EUROCHEM MCC, OJSC ν. NIMATI INTERNATIONAL TRADING LTD κ.α., Αγωγή αρ: 3129/14, 11/11/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2015:A462 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χ. Ι. Πογιατζή, Π.Ε.Δ. Αγωγή αρ: 3129/14 EUROCHEM MCC, OJSC, από τη Ρωσία, ΕΝΑΓΟΥΣΑ - και - -
- NIMATI INTERNATIONAL TRADING LTD, από τις Βρετανικές Παρθένες Νήσους,
- VALERY ROGALSKIY, από τη Ρωσία,
- BANK OF CYPRUS PUBLIC COMPANY LTD, από τη Λευκωσία. ΕΝΑΓΟΜΕΝΟΙ ------------------------------- ΜΟΝΟΜΕΡΗΣ ΑΙΤΗΣΗ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 3 ΙΟΥΝΙΟΥ, 2014, ΓΙΑ ΕΝΔΙΑΜΕΣΟ ΔΙΑΤΑΓΜΑ: Ημερομηνία: 11 Νοεμβρίου, 2015 Εμφανίσεις: Για Αιτήτρια-Ενάγουσα: Αλέξανδρος Τσιρίδης για Κώστας Τσιρίδης & Σία Δ.Ε.Π.Ε. Για Καθ΄ ων 1 και 2-Εναγόμενους 1 και 2: Χάρης Χαραλαμπίδης για Γιώργος Χαραλαμπίδης & Σία Δ.Ε.Π.Ε. Για Καθ΄ ης η Αίτηση 3-Εναγομένη 3: Ουδεμία εμφάνιση ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την Αίτησή της η Αιτήτρια αιτήθηκε και εξασφάλισε μονομερώς τις ακόλουθες θεραπείες: «
- Διάταγμα του Δικαστηρίου που να απαγορεύει στους Εναγόμενους 1 και 2 και στον κάθε ένα από αυτούς, όπως, άμεσα ή έμμεσα, δια μέσω των εργαζομένων τους, υπηρετών τους, εκπροσώπων τους, αντιπροσώπων τους ή οποιουδήποτε άλλου προσώπου νομικού ή φυσικού, με οποιοδήποτε τρόπο, μεταφέρουν, δωρίσουν, πωλήσουν, μεταβιβάσουν, επιβαρύνουν, υποθηκεύσουν, αποξενώσουν ή μειώσουν με οποιοδήποτε τρόπο την περιουσία τους στην Κύπρο και/ή οπουδήποτε στον κόσμο μέχρι ποσού US$2.600.000 ή ισόποσου σε οποιοδήποτε νόμισμα, είτε αυτή η περιουσία είναι στο όνομα τους ή στο όνομα άλλων ατόμων, είτε τους ανήκει αποκλειστικά ή από κοινού ή κεχωρισμένα, απόλυτα ή λόγω εμπιστεύματος ή άλλης μορφής ιδιοκτησίας και άμεσα ή έμμεσα μέσω άλλων προσώπων ή εταιρειών, μέχρι τελικής αποπεράτωσης της αγωγής με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο, και/ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του δικαστηρίου.
- Διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάζει τους Εναγόμενους 1 και 2 και τον κάθε ένα από αυτούς όπως εντός 14 ημερών από την ημερομηνία επίδοσης αυτού του διατάγματος αποκαλύψουν με ένορκη δήλωση όλα τα περιουσιακά τους στοιχεία στην Κύπρο και/ή οπουδήποτε στον κόσμο που έχουν αξία μεγαλύτερη των €10,000 και την τοποθεσία τους, είτε αυτά τα περιουσιακά στοιχεία τους ανήκουν αποκλειστικά ή από κοινού ή κεχωρισμένα, απόλυτα ή λόγω εμπιστεύματος ή άλλης μορφής ιδιοκτησίας και άμεσα ή έμμεσα μέσω άλλων προσώπων ή εταιρειών και περαιτέρω όπως επισυνάψουν στην εν λόγω ένορκη δήλωση όλα τα σχετικά έγγραφα που τεκμηριώνουν την ύπαρξη και τοποθεσία των εν λόγω περιουσιακών στοιχείων.
- Διάταγμα του δικαστηρίου που να διατάζει τον Εναγόμενο 3 όπως εντός 14 ημερών από την ημερομηνία επίδοσης του διατάγματος προβεί σε ένορκη δήλωση και να την παραδώσει στους δικηγόρους των Εναγόντων, στην οποία ένορκη δήλωση να αποκαλύπτει και να επισυνάπτει αντίγραφα όλων των εγγράφων που έχει στον έλεγχο, εξουσία ή κατοχή του (περιλαμβανομένων, άνευ περιορισμού, εγγράφων που είναι στην κατοχή, έλεγχο ή εξουσία των υπαλλήλων του) τα οποία:
(1)σχετίζονται με τους Εναγόμενους 1 και 2 και/ή με οποιονδήποτε από αυτούς και/ή με οποιοδήποτε πρόσωπο ή πρόσωπα αναγνωριστούν ως οι τελικοί δικαιούχοι των Εναγομένων 1, συμπεριλαμβανομένων, άνευ περιορισμού: (
- i)όλων των εγγράφων που δείχνουν το πραγματικό ιδιοκτησιακό καθεστώς των Εναγομένων 1, τους πραγματικούς ιδιοκτήτες και/ή τελικούς δικαιούχους (ultimate beneficial owners) αυτών, τα πλήρη στοιχεία ταυτότητας των εν λόγω τελικών δικαιούχων, τις διευθύνσεις τους και/ή τα στοιχεία επικοινωνίας τους όπως και σχετικά έγγραφα καταπιστεύματος (trust deeds), (
- ii)όλων των εγγράφων που αφορούν τραπεζικούς λογαριασμούς που διατηρούνται με τους Εναγομένους 3 που ανήκουν άμεσα ή έμμεσα, εξ ολοκλήρου ή εν μέρει, και ωφέλιμα ή άλλως πως, στους Εναγόμενους 1 και 2 και/ή σε οποιονδήποτε από αυτούς και/ή οποιουδήποτε προσώπου ή προσώπων αναγνωριστούν ως οι τελικοί δικαιούχοι των Εναγομένων 1, συμπεριλαμβανομένων, άνευ περιορισμού, όλων των εγγράφων που κατατέθηκαν και/ή υποβλήθηκαν από τους Εναγόμενους 1 και 2 και/ή από οποιονδήποτε από αυτούς και/ή από οποιοδήποτε πρόσωπο ή πρόσωπα αναγνωριστούν ως οι τελικοί δικαιούχοι των Εναγομένων 1 για το άνοιγμα τραπεζικών λογαριασμών στο όνομα ή προς όφελος ή για την χρήση των Εναγομένων 1 και 2 και/ή οποιουδήποτε από αυτούς και/ή οποιουδήποτε προσώπου ή προσώπων αναγνωριστούν ως οι τελικοί δικαιούχοι των Εναγομένων 1, σχετικών εταιρικών εγγράφων αναφορικά με το άνοιγμα ή τη διαχείριση των εν λόγω τραπεζικών λογαριασμών, εγγράφων που δείχνουν τους διαχειριστές (signatories) των εν λόγω τραπεζικών λογαριασμών, και τα πλήρη στοιχεία αυτών, και τραπεζικών καταστάσεων και/ή άλλων εγγράφων όπως αποδείξεις εμβασμάτων και/ή πληρωμών, (iii) όλων των οδηγιών που έλαβαν από οποιοδήποτε πρόσωπο με οποιοδήποτε μέσο (συμπεριλαμβανομένου email, φαξ ή άλλου μέσου) αναφορικά με τη διαχείριση χρημάτων που έχουν οι Εναγόμενοι 1 και/ή 2 και/ή οποιοδήποτε πρόσωπο ή πρόσωπα αναγνωριστούν ως οι τελικοί δικαιούχοι των Εναγομένων 1, συμπεριλαμβανομένων, άνευ περιορισμού, οδηγιών για συναλλαγές, καταθέσεις, αναλήψεις, μεταβιβάσεις, συμβάσεις ή για οποιοδήποτε άλλο θέμα οποιασδήποτε φύσης,
(2)σχετίζονται με τους Εναγόμενους 1 και/ή 2 και/ή με οποιοδήποτε πρόσωπο ή πρόσωπα αναγνωριστούν ως οι τελικοί δικαιούχοι των Εναγομένων 1 και/ή τον κ. με οποιοδήποτε από τα πρόσωπα που ήταν ιδιοκτήτες και/ή τον κ. Dmitry Pomytkin και/ή τον κ. Nejdet Baysan περιλαμβανομένων, χωρίς περιορισμό: (
- i)όλων των εγγράφων που αφορούν εταιρείες (οι «Σχετικές Εταιρείες») (α) που ανήκουν στον Εναγόμενο 2 και/ή στον κ. Dmitry Pomytkin και/ή στον κ. Nejdet Baysan, και/ή (β) των οποίων οι Εναγόμενοι 2 και/ή ο κ. Dmitry Pomytkin και/ή ο κ. Nejdet Baysan είναι τελικοί δικαιούχοι (είτε αυτές οι εταιρείες είναι στο όνομα τους ή στο όνομα άλλων ατόμων, είτε τους ανήκουν αποκλειστικά ή από κοινού ή κεχωρισμένα, απόλυτα ή λόγω εμπιστεύματος ή άλλης μορφής ιδιοκτησίας και άμεσα ή έμμεσα μέσω άλλων προσώπων ή εταιρειών), και/ή (γ) στις οποίες οι Εναγόμενοι 1 και/ή 2 και/ή ο κ. Dmitry Pomytkin και/ή ο κ. Nejdet Baysan κατέχουν αξίωμα, (
- ii)όλων των εγγράφων που αφορούν τραπεζικούς λογαριασμούς που διατηρούνται από τους Εναγομένους 3 που ανήκουν άμεσα ή έμμεσα, εξ ολοκλήρου ή εν μέρει, και ωφέλιμα ή άλλως πως, στους Εναγομένους 1 και/ή 2 και/ή στον κ. Dmitry Pomytkin και/ή στον κ. Nejdet Baysan, συμπεριλαμβανομένων, άνευ περιορισμού, όλων των εγγράφων αναφορικά με το άνοιγμα ή τη διαχείριση των εν λόγω τραπεζικών λογαριασμών, εγγράφων που δείχνουν τους διαχειριστές (signatories) των εν λόγω τραπεζικών λογαριασμών, και τα πλήρη στοιχεία αυτών, και τραπεζικών καταστάσεων και/ή άλλων εγγράφων όπως αποδείξεις εμβασμάτων και/ή πληρωμών, 4. Διάταγμα του Δικαστηρίου που να απαγορεύει και/ή εμποδίζει τους Εναγόμενους 3, συμπεριλαμβανομένων των εργαζομένων τους, υπηρετών τους, εκπροσώπων τους, αντιπροσώπων τους ή οποιουδήποτε άλλου προσώπου νομικού ή φυσικού από του να πληροφορήσουν καθ΄ οιονδήποτε τρόπο τους Εναγόμενους 1 και 2 ή οποιονδήποτε εξ αυτών αναφορικά με την έγερση και/η προώθηση της παρούσας αίτησης και/ή της παρούσας αγωγής μέχρι τις 3.6.2014 και/ή μέχρι νεοτέρας διαταγής του Δικαστηρίου.» Στην πορεία, οι μεν Καθ΄ ων η Αίτηση 1 και 2 αμφισβήτησαν την Αίτηση και καταχώρισαν Ένσταση, η δε Καθ΄ ης η Αίτηση 3 δήλωσε ότι είχε συμμορφωθεί με τα εκδοθέντα Διατάγματα, γι΄ αυτό και δεν θα καταχώριζε Ένσταση. Ισχυρισμοί Αιτήτριας Οι βασικοί ισχυρισμοί της Αιτήτριας εμπεριέχονται στην Ένορκη δήλωση του Igοr Popov, Αναπληρωτή Διευθυντή του Τμήματος Γενικών Θεμάτων της Ενάγουσας-Αιτήτριας, η οποία συνοδεύει την Αίτηση καθώς και στη Συμπληρωματική Ένορκη Δήλωση της δικηγόρου Στέλλας Στυλιανού και είναι οι ακόλουθοι: 1. H παρούσα Αίτηση προκύπτει από διάφορες «διεφθαρμένες πληρωμές» προμήθειας που έγιναν από τον εμπορικό αντισυμβαλλόμενο της Αιτήτριας, την Yara International S.A και τις θυγατρικές της (στο εφεξής «η Yara»), στα ανώτερα διευθυντικά στελέχη της Αιτήτριας, ήτοι, στον Καθ΄ ου η Αίτηση 2, ο οποίος κατά το σχετικό χρόνο ήταν μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της Αιτήτριας και υπεύθυνος για όλες τις πωλήσεις παγκοσμίως και στον Dmitry Pomytkin («DP»), ο οποίος κατά πάντα ουσιώδη χρόνο ήταν υπεύθυνος για τις πωλήσεις λιπασμάτων παγκοσμίως και για την αποστολή εκθέσεων στον Καθ΄ ου η Αίτηση 2. 2. O DP και ο Καθ΄ ου η Αίτηση 2 επέβλεπαν δισεκατομμύρια δολάρια από τις πωλήσεις που γίνονταν από την Αιτήτρια ετησίως και, αποδέχθηκαν πληρωμές δωροδοκίας από τη Yara σε σχέση με πωλήσεις που έγιναν σ΄ αυτήν. Η Yara, όχι μόνο παραδέχθηκε ότι έκανε αυτές τις πληρωμές, αλλά επικοινώνησε με την Αιτήτρια και ομολόγησε την πραγματοποίησή τους παρέχοντας και τεκμηρίωσή τους. 3. Ο Καθ΄ oυ η Αίτηση 2 και ο DP αποδέχθηκαν αυτές τις πληρωμές μέσω διαφόρων εταιρειών που ελέγχουν. Μεταξύ αυτών και η Καθ΄ ης η Αίτηση 1 την οποία ο Καθ΄ ου η Αίτηση 2 κατέχει και/ή ελέγχει και την οποία χρησιμοποίησε για να δεχθεί τις πληρωμές δωροδοκίας. Η εν λόγω εταιρεία είναι εγγεγραμμένη στις Βρετανικές Παρθένες Νήσους (BVI) και διατηρεί τραπεζικό λογαριασμό στην Καθ΄ ης η Αίτηση 3. 4. Όπως τεκμηριώνεται από τη Yara, οι «διεφθαρμένες πληρωμές» (μίζες) ανέρχονται στο συνολικό γνωστό ποσό των τουλάχιστον USD2.609.187 και κατατέθηκαν στους ακόλουθους τραπεζικούς λογαριασμούς: (α) USD 750.008 (τουλάχιστον), στο λογαριασμό της Καθ΄ ης η Αίτηση 1 με αρ. 0385-40-60-119578 που διατηρεί στην Καθ΄ ης η Αίτηση 3, (β) USD 1.289.376, στο λογαριασμό της Livingston Properties Equities BV1, με αρ. πελάτη 8100779 που διατηρεί στην Τράπεζα Julius Baer (Singapore) Ltd. Κάποιο τμήμα του πιο πάνω ποσού, μπορεί να έχει καταβληθεί στην Καθ΄ ης η Αίτηση 1, (γ) USD 1.319.811, στο λογαριασμό της Rumbay Assets Corp. (BV1), με αρ. πελάτη 6100104, που διατηρεί στην πιο πάνω Τράπεζα. Οι διάδικοι 5. Η Αιτήτρια, Ρωσική εταιρεία, είναι η μεγαλύτερη παραγωγός ορυκτών λιπασμάτων της Ρωσίας και είναι επίσης μία από τις κορυφαίες εταιρείες παραγωγής λιπασμάτων στον κόσμο με περίπου USD 7 δισεκατομμύρια ετήσιων πωλήσεων και δραστηριοτήτων ανά την υφήλιο. 6. Η Καθ΄ ης η Αίτηση 1 είναι εταιρεία που ανήκει και/ή ελέγχεται από τον Καθ΄ ου η Αίτηση 2. Είναι εταιρεία των BV1 και διατηρεί τραπεζικό λογαριασμό στην Καθ΄ ης η Αίτηση 3. H Kαθ΄ ης η Αίτηση 1 χρησιμοποιήθηκε από τον Καθ΄ ου η Αίτηση 2 για να δεχθεί τις πληρωμές δωροδοκίας. 7. Ο Καθ΄ ου η Αίτηση 2 ήταν, κατά πάντα ουσιώδη χρόνο, Μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου, Διευθύνων Σύμβουλος, Προϊστάμενος του Τμήματος Προώθησης και Πώλησης Αγαθών και ταυτόχρονα υπάλληλος της Αιτήτριας. Είχε, κατά πάντα ουσιώδη χρόνο, τον αποτελεσματικό έλεγχο επί του συνόλου των παγκοσμίων πωλήσεων της Αιτήτριας. Πριν από το διορισμό του ως Διευθυντής Πωλήσεων, ο Καθ΄ ου η Αίτηση 2 ήταν ο επικεφαλής του Τμήματος Πωλήσεων Λιπασμάτων. 8. Η Καθ΄ ης η Αίτηση 3, είναι τράπεζα στην Κύπρο στην οποία η Καθ΄ ης η Αίτηση 1 διατηρεί λογαριασμό. Μέρος των πληρωμών δωροδοκίας έγιναν σ΄ αυτόν τον τραπεζικό λογαριασμό. Επιπλέον, υπάρχει η υποψία ότι η Καθ΄ ης η Αίτηση 1 και/ή ο Καθ΄ ου η Αίτηση 2 και/ή μέρη που εμπλέκονται με τις παράνομες πληρωμές δωροδοκίας, μπορεί να διατηρούν περαιτέρω λογαριασμούς. 9. Ο DP ήταν, κατά πάντα ουσιώδη χρόνο, ο Αναπληρωτής Προϊστάμενος του Τμήματος Προώθησης και Πώλησης Αγαθών, Προϊστάμενος του Τμήματος Πωλήσεων Λιπασμάτων και υπάλληλος της Αιτήτριας. Ήταν υφιστάμενος του Καθ΄ ου η Αίτηση 2 στον οποίο έδιδε κατευθείαν αναφορά σχετικά με τις παγκόσμιες πωλήσεις της Αιτήτριας. Τα γεγονότα 10. Η Yara, μία Νορβηγική εταιρεία, είναι επίσης μία από τις κορυφαίες εταιρείες λιπασμάτων στον κόσμο. Η Yara κάνει εμπόριο για την ίδια και μέσω της Balderton Fertilizers S.A. (η «Balderton») η οποία είναι εμπορική εταιρεία, θυγατρική της Yara με έδρα την Ελβετία, η οποία, κατά πάντα ουσιώδη χρόνο διευθυνόταν από ένα γνωστό Τούρκο έμπορο λιπασμάτων, τον Nejdet Baysan (o «Baysan»). Η Αιτήτρια και οι θυγατρικές της και η Yara τακτικά συναλλάττονταν άμεσα και μέσω της Balderton κατά πάντα ουσιώδη χρόνο. 11. Κατά ή περί το 2011, η Yara ενημέρωσε τη Νορβηγική Εθνική Αρχή για τη Διερεύνηση και Δίωξη του Οικονομικού και Περιβαλλοντικού Εγκλήματος, για το ενδεχόμενο να έχουν διαπραχθεί ποινικά αδικήματα στην επένδυση της Yara στη Λιβύη, ιδιαίτερα, διεφθαρμένες πληρωμές. 12. Ταυτόχρονα, περί τις 13.4.2011, η Yara αποφάσισε να ξεκινήσει έρευνα. Κατά ή περί τον Ιούνιο, 2012, η Yara ανακοίνωσε το αποτέλεσμα των εξωτερικών ερευνών που ήταν πιθανές παρατυπίες σε σχέση και με τις διαδικασίες, μεταξύ άλλων, στη Λιβύη. 13. Κατά ή περί τον Ιανουάριο, 2014, η Yara ενημέρωσε τη Νορβηγική Αρχή για τη Διερεύνηση και Δίωξη του Οικονομικού και Περιβαλλοντικού Εγκλήματος ότι αναγνωρίζει την ενοχή της και αποδέχεται ένα εταιρικό πρόστιμο και κατάσχεση συνολικού ποσού ύψους ΝΟΚ 295 εκατομμυρίων, που είναι το μεγαλύτερο πρόστιμο που επιβλήθηκε ποτέ στη Νορβηγία. 14. Ο Διευθύνων Σύμβουλος της Yara και αρκετοί ανώτεροι υπάλληλοι απολύθηκαν και κατηγορήθηκαν ποινικά για την πραγματοποίηση των διεφθαρμένων πληρωμών προμήθειας στις οποίες η Yara ομολόγησε ενοχή. 15. Κατά το έτος 2014, οι έρευνες της Yara κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι είχαν γίνει παράνομες πληρωμές προμήθειας τόσο στον Καθ΄ ου η Αίτηση 2 όσο και στον DP. Συγκεκριμένα, τους καταβλήθηκαν συνολικά τουλάχιστον USD2.609.187. Aπό αυτό ποσό USD1.319.811 κατεβλήθη στον Καθ΄ ου η Αίτηση 2 και ποσό USD1.289.376 στον DP. Επιπρόσθετα, η Καθ΄ ης η Αίτηση 1 έλαβε τουλάχιστον USD750.008 σε πληρωμές δωροδοκίας από τη Yara. Οι δωροδοκίες στον Καθ΄ ου η Αίτηση 2 καταβλήθηκαν στην Καθ΄ ης η Αίτηση 1 στον τραπεζικό λογαριασμό που διατηρείται στην Καθ΄ ης η Αίτηση 3. 16. Η Yara παραδέχθηκε στην Αιτήτρια και επιβεβαίωσε ότι οι διεφθαρμένες πληρωμές προμήθειας/δωροδοκίες έγιναν στον Καθ΄ ου η Αίτηση 2 και τον DP και ότι οι πληρωμές διεφθαρμένης προμήθειας ήταν ανάρμοστες και δεν θα έπρεπε να είχαν καταβληθεί. 17. Ως εκ τούτου κάποια από τα στελέχη της Yara κατηγορήθηκαν στη Νορβηγία αναφορικά με αυτές. Αιτία Αγωγής/Δικαιοδοσία Κυπριακών Δικαστηρίων 18. Με τη συμπεριφορά του ο Καθ΄ ου η Αίτηση 2 έχει παραβιάσει τα καθήκοντα πίστης που έχει προς την Αιτήτρια υπό την ιδιότητά του ως Διευθυντής. Περαιτέρω, παραβίασε τις συμβατικές του υποχρεώσεις ως υπάλληλος της Αιτήτριας, τοποθετώντας τον εαυτό του σε μία θέση σύγκρουσης με τον εργοδότη του και προκαλώντας ζημιά σ΄ αυτόν με την αποδοχή των πληρωμών δωροδοκίας σ΄ αντάλλαγμα της πώλησης προϊόντων σε χαμηλότερη τιμή. 19. Μαζί με τον Καθ΄ ου η Αίτηση 1, ο DP και τα άλλα εμπλεκόμενα μέρη, έχουν συνωμοτήσει χρησιμοποιώντας παράνομα μέσα για να προκαλέσουν ζημιά στην Αιτήτρια. 20. Περαιτέρω και/ή εναλλακτικά, οι Καθ΄ ων η Αίτηση αδίκως και με πρόθεση να βλάψουν την Αιτήτρια και/ή να προκαλέσουν ζημιά σ΄ αυτήν με αθέμιτα μέσα, συνωμότησαν και συνενώθηκαν για να λάβουν τέτοιες διεφθαρμένες πληρωμές προμήθειας και να αποκρύψουν τις πληρωμές αυτές από την Αιτήτρια. 21. Ως εκ τούτου, οι Καθ΄ ων η Αίτηση φέρουν ευθύνη έναντι της Αιτήτριας ως εξ υπαγωγής εμπιστευματοδόχοι (constructive trustees). 22. Oι πιο πάνω παράνομες δραστηριότητες έλαβαν χώρα εν μέρει στην Κύπρο όπου βρίσκεται ο τραπεζικός λογαριασμός της Καθ΄ ης η Αίτηση 1 και όπου ο Καθ΄ ου η Αίτηση 2 έλαβε τις παράνομες πληρωμές δωροδοκίας. 23. Η Καθ΄ ης η αίτηση 3, η οποία συστάθηκε στην Κύπρο, έχει εμπλακεί και βοηθήσει σ΄ αυτές τις παράνομες δραστηριότητες επιτρέποντας την κατάθεση των πληρωμών δωροδοκίας στους λογαριασμούς που βρίσκονται στην Κύπρο, διευκολύνοντας έτσι τις παράνομες δραστηριότητες. 24. Ενόψει των ανωτέρω, τα Κυπριακά Δικαστήρια έχουν δικαιοδοσία. Η Ένσταση των Καθ΄ ων η Αίτηση 1 και 2 Οι Καθ΄ ων η Αίτηση 1 και 2 με την Ένστασή τους προβάλλουν συνολικά 21 λόγους ένστασης οι οποίοι, βασικά, συνοψίζονται ως ακολούθως: 1. Η Αίτηση είναι ανεπαρκής, γενική, αόριστη, νομικά και πραγματικά αβάσιμη και αστήρικτη. 2. Η Αίτηση δεν ικανοποιεί τις προϋποθέσεις για την έκδοση διαταγμάτων τύπου Norwich Pharmacal. 3. Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του νόμου και της νομολογίας για έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. 4. Η Αίτηση είναι εξαιρετικά καταπιεστική, υπό την έννοια ότι η αποκάλυψη που ζητεί η Αιτήτρια είναι ευρύτατη και επιζητεί εξαιρετικά εμπιστευτικά και εμπορικά ευαίσθητα έγγραφα και πληροφορίες και/ή εναλλακτικά, η αποκάλυψη που επιδιώκεται δεν είναι απαραίτητη και/ή είναι δυσανάλογη προς τους σκοπούς για τους οποίους ζητείται. 5. Η Αίτηση συνιστά απόπειρα «ψαρέματος» πληροφοριών εκ μέρους της Αιτήτριας. 6. Η Αιτήτρια δεν προσήλθε στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια και/ή δεν έγινε πλήρης και ειλικρινής αποκάλυψη όλων των ουσιωδών στοιχείων και γεγονότων της υπόθεσης. 7. Η Αίτηση συνιστά κατάχρηση διαδικασίας. 8. Δεν πληρείται το στοιχείο του κατεπείγοντος. 9. Δεν τυγχάνουν εφαρμογής οι αρχές του Mareva Injunction. 10. Τα Κυπριακά Δικαστήρια δεν έχουν δικαιοδοσία και/ή δεν είναι τα κατάλληλα να εκδικάσουν την παρούσα υπόθεση. 11. Το Κυπριακό Δίκαιο δεν εφαρμόζεται στην παρούσα περίπτωση. Θα προχωρήσω στο να εξετάσω τους λόγους ένστασης που προώθησαν οι Καθ΄ ων η Αίτηση 1 και 2 εξετάζοντας και τους αντίστοιχους ισχυρισμούς που προέβαλαν με την Ένορκη Δήλωση του Καθ΄ ου η Αίτηση 2 η οποία συνοδεύει την Ένσταση. Κατεπείγον Θεωρώ ορθό όπως πρώτα εξεταστεί αυτό το θέμα αφού η νομολογία επιτάσσει ότι το υπαρκτό του κατεπείγοντος αποτελεί προϋπόθεση για την επίκληση της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου κάτω από το Άρθρο 9, του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, ΚΕΦ. 6, (βλ., μεταξύ άλλων, Resola (Cyprus) Ltd v. Xρίστου
(1998)1 A.A.Δ. 598, Τhe Timberland Co of USA v. Evans and Sons Ltd κ.ά.
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1179, Zein κ.ά. ν. Παράσχος Καμπανελλάς Λτδ
(2000)1 Α.Α.Δ. 606). Η καθυστέρηση στην καταχώριση μιας Αγωγής, δεν πρέπει να επενεργεί ως εμπόδιο στην απόδοση ενδιάμεσης θεραπείας (βλ. Μάρθα Γεωργίου Ηλία Πλακίδη διά του Πληρεξουσίου Αντιπροσώπου αυτής Χαράλαμπου Ιωαννίδη ν. Nomisko Developers Ltd,
(2010)1 (Α) Α.Α.Δ. 577). Στην υπόθεση αυτή η καθυστέρηση στην καταχώριση της Αγωγής ήταν μεν τρία έτη, αλλά η ενδιάμεση θεραπεία δεν αποδόθηκε μονομερώς. Η κατάσταση είναι διαφορετική σε περιπτώσεις που η ενδιάμεση θεραπεία επιζητείται μονομερώς. Σε τέτοιες περιπτώσεις θα πρέπει με βάση το Άρθρο 9
(1)του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, να «αποδειχθεί το κατεπείγον ή άλλες ιδιαίτερες περιστάσεις». Η καθυστέρηση, εκτός αν επεξηγηθεί επαρκώς, μπορεί να αποβεί μοιραία. Επίκληση μπορεί να γίνει της υπόθεσης Τσιαντής ν. Ηellenic Bank (Investments) Ltd
(2001)1(Γ) A.A.Δ 2029, όπου γίνεται μια ευρεία ανάλυση των αρχών και των συνεπειών της καθυστέρησης προσφυγής στη δικαιοσύνη. Με αναφορά πρώτα στην υπόθεση Bacardi & Co Ltd v. Vinco Ltd
(1996)1(B) A.A.Δ. 788, αναφέρονται τα ακόλουθα στις σελίδες 2037-2040: «Στην Bacardi & Co. Ltd, πιο πάνω, έχει γίνει εκτεταμένη παράθεση της νομολογίας που διέπει τα θέμα της καθυστέρησης. Λέχθηκαν τα εξής: "Η καθυστέρηση, εκτός αν επεξηγηθεί, στην προώθηση αίτησης για προσωρινό διάταγμα, είναι γενικώς μοιραία, άνκαι τα δικαστήρια θα σταθμίσουν το ζήτημα της καθυστέρησης έναντι της πιθανότητας του ενάγοντα να πετύχει τελικά στην αγωγή του, και θα λάβουν υπόψη κατά πόσο ο εναγόμενος έχει οδηγηθεί σε έξοδα ή έχει καθησυχασθεί ότι όλα ήταν ασφαλή ή παραπλανήθηκε λόγω της απραξίας του ενάγοντα. Ωστόσο η τάση της σύγχρονης νομολογίας είναι να μη απορρίπτεται αξίωση για διάταγμα κατά την ακρόαση της αγωγής απλώς και μόνο λόγω της καθυστέρησης στην καταχώρηση της αγωγής τηρουμένων των προνοιών του περί Παραγραφής Νόμου, 1939 (Copinger and Skone James on Copyright, 12η έκδοση, παρα. 633). Στον Κerly΄s (πιο πάνω), παρα. 15-68, το θέμα τίθεται ως εξής: "Οποιαδήποτε σημαντική μη αναγκαία καθυστέρηση στην επιδίωξη ενδιάμεσης θεραπείας ενδέχεται να γείρει το ισοζύγιο της ευχέρειας εναντίον του ενάγοντα. Αυτό δεν σημαίνει ότι η διαδικασία πρέπει να αρχίζει χωρίς προειδοποίηση. Η καθυστέρηση λόγω της παράλειψης των εναγομένων να απαντήσουν σε επιστολές μπορεί να συγχωρεθεί." Στον Kerr on Injunctions (πιο πάνω), σελ. 360-61 υιοθετείται η ίδια προσέγγιση. "Η απλή καθυστέρηση στην έναρξη διαδικασίας μετά τη διαπίστωση της παραβίασης φαίνεται ότι δεν αποτελεί κώλυμα για την έκδοση διατάγματος κατά την ακρόαση της αγωγής. Ωστόσο καθυστέρηση δυνατόν να οδηγήσει το δικαστήριο στο να αρνηθεί την έκδοση προσωρινού διατάγματος ειδικά όταν ο εναγόμενος έχει δημιουργήσει μια επιχείρηση στην οποία έχει χρησιμοποιήσει το επίδικο σήμα με πασίγνωστο τρόπο."». Έχει νομολογηθεί ότι το υπαρκτό του επείγοντος αποτελεί προϋπόθεση για την επίκληση της δικαιοδοσίας κάτω από το άρθρο 9 του Κεφ. 6. (Βλ. Resola (Cyprus) Ltd v. Xρίστου
(1998)1(Β) Α.Α.Δ. 598, Timberland Co. v. Evans & Sons Ltd κ.ά.
(1998)1(Γ) Α.Α.Δ 1179, Χριστοδούλου ν. Vraets
(1990)1 Α.Α.Δ. 1475, Zein ν. Παράσχος Κ. Καμπανέλλας Λτδ
(2000)1 Α.Α.Δ. 606, Re Stavros Hotel Apartments Ltd κ.ά.
(1994)1 Α.Α.Δ. 836, 841 και Re B.P. Cyprus Ltd
(1996)1 A.A.Δ. 861, 864). Στην Timberland (πιο πάνω), μετά από μονομερή αίτηση των εφεσειόντων το Πρωτόδικο Δικαστήριο εξέδωσε απαγορευτικό διάταγμα, παρεμποδίζον τους εφεσίβλητους να πωλούν ή διαθέτουν υποδήματα με το έμβλημα των προϊόντων των εφεσειόντων ή με έμβλημα ουσιωδώς όμοιο προς αυτό. Οι εφεσείοντες, ενώ έλαβαν γνώση των δραστηριοτήτων των εφεσιβλήτων, πωλητών υποδημάτων στην Πάφο, αφότου άρχισε η εμπορική τους δραστηριότητα στην Κύπρο, το Μάϊο του 1994, δεν πήραν κανένα μέτρο εναντίον τους μέχρι το Φεβρουάριο του 1995. Η επίκληση των επικείμενων ξεπουλημάτων, ως στοιχείου προσδίδοντος την υφή του κατεπείγοντος στο αίτημά τους, χαρακτηρίστηκε από το Πρωτόδικο Δικαστήριο ως «μη σοβαρή». Στην άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας το Πρωτόδικο Δικαστήριο ακύρωσε το εκδοθέν προσωρινό διάταγμα εν όψει, ανάμεσα σ΄ άλλα, και της αποκαλυφθείσας καθυστέρησης. Το Εφετείο διαφώνησε με την πρωτόδικη προσέγγιση. Έθεσε το θέμα ως εξής: «Διαφωνούμε με το πρωτόδικο Δικαστήριο, ότι τα "επικείμενα ξεπουλήματα" δεν αποτελούσαν γεγονός που έτεινε να προσδώσει επείγοντα χαρακτήρα στο αίτημα. Πρόκειται για περίοδο, κατά την οποία οι πωλήσεις είναι σε έξαρση και ο πιθανός επηρεασμός από την αντιποίηση εμπορευμάτων μεγάλος. Η έναρξη εμπορικής δραστηριότητας, εκ μέρους των εφεσειόντων, στην Πάφο, συνιστούσε γεγονός το οποίο καθιστούσε το αίτημα ακόμη πιο επείγον. Το ότι το γεγονός δεν αποκαλύφθηκε εξαρχής, δεν αναιρούσε το κατεπείγον του αιτήματος, αλλά το καθιστούσε ολιγότερο δραστικό. Σημασία θα είχε η μη αποκάλυψή του, εάν αφαιρούσε από τα ερείσματα του κατεπείγοντος. ........................... Όπως αποφασίστηκε στην M & CH Mitsingas Trading Ltd κ.ά. ν. The Timberland Co. of USA
(1997)1 Α.Α.Δ. 1791, έτσι και στην παρούσα υπόθεση, διαπιστώνουμε ότι, δοθείσας της αποκάλυψης συζητήσιμης υπόθεσης από τους εφεσείοντες, με ορατή την πιθανότητα επιτυχίας, η προστασία των δικαιωμάτων τους καθίστατο επείγον ζήτημα, λόγω της φύσης των παραβιάσεων και των άμεσων ζημιογόνων επιδράσεων στα δικαιώματα τους." Από τα λεχθέντα στην Bacardi & Co., πιο πάνω, είναι καθαρό ότι κατά την εξέταση της καθυστέρησης πρέπει να λαμβάνεται υπόψη και η πιθανότητα επιτυχίας της αγωγής καθώς και το κατά πόσο ο εναγόμενος έχει επηρεασθεί με οποιοδήποτε τρόπο λόγω της καθυστέρησης. Στην παρούσα υπόθεση, όπως πολύ εύστοχα παρατήρησε το Πρωτόδικο Δικαστήριο, η έκδοση του επίδικου διατάγματος σε καμιά περίπτωση δεν επηρεάζει τον εφεσείοντα «έχοντας υπόψη την δεδηλωμένη θέση του ότι οι μετοχές αγοράσθηκαν χωρίς τις οδηγίες του και επομένως δεν του ανήκουν». Επομένως σε σχέση και με τους δύο παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη η πλάστιγγα κλίνει εναντίον του εφεσείοντα. Αυτό που προκύπτει από τα νομολογηθέντα στην Timberland (πιο πάνω) είναι τα εξής: Το κατεπείγον του θέματος μπορεί να προκύψει και μετά την γένεση της βάσης της αγωγής. Όπως παρατηρεί ο Χατζηχαμπής, Δ. στην Χριστοδούλου (πιο πάνω) «το κρίσιμο στοιχείο για την αίτηση δεν ήταν ο χρόνος έγερσης της αιτίας αγωγής αλλά ο χρόνος πληροφόρησης του εφεσίβλητου για τη δυνατότητα του να επιτύχει την ενδιάμεση θεραπεία.» Περαιτέρω επεξήγηση δίδεται στην Parico Aluminium Designs Ltd v. Μuskita-Aluminium Co Ltd κ.ά.
(2002)1 (Γ) Α.Α.Δ. 2015, όπου στις σελ. 2056-2057, αναφέρονται τα ακόλουθα: «Στην Τσιαντή ν. Ηellenic Bank (Investments) Limited
(2001)1 A.A.Δ. 2029 έγινε επισκόπηση της σχετικής με το θέμα της καθυστέρησης θέσης της Νομολογίας. Οι αρχές οι οποίες προκύπτουν από τη νομολογία είναι οι εξής:
(1)Η καθυστέρηση, εκτός αν επεξηγηθεί, στην προώθηση της αίτησης για προσωρινό διάταγμα είναι γενικώς μοιραία.
(2)Το ζήτημα της καθυστέρησης πρέπει να σταθμίζεται με την πιθανότητα του ενάγοντα να πετύχει τελικά στην αγωγή του και να λαμβάνεται υπόψη κατά πόσο ο εναγόμενος έχει επηρεασθεί με οποιοδήποτε τρόπο λόγω της καθυστέρησης ή έχει καθησυχασθεί ότι όλα ήταν ασφαλή ή έχει πλανηθεί λόγω της απραξίας του ενάγοντα.
(3)Το κατεπείγον του θέματος μπορεί να προκύψει και μετά τη γένεση της βάσης της αγωγής.
(4)Η έκταση της καθυστέρησης η οποία είναι αναγκαία για να αποτρέψει τη χορήγηση θεραπείας εξαρτάται από τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης και δεν μπορούν να διατυπωθούν άκαμπτοι κανόνες.» Επιπρόσθετα, έχει νομολογηθεί ότι τυχόν καθυστέρηση μπορεί να κριθεί δικαιολογημένη αν τα γεγονότα μιας υπόθεσης είναι τόσο περίπλοκα που χρειάζεται χρόνος για να διαπιστωθούν (βλ. Seamark Consultancy Services Ltd v. Lasala κ.ά.
(2007)1(Α) Α.Α.Δ. 162). Στην Ρένα Αριστοτέλους Λτδ κ.α. ν. Benfleet Enterprises Ltd κ.ά.
(2006)1 (A) A.A.Δ 280, καθυστέρηση επτά μηνών κρίθηκε ως δικαιολογημένη αφού στο διαρρεύσαν διάστημα ανταλλάσσετο αλληλογραφία σε προσπάθεια επίλυσης των διαφορών των διαδίκων. Στην Ελληνική Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Χάμπου κ.ά.
(2007)1(Β) Α.Α.Δ. 879, αποφασίστηκε ότι καθυστέρηση 16 μηνών στην καταχώριση της μονομερούς αιτήσεως στερούσε από τους εφεσείοντες το στοιχείο του κατεπείγοντος. Στην Spidertrade Com. Finance Ltd v. Χ"Γαβριήλ
(2003)1(Α) Α.Α.Δ. 121, καθυστέρηση για περίοδο 8 μηνών, για την οποία δεν δόθηκε οποιαδήποτε δικαιολογία, κρίθηκε αδικαιολόγητη. Αντίθετα, στην Χ"Γαβριήλ κ.ά. ν. Επενδυτικό Συγκρότημα Συνεργατικών Εταιρειών Λευκόνoικο Λτδ
(2003)1 (Α) Α.Α.Δ. 606, καθυστέρηση 7 μηνών από το αγώγιμο δικαίωμα μέχρι την καταχώριση της αγωγής και της αίτησης για ενδιάμεσο διάταγμα κρίθηκε δικαιολογημένη, αφού οι σχέσεις και οι αντίστοιχες τοποθετήσεις των μερών δημιούργησαν κατά τα φαινόμενα εύλογα την προσδοκία εξώδικης διευθέτησης, η οποία πρέπει να ενθαρρύνεται. Πρόσφατα δε έχει επαναληφθεί η αρχή ότι, παρόλον που το κατεπείγον θα πρέπει να τεκμηριώνεται εξ υπαρχής, επανεξετάζεται κατά την ακρόαση αλλά δεν μπορεί να μεταβληθεί μεταγενέστερα, για παράδειγμα με καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης Κουππά ν. Πουλλάς Τσαδιώτης Λτδ κ.α., Π.Ε. 312/10 και 351/11 ημερομηνίας 17.7.
- Η πλευρά των Καθ΄ ων η Αίτηση ισχυρίζεται ότι ενώ οι κατ΄ ισχυρισμόν διεφθαρμένες πληρωμές γίνονταν κατά τα έτη 2004-2009, οι έρευνες κατά της Yara άρχισαν το
- Δεν δόθηκε οποιαδήποτε δικαιολογία για την απραξία της Αιτήτριας κατά τα έτη 2011-
- Επιπρόσθετα, γνώριζαν για τις παραδοχές της Yara για διεφθαρμένες πληρωμές από τις 18.3.2014, αλλά και πάλι άφησαν περίοδο τριών μηνών να διαρρεύσει χωρίς να έχουν πράξει οτιδήποτε. Οι σχετικοί ισχυρισμοί εμφαίνονται στην Παράγραφο 58 της Ένορκης Δήλωσης των Καθ΄ ων η Αίτηση. Από την άλλη, η Αιτήτρια ισχυρίζεται ότι, ενώ όντως οι διεφθαρμένες πληρωμές γίνονταν μεταξύ των ετών 2004-2009, το γεγονός αυτό περιήλθε σε γνώση της το Φεβρουάριο,
- Αμέσως άρχισε έρευνα σε διάφορες δικαιοδοσίες για να εντοπισθούν οι προορισμοί των χρημάτων, κάτι που ήταν αρκετά περίπλοκο και η τελική σύνδεση η οποία επιβεβαίωνε ότι ο Καθ΄ ου η Αίτηση 2 συνδεόταν με την Καθ΄ ης η Αίτηση 1 έγινε στις αρχές Μαϊου, 2014 όταν ο Καθ΄ ου η Αίτηση 2 δεν εμφανίστηκε στην εργασία του. Ακολούθησαν οι οδηγίες προς τους δικηγόρους της Αιτήτριας για καταχώριση της παρούσας διαδικασίας. Θεωρώ ότι, λόγω του περίπλοκου των γεγονότων, όπως αναφέρεται πιο πάνω, Seamark
(2007), κάποιος χρόνος μπορεί να κριθεί ως δικαιολογημένος. Για τους πιο πάνω λόγους καταλήγω ότι το στοιχείο του κατεπείγοντος έχει στοιχειοθετηθεί στο βαθμό που απαιτείται. Μη Αποκάλυψη Ουσιωδών Γεγονότων Οι Καθ΄ ων η Αίτηση 1 και 2 ισχυρίζονται ότι η Αιτήτρια δεν προσήλθε στο Δικαστήριο με «καθαρά χέρια», αποκρύβοντας ουσιώδη γεγονότα, επιχείρημα που, εάν ευσταθεί, μπορεί να οδηγήσει σε ακύρωση του εκδοθέντος Διατάγματος, χωρίς την περαιτέρω εξέταση της ουσίας της Αίτησης. Οι νομικές αρχές που εφαρμόζονται σε τέτοιες περιπτώσεις έχουν με σαφήνεια επαναληφθεί στην Commerzbank Auslandsbanken Holding A.G. κ.α. v. Adeona Holdings Limited, Π.Ε. Ε6/14, ημερομηνίας 27.2.2015. Στην εν λόγω Απόφαση ο Ερωτοκρίτου, Δ., ανέφερε τα ακόλουθα: «Η υποχρέωση κάθε διαδίκου που ζητά μονομερώς διάταγμα να προβαίνει σε πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη, είναι δεδομένη. Σχετική είναι η νομολογία που προκύπτει μεταξύ άλλων και από τις υποθέσεις Global Cruises SA κ.α. ν. Metro Shipping & Travel Ltd
(1989)1 ΑΑΔ 607, 616-8, Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1995)1 ΑΑΔ 248, 264-267, Resola (Cyprus) Ltd v. Χρίστου
(1998)1 ΑΑΔ 598 και Χαραλάμπους ν. Petros Michael Exclusif Ltd κ.α.
(2004)1Γ ΑΑΔ 1953, 1956. Όπως αναφέρεται, σε μονομερείς αιτήσεις ο αιτητής υποχρεούται να προβεί σε πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη και να ενεργήσει με καλή πίστη. Αυτό ισχύει σε όλες τις περιπτώσεις που ζητείται θεραπεία του δικαίου της επιείκειας, οπότε ο Αιτητής έχει υποχρέωση να προσέλθει με «καθαρά χέρια». Η μη αποκάλυψη είτε αθώα, είτε εσκεμμένη, θεωρείται είδος εξαπάτησης γι' αυτό και προκαλεί τόσο σοβαρές συνέπειες, όπως την ακύρωση του διατάγματος, χωρίς την περαιτέρω εξέταση της ουσίας της αίτησης. Η υποχρέωση αποκάλυψης εκτείνεται σε όλα τα ουσιώδη γεγονότα τα οποία ήταν γνωστά ή τα οποία θα μπορούσαν να γίνουν γνωστά μετά από εύλογη έρευνα και τα οποία ενδεχομένως θα μπορούσαν να επηρεάσουν την κρίση του δικαστηρίου. Όσο πιο δραστικό είναι το διάταγμα που ζητείται, τόσο μεγαλύτερη είναι η υποχρέωση πλήρους και ειλικρινούς αποκάλυψης. Η υποχρέωση αποκάλυψης δεν περιορίζεται μόνο σε γεγονότα, αλλά εκτείνεται και στο νόμο και νομικές αρχές, καθώς και σε σημεία τα οποία ενδεχομένως να μην είναι υπέρ των Αιτητών (βλ. Swift Fortune Ltd (The Capaz Duckling) v. Magnifica Marine SA [2008] 1 Lloyd´s Rep. 54). Επίσης, περιλαμβάνει και την αποκάλυψη άνευ βλάβης αλληλογραφίας (βλ. Linsen International Ltd v. Humpuss Sea Transport Pte Ltd
(2010)EWHC 303 (Comm)). Αυτό υποβοηθά το δικαστήριο στο να αντιληφθεί όλα τα σχετικά σημεία, προτού αποφασίσει. Σχετικές είναι οι Siporex Trade S.A. v. Comdel Commodities Ltd [1986] 2 Lloyd´s Rep 428 QBD και Global Cruises S.A. κ.α. v. Metro Shipping & Travel Ltd, ανωτέρω. Κριτής του τι είναι ουσιώδες, είναι ο δικαστής ο οποίος έχει ευρεία διακριτική ευχέρεια και δεν διστάζει να ακυρώσει το ήδη εκδοθέν μονομερές διάταγμα, ιδιαίτερα στις περιπτώσεις που διαπιστώνει κακοπιστία και πρόθεση απόκρυψης ή παραπλάνησης του δικαστηρίου. Οδηγός είναι πάντοτε τα ιδιαίτερα περιστατικά της υπόθεσης στο πλαίσιο της αντιδικίας των διαδίκων. Βέβαια δεν είναι κάθε παράλειψη αποκάλυψης που οδηγεί σε ακύρωση. Αν το δικαστήριο ασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια κρίνει ότι η παράλειψη αφορούσε σε ουσιώδες γεγονός, τότε κατά κανόνα ακυρώνει το διάταγμα, προσπαθώντας με αυτό τον τρόπο να αφαιρέσει κάθε όφελος που απεκόμισε ο αιτητής. Στην αγγλική υπόθεση Bank Mellat v. Nikpour (Mohammad Ebrahaim)
(1985)F.S.R. 87 CA, αναφέρθηκε ότι το δικαστήριο ασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια, σύμφωνα με την αρχή του locus poenitentiae (ευκαιρία για μεταμέλεια ή διόρθωση), μπορεί, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, ιδιαίτερα όταν η μη αποκάλυψη είναι αθώα, να ακυρώσει το προηγούμενο διάταγμα και να εκδώσει νέο, υπό όρους (βλ. επίσης Recnex Trading Ltd κ.α. v. Tράπεζας Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ, ECLI:CY:AD:2014:A269, Πολιτική Έφεση Αρ. 71/11, ημερ. 16.4.2014). Όμως αυτή η διακριτική ευχέρεια θα πρέπει να ασκείται με αρκετή περισυλλογή, ώστε να μην εξουδετερώνει το μοναδικό κόστος ή «τιμωρία» για μη αποκάλυψη, που δεν είναι άλλο από την ακύρωση του διατάγματος. Στην υπόθεση Brink´s-Mat Ltd v. Elcombe and others [1988] 3 All ER 188 o δικαστής Balcombe LJ επεξηγώντας την ευρεία διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου, ανέφερε τα εξής:- «The rule that an ex parte injunction will be discharged if it was obtained without full disclosure has a two-fold purpose. It will deprive the wrongdoer of an advantage improperly obtained: see R v Kensington Income Tax Commissioners, Ex parte Princess Edmond de Polignac [1917] 1 K.B. 486, 509. But it also serves as a deterrent to ensure that persons who make ex parte applications realise that they have this duty of disclosure and of the consequences (which may include a liability in costs) if they fail in that duty. Nevertheless, this judge-made rule cannot be allowed itself to become an instrument of injustice. It is for this reason that there must be a discretion in the court to continue the injunction, or to grant a fresh injunction in its place, notwithstanding that there may have been non-disclosure when the original ex parte injunction was obtained: see in general Bank Mellat v Nikpour (Mohammad Ebrahaim) [1985] F.S.R. 87, 90 and Lloyds Bowmaker Ltd v Britannia Arrow Holdings Plc., ante p. 1337, a recent decision of this court in which the authorities are fully reviewed. I make two comments on the exercise of this discretion.
(1)Whilst, having regard to the purpose of the rule, the discretion is one to be exercised sparingly, I would not wish to define or limit the circumstances in which it may be exercised.
(2)I agree with the views of Dillon L.J. in the Lloyds Bowmaker case, at. P. 1349C-D, that if there is jurisdiction to grant a fresh injunction, then there must also be a discretion to refuse, in an appropriate case, to discharge the original injunction.» Χρήσιμη ανάλυση της νομολογίας για τον τρόπο άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου, δίδεται επίσης στην αγγλική υπόθεση Arena Corporation Ltd (In Provisional Liquidations) v. Schroeder
(2003)All ER (D)
- Λόγω των δραστικών επιπτώσεων που συνήθως ακολουθούν εύρημα δικαστηρίου ότι δεν υπήρξε πλήρης αποκάλυψη, τα τελευταία χρόνια διαπιστώθηκαν δύο φαινόμενα. Πρώτον, μια δικαιολογημένη φοβία εκ μέρους των δικηγόρων των αιτητών ως προς τον κίνδυνο να θεωρηθεί η πλευρά τους ότι δεν προέβη σε πλήρη αποκάλυψη. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να τίθενται ενώπιον των δικαστηρίων όγκοι εγγράφων, τα οποία, χωρίς οποιαδήποτε επεξήγηση, τις περισσότερες φορές τείνουν να συσκοτίζουν παρά να διαφωτίζουν το δικαστήριο. Όπως τονίστηκε από το αγγλικό Εφετείο στην υπόθεση National Bank of Sharjah v. Dellborg, The Times, December 24, 1992 (CA), υπάρχει μια ουσιαστική διαφορά μεταξύ ειλικρινούς και πλήρους αποκάλυψης και του κατακλυσμού του δικαστηρίου με σωρεία εγγράφων, πλείστα των οποίων είναι μη ουσιώδη και αχρείαστα για τους σκοπούς που τίθενται ενώπιον του δικαστηρίου. Γι' αυτό είναι πολύ σημαντικό όπως στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, να επεξηγείται με τρόπο λακωνικό η σημασία των εγγράφων που επισυνάπτονται. Περαιτέρω, θα πρέπει να τονίζεται το σημαντικό μέρος των εγγράφων, ώστε τα ουσιώδη θέματα να αναδύονται εύκολα με μια απλή συνδυασμένη ανάγνωση της ένορκης δήλωσης και των εγγράφων. Διαφορετικά υπάρχει κίνδυνος η αποκάλυψη να μην θεωρηθεί ειλικρινής και πλήρης. Το δεύτερο φαινόμενο που παρατηρείται, αφορά τους δικηγόρους των Καθ' ων η αίτηση, οι οποίοι τα τελευταία χρόνια προσπαθούν να εκμεταλλευτούν τις όποιες ελλείψεις στην ένορκη δήλωση του αντιδίκου τους, υποβάλλοντας ακραίες και αβάσιμες εισηγήσεις για μη αποκάλυψη, αγνοώντας το γεγονός ότι η σχετική νομολογία δίδει έμφαση στη μη αποκάλυψη «ουσιωδών γεγονότων». Παρατηρούμε ότι αυτό συνήθως γίνεται όταν οι ελπίδες για ακύρωση του διατάγματος επί της ουσίας είναι λίγες, οπότε εναποτίθενται όλες οι ελπίδες για ακύρωση του διατάγματος στη μη αποκάλυψη κάποιου στοιχείου, το οποίο τις περισσότερες φορές δεν είναι καθόλου ουσιώδες. Χωρίς να θέλουμε με κανένα τρόπο να αδυνατίσουμε ποσώς την υποχρέωση για ειλικρινή και πλήρη αποκάλυψη, θα πρέπει να τονίσουμε το αυτονόητο, ότι τα δικαστήρια δεν πρέπει να αποπροσανατολίζονται από αβάσιμες εισηγήσεις που δίδουν έμφαση στη μη αποκάλυψη κάποιου ασήμαντου στοιχείου, το οποίο δεν αφορά σε ουσιώδες γεγονός. Ούτε ο κανόνας πρακτικής για ακύρωση του διατάγματος σε περίπτωση μη αποκάλυψης, θα πρέπει να αφεθεί να μετατραπεί σε εργαλείο αδικίας (βλ. Brink´s-Mat Elcombe, ανωτέρω).» Οι Καθ΄ ων η Αίτηση ισχυρίζονται ότι το περιεχόμενο της Παραγράφου 60 της Ένορκης Δήλωσης που συνοδεύει την Αίτηση είναι παραπλανητικό και ψευδές. Παρατίθεται αυτούσιο το κείμενο της εν λόγω Παραγράφου, το οποίο είναι πολύ σύντομο: «
- Επιπλέον η Eurochem (σημ: Αιτήτρια) υποψιάζεται ότι ο VR (σημ: Καθ΄ ου η Αίτηση 2) ήδη προσπαθεί να καλύψει τα ίχνη του αφού δεν έχει εμφανισθεί στην εργασία του από τις 25 Απριλίου, 2014 και δεν παρέστη στην τακτική συνεδρία του Διοικητικού Συμβουλίου που πραγματοποιήθηκε στις 28 Απριλίου, 2014». Οι ισχυρισμοί που αντιπαραβάλλουν οι Καθ΄ ων η Αίτηση, είναι οι ακόλουθοι: (α) από τις 24 μέχρι και τις 30 Απριλίου, 2014, ο Καθ΄ ου η Αίτηση 2, σε πλήρη γνώση της Αιτήτριας, απουσίαζε από την εργασία του με αναρρωτική άδεια, (β) από την 1η μέχρι και τις 11 Μαϊου 2014 και πάλι σε πλήρη γνώση της Αιτήτριας, απουσίαζε από την εργασία του λόγω των Ρωσικών διακοπών της Πρωτομαγιάς και με εγκεκριμένες διακοπές, (γ) στις 12.5.2014, ο Καθ΄ ου η Αίτηση 2 επέστρεψε κανονικά στην εργασία του, (δ) την ίδια μέρα η Αιτήτρια τον πληροφόρησε για τους ψευδείς ισχυρισμούς της τους οποίους ο Καθ΄ ου η αίτηση 2 αρνήθηκε, (ε) λόγω όμως της επιμονής της Αιτήτριας, ο Καθ΄ ου η αίτηση 2 υπέγραψε μαζί με την εταιρεία συμφωνία με την οποία η εργοδότησή του τερματίστηκε εκ συμφώνου. Είναι γεγονός ότι ο τρόπος που η Αιτήτρια περιγράφει τα πιο πάνω γεγονότα, παρουσιάζει κενά ενώ τείνει να δημιουργήσει την εντύπωση ότι ο Καθ΄ ου η Αίτηση 2 δεν παρουσιάστηκε καθόλου στην εργασία του προσπαθώντας, προφανώς, να αποκρύψει τα ίχνη του. Το θέμα αυτό έχει προβληματίσει το Δικαστήριο. Ιδιαίτερα λόγω του γεγονότος ότι στην Ένορκη Δήλωση που συνοδεύει την Ένσταση (Παράγραφος 58) επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 5 η Συμφωνία Τερματισμού της απασχόλησης του Καθ΄ ου η Αίτηση 2 στην Αιτήτρια. Στην εν λόγω Συμφωνία ημερομηνίας 12.5.2014, εμφαίνεται η συναίνεση των δύο συμβαλλομένων (Αιτήτριας και Καθ΄ ου η Αίτηση 2), χωρίς αναφορά σε οποιαδήποτε από τα προβλήματα που είχαν αναφυεί μεταξύ τους. Το θέμα που πρέπει να αποφασίσει το Δικαστήριο είναι, κατά πόσο τα κενά που άφησε η Αιτήτρια στην παρουσίαση των πιο πάνω γεγονότων ήταν τέτοιας έκτασης που να αποτελούν ουσιώδη απόκρυψη και να οδηγήσουν το Δικαστήριο στην ακύρωση του εκδοθέντος Διατάγματος, ενόψει και των νομικών αρχών που εκτίθενται πιο πάνω. Έχοντας μελετήσει τις θέσεις των δύο πλευρών και λαμβάνοντας υπ΄ όψιν τα ιδιαίτερα περιστατικά της υπόθεσης, έχω καταλήξει ότι το γεγονός της μη αποκάλυψης του εκ συμφώνου τερματισμού της απασχόλησης του Καθ΄ ου η Αίτηση 2 αποτελεί απόκρυψη ουσιώδους γεγονότος. Επιπρόσθετα, ο τρόπος που παρουσίασε η Αιτήτρια τη συμπεριφορά του Καθ΄ ου η Αίτηση 2 κατά το τελευταίο διάστημα πριν την καταχώριση της παρούσας Αίτησης οδήγησε το Δικαστήριο σε παραπλάνηση. Τα πιο πάνω ισχύουν έστω και αν οι πιο πάνω θέσεις της Αιτήτριας προβλήθηκαν χωρίς οποιαδήποτε κακοπιστία. Συγκεκριμένα, διαπιστώνονται τα ακόλουθα: η Αιτήτρια αφήνει να εννοηθεί ότι από τις 25 Απριλίου, 2014, ο Καθ΄ ου η Αίτηση 2 παρέλειπε να εμφανισθεί στην εργασία του. Η Ένορκη Δήλωση της Αιτήτριας έγινε στις 3 Ιουνίου, 2014, και δεν παρέχονται οποιεσδήποτε επιπρόσθετες πληροφορίες για το τι συνέβαινε στο διάστημα αυτό. Αντίθετα διαφάνηκε ότι ο Καθ΄ ου η Αίτηση 2 εμφανίστηκε στην εργασία του στις 12 Μαϊου, 2014, ημέρα που η εργοδότησή του τερματίσθηκε κοινή συναινέσει. Επομένως στο διάστημα 12 Μαϊου μέχρι και 3 Ιουνίου, δεν μπορεί να διαπιστωθεί πώς ο Καθ΄ ου η Αίτηση 2 μπορούσε να επηρεάσει την πορεία των γεγονότων. Η Αιτήτρια στην αγόρευσή της ισχυρίζεται ότι ο τερματισμός της εργοδότησης του Καθ΄ ου η Αίτηση 2 δεν ήταν τόσο σημαντικό γεγονός που θα έπρεπε οπωσδήποτε να αποκαλυφθεί. Διαφωνώ: τα γεγονότα λαμβάνουν άλλη διάσταση εάν ο αντικειμενικός παρατηρητής γνωρίζει ότι η εργοδότηση του Καθ΄ ου η Αίτηση 2 είχε τερματισθεί από τις 12 Μαϊου. Διότι διαφορετικός είναι ο τρόπος που ο Καθ΄ ου η Αίτηση 2 δύναται να επηρεάσει την πορεία κάποιων πραγμάτων εάν είναι εντός της εταιρείας και διαφορετικός εάν είναι εκτός εταιρείας. Θεωρώ ότι η πιο πάνω παράλειψη της Αιτήτριας είναι τόσο ουσιώδης που προκαλεί σοβαρές συνέπειες στην υπόθεσή της. Οι συνέπειες δεν μπορεί να είναι άλλες από την ακύρωση του εκδοθέντος Διατάγματος χωρίς να χρειάζεται οποιαδήποτε περαιτέρω εξέταση της Αίτησης. Κατάληξη Για όλους τους πιο πάνω λόγους, η Αίτηση απορρίπτεται. Το εκδοθέν Διάταγμα ακυρώνεται. Τα Έξοδα της διαδικασίας επιδικάζονται υπέρ των Καθ΄ ων η Αίτηση 1 και 2 και σε βάρος της Αιτήτριας. Αυτά να υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και να είναι πληρωτέα μετά το πέρας της υπόθεσης. Μεταξύ Αιτήτριας και Καθ΄ ης η Αίτηση 3 ουδεμία διαταγή για Έξοδα. [Υπ.] Χ. Ι. Πογιατζής, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /μκστ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο