Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ ν. Φίλιππου Λάρκου, Αρ. Αγωγής: 5999/2008, 27/11/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2015:A509 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: E. ΕΦΡΑΙΜ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 5999/2008 Μεταξύ: Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ Ενάγουσας v. Φίλιππου Λάρκου Εναγομένου Αίτηση ημ. 5 Δεκεμβρίου 2014 για Τροποποίηση Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης Ημερομηνία: 27 Νοεμβρίου 2015 Εμφανίσεις: Για τον Εναγόμενο - Αιτητή: κα Η. Καραβιώτου για Στέλιος Αμερικάνος & Σία Δ.Ε.Π.Ε. Για την Ενάγουσα - Καθ΄ ης η Αίτηση: κ. Θ. Οικονόμου για Άντης Τριανταφυλλίδης & Υιοί Δ.Ε.Π.Ε. Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα Αίτηση (εφεξής «η Αίτηση») ο Εναγόμενος ζητά την τροποποίηση της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης με την προσθήκη συνολικά έξι παραγράφων στην Υπεράσπιση και ενός αιτητικού στην Ανταπαίτηση. Η αγωγή αφορά συμφωνία μεταξύ των διαδίκων για παροχή δανείου, πιστώσεων και άλλων τραπεζικών διευκολύνσεων προς τον Εναγόμενο, καθώς επίσης και συμφωνίες ενεχυρίασης μετοχών ως εξασφάλιση για τις υποχρεώσεις του Εναγομένου έναντι της Ενάγουσας. Η Ενάγουσα επικαλείται παράλειψη του Εναγομένου να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις του και αξιώνει το ισχυριζόμενο οφειλόμενο υπόλοιπο, καθώς επίσης και διατάγματα για την πώληση των μετοχών. Στην Υπεράσπιση ο Εναγόμενος αρνείται την οποιαδήποτε οφειλή του προς την Ενάγουσα και προβάλλει ισχυρισμούς για παράνομες χρεώσεις, παράνομη μετατροπή του νομίσματος του λογαριασμού, παράνομη τροποποίηση του επιτοκίου και ακυρότητα των συμφωνιών ενεχυρίασης μετοχών. Στην Ανταπαίτηση επαναλαμβάνει το περιεχόμενο της Υπεράσπισης και αξιώνει Δηλώσεις ότι ουδέν ποσό οφείλει στην Ενάγουσα και ότι η συμφωνία δανείου είναι άκυρη. Με την Αίτηση ο Εναγόμενος επιχειρεί να προσθέσει ουσιαστικά ισχυρισμούς ότι: (
- i)Ο τρόπος υπολογισμού του επιτοκίου είναι λανθασμένος και ή έγινε κατά παράβαση των μεταξύ των διαδίκων συμφωνηθέντων (
- ii)Η συμφωνία δανείου περιέχει καταχρηστικές και ή ποινικές ρήτρες οι οποίες δεν δημιουργούν έννομες συνέπειες (iii) Η μετατροπή του νομίσματος του δανείου από Αμερικάνικα Δολάρια σε Λίρες Κύπρου που έγινε από την Ενάγουσα στις 11.1.06 είναι παράνομη και ή αντισυμβατική (
- iv)Μετά τις 11.1.06 η χρέωση του επιτοκίου είναι παράνομη και ή αντισυμβατική και ή καταχρηστική και ή αποτελεί επιβολή ποινικής ρήτρας (
- v)Οι συμφωνίες ενεχυρίασης μετοχών είναι παράνομες καθότι δεν έχουν υπογραφεί σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 138 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ.149. Η αξίωση που επιχειρείται να προστεθεί στην Ανταπαίτηση αφορά αποζημιώσεις για παράβαση συμφωνίας και ή για καταχρηστική και ή παράνομη εφαρμογή όρων συμφωνίας. Η ένσταση βασικά εστιάζεται στους ακόλουθους λόγους: 1) Η Αίτηση υποβάλλεται με μεγάλη και αδικαιολόγητη καθυστέρηση. 2) Δεν δίδεται καμία και ή επαρκής αιτιολογία για τα δύο έτη που μεσολάβησαν από την απόσυρση της προγενέστερης αίτησης τροποποίησης μέχρι την καταχώριση της παρούσας Αίτησης. 3) Η παρούσα Αίτηση αποτελεί κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας εφόσον αίτηση με πανομοιότυπο αιτητικό καταχωρίστηκε στο παρελθόν και την οποίαν ο Εναγόμενος επέλεξε να μην προωθήσει. 4) Δεν υπάρχει ίχνος μαρτυρίας που να δικαιολογεί την έγκριση της Αίτησης η οποία περιλαμβάνει εσφαλμένους, παραπλανητικούς και αντιφατικούς ισχυρισμούς. 5) Με την Αίτηση ο Εναγόμενος επιχειρεί να αναπροσαρμόσει τη θέση του και ή να εγείρει νέα υπεράσπιση και να αποσύρει παραδοχές και ή να συμπεριλάβει ζητήματα που δεν είναι νομικώς αποδεκτά ως υπεράσπιση και επιχειρεί να περιπλέξει τα πραγματικά επίδικα γεγονότα. 6) Η Αίτηση είναι κακόπιστη και αποσκοπεί στην περαιτέρω καθυστέρηση στην εκδίκαση της αγωγής. 7) Η αναφορά του Εναγομένου στον περί Καταχρηστικών Ρητρών Νόμο είναι νομικά αβάσιμη καθότι ο Εναγόμενος δεν ακολούθησε την προβλεπόμενη διαδικασία αμφισβήτησης των προνοιών της συμφωνίας. Η Αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του Εναγομένου και η ένσταση από ένορκη δήλωση του κ. Α. Ρήγα, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο το οποίο εκπροσωπεί την Ενάγουσα. Η ακρόαση της Αίτησης διεξήχθη με γραπτές αγορεύσεις. Αναφορά στο περιεχόμενο τόσο των ενόρκων δηλώσεων όσο και των αγορεύσεων θα γίνεται στο κατάλληλο στάδιο. Τα ζητήματα τα οποία εγείρονται στα πλαίσια της Αίτησης θα εξεταστούν από το Δικαστήριο με τη σειρά που το ίδιο θεωρεί ορθή και όχι κατ΄ ανάγκη με τη σειρά που αυτά προβλήθηκαν. Ι. Νομική Πτυχή Η Δ.25 θ.1 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, στην οποία στηρίζεται η Αίτηση, προνοεί ως ακολούθως: «1. The Court or a Judge may, at any stage of the proceedings, allow either party to alter or amend his indorsement or pleadings, in such manner and on such terms as may be just, and all such amendments shall be made as may be necessary for the purpose of determining the real questions in controversy between the parties.» Η αντίστοιχη Αγγλική πρόνοια είναι η O.28 r.1. Στο The Annual Practice 1958, σελ. 622, η γενική αρχή εκτίθεται ως εξής: «In Tildesley v. Harper, 10 Ch.D. pp.396, 397, Bramwell, L.J., said: "My practice has always been to give leave to amend unless I have been satisfied that the party applying was acting mala fide, or that, by his blunder, he had done some injury to his opponent which could not be compensated for by costs or otherwise". "However negligent or careless may have been the first omission, and however late the proposed amendment, the amendment should be allowed if it can be made without injustice to the other side. There is no injustice if the other side can be compensated by costs" (per Brett, M.R., Clarapede v. Commercial Union Association, 32 W.R. p.263; Weldon v. Neal, 19 Q.B. D. p.396; Australian Steam Navigation Co. v. Smith, 14 App. Cas. p.320; Hunt v. Rice & Son, 53 T.L.R.931, C.A.; and see the remarks of Bowen, L.J., Cropper v. Smith, 26 Ch.D. pp. 710, 711; of Lindley, L.J., Indigo Co. v. Ogilvy, [1891] 2 Ch.39,; and of Pollock, B., Steward v. North Metropolitan Tramways Co., 16 Q. B. D. p.180, and C.A. p.558). An amendment ought to be allowed if thereby "the real substantial question can be raised between the parties", and multiplicity of legal proceedings avoided.» Η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου επί του θέματος είναι πλούσια και ιδιαίτερα διαφωτιστική. Η θεμελιακή αρχή που ξεπροβάλλει από τις αποφάσεις είναι ότι η τροποποίηση δικογράφου είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαία για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών. Εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις στις οποίες η τροποποίηση δυνατό να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή ακόμα εκεί που η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής. Σχετικά παραπέμπω στις υποθέσεις Agini v. Εθνικής Τράπεζας Ελλάδος Α.Ε.
(1999)1 Α.Α.Δ. 11 και Χρίστου v. Στυλιανού
(1992)1 Α.Α.Δ. 704. Στην υπόθεση Χριστοδούλου v. Χριστοδούλου & άλλης
(1991)1 Α.Α.Δ. 934, λέχθηκε ότι η σύγχρονη τάση είναι όπως τα Δικαστήρια επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες περιπτώσεις, έστω και αν η αναγκαιότητα τροποποίησης είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης, νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με έξοδα. Όπως επισημάνθηκε στην υπόθεση Federal Bank of Lebanon v. Σιακόλα
(2002)1(Α) Α.Α.Δ. 223, η πιο πάνω αρχή περιορίστηκε στην υπόθεση Ταξί Κυριάκος Λτδ. v. Παύλου
(1995)1 Α.Α.Δ. 560, όπου τονίστηκε ότι το ζήτημα εξακολουθεί να υπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου που πρέπει να ασκείται έχοντας υπ΄ όψιν το σύνολο των περιστατικών της υπόθεσης. ΙΙ. Εξέταση της παρούσας Αίτησης Ο Εναγόμενος ισχυρίζεται πως οι αιτούμενες τροποποιήσεις είναι αναγκαίες για την απρόσκοπτη και δίκαιη διεξαγωγή της δίκης και πως είναι προς το συμφέρον της δικαιοσύνης καθότι θα τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου ολοκληρωμένα όλα τα επίδικα θέματα. Αυτός ο ισχυρισμός δεν αντικρούεται ευθέως από την Ενάγουσα, η οποία βασικά επικαλείται καθυστέρηση και κακή πίστη εκ μέρους του Εναγομένου. Είναι γεγονός πως οι αιτούμενες τροποποιήσεις αφορούν νομικά θέματα τα οποία άπτονται της εγκυρότητας της επίδικης συμφωνίας, των χρεώσεων επιτοκίου, των συμφωνιών ενεχυρίασης μετοχών, καθώς και της μετατροπής του νομίσματος του δανείου. Έχοντας υπ΄ όψιν τη φύση των αιτούμενων τροποποιήσεων σε συνάρτηση με το περιεχόμενο της Υπεράσπισης είναι προφανές ότι οι ισχυρισμοί που επιχειρούνται να περιληφθούν και οι οποίοι αφορούν την παράνομη και ή αντισυμβατική μετατροπή του νομίσματος του συναλλάγματος και τη χρέωση του επιτοκίου από την ημερομηνία της εν λόγω μετατροπής, υπ΄ αρ. (iii) και εν μέρει (
- iv)ανωτέρω, περιέχονται ήδη στην Υπεράσπιση. Επομένως, δεν συντρέχει οποιοσδήποτε λόγος για τις αιτούμενες αυτές τροποποιήσεις εφόσον αυτά τα ζητήματα ήδη καλύπτονται από την Υπεράσπιση και αποτελούν επίδικα θέματα στα πλαίσια της αγωγής. Όσον αφορά τον ισχυρισμό για το επιτόκιο, με την αιτούμενη τροποποίηση ο Εναγόμενος επιχειρεί να εισαγάγει και τον λόγο για τον οποίο η χρέωση είναι παράνομη και αντισυμβατική, ήτοι «γιατί το δάνειο δεν ήταν πλέον σε ξένο νόμισμα αφού οι ίδιοι το μετέτρεψαν σε Λίρες Κύπρου αλλά και γιατί ρητά είχε συμφωνηθεί σε διαφορετικό επιτόκιο υπερημερίας». Τέτοιος ισχυρισμός δεν είναι επιτρεπτό να περιλαμβάνεται στο δικόγραφο εφόσον αποτελεί επιχείρημα. Στους προτεινόμενους ισχυρισμούς υπ΄ αρ. (
- iv)ανωτέρω περιλαμβάνεται επίσης και αναφορά ότι η χρέωση του επιτοκίου είναι καταχρηστική και αποτελεί επιβολή ποινικής ρήτρας, κάτι το οποίο δεν περιλαμβάνεται στην Υπεράσπιση. Αυτός θα μπορούσε να προστεθεί μέσω της τροποποίησης, όμως υπάρχει και πάλι ένα μέρος της συγκεκριμένης προτεινόμενης παραγράφου που περιέχει επιχείρημα, το οποίο δεν είναι επιτρεπτό να περιλαμβάνεται στο δικόγραφο. Αυτό το μέρος αναφέρει πως η χρέωση του επιτοκίου δεν συνιστά «σε καμία περίπτωση προεκτίμησης της ζημιάς που προκύπτει από την υπερημερία αφού αποτελεί ένα απεριόριστο δικαίωμα επιβολής τόκου που μπορεί να αυξάνεται οποτεδήποτε, σε οποιοδήποτε ύψος και να κεφαλαιοποιείται, άσχετο με την ύπαρξη ζημίας ή όχι των Εναγόντων». Όσον αφορά τον ισχυρισμό περί παράνομης και ή αντισυμβατικής χρέωσης επιτοκίου και περί ύπαρξης καταχρηστικών και ή ποινικών ρητρών στην επίδικη συμφωνία δανείου, υπ΄ αρ. (
- i)και (
- ii)ανωτέρω, αυτοί δεν περιέχονται στην Υπεράσπιση. Ούτε και ο ισχυρισμός για την παρανομία των συμφωνιών ενεχυρίασης μετοχών καλύπτεται από την Υπεράσπιση καθότι σε αυτή προβάλλεται μεν ισχυρισμός περί ακυρότητας αυτής αλλά τίθεται επί διαφορετικής βάσης, ήτοι ότι είναι προγενέστερες της σύναψης συμφωνίας δανείου. Με την αιτούμενη τροποποίηση υπ΄ αρ. (
- v)ανωτέρω επιχειρείται να προστεθεί νέα βάση όσον αφορά την παρανομία και ακυρότητα των εν λόγω συμφωνιών. Με βάση όσα αναφέρονται ανωτέρω, στο παρόν στάδιο το Δικαστήριο περιορίζεται στη διαπίστωση πως οι προτεινόμενοι ισχυρισμοί στην Υπεράσπιση υπ΄ αρ. (i), (ii), εν μέρει (
- iv)και (
- v)ανωτέρω και η προτεινόμενη αξίωση στην Ανταπαίτηση θεωρούνται σχετικοί με τα επίδικα θέματα της αγωγής εφόσον αφορούν το βάσιμο των αξιώσεων της Ενάγουσας αλλά και του Εναγομένου μέσω της Ανταπαίτησης του. Αυτή η διαπίστωση όμως δεν είναι ικανή αφ΄ εαυτής να οδηγήσει την Αίτηση, έστω και μερικώς, σε επιτυχία. Το Δικαστήριο, στα πλαίσια της άσκησης της διακριτικής του ευχέρειας, οφείλει να αξιολογήσει όλους τους παράγοντες τους οποίους έχει καθιερώσει η νομολογία. Ένας από αυτούς είναι η καθυστέρηση στην καταχώριση της Αίτησης. Η καθυστέρηση όπως επίσης η έλλειψη ή ανεπάρκεια αιτιολόγησης αυτής αποτελούν ένα από τους βασικούς λόγους ένστασης. Αναφορικά με τον χρόνο στον οποίο υποβάλλεται αίτηση για τροποποίηση, σχετική είναι η υπόθεση Astor Co. κ.ά. v. A & G Leventis Ltd. κ.ά.
(1993)1 Α.Α.Δ. 726, στην οποία λέχθηκε ότι σε αιτήσεις για τροποποίηση δικογράφων ο παράγοντας χρόνος είναι μεν σχετικός, δεν είναι όμως εκ προοιμίου και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας, όπως και οι υπόλοιποι παράγοντες που η νομολογία καθιέρωσε ως διαδραματίζοντα ρόλο. Στις περιπτώσεις όμως που υπάρχει καθυστέρηση απαιτείται η παροχή κάποιας εξήγησης. Στην υπόθεση Saba & Co. (T.M.P.) v. T.M.P. Agents
(1994)1 Α.Α.Δ. 426, κρίθηκε ότι η σημασία του θέματος της δικαιολόγησης της καθυστέρησης ποικίλλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης και σχετίζεται με τη γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή τον βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης. Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Φοινιώτη ν. Greenmar Navigation Ltd. κ.ά.
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 33, όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση διατάγματος για την τροποποίηση. Όπως προκύπτει από τον φάκελο του Δικαστηρίου, η Έκθεση Απαίτησης καταχωρίστηκε στις 21.10.08, η Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση στις 7.7.09 και η Απάντηση στην Υπεράσπιση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση στις 4.9.
- Την ίδια ημερομηνία η Ενάγουσα καταχώρισε αίτηση ορισμού και η αγωγή ορίστηκε για οδηγίες στις 23.10.09, όταν εκ συμφώνου εκδόθηκαν διατάγματα ένορκης αποκάλυψης των διαδίκων. Η ένορκη δήλωση αποκάλυψης της Ενάγουσας καταχωρίστηκε στις 15.12.09 και του Εναγομένου στις 26.2.
- Η αγωγή ορίζετο για ακρόαση και για οδηγίες, όταν στις 23.11.11 η Ενάγουσα απέστειλε Ειδοποίηση για Παραδοχή Γεγονότων δυνάμει της Δ.25 θ.5 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Στη συνέχεια η αγωγή ορίζετο για οδηγίες με σκοπό την τοποθέτηση του Εναγομένου επί της Ειδοποίησης και μεταγενέστερα για εξώδικη διευθέτηση. Τελικώς ορίστηκε για ακρόαση στις 28.11.
- Εν τω μεταξύ, στις 31.10.12 καταχωρίστηκε η πρώτη αίτηση για τροποποίηση της Υπεράσπισης και της Ανταπαίτησης, η οποία περιείχε πανομοιότυπο αιτητικό με αυτό της παρούσας Αίτησης με μόνη διαφορά στην προτεινόμενη παρ. 13(β). Ειδικότερα στην πρώτη αίτηση αναφέρεται πως η χρέωση του επιτοκίου είναι καταχρηστική και ή παράνομη καθότι συνιστά επιβολή ποινικής ρήτρας και ή παραβιάζει τον περί Καταναλωτικών Ρήτρων σε Καταναλωτικές Συμβάσεις Νόμο, ενώ στην παρούσα Αίτηση επαναλαμβάνεται πως η χρέωση του επιτοκίου είναι καταχρηστική και ή παράνομη καθότι συνιστά επιβολή ποινικής ρήτρας, παραλείπεται η αναφορά στον Νόμο και προστίθεται η πρόταση (η οποία αναφέρεται ανωτέρω) «και σε καμιά περίπτωση προεκτίμησης της ζημιάς που προκύπτει από την υπερημερία αφού αποτελεί ένα απεριόριστο δικαίωμα επιβολής τόκου που μπορεί να αυξάνεται οποτεδήποτε, σε οποιοδήποτε ύψος και να κεφαλαιοποιείται, άσχετο με την ύπαρξη ζημιάς ή όχι των Εναγόντων». Στις 7.12.12 η Ενάγουσα καταχώρισε ένσταση στην πρώτη αίτηση η οποία τελικά αποσύρθηκε άνευ βλάβης στις 11.12.
- Η αγωγή ορίζετο για οδηγίες ή ακρόαση, με τελευταία ημερομηνία ορισμού ακρόασης στις 8.12.
- Στις 5.12.14 καταχωρίστηκε η παρούσα Αίτηση και στις 12.5.15 η ένσταση. Αρχικά το Δικαστήριο επισημαίνει πως η απόσυρση της πρώτης αίτησης έγινε άνευ βλάβης και με επιφύλαξη των δικαιωμάτων του Εναγομένου. Αυτό δεν δημιουργεί οποιοδήποτε κώλυμα στον Εναγόμενο ως προς το δικαίωμα καταχώρισης νέας τέτοιας αίτησης. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Eλενίτσα Α. Κωνσταντινίδη v. Nur Habib Hissin
(2007)1(Β) Α.Α.Δ. 1140 και Πατσαλίδης v. Σπύρου
(2006)1(Α) Α.Α.Δ.
- Παραμένει γεγονός πως η παρούσα Αίτηση καταχωρίστηκε 5½ έτη μετά την καταχώριση του δικογράφου του Εναγομένου και δύο έτη μετά την απόσυρση της πρώτης αίτησης. Στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την παρούσα Αίτηση ο Εναγόμενος ισχυρίζεται πως η πρώτη αίτηση αποσύρθηκε άνευ βλάβης «γιατί εκ παραδρομής δεν δικαιολογούσε και δεν εξηγούσε καθόλου την καθυστέρηση η οποία υπήρξε στην υποβολή της». Ακολούθως αναφέρει ότι κατά τη μελέτη των εγγράφων που έχουν αποκαλυφθεί από την Ενάγουσα και ειδικότερα του δικού του αρχείου διαπιστώθηκαν συγκεκριμένα νομικά και πραγματικά ζητήματα τα οποία δεν μπορούσαν να εντοπισθούν κατά την καταχώριση της «τροποποιημένης Υπεράσπισης» (εννοείται προφανώς της Υπεράσπισης) τα οποία χρήζουν αναφοράς και παρουσίασης ενώπιον του Δικαστηρίου. Αυτή όμως η αναφορά του Εναγομένου αποτελεί ακριβή επανάληψη των όσων περιέχοντο στην ένορκη δήλωση της κας Δ. Αμερικάνου, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο το οποίο εκπροσωπεί τον Εναγόμενο, η οποία (ένορκη δήλωση) συνόδευε την πρώτη αίτηση. Επομένως, εξάγεται το εύλογο συμπέρασμα ότι ο εντοπισμός των ζητημάτων τα οποία ο Εναγόμενος επιθυμεί και επιχειρεί με την παρούσα να περιλάβει στο δικόγραφο του είχε γίνει αναμφίβολα πριν την καταχώριση της πρώτης αίτησης. Επί τούτου ο ισχυρισμός της Ενάγουσας, μέσω της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την ένσταση, ότι οι λόγοι που δημιούργησαν την ανάγκη για τροποποίηση ήταν γνωστοί στον Εναγόμενο από το 2012 είναι βάσιμος. Αυτή η διαπίστωση του Δικαστηρίου επιβεβαιώνεται και από την αμέσως επόμενη θέση του Εναγομένου, με αναφορά στην καθυστέρηση, ήτοι ότι τα στοιχεία από το αρχείο του δόθηκαν στους δικηγόρους του περί το τέλος του
- Επιπλέον ο Εναγόμενος προβάλλει αδυναμία να ενημέρωνε εκτενώς τους δικηγόρους του μέχρι πρόσφατα εξαιτίας σοβαρού ιατρικού προβλήματος στενού συγγενικού του προσώπου, το οποίο πρόβλημα τον ανάγκασε να βρίσκεται στο εξωτερικό για πολύ μεγάλα χρονικά διαστήματα. Προσθέτει πως είχε μεν εγκαίρως ενημερωθεί για την απόσυρση της πρώτης αίτησης αλλά μόνο δύο βδομάδες πριν την καταχώριση της παρούσας είχε τη δυνατότητα να συναντηθεί με τους δικηγόρους του, να τους εξηγήσει την καθυστέρηση και δώσει νέες οδηγίες. Το Δικαστήριο αδυνατεί να αντιληφθεί τη θέση του Εναγομένου περί αδυναμίας εκτενούς ενημέρωσης των δικηγόρων του και σε τι αυτό θα εξυπηρετούσε. Το Δικαστήριο έχει ενώπιον του τα εξής δεδομένα: · το αιτητικό της πρώτης αίτησης είναι πανομοιότυπο με αυτό τη παρούσας · όλα τα στοιχεία βρίσκονταν ήδη στην κατοχή των δικηγόρων του, με αποτέλεσμα να ήταν δυνατή η καταχώριση της πρώτης αίτησης, και · το μόνο κενό στην πρώτη αίτηση ήταν η αιτιολόγηση της καθυστέρησης. Υπό το φως των πιο πάνω δεδομένων, δεν προκύπτει η όποια αναγκαιότητα ενημέρωσης, και μάλιστα εκτενούς, από πλευράς του Εναγομένου προς τους δικηγόρους του για τον σκοπό καταχώρισης νέας αίτησης. Ήταν πολύ εύκολο και ευλόγως αναμενόμενο πως σύντομα μετά την απόσυρση της πρώτης θα καταχωρείτο εκ νέου η ίδια αίτηση με μόνη προσθήκη την αιτιολόγηση για την καθυστέρηση στην καταχώριση αυτής. Αντ΄ αυτού παρατηρείται μία καθυστέρηση δύο ετών στην υποβολή της παρούσας Αίτησης στην οποία τελικώς προβάλλεται αιτιολογία μόνο για την καθυστέρηση καταχώρισης αυτής, ήτοι για τον χρόνο που μεσολάβησε μεταξύ της απόσυρσης της πρώτης και της υποβολής της παρούσας. Εν πρώτοις το Δικαστήριο θεωρεί ότι αυτή η προβαλλόμενη δικαιολογία είναι παντελώς γενική και αόριστη και αναμφίβολα δεν αποτελεί επαρκή δικαιολογία για την παρέλευση τόσο μεγάλου χρονικού διαστήματος στην υποβολή της παρούσας. Είναι προφανές με βάση τους ισχυρισμούς του ίδιου του Εναγομένου και τις ανωτέρω διαπιστώσεις του Δικαστηρίου πως για σκοπούς καταχώρισης νέας αίτησης το μόνο που βασικά απαιτείτο ήταν η χορήγηση νέων οδηγιών του Εναγομένου προς τους δικηγόρους του για την υποβολή αυτής, κάτι για το οποίο δεν χρειαζόταν ιδιαίτερος χρόνος, ούτε καν η παρουσία του Εναγομένου στην Κύπρο, και ούτε υπήρχε η αναγκαιότητα ένορκης δήλωσης από τον ίδιο, αν ληφθεί υπ΄ όψιν η τακτική που ακολουθήθηκε στα πλαίσια της πρώτης αίτησης. Εκείνο όμως που προκαλεί ιδιαίτερη έκπληξη στο Δικαστήριο είναι το γεγονός ότι τελικώς ο Εναγόμενος δεν προβάλλει οποιαδήποτε δικαιολογία για την καθυστέρηση στην υποβολή της πρώτης αίτησης, κάτι το οποίο ήταν και το βασικό κενό της πρώτης που οδήγησε στην απόσυρση της, όπως ορθώς επισημαίνεται και στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση. Επομένως, για το χρονικό διάστημα μεταξύ της καταχώρισης του δικογράφου του Εναγομένου και της πρώτης αίτησης τροποποίησης δεν παρέχεται οποιαδήποτε αιτιολογία και τέτοια αιτιολογία ήταν αναγκαία και για σκοπούς της παρούσας Αίτησης. Στην ένορκη του δήλωση που συνοδεύει την παρούσα Αίτηση ο Εναγόμενος ισχυρίζεται περαιτέρω πως δεν αποκαλύφθηκαν οι επιστολές του Εναγομένου προς την Ενάγουσα τις οποίες μόλις πρόσφατα εντόπισε στο αρχείο του και παρέδωσε στον δικηγόρο του. Όπως ορθώς επισημαίνεται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση, αυτός ο ισχυρισμός έρχεται σε πλήρη αντίφαση με τον προγενέστερο ισχυρισμό του Εναγομένου περί εντοπισμού των εγγράφων κατά το
- Ο Εναγόμενος μάλιστα επισυνάπτει τα εν λόγω έγγραφα στην ένορκη του δήλωση ως Τεκμήριο
- Πρόκειται για τις επιστολές ημ. 13.6.05, 22.8.05 και 9.1.
- Το Δικαστήριο με έκπληξη παρατηρεί πως οι πρώτες δύο επιστολές περιέχονται στην ένορκη δήλωση αποκάλυψης του Εναγομένου ημ. 26.2.10, γεγονός το οποίο όχι μόνο εκβαραθρώνει τον ισχυρισμό αλλά αποτελεί και ένδειξη κακής πίστης από μέρους του με την προβολή αβάσιμων και αναληθών ισχυρισμών. Ο Εναγόμενος παραπέμπει επίσης στην επιστολή της Ενάγουσας ημ. 11.1.06, την οποία επισυνάπτει ως Τεκμήριο 2, και στην οποία βασίζει τη θέση του περί παράνομης χρέωσης συνολικού επιτοκίου 11,5% από την εν λόγω ημερομηνία. Το Δικαστήριο επισημαίνει πως αναφορά στην εν λόγω επιστολή γίνεται στην ένορκη δήλωση αποκάλυψης της Ενάγουσας. Εν πάση περιπτώσει όμως, ο ισχυρισμός για τη χρέωση επιτοκίου από τις 11.1.06 προβάλλεται ήδη από το στάδιο της καταχώρισης της πρώτης αίτησης, κάτι το οποίο εμφανώς καταδεικνύει τη γνώση του Εναγομένου για το περιεχόμενο της εν λόγω επιστολής η οποία μιλά για χρέωση συνολικού επιτοκίου 11,50%. Αυτό καταδεικνύει και πάλι το αβάσιμο της συγκεκριμένης αναφοράς του Εναγομένου. Τέλος, ο Εναγόμενος ισχυρίζεται ότι η Ενάγουσα δεν αποκάλυψε όλα τα σχετικά με την υπόθεση έγγραφα στις 15.12.09 παρά μόνο κατέθεσε στο Δικαστήριο έναν κατάλογο με έγγραφα χωρίς να δοθούν αντίγραφα στην άλλη πλευρά και χωρίς να γίνει αποκάλυψη των επιστολών του Εναγομένου προς την Ενάγουσα. Το Δικαστήριο και πάλι αδυνατεί να αντιληφθεί το βάσιμο της θέσης του Εναγομένου. Η ένορκη δήλωση αποκάλυψης έγινε με τον δέοντα τρόπο και περιέχει τα έγγραφα τα οποία η Ενάγουσα επιθυμεί να παρουσιάσει στα πλαίσια της ακρόασης της αγωγής. Διέλαθε την προσοχή του Εναγομένου ότι η Ενάγουσα καταχώρισε Ειδοποίηση Επιθεώρησης των Εγγράφων (ημ. 8.4.10) τα οποία περιέχονται στην ένορκη δήλωσης αποκάλυψης του Εναγομένου, ενώ αντίστοιχο διάβημα δεν επιχειρήθηκε από την πλευρά του τελευταίου. Επίσης ο Εναγόμενος προσθέτει ότι τα έγγραφα αποκαλύφθηκαν μεταγενέστερα χωρίς όμως να δίδει οποιαδήποτε στοιχεία επί τούτου. Επομένως, τέτοιος ισχυρισμός παραμένει γενικός, αόριστος και μετέωρος με αποτέλεσμα το Δικαστήριο να αδυνατεί να προβεί σε οποιαδήποτε διαπίστωση επί αυτού. Εν πάση περιπτώσει οι όποιοι ισχυρισμοί του Εναγομένου περί πρόσφατης γνώσης του για έγγραφα είτε του δικού του αρχείου είτε στην κατοχή της Ενάγουσας αναιρείται από το γεγονός ότι η πρώτη αίτηση αφορά το ίδιο αιτητικό, κάτι το οποίο υποδηλοί πως δεν περιήλθε οτιδήποτε νεότερο εις γνώσιν του Εναγομένου μεταξύ της καταχώρισης της πρώτης αίτησης και της παρούσας. Το Δικαστήριο θεωρεί πως η όλη στάση του Εναγομένου συναρτάται άμεσα με το γνήσιο των προθέσεων του όσον αφορά τον σκοπό της παρούσας Αίτησης. Παρόλο που ο ίδιος επικαλείται την αναγκαιότητα παρουσίασης όλων των επίδικων θεμάτων στα πλαίσια της παρούσας αγωγής, εντούτοις όλοι οι λόγοι που προβάλλει έχουν κριθεί αντιφατικοί και αβάσιμοι και αποτελούν ένδειξη πρόθεσης καθυστέρησης στην εκδίκαση της αγωγής. Με βάση όλα όσα αναφέρονται ανωτέρω, το Δικαστήριο αρχικά αναφέρει πως η πολυετής καθυστέρηση στην καταχώριση της παρούσας Αίτησης και η παντελής έλλειψη βάσιμης δικαιολογίας για την καθυστέρηση αυτή αποτελούν αυτοτελή και ικανοποιητικό λόγο για την απόρριψη της. Ανεξαρτήτως όμως από την πιο πάνω θέση του και συνεκτιμώντας όλα τα δεδομένα, το Δικαστήριο καταλήγει πως η παρούσα Αίτηση οδηγείται και πάλι στην απόρριψη. Tα δεδομένα αυτά συνίστανται στα ακόλουθα: · Η καταχώριση της πρώτης αίτησης και η απόσυρση της λόγω προβαλλόμενης έλλειψης αιτιολόγησης της καθυστέρησης στην υποβολή της · Η έλλειψη αιτιολόγησης για την καθυστέρηση καταχώρισης της πρώτης αίτησης τροποποίησης · Η μεγάλη καθυστέρηση (δύο ετών) στην καταχώριση της παρούσας Αίτησης μετά την απόσυρση της πρώτης · Η απουσία δικαιολογίας για την καθυστέρηση στην καταχώριση της παρούσας Αίτησης τόσο σε σχέση με την απόσυρση της πρώτης όσο και σε σχέση με την καταχώριση του δικογράφου του Εναγομένου · Η καταχώριση της παρούσας Αίτησης μόλις τρεις μέρες πριν την ορισθείσα τελευταία ημερομηνία για ακρόαση της αγωγής · Η αντιφατικότητα και το αβάσιμο των ισχυρισμών του Εναγομένου στα πλαίσια της παρούσας Αίτησης. Όλα τα πιο πάνω δεδομένα οδηγούν το Δικαστήριο στο συμπέρασμα ότι ο Εναγόμενος δεν ενήργησε με γνήσια πρόθεση αλλά με μοναδικό σκοπό την καθυστέρηση στην εκδίκαση της αγωγής και δικαιολογούν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υπέρ της απόρριψης της Αίτησης. Χρήσιμη καθοδήγηση προσφέρουν οι υποθέσεις Ταξί Κυριάκος Λτδ v. Παύλου (ανωτέρω), Agini v Εθνικής Τράπεζας Ελλάδος Α.Ε.
(1999)1 Α.Α.Δ. 11. Στην πρώτη υπόθεση το Δικαστήριο ανέβαλε την ακρόαση αγωγής, παρά την ένσταση της άλλης πλευράς, για να καταχωριστεί αίτηση για τροποποίηση της υπεράσπισης. Δεν υποβλήθηκε τέτοια αίτηση παρά μόνο μετά από σειρά εμφανίσεων και όταν η υπόθεση είχε οριστεί ξανά για ακρόαση, χωρίς να δοθεί οποιαδήποτε εξήγηση. Το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση με την οποία η αίτηση τροποποίησης απορρίφθηκε λόγω της μεγάλης καθυστέρησης στην καταχώριση της που κρίθηκε αδικαιολόγητη. Στη δεύτερη υπόθεση έγινε αλλαγή δικηγόρων της εφεσείουσας οι οποίοι ζήτησαν αναβολή για μνεία με προοπτική καταχώρισης αίτησης για τροποποίηση της υπεράσπισης και το αίτημα εγκρίθηκε. Αργότερα ο δικηγόρος της εφεσείουσας δήλωσε ότι δεν θα υποβαλλόταν αίτηση για τροποποίηση και η υπόθεση ορίστηκε για ακρόαση. Εν τω μεταξύ και σε χρόνο σύντομο με την ημερομηνία ακρόασης οι δικηγόροι της εφεσείουσας καταχώρισαν αίτηση για τροποποίηση της υπεράσπισης και προσθήκη ανταπαίτησης, την οποία απέσυραν ενόψει της έναρξης διαπραγματεύσεων για εξώδικο συμβιβασμό. Όταν οι διαπραγματεύσεις δεν τελεσφόρησαν καταχωρίστηκε νέα αίτηση για τροποποίηση. Το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάσισε ότι τα γεγονότα της εν λόγω υπόθεσης αποκάλυπταν πρόθεση της εφεσείουσας για κωλυσιεργία. Στην πιο πρόσφατη υπόθεση ICOS CIF LTD v. Martin Coward κ.ά., Πολ. Έφ. αρ. 137/13 και 138/13, ημ. 20.3.14, επικυρώθηκε η πρωτόδικη απόφαση με την οποία η αίτηση για τροποποίηση απορρίφθηκε λόγω μακράς και αδικαιολόγητης καθυστέρησης. Το ακόλουθο απόσπασμα είναι ιδιαίτερα διαφωτιστικό: «.. Η δε αλλαγή δικηγόρου διαδίκου δεν μπορεί να θεωρηθεί ως δικαιολογία για παρατηρούμενη καθυστέρηση που οδηγεί σε εκτροχιασμό της δίκης και δεν παρέχει, αφ΄εαυτής, λόγο για την τροποποίηση της δικογραφίας. (Γραμμές Στριντζή Αιγαίου Ναυτική Εταιρεία v. Always Travel Holidays Ltd
(1995)1 Α.Α.Δ. καιUnited Sea Transport Ltd v. Zakou
(1980)1 A.Α.Δ. 501, 510). Η γραμμή αυτή της νομολογίας συναρτάται απόλυτα με την φειδώ με την οποία το Δικαστήριο θα πρέπει να ασκεί τη διακριτική του ευχέρεια, ιδίως στις περιπτώσεις όπου η όποια καθυστέρηση ενέχει καταλυτικές επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου. .. Η αναφορά σε αλλαγή των δικηγόρων της Εφεσείουσας, στην προσπάθεια στήριξης της αναγκαιότητας για τροποποίηση, δε συνιστούσε βάσιμο λόγο αλλά ούτε και δικαιολογία της παρατηρηθείσας, ήδη, καθυστέρησης.» Αξίζει να σημειωθεί ότι και στις τρεις προαναφερόμενες υποθέσεις η καθυστέρηση ήταν κατά πολύ μικρότερη από αυτή που παρατηρείται στην προκειμένη περίπτωση, ήτοι δεν ξεπερνούσε τα τρία έτη. Δεν διαφεύγει την προσοχή του Δικαστηρίου η υπόθεση Νικολάου v. Μιλτιάδους κ.ά.
(2007)1(Β) Α.Α.Δ. 1005, στην οποία αναφέρθηκε ότι «ακόμη και η μη πλήρως αιτιολογηθείσα καθυστέρηση δεν μπορεί να στερεί το διάδικο του δικαιώματος να αποφασίζονται όλα τα επίδικα θέματα που εγείρει. Το ουσιωδέστερο είναι . να δοθεί η ευκαιρία στους διαδίκους να κριθούν όλες οι πραγματικές διαφορές μεταξύ τους.» Θεωρώ όμως ότι η υπό κρίση περίπτωση διαφοροποιείται καθότι σε αυτή δεν έχει προσφερθεί οποιαδήποτε δικαιολογία για την καθυστέρηση, ο χρόνος που μεσολάβησε είναι παρά πολύ μεγάλος και οι προθέσεις του Εναγομένου δεν κρίθηκαν γνήσιες, σε βαθμό που τυχόν έγκριση της παρούσας Αίτησης θα προκαλούσε αδικία στην πλευρά της Ενάγουσας. Επί τούτου το Δικαστήριο λαμβάνει υπ΄όψιν και τις πρόνοιες του άρθρου 30
(2)του Συντάγματος που επιτάσσουν τη διεξαγωγή δίκαιης δίκης εντός εύλογου χρονικού διαστήματος - βλ. Federal Bank of Lebanon v. Σιακόλα (ανωτέρω) και Φοινιώτη ν. Greenmar Navigation Ltd. κ.ά. (ανωτέρω). Με αυτά τα δεδομένα το Δικαστήριο καταλήγει ότι σε περίπτωση έγκρισης της αιτούμενης τροποποίησης πλήττονται τα δικαιώματα των Εναγομένων σε τέτοιο βαθμό που δεν μπορούν να θεραπευτούν με την έκδοση κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα και επομένως η Αίτηση πρέπει να απορριφθεί. Ως εκ τούτου η Αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα αυτής επιδικάζονται υπέρ της Ενάγουσας - Καθ΄ ης η Αίτηση και εναντίον του Εναγομένου - Αιτητή όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο συν ΦΠΑ και θα είναι εισπρακτέα στο τέλος της διαδικασίας της αγωγής. (Υπ.) Ε. Εφραίμ, Π.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής E.E./Α.Λ.Ο. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο