← Κύπρος

Antonis Tsangaris Development Ltd ν. Σωτηρίας Ιωάννη Παπανεοφύτου, Αρ. Υπόθεσης: 5713/09, 24/11/2015

Antonis Tsangaris Development Ltd ν. Σωτηρίας Ιωάννη Παπανεοφύτου, Αρ. Υπόθεσης: 5713/09, 24/11/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2015:A494 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Στ. Χριστοδουλίδου-Μέσσιου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 5713/09 Μεταξύ: Antonis Tsangaris Development Ltd Εναγόντων και Σωτηρίας Ιωάννη Παπανεοφύτου Εναγόμενης ----------------------------------- Αίτηση ημερομηνίας 17.4.15 για έκδοση διατάγματος του Δικαστηρίου που να εμποδίζει δικηγόρο από του να επεμβαίνει και/ή ακούγεται και/ή εφμανίζεται και/ή χειρίζεται τα επίδικα θέματα αναφορικά με την παρούσα αγωγή Ημερομηνία: 24 Νοεμβρίου 2015 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες - Αιτητές: κ. Δ. Παυλίδης με κα Κ. Λούτσιου. Για την Εναγόμενη-Καθ΄ης η αίτηση: κα Γ. Μιλτιάδου με κα Ε. Μαθηκολώνη και για κ. Σ. Σταυρινό. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Προτού ασχοληθώ με το καινοφανές αντικείμενο της υπό κρίση αίτησης, μια σύντομη αναφορά στο ιστορικό της παρούσας υπόθεσης κρίνεται αναγκαία για σκοπούς καλύτερης κατανόησης της παρούσας απόφασης. Η παρούσα αγωγή καταχωρήθηκε από το δικηγορικό γραφείο Δημήτριος Α. Παυλίδης και Συνεργάτες σε γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα στις 29.9.

  1. Επιδόθηκε στην εναγομένη στις 25.11.2009 και στις 9.12.2009 καταχωρήθηκε εμφάνιση εκ πλευράς της από το δικηγόρο Σωτήρη Σταυρινό. Στις 4.12.2009 καταχωρήθηκε η Έκθεση Απαίτησης και στις 18.12.2009 αίτηση για απόφαση λόγω μη καταχώρισης Υπεράσπισης με βάση την Δ.26 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Η Υπεράσπιση της εναγομένης καταχωρήθηκε από το δικηγόρο Σωτήρη Σταυρινό στις 24.2.2010 και στις 2.3.2010 απεσύρθηκε η αίτηση για απόφαση. Η αγωγή ακολούθως ορίστηκε για οδηγίες και μετά για ακρόαση σε διάφορες ημερομηνίες. Στις 13.10.11 καταχωρήθηκε σημείωμα εμφάνισης από την δικηγόρο Γιώτα Μιλτιάδου εκ μέρους της εναγομένης και σχετική επιστολή της προς τον Πρωτοκολλητή η οποία κοινοποιήθηκε στους δικηγόρους των Εναγόντων σύμφωνα με την οποία η κα Μιλτιάδου θα εμφανίζεται για την εναγομένη μαζί με τον κ. Σταυρινό. Στις 17.1.2012 οι συνήγοροι της εναγομένης Σωτήρης Σταυρινού και Γιώτα Μιλτιάδου καταχώρησαν αίτηση με βάση τη Δ.27 θ.θ.1-3 και Δ.29 θ.26 για εκδίκαση προδικαστικών θεμάτων. Στην εν λόγω αίτηση καταχωρήθηκε ένσταση από το δικηγόρο εναγόντων στις 22.3.12 αφού στο μεταξύ μεσολάβησαν διάφορες εμφανίσεις ενώπιον του Δικαστηρίου. Σημειώνω ότι τα θέματα τα οποία ζητείτο να εκδικαστούν προδικαστικά από πλευράς εναγομένης ήταν ο ισχυρισμός της ότι η παρούσα αγωγή πρέπει να απορριφθεί λόγω δεδικασμένου με βάση την απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας ημερ. 3.11.08 στην αγωγή υπ΄ αρ.215/05 με τους ίδιους διαδίκους. Στις 29.3.2012 που ήταν ορισμένη η αίτηση για ακρόαση, ο δικηγόρος κ. Πόλεως που εμφανίστηκε για τους ενάγοντες εκ μέρους του κ. Παυλίδη προέβαλε την θέση ότι η κα Μιλτιάδους η οποία είχε παρουσιαστεί μαζί με τον κ. Σταυρινό στην ακρόαση της αίτησης δεν μπορεί να εμφανίζεται εκ μέρους της εναγομένης - αιτήτριας επειδή κατά το χρονικό διάστημα του έτους 2005, που είναι το έτος καταχώρισης της αγωγής 215/05 η απόφαση στην οποία ως η θέση της εναγομένης αποτελεί δεδικασμένο και ως εκ τούτου ζητά την απόρριψη της παρούσας αγωγής, εργαζόταν στο δικηγορικό γραφείο Δημήτρης Παυλίδης και Συνεργάτες, δικηγόρων των εναγόντων, και συνεπώς είναι ή θα μπορούσε να είναι γνώστης εμπιστευτικών πληροφοριών που είχαν δοθεί από τους ενάγοντες ως πελάτες του εν λόγω γραφείου. Θέση του κ. Πόλεως ήταν ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να εξαιρέσει την κα Μιλτιάδου από την εκδίκαση της παρούσας υπόθεσης λόγω παραβίασης της αρχής της ισότητας των όπλων. Η κα Μιλτιάδου η οποία ήταν παρούσα ισχυρίστηκε επί του σχετικού πρακτικού ότι την περίοδο του 2005 που εργαζόταν στο δικηγορικό γραφείο Παυλίδη ασχολείτο μόνο με ποινικές υποθέσεις, δεν είχε καμία σχέση με τις πολιτικές υποθέσεις του γραφείου ούτε και είχε πρόσβαση στους φακέλους των πολιτικών υποθέσεων. Όμως για να μην κωλυσιεργήσει άσκοπα η υπόθεση ανέφερε «. θα αποσυρθώ και θα δεσμευτώ ότι δεν θα χειριστώ την παρούσα υπόθεση και θα την χειριστεί ο κ. Σταυρινός.». Ο κ. Πόλεως επίσης δήλωσε επί του πρακτικού ότι το θέμα έχει εκλείψει, και το Δικαστήριο με άλλη σύνθεση σημείωσε επί του πρακτικού ότι την υπόθεση θα χειριστεί ο κ. Σταυρινός και όρισε την αίτηση για ακρόαση. Μεσολάβησαν οι εμφανίσεις των δικηγόρων για ακρόαση της αίτησης, η ειδοποίηση για την έκδοση απόφασης από το Δικαστήριο και το σχετικό πρακτικό της έκδοσης ενδιάμεσης απόφασης όπου στις εμφανίσεις εκ πλευράς εναγομένης σημειώνεται ο κ. Σταυρινός. Μεσολαβούν διάφορες άλλες εμφανίσεις και ενδιάμεσες διαδικασίες, ο κ. Παυλίδης στις 28.11.12 καταχώρισε εναντίον της εναγομένης αίτηση μηνιαίων δόσεων σε ότι αφορά τα έξοδα που είχαν επιδικαστεί υπέρ του ενάγοντα και εναντίον της εναγομένης με βάση απόφαση του Δικαστηρίου σε ενδιάμεση αίτηση της εναγομένης για εκδίκαση προδικαστικών σημείων η οποία και απορρίφθη με έξοδα. Όπως φαίνεται και από το φάκελλο η ένσταση στην αίτηση αυτή ημερομηνίας 11.10.13 καταχωρήθηκε από την κα Γ. Μιλτιάδου δικηγόρου καθ΄ης η αίτηση - εναγομένης. Κατά την εκδίκαση της εν λόγω αίτησης λήφθησαν και άλλα ενδιάμεσα μέτρα και διαδικασίες στις οποίες υπήρξε εμφάνιση για την εναγόμενη μόνο από την κα Γ. Μιλτιάδου και τελικά εκδόθηκε εκ συμφώνου διάταγμα στην αίτηση μηνιαίων δόσεων και ακολούθως αφού μεσολάβησαν και άλλες εμφανίσεις, η αγωγή ορίστηκε για ακρόαση στις 20.11.
  2. Την εν λόγω ημερομηνία ο κ. Παυλίδης έθεσε ξανά ζήτημα για την εμφάνιση της κας Μιλτιάδου αναφέροντας ότι σε προηγούμενη ημερομηνία που είχε εγερθεί και πάλι το ζήτημα εκ πλευράς του, η κα Μιλτιάδου είχε δηλώσει ότι θα αποσυρθεί από το χειρισμό της υπόθεσης τον οποίο θα αναλάβει ο κ. Σταυρινός. Η υπόθεση αναβλήθηκε για τις 10.12.14 για να είναι παρούσα η κα Μιλτιάδου. Την εν λόγω ημερομηνία η κα Μιλτιάδου ανέφερε ότι ουδέποτε χειρίστηκε πολιτική αγωγή κατά τα χρόνια που εργαζόταν στο γραφείο του κ. Παυλίδη, ουδέποτε χειρίστηκε την αγωγή που καταχωρήθηκε το 2005 μεταξύ των ίδιων διαδίκων ως η παρούσα, είχε δηλώσει από τα αρχικά στάδια της υπόθεσης την εμφάνιση της για την εναγομένη μαζί με τον κ. Σταυρινό και είχαν ληφθεί από πλευράς της ενδιάμεσα διάφορα διαδικαστικά διαβήματα χωρίς να υπάρχει ένσταση από πλευράς του κ. Παυλίδη. Θέση της ήταν ότι ουδέποτε αποχώρησε από την εκπροσώπηση της εναγομένης στην παρούσα υπόθεση, ότι την αίτηση για τα προδικαστικά είχε χειριστεί ο κ. Σταυρινός με τον οποίο χειρίζονταν την υπόθεση μαζί και ότι μετά την απόφαση του Δικαστηρίου και πάλι υπήρξαν διαδικαστικά διαβήματα από πλευράς της στα οποία ο κ. Παυλίδης δεν έφερε καμία ένσταση. Η υπόθεση αναβλήθηκε με οδηγίες του Δικαστηρίου για να αποστενογραφηθεί το σχετικό πρακτικό 29.3.
  3. Μεσολάβησαν διάφορες εμφανίσεις χωρίς να λυθεί το θέμα και ακολούθως το Δικαστήριο, πάντα με άλλη σύνθεση, έδωσε χρόνο για καταχώρηση ενδιάμεσης αίτησης από πλευράς του κ. Παυλίδη για να τεθεί γραπτώς πλέον η θέση του. Στις 17.4.15, εντός του χρονικού ορίου που είχε δοθεί από το Δικαστήριο με άλλη σύνθεση, ο κ. Παυλίδης καταχώρησε την υπό κρίση αίτηση. Με αυτήν ζητά «Διάταγμα του Δικαστηρίου που να εμποδίζει την δικηγόρο κα Γιώτα Μιλτιάδου από το να επεμβαίνει και/ή να ακούγεται και/ή να εμφανίζεται και/ή να χειρίζεται όλα τα επίδικα θέματα που να υφίσταται και εκκρεμούν στην αγωγή αρ.5713/09», οποιαδήποτε παραπέρα θεραπεία ήθελε κριθεί εύλογη και δίκαιη από το Δικαστήριο και τα έξοδα της αίτησης. Βάση της αίτησης είναι η Δ.48 θθ.1-9 και οι Δ.Δ.1-11 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, οι Κανονισμοί 20,21 και 22 των περί Δεοντολογίας Δικηγόρων Κανονισμών του 2002 και οι Συμφυείς Εξουσίες του Δικαστηρίου. Την αίτηση συνοδεύει ένορκη δήλωση της κας Κ. Λούτσιου, δικηγόρου στο γραφείο Δημήτρης Α. Παυλίδης & Συνεργάτες ΔΕΠΕ και τα γεγονότα που αναφέρει σε αυτή της τα έχουν αναφέρει ο κ. Κωνσταντίνος Πόλεως και ο κ. Δημήτρης Α. Παυλίδης που χειρίστηκαν την υπόθεση εκ πλευράς των εναγόντων. Βασική της θέση είναι ότι η κα Γ. Μιλιτιάδου στις 29.3.12 είχε δηλώσει ότι αποσύρεται από τον χειρισμό της υπόθεσης και αυτή η δήλωση της καταγράφηκε στο πρακτικό του Δικαστηρίου, σε κατοπινό στάδιο δήλωσε ότι η ίδια θα χειριστεί την υπόθεση, πράγμα που δεν μπορεί να επιτραπεί από το Δικαστήριο, τόσο επειδή είχε προβεί στην δήλωση απόσυρσης μετά από σχετική παράσταση του κ. Δημήτρη Παυλίδη για να μην εμφανίζεται και επειδή όταν εργαζόταν στο δικηγορικό γραφείο του Δημήτριος Α. Παυλίδης είχε εκπροσωπήσει τους ενάγοντες ως πρώην συνεργάτης του κ. Παυλίδη τότε, και υφίσταται κίνδυνος σύγκρουσης συμφερόντων και αποκάλυψης εμπιστευτικών πληροφοριών. Στις 9.9.15 καταχωρήθηκε ένσταση στην αίτηση εκ πλευράς του κ. Σωτήρη Σταυρινού και του δικηγορικού γραφείο Γιώτα Μιλτιάδου & Συνεργάτες ΔΕΠΕ η οποία έχει την ίδια νομική βάση ως η αίτηση και ως λόγοι ένστασης προβάλλονται οι ακόλουθοι: η αίτηση είναι νόμω και ουσία αβάσιμη αντικανονική και καταχρηστική και ότι τα γεγονότα τα οποία αναφέρονται στην ένορκο δήλωση προς υποστήριξη της αίτησης δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα και αναφέρει τη θέση της επί των γεγονότων. Την ένσταση συνοδεύει η ένορκος δήλωση της κας Γιώτας Μιλτιάδου η οποία απορρίπτει όλους τους ισχυρισμούς της κας Λούτσιου, αναφέρει την δική της εκδοχή για τα γεγονότα με βασική θέση ότι κατά το χρονικό διάστημα που εργαζόταν στο δικηγορικό γραφείο Δημήτριος Α. Παυλίδης ουδέποτε χειρίστηκε πολιτικές αγωγές, η αγωγή 215/05 δεν είχε σε κανένα χρονικό διάστημα τύχει χειρισμού από την ίδια, ούτε η ίδια ετοίμασε τα δικόγραφα της, είτε εμφανίστηκε ποτέ για την αγωγή αυτή, είτε είδε τους ενάγοντες σε σχέση με την υπόθεση 215/
  4. Επίσης, όπως αναφέρει, η απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας στην αγωγή 215/05 εκδόθηκε στις 3.11.08 ενώ η ίδια είχε αποχωρήσει από το γραφείο Παυλίδη στις 30.9.
  5. Θέση της επίσης είναι ότι η ίδια δεν αποσύρθηκε από την υπόθεση αλλά μόνο από την ακρόαση της αίτησης ημερ. 17.1.12, θέλοντας με αυτό τον τρόπο να βοηθήσει το έργο του Δικαστηρίου την ημερομηνία που εγέρθη το θέμα από τον κ. Παυλίδη και αναφέρει ότι ήταν η ίδια που συνέταξε την γραπτή αγόρευση εκ πλευράς της εναγομένης - αιτήτριας στην αίτηση και την υπέγραψε μαζί με τον κ. Σταυρινό. Αναφέρει επίσης ότι μετά και πριν την καταχώριση της παρούσας αίτησης μεσολάβησαν αρκετές εμφανίσεις από την ίδια, και από άλλους δικηγόρους του γραφείου της χωρίς να εγερθεί οποιαδήποτε ένσταση από πλευράς του κ. Παυλίδη. Θέση της είναι ότι η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί καθότι είναι καταχρηστική και το μόνο πράγμα το οποίο επιδιώκεται με αυτήν είναι η περαιτέρω καθυστέρηση της υπόθεσης. Κανένας από τους ενόρκως δηλούντες δεν αντεξετάστηκε και οι συνήγοροι κατέθεσαν στο Δικαστήριο γραπτές αγορεύσεις υποστηρίζοντας η κάθε πλευρά την δική της θέση. Στην γραπτή αγόρευση του κ. Παυλίδη ουσιαστικά αναπαράγεται το ιστορικό της παρούσας υπόθεσης και τα όσα οι ενόρκως δηλούντες στην υπό κρίση αίτηση και ένσταση αναφέρουν και προβάλλει τη θέση ότι σύμφωνα με τον Κανονισμό 21

(2)και
(3)των Κανονισμών Δεοντολογίας του 2002 θα πρέπει να πετύχει η αίτηση καθότι υπάρχει κίνδυνος παραβίασης του επαγγελματικού απορρήτου και πληροφοριών που εμπιστεύτηκαν οι αιτητές ενάγοντας στην κα Μιλτιάδου όταν αυτή εργαζόταν για το δικηγορικό γραφείο Δημήτρης Παυλίδης & Συνεργάτες. Στην δική της γραπτή αγόρευση η κα Μιλτιάδου επαναλαμβάνει και αυτή με τη σειρά της τα γεγονότα και τη θέση της ότι οι κίνδυνοι που αναφέρει ο κ. Παυλίδης δεν υφίστανται καθότι ουδέποτε η ίδια διαχειρίστηκε πολιτική αγωγή κατά την εργοδότηση της στο γραφείο του κ. Παυλίδη και ειδικότερα υπόθεση του ενάγοντα, ότι αποχώρησε από το γραφείο Παυλίδη ενώ η αγωγή αρ.215/05 βρισκόταν στα αρχικά στάδια, ότι δεν αποχώρησε από το χειρισμό της παρούσας υπόθεσης αλλά συναίνεσε, καθαρά για σκοπούς εξοικονόμησης χρόνου του Δικαστηρίου, να μην εμφανιστεί κατά την ακρόαση της αίτησης για εκδίκαση προδικαστικών σημείων επαναλαμβάνοντας ότι έκτοτε εμφανίστηκε σε διάφορες ημερομηνίες χωρίς να τεθεί οποιαδήποτε ένσταση από πλευράς του κ. Παυλίδη. Επίσης με βάση το άρθρο 30
(3)(δ) του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας και το άρθρο 6
(3)της ΕΣΔΑ αναφέρει ότι έχει το δικαίωμα να εμφανίζεται και είναι κακόπιστο να προσπαθούν οι ενάγοντες να αποστερήσουν από την εναγομένη τα δικαιώματα της σε μια δίκαιη δίκη να εκπροσωπείται από δικηγόρο της επιλογής της. Αναφέρει επίσης ότι δεν θα πρέπει να εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα και θα πρέπει να αφεθεί η εναγομένη να εκπροσωπηθεί από τους συνήγορους της επιλογής της στην παρούσα υπόθεση. To πρώτο πράγμα το οποίο επιθυμώ να σχολιάσω είναι η νομική βάση της αίτησης όπως αυτή αναγράφεται σ΄ αυτήν από το συνήγορο των αιτητών. Σύμφωνα με την αίτηση ως νομική βάση αναφέρονται η Δ.48 θθ.1-9 και η Δ.Δ.1-
  1. Η Δ.48 είναι γενική διαταγή που αφορά τον τρόπο και την μορφή που πρέπει να έχουν οι αιτήσεις οι οποίες καταχωρούνται σε μια δικαστική διαδικασία. ΔΕΝ μπορεί να αποτελεί νομική βάση αίτησης από μόνη της. Ξεκάθαρη για αυτό είναι η ίδια η πρόνοια της Δ.48 θ.1 στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: «Every application to the Registrar shall be in writing stating the nature of the request made and referring to the specific section of the Law or to the specific Rule of Court books or records,(δική μου υπογράμμιση) it shall be supported by affidavit.» Οι Δ.Δ.1-11 και πάλιν δεν μπορούν να δώσουν νομική βάση στην αίτηση. Με βάση και την Δ.48 θ.1 όπως έχω αναφέρει χρειάζεται να υπάρχει νομική βάση είτε νόμου είτε σχετικού διαδικαστικού κανονισμού επί των οποίων να στηρίζεται μια αίτηση σύμφωνα βέβαια με το τι επιδιώκεται μ΄ αυτή. Η Δ.1 με τίτλο «Preliminary and interpretation» είναι καθαρά ερμηνευτική διάταξη. Η Δ.2 προνοεί για τον τύπο έναρξης μιας αγωγής, η Δ.4 για ανανέωση του κλητηρίου εντάλματος, η Δ.5, 5Α, 5Β αφορούν την επίδοση της αγωγής. Η Δ.6 την επίδοση αγωγής εκτός δικαιοδοσίας, οι Δ.7, 8, 9 ρυθμίζουν θέματα που αφορούν τους διάδικους, η Δ.10 θέματα τριτοδιαδίκου και η Δ.11 ειδικές πρόνοιες με βάση το μέρος ΧΙΙ του Κεφ.
  2. Η μοναδική διαταγή που φαίνεται κάπως σχετική είναι η Δ.3 με τίτλο «Change of advocate» αλλά είναι καθαρό από το λεκτικό της ότι αυτή έχει εφαρμογή μόνο σε περίπτωση που ένας διάδικος επιθυμεί ο ίδιος να αλλάξει το δικηγόρο που τον εκπροσωπεί. Άρα από τα πιο πάνω είναι κατά την άποψη μου καθαρό ότι οι Διαδικαστικοί Κανονισμοί επί των οποίων στηρίζεται η αίτηση δεν μπορούν να αποτελέσουν νομική βάση της αίτησης. Ως νομική βάση στην αίτηση αναφέρονται επίσης οι περί Δεοντολογίας των Δικηγόρων Κανονισμοί του 2002, ειδικότερα οι κανονισμοί 20, 21 και
  3. Θεωρώ χρήσιμο να παραθέσω τις πρόνοιες των εν λόγων κανονισμών: «20.
(1)Ο δικηγόρος δεν ενεργεί παρά μόνο αφού πάρει εντολή από τον πελάτη του, εκτός εάν ένας άλλος δικηγόρος που εκπροσωπεί τον πελάτη, ή αρμόδια αρχή του αναθέσουν εντολή.
(2)Ο δικηγόρος συμβουλεύει και υπερασπίζεται τον πελάτη του σε εύλογο χρόνο, ευσυνείδητα και με επιμέλεια. Αναλαμβάνει προσωπικά την ευθύνη της εντολής που του έχει εμπιστευθεί και ενημερώνει τον πελάτη του για την εξέλιξη της υπόθεσης που έχει αναλάβει.
(3)Ο δικηγόρος δεν δέχεται να αναλάβει υπόθεση αν γνωρίζει ή όφειλε να γνωρίζει ότι δεν έχει την απαραίτητη ικανότητα να την χειριστεί εκτός αν συνεργαστεί με άλλο δικηγόρο που έχει αυτή την ικανότητα. Στην τελευταία περίπτωση αυτό γίνεται μόνον με την έγγραφη συγκατάθεση του πελάτη.
(4)Ο δικηγόρος δεν μπορεί να δεχτεί μία υπόθεση αν δεν μπορεί να ασχοληθεί με αυτή σε εύλογο χρόνο λαμβανομένων υπόψη των περιστάσεων της υπόθεσης και των άλλων υποχρεώσεων του.
(5)Ο δικηγόρος που ασκεί το δικαίωμα του να Έναρξη και τερματισμός της σχέσης με τον πελάτη μην ασχοληθεί περαιτέρω με μία υπόθεση πρέπει να παρέχει εύλογο χρόνο στον πελάτη του για να εξασφαλίσει βοήθεια εγκαίρως από άλλο συνάδελφο για να αποφευχθεί τυχόν ζημιά ή βλάβη που θα υφίστατο ο πελάτης. 21.
(1)Ο δικηγόρος οφείλει να μην ενεργεί ως σύμβουλος ή εκπρόσωπος ή δικηγόρος περισσοτέρων του ενός πελατών στην ίδια υπόθεση, εφόσον υπάρχει σύγκρουση των συμφερόντων αυτών των πελατών ή σοβαρός κίνδυνος για τέτοια σύγκρουση.
(2)Ο δικηγόρος οφείλει να απέχει από το να ασχολείται με τις υποθέσεις όλων των ενδιαφερομένων πελατών, εφόσον αναφύεται σύγκρουση συμφερόντων, εφόσον υπάρχει κίνδυνος να παραβιασθεί το επαγγελματικό απόρρητο ή εφόσον υπάρχει κίνδυνος να πληγεί η ανεξαρτησία του.
(3)Ο δικηγόρος δεν μπορεί να αναλάβει την υπόθεση νέου πελάτη αν υπάρχει κίνδυνος να παραβιασθεί το απόρρητο των πληροφοριών που του εμπιστεύτηκε ένας παλιός πελάτης. Σύγκρουση συμφερόντων 22. Όταν οι δικηγόροι ασκούν δικηγορία υπό μορφή δικηγορικού οίκου, συνεταιρισμού, οι παρόντες Κανονισμοί εφαρμόζονται στο σύνολο και σε όλα τα μέλη της.» Έχω την θέση ότι είναι φανερό, από τις πρόνοιες των Κανονισμών που αυτόδηλα δηλώνουν τι αφορούν, ότι οι Κανονισμοί αυτοί διέπουν όπως εξάλλου χαρακτηριστικά αναφέρουν θέματα δεοντολογίας των δικηγόρων. Το Δικαστήριο βεβαίως δεν μπορεί να έχει κανένα ρόλο στα θέματα αυτά. Αρμόδιο να τα επιλύει είναι το Πειθαρχικό Σώμα των δικηγόρων που θεσπίζεται με βάση των Περί Δικηγόρων Νόμο. Δεν μπορεί να μετατραπεί το Δικαστήριο σε καμία περίπτωση σε πειθαρχικό σώμα σε ότι αφορά τα θέματα δεοντολογίας των δικηγόρων και επίσης δεν θα πρέπει να συγχέεται η εξουσία του Δικαστηρίου και γενικά ενός Δικαστή να εξαιρεθεί από την εκδίκαση μιας υπόθεση είτε αυτοβούλως είτε μετά από αίτηση, με το θέμα εξαίρεσης δικηγόρου. Άρα ούτε οι Περί Δεοντολογίας των Δικηγόρων Κανονισμοί μπορούν να αποτελέσουν νομική βάση της αίτησης. Τέλος σημειώνω ότι το υπό κρίση αίτημα βασίζεται και στις συμφυείς/εγγενείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Η φύση και η έκταση της σύμφυτης εξουσίας του Δικαστηρίου επεξηγείται μεταξύ άλλων στην υπόθεση Evand Promotions Ltd κ.α.
(1998)1Β ΑΑΔ 736, όπου λέχθηκε ότι η σύμφυτη εξουσία (inherent power) του Δικαστηρίου, η οποία ενυπάρχει λόγω της ταύτισής της με το Δικαστήριο και τις ανάγκες της ύπαρξής της για τη λειτουργία του Δικαστηρίου ως δικαστηρίου δικαίου, δεν επεκτείνεται πέραν του ορίου που προσδιορίζεται από την αναγκαιότητα της ίδιας της ύπαρξής της και ούτε αποτελεί πηγή εξουσίας ανεξάρτητη από τους νόμους και τους θεσμούς. Η σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου δεν μπορεί να αποτελέσει από μόνη της αυτοδύναμη δικαιοδοτική βάση για ένα συγκεκριμένο διάβημα, εκεί όπου δεν υπάρχει ειδική πρόνοια στον νόμο ή στους θεσμούς. Κατ' εξαίρεση, απλή επίκληση της σύμφυτης εξουσίας του Δικαστηρίου είναι επιτρεπτή μόνο στην περίπτωση που η τυχόν άρνηση εξουσίας ή δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου θα ισοδυναμούσε με αποστέρηση συνταγματικά κατοχυρωμένου δικαιώματος διαδίκου (βλ. επίσης Τουβλοποιεία Γίγας Λτδ ν. Ουστά (Αρ. 1)1994 1 ΑΑΔ 109, Sofocli v. Leonidou
(1988)1 CLR 584, Αυξεντίου ν. Σάββα
(2003)1 ΑΑΔ 1963, Διευθυντής Φυλακών ν. Παρέλλα
(1995)1 ΑΑΔ 217). Στην Εμπεδοκλής κ.ά. (Αρ. 3)
(2009)1 A.A.Δ. 529, η Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου τόνισε ότι η συμφυής εξουσία δεν μπορεί να χρησιμοποιείται ad libitum για να δημιουργεί, στην απουσία σχετικών δικονομικών κανονισμών, μηχανισμούς για να δώσει διέξοδο στο ζητούμενο. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Ιερόθεος Χριστοδούλου Ρόπας
(2009)2 Α.Α.Δ. 235: «Η σύμφυτη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου έρχεται αρωγός εκεί όπου η χρήση της είναι αναγκαία για αυτή ταύτη τη λειτουργία του ίδιου του συστήματος και της αποτελεσματικής άσκησης των δικαιοδοσιών του [δικαστηρίου], εντός των υφισταμένων και γνωστών δικαιϊκών αρχών, απορρέουσες και πλαισιούμενες, ως στυλοβάτες, από το Σύνταγμα και τους Νόμους της πολιτείας (σχετικές είναι οι υποθέσεις Α. Αντωνίου ν. Δημοκρατίας
(1998)3 Α.Α.Δ. 339 και Αχιλλέας Κορέλλης
(1999)1 Α.Α.Δ. 1122).» Στην υπόθεση Ιερόθεος Χριστοδούλου Ρόπας ν. Κυπριακής Δημοκρατίας
(2010)2 ΑΑΔ 226 λέχθηκαν επίσης τα εξής σε σχέση με τις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου: «Οι συμφυείς και/ή εγγενείς και/ή σύμφυτες εξουσίες του Δικαστηρίου έχουν περιγραφεί ως το απόθεμα εκείνο των εξουσιών (reserve powers) του Δικαστηρίου τις οποίες μπορεί να ασκεί εκεί που αν απέφευγε να το πράξει θα οδηγούμεθα σε αδικία. Μπορούν δε να ασκηθούν είτε σε συνδυασμό με την ύπαρξη σχετικών διαδικαστικών κανονισμών και/ή ανεξάρτητα από τους διαδικαστικούς κανονισμούς.» Χρήσιμη αναφορά γίνεται στην υπόθεση Μαυρογένη ν. Βουλής των Αντιπροσώπων και άλλων
(1996)1Α ΑΑΔ 49 όπου λέχθηκαν τα εξής: «Οι συμφυείς εξουσίες του δικαστηρίου συναρτώνται με τη διασφάλιση του χαρακτήρα του ως του φορέα απονομής της δικαιοσύνης - (βλ. Bremer Vulkan v. South India Shipping [1981] 1 All E.R. 289,295 (απόφαση του Λόρδου Diplock) και Corby DC v. Hoist & Co. Ltd. [1985] 1 All E.R. 321). Αποτελούν (οι συμφυείς εξουσίες) τους εφεδρικούς κανόνες για τη διασφάλιση της λειτουργικότητας του δικαστηρίου και την εκπλήρωση της αποστολής του να απονέμει το δίκαιο εις πάντας σύμφωνα με το Σύνταγμα και τους νόμους. Ακόμα παρέχεται εξουσία να περιστέλλει κατάχρηση των διαδικασιών, όπου η χρήση τους δεν προάγει τους σκοπούς για τους οποίους παρέχονται - (βλ. Αίτηση Α.Μ. Αρχιεπισκόπων Κύπρου κ.κ. Χρυσοστόμου (Αρ.2),
(1993)1 Α.Α.Δ. 248 και Αίτηση Περέλλα Τζεννάρο (Αρ.1),
(1993)1 Α.Α.Δ. 356). Η εξουσία του δικαστηρίου να ρυθμίζει τη διαδικασία ενώπιον του, αναγόμενη στις συμφυείς εξουσίες του δικαστηρίου, δεν αποτελεί μέσο, ούτε παρέχει ευχέρεια απόκλισης ή παράκαμψης των δικονομικών κανόνων. Η διεξαγωγή της δίκης σύμφωνα με τους θεσμοθετημένους κανόνες αποτελεί το πρωταρχικό καθήκον του δικαστηρίου.» Αυτό που προκύπτει από τη νομολογία που αναλύει τη φύση και τις προεκτάσεις της σύμφυτης εξουσίας του Δικαστηρίου είναι πως δεν πρόκειται για ανεξάρτητη πηγή εξουσίας, αλλά εξουσίας η οποία ενυπάρχει λόγω της ταύτισής της με το Δικαστήριο. Η ύπαρξή της είναι αναγκαία για τη λειτουργία του Δικαστηρίου ως Δικαστηρίου δικαίου, η επίκλησή της όμως πρέπει να γίνεται με εξαιρετική φειδώ (βλ. Paul Kythreotis (Αρ. 2)
(2011)1Β Α.Α.Δ. 779). Οι συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου έχουν ρόλο επικουρικό εκεί όπου η χρήση τους είναι αναγκαία χάριν της αποτελεσματικής άσκησης των δικαιοδοσιών του και της αποτροπής της κατάχρησης των ενώπιον του διαδικασιών. Σχετική είναι η υπόθεση Χαραλαμπίδης ν. Μελωδία (Χαραλαμπίδου)
(1997)1Β ΑΑΔ 724. Άρα ενόψει των πιο πάνω είναι καθαρό ότι στην παρούσα περίπτωση δεν μπορούν οι συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου να διασώσουν την υπό κρίση αίτηση ελλείψη νομικής βάσης. Πέραν των πιο πάνω αναφέρω ότι το δικαίωμα ενός διαδίκου να εκπροσωπείται από συνήγορο της επιλογής του είναι δικαίωμα συνταγματικά καταχωρημένο. Τούτο προνοούν τόσο το άρθρο 30.3.δ του Συντάγματος αλλά και το άρθρο 6.3 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ατόμου. Ειδικότερα το Άρθρο 30
(3)(δ) του Συντάγματος προνοεί ότι έκαστος έχει το δικαίωμα να εκπροσωπείτε από συνήγορο της επιλογής του: «(δ) να έχη συνήγορον της ιδίας αυτού εκλογής και να έχη δωρεάν νομικήν αρωγήν, οσάκις το συμφέρον της δικαιοσύνης απαιτή τούτο και όπως ο νόμος ορίζει.» Το Άρθρο 6
(3)της ΕΣΔΑ επίσης προνοεί: «Ειδικώτερο πας κατηγορούμενος έχει δικαίωμα: α) όπως πληροφορηθή, εν τη βραχυτέρα προθεσμία εις γλώσσαν την οποίαν εννοεί και εν λεπτομερεία την φύσιν και τον λόγον της εναντίον της κατηγορίας , β) όπως διαθέτη τον χρόνον και τας αναγκαίας ευκολίας προς προετοιμασίαν της υπερασπίσεώς του, γ) όπως υπεράσπιση ο ίδιος εαυτόν ή ανάθεση την υπεράσπισιν του εις συνήγορον της εκλογής του, εν ή δε περιπτώσει δεν διαθέτει τα μέσα να πληρώση συνήγορον της εκλογής του, εν ή δε περιπτώσει δεν διαθέτει τα μέσα να πληρώση συνήγορος να του παρασχεθή τοιούτος δωρεάν, όταν τούτο ενδείκνυται υπό του συμφέροντος της δικαιοσύνης, δ) να εξετάση ή ζητήση όπως εξετασθώσιν οι μάρτυρες κατηγορίας και επιτύχη την πρόσκλησιν και εξέτασιν των μαρτύρων υπερασπίσεως υπό τους αυτούς όρους ως των μαρτύρων κατηγορίαςα, ε) να τύχη δωρεάν παραστάσεως διερμηνέως, εάν δεν εννοεί ή δεν ομιλεί την χρησιμοποιούμενην εις το δικαστήριον γλώσσαν». Σχετική νομολογία για το δικαίωμα ενός διαδίκου να εκπροσωπείται από το δικηγόρο της επιλογής του αποκαλύπτει τα ακόλουθα: Στην Αναθεωρητική έφεση KAMAL HASSANEIN v. HELLENIC ISLAND AND/OR ISLAND ΚΑΙ ΑΛΛΟΙ (ΑΡ.1)
(1994)1 Α.Α.Δ. 303, το Ανώτατο Δικαστήριο στην απόφαση του αναφέρει: «Το δικαίωμα διαδίκου να εκπροσωπηθεί από δικηγόρο της εκλογής του (άρθρα 30.3 και 12.5 του Συντάγματος), συνιστούν δικαιώματα του διαδίκου και όχι του δικηγόρου, τα οποία δεν ταυτίζονται ούτε είναι επάλληλα με την άσκηση της δικηγορίας που διέπεται και ρυθμίζεται από τον περί Δικηγόρων Νόμο.» Περαιτέρω στην Αίτηση Αριθμό: 26/2012, Αίτηση από: ARRICANO TRADING LIMITED, από Κύπρο, (Αίτηση από την εταιρεία Stockman Interhold S.A. για έκδοση διατάγματος το οποίο να απαγορεύει στον προσωρινό παραλήπτη της εταιρείας Assofit Holdings Limited από του να λάβει νομική συμβουλή από συγκεκριμένο δικηγορικό γραφείο ή δικηγόρο λόγω σύγκρουσης συμφερόντων), ημερομηνίας 5.3.2013, το Δικαστήριο αναφέρει μεταξύ άλλων ότι: «Το Άρθρο 30
(3)(δ) του Συντάγματος μας διαλαμβάνει τα ακόλουθα: «Έκαστος έχει το δικαίωμα να έχει συνήγορον της ίδιας αυτού εκλογής και να έχει δωρεάν νομικήν αρωγήν, οσάκις το συμφέρον της δικαιοσύνης απαιτή τούτο και όπως ο νόμος ορίζει.» Στο Σύγγραμμα του Α.Ν. Λοϊζου «Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας», στη σελ. 203 αναφέρονται τα ακόλουθα: «Η διάταξη αυτή αντιστοιχεί με τη τρίτη παράγραφο του άρθρου 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Φαίνεται ότι η Τρίτη παράγραφος του άρθρου 30 καλύπτει, κατά κύριο λόγο, τα δικαιώματα διαδίκων σε αστικές υποθέσεις αλλά εφαρμόζεται και σε ποινικές.» Στη δε σελ.206 του ίδιου συγγράμματος καταγράφονται τα ακόλουθα: «Η ελευθερία που διασφαλίζεται από την υποπαράγραφο (δ) να έχει ένας διάδικος συνήγορο της εκλογής του και να έχει δωρεάν νομική αρωγή, όταν αυτό απαιτείται προς το συμφέρον της δικαιοσύνης, είναι απόλυτη σε ό,τι αφορά εκείνη της εκλογής δικηγόρου. Αλλά η εφαρμογή της στην πράξη εξαρτάται από την αποδοχή του διορισμού εκ μέρους του δικηγόρου και τη μη ύπαρξη λόγου που τον καθιστά ανίκανο να εμφανιστεί στη συγκεκριμένη υπόθεση. Το Σύνταγμα δεν επιβάλλει οποιοδήποτε καθήκον στο δικηγόρο που επιλέγεται να αποδεχθεί το διορισμό. Κάτω από το νομικό μας σύστημα, ένας δικηγόρος κατέχει μία μοναδική θέση. Είναι με κάθε έννοια λειτουργός στην απονομή της δικαιοσύνης. Έχει συντρέχοντα καθήκοντα προς τον πελάτη και το Δικαστήριο. Το δικαίωμα εκπροσώπησης διαδίκου από δικηγόρο της εκλογή του κάτω από την υποπαράγραφο αυτή, συνιστά δικαίωμα του διαδίκου και όχι του δικηγόρου.» Ενόψει των όσων έχουν αναφερθεί πιο πάνω, η πορεία της αίτησης είναι φανερό ότι έχει προδιαγραφεί. Επιθυμώ επίσης να αναφέρω, επειδή έγινε πολλή αναφορά σε πρακτικό του Δικαστηρίου ημερ. 29.3.12, από τα όσα στο φάκελλο του Δικαστηρίου περιέχονται, προκύπτει ότι όντως εκείνη την ημέρα υπεβλήθη ένσταση για την εμφάνιση της κας Μιλτιάδου για δύο λόγους, παραβίαση της αρχής της ισότητας των όπλων και κατοχή ενδεχόμενα εμπιστευτικών πληροφοριών που της είχαν κοινοποιηθεί όταν εργαζόταν στο γραφείο Παυλίδη. Η κα Μιλτιάδου, πάντα σύμφωνα με το πρακτικό, ανέφερε «θα αποσυρθώ και θα δεσμευτώ ότι δεν θα χειριστώ την παρούσα υπόθεση και θα την χειριστεί ό κ. Σταυρινός». Δεν υπέβαλε η ίδια αίτημα στο Δικαστήριο για να αποσυρθεί από την εκπροσώπηση της εναγομένης ούτε και της δόθηκε τέτοια άδεια. Εκδήλωσε μία πρόθεση, το Δικαστήριο δεν αποφάνθηκε επί του αιτήματος του κ. Παυλίδη που είχε τεθεί εκείνη την ημέρα αφού ο κ. Πόλεως που εμφανίστηκε για τον κ. Παυλίδη μετά από την πιο πάνω θέση της κας Μιλτιάδου ανέφερε «το θέμα έχει εκλείψει» και το Δικαστήριο σημείωσε επί του πρακτικού «την υπόθεση θα χειριστεί ο κ. Σταυρινός». Σημειώνω επίσης ότι είναι ορθή η θέση που αναφέρεται στην ένσταση ότι μετά από την εν λόγω ημερομηνία και σε διάφορες άλλες ημερομηνίες υπήρξαν εμφανίσεις εκ μέρους της εναγομένης από το δικηγορικό γραφείο της κας Μιλτιάδου για τις οποίες δεν τέθηκε οποιοδήποτε θέμα από πλευρά του κ. Παυλίδη με πλέον φανερό και ενδεικτικό την καταχώριση ένστασης στην αίτηση ημερ. 28.11.12 που αφορούσε τα έξοδα που είχαν επιδικαστεί υπέρ του κ. Παυλίδη μετά από έκδοση απόφασης σε ενδιάμεση αίτηση την οποία μάλιστα υπογράφει μόνο η κα Γιώτα Μιλτιάδου χωρίς καν να αναφέρεται ότι προβαίνει σε αυτά τα διαβήματα και για τον κ. Σταυρινό και η καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης στις 27.1.14. Κατάληξη του Δικαστηρίου ενόψει των νομικών λόγων που έχω αποφανθεί δεν είναι άλλοι παρά την απόρριψη της αίτησης. Έχω επαναλάβει την δήλωση όμως επί του πρακτικού ημερ. 29.3.12 από την κα Μιλτιάδου, για ότι και αν αυτό σημαίνει. Ενόψει του θέματος που αφορά η αίτηση και ασκώντας τη διακριτική μου ευχέρεια, δεν προβαίνω στην έκδοση καμίας διαταγής για έξοδα. (Υπ.) ............... Στ. Χριστοδουλίδου-Μέσσιου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.