ΕΠΙΠΛΩΣΕΙΣ ΛΟΥΚΑΣ ΑΝΔΡΕΟΥ ΝΕΑ ΓΡΑΜΜΗ ΛΤΔ ν. EL CLASICO CAFE LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 7248/14, 22/10/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2015:A411 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Δ. Θεοδώρου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 7248/14 Μεταξύ: ΕΠΙΠΛΩΣΕΙΣ ΛΟΥΚΑΣ ΑΝΔΡΕΟΥ ΝΕΑ ΓΡΑΜΜΗ ΛΤΔ Ενάγουσα - και -
- EL CLASICO CAFÉ LTD
- ΣΤΑΥΡΟΣ ΑΝΔΡΕΟΥ
- ΜΙΧΑΛΗΣ ΙΩΑΝΝΟΥ
- ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΝΙΚΟΛΑΪΔΗΣ
- ΜΟΔΕΣΤΟΣ ΠΑΡΑΣΚΕΥΑ Εναγομένων --------------------------------- Αίτηση ημερ. 15/1/15 για έκδοση συνοπτικής απόφασης Ημερομηνία: 22 Οκτωβρίου, 2015 Για την Ενάγουσα-Αιτήτρια: κ. Παρμακλής Για τους Εναγόμενους - Καθ' ων η αίτηση 1 και 4: κα Νικολάου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αίτηση, οι Ενάγοντες - Αιτήτες ζητούν έκδοση συνοπτικής απόφασης, ως η απαίτηση τους, εναντίον των Καθ' ων η αίτηση - Εναγόμενων 1 και
- Η αγωγή των Εναγόντων - Αιτητών καταχωρήθηκε στις 11/12/14 με κλητήριο ειδικά οπισθογραφημένο σύμφωνα με τη Δ.2 θ.6 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Σημείωμα Εμφάνισης από τους εναγόμενους - καθ'ων η αίτηση 1 & 4 καταχωρήθηκε στις 8/1/
- Η αίτηση βασίζεται στους θεσμούς Περί Πολιτικής Δικονομίας και συγκεκριμένα στη Δ.18 θ1(α), 2, 4, 5, 6, 8 και 9, Δ.48, θ. 1, 2, 3, 4 και 9 και στις γενικές και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Συνοδεύεται δε από ένορκη δήλωση του Ανδρέα Ανδρέου ημερ. 15.1.15 ο οποίος αναφέρει ότι είναι διευθυντής και μέτοχος των Εναγόντων - Αιτητών και δεόντως εξουσιοδοτημένος από αυτούς, να προβεί στην εν λόγω ένορκη δήλωση. Δηλώνει ακόμα ότι, τα όσα αναφέρει στην εν λόγω ένορκη δήλωση του, τα γνωρίζει προσωπικά, καθώς επίσης ότι, για τις οποιεσδήποτε αναφορές του επί νομικών θεμάτων, έλαβε συμβουλή από τους δικηγόρους των αιτητών. Ως προς την ουσία της αίτησης, αφού αρχικά αναφέρεται στις ισχυριζόμενες συνθήκες κάτω από τις οποίες προέκυψε η απαιτούμενη από τους Εναγομένους οφειλή, ισχυρίζεται ότι στις 30.4.14, οι Εναγόμενοι, μεταξύ των οποίων και οι Καθ΄ων η Αίτηση 1 και 4, υπέγραψαν γραπτή αναγνώριση χρέους για το ποσό των €32.000, την οποία επισυνάπτει στην ένορκη του δήλωση, ως Τεκμήριο
- Σημειώνει επίσης ότι, ο ίδιος είναι το πρόσωπο που υπέγραψε επί του Τεκμηρίου 2, εκ μέρους των Αιτητών. Ακολούθως αναφέρεται στο περιεχόμενο του Τεκμηρίου 2, προωθώντας διάφορους ισχυρισμούς αναφορικά με την ερμηνεία του. Ως Τεκμήριο 3 στην ένορκή του δήλωση, επισυνάπτει μια συμφωνία ενοικιάσεως ημερομηνίας 30.4.
- Η εν λόγω συμφωνία συνομολογήθηκε μεταξύ των Αιτητών και της Καθ' ης η αίτηση 1, με ημερομηνία έναρξης της ισχύς της, την 1.5.2014, για σκοπούς ενοικίασης από την τελευταία, συγκεκριμένου υποστατικού. Σύμφωνα πάντα με τους ισχυρισμούς του ομνύοντα της ενόρκου δηλώσεως που συνοδεύει την αίτηση, οι Αιτητές υπέγραψαν την ρηθείσα συμφωνία ενοικίασης, λόγω της υπογραφής από όλους του Εναγόμενους, του πιο πάνω αναφερομένου εγγράφου αναγνώρισης χρέους. Στην συνέχεια, στην ένορκη δήλωσή του, ο ομνύοντας από πλευράς Αιτητών, αναφέρεται στις διάφορες πληρωμές, που έγιναν κατά καιρούς, από τους Εναγόμενους προς τους Αιτητές, έναντι του ποσού των €32.000 και ισχυρίζεται ότι το σημερινό υπόλοιπο ανέρχεται στις €29.786,
- Τέλος, αφού επαναλαμβάνει ότι το μόλις πιο πάνω αναφερόμενο ποσό παραμένει ακόμα οφειλόμενο από τους Εναγόμενους και απαιτητό από τους αιτητές, δηλώνει ότι, αληθινά πιστεύει και ότι δεόντως τυγχάνει συμβουλής, ότι η Καθ΄ων η αίτηση 1 και 4 δεν έχουν καμία απολύτως υπεράσπιση στην αγωγή και αιτείται την έκδοση συνοπτικής απόφασης εναντίον τους. Η αίτηση, συνοδεύεται και από έτερη ένορκη δήλωση, και δη αυτής της Αγγέλας Παπαδημητρίου Μπάκα, στην οποία, η εν λόγω ομνύουσα, αναφέρει ότι είναι η μια εκ των δυο μαρτύρων των υπογραφών επί της γραπτής αναγνώρισης χρέους και ότι, παρών κατά την εναπόθεση των υπογραφών, ήταν και ο δικηγόρος Ανδρέας Ταμάσιος. Στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, ως τεκμήρια, επισυνάπτονται εν΄όλω, τα ακόλουθα έγγραφα:- Τεκμήριο 1: Έρευνα στον Έφορο Εταιρειών αναφορικά με την σύσταση και δομή των αιτητών. Τεκμήριο 2: Γραπτή αναγνώριση χρέους για το ποσό των €32.000, υπογραφείσα, τόσο από τον ομνύοντα εκ μέρους των αιτητών - πιστωτών, όσο και από τους Εναγόμενους ως οφειλέτες, αλλά και από δυο μάρτυρες και δη την Αγγέλα Παπαδημητρίου και την Δήμητρα Δημητρίου. Τεκμήριο 3: Αντίγραφο συμφωνίας ενοικίασης ακινήτου, μεταξύ των αιτητών και της Εναγομένης 1, με ημερομηνία έναρξης της ενοικίασης την 1/5/
- Τεκμήριο 4: Δέσμη αποδείξεων που εξέδωσαν οι αιτητές για τα εισπραχθέντα από τους Εναγόμενους, έναντι των €32.000, ποσά. Τεκμήριο 5: Κατάσταση λογαριασμού των αιτητών που τηρείται στην Τράπεζα Κύπρου, στην οποία εμφαίνεται η καταβολή χρημάτων από τους Εναγόμενους στον λογαριασμό των αιτητών. Τεκμήριο 6: Κατάσταση λογαριασμού των αιτητών που τηρείται στην Τράπεζα Κύπρου, στην οποία εμφαίνεται πληρωμή των Εναγομένων στον λογαριασμό των αιτητών με το δικαιολογητικό "OLD RENT/EL CLASICO". Τεκμήριο 7: Κατάσταση Λογαριασμού που τηρούσαν οι αιτητές αναφορικά με τις οφειλές των Εναγομένων, επί της οποίας εμφαίνεται το ισχυριζόμενο σημερινό υπόλοιπο των Εναγομένων. Οι Καθ΄ ων η αίτηση-Εναγόμενοι αρ.1 & 4, καταχώρησαν Ειδοποίηση πρόθεσης ένστασης, η οποία στηρίζεται στη Δ.18, θθ1(α), 2 και Δ.48, θθ1, 2, 3, 4, 7 και 9, στο άρθρο 78 του Περί Συμβάσεων Νόμου (Κεφ.149), στο άρθρο 30 του συντάγματος και 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και στις συμφυείς και εγγενείς εξουσίες και πρακτική και στην διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου. Ως λόγοι ένστασης προβάλλονται οι εξής:- «
- Η παρούσα αίτηση είναι παράτυπη και/ή αντικανονική και/ή ανυπόστατη και/ή νόμω και/ή ουσία αβάσιμη και/ή στερείται νομικού και/ή πραγματικού υπόβαθρου.
- Η αίτηση των Αιτητών και/ή τα γεγονότα της υπόθεσης δεν πληρούν τις αναγκαίες προϋποθέσεις του Νόμου και/ή των περί Πολιτικής Δικονομίας θεσμών και/ή των σχετικών Διαδικαστικών Κανονισμών για έκδοση της αιτούμενης θεραπείας και/ή είναι αντίθετη προς την ορθή απονομή της Δικαιοσύνης και/ή το Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία για την έκδοση του αιτούμενου Διατάγματος.
- Το επίδικο γραμμάτιο και/ή η επίδικη συμφωνία αναγνώρισης χρέους δεν αποτελεί γραμμάτιο συνήθους τύπου εν τη αυστηρή έννοια του Άρθρου 78 του Κεφ. 149 και/ή δεν έχει δοθεί αντάλλαγμα και/ή νόμιμο αντάλλαγμα για τη σύναψη του επίδικου γραμματίου και/ή συμφωνίας αναγνώρισης χρέους και/ή δεν πληρούνται οι πρόνοιες του Άρθρου 78 του Κεφ. 149 αναφορικά με το νόμιμο αντάλλαγμα και/ή τον τόκο που πρέπει να φέρει το γραμμάτιο συνήθους τύπου και/ή το επίδικο γραμμάτιο δεν συνάδει με τον αυστηρό ορισμό του γραμμάτιου συνήθους τύπου που απαιτεί το Άρθρο 78 του Κεφ.
- Η επίδικη γραπτή αναγνώριση χρέους και/ή το επίδικο γραμμάτιο δεν αποτελεί γραμμάτιο συνήθους τύπου, αλλά έγγραφη ανάληψη πληρωμής και/ή υπόσχεση πληρωμής από μέρους της Εναγόμενης 1 εταιρείας υπό την εγγύηση των Εναγομένων 2,3,4 και 5 των υποχρεώσεων και/ή χρεών της εταιρείας El Clasico Cafe Ltd και επ' ουδενί λόγο δύναται τέτοια υπόσχεση και/ή ανάληψη πληρωμής χρέους να θεωρηθεί ως αντάλλαγμα στην σύναψη γραμματίου συνήθους τύπου, δυνάμει των προνοιών του Νόμου.
- Περαιτέρω και αν ήθελε φανεί ότι είναι γραμμάτιο συνήθους τύπου και/ή ανάληψη πληρωμής ως προνοείται από το Νόμο αυτό υπογράφτηκε κατόπιν δόλου, απειλών και/ή εκβιασμού από μέρους των Εναγόντων προς τους Εναγομένους, μη αφήνοντας τους άλλη επιλογή προς τούτο.
- Το ισχυριζόμενο υπό τους Ενάγοντες - Αιτητές οφειλόμενο ποσό και/ή υπόλοιπο λογαριασμού και/ή οιονδήποτε υπόλοιπο δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα και/ή προκύπτει από χρεώσεις οι οποίες έγιναν παράνομα και/ή αντικανονικά και/ή ποσών που δεν είχαν συμφωνηθεί και/ή που χρεώθηκαν παράνομα και/ή αντισυμβατικά.
- Η με τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αίτηση δεν πληρεί τις προϋποθέσεις έκδοσης συνοπτικής απόφασης εναντίον των Εναγομένων και/ή δεν ικανοποιούνται οι εκ του Νόμου και/ή των Κανονισμών απαραίτητες προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτούμενου Διατάγματος.
- Η Ένορκη Δήλωση που συνοδεύει την αίτηση των Εναγόντων δεν περιέχει επαρκή και/ή τα απαραίτητα γεγονότα για τη θεμελίωση της απαίτησης των Εναγόντων εναντίον των Εναγομένων και/ή δεν επιβεβαιώνει το ποσό που αξιώνεται από τους Ενάγοντες και/ή η Ένορκη Δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση δεν γίνεται από πρόσωπο που έχει πλήρη και/ή θετική γνώση όλων των γεγονότων και/ή ιδίαν γνώση των επίδικων θεμάτων.
- Οι Εναγόμενοι - Καθ'ων η Αίτηση 1 και 4 έχουν καλή υπεράσπιση στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή.
- Σε περίπτωση που δεν επιτραπεί στους Εναγόμενους - Καθ' ων η Αίτηση 1 και 4 να καταχωρήσουν υπεράσπιση, δεν θα διασφαλιστεί το δικαίωμα της δίκαιης δίκης, το οποίο κατοχυρώνεται από το άρθρο 30 του Συντάγματος και 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης προάσπισης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων». Την ένσταση υποστηρίζει ένορκη δήλωση του καθ΄ ου η αίτηση αρ.
- Σε αυτή, βασικά επαναλαμβάνει και υιοθετεί τους λόγους ένστασης που αναφέρθηκαν ανωτέρω. Κανένας εκ των ενόρκων δηλούντων δεν αντεξετάστηκε επί του περιεχομένου της ένορκης δήλωσης του και αμφότερες οι πλευρές ετοίμασαν και παρέδωσαν γραπτές αγορεύσεις στο Δικαστήριο στις 22/09/
- Κατά την παράδοση των γραπτών αγορεύσεων, η συνήγορος των Καθ΄ων η αίτηση 1 και 4, δήλωσε ότι, ανεξάρτητα της δομής της αγόρευσης της, καθώς επίσης και των λόγων ένσταση ως τούτοι εμφαίνονται στο κυρίως σώμα της ειδοποίησης πρόθεσης ένστασης, περιορίζει την οποιανδήποτε εναντίωση των πελατών της στην αίτηση, στους υπό στοιχεία 8 και 9 λόγους ένστασης. Αναφορικά δε με τον υπό στοιχείο 8 λόγο ένστασης, ειδικότερα στο μέρος εκείνο που ισχυρίζονται οι Καθ΄ων η αίτηση 1 και 4 ότι, ο ομνύοντας της ενόρκου δηλώσεως που συνοδεύει την αίτηση δεν έχει θετική γνώση και δεν μπορεί να ορκιστεί θετικά ως προς τα γεγονότα που επικαλείται. Ζήτησε δε όπως, τόσο η λοιποί λόγοι ένστασης, όσο και το υπόλοιπο μέρος της επιχειρηματολογίας της στην γραπτή της αγόρευση, να εκληφθεί ως επικουρικό των δυο αυτών και μόνο, λόγων ένστασης. Δυνάμει της Δ.18 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας που αποτελεί την αντίστοιχη διαδικασία της Αγγλικής Δ.14 όπως είχε πριν τις τροποποιήσεις του 1962, το Δικαστήριο αντλεί εξουσία να εκδίδει συνοπτική απόφαση σε περιπτώσεις μόνο όπου δεν υπάρχει λογική αμφιβολία ότι ο ενάγων δικαιούται σε απόφαση και όπου ως εκ τούτου είναι άσκοπο να επιτραπεί στον εναγόμενο να προβάλει την υπεράσπιση του μόνο για σκοπούς καθυστερήσεως (Jones v. Stones
(1984)A.C.122). Βάση της Δ.18, μπορεί να εκδοθεί απόφαση, χωρίς να καθοριστούν τα δικαιώματα των διαδίκων με πλήρη διεξαγωγή δίκης, στερώντας έτσι τον εναγόμενο από το δικαίωμα του να αντικρούσει εκτενέστερα τους ισχυρισμούς του ενάγοντα. Συνεπώς, απόφαση δυνάμει της Δ.18 πρέπει να εκδίδεται μόνο όπου υπάρχει αυστηρή συμμόρφωση με τις προϋποθέσεις που θέτει η διαταγή αυτή και μόνο σε εκείνες τις υποθέσεις τα γεγονότα των οποίων εμφανέστατα δεν αφήνουν περιθώρια οποιασδήποτε νόμιμης υπεράσπισης (Roberts v. Plant
(1985)1 Q.B.597, 603). Η πλήρωση των τριών προϋποθέσεων που θέτει η διαταγή 18, συναρτάται άμεσα με την δικαιοδοσία του Δικαστηρίου να εκδώσει συνοπτική απόφαση. Αν ο ενάγων δεν ικανοποιήσει αυτές τις προϋποθέσεις, το θέμα του κατά πόσο ο εναγόμενος έχει το δικαίωμα να υπερασπιστεί την αγωγή δεν εγείρεται. Οι προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται για να έχει το Δικαστήριο, σύμφωνα με τη Δ.18-θ.1(α) την απαραίτητη δικαιοδοσία για να εκδώσει συνοπτική απόφαση είναι οι ακόλουθοι: (I) Το κλητήριο ένταλμα πρέπει να είναι ειδικά οπισθογραφημένο δυνάμει της Δ.2-θ.6. (II) Ο Εναγόμενος πρέπει να έχει καταχωρήσει εμφάνιση. (III) Πρέπει να υπάρχει ένορκη δήλωση του Ενάγοντα ή άλλου προσώπου που μπορεί να ορκιστεί θετικά ως προς τα γεγονότα και που επαληθεύουν το αγώγιμο δικαίωμα και το ποσό που απαιτείται και δηλώνει ότι πιστεύει πως δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή. Αν ο ενάγων ικανοποιήσει τις πιο πάνω αναφερόμενες προϋποθέσεις, το βάρος μετατοπίζεται στους ώμους του εναγόμενου ο οποίος πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση ή να αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που να θεωρηθούν επαρκή για να του δώσουν το δικαίωμα να υπερασπισθεί στην υπόθεση (Kyprianides v. Ioannou
(1961)1 C.L.R.265, CYEMS CO. Ltd. v. Central Co-operative Industries Co. Ltd.
(1982)1 C.L.R.897 και Hermes Insurance Co. Ltd. v. Theodorides
(1983)1 C.L.R.333). Στην παρούσα υπόθεση οι δύο πρώτες προϋποθέσεις της Δ.18-θ.1 πληρούνται εφόσον το κλητήριο ένταλμα που έχει καταχωρηθεί είναι ειδικά οπισθογραφημένο και ο Εναγόμενος έχει καταχωρήσει εμφάνιση μέσω δικηγόρου. Ως προς την τρίτη προϋπόθεση σχετικές είναι οι ακόλουθες αποφάσεις: Stavrinides v. Ceskolovenska Obschondi Banke AS
(1972)1 C.L.R130,135-7, Symont & Co. v. Palmer's Stores
(1903)Limited
(1912)1 C.L.R.259,266-7, Αθηνούλλα Δημητρίου v. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(1997)1(B) A.A.Δ.782 και The Chain Gulf Traders Ltd. κ.α. v. Λαϊκής Τράπεζας Λτδ
(1997)1(Δ) Α.Α.Δ.
- Η Δ.18-θ.2 προνοεί ότι, μια αίτηση για συνοπτική απόφαση με βάση το θ.1 πρέπει να συνοδεύεται με αντίγραφο της ένορκης δήλωσης και των τεκμηρίων που εκεί αναφέρονται. Μια αίτηση για συνοπτική απόφαση θα πρέπει στην ουσία να συμμορφώνεται μόνο με τις αυστηρές προϋποθέσεις του θ.1(α) της Δ.
- Ένας Αιτητής που ζητά συνοπτική απόφαση χρειάζεται μόνο να επιβεβαιώσει ουσιαστικά την απαίτηση του. Όπως αναφέρεται στην Ετήσια Δικονομική Πρακτική του 1970 στη σελ.124, παρ.14-2-5, στα σχόλια της αντίστοιχης Αγγλικής Δ.
- «The verification may be by reference to the facts stated in the statement of claim thus: "the defendants are justly and truly indebted to the plaintiffs in the sum of £../ for .. and were so indebted at the commencement of this action. The particulars of the said claim appear by the statement of claim in this action.» Η υπόθεση Αθηνούλλα Δημητρίου v. Τράπεζα Κύπρου Λτδ
(1997)1(B) A.A.Δ.782, η οποία πραγματεύεται το ζήτημα, αντιπαραθέτει την περίπτωση προσώπου που μπορεί να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα, με την περίπτωση του ομνύοντα που καταθέτει με βάση τα όσα πληροφορείται και πιστεύει και εξηγεί πως η Δ.39-θ.2 περιορίζεται σε ενδιάμεσες αιτήσεις και δεν εφαρμόζεται σε τέτοιες περιπτώσεις. Αναγνωρίζεται στην περίπτωση που ο Ενάγων/Αιτητής είναι εταιρεία, πως κάποιο φυσικό πρόσωπο πρέπει να ορκιστεί στη θέση της, για να καταλήξει, πως το ζήτημα κρίνεται με βάση τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης και σε συνάρτηση με το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης, ενώ πολύ σημαντικό ρόλο διαδραματίζει και η φύση της αξίωσης. Πρέπει να σημειωθεί ότι το ζήτημα της καταλληλότητας του ομνύοντα στη βάση της Δ.18 θ.1 είναι ζήτημα που αποφασίζεται με βάση το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης του προσώπου αυτού. Ο ενόρκως δηλών για λογαριασμό των αιτητών στην υπό εξέταση υπόθεση, αναφέρει στην ένορκη δήλωση του, πως για τα γεγονότα στα οποία αναφέρεται, έχει προσωπική γνώση. Επίσης, ως προς την θέση του ότι οι Καθ΄ων η αίτηση 1 και 4 δεν έχουν οποιαδήποτε υπεράσπιση, σχετική είναι η αναφορά του που βρίσκεται στην παράγραφο 10 της ενόρκου δηλώσεως του. Δεν μου διαφεύγει ότι, στην εν λόγω αναφορά του, σημειώνει επίσης ότι τυγχάνει σχετικής δέουσας συμβουλής, ως προς την ανυπαρξία της υπεράσπισης των Καθ΄ων η αίτηση 1 και 4. Παραταύτα, παρατηρώ ότι, ο εν λόγω ισχυρισμός του παρατίθεται ως επιπρόσθετος του έτερου σχετικού ισχυρισμού του και δη ότι αποτελεί αληθινή πίστη του (και τούτο ανεξάρτητα της οποιασδήποτε σχετικής συμβουλής που έτυχε), ότι οι Καθ΄ων η αίτηση 1 και 4 δεν έχουν καμία απολύτως υπεράσπιση στην αγωγή. Το ότι η προκειμένη θέση του αποτελεί, ούτως ή άλλως, δική του πεποίθηση βασισμένη σε προσωπική γνώση γεγονότων και όχι σε γνώμη τρίτου προσώπου, προκύπτει και από το υπόλοιπο μέρος της ενόρκου δηλώσεως. Ειδικότερα σημειώνω ότι, σύμφωνα πάντα με την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, ο ομνύοντας της, είναι το πρόσωπο που έλαβε προφανώς μέρος στις διαπραγματεύσεις, καθώς επίσης και υπέγραψε το Τεκμήριο 2, εκ μέρους των Αιτητών και στην ουσία αποτελεί το πρόσωπο, που εκ μέρους των Αιτητών, ενεργεί για σκοπούς προώθησης της παρούσας αγωγής. Υπενθυμίζω επί του προκειμένου ότι, ο ενόρκως δηλών για λογαριασμό των αιτητών, δεν έχει αντεξεταστεί και συνεπώς οι εν λόγω ισχυρισμοί του παραμένουν αναντίλεκτοι. Πρέπει φυσικά στο σημείο αυτό να σημειώσω ότι, ως είναι συνταγμένη η Έκθεση Απαίτησης των αιτητών, τούτοι προωθούν την αγωγή τους επί πολλών διαζευκτικών βάσεων. Στα πλαίσια των αγορεύσεων της υπό εκδίκαση αίτησης, ο ευπαίδευτος συνήγορος των Αιτητών, διευκρίνισε ότι, οι τελευταίοι, για σκοπούς της έκδοσης της αιτούμενης συνοπτικής απόφασης, από όλες του αναφερόμενες, στην Εκθεση Απαίτησης τους, βάσεις αγωγής, προωθούν την βάση του παραδεδεγμένου λογαριασμού (account stated). Έχοντας κατά νου την εν λόγω νομική βάση και το τι νομολογιακά συνιστά παραδεδεγμένο λογαριασμό, ως τούτο προσδιορίστηκε στις υποθέσεις Επίσημος Παραλήπτης, υπό την ιδιότητα του ως εκκαθαριστής της υπό διάλυση εταιρείας Loukos Trading Co. Ltd κ.α. v. ΡΕΪΝΜΠΟΟΥ ΠΛΗΤΣΙΗΓΚ ΚΑΙ ΝΤΑΪΓΚ ΚΟ. ΛΤΔ.
(2005)1Α ΑΑΔ 610[1], καθώς επίσης και στην Demil IMPORTS - EXPORTS LTD v. Ζήνων Η. Κωνσταντινίδης Λτδ
(2011)1 ΑΑΔ 462, κρίνω ότι οι Αιτητές, με την μαρτυρία που παρουσίασαν, ικανοποίησαν την υποχρέωση που επιβάλλουν οι πρόνοιες της Διαταγής 18, για επιβεβαίωση της απαίτησης τους. Ως αποτέλεσμα και της τελευταίας πιο πάνω κρίσης μου, καταλήγω ότι και οι τρεις προϋποθέσεις που θέτει η Διαταγή 18 θεσμός 1, η τήρηση των οποίων είναι συνυφασμένη με την δικαιοδοσία του Δικαστηρίου έτσι ώστε η μη ικανοποίηση οποιασδήποτε από αυτές να στερεί από το Δικαστήριο την δικαιοδοσία να εκδώσει συνοπτική απόφαση, ικανοποιούνται. Κατ' ακολουθία, ο υπό στοιχείο 8 λόγος ένστασης, δεν μπορεί να γίνει δεκτός. Ως εκ των πιο πάνω, το βάρος απόδειξης σύμφωνα με τη νομολογία μετατοπίζεται στους ώμους των Καθ΄ων η αίτηση 1 και 4 για να ικανοποιήσουν το Δικαστήριο, είτε ότι έχουν καλή υπεράσπιση στην αγωγή είτε ότι αποκαλύπτονται τουλάχιστον τέτοια γεγονότα που τους δίνουν το δικαίωμα να υπερασπιστούν Επομένως, η οποιαδήποτε εξέταση περί απόδειξης ή μη εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης από πλευράς των Καθ΄ων η αίτηση 1 και 4, θα περιοριστεί αναφορικά και μόνο με τη συγκεκριμένη βάση αγωγής και όχι τις λοιπές που αναφέρονται στην Έκθεση Απαίτησης. Πριν προχωρήσω με την εξέταση των ισχυρισμών των Καθ΄ων η αίτηση 1 και 4, κρίνω σκόπιμο να τονίσω ότι η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου με βάση τη Δ.18 είναι τέτοια που πρέπει να ασκείται με ιδιαίτερη προσοχή και ένας Εναγόμενος που δυνατό να μπορεί να δημιουργήσει μέσω σχετικών γεγονότων την πιθανότητα έγερσης επίδικου θέματος, θα πρέπει να πάρει άδεια να υπερασπιστεί την υπόθεση έστω και αν τέτοια υπεράσπιση μπορεί να μην φαίνεται ικανή να επιτύχει σε τελική ανάλυση (Jacobs v. Booths Distillery Co.
(1901)85 L.B.262 και Knapp - Fisher v. Crish
(1936)3 All E.R.500). Όπως πολύ εύστοχα παρατήρησε ο Έντιμος Δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου (ως ήταν τότε) Γ. Νικολάου στην Εμπορική Εταιρεία Λούκος Λτδ ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε.
(2001)1 Α.Α.Δ 418 με αναφορά στην CYEMS CO v. Central Co-operative Industries
(1982)1 C.L.R 897 στις σελ. 902-905 και τις εκεί αναφερόμενες αγγλικές αποφάσεις: «Συνοπτική απόφαση δεν εκδίδεται όπου προβάλλονται σχετικοί με το θέμα ισχυρισμοί που θα μπορούσαν όσο απομακρυσμένη και αν φαίνεται η πιθανότητα επιτυχίας, να δικαιολογήσουν τη διεξαγωγή κανονικής δίκης. Εφόσον προκύπτει μεταξύ των διαδίκων διαφορά που χρήζει επίλυσης, ο εναγόμενος δεν στερείται της δυνατότητας υπεράσπισης και προβολής σχετικής επί του θέματος ανταπαίτησης, με εκ των προτέρων υπολογισμούς αναφορικά με τις πιθανότητες επιτυχίας και με ευρήματα έξω από το πλαίσιο δίκης στην αγωγή. Συνοπτική απόφαση εκδίδεται μόνο όπου το Δικαστήριο διαπιστώνει πως δεν υπάρχει στην πραγματικότητα διαφορά ώστε να δικαιολογείται η δίκη. Τέτοια διαπίστωση γίνεται όταν το πράγμα είναι προφανές και όχι ως εγχείρημα αξιολόγησης και στάθμισης. Αυτή είναι η φιλοσοφία της Δ.18 .......» Στη Hermes Insurance Co. Ltd. v. Theodorides (πιο πάνω), αναφέρθηκε ότι η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση όταν και εφόσον το βάρος μετατοπιστεί στους ώμους του Εναγομένου, πρέπει να περιέχει τέτοιες λεπτομέρειες που να τεκμηριώνουν τους ισχυρισμούς, του εναγομενου, για την ύπαρξη υπεράσπισης και ότι οι γενικοί και αόριστοι ισχυρισμοί δεν είναι από μόνοι τους αρκετοί. Η απλή αναφορά σε ισχυρισμούς γενικούς και αόριστους στερεί από τον εναγόμενο το δικαίωμα να τύχει άδειας από το Δικαστήριο για να καταχωρίσει υπεράσπιση για δύο βασικούς λόγους: (Ι) Όταν οι ισχυρισμοί που προβάλλονται είναι γενικοί και/ή αόριστοι το Δικαστήριο αδυνατεί να προβεί στην εξέταση αυτών εφόσον ελλείπει το σχετικό υπόβαθρο εκείνων των γεγονότων που το Δικαστήριο θα έπρεπε να έχει ενώπιον του για να τα εξέταζε με την αναγκαία στο στάδιο αυτό λεπτομέρεια. (ΙΙ) Η γενική και χωρίς παράθεση στοιχείων άρνηση ενός Εναγομένου προσκρούει στη νομολογιακή αρχή και βέβαια στο ίδιο λεκτικό της Δ.18-θ.1(α), ότι η ένσταση θα πρέπει να εμπεριέχει λεπτομερώς τις θέσεις του εναγομένου («condescend upon particulars»). Η αναγκαιότητα να εκτίθενται συγκεκριμένα γεγονότα και ισχυρισμοί στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση, τονίστηκε και πάλι στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Εθνική Τράπεζα της Ελλάδας Α.Ε. v. Νέστωρα Χ'Νέστωρος
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ.204. Στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Trans Middle East Trading (TMET) Limited v. Abdul Aziz Tlais
(1991)1 A.A.Δ.239 (δέστε επίσης VIDISAVA SUBOTIC v. Δήμου Στυλιανίδη,
(1998)1(Α) Α.Α.Δ.22), τονίστηκε και πάλι ο εξαιρετικός χαρακτήρας της διαδικασίας συνοπτικής απόφασης με την πιο κάτω αναφορά του έντιμου Δικαστή (ως ήταν τότε) Αρτέμη που έδωσε την απόφαση του Δικαστηρίου στις σελ. 243-244: «Η βασική αρχή που προκύπτει τόσο από τις Κυπριακές όσο και τις Αγγλικές αποφάσεις, είναι ότι η συνοπτική απόφαση πρέπει να εκδίδεται μόνο όπου είναι αναμφίβολο ότι ο εναγόμενος δεν έχει υπεράσπιση στην αγωγή. Όπου όμως δίδει στην ένορκή του δήλωση αρκετές λεπτομέρειες που να δείχνουν την ύπαρξη καλόπιστης υπεράσπισης ή να εγείρουν θέμα σε απάντηση της απαιτήσεως που θα πρέπει να εκδικάζεται ή όπου ικανοποιεί το Δικαστήριο ότι έχει καλή και ουσιαστική υπεράσπιση και ή αποκαλύπτει τέτοια γεγονότα που μπορούν να κριθούν ως αρκετά για να του δώσουν το δικαίωμα να προβάλει την υπεράσπισή του, τότε πρέπει να δίδεται τέτοιο δικαίωμα για υπεράσπιση (βλ. CYEMS CO LTD v. The Central Co-Operative Co Ltd
(1982)1 CLR 879). Έτσι είναι μόνο σε καθαρές περιπτώσεις που μπορεί το Δικαστήριο να στερήσει διάδικο από του να προβάλει την υπεράσπισή του ενώπιον του Δικαστηρίου γιατί σε διαφορετική περίπτωση τέτοια ενέργεια θα αποτελούσε άρνηση δικαιοσύνης προς τον επηρεαζόμενο διάδικο.» Ένας εναγόμενος για να εξασφαλίσει το δικαίωμα της υπεράσπισης χωρίς όρους, πρέπει να καταδείξει την ύπαρξη δικασίμου θέματος. Όπως λέχθηκε στην N.V. Caterchef Ltd v. P.C.P Electronics Ltd
(1999)1 A.A.Δ. σελ. 1912, το κριτήριο αυτό δεν ικανοποιείται, εκτός εάν παρασχεθούν λεπτομέρειες σε λογική έκταση. Διαφορετικά, θα ήταν εύκολο σχεδόν σε κάθε περίπτωση, να εξασφαλίζεται άδεια με γενικούς και αόριστους ισχυρισμούς, με αποτέλεσμα την αχρήστευση του κριτηρίου αυτού. Με βάση τις μόλις πιο πάνω αναφερόμενες αρχές, προχωρώ, ευθύς αμέσως, να εξετάσω κατά πόσο οι Καθ΄ων η αίτηση 1 και 4, έχουν καταδείξει, εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση ή τέτοια γεγονότα που να δικαιολογούν άδεια υπεράσπισης. Και τούτο στα πλαίσια εξέτασης του υπό στοιχείο 9 λόγου ένστασης των Καθ΄ων η αίτηση 1 και
- Νιώθω την ανάγκη να σημειώσω εξαρχής ότι, οι σχετικοί ισχυρισμοί των Καθ΄ων η αίτηση 1 και 4, είναι γενικοί, αόριστοι και ασαφείς. Καμία λεπτομέρεια ή επεξήγηση δεν δίδεται από αυτούς που να τεκμηριώνει τους εν λόγω ισχυρισμούς τους και/ή να παρέχει στο Δικαστήριο εκείνα τα στοιχεία που να το καθιστά ικανό να εξετάσει τα ενώπιον του εγειρόμενα ζητήματα. Στην ουσία οι σχετικοί, με την μοναδική εξεταζόμενη νομική βάση της αγωγής, ισχυρισμοί από πλευράς των Καθ΄ων η αίτηση 1 και 4, βρίσκονται στις παραγράφους 5 και 6 της ενόρκου δηλώσεως που συνοδεύει την ένσταση. Σε αυτές, ο Καθ΄ου η αίτηση 4 (ο ομνύοντας) προβαίνει σε εντελώς γενικές αναφορές περί αμφισβητούμενου οφειλόμενου υπολοίπου και/ή περί χρεώσεων παράνομων και αντικανονικών ποσών από πλευράς των Αιτητών και/ή περί χρεώσεων οι οποίες έγιναν «αντισυμβατικά» από πλευράς των τελευταίων (παράγραφος 6 της ενόρκου δηλώσεως που συνοδεύει την ειδοποίηση πρόθεσης ένστασης). Πουθενά όμως δεν δίδεται οποιαδήποτε λεπτομέρεια ή επεξήγηση ή έστω παράθεση κάποιων γεγονότων που να επεξηγούν καθοιονδήποτε τρόπο τις γενικές αυτές αναφορές των Καθ΄ων η αίτηση 1 και
- Υπενθυμίζω ότι, στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την υπό εξέταση αίτηση, επισυνάπτονται τόσο η γραπτή αναγνώριση χρέους, στην οποία αναφέρεται το αρχικό οφειλόμενο ποσό, όσο και άλλα αποδεικτικά μέσα, αναφορικά με τις κατά καιρούς αποπληρωμές από τους Εναγόμενους, μέρους της οφειλής. Υπενθυμίζω ακόμα ότι, μετά την υπογραφή του εγγράφου αναγνώρισης χρέους, καμία χρέωση δεν έγινε από πλευράς της αιτήτριας, παρά μόνο πιστώσεις, ανάλογα των κατά καιρούς πληρωμών των Εναγομένων. Σε ποιες αντισυμβατικές, παράνομες και/ή αντικανονικές χρεώσεις αναφέρετε ο Καθ΄ου η αίτηση 4 στη ένορκή του δήλωση; Αν τώρα, εκείνο που σκοπούσαν, με την συμπερίληψη της παραγράφου 6 της ενόρκου δηλώσεως του Καθ΄ου η αίτηση 4, οι Καθ΄ων η αίτηση 1 και 4, ήταν να ισχυριστούν ότι αμφισβητούν στην ουσία το ύψος του οφειλόμενου ποσού, αναμενόμενο θα ήταν να παραθέσουν τέτοια γεγονότα που να αντικρούουν τους συγκεκριμένους θετικούς και λεπτομερείς ισχυρισμούς του ενόρκως δηλούντα που συνοδεύει την αίτηση και όχι απλά με εντελώς γενικό και αόριστο τρόπο να προωθούν τις ισχυριζόμενες θέσεις τους. Παραδείγματος χάριν, είτε υποδεικνύοντας τις χρεώσεις που κατά τους ίδιους έγιναν αντισυμβατικά και/ή παρανόμως, είτε παραθέτοντας γεγονότα και/ή λεπτομέρειες αναφορικά με τις οποιεσδήποτε περαιτέρω πληρωμές έναντι της οφειλής προς υποστήριξη της θέσης τους ότι το απαιτούμενο ποσό είναι αδικαιολόγητο. Όσο δε αφορά στους ισχυρισμούς της παραγράφου 5 της ενόρκου δηλώσεως που συνοδεύει την ένσταση, είμαι της γνώμης ότι και τούτοι είναι γενικοί, αόριστοι και ασαφείς. Και αυτό γιατί, καμιά λεπτομέρεια η επεξήγηση δεν δίνεται από τους Καθ΄ων η αίτηση 1 και 4, η οποία να τεκμηριώνει τον ισχυρισμό τους ότι, οι αιτητές δια δόλου και/ή απειλών και εκφοβισμού, τους ανάγκασαν να υπογράψουν την έγγραφη αναγνώριση χρέους. Αν τώρα οι εν λόγω απειλές και/ή εκφοβισμός συνίσταντο στη θέση των Καθ΄ων η αίτηση 1 και 4 (ως τούτη εμφαίνεται στην παράγραφο 6 της ενόρκου δηλώσεως που συνοδεύει την ένσταση) ότι ο λόγος που αποδέχθηκαν οι Εναγόμενοι να υπογράψουν την έγγραφη αναγνώριση χρέους ήταν γιατί, αν δεν το έπρατταν, οι αιτητές «θα έκαναν . τα πάντα για να μην λειτουργεί το καφεστιατόριο στο υποστατικό που ενοικιάζεται από τους Εναγόμενους.», τότε σημειώνω ότι και η ρηθείσα θέση των Καθ΄ων η αίτηση 1 και 4 είναι γενική και αόριστη. Τόσο, που οι Καθ΄ων η αίτηση 1 και 4 δεν αναφέρουν καν ποιο είναι το φυσικό πρόσωπο εκ μέρους των αιτητών που προέβη στην εν λόγω απειλή. Ούτε καν τις περιστάσεις κάτω από τις οποίες εκστομίστηκε η ισχυριζόμενη απειλή. Ούτε καν αν καταγγέλθηκε το εν λόγω γεγονός σε οποιονδήποτε Αστυνομικό Σταθμό. Η δε χρήση της φράσης «θα έκαναν τα πάντα[2]», από μόνη της δεικνύει το γενικό και αόριστο του χαρακτήρα της. Θα ήταν ακριβώς αναμενόμενο, και τούτο στα πλαίσια της υποχρέωσης που επωμίζει η νομολογία στους Καθ΄ων μιας αίτησης για έκδοση συνοπτικής απόφασης, οι Καθ΄ων η αίτηση 1 και 4 να παρέθεταν λεπτομέρειες και/ή γεγονότα, ως προς τα ακριβή λόγια με τα οποία κατά των ισχυρισμό τους απειλήθηκαν και/η έτυχαν εκφοβισμού, το πρόσωπο που κατά τους ίδιους εκστόμισε την εν λόγω απειλή, τις συνθήκες κάτω από τις οποίες τούτη έγινε, καθώς επίσης και την δυνατότητα που είχαν οι Αιτητές να υλοποιήσουν την απειλή τους, ώστε ακριβώς το Δικαστήριο να δυνηθεί να εκτιμήσει, στο βαθμό που τούτο είναι αναγκαίο στο στάδιο αυτό, την ισχυριζόμενη υπεράσπιση. Ως προς δε τον ισχυρισμό περί δόλου, θα ήταν ακριβώς αναμενόμενο, οι Καθ΄ων οι αίτηση 1 και 4 να έδιδαν κάποιας μορφής λεπτομέρειες ή να προωθούσαν περαιτέρω σχετικούς ισχυρισμούς, ώστε τουλάχιστο το Δικαστήριο να ήταν δυνατό αντιληφθεί στο τι συνίστατο η οποιαδήποτε αποδιδόμενη στους αιτητές δόλια συμπεριφορά. Εκ του περισσού σημειώνω ότι, παρά την ισχυριζόμενη από πλευράς των Καθ΄ων η αίτηση 1 και 4, απειλή και/ή δόλια συμπεριφορά των αιτητών, που ήταν κατά τους πρώτους, η αιτία που υπέγραψαν την γραπτή αναγνώριση χρέους, οι Καθ΄ων η αίτηση 1 και 4 και γενικότερα οι Εναγόμενοι, όχι απλά δεν κατήγγειλαν την εν λόγω συμπεριφορά, αλλά προχώρησαν, κατά καιρούς, στην αποπληρωμή μέρους της εν λόγω οφειλής της Εναγομένης
- Έχοντας δε καταλήξει ως ανωτέρω και δη ότι, οι Καθ΄ων η αίτηση 1 και 4, δεν έχουν καταφέρει να καταδείξουν ότι έχουν καλή υπεράσπιση στην απαίτηση των Εναγόντων, η αίτηση επιτυγχάνει και εκδίδεται απόφαση υπέρ των εναγόντων και εναντίον των εναγόμενων 1 και 4, αλληλέγγυα και/η χωριστά, για το ποσό των €29.786,00, με νόμιμο τόκο επί του ποσού αυτού από τις 07.01.15 (ημερομηνία της τελευταίας καταβολής ποσού από τους Εναγόμενους έναντι της οφειλής της Εναγομένης 1), μέχρι εξοφλήσεως. Όσον αφορά στο θέμα των εξόδων, δεν βρίσκω κανένα λόγο για να παρεκκλίνω από το γενικό κανόνα ότι αυτά ακολουθούν το αποτέλεσμα, εκτός αν υπάρχει καλός λόγος για έκδοση διαφορετικής διαταγής και, συνεπώς, οι ενάγοντες δικαιούνται στα έξοδα τους. Επομένως, τα έξοδα επιδικάζονται σε βάρος των εναγόμενων-καθ'ων η αίτηση 1 και 4 και υπέρ των εναγόντων-αιτητών, ως τούτα θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ)................................. Δ. Θεοδώρου, Ε.Δ ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ /ΧΨ [1] «Παραδεδεγμένος ή εκκαθαρισμένος λογαριασμός (account stated) σημαίνει συμφωνία μεταξύ των μερών σύμφωνα με την οποία όλα τα στοιχεία του λογαριασμού καθώς και το υπόλοιπο είναι ορθά, συνδυασμένη με υπόσχεση ρητή ή εξυπακουόμενη να πληρωθεί το υπόλοιπο. Επενεργεί ως νέα σύμβαση χωρίς να είναι αναγκαία νέα αντιπαροχή και ο ενάγοντας, του οποίου η αιτία αγωγής είναι ο παραδεδεγμένος ή εκκαθαρισμένος λογαριασμός, δεν είναι υποχρεωμένος να δικογραφήσει και να αποδείξει καθένα από τα στοιχεία του εκκαθαρισμένου λογαριασμού ξεχωριστά. Η συμφωνία των μερών ότι το υπόλοιπο είναι ορθό μπορεί να συναχθεί και από την παράδοση της κατάστασης λογαριασμού και την παράλειψη του χρεώστη να ενστεί για τα ποσά του λογαριασμού, εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος. Βέβαια το τί συνιστά εύλογο χρονικό διάστημα είναι ζήτημα πραγματικό και νομικό στην κάθε περίπτωση.» [2] Υπογράμμιση δική μου cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο