά πόσον στο τεκμήριο 4 υπήρχαν ήδη οι υπογραφές των μαρτύρων όταν ο ίδιος υπέγραψε. Ανέφερε επίσης ότι στο τεκμήριο 4 δεν αναγράφεται ποσό οπότε δεν μπορεί να ξέρει ποιο ποσό εγγυήθηκε. Επίσης ότι το τεκμήριο 4 δεν μιλά για γραμμάτιο συνήθους τύπου αλλά για γραμμάτιο εις διαταγή. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι γνώριζε για τις συμφωνίες επενδυτικού σχεδίου που έκανε η γυναίκα του. Δεν γνώριζε τι έχει αλλάξει στις πρώτες συμφωνίες επενδυτικού σχεδίου και έπρεπε υπογραφεί η εγγύηση. Γνώριζε μόνο ότι θα γίνει μια νέα συμφωνία προς αντικατάσταση της παλαιάς συμφωνίας του επενδυτικού σχεδίου. Υποστήριξε και επέμεινε στην θέση ότι δεν θα υπέγραφε την εγγύηση εάν δεν υπήρχε η απειλή προς την σύζυγο του. Ανέφερε περαιτέρω ότι δεν επισκέφτηκε ποτέ τα γραφεία της Ellinas Finance αλλά τον κ. Έλληνα τον γνωρίζει ως τον πρώην εργοδότη της συζύγου του και τον είχε δει κάποτε εκτός εργασίας σε κάποια κοινωνική εκδήλωση. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Προτού χρησιμοποιηθεί η μαρτυρία που έχει προσφερθεί στο Δικαστήριο αυτή πρέπει να αξιολογηθεί ώστε να μπορέσει το Δικαστήριο να προβεί σε διαπιστώσεις πάνω σε όλα τα αμφισβητούμενα γεγονότα. (βλ. Κώστας Ιωάννου ν. Όλγας Παλάζη

(2004)1 Α.Α.Δ. 576.) Μαρτυρία η οποία κρίνεται αναξιόπιστη δεν μπορεί να αποτελέσει αποδεικτικό υλικό ενώπιον του Δικαστηρίου. (βλ. Αθανασίου και Άλλος ν. Αντώνη Κουνούνη
(1997)1(Β) Α.Α.Δ. 614). Η αποτίμηση της μαρτυρίας του κάθε μάρτυρα δεν πρέπει να συγχέεται με το βάρος απόδειξης που φέρει ο κάθε διάδικος. (Barry Wynne v. David Costakis Mavronicola κ.α.
(2009)1(β) Α.Α.Δ. 1138, KEO Plc v. Χριστάκης Χριστοφή, Πολιτική Έφεση αρ. 138/2010 ημερομηνίας 22/5/2015). Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω τους μάρτυρες να δίνουν δια ζώσης τη μαρτυρία τους στο εδώλιο του μάρτυρα και να αξιολογήσω την συνολική εμφάνιση και συμπεριφορά τους. Αποτίμησα τη συνολική τους παρουσία στη βάση των εγγενών χαρακτηριστικών της μαρτυρίας τους όπως η πηγή της γνώσης τους, η ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος, τυχόν προκατάληψη, ανιδιοτέλεια και η αληθοφάνεια (βλ. Phipson on Evidence, 14th edition, σελίδα 251). Περαιτέρω η αξιολόγηση της μαρτυρίας των μαρτύρων που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου δεν περιορίστηκε σε απόλυτη αποτίμηση της αξιοπιστίας του καθενός ξεχωριστά αλλά συσχετίστηκε, αντιπαραβλήθηκε και διερευνήθηκε μέσα από την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων (βλ. Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρας
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056). Το Δικαστήριο έχει την ευχέρεια είτε να αποδεχθεί στο σύνολο της την μαρτυρία ενός μάρτυρα ο οποίος κρίθηκε αξιόπιστος είτε να επιλέξει το μέρος της μαρτυρίας του το οποίο κρίνει ότι εκφράζει την αλήθεια και ταυτόχρονα να απορρίψει άλλο μέρος το οποίο θεωρεί ως λανθασμένο είτε λόγω ανεπίγνωστα ανεπαρκούς παρατήρησης, είτε λόγω αδυναμίας μνήμης Shahin Mohamed v. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 266, 268. Κατά την αξιολόγηση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα έλαβα επίσης υπόψη μου ότι με βάση τη νομολογία είναι ανάγκη μια μαρτυρία να τίθεται στη βάσανο της αξιολόγησης από απόψεως περιεχομένου και να μην γίνεται αποδεκτή ή να απορρίπτεται με μόνο την εξωτερική εντύπωση που προκαλεί ο μάρτυρας στο Δικαστήριο. (βλ. Γεώργιος & Σπύρος Τσαππή Λτδ v. Πολυβίου
(2009)1 Α.Α.Δ. 339). Ο Μ.Ε. 1 μου άφησε θετική εντύπωση ως μάρτυρας σε τέτοιο βαθμό που δεν έχω αμφιβολία ότι ήρθε με σκοπό να πει στο Δικαστήριο την αλήθεια και να παρουσιάσει τα αληθή γεγονότα που σχετίζονται με την παρούσα υπόθεση. Απαντούσε με αμεσότητα και σαφήνεια στις ερωτήσεις που του υποβάλλονταν διαγράφοντας την εξέλιξη των γεγονότων που οδήγησαν στην υπογραφή του Τεκμηρίου 3 και του Τεκμηρίου
  1. Ήταν επίσης σταθερός στις θέσεις του ενώ η αξιοπιστία του δεν κλονίστηκε κατά τη διάρκεια της αντεξέτασης του. Σε κανένα σημείο δεν διαφάνηκε ότι προσπαθούσε να αποκρύψει ή παραποιήσει τα γεγονότα. Ειδικότερα ο κ. Έλληνας δεν απέφυγε να απαντήσει ότι η Εναγομένη 1 δεν έλαβε μετρητά από την υπογραφή του γραμματίου συνήθους τύπου αλλά το ποσό του γραμματίου πιστώθηκε στον επενδυτικό της λογαριασμό ο οποίος παρουσίαζε έλλειμμα. Δεν αρνήθηκε επίσης υποβολές ότι η δεύτερη συμφωνία επενδυτικού σχεδίου ήταν επωφελής για την Ενάγουσα, ούτε και αρνήθηκε ότι η υπογραφή του γραμματίου συνήθους τύπου δεν ήταν επωφελής για την Εναγομένη
  2. Επεσήμανε όμως και ήταν πλήρως πειστικός ότι ουδέποτε ο ίδιος ή κάποιος εκπρόσωπος των Εναγόντων άσκησε πίεση ή εξανάγκασε την Εναγομένη 1 ή τον Εναγόμενο 2 στην υπογραφή των τεκμηρίων 3 και 4 αντίστοιχα. Σημειώνω ότι ο εν λογω μάρτυρας ανέφερε στο Δικαστήριο ότι το Τεκμήριο 3 υπογράφηκε στην παρουσία δύο μαρτύρων. Δεν αντέξετάστηκε επί του σημείου τούτου. Σύμφωνα με τη νομολογία εκεί που ένας μάρτυρας δεν αντεξετάζεται σε ουσιώδες μέρος της μαρτυρίας του παρέχει στο δικαστήριο διακριτική ευχέρεια να θεωρήσει την παράλειψη αυτή ως αποδοχή των ισχυρισμών του στο σημείο που δεν αντεξετάστηκε. (βλ. A.C.T. Textiles v. Zodhiatis
(1986)1 C.L.R. 89 και Adidas v. Jonitexo Ltd
(1987)1 C.L.R. 383). Παράλληλα με τα πιο πάνω ο Μ.Ε. 1 κατέθεσε στο Δικαστήριο σωρεία εγγράφων, το περιεχόμενο των οποίων συνάδει και με την προφορική του μαρτυρία ή τουλάχιστον δεν αντικρούεται. Η μαρτυρία του δεν αντικρούεται επίσης ούτε με την μαρτυρία των υπολοίπων μαρτύρων της Ενάγουσας στην αξιολόγηση της μαρτυρίας των οποίων προχωρώ αμέσως πιο κάτω. Η Μ.Ε. 2 επίσης μου έκανε καλή εντύπωση ως μάρτυρας. Η θέση των ευπαίδευτων συνηγόρων του Εναγομένου 2 ότι της είπε ο Αιμίλιος Έλληνας να πει όσα είπε στο Δικαστήριο δεν ευσταθεί και αποτελεί παρερμηνεία των όσων η εν λόγω μάρτυρας ανέφερε. Αυτό που η μάρτυρας είπε είναι ότι, την ρώτησε ο Αιμίλιος Έλληνας για το αν είναι η υπογραφή της επί του τεκμηρίου 4 και εάν αυτό υπογράφηκε από τον Εναγόμενο 2. Αφού του απάντησε καταφατικά τότε ο Αιμίλιος Έλληνας της είπε να τα πει αυτά στο Δικαστήριο. Δεν τέθηκε οτιδήποτε που να καταδεικνύει ότι ο Αιμίλιος Έλληνας πίεσε την Μ.Ε. 2 να πει στο Δικαστήριο κάτι άλλο πέρα από αυτό που η ίδια πίστευε ή γνώριζε ως αληθές. Επιπρόσθετα, θα ήταν αφύσικο κατά την κρίση μου να μην γινόταν αυτή η συζήτηση μεταξύ του Αιμίλου Έλληνα και της Ανθής Καζή οι οποίοι είναι άτομα που έχουν καθημερινή συναναστροφή στα πλαίσια της εργασίας τους. Το ότι η μάρτυρας αυτή δεν προσπάθησε να αποκρύψει την συνομιλία της με τον Αιμίλιο Έλληνα ενισχύει την αξιοπιστία της ως μάρτυρα παρά το αντίθετο. Κατά τα λοιπά η εν λόγω μάρτυρας ήταν σαφής και σταθερή στις απαντήσεις της. Δεν περιέπεσε σε οποιεσδήποτε αντιφάσεις ενώ ήταν πειστική σε σχέση με το ότι δεν θα υπέγραφε οποιοδήποτε έγγραφο ως μάρτυρας της υπογραφής άλλου χωρίς την ταυτόχρονη παρουσία του υπογράφοντος. Ο Μ.Ε. 3 επίσης μου άφησε θετική εντύπωση ως μάρτυρας αν και σε κάποια σημεία παρουσίαζε ασθενή μνήμη η οποία όμως δικαιολογείται από την παρέλευση μεγάλου χρονικού διαστήματος. Η παρέλευση 12 σχεδόν ετών από την υπογραφή του τεκμηρίου 3 δικαιολογεί και την θέση του μάτυρα ότι δεν μπορεί να θυμηθεί ακριβώς τη συγκεκριμένη περίπτωση που υπέγραφε το Τεκμήριο 3 πλην όμως αποδέχομαι την θέση του ότι σε κάθε παρόμοια περίπτωση τους φώναζε ο κ. Αιμίλιος Έλληνας στο γραφείο του και υπέγραφαν στην παρουσία και ταυτόχρονα με τον εκάστοτε οφειλέτη. Όπως αναφέρεται και στο σύγγραμμα των κ.κ. Ηλιάδη και Σάντη, Το Δίκαιο της Απόδειξης, Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές 2014 σελ. 373 «όταν μάρτυς δεν θυμάται να έχει υπογράψει ως επιβεβαιωτής μάρτυς μα βλέποντας την υπογραφή του, δηλώνει ότι χωρίς αμφιβολία θα πρέπει να έχει υπογράψει, η δήλωση του αυτή είναι ικανοποιητική απόδειξη ότι είχε υπογράψει (Woodhouse v Balfour
(1888)13 PD 2).»Κατά συνέπεια αποδέχομαι την θέση του ότι για να έχει υπογράψει ως μάρτυρας, η υπογραφή τούτη ετέτθηκε ταυτόχρονα με την υπογραφή της Εναγομένης
  1. Περαιτέρω ο μάρτυρας ήταν σαφής και επεξηγηματικός σε σχέση με την λειτουργία των επενδυτικών σχεδίων που πρόσφεραν οι Ενάγοντες. Αξιολόγηση μαρτυρίας εναγομένων Η Μ.Υ. 1 δεν μου έκανε καλή εντύπωση ως μάρτυρας. Η μαρτυρία της ότι υπέγραψε το γραμμάτιο συνήθους τύπου υπό καθεστώς πίεσης και απειλής στερείται πειστικότητας και απορρίπτεται ως εκ των υστέρων σκέψεις. Και τούτο διότι όπως διαφάνηκε από την μαρτυρία της η ισχυριζόμενη πίεση προερχόταν από την Άννα Κωνσταντίνου η οποία εργαζόταν στην υπηρεσία των Εναγόντων ως βοηθός λογιστηρίου. Σημειώνω σε αυτό το σημείο ότι η θέση που είχε υποβληθεί κατά την αντεξέταση των μαρτύρων των Εναγόντων ήταν ότι ψυχική πίεση είχε ασκήσει ο Χριστόδουλος Έλληνας που ήταν διευθυντής της Sharelink. Σε κάθε περίπτωση δεν υπάρχει οποιαδήποτε μαρτυρία ότι η Άννα Κωνσταντίνου είχε οποιαδήποτε θέση ισχύος στην εταιρεία που εργαζόταν η Εναγομένη
  2. Ούτε και υπάρχει μαρτυρία ότι η Άννα Κωνσταντίνου ανέφερε όσα ανέφερε κατόπιν εντολών του Αιμίλιου και Χριστόδουλου Έλληνα. Απεναντίας η ίδια η Εναγόμενη 1 ανέφερε ότι από αυτούς τους δύο δεν δέκτηκε οποιαδήποτε πίεση. Επομένως στερείται πειστικότητας η θέση της ότι δεν ήθελε να υπογράψει το εν λόγω γραμμάτιο καθότι θα έχανε την δουλεία της. Επίσης παρά την θέση της ότι είχε δεκτεί πίεση εντούτοις αποχώρησε οικειοθελώς από την εργασία της τον Μάρτιο του 2005 και επέστρεψε το 2006 αφότου είχε ανοικτεί θέση έργασίας. Αν γινόταν δεκτή η θέση περί πιέσεων και εξαναγκασμόυ θα ανέμενε κάποιος ότι η Εναγομένη 1 δεν θα επέστρεφε σε τέτοιο εργοδότη ο οποίος είχε στο παρελθόν επιδείξει τέτοια συμπεριφορά έναντι της. Περαιτέρω η Μ.Υ.1 προσπάθησε να προωθήσει την θέση ότι είχε συνάψει τις συμφωνίες επενδυτικού σχεδίου χωρίς να αντιλαμβάνεται πλήρως περί τίνος πρόκειται και άφησε την διαχείριση των επενδυτικών λογαριασμών στην Share Link χωρίς η ίδια να ελέγχει και να διερωτάται πως λειτουργεί μια τέτοια συμφωνία ή πως κινούνται οι αποδόσεις του χαρτοφυλακίου της. Ξενίζει το γεγονός ότι κάποιος ο οποίος εργάζεται στην έταιρεία των χρηματιστών και έχει άμεση επαφή με τα άτομα που διαχειρίζονται το χαρτοφυλάκιο της δεν ενημερώνεται για την πορεία του χαρτοφυλακίου αυτού. Εξ΄αλλου η ίδια η Εναγομένη υπέγραψε πριν την υπογραφή του γραμματίου το Τεκμήριο 5 με το οποίο αναγνωρίζει ακριβώς τον λόγο για τον οποίο θα υπογραφόταν το γραμμάτιο. Αυτό καταρρίπτει επίσης και την θέση την οποία προώθησε κατά την κυρίως εξέτασή της ότι το γραμμάτιο της το παρουσίασε η Άννα Κωνσταντίνου και δεν είχε την ευκαιρία να διαπραγματευτεί του όρους του. Γνώριζε τουλάχιστον οκτώ ημέρες πριν την υπογραφή του Τεκμηρίου 3 τόσο τους όρους όσο και τον σκοπό για τον οποίο αυτό θα υπογραφόταν. Λογικοφάνειας και πειστικότητας στερείται επίσης η μαρτυρία του Μ.Υ.
  3. Ο Εναγόμενος 2 προσπάθησε ανεπιτυχώς να πείσει ότι υπέγραψε το εγγυητήριο έγγραφο Τεκμήριο 4 κάτω από συνθήκες πίεσης. Προσπάθησε να πείσει ότι η σύζυγος του τον πίεσε να υπογράψει το Τεκμήριο 4 λέγοντας του ότι θα χάσει την δουλειά της και ότι ενώ έφερνε αντιρρήσεις αρχικά στην συνέχεια αποδέκτηκε. Ταυτόχρονα όμως προσπάθησε να προωθήσει την θέση ότι δεν ήταν πλήρως ενήμερος για το τί ακριβώς υπέγραφε και τι ακριβώς αφορούσε το τεκμήριο
  4. Προκύπτει κατά την κρίση μου αντιφατικότητα μεταξύ των λεχθέντων και των θέσεων του μάρτυρα. Και τούτο διότι αφενός έφερε έντονες αντιρρήσεις στο να υπογράψει το εν λόγω έγγραφο, αφετέρου δε δεν μπήκε στον κόπο να διερωτηθεί τι ακριβώς αφορούσε αυτό που τελικά πείστηκε να υπογράψει κάτι που δεν συνάδει λογικά με το πρώτο. Στο σημείο αυτό παρεμβάλλω ότι δεν υπεβλήθη στους μάρτυρες των Εναγόντων ότι το Τεκμήριο 4 δεν αφορά το Τεκμήριο 3 αλλά αφορά κάποια άλλη υποχρέωση πλην αυτής που προκύπτει από το Τεκμήριο 3 κάτι το οποίο ενδεχομένως να έθετε πιο στέρεο υπόβαθρο για να αμφισβητηθεί ότι το τεκμήριο 4 σχετίζεται και αναφέρεται στο τεκμήριο
  5. Παρακολουθώντας τον εν λόγω μάρτυρα κατά την δια ζώσης μαρτυρία του στο Δικαστήριο αποκόμισα μια προσπάθεια να αποτινάξει από τους ώμους του οποιαδήποτε ευθύνης που προκύπτει από το Τεκμήριο 4 το οποίο υπέγραψε. ΕΥΡΗΜΑΤΑ Μετά την πιο πάνω αξιολόγηση αποδέχομαι την μαρτυρία των μαρτύρων που κατέθεσαν για τους Ενάγοντες ενώ απορρίπτω την μαρτυρία των μαρτύρων του Εναγομένου
  6. Προκύπτουν δε τα πιο κάτω ευρήματα του Δικαστηρίου: Η πρώην Εναγομένη 1 κατά τον ουσιώδη χρόνο εργαζόταν στην εταιρεία Sharelink Securities Ltd η οποία ανήκει στον όμιλο εταιρειών SFS Group και βρίσκεται υπό την ευθύνη του κ. Χριστόδουλου Έλληνα υιού του κ. Αιμίλιου Έλληνα διευθυντή των Εναγόντων. Η εταιρεία Ellinas Finance Limited μετονομάστηκε το 2005 σε Ellinas Finance Public Company Ltd, σημερινή ονομασία των Εναγόντων. Η Sharelink Securities Ltd και οι Ενάγοντες είναι ανεξάρτητες εταιρείες και ανάμεσα στους υπαλλήλους των δύο εταιρειών δεν υπάρχει συνεργασία. Στεγάζονταν όμως στο ίδιο κτίριο. Την 5.1.2000 η Εναγομένη 1 είχε υπογράψει με τους Ενάγοντες συμφωνία επενδυτικού σχεδίου. Με την συμφωνία αυτή οι Ενάγοντες δάνεισαν την πρώτη χρήματα για αγορά μετοχών για σκοπούς επένδυσης (Τεκμήριο 12). Το χαρτοφυλάκιο των μετοχών που θα αγοραζόταν με τα χρήματα αυτά θα λειτουργούσε ως εξασφάλιση για την αποπληρωμή του δανείου. Η συμφωνία αυτή τροποποιήθηκε με την συμφωνία ημερομηνίας 25/1/2000 (τεκμήριο 13) η οποία αντικαταστάθηκε με την συμφωνία ημερομηνίας 9/4/2001 η οποία τέλος τροποποιήθηκε με τη συμφωνία ημερομηνίας 30 Οκτωβρίου (Τεκμήρια 14 και 15 αντίστοιχα). Σε κάποιο χρονικό σημείο μετά την κατάρρευση του χρηματιστηρίου κατά το έτος 2000 και την πτώση της αξίας των μετοχών, τα επενδυτικά αυτά σχέδια περιλαμβανομένου και αυτού της Εναγομένης αρ. 1 δεν ήταν πλέον εξασφαλισμένα καθότι δημιουργήθηκαν κενά ανάμεσα στην αξία του χαρτοφυλακίου μετοχών αφενός και των χρημάτων που δανείστηκαν οι επενδυτές για αγορά μετοχών αφετέρου. Τότε οι Ενάγοντες συμφώνησαν με την Εναγομένη αρ. 1 να της παραχωρήσουν δάνειο υπό μορφή γραμματίου συνήθους τύπου για να χρηματοδοτηθεί το επενδυτικό σχέδιο και να καλυφθούν αυτά τα κενά. Στις 22.2.2002 η Εναγόμενη αρ. 1 υπέγραψε την επιστολή Τεκμήριο 5 με την οποία ενημερώνεται για την πρόθεση μετατροπής του ελλείμματος του επενδυτικού λογαριασμού σε δάνειο υπό μορφή γραμματίου συνήθους τύπου με τόκο προς 8,5 % ετησίως. Η Εναγομένη αρ. 1 συμφωνεί όπως η εν λόγω διευθέτηση τεθεί σε εφαρμογή από 1η Μαρτίου του
  7. Ακολούθησε η υπογραφή στην παρουσία 2 μαρτύρων του εγγράφου φερόμενου ως Γραμματίου Συνήθους Τύπου (Τεκμήριο 3) ώστε τα χρήματα να χρησιμοποιηθούν για κάλυψη του πιο πάνω ελλείμματος. Σε σχέση με την σωστή εκτέλεση του τεκμηρίου 3 εκτενέστερη αναφορά γίνεται πιο κάτω στα πλαίσια ανάπτυξης της νομική πτυχής της υπόθεσης. Η χρηματοδότηση του επενδυτικού σχεδίου της Ενάγουσας έγινε λογιστικά, δηλαδή δεν έγινε παράδοση μετρητών αλλά το ποσό του γραμματίου συνήθους τυπου πιστώθηκε κατευθείαν στον λογαριασμό του επενδυτικού σχεδίου. Στην συνέχεια στις 6.3.2002, ο Εναγόμενος 2 υπέγραψε το Τεκμήριο 4 με το οποίο δήλωσε υπευθύνως και αμετακλήτως ότι εγγυάται «αλληλεγγύως κεχωρισμένως και προσωπικώς παν ποσόν οφειλόμενον υπό της κας Γιώτας Αγαθοκλέους, αρ. ταυτ. 518080, εκ Λευκωσίας προς την Εταιρεία Ellinas Finance Ltd, από δάνειο το οποίο παρεχωρήθει σήμερον 1ην Μαρτίου 2002 προς την ως άνω κα. Γιώτα Αγαθοκλέους (πρωτοφειλέτην) δυνάμει Γραμματίου σε Διαταγή ιδίας ημερομηνίας.» (εντός εισαγωγικών είναι ακριβής μεταφορά από το λεκτικό του Τεκμηρίου 4). Το εν λόγω έγγραφο υπογράφτηκε στα γραφεία των Εναγόντων κατά την ημερομηνία που φέρει το έγγραφο. Την ίδια ημέρα τέθηκε και η υπογραφή των μαρτύρων Ανθης Καζή και Άννας Κωνσταντίνου. Κατά την υπογραφή του τεκμηρίου 3 και τεκμηρίου 4 δεν ασκήθηκε οποιαδήποτε πίεση είτε στην Εναγομένη 1 είτε στον Εναγόμενο 2 από τους Ενάγοντες ή κατ΄ εντολή τους ή από οποιοδήποτε πρόσωπο εκ μέρους των εναγόντων. Επειδή η Εναγόμενη αρ. 1 παρέλειπε να καταβάλλει τις συμφωνημένες δόσεις με βάση το Γραμμάτιο οι Ενάγοντες απέστειλαν επιστολές στους Εναγόμενους για την εξόφληση των οφειλομένων με βάση το Γραμμάτιο και την Εγγύηση (Τεκμήρια 6,7,8,9 και 11). Το οφειλόμενο ποσό δυνάμει του Γραμματίου ανερχόταν στις 31.12.2007 στο ποσό των ΛΚ£43,812.09 ήτοι €74.857,40 πλέον τόκο προς 8.5% δυνάμει του Τεκμηρίου
  8. Νομική Πτυχή Η βάση αγωγής εναντίον του Εναγομένου 2 είναι σύμβαση εγγύησης. Η σύμβαση εγγύησης είναι βεβαίως μια αυτόνομη σύμβαση αλλά είναι επίσης και το παρεπόμενο αποτέλεσμα της σύμβασης μεταξύ πιστωτή και πρωτοφειλέτη (βλ. άρθρο 86 του Κεφ.149). Στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England (Fifth Edition 2008) Vol. 49 par. 1013 αναφέρεται ότι: "A guarantee is an accessory contract by which the promisor undertakes to be answerable to the promisee for the debt, default or miscarriage of another person, whose primary liability to the promisee must exist or be contemplated." Η Σύμβαση εγγύησης ενεργοποιείται μόνο όταν υπάρχει παράβαση από τον πρωτοφειλέτη των δικών του υποχρεώσεων. (βλ. Πολύβιος Γ. Πολυβίου, Το Δίκαιο των Συμβάσεων 2014 τόμος Β' σελ. 876-877). Επομένως καίριας σημασίας για την παρούσα αγωγή είναι η ύπαρξη ευθύνης εναντίον της πρωτοφειλέτη - Εναγομένης αρ. 1 εναντίον της οποίας η αγωγή έχει διακοπεί. Με βάση τις δικογραφημένες θέσεις η οφειλή της Εναγομένης αρ. 1 πηγάζει από γραμμάτιο συνήθους τύπου και/ή γραπτή υπόσχεση δια πληρωμή και/ή ως αντάλλαγμα αξίας ληφθείσης δια της παραχώρησης δανείου. Στην αξίωση γίνεται επίσης αναφορά σε έγγραφη αναγνώριση χρέους και/ή άλλο αξιόγραφο και/ή δυνάμει των αρχών του αδικαιολόγητου πλουτισμού και/ή ως money had and received. Στην έκθεση απαίτησης δεν γίνεται αναφορά σε συμφωνία παρά το γεγονός ότι κατά την δικάσιμο έγινε αναφορά σε συμφωνίες προγενέστερες του γραμματίου το αποτέλεσμα των οποίων ήταν η υπογραφή του γραμματίου. Η Έκθεση Απαίτησης εξαντλείται στην αξίωση που είναι στηριγμένη σε γραμμάτιο συνήθους τύπου και/ή υπόσχεση δια πληρωμή. Η αναφορά στην παράγραφο 4 της Έκθεσης Απαίτησης σε «αντάλλαγμα αξίας ληφθείσης δια της παραχώρησης δανείου» δεν διαφοροποιεί την κατάσταση καθότι είναι νομολογημένο ότι σε περίπτωση συμφωνίας τα δικόγραφα πρέπει να περιέχουν την ημερομηνία της ισχυριζόμενης συμφωνίας, τα ονόματα των μερών της συμφωνίας, και κατά πόσο ήταν προφορική ή γραπτή κάτι που δεν συμβαίνει στην παρούσα περίπτωση (βλ. Athina Leathergoods Ltd ν. Ιωακείμ Χαραλάμπους κ.α
(2000)1 Α.Α.Δ. 787 και Λεωνίδου Πανίκος Α. και άλλη ν. Δρ. Θρασύβουλου Σπυριδάκη,
(2012)1 Α.Α.Δ. 1694). Όπως είναι διατυπωμένη η αξίωση εναντίον της Εναγομένης αρ. 1 είναι αποκλειστικά βασισμένη στο ίδιο το έγγραφο και όχι σε κάποια άλλη συμφωνία. (βλ. επίσης Μάριος Κουτσοκούμνης v. Μιχάλη Ζήνωνος
(2003)1 (Α) ΑΑΔ 583). Επίσης με την νομολογία ο Ενάγοντας δεν μπορεί να προωθήσει κατά την ακροαματική διαδικασία όλες τις διαζευκτικές βάσεις αγωγής τις οποίες διατυπώνει στο δικόγραφό του. (βλ. Λεωνίδου ν. Σπυριδάκη ανωτέρω) Κατά την ακροαματική διαδικασία ζητήθηκε από την ευπαίδευτη συνήγορο των Εναγόντων να τοποθετηθεί ως προς το ποια ήταν η βάση της αξίωσης εναντίον της πρώην Εναγομένης αρ. 1. Δηλώθηκε ρητώς και ευθαρσώς ότι η ευθύνη της Εναγομένης αρ. 1 πηγάζει από γραμμάτιο συνήθους τύπου. Αυτό προωθήθηκε εξάλλου και κατά την ακροαματική διαδικασία παρά τις διάφορες αναφορές στη συμφωνία επενδυτικού σχεδίου που είχε προηγηθεί της υπογραφής του φερόμενου γραμματίου συνήθους τύπου. Δεν μου διαφεύγει βέβαια η νομολογιακή αρχή ότι το αγώγιμο δικαίωμα συναρτάται με τα γεγονότα τα οποία το στοιχειοθετούν και όχι με το χαρακτηρισμό ο οποίος του αποδίδεται (βλ. Kennedy Hotels Ltd v. Indirdjian
(1992)1 Α.Α.Δ. 400). Στην προκειμένη περίπτωση όμως, όπως ήδη αναφέρθηκε, στο δικόγραφο δεν παρατίθενται γεγονότα άλλα που να στοιχειοθετούν αγώγιμο δικαίωμα άλλο από το ίδιο το έγγραφο. Προέχει επομένως η εξέταση κατά πόσον το έγγραφο που κατατέθηκε στο Δικαστήριο ως τεκμήριο 3 πληροί τις προϋποθέσεις εκείνες που να το καθιστούν γραμμάτιο συνήθους τύπου δυνάμει του άρθρου 78 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149. Με βάση το πιο πάνω άρθρο γραμμάτιο συνήθους τύπου είναι «γραπτή υπόσχεση, που παρέχεται από ένα πρόσωπο σε άλλο, υπογράφεται από το πρόσωπο που την παρέχει στην παρουσία δύο τουλάχιστο μαρτύρων ικανών προς το συμβάλλεσθαι, για πληρωμή, σε πρώτη ζήτηση ή σε ορισμένο χρόνο ή σε προσδιορίσιμο μέλλοντα χρόνο προς πρόσωπο το οποίο ορίζεται στο γραμμάτιο, ποσού χρημάτων, πλέον τόκο που ορίζεται σε αυτό κατά ανώτατο όριο προς εννέα τοις εκατό κατ' έτος και, σε περίπτωση λήψης δικαστικών μέτρων επ' αυτού, τα συναφή έξοδα, και αναφέρει την αντιπαροχή για την οποία παρέχεται η υπόσχεση». Με βάση το άρθρο 80 του ίδιου Νόμου το γραμμάτιο συνήθους τύπου αποτελεί αμάχητη απόδειξη των γεγονότων που εκτίθενται εκτός αν αποδειχθεί μια από τις τρεις υπερασπίσεις, (α) ότι η υπογραφή του οφειλέτη του χρέους ή άλλου που υπέγραψε το γραμμάτιο δεν είναι στην πραγματικότητα η υπογραφή του, (β) ότι η έκδοση του γραμματίου επιτεύχθηκε συνεπεία εξαναγκασμού ή απάτης, (γ) ή υπό περιστάσεις που ανάγονται σε εξαναγκασμό ή απάτη. Μαρτυρία που έχει σκοπό να αντικρούσει το περιεχόμενο του γραμματίου δεν θα γίνει δεκτή ή δεν θα ληφθεί υπόψη εκτός αν αφορά σε ισχυρισμούς που τείνουν να αποδείξουν μία από τις πιο πάνω τρεις υπερασπίσεις (βλ. Raιf v. Dervish
(1971)1 C.L.R. 158). Κατ' αρχήν εξετάζοντας το Τεκμήριο 3 διαπιστώνω ότι στην όψη του φέρει όλα τα στοιχεία που απαιτούνται ώστε να θεωρηθεί ως γραμμάτιο συνήθους τύπου. Η Εναγόμενη 1 ανέλαβε να αποπληρώσει το ποσό των Λ.Κ. £32.817,92 το οποίο παραχωρήθηκε υπό μορφή δανείου πλέον τόκο προς 8.5% ετησίως επί του εκάστοτε υπολοίπου μέχρι πλήρους εξόφλησης, με μηνιαίες δόσεις εκ ΛΚ£232.46 έκαστη για τους πρώτους 24 μήνες και με μηνιαίες δόσεις ΛΚ£673.31 για τους επόμενους 60 μήνες, ήτοι μέχρι 2 Μαρτίου 2009. Σε περίπτωση παράλειψης της να καταβάλει οποιαδήποτε εκ των πιο πάνω δόσεων ή μέρος αυτής ολόκληρο το οφειλόμενο ποσό θα καθίστατο ληξιπρόθεσμο και άμεσα απαιτητό και ανέλαβε να καταβάλει στους Εναγόντες τα δικαστικά και/ή δικηγορικά έξοδα σε περίπτωση λήψης δικαστικών μέτρων. Το γεγονός ότι η αποπληρωμή του ποσού του γραμματίου θα γινόταν με δόσεις δεν επηρεάζει την εγκυρότητα αυτού. Παραπέμπω σχετικά στην Φουλή Θεόδουλος ν. Ανδρέα Μιχαήλ,
(2005)1 Α.Α.Δ. 1144 όπου λέχθηκε ότι εφόσον εφ' όσον ο χρόνος πληρωμής καθορίζεται, ασχέτως του αν η πληρωμή θα γίνεται με δόσεις, ικανοποιείται η πρόνοια για πληρωμή σε «ορισμένο χρόνο» ή σε «προσδιορισμένο μέλλοντα χρόνο». Στην προκειμένη περίπτωση υπήρξε αμφισβήτηση από την υπεράσπιση ότι το Τεκμήριο 3 υπογράφτηκε στην παρουσία δύο μαρτύρων. Προωθήθηκε η θέση ότι οι υπογραφές των μαρτύρων δεν τέθηκαν ταυτόχρονα με την υπογραφή της Εναγομένης αρ. 1 αλλά προστέθηκαν αργότερα. Παρά το ότι δεν αμφισβητήθηκε αυτή καθ' εαυτή η υπογραφή της Εναγομένης αρ. 1 εντούτοις σύμφωνα με τη νομολογία για να θεωρηθεί ένα γραμμάτιο ως γραμμάτιο συνήθους τύπου πρέπει να υπάρχει αυστηρή συμμόρφωση με τις πρόνοιες του άρθρου 78. Ειδικότερα στην Papastratis v. Economou
(1970)1 C.L.R. 11 παρά το ότι στο πρόσωπο του εγγράφου υπήρχαν δύο υπογραφές εντούτοις κρίθηκε ότι δεν επρόκειτο για γραμμάτιο συνήθους τύπου καθότι είχε υπογραφεί στην παρουσία ενός μόνο μάρτυρα ενώ ο δεύτερος είχε υπογράψει σε μεταγενέστερο στάδιο. Θεωρήθηκε άσχετο το γεγονός ότι ο δεύτερος μάρτυρας προτού υπογράψει επιβεβαίωσε ότι ο οφειλέτης είχε πράγματι πάρει τα χρήματα που αναφέρονταν στο έγγραφο εκείνο. Λέχθηκε χαρακτηριστικά ότι οι λέξεις "στην παρουσία δύο τουλάχιστον μαρτύρων" δεν μπορούν να ερμηνευθούν με ελαστικότητα και ανακρίβεια ώστε να επιτρέπεται η υπογραφή ενός γραμματίου συνήθους τύπου στην παρουσία ενός μόνο μάρτυρα ενώ ο δεύτερος μάρτυρας να τοποθετεί την υπογραφή του αργότερα. (βλ. Επίσης Λοϊζίδης Λοΐζος Kώστα ν. Aνδρέα Mιχαήλ Tσιακλή και Άλλης,
(1997)1 Α.Α.Δ. 1418 και Λάρκου κ.ά. ν. Παναγή,
(1996)1 Α.Α.Δ. 80). Στην προκειμένη περίπτωση έχει παρουσιαστεί μαρτυρία σε σχέση με την υπογραφή του Τεκμηρίου 3 στην παρουσία 2 μαρτύρων ικανών προς το συμβάλλεσθαι. Επαναλαμβάνω ότι ο Μ.Ε. 1 δεν αντεξετάστηκε σε σχέση με αυτό το σημείο. Σύμφωνα με το άρθρο 16 του περί Αποδείξεως Νόμου Κεφ. 9 «σε oπoιαδήπoτε διαδικασία, πoλιτική ή πoιvική, έγγραφo για τηv εγκυρότητα τoυ oπoίoυ απαιτείται επιβεβαίωση δύvαται, αvτί vα απoδειχτεί από μάρτυρα o oπoίoς vα τo επιβεβαιώvει, vα απoδειχτεί με τρόπo κατά τov oπoίo θα μπoρoύσε vα απoδειχτεί αv καvέvας μάρτυρας πoυ επιβεβαιώvει δεv ζoύσε.» Επομένως το πρόσωπο που θα αποδείξει την επιβεβαίωση δεν είναι απαραίτητο να καλέσει τους επιβεβαιωτές μάρτυρες έστω και αν είναι διαθέσιμοι (βλ επίσης. Το Δίκαιο της Απόδειξης, Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές 2014 σελ. 373). Από την στιγμή που υπάρχει θετική μαρτυρία προερχόμενη από τον Μ.Ε. 1 ότι το τεκμήριο 3 υπογράφτηκε στα γραφεία των Εναγόντων στην παρουσία δύο μαρτύρων έπρεπε ο εν λόγω μάρτυρας να αντεξεταστεί επί του ουσιώδους σημείου αυτού της μαρτυρίας του. Αυτή η παράλειψη δεν μπορεί παρά να οδηγήσει σε αποδοχή της θέσης του εν λόγω μάρτυρα. (βλ. Adidas v. Jonitexo Ltd ανωτέρω). Σε σχέση με την θέση ότι δεν έχουν δοθεί χρήματα στην Εναγόμενη αρ. 1 τόυτο θεωρώ ότι δεν μπορεί να αποτελέσει υπεράσπιση σε γραμμάτιο το οποίο έχει συνταχθεί νομότυπα. Παραπέμπω στην Raif Keziban v. Enver Dervish
(1971)1 CLR 158 όπου λέχθηκε ότι: «In any case, the fact that no cash passed from the plaintiff to the deceased at the time—a fact never disputed by the plaintiff in this case—is, we think, inadmissible in law (in view of the provisions in section 80) against a bond in customary form, duly signed and delivered.» Προχωρώ στην εξέταση της θέσης του Εναγομένου 2 ότι τόσο η Εναγομένη 1 όσο και ο ίδιος υπέγραψαν τα Τεκμήρια 3 και 4 αντίστοιχα υπό συνθήκες ψυχικής πίεσης. Στην παρούσα περίπτωση έστω κι αν γινόταν δεκτή η μαρτυρία που πρόσφεραν οι μάρτυρες του Εναγομένου 2 και πάλιν δεν θα στοιχειοθετείτο η υπεράσπιση που προβλήθηκε. Ξεκινώ με τον ισχυρισμό ότι η Εναγομένη 1 δέκτηκε απειλές ότι θα ληφθούν εναντίον της νομικά μέτρα. Ήταν παραδεκτό γεγονός ότι ο λογαριασμός του επενδυτικού σχεδίου της Εναγομένης αρ. 1 παρουσίαζε κάποιας μορφής έλλειμμα. Η λήψη νομικών μέτρων εναντίον της Εναγομένης 1 δυνάμει της συμφωνίας επενδυτικού σχεδίου θα ήταν μια καθόλα νόμιμη ενέργεια εκ μέρους των Εναγόντων και δεν θα ήταν παράλογη. Παραπέμπω σχετικά στην Γεώργιου Μάρκου, ως διαχειριστή της περιουσίας της αποβιώσασας Χρυσάνθης Μάρκου κ.α. ν. Ταμείου Προνοίας του τακτικού προσωπικού των Εταιρειών Πατισερι Παναγιώτης και Παπαφιλίππου Λτδ κ.α., ECLI:CY:AD:2015:A462, Πολιτική Έφεση Αρ. 219/2010, 26/6/2015 όπου λέχθηκαν τα εξής: «Τέλος, αν και το θέμα της πίεσης με αναφορά σε λήψη νομικών μέτρων, παρέμεινε σε επίπεδο υποβολών χωρίς να στοιχειοθετηθεί καθ΄οιονδήποτε τρόπο, υπενθυμίζουμε την αρχή ότι, η επίκληση νόμιμων μέτρων, έστω και υπό τη μορφή άμεσης απειλής, σε αντιδιαστολή προς μία άνομη απειλή, δεν συνιστά, κατ' αρχήν, εξαναγκασμό, παρά μόνο κατ' εξαίρεση, όταν από το σύνολο των περιστάσεων κρίνεται παράλογη (R.v. Attorney General for England and Wales [2003] UKPC 22).» Σε σχέση τώρα με την θέση ότι ασκήθηκε πίεση στην Εναγομένη αρ. 1 ότι θα απολυθεί από την εργασία της, τέτοιος ισχυρισμός παρέμεινε πλήρως ατεκμηρίωτος. Έστω κι αν γινόταν δεκτή η μαρτυρία της Μ.Ε. 1 ότι δέκτηκε απειλές από την Άννα Κωνσταντίνου, δεν υπάρχει ίχνος μαρτυρίας ότι τέτοιες απειλές προέρχονταν εκ μέρους ή κατ' εντολή των Εναγόντων. Υπάρχει μόνο ο ισχυρισμός ότι η Άννα Κωνσταντίνου, βοηθός λογιστηρίου είπε στην Εναγομένη 1 ότι θα χάσει την δουλειά της αν δεν υπογράψει. Στην Σ.Π.Ε. Αγίας Φυλάξεως ν. Πουλλά κ.ά. (2004 1(Β) Α.Α.Δ. 961, λέχθηκαν τα εξής τα οποία θα εφαρμόζονταν κατ΄ αναλογία και στην παρούσα περίπτωση: «Όπου διάδικος προσπαθεί να αποφύγει τις συνέπειες σύμβασης λόγω ψυχικής πίεσης, που ασκήθηκε από τρίτο πρόσωπο, θα πρέπει να αποδειχθεί είτε ότι το τρίτο πρόσωπο ενεργούσε ως αντιπρόσωπος του συμβαλλόμενου ή ότι ο συμβαλλόμενος είχε πραγματική ή τεκμαρτή γνώση της ψυχικής πίεσης.» Περαιτέρω σύμφωνα με τη νομολογία η ψυχική πίεση μπορεί να προέλθει από μια εμπιστευτική ή εξαρτώμενη σχέση μεταξύ δύο προσώπων, όπου η εξάρτηση του ενός θέτει τον άλλο σε πλεονεκτική θέση να εξασκήσει επιρροή επ΄αυτού, επιρροή η οποία μπορεί μεν να θεωρηθεί ως απόλυτα φυσική, αλλά από την άλλη είναι ικανή να χρησιμοποιηθεί άδικα (βλέπε Χαραλάμπους ν. Αριστοτέλους
(2001)1 Α.Α.Δ. 750). Στην προκειμένη περίπτωση όπου δεν υπάρχει ειδική σχέση μεταξύ Εναγόντων και Εναγομένης 1 (αφού δεν ήταν υπάλληλος των Εναγόντων), θα έπρεπε απαραίτητα να αποδειχθεί θετικά ότι η επιρροή που άσκησαν οι Ενάγοντες επί της Εναγομένης 1 υπήρξε ο αποφασιστικός παράγων για τη σύναψη της συμφωνίας, η οποία δεν θα γινόταν αν δεν μεσολαβούσε η άσκηση της επιρροής. (Βλ. Σ.Π.Ε. Αγίας Φυλάξεως ν. Πουλλά κ.ά. ανωτέρω). Τα ίδια ισχύουν κατ' αναλογία και σε σχέση με την πίεση και/ή εξαναγκασμό που κατ' ισχυρισμό ασκήθηκε στον Εναγόμενο
  1. Ένα άλλο σημείο που εγέρθηκε αφορά τον ισχυρισμό ότι δεν είναι ξεκάθαρο ότι το έγγυητήριο έγγραφο που υπέγραψε ο Εναγόμενος 2 σχετίζεται με το γραμμάτιο συνήθους τύπου που υπέγραψε η Εναγομένη
  2. Όσον αφορά την εγγύηση του Εναγομένου 2 ναι μεν δεν γίνεται ρητή αναφορά σε γραμμάτιο συνήθους τύπου αλλά σε γραμμάτιο εις διαταγή αλλά η αναφορά ότι πρόκειται για εγγύηση παντός ποσού οφειλόμενου υπό της κας Γιώτας Αγαθοκλέους, προς τους Ενάγοντες από δάνειο το οποίο παρεχωρήθει σήμερον 1ην Μαρτίου 2002 προς την ως άνω κα. Γιώτα Αγαθοκλέους δυνάμει Γραμματίου σε Διαταγή ιδίας ημερομηνίας θεωρώ, δεν αφήνει αμφιβολία ότι το Τεκμήριο 4 εκδόθηκε για να καλύψει το ποσό του επίδικου γραμματίου τεκμηρίου αρ.
  3. Όπως φαίνεται από το λεκτικό ο Εναγόμενος 2 γνώριζε ότι υπήρχε κάποιο έγγραφο με ημερομηνία 1.3.2002 το οποίο και εγγυήθηκε και αφορούσε παραχώρηση χρημάτων στην Εναγομένη υπό μορφή δανείου. Δεν υπήρξε κανένας ισχυρισμός όυτε και υποβολή της θέσης ότι το Τεκμήριο 4 αφορά κάποιο άλλο έγγραφο εκτός από το Τεκμήριο
  4. Στη παράγραφο 1083 του τόμου 49 του συγγράμματος Halsbury's Laws of England (Fifth Edition 2008) αναφέρονται τα ακόλουθα σε σχέση με τις αρχές ερμηνείας μίας εγγύησης: "The principles of construction governing contracts in general apply equally to contracts of guarantee. Dealing with a guarantee as a mercantile contract, the court does not apply to it merely technical rules, but construes it so as to reflect what may fairly be inferred to have been the parties' real intention and understanding as expressed by them in writing, and so as to give effect to it rather than not." Πιο κάτω στην παράγραφο 1084 του ίδιου τόμου του ίδιου συγγράμματος αναφέρονται τα εξής: "The modern approach of the courts is to use all the available aids for the construction of written documents to seek out from the words used what they believe to have been the true intention of the parties when the guarantee was executed and not to be over-constrained by an interpretation based purely on internal linguistic considerations. Στο σύγγραμμα Chitty on Contracts 31st Edition Volume II par. 44-063 σελ. 1727 αναφέρονται τα εξής: "According to the modern Approach to construction: ".against the backround of the admissible matrix of facts known to or at least reasonably available to the parties , the menaing sought is that of the language in question would convey to the reasonable man. In that context, the language used is to be given its natural and ordinary meaning unless the reasonable man would conclude that something has gone wrong in expressing the parties intentions" Viewed in this way, the reasonable man might conclude that the parties must, for whatever reason, have used wrong words or syntax. (υπογράμμιση του Δικαστηρίου) Στο ίδιο σύγγραμμα (par. 44-064) γίνεται αναφορά στην υπόθεση Vodafone Ltd v. GNT Holdings (UK) [2004] All E.R. (D) 194 (Mar) στην οποία η εταιρεία Α (Εγγυητής) υπέγραψε εγγύηση για τις υποχρεώσεις της θυγατρικής της εταιρείας Β (πρωτοφειλέτη) προς την εταιρεία Γ. Εντούτοις η εταιρεία Β δεν είχε ποτέ συμβληθεί με την εταιρεία Γ αλλά με την εταιρεία Δ η οποία ήταν στον ίδιο όμιλο εταιρειών με την εταιρεία Γ. Καμία εταιρεία του εν λόγω ομίλου πλην της εταιρείας Δ δεν είχε συμβληθεί με την εταιρεία Β. Κάτω από αυτές τις περιστάσεις θεωρήθηκε ότι η εγγύηση δόθηκε από την εταιρεία Α σε σχέση με τις υποχρεώσεις της εταιρείας Β προς την εταιρεία Δ. Παρατίθεται το εξής χαρακτηριστικό απόσπασμα "something went wrong with the drafting of the [guarantee] letter .. To construe it literally would be a commercial nonsense" Τα πιο πάνω εφαρμόζονται πλήρως στην παρούσα περίπτωση. Ο μέσος λογικός άνθρωπος ο οποίος έχει υπόψη το σύμπλεγμα των γεγονότων (matrix of facts) που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση, ότι δηλαδή ότι την 1.3.2002 είχε υπογραφτεί από την Γιώτα Αγαθοκλέους γραμμάτιο συνήθους τύπου και όχι γραμμάτιο εις διαταγή ή οποιοδήποτε άλλο έγγραφο και ότι 5 ημέρες μετά ο Εναγόμενος 2 υπέγραψε εγγυητήριο έγγραφο με το οποίο εγγυάται τις υποχρεώσεις της Γιώτας Αγαθοκλέους από γραμμάτιο εις διαταγή δεν μπορεί να καταλήξει σε άλλο συμπέρασμα από το ότι ο Εναγόμενος αρ. 2 είχε πρόθεση να εγγυηθεί τις υποχρεώσεις που προκύπτουν από το γραμμάτιο συνήθους τύπου ημερομηνίας 1.3.
  5. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Για τους πιο πάνω λόγους, καταλήγω ότι οι Ενάγοντες απέδειξαν στον βαθμό που επιβάλλεται, την αξίωση τους. Κατά συνέπεια εκδίδεται απόφαση υπέρ των Εναγόντων και εναντίον του Εναγομένου αρ. 2 για το ποσό €74,857,40 πλεόν τόκο 8,5 % ετησίως από 1.1.2008 μέχρι εξοφλήσεως. Επιδικάζονται υπέρ των Εναγόντων και εναντίον του Εναγομένου αρ. 2 τα έξοδα της αγωγής τα οποία να υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και να εγκριθούν από το Δικαστήριο. Η ανταπαίτηση του Εναγομένου 2 αποτυγχάνει και απορρίπτεται. Εν όψει του ότι η ανταπαίτηση εκδικάστηκε ταυτόχρονα με την απαίτηση δεν εκδίδεται οποιαδήποτε διαταγή για έξοδα. Μου έχει υποδειχθεί στο στάδιο της αγόρευσης από τους συνήγορους του Εναγομένου 2 ότι το τεκμήριο 4 δεν έχει χαρτοσημανθεί. Κατ' αρχήν παρατηρώ ότι ο ευπαίδευτος συνήγορος του Εναγομένου δεν έθεσε το θέμα στο Δικαστήριο κατά την κατάθεση του εν λόγω τεκμηρίου. Σε κάθε περίπτωση τουτο δεν αναιρεί την υποχρέωση για την δέουσα χαρτοσήμανση του. (βλ. Maximos Court Ltd. ν. Xριστόφορου Πιερή και Άλλου,
(2001)1 Α.Α.Δ. 875). Ώς εκ τούτου τίθεται ως όρος για την σύνταξη της απόφασης ή επίσημου αντιγράφου αυτής από τον Πρωτοκολλητή, η προηγούμενη δέουσα χαρτοσήμανση του Τεκμηρίου 4. (Υπ.)..................................... Χρ. Ρασπόπουλος, προσ. Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.