← Κύπρος

Αντώνης Διάκος ν. C.Q.R. Properties Ltd, Αγωγή Αρ. 4986/2012, 30/10/2015

Αντώνης Διάκος ν. C.Q.R. Properties Ltd, Αγωγή Αρ. 4986/2012, 30/10/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2015:A446 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Θεοκλήτου, Προσ. Ε. Δ. Αγωγή Αρ. 4986/2012 ΜΕΤΑΞΥ: Αντώνης Διάκος Ενάγοντος και C.Q.R. Properties Ltd Εναγομένων ------------------------------------------------------------------------------------------ Ημερομηνία: 30 Οκτωβρίου, 2015 Για τους Αιτητές-Εναγόμενους: κος Παναγιώτης Γεωργίου για Γ. Γεωργαλλής & Συνεργάτες Για τον Καθ'ου η αίτηση-Ενάγοντα: κα Σπυρούλλα Χαραλάμπους, για Χρ. Ζαμπάς & Σία Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (Αίτηση τροποποίησης της Υπεράσπισης ημερομηνίας 5.2.2015) Με την αίτηση τους ημερομηνίας 5.2.2015, οι Αιτητές - Εναγόμενοι ζητούν διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να παρέχεται άδεια για προσθήκη, μετά την παράγραφο 3 της Υπεράσπισης, της ακόλουθης νέας παραγράφου 3Α που θα αποτελεί την ανταπαίτηση τους στην αγωγή: «3Α Οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι ένεκα της πιο πάνω συμπεριφοράς των εναγόντων, οι εναγόμενοι υπέστησαν ζημιά για την εξασφάλιση και προμήθεια νέων καταλόγων μενού από άλλη εταιρία ή/και τυπογραφείο ύψους €3,394 τα οποία ζητούν ανταπαιτητικά από τους ενάγοντες. Ειδικά: ΑΝΤΑΠΑΙΤΗΣΗ α. Ποσό €1,990 που οι Εναγόμενοι κατέβαλλαν στην εταιρία J.G. CASSOULIDES & SON LTD και επίσης το ποσό των €1,404 στην εταιρία N.D.D EIDIKES EKDOSEIS LTD για προμήθεια νέων καταλόγων μενού οι οποίοι ήταν απαραίτητοι για την σωστή και ομαλή λειτουργία του εστιατορίου 'mamasita' το οποίο ανήκει στους εναγόμενους.». Η αίτηση βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.27 Θ.3, Δ.25 Θ.1, 2, 3, 4 και 5, Δ.12 Θ. 4 και 5, Δ.48 Θ 1, 2, 4, 8 και 9, Δ.64 και στις συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου. Η αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της κας Ωραιοζήλης Χρίστου, δικηγόρου, η οποία, ως αναφέρει χειρίζεται την παρούσα υπόθεση, και στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Κατά την ετοιμασία και/ή σύνταξη της υπεράσπισης λόγω παραδρομής και/ή κεκτημένης ταχύτητας δεν περιελήφθη η ανταπαίτηση η οποία επιχειρείται να προστεθεί με την υπό κρίση αίτηση. Αναφέρει επίσης ότι, μετά την καταχώρηση της υπεράσπισης, περιήλθαν στην κατοχή τους νέα έγγραφα, τα οποία επισυνάπτονται ως Τεκμήρια 1 και 2, τα οποία αποδεικνύουν τις ζημιές των Αιτητών, και λέγει ότι η έγερση της ανταπαίτησης είναι αναγκαία ούτως ώστε οι Αιτητές να αξιώσουν σχετικές αποζημιώσεις από τον Καθ'ου η αίτηση. Ως Τεκμήριο 1 επισυνάπτεται τιμολόγιο ημερομηνίας 16.5.2012 που εκδόθηκε από την εταιρεία N.D.D. Eidikes Ekdoseis Ltd προς τους Αιτητές για το ποσό των €1.404,00, καθώς και κατάσταση λογαριασμού που παρουσιάζει το αυτό υπόλοιπο, και ως Τεκμήριο 2 επισυνάπτεται μια απόδειξη πληρωμής από τους Αιτητές ημερομηνίας 19.11.2012 προς την εταιρεία J.G. Cassoulides & Son Ltd, για το ποσό των €1.990,00, καθώς και κατάσταση λογαριασμού με υπόλοιπο €1.990,07 και 4 τιμολόγια που εκδόθηκαν το Μάιο του 2012 τα οποία συμποσούνται σε €1.990,

  1. Λέγει επιπλέον η ομνύσασα ότι ο ισχυρισμός αφορά πραγματικά γεγονότα και θα αποτελέσει νέα βάση ως προς την υπεράσπιση των Αιτητών. Λέγει, τέλος, ότι η τροποποίηση είναι λογικώς αναγκαία για τη δέουσα παρουσίαση της υπόθεσης και απονομής δικαιοσύνης μεταξύ των διαδίκων. Ο Ενάγοντας-Καθ'ου η αίτηση καταχώρησε ένσταση στην υπό εξέταση αίτηση προβάλλοντας τους εξής λόγους ένστασης: «
  2. Η Ένορκος Δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση είναι παράτυπη ή/και αντικανονική ή/και η αίτηση δεν υποστηρίζεται από νομότυπη ή/και κανονική ένορκο δήλωση.
  3. Η Ένορκος Δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση δεν αποκαλύπτει επαρκή και/ή αληθή γεγονότα που δύναται να στηρίξουν την αιτούμενη θεραπεία.
  4. Η παρούσα Αίτηση είναι αντικανονική και/ή αντίκειται στους Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς καθ' ότι η Ένορκος Δήλωση η οποία συνοδεύει την Αίτηση γίνεται από την Δικηγόρο των Εναγόμενων/Αιτητών η οποία χειρίζεται την υπόθεση και εμφανίζεται για την εν λόγω υπόθεση ενώπιον του Δικαστηρίου.
  5. Η αίτηση υποβάλλεται καθυστερημένα και/ή σε προχωρημένο στάδιο της δίκης ή/και με υπέρμετρη καθυστέρηση, η οποία δεν αιτιολογείται ή/και επαρκώς αν και ήτο εις γνώση των εναγομένων εδώ και 2 ½ χρόνια.
  6. Η αίτηση υποβάλλεται μετά που είχε καταχωρηθεί η Υπεράσπιση και μετά από αρκετές εμφανίσεις στο δικαστήριο.
  7. Η Ενόρκως δηλούσα δεν αναφέρει πότε περιήλθαν στην κατοχή της τα νέα έγγραφα τεκ. 1 και 2 και δεν δικαιολογεί την καθυστέρηση από την 14.1.2013 οπόταν και καταχωρήθηκε η έκθεση υπεράσπισης μέχρι και την 5.2.2015 οπόταν και καταχωρήθηκε η παρούσα αίτηση τροποποίησης.
  8. Οι αιτούμενες τροποποιήσεις δεν αφορούν διόρθωση της Έκθεσης Υπεράσπισης ούτε είναι αποτέλεσμα καλόπιστου λάθους και/ή αβλεψίας εκ μέρους των Αιτητών, αλλά προσπάθεια εισαγωγής νέων επίδικων θεμάτων, νέας βάσης υπεράσπισης και ανταπαίτησης και επιπρόσθετα προσπάθεια πρόκλησης περαιτέρω καθυστέρησης στην εκδίκαση της παρούσας Αγωγής.
  9. Με την αίτηση επιχειρείται η εισαγωγή νέας βάσης ως προς την υπεράσπιση των εναγομένων.
  10. Οι αιτούμενες τροποποιήσεις δεν δικαιολογούνται υπό τις περιστάσεις και/ή δεν θα ήταν ορθό και δίκαιο να επιτραπούν υπό τις περιστάσεις.». Η ένσταση βασίζεται στη Δ.25 ΘΘ1-5 και στη Δ.48 ΘΘ1-9 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και επί των συμφυών εξουσιών του Δικαστηρίου. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του Καθ'ου η αίτηση σύμφωνα με την οποία, ο ομνύοντας υιοθετεί τους λόγους ένστασης και αρνείται κάθε ισχυρισμό της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση των Αιτητών, πλην εκείνων που ρητά αποδέχεται. Λέγει επιπλέον ότι η αίτηση είναι αντικανονική εφόσον συνοδεύεται από ένορκη δήλωση που γίνεται από τη δικηγόρο των Αιτητών η οποία χειρίζεται την υπόθεση και εμφανίζεται ενώπιον του Δικαστηρίου για την εν λόγω υπόθεση. Αναφέρει επίσης ότι η ενόρκως δηλούσα δεν αναφέρει πότε ακριβώς περιήλθαν στην κατοχή της τα έγγραφα που επισυνάπτονται ως Τεκμήρια 1 και 2 στην ένορκη της δήλωση, ότι δεν επεξηγείται πότε προέκυψε η ανάγκη για την αιτούμενη τροποποίηση και ότι υπάρχει καθυστέρηση από την 14.1.2013 οπότε και καταχωρήθηκε η Υπεράσπιση των Αιτητών, η οποία δεν δικαιολογείται. Λέγει συναφώς ότι η αίτηση γίνεται με υπέρμετρη καθυστέρηση ήτοι 2 ½ χρόνια περίπου από την καταχώρηση της αγωγής και 2 χρόνια από την καταχώρηση της Υπεράσπισης. Περαιτέρω, αναφέρει ότι οι αιτούμενες τροποποιήσεις δεν είναι αποτέλεσμα καλόπιστου λάθους ή/και αβλεψίας εκ μέρους των Αιτητών, αλλά προσπάθεια εισαγωγής νέων επίδικων θεμάτων, νέας βάσης υπεράσπισης και ανταπαίτησης. Λέγει τέλος ότι η αίτηση για τροποποίηση είναι αντινομική και δεν μπορεί να εγκριθεί επειδή αποτελεί προϊόν δεύτερης σκέψης, λόγω της μακράς και αδικαιολόγητης καθυστέρησης. Ζητεί τέλος την απόρριψη της αίτησης. Η Διαδικασία Κατά την ακροαματική διαδικασία, οι συνήγοροι περιορίστηκαν σε γραπτές αγορεύσεις με τις οποίες υποστήριξαν τις θέσεις τους, και ουδείς εκ των ενόρκως δηλούντων αντεξετάστηκε. Αναφορά στις θέσεις των δύο πλευρών θα γίνει στα πλαίσια ανάλυσης της νομικής πτυχής της αίτησης. Νομική Πτυχή Η υπό κρίση αίτηση όπως έχω ήδη αναφέρει στηρίζεται, μεταξύ άλλων, στη Δ.25, Θ.1[1] των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, η οποία προβλέπει τα εξής: «
  11. The Court or a Judge may, at any stage of the proceedings, allow either party to alter or amend his indorsement or pleadings, in such manner and on such terms as may be just, and all such amendments shall be made as may be necessary for the purpose of determining the real questions in controversy between the parties.» Και σε ελληνική μετάφραση: «Το Δικαστήριο, ή ο Δικαστής, μπορεί σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας να επιτρέψει σε οποιοδήποτε διάδικο να αλλάξει ή να τροποποιήσει το γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα ή τα δικόγραφα του με τέτοιο τρόπο και κάτω από τέτοιους όρους που θα κρίνει δίκαιο, και όλες οι αναγκαίες τροποποιήσεις θα γίνονται οι οποίες θα είναι αναγκαίες για το σκοπό της διαλεύκανσης των πραγματικών θεμάτων, για τα οποία οι διάδικοι έχουν διαφορές»[2]. Σύνοψη της νομολογίας έγινε σχετικά πρόσφατα από το Ανώτατο Δικαστήριο στην, Πολ. Εφ. 58/2012, Kayat Trading Limited v. Genzyme Corporation, ημερ. 4.3.2013, στην οποία η αίτηση τροποποίησης καταχωρήθηκε μετά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας και αφού ακούστηκε αριθμός μαρτύρων: «Οι αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου σε σχέση με αιτήσεις που έχουν ως νομικό υπόβαθρο τις πρόνοιες του κ. 1 της Δ.25, όπως είναι η παρούσα περίπτωση, έχουν γίνει αντικείμενο εξέτασης και λεπτομερούς ανάλυσης σε πληθώρα υποθέσεων[3]. Το συμπέρασμα που μπορεί με ασφάλεια να συναχθεί από τη σχετική νομολογία, είναι ότι το θέμα, τροποποίησης δικογράφων, ανάγεται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου η οποία ασκείται φιλελεύθερα και δεν διέπεται από άκαμπτους κανόνες, αλλά από διάφορους παράγοντες, η βαρύτητα των οποίων ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Η βασική αρχή η οποία πηγάζει μέσα από την εν λόγω νομολογία είναι, όπως πολύ εύστοχα επισημάνθηκε στην υπόθεση Clive Preece: "Αίτηση για τροποποίηση δικογράφου μπορεί να εγκριθεί σε κάθε στάδιο της διαδικασίας εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις οι οποίες καθιστούν την τροποποίηση απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης. Το συμφέρον της δικαιοσύνης αποτιμάται ύστερα από συνεκτίμηση όλων των παραγόντων της κάθε υπόθεσης, συμπεριλαμβανομένων και των επιπτώσεων που ενδεχομένως θα προκληθούν στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Βλ. Εθν. Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. κ.α. ν. Βιομ. Χαρ. Αλωνεύτης Λτδ κα

(2002)1(Α) ΑΑΔ 237. Στην Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου
(1991)1 ΑΑΔ 934 έχει ειπωθεί ότι η σύγχρονη τάση είναι να επιτρέπουν τα δικαστήρια τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμα και όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα." Επίσης, όπως υποδείχθηκε στην υπόθεση Αρτέμιος Παπαχρυσοστόμου: "Στις περιπτώσεις όπου ο προσδιορισμός της ουσίας της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων και η αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών επιβάλλουν την τροποποίηση των δικογράφων, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται υπέρ της έγκρισης της αίτησης νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί βλάβη ή αδικία στην άλλη πλευρά η οποία δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα ή ο αιτητής δεν ενεργεί κακόπιστα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της οποιασδήποτε καθυστέρησης στη διατύπωση των θέσεων του αιτητή, ποικίλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη τροποποίησης δικογράφων, όμως η άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου στο στάδιο αυτό, ασκείται με φειδώ. Τέλος μπορεί να λεχθεί ότι η εισαγωγή ενός νέου θέματος δεν συνεπάγεται κατ' ανάγκη και την απόρριψη της αίτησης, νοουμένου όμως ότι δεν έχει καταλυτικές συνέπειες για την αντίδικη πλευρά." [.....] Στην κρινόμενη περίπτωση, λαμβανομένων υπόψη όλων των περιστάσεων και ειδικότερα την απουσία κακοπιστίας από πλευράς εφεσειόντων, καταλήγουμε ότι το συμφέρον της δικαιοσύνης επιβάλλει την άσκηση της επί του προκειμένου διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου υπέρ της έγκρισης της αίτησης για τροποποίηση.» Στην υπόθεση Στέλιος Φοινιώτης v. Greenmar Navigation Ltd & others
(1989)1 ΑΑΔ (Δ) 33 (υπόθεση Ναυτοδικείου), στις σελ. 36 και 37, συνοψίστηκαν από το Δικαστή Πική (όπως ήταν τότε) οι αρχές που διέπουν το ζήτημα της τροποποίησης, ως ακολούθως: « Οι αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου μπορεί να συνοψιστούν ως εξής:
(1)Η τροποποίηση της δικογραφίας επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας δεδομένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης.
(2)Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης όπως διαγράφονται στην συγκεκριμένη υπόθεση συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το άρθρο 30.2 του συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διάδικου.
(3)Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο δηλαδή ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Το αποδεικτικό βάρος για τη αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στην διατύπωση των θέσεων του αιτητή ποικίλλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση διατάγματος για την τροποποίηση.
(4)Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη της τροποποίησης υπεράσπισης. Στο στάδιο αυτό όμως η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ, λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από τη προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου. Στην υπόθεση Hipgrave v. Case, 28 Ch. D. 361 υποδείχθηκε ότι το Δικαστήριο αντιμετωπίζει με διστακτικότητα αιτήσεις για τροποποίηση της δικογραφίας κατά την δίκη.». Σε σχέση με την ευρεία διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, στην υπόθεση Ε.Φιλίππου Λτδ v. Compass Insurance Co. Ltd
(1990)1 A.A.Δ. 24, στη σελ. 26 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Τα συμφέροντα της δικαιοσύνης είναι ο παράγων ο οποίος δεσπόζει στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Τα στοιχεία τα οποία συνθέτουν και προσδιορίζουν τα συμφέροντα της δικαιοσύνης εξισορροπούνται μετά από την συνεκτίμηση των συμφερόντων των διαδίκων και των ευρύτερων συμφερόντων της δικαιοσύνης για τελεσφόρο επίλυση όλων των συναφών διαφορών μεταξύ τους καθώς και των συμφερόντων του δημοσίου στην εξασφάλιση της ταχείας απονομής της δικαιοσύνης». Όπως περαιτέρω αποφασίστηκε στην υπόθεση Νικολάου v. Μιλτιάδους κ.ά.
(2007)1 (Β) Α.Α.Δ. σελ. 1005: «Κατά την εξέταση του θέματος, το δικαστήριο βασίζεται σε διάφορους παράγοντες, αλλά τελικά ο κρίσιμος παράγοντας είναι η ανάγκη για προσδιορισμό των επιδίκων θεμάτων και η διαπίστωση των θέσεων των διαδίκων. Τροποποίηση μπορεί να επιτραπεί, ασχέτως του αν επιδείχθηκε αμέλεια και καθυστέρηση από διάδικο, αν αυτό απαιτεί το συμφέρον της δικαιοσύνης. Η άδεια για τροποποίηση δίδεται ευκολότερα στα αρχικά στάδια, αλλά τούτο μπορεί ακόμα να γίνει και σε πολύ προχωρημένο στάδιο, μέχρι και το τελικό στάδιο της διαδικασίας, αν δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο. Ο όρος ανεπανόρθωτη ζημιά χρησιμοποιείται με την έννοια του ότι αυτή δεν μπορεί να αποκατασταθεί με την καταβολή εξόδων.». Τέλος, στην υπόθεση Κώστας Παφίτης & Υιοί Λτδ ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(2012)1 ΑΑΔ 745, αποφασίστηκαν τα ακόλουθα: «Ο παράγοντας καθυστέρησης λαμβάνεται υπόψη όμως, σύμφωνα με τη νομολογία, δεν είναι καθοριστικός στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου, αλλά συνυπολογίζεται με όλους τους υπόλοιπους παράγοντες. Όπως ορθά επεσήμανε το πρωτόδικο δικαστήριο, υπήρξε καθυστέρηση, αλλά αυτή δεν ήταν ούτε υπέρμετρη, ούτε αδικαιολόγητη. Η αίτηση για τροποποίηση μπορεί να καταχωρίστηκε περίπου τριάμισι χρόνια μετά την καταχώρηση της Έκθεσης Υπεράσπισης, αλλά δόθηκαν τέτοιες εξηγήσεις, που εύλογα το δικαστήριο τις συνυπολόγισε με τους υπόλοιπους παράγοντες προτού αποφασίσει. Όπως αναφέρθηκε, η υπόθεση ήταν σχετικά περίπλοκη. [......] Για να αποδειχθεί κακοπιστία, χρειάζεται επαρκής μαρτυρία από την οποία να εξάγεται αβίαστα το σχετικό συμπέρασμα, εφόσον με τη διαπίστωση ύπαρξης κακοπιστίας, η αίτηση συνήθως οδηγείται σε απόρριψη. Όμως, στην προκειμένη περίπτωση, δεν έχουμε εντοπίσει σαφή στοιχεία που να υποστηρίζουν τους ισχυρισμούς των Εφεσειόντων, περί ύπαρξης κακοπιστίας. Το μόνο στοιχείο που τέθηκε ενώπιον του πρωτόδικου δικαστηρίου, είναι ότι ο Εφεσίβλητος γνώριζε από πολλού ότι η Έκθεση Υπεράσπισης έχρηζε τροποποίησης και δεν έπραξε οτιδήποτε. Όμως ο Εφεσίβλητος εξήγησε ότι για ένα μέρος του χρόνου, ανέμενε συμπληρωματικά γεγονότα από το μηχανικό του έργου, ο οποίος ήταν άρρωστος. Όμως, ακόμη και αν η καθυστέρηση οφειλόταν σε λάθος ή σε αμέλεια, με κανένα τρόπο δεν θα μπορούσε να εξισωθεί με κακοπιστία. Δεν έχουν τεθεί ενώπιον μας στοιχεία που να δείχνουν ή από τα οποία εμείς να συμπεράνουμε ότι σκόπιμα καθυστέρησε η καταχώρηση της αίτησης με απώτερο στόχο την καθυστέρηση της εκδίκασης της αγωγής.» Για να δοθεί μια ολοκληρωμένη εικόνα, σημειώνω ότι η αγωγή του Ενάγοντα-Καθ'ου η αίτηση, η οποία καταχωρήθηκε στις 19.7.2012, αφορά σε απαίτηση για μη τιμηθείσα επιταγή (η οποία επιστράφηκε με την ένδειξη «STOP PAYMENT») για το ποσό των €4.300 η οποία εκδόθηκε από τους Εναγόμενους εις διαταγή του Ενάγοντα, έναντι νομίμου ανταλλάγματος. Οι Εναγόμενοι, με την Υπεράσπιση τους την οποία καταχώρησαν στις 14.1.2013, ισχυρίζονται ότι ο λόγος της ανάκλησης της επιταγής ήταν η αθέτηση και/ή πλημμελής εκτέλεση συμφωνίας μεταξύ των μερών για παροχή υπηρεσιών γραφιστικής από υπαιτιότητα του Ενάγοντα, παρόλο που είχε ήδη παραλάβει σχετική προκαταβολή. Ισχυρίζονται επίσης ότι έδωσαν οδηγίες στην τράπεζα τους για ανάκληση της επιταγής, εξηγώντας τους ειδικούς λόγους της ανάκλησης ισχυριζόμενοι ότι αυτοί συνιστούν εύλογη αιτία. Ο Ενάγοντας, με την Απάντηση στην Υπεράσπιση που καταχώρησε στις 3.12.2013, αρνείται τον ισχυρισμό περί εύλογης αιτίας για την ανάκληση της επιταγής και ισχυρίζεται ότι ουδέποτε ετέθη θέμα αθέτησης και/ή πλημμελούς εκτέλεσης συμφωνίας μεταξύ των μερών, και ουδέποτε οι Εναγόμενοι παραπονέθηκαν για την ύπαρξη προβλήματος στη μεταξύ τους συμφωνία. Οι λόγοι για τους οποίους ο Καθ'ου η αίτηση ενίσταται στην αιτούμενη τροποποίηση αναφέρθηκαν πιο πάνω, και θα μπορούσαν να συνοψισθούν ως ακολούθως: η αίτηση και η ένορκη δήλωση είναι παράτυπες και/ή αντικανονικές επειδή η αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση που γίνεται από τη δικηγόρο που χειρίζεται την υπόθεση και εμφανίζεται ενώπιον του Δικαστηρίου για την υπόθεση (λόγοι ένστασης αρ. 1 και 3), η αίτηση υποβάλλεται με υπέρμετρη καθυστέρηση η οποία δεν αιτιολογείται και/ή δεν αιτιολογείται επαρκώς (λόγοι ένστασης αρ. 4, 5 και 6), οι αιτούμενες τροποποιήσεις δεν αφορούν σε διόρθωση της Υπεράσπισης ούτε και είναι το αποτέλεσμα καλόπιστου λάθους και/ή αβλεψίας, αλλά αποτελούν προσπάθεια εισαγωγής νέων επίδικων θεμάτων και νέα βάση υπεράσπισης και ανταπαίτησης και προσπάθεια πρόκλησης περαιτέρω καθυστέρησης στην εκδίκαση της αγωγής (λόγοι ένστασης 7 και 8), η ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση δεν αποκαλύπτει επαρκή και/ή αληθή γεγονότα που να στηρίζουν την αιτούμενη θεραπεία (λόγος ένστασης αρ. 2), και οι αιτούμενες τροποποιήσεις δεν δικαιολογούνται υπό τις περιστάσεις και/ή δεν θα ήταν ορθό και δίκαιο να επιτραπούν υπό τις περιστάσεις (λόγος ένστασης αρ. 9) Έχω μελετήσει με μεγάλη προσοχή τόσο την αίτηση των Αιτητών, όσο και την ένσταση του Καθ'ου η αίτηση, καθώς και τις ένορκες δηλώσεις που υποβλήθηκαν προς υποστήριξη αυτών, ως και τις γραπτές αγορεύσεις που καταχώρησαν οι συνήγοροι των δύο πλευρών. Ξεκινώντας από τους λόγους ένστασης αρ. 1 και 3 που αφορούν στην αντικανονικότητα της αίτησης και της ένορκης δήλωσης που τη συνοδεύει λόγω του ότι η ένορκη δήλωση έγινε από τη δικηγόρο που χειρίζεται την υπόθεση, σημειώνω τα εξής: Το Ανώτατο Δικαστήριο έχει πράγματι πολλές φορές υποδείξει ότι είναι ανεπιθύμητο οι δικηγόροι να προβαίνουν σε ένορκες δηλώσεις προς υποστήριξη θέσεων πελατών τους. Η θέση αυτή αναφέρεται ειδικότερα στις περιπτώσεις που ο δικηγόρος, ο οποίος χειρίζεται προσωπικά την υπόθεση του πελάτη του, καθίσταται και μάρτυρας στα πλαίσια της υπόθεσης αυτής (μεταξύ άλλων, Ahapittas v. Roc-Chik Ltd
(1968)1 C.L.R. 1, σελ. 2 - 3 και Re Efthymiou
(1987)1 C.L.R. 329, σελ. 334 - 335 και Thanos Hotels Ltd v Ιωάννου
(1991)1 ΑΑΔ 1036, σελ. 1041). Η δε ταυτόχρονη ιδιότητα του μάρτυρα και του δικηγόρου στην ίδια υπόθεση, δυνατό να συνιστά πειθαρχικό αδίκημα, όπως επισημάνθηκε στην υπόθεση Κεσίδης ν Αστυνομίας
(2008)2 ΑΑΔ 589, σελ. 592 - 593, αφού σύμφωνα με τις πρόνοιες του Κανονισμού 13
(5)των Κανονισμών Δεοντολογίας του 2002, «σε περίπτωση που δικηγόρος θα είναι μάρτυρας σε υπόθεση, οφείλει να μην εμφανιστεί πλέον και ως δικηγόρος .». Σύνοψη της επί του εξεταζόμενου θέματος νομολογίας και των σχετικών αρχών έγινε στην υπόθεση Dmitry Rybolovlev v Elena Rybolovleva
(2010)1A ΑΑΔ 82, σελ. 93 - 94, ως ακολούθως: «Το θέμα της κατάρτισης και υποβολής σε δικαστική διαδικασία ένορκης δήλωσης από δικηγόρο, διέπεται από καλά καθιερωμένες αρχές που εκπηγάζουν από τη νομολογία. Αν χρειάζεται να τις συνοψίσουμε ξανά, θα λέγαμε ότι γενικά ομιλούντες, μια ένορκη δήλωση δεν αποκλείεται απλά επειδή ο ομνύων είναι δικηγόρος. Οι δικηγόροι όμως θα πρέπει να αποστασιοποιούνται από τα γεγονότα που σχετίζονται με τα επίδικα θέματα και τυγχάνει γενικά ανεπιθύμητο να εμφανίζονται ως μάρτυρες ή ενόρκως δηλούντες σε δικαστική διαδικασία στην οποία εκπροσωπούν διάδικο, εκτός εάν αυτό είναι αναγκαίο. Αφ' ης όμως στιγμής δικηγόρος έχει με τον ένα ή άλλο τρόπο καταστεί μάρτυρας γεγονότων, τότε κωλύεται, λόγω ασυμβιβάστου, να συνεχίζει να εμφανίζεται χειριζόμενος την υπόθεσή του πελάτη του ως δικηγόρος. (Ahapittas v. Roc-Chic Ltd
(1968)1 C.L.R. 1, In re Efthymiou
(1987)1 C.L.R. 319, Thanos Hotels Ltd v. Ιωάννου
(1991)1 Α.Α.Δ. 1036). Στις πιο πάνω καλά καθιερωμένες αρχές δεν κρίνουμε ορθό να προσθέσουμε ή να αναγνωρίσουμε και άλλη αρχή σύμφωνα με την οποία εάν ο ομνύων είναι δικηγόρος και δεν επεξηγεί με επάρκεια γιατί προβαίνει ο ίδιος στην ένορκη δήλωση και όχι ο πελάτης του, τότε η ένορκη δήλωση πάσχει και θα πρέπει ν' αγνοηθεί ή απορριφθεί. [......] Με αυτά ως δεδομένα, μπορούμε να δεχθούμε ως αρχή της νομολογίας αναφορικά με το θέμα παροχής εξήγησης ως προς το γιατί ομνύων είναι δικηγόρος και όχι διάδικος ή άλλο πρόσωπο, ότι κάποια εξήγηση προς τούτο απαιτείται, εκεί όπου δεν προκύπτει υπό τις περιστάσεις ένας εμφανής καλός λόγος, όπως είναι η διαμονή του διαδίκου στο εξωτερικό και/ή άλλες εγγενείς δυσχέρειες οι οποίες δεν θα επέτρεπαν στον ίδιο να είναι ενόρκως δηλών.» Στην Πολ. Έφ. 234/2011, Investylia Public Company Ltd v Ιωάννου, απόφαση ημερ. 7.3.2014 σε αίτηση για τροποποίηση της έφεσης, το Ανώτατο Δικαστήριο, με αναφορά στην απόφαση ημερ. 13.6.2013 στην Πολιτική Έφεση 236/10 Investylia Public Company Ltd ν. Τζοζεφίν Γαβριηλίδου, επανέλαβε ότι «Η απαγόρευση αφορά την όμνυση ένορκης δήλωσης από δικηγόρο, ο οποίος είναι ή στη συνέχεια της διαδικασίας, καθίσταται μάρτυρας γεγονότων οπότε και θεωρείται ασυμβίβαστος ο περαιτέρω εκ μέρους του χειρισμός της υπόθεσης ... » Τέλος, στην υπόθεση Χριστοδούλου ν Αγαθοκλέους
(1996)1Β ΑΑΔ 1203, στη σελ. 1206 διαβάζουμε τα ακόλουθα: «Για τους σκοπούς όμως της παρούσας υπόθεσης αρκεί να σημειώσουμε πως δεν υπάρχει τίποτε που να αποκλείει πρόσωπο που γνωρίζει γεγονότα σχετικά προς επίδικο ζήτημα να καταθέτει ως μάρτυρας, επειδή είναι δικηγόρος. Το ασυμβίβαστο όπου υπάρχει, αφορά στην ταυτόχρονη ανάληψη της ιδιότητας του δικηγόρου στην ίδια υπόθεση, (βλ. συναφώς Περέλλα Τζεννάρο (Αρ.1)
(1995)1 Α.Α.Δ. 356.» Η υπό κρίση αίτηση για τροποποίηση έγινε από το δικηγορικό γραφείο Γ. Γεωργαλλής & Συνεργάτες, δικηγόρους των Εναγομένων-Αιτητών, και τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται φαίνονται στην ένορκη δήλωση της κας Ωραιοζήλης Χρίστου, η οποία αναφέρει ότι είναι η δικηγόρος των Εναγομένων-Αιτητών στην παρούσα αγωγή, την οποία χειρίζεται. Από τα πρακτικά που υπάρχουν στο φάκελο του Δικαστηρίου διαφαίνεται ότι όντως η κα Χρίστου είχε εμφανισθεί ενώπιον του Δικαστηρίου για την υπό κρίση αίτηση στις 9.2.2015 και στις 16.3.2015, όμως, μετά την καταχώρηση της ένστασης των Καθ'ων η αίτηση, η κα Χρίστου έπαυσε να εμφανίζεται ως δικηγόρος στην εν λόγω αίτηση. Ούτε και χειρίστηκε την παρούσα αίτηση κατά την ακροαματική διαδικασία στις 8.10.2015, ημερομηνία κατά την οποία εμφανίσθηκε στο Δικαστήριο ο κος Παναγιώτης Γεωργίου, ο οποίος και ετοίμασε και υπέγραψε την αγόρευση που κατατέθηκε στο Δικαστήριο προς υποστήριξη της αίτησης των Αιτητών. Συνεπώς, το όποιο ασυμβίβαστο στον ταυτόχρονο χειρισμό της υπόθεσης από την κα Χρίστου, η οποία είχε και την ιδιότητα του μάρτυρα σε αυτή, εξέλειπε. Πέραν όμως των ανωτέρω, σημειώνω ότι η αιτούμενη τροποποίηση, σύμφωνα με την ένορκη δήλωση που συνοδεύει αυτήν, κατέστη αναγκαία επειδή «κατά την ετοιμασία και/ή σύνταξη της έκθεσης υπεράσπισης λόγω παραδρομής και/ή κεκτημένης ταχύτητας δεν περιελήφθη η ανταπαίτηση». Τούτη η θέση της ενόρκως δηλούσας φανερώνει ότι στην προκειμένη περίπτωση, κατάλληλο πρόσωπο για να δώσει μαρτυρία προς υποστήριξη της αίτησης και εξήγηση για την εξ' αρχής παράλειψη συμπερίληψης της ανταπαίτησης, είναι οι δικηγόροι των Αιτητών, οι οποίοι «ετοίμασαν και/ή συνέταξαν» την υπεράσπιση, παραλείποντας λόγω «παραδρομής και/ή κεκτημένης ταχύτητας» να περιλάβουν την ανταπαίτηση που επιδιώκεται με την παρούσα αίτηση να προστεθεί. Στη βάση των ανωτέρω οι λόγοι ένστασης αρ. 1 και 3 δεν μπορούν να επιτύχουν. Προχωρώ τώρα στους λόγους ένστασης αρ. 4, 5 και 6 που αφορούν στο θέμα της καθυστέρησης. Στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση των Αιτητών, αναφέρει η ομνύσασα ότι η ανταπαίτηση που σκοπείται τώρα να προστεθεί δεν περιλήφθηκε εξ' αρχής, κατά την ετοιμασία και σύνταξη της Υπεράσπισης, «λόγω παραδρομής και/ή κεκτημένης ταχύτητας». Αναφέρει επίσης ότι μετά την καταχώρηση της Υπεράσπισης περιήλθαν στην κατοχή τους νέα έγγραφα, τα οποία επισυνάπτει στην ένορκη της δήλωση ως Τεκμήρια 1 και 2, τα οποία αποδεικνύουν (κατά τη θέση της βέβαια) τις ζημιές των Αιτητών. Από την άλλη, είναι η θέση του Καθ'ου η αίτηση ότι η αίτηση τροποποίησης έχει υποβληθεί με υπέρμετρη καθυστέρηση και σε προχωρημένο στάδιο της δίκης, ότι η καθυστέρηση δεν αιτιολογείται και/ή δεν αιτιολογείται επαρκώς αν και ήταν εις γνώση των Αιτητών εδώ και 2 ½ χρόνια. Είναι επιπλέον η θέση του ότι η αίτηση υποβάλλεται μετά την καταχώρηση της Υπεράσπισης και μετά από αρκετές εμφανίσεις στο Δικαστήριο. Είναι τέλος η θέση του ότι η ενόρκως δηλούσα για τους Αιτητές δεν αναφέρει πότε περιήλθαν εις γνώση της τα έγγραφα που επισυνάπτει ως Τεκμήρια 1 και 2 στην ένορκη της δήλωση, τα οποία βρίσκονται στην κατοχή των Αιτητών πολύ πριν την καταχώρηση της υπεράσπισης αφού ανάγονται στο έτος 2012, ούτε και δικαιολογεί την καθυστέρηση μεταξύ της 14.1.2013 (οπότε και καταχωρήθηκε η Υπεράσπιση) μέχρι και την 5.2.2015 (οπότε και καταχωρήθηκε η παρούσα αίτηση). Πράγματι, παρατηρώ, η κα Χρίστου στην ένορκη της δήλωση, δεν αναφέρει πότε ακριβώς περιήλθαν στην κατοχή της τα νέα έγγραφα. Εξετάζοντας, όμως, το θέμα της καθυστέρησης και το ότι αυτή, κατά τη θέση του Καθ'ου η αίτηση δεν δικαιολογείται, σημειώνω ότι σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της ενόρκως δηλούσας για τους Αιτητές, η μη εξ' αρχής συμπερίληψη της ανταπαίτησης αιτιολογείται και αποδίδεται σε παραδρομή και/ή κεκτημένη ταχύτητα κατά την ετοιμασία της Υπεράσπισης. Δεν έχει, λοιπόν, ιδιαίτερη σημασία το γεγονός ότι η κα Χρίστου δεν αναφέρει πότε ακριβώς περιήλθαν στην κατοχή τους τα έγγραφα, αφού από την παράγραφο 3 της ένορκης της δήλωσης προκύπτει ότι πρόθεση ήταν η εξ' αρχής έγερση της ανταπαίτησης, η οποία λόγω παραδρομής και/ή κεκτημένης ταχύτητας κατά τη σύνταξη της υπεράσπισης, δεν περιλήφθηκε σ' αυτήν. Όπως καθαρά προκύπτει από τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, η σύγχρονη τάση είναι τα Δικαστήρια να επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμη και όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης νοουμένου βέβαια ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα (Χριστοδούλου v. Χριστοδούλου κ.α.
(1991)1 ΑΑΔ 934, 938, Οργανισμός Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου ν. Χαρίδη
(2011)1 Α.Α.Δ. 825), και εάν το αίτημα αυτό είναι αναγκαίο για να τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου όλοι οι αναγκαίοι ισχυρισμοί και υποβάλλεται καλόπιστα. Το ζήτημα υπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, γνώμονας της οποίας είναι το σύνολο των περιστατικών της υπόθεσης (Ταξί Κυριάκος Λτδ ν. Παύλου
(1995)1 Α.Α.Δ 560). Στην υπόθεση Νικολάου (ανωτέρω) καθόσον αφορά το θέμα της αιτιολόγησης της καθυστέρησης, το Ανώτατο Δικαστήριο επισήμανε τα εξής: «Αναφέρει, μεταξύ άλλων, ο πρωτόδικος Δικαστής ότι δεν δικαιολογήθηκε επαρκώς η καθυστέρηση για την υποβολή της αίτησης, δίδοντας υπερβολική βαρύτητα στον παράγοντα αυτό. Αυτό δεν μας βρίσκει σύμφωνους. Εν όψει της νομολογίας, κρίνουμε πως όπου δεν προκαλείται ζημιά ακόμη και η μη πλήρως αιτιολογηθείσα καθυστέρηση δεν μπορεί να στερεί το διάδικο του δικαιώματος να αποφασίζονται όλα τα επίδικα θέματα που εγείρει. Το ουσιωδέστερο είναι, όπως τονίσαμε και πιο πάνω, να δοθεί η ευκαιρία στους διαδίκους να κριθούν όλες οι πραγματικές διαφορές μεταξύ τους.». Παρομοίως, στην υπόθεση Clive Preece v. Νάσω Ρωσσίδου
(2011)1 ΑΑΔ 2138, λέχθηκαν τα εξής: «Οι εφεσείοντες μπορεί να μην κατάφεραν να δικαιολογήσουν με απόλυτη πειστικότητα την καθυστέρηση που παρατηρήθηκε στην προώθηση του δικονομικού διαβήματος. Ωστόσο, η μερική αυτή αδυναμία δεν έπρεπε να οδηγήσει στην απόρριψη της αίτησης εφόσον το πλέον ουσιώδες υπό τις περιστάσεις κριτήριο ήταν η στάθμιση των παραγόντων που θα αποτελούσαν το εχέγγυο για την ορθή απονομή της δικαιοσύνης.» Ειδικά για τις περιπτώσεις που ως λόγος τροποποίησης προβάλλεται το λάθος και/ή η αμέλεια του δικηγόρου ή διαδίκου κατά την αρχική σύνταξη του δικογράφου (όπως δηλαδή και στην παρούσα περίπτωση), στην υπόθεση Federal Bank of Lebanon v. Σιακόλα,
(1999)1 ΑΑΔ 44, ο Νικολάου Δ. (όπως ήταν τότε), αναφερόμενος στην αγγλική υπόθεση Associated Leisure Ltd & Others v. Associated Newspaper Ltd
(1970)1 All E.R. 754, είπε τα εξής: «Κατ' ακρίβειαν, όπως υπέμνησε ο δικαστής Edmund Davies στην εν λόγω Αγγλική υπόθεση, η αρχή διατυπώθηκε με πληρότητα από το δικαστή Bown στην Cropper v. Smith
(1884)26 Ch.D.700 με τα εξής (στις σελ. 710-711): ". I know of no kind of error or mistake which, if not fraudulent or intended to overreach, the Court ought not to correct, if it can be done without injustice to the other party. Courts do not exist for the sake of discipline, but for the sake of deciding matters in controversy, and I do not regard such amendment as a matter of favour or grace .. It seems to me that as soon as it appears that the way in which a party has framed his case will not lead to a decision of the real matter in controversy, it is as much a matter or right on his part to have it corrected, if it can be done without injustice, as anything else in the case is a matter of right".». Παρομοίως, στην αγωγή Ναυτοδικείου United Sea Transport Co. Ltd & Another v. Stavros Zakou
(1980)1 CLR 510 σελ. 515 αναφέρθηκαν τα εξής: «The general principles as to when leave to amend should be given are stated by L.J. Bramwell in the case of Tildesley v. Harper, 10 Ch.D. 393 at page 396: "My practice has always been to give leave to amend unless I have been satisfied that the party applying was acting mala fide, or that, by his blunder he had done some injury to his opponent which could not be compensated for by costs or otherwise". However negligent or careless may have been the first omission and however late the proposed amendment, the amendment should be allowed if it can be made without injustice to the other side. There is no injustice if the other side can be compensated by costs. Before the hearing leaves is readily granted, on payment of the costs occasioned, unless the opponent will be placed in a worse position than he would have been if the amended pleading had been delivered in the first instance. (Steward v. North Metropolitan Transways Co. 16 Q.B.D. 556.).». Στην υπόθεση Astor Co. κ.α. ν. Α & G Leventis Ltd κα
(1993)1 Α.Α.Δ. 726, λέχθηκε ότι σε αιτήσεις για τροποποίηση δικογράφων ο παράγοντας χρόνος είναι μεν σχετικός και συνεκτιμάται ως λογική απόρροια του άρθρου 30
(2)του Συντάγματος, αν και ο παράγοντας αυτός δεν είναι καθοριστικός υπό την έννοια ότι δεν πρέπει από μόνος του να οδηγεί σε απόρριψη. Εξάλλου στην υπόθεση SABA & Co. ν. T.M.P. Agents
(1994)1 Α.Α.Δ. 426 λέχθηκε ότι: « .δεν συμφωνούμε πως καλόπιστη αίτηση για τροποποίηση προς κάλυψη πραγματικής και σημαντικής ανάγκης θα πρέπει να απορριφθεί επειδή, ανεξάρτητα από οτιδήποτε άλλο, η καθυστέρηση δικαιολογήθηκε με αναφορά σε αβλεψία ή παραδρομή..» Οι υποθέσεις Γραμμές Στρίντζη Αιγαίου Ναυτική Εταιρεία ν. Επίσημου Παραλήπτη
(1995)1 ΑΑΔ 607 και United Sea Transport Ltd v. Zakou
(1980)1 CLR 510, στις οποίες παραπέμπουν οι ευπαίδευτοι συνήγοροι του Καθ'ου η αίτηση διαφοροποιούνται, κατά τη γνώμη μου από την παρούσα περίπτωση. Στην πρώτη υπόθεση, το αίτημα των εκεί εναγομένων για τροποποίηση υποβλήθηκε μετά την αποπεράτωση της υπόθεσης των εναγόντων, μετά την προσαγωγή μαρτυρίας 7 μαρτύρων των εναγομένων και μετά την πάροδο πολλών ετών αφότου καταχωρήθηκε η αγωγή και προσδιορίστηκε η Υπεράσπιση των εναγομένων και η Ανταπαίτησή τους, επδιώκοντο ουσιαστικές και εκτεταμένες τροποποιήσεις τόσο στην υπεράσπιση όσο και στην ανταπαίτηση, και ως μόνη δικαιολογία για την καθυστέρηση υποβολής του αιτήματος για τροποποίηση, προβλήθηκε η αλλαγή του δικηγόρου των εναγομένων, τυχόν δε έγκριση της αίτησης θα επέβαλλε την επανακρόαση της υπόθεσης. Στη δεύτερη υπόθεση, και πάλι το αίτημα των εκεί εναγόντων είχε υποβληθεί αφού ακούστηκαν οι μάρτυρες του εναγόμενου (που ήταν το μέρος που προσκόμισε πρώτο μαρτυρία στην υπόθεση εκείνη), και αφού ακούστηκαν οι μισοί περίπου μάρτυρες του ενάγοντα, και ενώ το έγγραφο που έδωσε έναυσμα στο αίτημα για τροποποίηση είχε παραδοθεί στο δικηγόρο των εναγόντων 16 μήνες πριν την υποβολή του αιτήματος και πριν την έναρξη της δίκης, και επειδή τυχόν έγκριση της αίτησης θα έφερνε τον εναγόμενο (που, όπως προαναφέρθηκε είχε ήδη κλείσει την υπόθεση του), αντιμέτωπο με μία εντελώς νέα υπόθεση. Το ουσιώδες υπό τις περιστάσεις κριτήριο, ως προκύπτει από τη σχετική νομολογία, είναι η στάθμιση και η συνεκτίμηση όλων των παραγόντων της υπόθεσης, που αποτελούν το εχέγγυο για την ορθή απονομή της δικαιοσύνης. Σχετική είναι η υπόθεση Clive Preece, ανωτέρω, στην οποία επεξηγήθηκε ότι «το συμφέρον της δικαιοσύνης αποτιμάται ύστερα από συνεκτίμηση όλων των παραγόντων της κάθε υπόθεσης, συμπεριλαμβανομένων και των επιπτώσεων που ενδεχομένως θα προκληθούν στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου» και ότι «το πλέον ουσιώδες υπό τις περιστάσεις κριτήριο ήταν η στάθμιση των παραγόντων που θα αποτελούσαν το εχέγγυο για την ορθή απονομή της δικαιοσύνης». Επειδή, λοιπόν, σύμφωνα με τη νομολογία τροποποίηση μπορεί να επιτραπεί, ασχέτως του αν επιδείχθηκε αμέλεια και καθυστέρηση από διάδικο, αν αυτό απαιτεί το συμφέρον της δικαιοσύνης (υπόθεση Νικολάου, ανωτέρω), και επειδή, παρά το ότι η αγωγή έχει καταχωρηθεί το 2012 η δίκη δεν έχει αρχίσει (κατ' ακρίβεια η αγωγή δεν έχει καν οριστεί για ακρόαση) και συνεπώς η παρούσα αίτηση έχει υποβληθεί πριν την έναρξη της δίκης, και επειδή στην ουσία η μη εξαρχής συμπερίληψη της ανταπαίτησης αποδίδεται σε παραδρομή και κεκτημένη ταχύτητα κατά τη σύνταξη της δικογραφίας, δεν είμαι διατεθειμένη να απορρίψω την αίτηση για μόνο το λόγο ότι αυτή υποβλήθηκε με καθυστέρηση. Το συμφέρον της δικαιοσύνης απαιτεί, όπως εξετασθεί και σταθμιστεί το σύνολο των περιστατικών της υπόθεσης, καθώς και οι λοιποί λόγοι ένστασης που αφορούν σε ισχυρισμούς περί ύπαρξης κακοπιστίας από μέρους των Αιτητών, και περί προσπάθειας εισαγωγής νέων επίδικων θεμάτων. Στρεφόμενη πρώτα στον ισχυρισμό περί επιχειρούμενης εισαγωγής νέων επίδικων θεμάτων και νέας βάσης υπεράσπισης και ανταπαίτησης, σημειώνω ότι προφανώς τα επίδικα θέματα της αγωγής θα διευρυνθούν εάν η αιτούμενη τροποποίηση επιτραπεί, εφόσον με αυτή επιχειρείται η εισαγωγή ανταπαίτησης, η οποία δεν υπήρχε μέχρι σήμερα. Το ερώτημα είναι αν το γεγονός αυτό μπορεί να οδηγήσει σε απόρριψη της αίτησης. Η επί τω προκειμένω απάντηση έχει δοθεί από τη νομολογία. Συγκεκριμένα στην υπόθεση SABA & Co (ανωτέρω), με αναφορά στην υπόθεση Περικτιόνη Χρίστου ν Ανδρέα Στυλιανού
(1992)1 Α.Α.Δ. 704, λέχθηκε μεταξύ άλλων ότι «η διαπίστωση πως επιδιώκεται η εισαγωγή νέας βάσης αγωγής δεν οδηγεί χωρίς άλλο σε απόρριψη αίτησης για τροποποίηση». Στην απόφαση του Προέδρου του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακος κ. Φωτίου (όπως ήταν τότε), στην αγωγή υπ' αρ. 541/03, όπου έγινε μια πολύ περιεκτική σύνοψη των αρχών που διέπουν το θέμα της τροποποίησης δικογράφων, αναφέρθηκε, μεταξύ άλλων ότι «Ένα από τα κριτήρια που συνήθως επενεργεί εναντίον της αίτησης για τροποποίηση είναι κατά πόσο με την σκοπούμενη τροποποίηση εισάγεται νέα βάση αγωγής ή υπεράσπισης, ανάλογα με την περίπτωση. Αν ναι, τότε η τροποποίηση συνήθως δεν επιτρέπεται παρόλο που και σ' αυτή την περίπτωση δυνατόν να επιτραπεί αν η αλλαγή κριθεί ότι συνάδει με την αρχική απαίτηση του ενάγοντα και/ή υπεράσπιση (βλ. Νικολαΐδης και άλλος v. Γερολεμή, πιο πάνω, Γεωργίου v. Πιστόλια
(1969)1 ΑΑΔ 613 και Τσιάππας v. Δημοκρατίας
(1974)1 CLR 167) ιδιαίτερα εκεί που το Δικαστήριο ικανοποιείται ότι η αίτηση δεν γίνεται κακόπιστα.». Και πιο πρόσφατα, στην υπόθεση Αρτέμιος Παπαχρυσοστόμου v Κώστα Γρηγοριάδη & Συνεταίροι κ.α.,
(2012)1 ΑΑΔ 817 το Ανώτατο Δικαστήριο είπε ότι «μπορεί να λεχθεί ότι η εισαγωγή ενός νέου θέματος δεν συνεπάγεται κατ' ανάγκη και την απόρριψη της αίτησης, νοουμένου όμως ότι δεν έχει καταλυτικές συνέπειες για την αντίδικη πλευρά.». Περαιτέρω, στην αγγλική Ετήσια Πρακτική του 1958 (Annual Practice 1958), στη σελ. 627, ως προς το τι αποτελεί νέα απαράδεκτη βάση αγωγής, διαβάζουμε τα εξής: «The court will not refuse to allow an amendment simply because it introduces a new case (Budding v. Murdoch, 1 Ch. D. 42 Hubbuck v. Helms, 56 L.J. Ch. p. 539). But it will do so where the amendment would change the action into one of a substantially different character which would more conveniently be the subject of a fresh action (Raleigh v. Goschen
(1989)1 Ch. P.81) .. or where defendant's position would be prejudiced by allowance of the amendment (Hilton v. Sutton Steam Laundry, [1946] 1 Κ. B. 65, C. A.)». Στην προκειμένη περίπτωση έχω την άποψη ότι η ανταπαίτηση που επιχειρείται να προστεθεί με την τροποποίηση, συνάδει με την υφιστάμενη υπεράσπιση. Ως ανωτέρω αναφέρθηκε, ο Ενάγοντας-Καθ'ου η αίτηση ζητεί συγκεκριμένο ποσό δυνάμει μη τιμηθείσας επιταγής. Οι Εναγόμενοι-Αιτητές προβάλλουν ως υπεράσπιση, ότι υπήρχε εύλογη αιτία για την ανάκληση της επιταγής, και συγκεκριμένα αναφέρονται σε «αθέτηση και/ή πλημμελή εκτέλεση συμφωνίας μεταξύ των μερών για παροχή γραφιστικής από υπαιτιότητα του Ενάγοντα». Σε αυτόν ακριβώς τον ήδη δικογραφημένο ισχυρισμό τους είναι που οι Αιτητές βασίζονται για να ανταπαιτήσουν τη ζημιά που υπέστησαν «για την εξασφάλιση και προμήθεια νέων καταλόγων μενού από άλλη εταιρεία και/ή τυπογραφείο», γι αυτό και θεωρώ πως η ανταπαίτηση που σκοπείται να προστεθεί, εισάγει, μεν, νέο θέμα, συνάδει, όμως, με την υφιστάμενη υπεράσπιση των Αιτητών. Άλλωστε η απαίτηση των Αιτητών για τις κατ' ισχυρισμό ζημιές τους θα μπορούσε να προωθηθεί με νέα αγωγή, τούτο, όμως, απλά θα οδηγούσε σε πολλαπλότητα των νομικών διαδικασιών, ενώ, όπως ελέχθη στην υπόθεση Αρτέμιος Παπαχρυσοστόμου, ανωτέρω, «στις περιπτώσεις όπου ο προσδιορισμός της ουσίας της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων και η αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών επιβάλλουν την τροποποίηση των δικογράφων, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται υπέρ της έγκρισης της αίτησης νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί βλάβη ή αδικία στην άλλη πλευρά η οποία δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα ή ο αιτητής δεν ενεργεί κακόπιστα.». Είναι περαιτέρω η θέση του Καθ'ου η αίτηση ότι οι αιτούμενες τροποποιήσεις δεν αφορούν διόρθωση της Υπεράσπισης ούτε και είναι αποτέλεσμα καλόπιστου λάθους εκ μέρους των Αιτητών, αλλά προσπάθεια εισαγωγής νέων επίδικων θεμάτων και προσπάθεια πρόκλησης περαιτέρω καθυστέρησης στην εκδίκαση της αγωγής. Όπως επισημάνθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Κώστας Παφίτης & Υιοί Λτδ (ανωτέρω), «για να αποδειχθεί κακοπιστία, χρειάζεται επαρκής μαρτυρία από την οποία να εξάγεται αβίαστα το σχετικό συμπέρασμα». Δεν υπάρχει, κατά τη γνώμη μου, στην παρούσα περίπτωση τέτοια μαρτυρία από την οποία αβίαστα να εξάγεται συμπέρασμα ότι η αίτηση τροποποίησης υποβάλλεται από τους Αιτητές κακόπιστα. Πράγματι, ως ανωτέρω έγινε αποδεκτό, με τη σκοπούμενη τροποποίηση επιχειρείται η εισαγωγή νέων επίδικων θεμάτων και συγκεκριμένα η προσθήκη ανταπαίτησης, η οποία όμως, συνάδει, κατά την κρίση μου, ως ανωτέρω αναφέρθηκε, με την υφιστάμενη υπεράσπιση των Αιτητών. Δεν έχω εντοπίσει νομολογιακή αρχή σύμφωνα με την οποία η προσπάθεια εισαγωγής νέων επίδικων θεμάτων να εξισώνεται με κακοπιστία. Ούτε και μπορώ να εντοπίσω, υπό τις δοσμένες συνθήκες της παρούσας υπόθεσης και με δεδομένη την κρίση μου ότι η σκοπούμενη ανταπαίτηση συνάδει με την υφιστάμενη υπεράσπιση των Αιτητών ότι το αίτημα τους υποβάλλεται κακόπιστα. Ούτε και υφίστανται οποιαδήποτε στοιχεία που να τείνουν να στηρίξουν τον ισχυρισμό του Καθ'ου η αίτηση ότι η παρούσα αίτηση συνιστά προσπάθεια πρόκλησης περαιτέρω καθυστέρησης στην εκδίκαση της παρούσας αγωγής. Όπως προκύπτει από το φάκελο του Δικαστηρίου, η Απάντηση στην Υπεράσπιση καταχωρήθηκε στις 3.12.2013 και στις 19.3.2014 η υπόθεση ορίστηκε για πρώτη φορά ενώπιον του Δικαστηρίου για Οδηγίες με βάση τη Δ.30 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Διατάχθηκε η αποκάλυψη εγγράφων εκατέρωθεν, διαδικασία η οποία ολοκληρώθηκε στις 23.7.2014, ακολούθησε, στις 14.10.2014, αίτημα για επιθεώρηση εγγράφων και περί το Δεκέμβριο του 2014 φαίνεται να εκδηλώθηκε η πρόθεση για υποβολή αίτησης τροποποίησης η οποία και υποβλήθηκε στις 5.2.2015. Προκύπτει, λοιπόν, ότι η αγωγή δεν έχει μέχρι σήμερα οριστεί για ακρόαση. Η ολιγόμηνη καθυστέρηση που προκαλείται ένεκα της υποβολής της παρούσας αιτήσεως δεν αποδεικνύει, κατά την κρίση μου, ότι η αίτηση υποβάλλεται κακόπιστα και στα πλαίσια προσπάθειας από μέρους των Αιτητών, καθυστέρησης εκδίκασης της αγωγής. Ως το Ανώτατο Δικαστήριο έθεσε το ζήτημα στην υπόθεση Κώστας Παφίτης & Υιοί Λτδ (ανωτέρω), «ακόμη και αν η καθυστέρηση οφειλόταν σε λάθος ή σε αμέλεια, με κανένα τρόπο δεν θα μπορούσε να εξισωθεί με κακοπιστία». Απομένουν δύο λόγοι ένστασης: Με το δεύτερο λόγο ένστασης προβάλλεται η θέση ότι η ένορκη δήλωση που στηρίζει την αίτηση δεν αποκαλύπτει επαρκή και/ή αληθή γεγονότα που δύνανται να στηρίξουν την αιτούμενη θεραπεία. Αυτός ο λόγος ένστασης δεν εξειδικεύεται περαιτέρω, είτε στην ένορκη δήλωση που στηρίζει την ένσταση, είτε στη γραπτή αγόρευση που καταχώρησε η ευπαίδευτη συνήγορος του Καθ'ου η αίτηση. Στο βαθμό πάντως που ο λόγος αυτός ένστασης συνδέεται με το θέμα της αιτιολόγησης της καθυστέρησης και με το θέμα της κακοπιστίας, αυτά έχουν εξετασθεί ανωτέρω. Τέλος, με τον ένατο λόγο ένστασης, ο Καθ'ου η αίτηση ισχυρίζεται ότι οι αιτούμενες τροποποιήσεις δεν δικαιολογούνται υπό τις περιστάσεις και/ή δεν θα ήταν ορθό και δίκαιο να επιτραπούν υπό τις περιστάσεις. Έχοντας απορρίψει τους λοιπούς προβληθέντες λόγους ένστασης, σημειώνω ότι σημαντικό κριτήριο που λαμβάνεται υπόψη από το Δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας είναι κατά πόσο εάν η τροποποίηση επιτραπεί, θα προκληθεί ζημιά στον αντίδικο, πέραν της ταλαιπωρίας, που να είναι ανεπανόρθωτη. Είναι καθαρό, από τις αποφάσεις που αναφέρθηκαν ανωτέρω, ότι «ανεπανόρθωτη» θεωρείται η ζημιά που δεν μπορεί να αποκατασταθεί με την καταβολή εξόδων (Kayat Trading Limited, Χριστοδούλου, Νικολάου, ανωτέρω). Ο Καθ'ου η αίτηση δεν ισχυρίζεται με την ένσταση του ότι με το να επιτραπεί η αιτούμενη τροποποίηση θα υποστεί τέτοια ζημιά. Ούτε και εγώ διαπιστώνω ότι, στην παρούσα περίπτωση, με το να επιτραπεί η αιτούμενη τροποποίηση ο Καθ'ου η αίτηση θα υποστεί ζημιά, που δεν μπορεί να αποκατασταθεί με κατάλληλη διαταγή ως προς τα έξοδα. Ο Καθ'ου η αίτηση θα έχει την ευκαιρία να βάλει υπεράσπιση στην ανταπαίτηση των Αιτητών, προβάλλοντας όποιους ισχυρισμούς επιθυμεί, οι οποίοι θα εξεταστούν κατά την ακρόαση. Αντίθετα, αν η αιτούμενη τροποποίηση δεν επιτραπεί, οι Αιτητές δεν θα μπορούν να προβάλουν την ανταπαίτηση τους στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης, ανταπαίτηση η οποία, όπως ανέφερα πιο πάνω, είναι συναφής με την απαίτηση του Καθ'ου η αίτηση και συνάδει επιπλέον με την υφιστάμενη υπεράσπιση των Αιτητών. Ως εκ των ανωτέρω κρίνω ότι οι λόγοι ένστασης δεν ευσταθούν. Περαιτέρω, λαμβάνοντας υπόψη ότι με την τροποποίηση δεν καταδεικνύεται ότι ο Καθ'ου η αίτηση θα υποστεί ζημιά που να μην μπορεί να αποκατασταθεί με την κατάλληλη διαταγή ως προς τα έξοδα και ότι θα έχει το δικαίωμα να απαντήσει σε όλα τα εγειρόμενα με την τροποποίηση θέματα, καθώς και το γεγονός ότι δεν έχει αρχίσει ακόμη η ακρόαση της αγωγής, και δεδομένου περαιτέρω ότι δεν έχω διαπιστώσει ότι η αίτηση υποβάλλεται κακόπιστα, και με σκοπό να τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου το πλήρες φάσμα της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων κατά τρόπο ολοκληρωμένο, και για σκοπούς τελεσφόρου επίλυσης όλων των συναφών διαφορών των διαδίκων και για σκοπούς αποφυγής της πολλαπλότητας των διαδικασιών, κρίνω ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την άσκηση της διακριτικής μου ευχέρειας υπέρ της έγκρισης της αίτησης. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, η αίτηση των Εναγομένων-Αιτητών ημερομηνίας 5.2.2015 εγκρίνεται και εκδίδεται διάταγμα ως η παράγραφος (Α) της αίτησης. Τροποποιημένη Υπεράσπιση να καταχωρηθεί εντός 15 ημερών από τη σύνταξη του παρόντος διατάγματος, η σύνταξη του οποίου να ζητηθεί εντός τριών
(3)ημερών από σήμερα. Τροποποιημένη Απάντηση στην οποία είναι ελεύθερος ο Ενάγοντας, εάν το επιθυμεί να περιλάβει Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση, να καταχωρηθεί 15 ημέρες από την επίδοση της τροποποιημένης Υπεράσπισης. Τυχόν Απάντηση στην Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση να καταχωρηθεί 10 ημέρες μετά την επίδοση της τροποποιημένης Απάντησης στην Υπεράσπιση και Υπεράσπισης στην Ανταπαίτηση. Τα έξοδα της παρούσας αίτησης, όπως και όλα τα έξοδα που θα προκύψουν λόγω της τροποποίησης (thrown away), επιδικάζονται υπέρ του Ενάγοντα-Καθ'ου η αίτηση και εναντίον των Εναγομένων-Αιτητών, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, τα οποία θα είναι πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ.) .............. Μ. Θεοκλήτου, Προσ. Ε.Δ ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Σημειώνεται ότι η παρούσα αγωγή καταχωρήθηκε στις 19.7.2012, συνεπώς τυγχάνουν εφαρμογής οι πρόνοιες της Δ.25 Θ.1 πριν την τροποποίηση που δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας στις 26.9.2014. [2] Η μετάφραση είναι από την απόφαση στην Πολ. Εφ. 58/12, Kayat Trading Limited v. Genzyme Corporation, ημερ. 4.3.2013. [3] Φοινιώτης ν. Green Mar Navigation
(1989)1(E) Α.Α.Δ. 33, Δόμνα Χριστοδούλου ν. Αθηναίδης Χριστοδούλου
(1991)1 Α.Α.Δ. 934, Γραμμές Τρινζί Αιγαίου ν. Επίσημου Παραλήπτη
(1995)1 Α.Α.Δ. 607, Federal Bank of Lebanon (S.A.L.) v. Σιακόλα
(1999)1(Α) Α.Α.Δ. 44, C & A, Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. κ.ά. ν. Βιομ. Χαρ. Αλωνεύτης Λτδ. κ.ά.
(2002)1(Α) Α.Α.Δ. 237, Clive Preece κ.ά. ν. Νάσου Θεοφίλου Ρωσσίδου, Πολιτική Έφεση 271/2008, ημερομηνίας 16/12/2011 και Ιωάννης Νικολάου ν. Ζωής Μιλτιάδους κ.ά.
(2007)1 Α.Α.Δ. 1005. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.