Νεόφυτος Κ. Νεοφύτου ν. Cyprus Popular Bank Public Co Ltd κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 3046/14, 18/11/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2015:A478 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Στ. Χριστοδουλίδου-Μέσσιου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 3046/14 Μεταξύ: Νεόφυτος Κ. Νεοφύτου Ενάγοντας και
- Cyprus Popular Bank Public Co Ltd
- Marfin CLR (Financial Services) Ltd
- Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου
- Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς Κύπρου
- Ανδρέας Βγενόπουλος
- Νεοκλής Λυσάνδρου
- Ευθύμιος Μπουλούτας
- Χρίστος Στυλιανίδης
- Παναγιώτης Κουννής
- Βασίλειος Θεοχαράκης
- Στέλιος Στυλιανού
- Πλάτων Ε. Λανίτης
- Κωνσταντίνος Μυλωνάς
- Μάρκος Φόρος
- Fadel Al Ali
- Albdulrazaq Al Jassim
- Hesham AL Qasssim
- Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας
- Pricewaterhouse Coopers Ltd
- Grant Thornton
- Omnium Corporate and Trustees Services Ltd Εναγομένων ------------------------------------ Αίτηση ημερομηνίας 6.4.15 από εναγόμενο 7 - αιτητή για ακύρωση και/ή παραμερισμό της επίδοσης ειδοποίησης του κλητηρίου εντάλματος και του διατάγματος ημερ. 10.2.15 που επέτρεψε την εν λόγω επίδοση Ημερομηνία: 18 Nοεμβρίου 2015 Εμφανίσεις: Για τον Εναγόμενο 7-Αιτητή: κ. Μ. Παναγίδης για Χαβιαράς & Φιλίππου Δ.Ε.Π.Ε. Για τον Ενάγοντα - Καθ΄ ου η αίτηση: κα Χ. Ιωαννίδου & κ. Μ. Μενελάου. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την υπό κρίση αίτηση ο αιτητής-εναγόμενος 7 επιζητεί την ακύρωση και/ή τον παραμερισμό του μονομερώς εκδοθέντος διατάγματος ημερομηνίας 10.2.2015, με το οποίο δόθηκε άδεια στον καθ' ου η αίτηση-ενάγοντα για «επίδοση ειδοποίησης του κλητηρίου εντάλματος και του κλητηρίου εντάλματος εκτός δικαιοδοσίας στον αιτητή και για υποκατάστατη επίδοση στον αιτητή» καθώς και της επίδοσης της ειδοποίησης του κλητηρίου εντάλματος και του ίδιου του κλητηρίου στον αιτητή ως παράτυπης και/ή ως αντικανονικής και/ή ως μη διενεργηθείσας δεόντως και/ή ως διενεργηθείσας κατά τρόπο που δεν συνάδει με το διάταγμα του Δικαστηρίου ημερ. 10.2.
- Νομική βάση της αίτησης αποτελούν τα άρθρα 3 και 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6, οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας Δ.1, Δ.2, Δ.5, Δ.5Α, Δ.6 θ.θ.1 και 4, Δ.16 θ. 9, Δ.39, Δ.48 θ.θ. 1-4, 8
(4), 9 και 13 και Δ.51, τα άρθρα 1-69 του Κανονισμού (ΕΚ) Αρ. 44/2001 του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης 22ας Δεκεμβρίου 2000 για τη Διεθνή Δικαιοδοσία, την Αναγνώριση και την Εκτέλεση Αποφάσεων σε Αστικές και Εμπορικές Υποθέσεις, τα άρθρα 10 και 249 της Συνθήκης της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τα άρθρα 1-26 του Κανονισμού (ΕΚ) Αρ. 1393/2007 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 13ης Νοεμβρίου 2007 περί Επιδόσεως και Κοινοποιήσεως στα Κράτη-Μέλη Δικαστικών και Εξωδίκων Πράξεων σε Αστικές ή Εμπορικές Υποθέσεις και κατάργησης του Κανονισμού (ΕΚ) Αρ. 1348/2000 του Συμβουλίου, το Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας, η νομολογία του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Κύπρου, σύμφωνα με την οποία το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης υπερισχύει έναντι του δικαίου των χωρών Κρατών-Μελών, η Ευρωπαϊκή νομοθεσία καθώς και η εγγενής εξουσία και πρακτική του Δικαστηρίου. Στην ένορκη δήλωση, ίδιας ημερομηνίας, που συνοδεύει την αίτηση, η δικηγόρος Στάλω Παπουή ως εξουσιοδοτημένη από τον αιτητή, επιζητεί ως η αίτηση, γνωρίζοντας όπως αναφέρει προσωπικά τα γεγονότα και αποκαλύπτοντας την πηγή της γνώσης της σε αντίθετη περίπτωση. Η ένορκη δήλωση γίνεται από αυτήν λόγω του ότι ο αιτητής είναι Έλληνας υπήκοος, που διαμένει και εργάζεται μόνιμα στην Ελλάδα. Η κα Παπουή αναφέρει ότι ο κ. Α. Χαβιαράς, δικηγόρος του αιτητή, ενημερώθηκε από τον ίδιο τον αιτητή και τον δικηγόρο του στην Ελλάδα κ. Φώτιο Καραντζένη ότι στις 17.3.15 παραδόθηκε μέσω υπηρεσίας ταχυμεταφορέα στη διεύθυνση Λεωφόρος Θησέως 67, στη Νέα Ερυθραία 14671 Αθήνα, ξεχωριστός φάκελος που αποστάληκε από τον Νεόφυτο Νεοφύτου που περιείχε «ειδοποίηση περί του κλητηρίου εντάλματος στην εν τω τίτλω αγωγή, διάταγμα ημερ. 10.2.2015 στην εν τίτλο αγωγή, μονομερή αίτηση ημερ. 22.1.14 στην εν τω τίτλω αγωγή και κλητήριο ένταλμα στην εν τω τίτλο αγωγή». Η ενόρκως δηλούσα πιστεύει ότι το διάταγμα ημερ. 10.2.2015 και η επίδοση που πραγματοποιήθηκε δυνάμει αυτού θα πρέπει να παραμεριστούν και/ή απορριφθούν για τους ακόλουθους, μεταξύ άλλων, λόγους: · η νομική βάση της μονομερούς αίτησης του ενάγοντος ημερομηνίας 22.1.2015 δεν ενεργοποιεί την δικαιοδοσία του Δικαστηρίου να επιληφθεί της αίτησης εφόσον απουσιάζει οποιαδήποτε αναφορά στον Ευρωπαϊκό Κανονισμό Αρ. 44/2001 και επιπλέον δεν γίνεται καμιά αναφορά σε περιστατικά που ιδρύουν διεθνή δικαιοδοσία των Κυπριακών Δικαστηρίων. · η μονομερής αίτηση ημερ. 22.1.2015 δεν δικαιολογούσε διάταγμα άδεια για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας. · το διάταγμα ημερ. 10.2.2015 είναι αντικανονικό και/ή παράτυπο και εξ αρχής άκυρο γιατί δεν καθορίζει σε ποια διεύθυνση στο εξωτερικό έπρεπε να διενεργηθεί η επίδοση. · η αίτηση ημερ. 22.1.2015 και το διάταγμα 10.2.2015 αποτελούν διαβήματα αντικανονικά και πρόωρα εφόσον μέχρι την ημερομηνία καταχώρισης της αίτησης δεν είχε πραγματοποιηθεί επίδοση σε όλους τους εναγόμενους που βρίσκονταν εντός της δικαιοδοσίας των Κυπριακών Δικαστηρίων. · η μονομερής αίτηση ημερ. 22.1.2015 στηρίχθηκε σε Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας οι οποίοι έχουν καταστεί ανενεργοί λόγω της εφαρμογής του ΕΚ1393/
- · η ένορκη δήλωση του ενάγοντος ημερομηνίας 22.1.2015 που υποστηρίζει την υπό αναφορά μονομερή του αίτηση είναι αντικανονική και/ή παράτυπη και δεν θα έπρεπε να ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο εφόσον για ουσιώδη γεγονότα δεν αποκαλύπτεται η πηγή της γνώσης του και/ή για άλλα ουσιώδη γεγονότα η πηγή της γνώσης του είναι γενική και αόριστη. · η επίδοση του διατάγματος ημερ. 10.2.15 η οποία πραγματοποιήθηκε μέσω υπηρεσιών αγγελιαφόρων (courier service) δεν προβλέπεται από τον ΕΚ1393/2007 ούτε από το ελληνικό δίκαιο ούτε από το διάταγμα ημερ. 10.2.2015 το οποίο προέβλεπε υποκατάστατη επίδοση μέσω αγγελιαφόρου για άλλους εναγόμενους. · η επίδοση του διατάγματος ημερ. 10.2.2015 στον αιτητή ουχί μέσω των αρμοδίων τοπικών υπηρεσιών της Κυπριακής Δημοκρατίας και της Ελληνικής Δημοκρατίας ως προβλέπεται στον ΕΚ1393/2007 καθιστά την επίδοση άκυρη. Η ειδοποίηση για την πρόθεση ένστασης του καθ' ου η αίτηση-ενάγοντος ημερομηνίας 22.6.2015 έχει παρόμοια νομική βάση με την αίτηση, περιέχοντας επίσης τις Δ.17 και Δ.64 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας καθώς και τον περί Δικαστηρίων Νόμο Ν.14/60και ως λόγοι ένστασης προβάλλονται οι ακόλουθοι, ως συνοψίζονται: · Το διάταγμα ημερ. 10.2.2015 ορθά δόθηκε από το δικαστήριο και ορθά έγινε η διαδικασία επίδοσης σύμφωνα με αυτό. · Όλα τα έγγραφα επιδόθηκαν ορθά στον αιτητή και υπεγράφη σχετική απόδειξη παραλαβής στην υπηρεσία αγγελιαφόρων. · Η επίδοση των εγγράφων έγινε σύμφωνα με το άρθρο 14 του ΕΚ1393/07 όπως προνοεί το διάταγμα του Δικαστηρίου. · Ο ΕΚ44/2001 δεν υπήρχε λόγος να συμπεριληφθεί στην αίτηση. Ο σχετικός ευρωπαϊκός κανονισμός είναι ο ΕΚ1393/07 που είναι ο ορθός, και ο οποίος αποτελούσε τη νομική βάση της αίτησης. · Η διεύθυνση του εναγομένου 7 - αιτητή αναγράφεται στα έγγραφα που διατάχθηκαν να επιδοθούν σε αυτόν, συγκεκριμένα στην ειδοποίηση του κλητηρίου εντάλματος και το κλητήριο ένταλμα. · Ο ΕΚ1393/2007 δεν αντικαθιστά ούτε καταργεί τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας που εφαρμόζονται στην Κύπρο. · Το διάταγμα ημερ. 10.2.2015 προνοούσε για επίδοση σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 14 του ΕΚ1393/2007 και ορθά έγινε μέσω υπηρεσιών αγγελιαφόρων στις διευθύνσεις που ενέκρινε το Δικαστήριο. Στην ένορκη δήλωση, ίδιας ημερομηνίας, που συνοδεύει την ένσταση, ο ενάγοντας - καθ΄ου η αίτηση επαναλαμβάνει όλους τους λόγους ένστασης και αιτείται την απόρριψη της αίτησης. Κανένας από τους ενόρκως δηλούντες δεν αντεξετάστηκαν και οι ευπαίδευτοι συνήγοροι τους κατέθεσαν στο δικαστήριο γραπτές εμπεριστατωμένες αγορεύσεις με πλήρη αναφορά στην νομολογία προωθώντας, η κάθε πλευρά, την δική της θέση. Σύμφωνα με τον συνήγορο του αιτητή-εναγόμενου 7, η υπό κρίση αίτηση θα πρέπει να επιτύχει καθότι η επίδοση μέσω αγγελιαφόρων δεν προβλέπεται από τον ΕΚ1393/
- Σύμφωνα με τη θέση του ο ΕΚ1393/2007 προνοεί ότι η επίδοση δικαστικών εγγράφων γίνεται μέσω των agencies που κάθε κράτος έχει προσδιορίσει ή σε εξαιρετικές περιπτώσεις μέσω διπλωματικών υπηρεσιών. Μπορεί επίσης το ίδιο το κράτος (δική μου υπογράμμιση) και όχι ο διάδικος να στείλει ταχυδρομικώς τα προς επίδοση έγγραφα. Επίσης είναι η θέση του ότι το ίδιο το διάταγμα του δικαστηρίου δεν προνοεί για υποκατάστατη επίδοση μέσω αγγελιαφόρου στον αιτητή, αντίθετα το διάταγμα ημερ. 10.2.2015 διακρίνει τον αιτητή από τους εναγόμενους 15, 16 και 17 και σαφώς αναφέρει ότι η επίδοση στον αιτητή δέον όπως πραγματοποιηθεί σύμφωνα με το άρθρο 14 του ΕΚ1393/
- Επίσης κατ΄ αντίθεση με την νομολογία, και παραπέμπει σχετικά στην υπόθεση ANS Secretaries Ltd v. Orianda Management FZ LLC και άλλοι, ECLI:CY:AD:2014:A458, Πολιτική Έφεση 362/2009 ημερ. 3.7.2014, είναι η θέση του ότι της αίτησης για την λήψη άδειας για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας θα έπρεπε να είχε προηγηθεί η επίδοση σε όλους τους ημεδαπούς εναγόμενους, κάτι το οποίο δεν είχε γίνει στην παρούσα υπόθεση. Θέση του είναι επίσης ότι η ένορκη δήλωση του καθ΄ου η αίτηση που συνοδεύει την αίτηση ημερ. 22.1.2015 δεν καταδεικνύει αιτία αγωγής εναντίον του αιτητή. Αναφέρει επίσης ότι το δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία να εκδικάσει την αγωγή αυτή σε σχέση με τον αιτητή, κάτι το οποίο μπορεί και το ίδιο το δικαστήριο αυτεπάγγελτα να διαπιστώσει. Οι συνήγοροι του καθ΄ου η αίτηση - ενάγοντα αναφέρουν ότι τόσο το διάταγμα ημερ. 10.2.2015 όσο και οι πραγματοποιηθείσες επιδόσεις με βάση αυτό είναι ορθά και ότι τηρήθηκαν οι σωστές και προβλεπόμενες διαδικασίες. Τα έγγραφα ορθά επιδόθηκαν στον αιτητή στην ορθή του διεύθυνση μέσω υπηρεσίας αγγελιαφόρων και ο αιτητής τα παρέλαβε και τα κατέχει. Έχουν τηρηθεί τόσο οι πρόνοιες του άρθρου 14 του ΕΚ1393/2007 όσο και του άρθρου 17 του Προοιμίου του Κανονισμού αυτού. Το κοινοτικό δίκαιο δεν υπερέχει στην παρούσα υπόθεση όπου οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας που αφορούν μεταξύ άλλων επιδόσεις εκτός δικαιοδοσίας δεν αντίκεινται στις πρόνοιες του ΕΚ1393/
- Το διάταγμα δε του Δικαστηρίου διατάττει και υποκατάστατη επίδοση μεταξύ άλλων στον αιτητή -εναγόμενο 7 και ορθά έγιναν οι επιδόσεις. Αναφέρουν επίσης ότι ο ΕΚ44/2001 δεν εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση και ορθά δεν συμπεριλήφθηκε στην νομική βάση της αίτησης, και ότι σύμφωνα με τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας δεν υπάρχει χρονικό σημείο που πρέπει να γίνει η αίτηση για υποκατάστατη επίδοση και επίδοση εκτός δικαιοδοσίας και συνεπώς ορθά η αίτηση έγινε στο χρονικό σημείο που έγινε, στο διάταγμα του δικαστηρίου 10.2.2015 υπάρχει επισυνημμένος πίνακας στον οποίο αναγράφεται μεταξύ άλλων η διεύθυνση του εναγομένου 7 - αιτητή, καμία παρατυπία δεν έχει παρουσιαστεί είτε στην υποβολή της αίτησης είτε στην εκτέλεση του διατάγματος ημερ. 10.2.2015, εναντίον του αιτητή - εναγομένου 7 και αναφέρουν επίσης ο ενάγοντας - καθ΄ ου η αίτηση έχει αγώγιμο δικαίωμα εναντίον του αιτητή και είναι η θέση τους ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας έχει δικαιοδοσία να εκδικάσει την παρούσα αγωγή. Προτού προβώ στην ανάλυση της αίτησης και ένστασης θεωρώ χρήσιμο να αναφερθώ συνοπτικά στο ιστορικό της υπόθεσης όπως προκύπτει μέσα από τον δικαστικό φάκελλο. Με το γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα της παρούσας αγωγής, που καταχωρήθηκε στις 29.5.2014, ο καθ' ου η αίτηση-ενάγων απαιτεί εναντίον 21 εναγομένων (μεταξύ των οποίων κάποιοι είναι κάτοικοι Κύπρου και κάποιοι κάτοικοι εξωτερικού), διάταγμα ακύρωσης των ομολόγων/δανείου/αξιογράφων κεφαλαίου έκδοσης περί το 2011 ως και παντός σχετιζομένου εγγράφου λόγω απάτης/δολίων και/ή ψευδών παραστάσεων και/ή ψευδών δηλώσεων και/ή δόλιας ή σκόπιμης μη αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων και/ή λόγω άσκησης πίεσης / ανεπίτρεπτης επιρροής για σύναψη ετεροβαρούς σύμβασης περί τον Ιούνιο του 2011 και μετέπειτα, καθώς και αποζημιώσεις στην κλίμακα €10.000-50.000 τόσο βάσει απάτης και/ή δολίων και λοιπών παραστάσεων ως πιο πάνω παρατέθηκε, όσο και/ή λόγω παραβίασης των συμβατικών υποχρεώσεων και/ή σχέσης δικαιούχου /εμπιστευματοδόχου και/ή για αμέλεια και/ή συνομωσία και/ή δυνάμει των αρχών της επιείκειας καθώς και για παράβαση προνοιών του Νόμου περί Εταιρειών και λοιπών σχετικών Νόμων και σε σχέση με την έκδοση αξιογράφων/ομολόγων δυνάμει Εμπιστευτικού Πληροφοριακού Μνημονίου και/ή Πρόσκλησης και/ή άλλως πως, ως και για παραβίαση ή παράλειψη καθήκοντος και/ή δυνάμει του άρθρου 172 του Συντάγματος και την επιστροφή παντός καταβληθέντος ποσού στην εναγομένη 1 Τράπεζα, πλέον τόκου και εξόδων. Στις 22.1.15 καταχωρήθηκε από τον ενάγοντα - καθ΄ου η αίτηση μονομερής αίτηση με την οποία ζητούσε διάταγμα του Δικαστηρίου για άδεια για έκδοση και επίδοση ειδοποίησης του κλητηρίου εντάλματος εκτός δικαιοδοσίας και διάταγμα με το οποίο να διατάσσεται η υποκατάστατη επίδοση ειδοποίησης του κλητηρίου εντάλματος και/ή επίδοση του κλητηρίου εντάλματος μετά πιστού αντιγράφου του διατάγματος στους εναγομένους 5,7,10,14,15,16 και 17 με παράδοση στις διευθύνσεις τους μέσω υπηρεσιών αγγελιαφόρων (courier service). Την αίτηση συνόδευε η ένορκος δήλωση του ίδιου του ενάγοντα - καθ΄ου η αίτηση στην οποία ανέφερε ότι το κλητήριο ένταλμα είχε μέχρι της ημερομηνίας της ένορκης δήλωσης, δηλαδή 22.1.15, επιδοθεί στους εναγομένους 1,2,3,4,6,12,13,18 και
- Ακολούθως παραθέτει την θέση του για το ότι έχει καλή υπόθεση εναντίον όλων των εναγομένων και επί το ότι οι εναγόμενοι 5,7,10,14,15,16 και 17 είναι κατάλληλοι και απαραίτητοι διάδικοι. Στις 10.2.15 το Δικαστήριο, με άλλη σύνθεση, ενέκρινε την αίτηση και εξέδωσε σχετικά διατάγματα. Στις 6.4.15 καταχωρήθηκε η υπό κρίση αίτηση από τον αιτητή όπως και άλλη μία, παρόμοιας φύσης, από τον εναγόμενο
- Στις 7.4.15 καταχωρήθηκε πανομοιότυπη αίτηση από τον εναγόμενο 14 και στις 22.4.15 και άλλη πανομοιότυπη αίτηση εκ πλευράς του εναγομένου
- Ενστάσεις σε όλες τις αιτήσεις καταχωρήθηκαν στις 22.6.15 και στις 29.10.15 επιφυλάχθηκε η απόφαση του Δικαστηρίου και επί των τεσσάρων αιτήσεων. Θεωρώ χρήσιμο να σημειώσω ότι ο εναγόμενος 7 - αιτητής καταχώρισε την υπό κρίση αίτηση στις 6.4.2015 χωρίς να έχει προηγηθεί από αυτόν η καταχώριση εμφάνισης υπό διαμαρτυρία. Σημειώνω επίσης ότι δεν έχει ακόμα καταχωρηθεί η Έκθεση Απαίτησης του ενάγοντα-καθ΄ου η αίτηση. Όπως προκύπτει από τη Δ.16 θ.9, που αποτελεί μεταξύ άλλων τη νομική βάση της υπό κρίση αίτησης, είναι δυνατή η καταχώρηση αίτησης ως η υπό κρίση χωρίς να υπάρχει υποχρέωση του εναγομένου να καταχωρίσει σημείωμα εμφάνισης υπό διαμαρτυρία (βλ. σχετικά Γεωργιάδης ν. Χάσικου
(1991)1 Α.Α.Δ. 1136 και Παπακόκκινου ν. Landbroke P.L.C. κ.α.
(1995)1 A.A.Δ. 1090). Σχετική είναι επίσης η υπόθεση Blue Island Hold. Ltd v. Lefkaritis Bros (Mar.) Ltd κ.α
(2004)1(Γ) Α.Α.Δ. 2033). Η δυνατότητα καταχώρησης τέτοιας αίτησης, χωρίς εμφάνιση υπό αίρεση ή υπό διαμαρτυρία, προβάλλει ως εξαίρεση στον κανόνα καταχώρησης εμφάνισης εκ μέρους εναγόμενου, όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα The Annual Practice 1958 Volume 1, στη σελίδα 181, όπου επίσης στη σελίδα 183 αναφέρεται ότι εμφάνιση υπό διαμαρτυρία μπορεί να καταχωρηθεί για να εμποδίσει την έκδοση απόφασης λόγω μη καταχώρησης εμφάνισης, όταν υπάρχει καλή τη πίστει πρόθεση να γίνει αίτηση παραμερισμού του κλητηρίου εντάλματος ή της επίδοσής του στη βάση της αντικανονικότητας αυτών ή για έλλειψη δικαιοδοσίας. Αντίστοιχη της Δ.16 θ.9 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας είναι η Δ.12 θ.30 των Θεσμών του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Αγγλίας. Στα Rules of the Supreme Court, The Annual Practice 1958 Volume 1, σχετικά με τη Δ.12 θ.30 στη σελ. 198 αναφέρονται τα εξής: « The term "conditional appearance" means an appearance in qualified terms, reserving to the appearing defendant the right to apply to the Court to set aside the writ, or service thereof, for an alleged informality or irregularity which renders either the writ or service invalid or for lack of jurisdiction. ........ Although this Rule speaks of obtaining "an order to enter or entering a conditional appearance" (and this is always requisite in practice) the defendant has in fact the right to such an order in all cases where he shows a bona fide desire to raise a question directed to the validity of the proceedings.» Επομένως, κρίνω σε πρώτο στάδιο, ότι ο αιτητής είχε το δικαίωμα να προχωρήσει και να καταχωρίσει την υπό κρίση αίτηση. Έρχομαι τώρα να εξετάσω τους λόγους που προβάλουν οι αιτητές για ακύρωση και/ή παραμερισμό του σχετικού διατάγματος υπό το φως πάντα της αντίστοιχης θέσης των συνηγόρων του ενάγοντα - καθ΄ου η αίτηση όπως καταγράφονται στην ένσταση του. Το διάταγμα του δικαστηρίου ημερ. 10.2.2015 προνοεί τα ακόλουθα. «Το Δικαστήριο τούτο δια του παρόντος διατάττει και δίδει άδεια για επίδοση ειδοποίησης του κλητηρίου εντάλματος και του κλητηρίου εντάλματος εκτός δικαιοδοσίας. Και το Δικαστήριο τούτο περαιτέρω διατάττει την υποκατάστατη επίδοση ειδοποίησης του κλητηρίου εντάλματος και του κλητηρίου εντάλματος. Και το Δικαστήριο τούτο περαιτέρω διατάττει όπως η επίδοση όσον αφορά τους εναγομένους αρ.5,7,10 και 14 γίνει σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 14 του Κανονισμού 1393/07 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου. Όσον αφορά του εναγομένους αρ.15,16 και 17 γίνει ως οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας της Κύπρου προβλέπουν και εν προκειμένω δια υποκατάστατης επίδοσης μέσω αγγελιαφόρου (courier service).» Επομένως, το πρώτο θέμα το οποίο προκύπτει είναι ότι το Δικαστήριο με το εν λόγω διάταγμα του έδωσε άδεια για επίδοση ειδοποίησης του κλητηρίου εντάλματος και του κλητηρίου εντάλματος εκτός δικαιοδοσίας ΚΑΙ περαιτέρω διάταξε την υποκατάστατη επίδοση ειδοποίησης του κλητηρίου εντάλματος και του κλητηρίου εντάλματος για όλους τους εναγόμενους που αιτήθηκε ο αιτητής και συγκεκριμένα για εναγόμενους 5,7,10,14,15,16 και
- Ο διαχωρισμός γίνεται μετά σε ότι αφορά τον τρόπο επίδοσης. Το Δικαστήριο για τους εναγόμενους 5,7,10 και 14 διέταξε όπως η επίδοση γίνει σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 14 του ΕΚ1393/2007 και σε ότι αφορά τους εναγόμενους 15,16 και 17 ως οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας και εν προκειμένω μέσω αγγελιαφόρου (courier service). Το άρθρο 14 του ΕΚ1393/2007 βρίσκεται στο Κεφ.ΙΙ του εν λόγω Κανονισμού υπό τον τίτλο Δικαστικές Πράξεις, Τμήμα 2 «Άλλοι τρόποι διαβίβασης και επίδοσης ή κοινοποίησης δικαστικών πράξεων». Η γενική αρχή που θεσπίζει ο Κανονισμός αυτός είναι ότι οι δικαστικές πράξεις διαβιβάζονται απευθείας και το ταχύτερο δυνατό μεταξύ των υπηρεσιών που ορίζονται βάση του άρθρου 2, σχετικό είναι το άρθρο 4.
- Υπάρχει όμως σαφής θέση στον κανονισμό ότι υπάρχουν και άλλοι τρόποι διαβίβασης και επίδοσης ή κοινοποίησης δικαστικών πράξεων, ένας εξ αυτών είναι η επίδοση ή κοινοποίηση ταχυδρομικώς. Το άρθρο 14 του ΕΚ1393/2007 συγκεκριμμένα προνοεί τα ακόλουθα: «
- Επίδοση ή κοινοποίηση ταχυδρομικώς Κάθε κράτος μέλος δύναται να επιδίδει ή να κοινοποιεί δικαστικές πράξεις απευθείας δια των ταχυδρομικών υπηρεσιών σε κατοίκους άλλου κράτους μέλους με συστημένη επιστολή με απόδειξη παραλαβής ή ισοδύναμο έγγραφο.» Το προοίμιο επίσης του Κανονισμού στην παράγραφο 17 αναφέρει τα εξής: «
- Κάθε κράτος μέλος θα πρέπει να μπορεί να επιδίδει ή να κοινοποιεί πράξεις σε κατοίκους άλλου κράτους μέλους, απευθείας μέσω των ταχυδρομικών υπηρεσιών, με συστημένη επιστολή με απόδειξη παραλαβής ή ισοδύναμο έγγραφο.» Αναφορικά με τις εισηγήσεις εκ μέρους του αιτητή για ακύρωση του διατάγματος και της επίδοσης που έγινε σ' αυτόν, λόγω της μη εφαρμογής στη συγκεκριμένη περίπτωση του Ευρωπαϊκού Κανονισμού Αρ. 1393/2007, έχω την άποψη ότι, η ύπαρξη του εν λόγω Κανονισμού, θα μπορούσε να οδηγήσει σε ακύρωση ή παραμερισμό του διατάγματος ή της επίδοσης, μόνο αν εθεωρείτο ότι οι χρησιμοποιηθείσες διατάξεις του εθνικού δικαίου για την επίδοση της αγωγής είναι καταφανώς αντίθετες με το πνεύμα του Κανονισμού αυτού ή δημιουργήθηκε αδικία ή ζημιά ή παραπλάνηση στον αιτητή συνεπεία της μη εφαρμογής του. Είναι ουσιώδες ότι στην παρούσα περίπτωση, ο ενάγων απετάθη στο Δικαστήριο για την εξασφάλιση του μονομερώς εκδοθέντος διατάγματος για επίδοση εκτός της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου με βάση τους εν ισχύ Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.2, 5, 5 Α, 6 και 48 και το άρθρο 3 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, που ως πιο πάνω παρατέθηκε έχουν τηρηθεί. Αρχικά κρίνεται ορθή η εισήγηση του συνηγόρου του αιτητή ότι με τη θέσπιση του ο Ευρωπαϊκός Κανονισμός Αρ. 1393/2007 ισχύει άμεσα στα Κράτη-Μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σύμφωνα με τη Συνθήκη για την Ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας. Στην απόφαση Alpha Bank Cyprus Ltd v. Si Senh Dau κ.α., Πολ. Εφ. Ε23/2013 κ.α., ημερομηνίας 13.9.2013, όπου η επίδοση εκτός δικαιοδοσίας είχε γίνει δυνάμει του εν λόγω Ευρωπαϊκού Κανονισμού, λέχθηκαν τα ακόλουθα σημαντικά: «Ο δεύτερος Κανονισμός (ΕΚ 1393/2007) είναι πιο εξειδικευμένος και αφορά ευθέως στον τρόπο επίδοσης και κοινοποίησης δικαστικών (judicial) και εξωδίκων (extra-judicial) «πράξεων» (documents) σε αστικές υποθέσεις, εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Όπως αναφέρεται στο προοίμιο του Κανονισμού, παρ.
(1):- «
(1)Η Ένωση επιδιώκει τη διατήρηση και ανάπτυξη ενός χώρου ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης στο πλαίσιο του οποίου εξασφαλίζεται η ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων και προς τούτο θεσπίζει, μεταξύ άλλων, μέτρα στον τομέα της δικαστικής συνεργασίας σε αστικές υποθέσεις, απαραίτητα για την ομαλή λειτουργία της εσωτερικής αγοράς.» Για διασφάλιση της ομαλής λειτουργίας της εσωτερικής αγοράς επιδιώκεται με τον ΕΚ 1393/2007 «η καλύτερη και ταχύτερη διαβίβαση» μεταξύ των κρατών μελών των δικαστικών και εξωδίκων εγγράφων (πράξεων) (παράγραφος 2 προοιμίου). Για διασφάλιση της αποτελεσματικότητας του ΕΚ, προβλέπεται ότι η άρνηση της επίδοσης θα πρέπει να είναι δυνατή «σε εξαιρετικές μόνο καταστάσεις» (παράγραφος 10 Προοιμίου) και ότι θα πρέπει να παρέχεται τυποποιημένη ενημέρωση του παραλήπτη για το δικαίωμα του να αρνηθεί «εφόσον η πράξη (το έγγραφο) δεν έχει συνταχθεί σε γλώσσα κατανοητή από τον παραλήπτη.» (παράγραφος 12 προοιμίου). Επίσης στην παράγραφο 23 αναφέρεται ότι ο Κανονισμός «υπερισχύει άλλων διμερών ή πολυμερών συμφωνιών ή διακανονισμών με το ίδιο αντικείμενο που συνάπτονται από τα κράτη μέλη». Όμως αναφέρεται ότι «ο Κανονισμός δεν εμποδίζει τη διατήρηση ή τη σύναψη από τα κράτη μέλη συμφωνιών ή διακανονισμών, με σκοπό την επιτάχυνση ή την απλούστευση των διαβιβάσεων των πράξεων, εφόσον συνάδουν με τις διατάξεις του». Η διαβίβαση δικαστικών εγγράφων και βεβαιώσεων, σύμφωνα με το άρθρο 4
(2)του ΕΚ, γίνεται «με οποιοδήποτε κατάλληλο μέσο», εφόσον το περιεχόμενο των εγγράφων που παραλήφθηκε συμπίπτει με τα έγγραφα που στάληκαν και«όλες οι εμπεριεχόμενες πληροφορίες είναι ευανάγνωστες». ...................... Είναι φανερό από τα πιο πάνω, ότι εκείνο που προσπαθεί ο ΕΚ 1393/2007 να εξισορροπήσει, είναι τα δικαιώματα και των δύο μερών σε κάθε αντιδικία ώστε να διασφαλίζεται το δικαίωμα για δίκαιη δίκη (βλ. Weiss und Partner GbR v. Industrie- und Handelskammer Berlin Case C-14/07, [2008] ECR I-3367 και γνωμάτευση Γενικού Εισαγγελέως κ. Y. Bot στην Alder v. Orlowski [2012] EUECJ, C-325/11 (ημερ. 20.9.2012), καθώς και την απόφαση του ΔΕΕ στην ομώνυμη υπόθεση C-325/11, ημερ. 19.12.2012).» Όπως τονίζεται στο πιο πάνω απόσπασμα της εν λόγω απόφασης, ο υπό αναφορά Ευρωπαϊκός Κανονισμός προσπαθεί να εξισορροπήσει τα δικαιώματα και των δύο μερών σε κάθε αντιδικία ώστε να διασφαλίζεται το δικαίωμα για δίκαιη δίκη. Κρίθηκε, επίσης, στην εν λόγω απόφαση ότι, δεδομένου ότι ο Κανονισμός αυτός δεν κατονομάζει τα έγγραφα που θα πρέπει να επιδοθούν σε κάθε περίπτωση, τα έγγραφα που θα πρέπει να επιδίδονται είναι αυτά που καθορίζονται στο διάταγμα του Δικαστηρίου που διατάσσει την επίδοση εκτός δικαιοδοσίας και κάθε έγγραφο που προβλέπεται από την εκάστοτε εθνική νομοθεσία ή διαδικαστικούς κανονισμούς. Το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε εν τέλει ότι τα παράπονα των εφεσιβλήτων για κακή επίδοση στις υποθέσεις εκείνες, ήταν τυπολατρικά και τυχόν αποδοχή τους θα ερχόταν σε αντίθεση όχι μόνο με το όλο πνεύμα του Ευρωπαϊκού Κανονισμού Αρ. 1393/2007 αλλά και με τους εθνικούς διαδικαστικούς κανονισμούς της Πολιτικής Δικονομίας, εφόσον σημασία έχει κατά πόσο το κλητήριο και η ειδοποίηση, που αποτελούσαν τα εναρκτήρια έγγραφα της διαδικασίας, περιήλθαν σε γνώση των εφεσιβλήτων. Θεωρώντας ωστόσο ότι το θέμα της μη επίδοσης της Βεβαίωσης που προβλέπεται από τον εν λόγω Κανονισμό και οι επιπτώσεις της μη επίδοσης αυτής της Βεβαίωσης απαιτούσε την ερμηνεία του Κανονισμού αυτού, η οποία ανήκει στην αποκλειστική αρμοδιότητα του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, παρέπεμψε στο Δικαστήριο αυτό (ΔΕΕ) τρία προδικαστικά ερωτήματα, προτού αποφασιστεί τελεσίδικα το θέμα στις προαναφερθείσες Εφέσεις. Ως προβάλλει από τα πιο πάνω, είναι σαφές από το κείμενο του εν λόγω Κανονισμού ότι, σκοπός της θέσπισης του είναι η καλύτερη και ταχύτερη διαβίβαση των δικαστικών και εξωδίκων εγγράφων προς διευκόλυνση των διαδικασιών. Όπως, επίσης, συνάγεται από τα αποφασισθέντα στην υπόθεση Alpha Bank Cyprus Ltd v. Si Senh Dau κ.α. (πιο πάνω), οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας που διέπουν την επίδοση εκτός δικαιοδοσίας βρίσκονται σε ισχύ και εφαρμόζονται μετά την θέσπιση του Ευρωπαϊκού Κανονισμού Αρ.1393/2007, με τρόπο ώστε να μην εξουδετερώνεται ο σκοπός του Ευρωπαϊκού Κανονισμού (βλ. σχετικά σελίδες 25-27 της εν λόγω απόφασης). Συνεπώς, πέραν του ότι στο κείμενο του εν λόγω Κανονισμού δεν αναφέρεται ότι εφαρμόζεται κατ' αποκλειστικότητα, δεν θα μπορούσε, με βάση τον σκοπό του, να θεωρηθεί ότι η ύπαρξη του και μόνο, σε περίπτωση που δεν έχει χρησιμοποιηθεί, οδηγεί σε ακύρωση οποιασδήποτε επίδοσης που έγινε με βάση τους Θεσμούς της Πολιτικής Δικονομίας, οι οποίοι αφενός είναι σε ισχύ εφόσον ουδέποτε κατηργήθησαν και αφετέρου έτυχαν επίκλησης και εφαρμογής για την έκδοση διατάγματος επίδοσης εκτός της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου, ως στη συγκεκριμένη περίπτωση. Αυτή η προσέγγιση θεωρώ ότι βρίσκει έρεισμα όχι μόνο στην αναφορά που γίνεται στην υπόθεση Alpha Bank Cyprus Ltd v. Si Senh Dau κ.α., (πιο πάνω), ότι οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας εφαρμόζονται μέσα στο πνεύμα του Ευρωπαϊκού Κανονισμού Αρ.1393/2007 αλλά και από την ακόλουθη κατάληξη του Ανωτάτου Δικαστηρίου: «Κατά την κρίση μας το μέρος των επτά πρωτόδικων αποφάσεων που αφορά στην ακύρωση της επίδοσης για λόγους που άπτονται παραλείψεων σε σχέση με το εθνικό δίκαιο, είναι εσφαλμένο, καθότι οι όποιες παραλείψεις θα μπορούσαν υπό τις περιστάσεις των συγκεκριμένων υποθέσεων να θεραπευθούν, σύμφωνα με το πνεύμα που καθορίζει ο ΕΚ 1393/
- Παρά τα πολλαπλά προβλήματα που εντοπίστηκαν στον τρόπο που έγινε η επίδοση δεν προκύπτει από τα έγγραφα που αποστάληκαν για επίδοση πραγματική παραπλάνηση των Εφεσιβλήτων, αφού αυτοί εμφανίστηκαν εγκαίρως ενώπιον του Δικαστηρίου. Πέραν τούτου, οι Εφεσίβλητοι δεν προσδιόρισαν τη φύση της κατ' ισχυρισμό παραπλάνησης τους, αλλά και πιο σημαντικά τις επιπτώσεις σ' αυτούς από οποιαδήποτε πιθανή παραπλάνηση.» Από τα πιο πάνω είναι σαφές ότι η εισήγηση του αιτητή περί λανθασμένης επίδοσης σε αυτόν των διαφόρων εγγράφων που του επιδόθηκαν λόγω του τρόπου επίδοσης, δεν με βρίσκει σύμφωνη. Εξετάζοντας, στη συνέχεια, τους άλλους λόγους παραμερισμού και ακύρωσης της διενεργηθείσας επίδοσης και του διατάγματος που επέτρεψε την εν λόγω επίδοση, όπως προβάλλονται από τον αιτητή, αναφέρω τα εξής. Έχει τεθεί έστω και εμμέσως θέμα δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου αφού ο αιτητής σαφώς αναφέρεται σε παράληψη του ενάγοντα να αναφερθεί στην νομική βάση της αίτησης για υποκατάστατη επίδοση ο ΕΚ44/
- Επίσης ο αιτητής ισχυρίζεται ότι το διάταγμα ημερ. 22.1.2015 κακώς εξεδόθη καθότι το Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία να επιληφθεί της παρούσας αγωγής. Επισημαίνω ότι από την ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την μονομερή αίτηση ημερομηνίας 22.1.2015 για να δοθεί άδεια για σφράγιση/έκδοση και επίδοση ειδοποίησης και/ή του κλητηρίου εντάλματος εκτός της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου, καθώς και υποκατάστατης επίδοσης με παράδοση της ειδοποίησης και/ή του κλητηρίου εντάλματος μετά πιστού αντιγράφου του εκδοθέντος διατάγματος, μέσω υπηρεσιών αγγελιοφόρων (courier service) σε συγκεκριμένες διευθύνσεις, που μεταξύ άλλων αφορούν τους εναγόμενους 5,7,10 και 14, προκύπτει ότι το Δικαστήριο κέκτηται δικαιοδοσίας όπως εκδικάσει την αγωγή εφόσον η ισχυριζόμενη από τον ενάγοντα συμφωνία μεταξύ των διαδίκων συνήφθη εντός της δικαιοδοσίας των Κυπριακών Δικαστηρίων, όπου προέκυψε και η βάση της αγωγής (βλ. άρθρα 2 και 21 του περί Δικαστηρίων Νόμου Ν. 14/60). Στην ένορκη δήλωση του ενάγοντος, ημερομηνίας 22.1.2015, που κατεχωρήθη προς υποστήριξη της εν λόγω μονομερούς αίτησης ίδιας ημερομηνίας προς έκδοση του προσβαλλόμενου διατάγματος, αναφέρεται ότι (μεταξύ άλλων εναγομένων) ο εναγόμενος 7, είναι απαραίτητος διάδικος ως μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της εναγομένης 1 Τράπεζας κατά το έτος 2011 και η αγωγή ηγέρθη λόγω παράβασης σύμβασης που υπεγράφη στην Κύπρο και/ή αφορά αστικά αδικήματα, με επισύναψη αντιγράφου μέρους του Ενημερωτικού Δελτίου της εναγομένης 1 Τράπεζας που εκδόθηκε το Μάιο του
- Περαιτέρω, με αναφορά στις κατά τον ισχυρισμόν του ψευδείς παραστάσεις και διαβεβαιώσεις καθώς και παραλείψεις υπαλλήλων της εναγομένης 1 Τράπεζας προς αυτόν, που έγιναν κατόπιν οδηγιών του Διοικητικού της Συμβουλίου κατά τον εν λόγω χρόνο, για αγορά των αξιογράφων εκ μέρους του, ο ενάγων παραθέτοντας τις αξιώσεις του καθώς και τις νομικές πρόνοιες που διέπουν την επίδοση εκτός δικαιοδοσίας, υπό τα δεδομένα της παρούσας υπόθεσης, υποστηρίζει ότι υπάρχει εκ πρώτης όψεως καλή υπόθεση και είναι αναγκαία η επίδοση εκτός της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου λόγω του ότι οι εναγόμενοι 5,7,10 και 14, μεταξύ άλλων εναγομένων, είναι μόνιμοι κάτοικοι εξωτερικού. Κρίνεται εν προκειμένω ότι δεν προκύπτει οποιαδήποτε αντικανονικότητα ή παρατυπία της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την μονομερή αίτηση, η οποία έγινε από τον ίδιο τον ενάγοντα, γνώστη των γεγονότων, δυνάμει της Δ.39 θ.2 (βλ. Lord Jeans Ltd v. Orbit - Kazoulis Ltd
(2003)1(Β) Α.Α.Δ. 808). Στην εν λόγω ένορκη δήλωση περιέχονται τα αναγκαία στοιχεία από τα οποία συνάγεται το αντικειμενικό συμπέρασμα αποκάλυψης αιτίας αγωγής, χωρίς βέβαια να αξιολογείται η ουσιαστική αξία τους, και στοιχειοθετούνται οι προϋποθέσεις για τη χορήγηση άδειας για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας, σύμφωνα με τη Δ.6 θ.θ. 1 και 4 και τις νομολογιακές αρχές που διέπουν το θέμα (βλ. Nozaki & Co Ltd κ.α. ν. Σιουκιούρογλου & Υιοί Λτδ
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1689, Zachariades & Pantelides EnterprisesLtd v. Fiat Auto S.P.A.
(2000)1(Α) A.Α.Δ. 447 και GCC Computers Ltd v. Penril Datacom Ltd
(2000)1(Γ) Α.Α.Δ. 1584). Κατά συνέπεια, οι αντίθετοι ισχυρισμοί του αιτητή παρέμειναν ατεκμηρίωτοι και δεν μπορούν να ευσταθήσουν. Περαιτέρω, από τα γεγονότα που αναφέρονται τόσο στην υπό κρίση αίτηση όσο και στην ένσταση, προβάλλει ότι το μονομερώς, ως πιο πάνω, εκδοθέν διάταγμα δυνάμει της Δ.6 θ.θ.1, 4-6 και των Δ.5 θ.9 και Δ.5Α, εφαρμόστηκε επακριβώς εκ μέρους του ενάγοντος. Όπως αυτό προέβλεπε, επεδόθη στον αιτητή, στη συγκεκριμένη διεύθυνση του, μέσω υπηρεσιών αγγελιοφόρων (courier service), πιστό αντίγραφο του διατάγματος και της ειδοποίησης του κλητηρίου εντάλματος (βλ. Jones κ.α. ν. Δημητρίου κ.α.
(1998)1(Γ) Α.Α.Δ. 1526). Η ειδοποίηση εκδόθηκε λόγω του ότι οι εναγόμενοι 5, 8 και 11 δεν είναι Κύπριοι πολίτες και επιδόθηκε δυνάμει της Δ.6 θ.6 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, σύμφωνα με την οποία όταν ένας εναγόμενος δεν είναι Κύπριος πολίτης θα πρέπει να του επιδίδεται ειδοποίηση του κλητηρίου εντάλματος στον τύπο που καθορίζεται στους Θεσμούς και όχι το ίδιο το κλητήριο. Όπως έχει εξηγηθεί στην υπόθεση Ε. Philippou Ltd v. Littner Hampton Ltd
(1984)1 A.A.Δ. 716, σε τέτοιες περιπτώσεις δεν επιτρέπεται η επίδοση του ίδιου του κλητηρίου, το οποίο έχει επιτακτική μορφή αλλά θα πρέπει να επιδίδεται ειδοποίηση του κλητηρίου εντάλματος εκτός της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου σε μη Κύπριο πολίτη. Δεν πρέπει να διαφεύγει της προσοχής ότι, όπως έχει νομολογηθεί, μοναδικός σκοπός της επίδοσης είναι η παροχή ειδοποίησης στην άλλη πλευρά για να ενημερωθεί και να είναι σε θέση να αντικρούσει εκείνο που επιδιώκεται εναντίον της. Στην υπόθεση Φραγκέσκου κ.α. ν. Γρηγορίου
(2000)1(Γ) Α.Α.Δ. 1765, κρίθηκε ότι παρέχεται εξουσία στο Δικαστήριο να διατάξει υποκατάστατη επίδοση και στις περιπτώσεις που παρέχεται άδεια για επίδοση του κλητηρίου εντάλματος εκτός δικαιοδοσίας. Σε τέτοια περίπτωση θα μπορούσε να επιτευχθεί υποκατάστατη επίδοση τόσο εντός όσο και εκτός της δικαιοδοσίας. Το κριτήριο είναι κατά πόσο υπάρχει λογική προοπτική, αν όχι βεβαιότητα, να περιέλθει το κλητήριο ένταλμα υπόψη του εναγόμενου. Σε ότι αφορά τη θέση ότι η υποβολή της αίτησης στις 22.1.2105 και η έκδοση του σχετικού διατάγματος στις 10.2.2015 ήταν πρόωρα και άκυρα διαβήματα επειδή η αγωγή δεν είχε επιδοθεί σε όλους τους ημεδαπούς εναγομένους την δοθείσα χρονική στιγμή, αναφέρω τα ακόλουθα. Μέσα από τον φάκελλο προκύπτει ότι πριν την καταχώριση της αίτησης ημερ. 22.1.15 και την έκδοση του σχετικού διατάγματος στις 10.2.15 είχε προηγηθεί η επίδοση της αγωγής και καταχώριση σημειώματος εμφάνισης εκ πλευράς των εναγομένων 1,2,3,4,6,12,13,18 και 21. Αυτή είναι και η θέση του ενάγοντα στην ένορκο δήλωσή του ημερ. 22.1.15 που συνόδευε την αίτηση, σχετική είναι η παράγραφος 2. Σε ότι αφορά τους 21 συνολικά εναγόμενους, οι 7 είναι εκτός δικαιοδοσίας και οι υπόλοιποι 14 ημεδαποί. Σε ότι αφορά τους ημεδαπούς εναγομένους, η αγωγή είχε επιδοθεί προ της καταχώρισης της αίτησης, σε 9 εναγόμενους ενώ σε 5 ημεδαπούς εναγομένους και συγκεκριμένα στους εναγομένους 8,9,11,19 και 20 η αγωγή δεν είχε επιδοθεί προ της καταχώρισης της αίτησης και της εξασφάλισης του διατάγματος. Ο ευπαίδευτος συνήγορος για τον αιτητή στην αγόρευση του αναφέρεται στην πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Πολιτική Έφεση Αρ. 362/09 ANS Secretaries Ltd (ανωτέρω) και έχει τη θέση ότι εφόσον δεν είχε προηγηθεί η επίδοση της αγωγής σε όλους τους ημεδαπούς εναγόμενους πριν την έκδοση του διατάγματος 10.2.15 τότε ήταν πρόωρη και λανθασμένη η έκδοση του και συνεπώς είναι άκυρη η επίδοση που έχει γίνει σε αυτόν. Επί αυτής της θέσης αναφέρω τα εξής. Στα πλαίσια της αγωγής 5035/92 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού Mohamed Yehya κ.α. ν. Brown and Williamson Tobacco Corporation κ.α., ο Κ. Κληρίδης Ε.Δ. ως ήταν τότε σε αίτηση για παραμερισμό του κλητηρίου και/ή της επίδοσης του αναφέρει στην απόφαση του ημερ. 9.7.93 τα ακόλουθα: «Όπως αναφέρεται στο Annual Practice 1958, σελ.146 αναφορικά προς την πρακτική κάτω από την Αγγλική Ο.2 r.4 (αντίστοιχη της Κυπριακής Δ.2 κ.2), ο κανόνας αυτός πρέπει να διαβάζεται μαζί με την υποπαράγραφο (
- g)της Αγγλικής Ο.11 r.1 που αντιστοιχεί με την Κυπριακή Δ.6 κ.1(h). Δηλαδή σε τέτοια περίπτωση η διαταγή αυτή εφαρμόζεται σε αγωγές όπου το πρόσωπο εκτός δικαιοδοσίας είναι αναγκαίος διάδικος και το κλητήριο έχει επιδοθεί στο διάδικο εντός της δικαιοδοσίας (δική μου υπογράμμιση). Έτσι, το κλητήριο εκδίδεται χωρίς άδεια, και ο ενάγων, αφού επιδόσει το κλητήριο στον εναγόμενο εντός δικαιοδοσίας,(δική μου η υπογράμμιση) τότε αποτείνεται για άδεια έκδοσης παράλληλου κλητηρίου για επίδοση στον εναγόμενο εκτός δικαιοδοσίας. Προκύπτει επομένως από τα ανωτέρω ότι η διαδικασία η οποία είχε ακολουθηθεί με τη Γενική Αίτηση ήταν πρωθύστερη, εκτός των άλλων παραλείψεων στις οποίες αναφέρθηκα, και σαν τέτοια πρέπει να παραμερισθεί.» Παρομοίως στην αγωγή 2974/02 Ε.Δ. Πάφου μεταξύ Γιαννάκη Χατζηλαμπρή ν. 1. Στέλλας Χατζηγεωργίου κ.α. σε ενδιάμεση απόφαση του σε αίτηση παρόμοια ως η υπό κρίση ημερ. 14.7.03, ο Π.Ε.Δ., ως ήταν τότε, Μ.Μ. Νικολάτος αναφέρει τα εξής. «Είναι ορθό ότι στην υπόθεση Agricultural Products Union v. DSR Lines (ανωτέρω) λέχθηκε πως η Δ.2 θ.2 των Θεσμών είναι ουσιαστικά ταυτόσημη με την παλιά αγγλική Δ.2 θ.4 και επομένως χρήσιμη αναφορά μπορεί να γίνει στη σχετική αγγλική πρακτική. Σύμφωνα με το Annual Practice του 1958 (σελίδα 146) η Δ.2 θ.4 (που είναι ουσιαστικά ταυτόσημη με την δική μας Δ.2 θ.4) θα πρέπει να διαβάζεται μαζί με την υποπαράγραφο (
- g)της Αγγλικής Δ.11 θ.1 που είναι αντίστοιχη με την υποπαράγραφο (
- h)της δικής μας Δ.6 θ.1. Σύμφωνα με αυτή την πρόνοια επίδοση εκτός δικαιοδοσίας ενός κλητηρίου εντάλματος ή αντιγράφου κλητηρίου εντάλματος δυνατό να επιτραπεί από το Δικαστήριο εφόσον οποιοδήποτε πρόσωπο εκτός Κύπρου είναι αναγκαίος ή κατάλληλος διάδικος σε αγωγή η οποία δεόντως έχει εγερθεί εναντίον προσώπου στο οποίο έγινε κανονική επίδοση στην Κύπρο (δική μου υπογράμμιση). Με πλήρη επίγνωση του γεγονότος ότι η απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας ημερ. 20.8.02 στην αγωγή 7680/02 δεν είναι δεσμευτική για το παρόν Δικαστήριο, συμφωνώ με την απόφαση της αδελφής Δικαστούς κας Δημητριάδου Ε.Δ. αναφορικά με το ζήτημα της σφράγισης και επίδοσης του κλητηρίου εντάλματος. Συμφωνώ δηλαδή ότι εφόσον υπάρχει διάδικος εντός δικαιοδοσίας και διάδικος εκτός δικαιοδοσίας στο ίδιο κλητήριο ένταλμα οι πρόνοιες της Δ.2 θ.2 αδρανοποιούνται υπό την προϋπόθεση ότι ο Ενάγων, πριν αποταθεί στο Δικαστήριο για άδεια σφράγισης του κλητηρίου με σκοπό την επίδοση του εκτός δικαιοδοσίας, θα πρέπει να έχει επιδώσει στον εναγόμενο εντός δικαιοδοσίας (δική μου υπογράμμιση). Περιπλέον ο ενάγων πρέπει να έχει προφανώς καλή υπόθεση εναντίον του εναγομένου που βρίσκεται εντός δικαιοδοσίας και όχι απλά υπόθεση υποστηρικτική εκείνης που έχει εναντίον του διαδίκου εκτός δικαιοδοσίας. Προς υποστήριξη της θέσης ότι ο ενάγων, πριν αποταθεί στο Δικαστήριο για άδεια σφράγισης του κλητηρίου με σκοπό την επίδοσή του εκτός δικαιοδοσίας, θα πρέπει να επιδώσει στον εναγόμενο εντός δικαιοδοσίας (δική μου υπογράμμιση) χρήσιμη αναφορά μπορεί να γίνει στους Halsbury's Laws of England, 3η έκδοση, τόμος 30, παράγραφος 588, σελ.325 καθώς και στην απόφαση στην Αγγλική υπόθεση Collins v. North British and Merchant Insurance Co
(1894)3 Ch. 228.» Επίσης, στα πλαίσια της αγωγής 8063/07 Ε.Δ. Λευκωσίας μεταξύ Γεώργιου Χατζηπιερή ν. BAT Cyprus Ltd κ.α. ο Κ.Κληρίδης, Π.Ε.Δ., ως ήταν τότε, σε ενδιάμεση απόφαση του ημερ. 23.12.08 αναφέρει τα ακόλουθα: «Η άδεια για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας δεν ζητήθηκε μετά που το κλητήριο επιδόθηκε στους εν Κύπρω εναγόμενους 1 αλλά πριν απ΄ αυτήν. (δική μου υπογράμμιση) Εξετάζοντας την αίτηση ημερ. 10.7.07 με την οποία είχε ζητηθεί και ληφθεί η άδεια του Δικαστηρίου μόνο για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας, παρατηρώ ότι αυτή δεν φαίνεται να είχε βασισθεί στις πρόνοιες της Δ.6 κ.1(h). Η νομική της βάση ήταν, μεταξύ άλλων, και οι πρόνοιες της «Δ.6 θ.θ1(ε), (στ), (θ) .». Και αν ακόμα μπορεί να λεχθεί ότι μια απ΄ αυτές τις παραγράφους του θεσμού 1 της Διαταγής 6 αντιστοιχεί προς την παρ.(
- h)του Αγγλικού κειμένου των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, και πάλι αυτό δεν περισώζει την κατάσταση καθ΄ ότι σύμφωνα με τις πρόνοιες της παρ.(h), όπως έχω αναφέρει και προηγουμένως, επίδοση στο εξωτερικό σ΄ εκείνη τη βάση μπορεί μόνο να επιτραπεί αφ΄ ης στιγμής το Δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι το πρόσωπο στο οποίο σκοπείται η διενέργεια επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας: (α) είναι αναγκαίος ή κατάλληλος διάδικος στην αγωγή, και (β) ότι η αγωγή είχε ήδη δεόντως επιδοθεί στον εναγόμενο 1 στην Κύπρο. (δικές μου υπογραμμίσεις) Πέραν του ότι η δεύτερη προϋπόθεση εκ των πραγμάτων δεν τηρήθηκε αφού δεν είχε γίνει επίδοση στην Κύπρο, θα πρέπει να παρατηρηθεί πως ούτε και η πρώτη προϋπόθεση με βάση τη Δ.6 κ.1(
- h)θα μπορούσε να ικανοποιηθεί αφού κανένα σχετικό στοιχείο δεν είχε θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου η πλευρά του ενάγοντα με την ένορκη δήλωση που υποστήριζε την αίτηση του.» Χρήσιμη αναφορά γίνεται και στην Πολιτική Έφεση 11740 Τηλέτυπος Α.Ε. ν. Mega Channel Management Ltd ημερ. 9.11.04 όπου ο Αρτεμίδης Π. αναφέρει ότι άδεια για να επιδοθεί η ειδοποίηση του κλητηρίου εντάλματος στην εφεσείουσα στο εξωτερικό όταν υπάρχει και συνεναγόμενος εντός δικαιοδοσίας, δίδεται εφόσον ικανοποιηθούν οι σοβαρές προϋποθέσεις που απαριθμούνται στην Δ.6. Στην Δ.6 θ.1(
- h)αναφέρεται ότι επίδοση εκτός δικαιοδοσίας μπορεί να επιτραπεί από Δικαστήριο ή Δικαστή όταν «any person out of Cyprus is a necessary or proper party to an action properly brought against some other person duly served in Cyprus.»(δική μου υπογράμμιση). Πολύ πρόσφατα το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση ANS Secretaries Ltd έχει επιβεβαιώσει τα πιο πάνω αναφέροντας τα ακόλουθα: «..Το πρωτόδικο δικαστήριο αφού εξέτασε τις πρόνοιες της Δ.2 θ.2 σε συνδυασμό με τις πρόνοιες της Δ.6 θ.1(
- h)και του άρθρου 372 του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113 και τη σχετική νομολογία, κατέληξε στις σελίδες 22-23 της απόφασης του ότι:- «Κατ' ακολουθία δε των προβλεπόμενων στη Δ.6 θ.1(
- h)όπου εμφανίζονται στο κλητήριο εναγόμενοι από τους οποίους κάποιοι διαμένουν ή εδρεύουν στην Κύπρο και κάποιοι άλλοι εκτός δικαιοδοσίας, .. το κλητήριο εκδίδεται χωρίς άδεια για σφράγιση και ο ενάγων, αφού το επιδώσει στον εναγόμενο διάδικο που βρίσκεται εντός δικαιοδοσίας, αποτείνεται και ζητά άδεια σφράγισης για επίδοση στον εναγόμενο ο οποίος βρίσκεται εκτός δικαιοδοσίας. ................... Στην προκειμένη περίπτωση, η ύπαρξη ημεδαπών εναγομένων και η επίδοση της αγωγής σ' αυτούς καθιστούσε, κατά την άποψή μας, δυνατή την καταχώριση της αγωγής χωρίς ειδική σφράγιση δυνάμει της Δ.2 θ.2. Επομένως αυτό το μέρος της πρωτόδικης απόφασης είναι κατά την κρίση μας ορθό. ................. Όπου υπάρχουν και εναγόμενοι εκτός Κύπρου, μόνο μετά από εξασφάλιση άδειας του δικαστηρίου δυνάμει της Δ.6 θ.1, μπορούν να υποβληθούν στη δικαιοδοσία των κυπριακών δικαστηρίων. Μόνο μετά από τέτοια άδεια είναι δυνατή στη συνέχεια η υποκατάστατη επίδοση του κλητηρίου εντάλματος σε αυτούς (βλ. Φραγκέσκου κ.α. ν. Γρηγορίου, ανωτέρω). Κατά την άποψή μας, ορθά το πρωτόδικο δικαστήριο αντίκρισε το θέμα ως θέμα δικαιοδοσίας και πολύ ορθά έκρινε ότι οι Εφεσίβλητοι, μετά την καταχώρηση της αγωγής για επίδοση στους ημεδαπούς εναγομένους, θα έπρεπε να λάβουν άδεια του δικαστηρίου για επίδοση του κλητηρίου εκτός δικαιοδοσίας στους αλλοδαπούς εναγόμενους και ότι η επίδοση στο διευθυντή τους στην Κύπρο δεν μετέβαλλε και ούτε μείωνε την υποχρέωση τους για ικανοποίηση των προϋποθέσεων της Δ.6 θ.1. Χωρίς άδεια δυνάμει της Δ.6 θ.1 δεν θα μπορούσε το δικαστήριο να επεκτείνει τη δικαιοδοσία του και στους αλλοδαπούς εναγόμενους. Όπως τονίστηκε στην υπόθεση Zachariades & Pantelides Enterprises Ltd v. Fiat Auto S.p.a.
(2000)1Α AAΔ.447 η συγκεκριμένη παράλειψη δεν είναι απλώς θέμα θεσμών, ώστε παρέκκλιση από αυτούς να μπορεί ενδεχομένως να θεραπευθεί δυνάμει της Δ.64, αλλά είναι και θέμα νόμου εφόσον το άρθρο 3 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, καθιστά προϋπόθεση τη λήψη άδειας για επίδοση κλητηρίου εντάλματος εκτός δικαιοδοσίας. Όπως αναφέρεται στην πιο πάνω απόφαση, παρέκκλιση από τις πρόνοιες του Νόμου δεν μπορεί να θεραπευθεί δυνάμει της Δ.64 η οποία αφορά μόνο σε δικονομικές παρεκκλίσεις. Συνακόλουθα δεν ευσταθεί και θα πρέπει να απορριφθεί το μέρος του λόγου αντέφεσης των Εφεσιβλήτων, στο βαθμό που αμφισβητείται η ορθότητα της πιο πάνω κατάληξης του πρωτόδικου δικαστηρίου. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Philippou v. Philippou and others, ανωτέρω και Tyne Improvement Commissioners v. Armement Anversois Societe Anonyme,The Bravo [1949] 1 All ER 294 από τις οποίες το πρωτόδικο δικαστήριο παρέθεσε σχετικά αποσπάσματα. Ως προς τις επιπτώσεις, συμφωνούμε ότι από τη στιγμή που κρίνεται επιτρεπτή η καταχώρηση αγωγής με ημεδαπούς και αλλοδαπούς εναγομένους, χωρίς να προηγηθεί άδεια για σφράγιση και επίδοση εκτός δικαιοδοσίας, το κλητήριο ως ενιαίο κλητήριο θα πρέπει να θεωρηθεί νομότυπα καταχωρισμένο και σε ισχύ μέχρι να γίνουν τα δέοντα για επίδοση του στους αλλοδαπούς εναγομένους, δυνάμει της Δ.6 θ.1. Υπό αυτές τις συνθήκες, συμφωνούμε με το πρωτόδικο δικαστήριο ότι ήταν εντελώς αχρείαστο να ακυρωθεί το ίδιο το κλητήριο σε ό,τι αφορά τους αλλοδαπούς εναγομένους και πολύ ορθά το πρωτόδικο δικαστήριο διέταξε μόνο την ακύρωση της επίδοσης στο διευθυντή τους, εφόσον δεν μπορούσε να γίνει υποκατάστατη επίδοση προτού ληφθεί άδεια του δικαστηρίου δυνάμει της Δ.6 θ.1 για επέκταση της δικαιοδοσίας και στους αλλοδαπούς εναγομένους.» Είναι κατά την άποψη μου σαφές από τα πιο πάνω ότι της καταχώρισης της αίτησης ημερ. 22.1.15 αλλά και της έκδοσης σχετικού διατάγματος από το Δικαστήριο έπρεπε να προηγηθεί η επίδοση του κλητηρίου σε όλους του ημεδαπούς εναγομένους. Αυτό είναι αδιαμφισβήτητο ότι δεν έγινε. Αναφέρω εκ του περισσού ότι εξ όσων προκύπτει από το φάκελλο η επίδοση στους εναγόμενους αυτούς δεν έχει γίνει μέχρι σήμερα. Έτσι κατ΄ εφαρμογή των πιο πάνω αρχών, τόσο η καταχώριση της αίτησης αλλά και η έκδοση του διατάγματος ημερ. 10.2.15 είναι πρόωρα και δεν έπρεπε να είχαν ληφθεί τα μέτρα αυτά σε εκείνο το στάδιο. Η παρατυπία αυτή με βάση την νομολογία στην οποία έχω αναφερθεί δεν θεραπεύεται και επομένως η άδεια για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας που είχε δοθεί με το διάταγμα του Δικαστηρίου ημερ. 10.2.2015 σε ότι αφορά τον εναγόμενο 7 αιτητή παραμερίζεται και ακυρώνεται. Παραμερίζονται και ακυρώνονται επίσης οι επιδόσεις της ειδοποίησης του κλητηρίου εντάλματος όπως και του κλητηρίου εντάλματος στον αιτητή για τους λόγους που αναφέρονται σαφώς στην παρούσα απόφαση. Ενόψει των ανωτέρω θεωρώ ότι παρέλκει η εξέταση οποιουδήποτε άλλου ζητήματος. Σε ότι αφορά τα έξοδα θεωρώ ότι δεν υπάρχει κανένας λόγος να μην εφαρμοστεί ο συνήθης κανόνας που επιβάλλει ότι αυτά ακολουθούν το αποτέλεσμα γι΄ αυτό επιδικάζονται υπέρ του εναγομένου 7 - αιτητή και εναντίον του ενάγοντα - καθ΄ ου η αίτηση όπως υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή. (Υπ.)..................................... Στ. Χριστοδουλίδου-Μέσσιου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο