← Κύπρος

Αθανασία Νουσκά Κόκκινου ν. Cyprus Popular Bank Public Co Ltd κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 5446/12, 12/11/2015

Αθανασία Νουσκά Κόκκινου ν. Cyprus Popular Bank Public Co Ltd κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 5446/12, 12/11/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2015:A464 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Στ. Χριστοδουλίδου-Μέσσιου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 5446/12 Μεταξύ: Αθανασία Νουσκά Κόκκινου Ενάγουσα και

  1. Cyprus Popular Bank Public Co Ltd
  2. Marfin CLR (Financial Services) Ltd
  3. Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου
  4. Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς Κύπρου
  5. Ανδρέας Βγενόπουλος
  6. Νεοκλής Λυσάνδρου
  7. Βασίλειος Θεοχαράκης
  8. Ευθύμιος Μπουλούτας
  9. Χρίστος Στυλιανίδης
  10. Παναγιώτης Κουννής
  11. Ελευθέριος Χιλιαδάκης
  12. Πλάτων Ε. Λανίτης
  13. Στέλιος Στυλιανού
  14. Κωνσταντίνος Μυλωνάς
  15. Μάρκος Φόρος
  16. Saud Ba 'alawy
  17. Pricewaterhouse Coopers Ltd
  18. Grant Thornton
  19. Omnium Corporate and Trustees Services Ltd Εναγομένων ------------------------------------ Αίτηση ημερομηνίας 15.10.2014 από εναγόμενο 5 - αιτητή για αναστολή της διαδικασίας λόγω εκκρεμούσας έφεσης εναντίον ενδιάμεσης απόφασης ημερ. 19.3.2014 Ημερομηνία: 12 Νοεμβρίου 2015 Εμφανίσεις: Για τον Εναγόμενο 5-Αιτητή: κ. Ν. Θρασυβούλου Για την Ενάγουσα-Καθ΄ ης η αίτηση: κα Ν. Νικολάου για Φοίβος, Χρίστος Κληρίδης & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Για σκοπούς καλύτερης κατανόησης της παρούσας απόφασης, θεωρώ ορθό να παραθέσω το ιστορικό, όπως προκύπτει από τα εντός του φακέλου στοιχεία. Στις 03/08/2012 η ενάγουσα καταχώρισε την παρούσα αγωγή με γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα, με την οποία αιτείται την έκδοση διατάγματος ακύρωσης των ομολόγων και/ή του δανείου και/ή των αξιογράφων κεφαλαίου της εναγόμενης 1, τα οποία εκδόθηκαν κατά ή περί το 2009, καθώς και παντός σχετιζόμενου εγγράφου, λόγω απάτης και/ή δολίων και/ή ψευδών παραστάσεων και/ή ψευδών δηλώσεων και/ή δόλιας ή σκόπιμης μη αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων και/ή άσκησης πίεσης και ανεπίτρεπτης επιρροής για σύναψη ετεροβαρούς σύμβασης κατά ή περί τον Απρίλιο του 2000 και έπειτα, καθώς και αποζημιώσεις. Η αγωγή εγείρεται εναντίον δέκα εννέα συνολικά προσώπων, στα οποία περιλαμβάνονται τα μέλη του τότε Διοικητικού Συμβουλίου της εναγόμενης 1, η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς και ελεγκτικά γραφεία. Στις 19/12/2002 η ενάγουσα εξασφάλισε, κατόπιν μονομερούς αίτησης ημερ. 12/12/2012, διάταγμα για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας και για υποκατάστατη επίδοση της ειδοποίησης του κλητηρίου εντάλματος και/ή του κλητηρίου εντάλματος στους εναγομένους που κατοικούν μόνιμα στο εξωτερικό. Ειδικότερα όσον αφορά τον εναγόμενο 5, διατάχθηκε η επίδοση με παράδοση στη διεύθυνσή του στην Ελλάδα, μέσω υπηρεσιών αγγελιαφόρων (courier). Μετά την επίδοση ειδοποίησης του κλητηρίου στον εναγόμενο 5 με τον πιο πάνω τρόπο, αυτός καταχώρισε αίτηση ημερ. 25/06/2013 για ακύρωση της επίδοσης και του διατάγματος ημερ. 19/12/
  20. Στην εν λόγω αίτηση καταχωρήθηκε ένσταση από την ενάγουσα στις 08/10/
  21. Το Δικαστήριο (με διαφορετική σύνθεση) απέρριψε την εν λόγω αίτηση με ενδιάμεση απόφασή του ημερ. 19/03/
  22. Ο εναγόμενος 5 καταχώρισε την έφεση αρ. Ε77/14 κατά της εν λόγω απόφασης, ενώ η ενάγουσα καταχώρισε αντέφεση. Με αίτηση του ημερομηνίας 15/10/2014 ο εναγόμενος 5 επιζητεί διάταγμα με το οποίο να αναστέλλεται η διαδικασία της παρούσας αγωγής σε σχέση με τον ίδιο, μέχρι την εκδίκαση και την έκδοση απόφασης στην έφεση αρ. Ε77/14 που στρέφεται εναντίον της πρωτόδικης απόφασης ημερ. 19/03/2014 με την οποία απορρίφθηκε το αίτημα του εναγομένου 5 για παραμερισμό του διατάγματος ημερ. 19/12/2012 και των πραγματοποιηθεισών επιδόσεων. Στην εν λόγω αίτηση καταχωρήθηκε ένσταση από την καθ΄ ης η αίτηση-ενάγουσα στις 09/2/
  23. Στις 17/04/15 καταχωρήθηκε από τον εναγόμενο 5 αίτηση με την οποία ζητούσε διάταγμα του Δικαστηρίου που να του επιτρέπει να καταχωρήσει συμπληρωματική ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της αίτησης του ημ. 15/10/14 για αναστολή της διαδικασίας μέχρι την εκδίκαση της έφεσης Ε77/14 που καταχώρησε εναντίον της πρωτόδικης απόφασης ημ. 19/03/14 με την οποία απορρίφθηκε αίτηση του ημ. 25/06/13 για ακύρωση και παραμερισμό του διατάγματος με το οποίο χορηγήθηκε άδεια στην ενάγουσα να επιδόσει ειδοποίηση του κλητηρίου εντάλματος εκτός δικαιοδοσίας Κύπρου στον εναγόμενο 5 και ακύρωση της επίδοσης που του έγινε ως παράτυπη και αντικανονική. Στην εν λόγω αίτηση καταχωρήθηκε ένσταση από την ενάγουσα - καθ΄ης η αίτηση, η αίτηση οδηγήθηκε για ακρόαση και στις 3.9.15 το Δικαστήριο εξέδωσε ενδιάμεση απόφαση με την οποία επέτρεψε στον εναγόμενο 5 να καταχωρίσει συμπληρωματική ένορκο δήλωση ως το τεκμήριο 3 που συνόδευε την αίτηση του ημερ. 17.4.
  24. Η συμπληρωματική ένορκος δήλωση του εναγομένου 5 καταχωρήθηκε στις 5.10.
  25. Η παρούσα αίτηση βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.35 θ.18-19, Δ.33 θ6, Δ.48 θθ.1,2,3,4 και 8, Δ.64, στο άρθρο 31 του περί Δικαστηρίων Νόμου Ν.14/60, στο Άρθρο 30 του Συντάγματος, στον φάκελο του Δικαστηρίου ως και επί της συμφυούς εξουσίας και πρακτικής του Δικαστηρίου. Την αίτηση συνοδεύουν η ένορκος δήλωση του δικηγόρου Αντώνη Χριστοφή ημερ.15.10.14 και όπως έχει ήδη αναφερθεί, η συμπληρωματική ένορκος δήλωση του Δημήτρη Μιχαήλ ημερ. 5.10.15 μετά την έκδοση της ενδιάμεσης απόφασης του δικαστηρίου ημερ. 30.9.
  26. Σύμφωνα με την ένορκη δήλωση ημερ. 15.10.14 στον εναγόμενο 5 - αιτητή παραδόθηκε μέσω υπηρεσίας ταχυμεταφορών στην Ελλάδα όπου εργάζεται και διαμένει μόνιμα φάκελλος ο οποίος όταν ανοίχθηκε από πρόσωπο άλλο από τον αιτητή διαπιστώθηκε ότι περιείχε επιστολή ημερ. 22.4.13 απευθυνόμενη στον αιτητή και σε άλλα 3 πρόσωπα επί της οποίας ήταν συνημμένα 2 έγγραφα που περιγράφονται ως «πιστό αντίγραφο ειδοποίησης κλητηρίου εντάλματος» και «διάταγμα δικαστηρίου ημερ. 19.12.12». Η αίτηση επί της οποίας εξασφαλίστηκε το εν λόγω διάταγμα δεν είχε περιληφθεί. Σύμφωνα πάντα με την ένορκη δήλωση του Αντώνη Χριστοφή στις 25.6.13 ο εναγόμενος 5 καταχώρισε αίτηση με την οποία αξίωνε μεταξύ άλλων τον παραμερισμό του διατάγματος ημερ. 19.12.12 και τον παραμερισμό της πραγματοποιηθείσας επίδοσης για σειρά λόγων. Το Δικαστήριο, με ενδιάμεση απόφαση του ημερ. 19.3.14 απέρριψε την αίτηση. Ο αιτητής καταχώρισε στις 8.4.12 την έφεση Ε77/
  27. Η ενάγουσα - καθ΄ης η αίτηση καταχώρισε αντέφεση. Είναι η θέση του ενόρκως δηλούντα ότι η εκδοθείσα απόφαση θα πρέπει να ανατραπεί από το Ανώτατο Δικαστήριο ότι και η καταχωρηθείσα αίτηση συγκεντρώνει πολύ καλές πιθανότητες επιτυχίας. Η αίτηση ημερ. 25.6.13 και τα θέματα που είχαν εγερθεί είναι καινοφανή, πρόκειται για νομικά θέματα που αφορούν την ερμηνεία και εφαρμογή του ΕΚ1393/07 και δεν υπάρχει κυπριακή νομολογία που να ξεκαθαρίζει το θέμα ερμηνείας και εφαρμογής του εν λόγω κανονισμού. Ο ενόρκως δηλών ανέφερε επίσης στις 15.10.14 ότι οι δικηγόροι του αιτητή θα προσπαθήσουν να διευθετήσουν την άμεση και γρήγορη εκδίκαση της έφεσης όπως έγινε σε προηγούμενες υποθέσεις υπό παρόμοια δεδομένα. Θέση του είναι συνεπώς ότι θα πρέπει να χορηγηθεί το αιτούμενο διάταγμα αναστολής αφού κατ΄ αυτόν τον τρόπο θα υπάρχει οικονομία δικαστικού χρόνου. Δεν θα ταλαιπωρηθούν οι παράγοντες της δίκης με το να εμπλακούν σε ανταλλαγή δικογράφων και/ή ακρόαση της αγωγής και να προκύψει ότι δεν υπήρξε έγκυρη και νομότυπη επίδοση στον αιτητή. Έχει την θέση επίσης ότι η χρονική διάρκεια της αναστολής θα είναι σύντομη και δεν θα επηρεάσει αρνητικά τα συμφέροντα της καθ΄ης η αίτηση λόγω των προσπαθειών που θα γίνουν για σύντομη εκδίκαση της έφεσης και άλλων παρομοίων εφέσεων που εκκρεμούν εναντίον παρόμοιων αποφάσεων πρωτόδικων δικαστηρίων. Στην συμπληρωματική ένορκη δήλωση ημερ. 5.10.15 ο Δημήτρης Μιχαήλ αναφέρει ότι η Ε77/14 είναι μία από τις πολλές εφέσεις που εκκρεμούν εναντίον ενδιάμεσων αποφάσεων πρωτόδικων δικαστηρίων σε αιτήσεις παραμερισμού τόσο των διαταγμάτων για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας όσο και των επιδόσεων που πραγματοποιήθηκαν δυνάμει τέτοιων διαταγμάτων σε παρόμοιες αγωγές που καταχωρήθηκαν από το ίδιο δικηγορικό γραφείο εναντίον πολλών εναγομένων κάποιοι από τους οποίους κάτοικοι εξωτερικού οι οποίοι έλαβαν μέτρα για παραμερισμό των επιδόσεων. Δύο από τις εφέσεις παρόμοιου περιεχομένου όπως η έφεση Ε77/14 ήταν ορισμένες στις 12.3.15 για προδικασία ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου και εκφράστηκε από την πλευρά των εφεσειόντων (συμπεριλαμβάνεται και ο αιτητής στην παρούσα υπόθεση σε αυτούς), η πρόθεση όπως υποβληθεί αίτημα προς το Ανώτατο Δικαστήριο για την εκδίκαση όλων των εφέσεων αυτών που εκρεμούν για το όλο ζήτημα από την Πλήρη Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Για τον σκοπό αυτό οι εφέσεις ορίστηκαν στις 27.4.
  28. Στις 30.3.15 οι συνήγοροι όλων των εφεσειόντων υπέβαλαν γραπτώς αίτημα στον Πρόεδρο του Ανωτάτου Δικαστηρίου, Τεκμήριο 1 στην συμπληρωματική ένορκη δήλωση ημερ. 5.10.
  29. Στις 8.4.15 ο συνήγορος του αιτητή έλαβε επιστολή από τον Πρόεδρο του Ανωτάτου Δικαστηρίου ημερ. 31.3.15 με την οποία του γνωστοποιείται ότι το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάσισε ότι το αίτημα που είχε υποβληθεί στις 30.3.15 για σύντομη εκδίκαση από την Πλήρη Ολομέλεια των εφέσεων που έχουν καταχωρηθεί εναντίον των αποφάσεων που εκδόθηκαν στις αιτήσεις παραμερισμού είναι πρόωρο καθότι εκκρεμούν προδικαστικά ερωτήματα που υπεβλήθηκαν στο Δ.Ε.Ε. στα πλαίσια των έφεσεων Ε23/13 μέχρι Ε29/13, Alpha Bank v. Si Seuh Dau κ.α., ότι η διαδικασία απάντησης των προδικαστικών ερωτημάτων στις υποθέσεις αυτές προχωρεί και ότι στις 22.1.15 έγιναν προτάσεις του Γενικού Εισαγγελέα Μ. Wathelet και ότι υπό τις περιστάσεις το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ότι είναι ορθό και δίκαιο να περιμένουν την απάντηση του Δ.Ε.Ε., Τεκμήριο
  30. Είναι η θέση του ενόρκως δηλούντα ότι ενόψει του ότι το Ανώτατο Δικαστήριο θα επανεξετάσει προφανώς το θέμα όταν επιλυθεί το προδικαστικό ερώτημα στην υπόθεση Alpha Bank (ανωτέρω) και λόγω των όσων αναφέρονται στην ένορκο δήλωση του Α. Χριστοφή ημερ. 15.10.14 έχει την θέση ότι είναι ορθό και δίκαιο όπως το δικαστήριο εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα αναστολής. Η ενάγουσα-καθ' ης η αίτηση καταχώρισε ένσταση προβάλλοντας τους εξής λόγους: Η αίτηση είναι καταχρηστική και η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος θα προκαλέσει ανεπανόρθωτη ζημιά στην ενάγουσα, η οποία δεν μπορεί να αποτιμηθεί σε χρήμα. Η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος θα προκαλέσει αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην εκδίκαση της παρούσας αγωγής με αποτέλεσμα να επηρεάζονται δυσμενώς τα συμφέροντα της ενάγουσας και να παραβιάζεται το συνταγματικό της δικαίωμα όπως αυτό κατοχυρώνεται στο άρθρο 30 του Συντάγματος. Με τη συνέχιση της διαδικασίας και τη μη παροχή αναστολής, δεν θα προκληθεί οποιαδήποτε ανεπανόρθωτη ζημιά στους αιτητές. Η αίτηση αποσκοπεί σε καθυστέρηση και εκτροχιασμό της διαδικασίας. Οι αιτητές δεν παρουσιάζουν σοβαρούς και βάσιμους λόγους που να δικαιολογούν την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Το γεγονός της καταχώρισης έφεσης αναφορικά με απόφαση του Δικαστηρίου για μη παραμερισμό του διατάγματος επίδοσης, δεν μπορεί να αποτελέσει λόγο για την αιτούμενη αναστολή της υπόθεσης και/ή των διαδικασιών. Δεν συντρέχουν λόγοι υπέρ της έκδοσης του διατάγματος αναστολής, το οποίο αποτελεί δικαιοδοτικό μέτρο εξαιρετικό που ασκείται με φειδώ. Η ένσταση βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.9 θθ. 2 και 10, Δ.12, Δ.25 θθ. 1 και 5, Δ.35 θθ . 1-32, Δ.48 θθ. 1-9 και Δ.64 θθ. 1-2, στο άρθρο 47 του περί Δικαστηρίων Νόμου Ν. 14/1960, στο άρθρο 30 του Συντάγματος, στο άρθρο 6 της ΕΣΔΑ, στη νομολογία και στις γενικές και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση της ενάγουσας, η οποία επαναλαμβάνει και υιοθετεί τους λόγους ένστασης και αιτείται την απόρριψη της αίτησης με έξοδα. Κανένας από τους ενόρκως δηλώντες δεν αντεξετάστηκαν και οι ευπαίδευτοι συνήγοροι με τις εμπεριστατωμένες γραπτές αγορεύσεις τους υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις, αναφέροντας σχετική νομολογία, εισηγήσεις και επιχειρήματα. Είναι η θέση του ευπαίδευτου συνήγορου για τον εναγόμενο 5 ότι η κρατούσα πρακτική είναι ότι οι αγωγές δεν πρέπει να αναστέλλονται εκτός αν συντρέχουν λόγοι οι οποίοι πέρα από κάθε λογική αμφιβολία καθιστούν αναγκαία την αναστολή. Το κατά πόσο θα ανασταλεί μια δικαστική διαδικασία είναι θέμα που άπτεται της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου η οποία εξασκείται με φειδώ. Αναφέρει επίσης, με αναφορά στην νομολογία, ότι με βάση την εγγενή ή συμφυή εξουσία του να διατάσσει την αναστολή διαδικασίας ακόμα και αν τούτο δεν προνοείται ρητά δυνάμει τεθειμένων διατάξεων νόμου. Εισηγείται επίσης ότι αυτή η εξουσία του Δικαστηρίου απορρέει από την ανάγκη να εξυπηρετηθεί καλύτερα η οικονομία μιας υπόθεσης υπό το πλαίσιο ενός ευλόγου και λογικά ενδεδειγμένου τρόπου διαχείρισης αυτής, «case management». Πέραν της εγγενούς εξουσίας του Δικαστηρίου, είναι περαιτέρω η θέση του ότι υπάρχει σαφής εξουσία με βάση την Δ.35 θ.
  31. Είναι η θέση του ότι στην παρούσα περίπτωση συντρέχουν οι εξαιρετικές περιστάσεις που πρέπει σύμφωνα με τη νομολογία να υπάρχουν για την έκδοση του διατάγματος αναστολής καθότι είναι πρόδηλο ότι τα ζητήματα που εγείρει η αίτηση του εναγόμενου 5 ημερ. 25.6.13 είναι καινοφανή, αφορούν την ερμηνεία και εφαρμογή του ΕΚ1393/07 και δεν υπάρχει στην Κύπρο ουσιαστική νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου επί των θεμάτων αυτών σε αντίθεση με άλλες χώρες μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αναφέρει επίσης ότι υπάρχουν αντικρουόμενες αποφάσεις επί του θέματος που αφορά η αίτηση του αιτητή ημερ. 25.6.13 και έτσι καθίσταται επιτακτική ανάγκη να καθοριστούν τα θέματα αυτά από το Ανώτατο Δικαστήριο. Είναι επίσης η θέση του ότι εάν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα θα εξυπηρετηθεί η καλύτερη διαχείριση της υπόθεσης, case management, ο χρόνος του Δικαστηρίου και θα αποφευχθούν και πολλά έξοδα. Δεν τίθεται επίσης, κατά τη θέση του, θέμα παραβίασης του Συνταγματικού Δικαιώματος της Ενάγουσας για δίκαιη δίκη εντός ευλόγου χρόνου αφού το δικαίωμα αυτό υπηρετείται δια της αποφυγής σπατάλης πολύτιμου δικαστικού χρόνου και εξόδων. Θέση του επίσης είναι ότι η χρονική διάρκεια της αναστολή μπορεί να είναι σύντομη και υπάρχει η δυνατότητα να γίνουν διευθετήσεις για την άμεση και γρήγορη εκδίκαση της έφεσης. Αναφέρει εν τέλει ότι η ίδια η ενάγουσα δεν δικαιούται να μιλά για καθυστέρηση της διαδικασίας γιατί είναι η ίδια που έχει προκαλέσει μέχρι τώρα αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην εκδίκαση της αγωγής, χαρακτηριστικά καταχώρισε την αγωγή της στις 3.8.12 ενώ η έκθεση απαίτησης καταχωρήθηκε στις 14.5.14 δηλαδή σχεδόν δύο χρόνια μετά. Στην δική της αγόρευση η ευπαίδευτος συνήγορος της ενάγουσας προωθεί όλους τους λόγους ένστασης και κυρίως την θέση ότι η Δ.35 θ.18 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας δεν προνοεί για αναστολή αναφορικά με τη συνέχιση διαδικασίας μέχρι να δικαστεί η έφεση αλλά με αναστολή εκτέλεσης απόφασης. Όπως αναφέρει, η Δ.35 θ.8 δίνει εξουσία μόνο για διαδικασία εκτέλεσης προς ικανοποίηση αυτοτελούς αποφάσεως. Το τι επιδιώκει ο αιτητής στην παρούσα υπόθεση είναι η αναστολή της διαδικασίας μέχρι την εκδίκαση της έφεσης αλλά η επίδικη απόφαση που προσβάλλεται με έφεση δεν επιβάλλει οποιοδήποτε καθήκον ή θετική υποχρέωση στους διαδίκους που θα μπορούσε να αποτελέσει το αντικείμενο διαταγής βάση της Δ.35 θ.
  32. Αναφέρει επίσης ότι ο χρόνος εκδίκασης της έφεσης είναι αβέβαιος και δεν είναι ορθό να παραμείνει στάσιμη η διαδικασία αντίθετα με την αναστολή εκτροχιάζεται η εκδίκαση της υπόθεσης εντός ευλόγου χρόνου όπως το άρθρο 30 του Συντάγματος και το άρθρο 6 ΕΣΔΑ επιβάλλουν. Θέση της επίσης είναι ότι το ζήτημα που ουσιαστικά είναι απορριπτική απόφαση σε αίτηση του αιτητή για παραμερισμό επίδοσης σε αυτόν δεν μπορεί να θεωρηθεί καθοριστικό ούτε και άμεσα συνυφασμένο με την τύχη της αγωγής αλλά πρόκειται για ενδιάμεσο ζήτημα όπου δεν δικαιολογείται αναστολή. Θέση της συνηγόρου της αιτήτριας είναι ότι η εγγενής και συμφυή εξουσία του Δικαστηρίου δεν μπορεί στην παρούσα υπόθεση να δώσει στον αιτητή το δικαίωμα αναστολής της διαδικασίας, απορρίπτει τη θέση ότι συντρέχουν εξαιρετικές περιπτώσεις για την αναστολή της διαδικασίας όπως εισηγείται ο αιτητής, και αντίθετα αναφέρει ότι τυχόν αναστολή της διαδικασίας θα απέβαινε ζημιωγόνα για την ενάγουσα και θα καθυστερούσε πολύ την εκδίκαση της αγωγής της. Θεωρεί επίσης ότι καμιά από τις συνθήκες που περιβάλουν την παρούσα υπόθεση και τα γεγονότα δεν συνηγορούν υπέρ της χορήγησης του αιτήματος και ζητά την απόρριψη της αίτησης με έξοδα. Ερχόμενη τώρα στην νομική βάση της αίτησης αναφέρω τα ακόλουθα: Η Διαταγή 35 θ. 18 και 19 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, στην οποία βασίζεται η παρούσα αίτηση, διαλαμβάνει τα εξής (σε μετάφραση): «
  33. Μια έφεση δεν θα ενεργεί σαν αναστολή εκτελέσεως ή διαδικασίας στην απόφαση που εφεσιβάλλεται εκτός κατόπιν διατάγματος του Δικαστηρίου που εφεσιβάλλεται ή του Εφετείου ή ενός Δικαστού των ανωτέρω Δικαστηρίων και ουδεμία ενδιάμεση πράξη ή διαδικασία θα παύει να ισχύει εκτός κατόπιν οδηγιών του Δικαστηρίου που εφεσιβάλλεται. Προτού εκδοθεί διάταγμα που να αναστέλλει την εκτέλεση το πρόσωπο που θα ζητήσει το διάταγμα θα πρέπει να παράσχει τέτοια εγγύηση (αν υπάρχει) που θα διαταχθεί. Αν η ασφάλεια θα δοθεί υπό τύπο γραμματίου, το γραμμάτιο θα γίνει προς όφελος του διαδίκου υπέρ του οποίου η υπό έφεση απόφαση εδόθη.
  34. Οποτεδήποτε μια αίτηση βασιζόμενη σ' αυτούς τους κανονισμούς μπορεί να γίνει είτε στο κατώτερο Δικαστήριο ή στο Εφετείο ή σε ένα Δικαστή των ανωτέρω Δικαστηρίων, πρέπει πρώτα να γίνεται στο Δικαστήριο ή τον Δικαστή του κατωτέρου Δικαστηρίου.» Η εν λόγω διαταγή παρέχει διακριτική εξουσία στο Δικαστήριο να αναστέλλει την εκτέλεση αυτής τούτης της απόφασης η οποία εφεσιβάλλεται και της διαδικασίας εκτέλεσης της απόφασης η οποία εφεσιβάλλεται (βλ.Caspi Shipping Ltd κ.α. ν. Του Πλοίου Sapphire Seas (Αρ. 3)

(1998)1 Α.Α.Δ. 994). Δύο είναι οι παράγοντες που κατά κύριο λόγο θα πρέπει να εξισορροπηθούν με γνώμονα τα συμφέροντα της δικαιοσύνης, κατά την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου για την αναστολή πρωτόδικης απόφασης μέχρι την εκδίκαση της έφεσης. Πρώτον, η διασφάλιση της οριστικότητας (finality) των αποφάσεων του πρωτόδικου Δικαστηρίου και η παράλληλη κατοχύρωση των δικαιωμάτων του διάδικου υπέρ του οποίου εκδόθηκε η απόφαση και, δεύτερον, η εξασφάλιση της αποτελεσματικότητας του δικαιώματος για την άσκηση έφεσης (βλ. Ιωσηφάκης v. Αριστοδήμου
(1990)1 Α.Α.Δ. 284). Η Δ.35 θ. 18, όμως, δεν παρέχει εξουσία αναστολής διαδικασίας γενικά. Περιορίζεται στα θέματα τα οποία ρητά ορίζονται στον συγκεκριμένο θεσμό (βλ. In re E.S. (an infant)
(1986)1 C.L.R. 119 και Aftomata Eleourgia v. Monastery of Mahera
(1986)1 C.L.R. 524. Δεν επεκτείνεται, δηλαδή, στην αναστολή της ευρύτερης διαδικασίας μιας αγωγής που δεν έχει συμπληρωθεί, εκκρεμούσης έφεσης εναντίον ενδιάμεσης απόφασης στην αγωγή. Στην υπόθεση Παπακοκκίνου κ.ά. ν. Γενικές Ασφάλειες Κύπρου
(1997)1(B) Α.Α.Δ. 692, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα στις σελίδες 693 και 694 σε σχέση με την εμβέλεια της Δ.35 Θ. 18 σε συνάρτηση με το άρθρο 47 του περί Δικαστηρίων Νόμου Ν. 14/60: «Κατ' αρχήν, σύμφωνα με το άρθρο 47 του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960, αναστολή χωρεί σε σχέση μόνο με την εκτέλεση απόφασης όχι με τη συνέχιση της εξέλιξης της μη συμπληρωθείσας διαδικασίας. Το ίδιο, καθώς νομολογήθηκε, είναι το αποτέλεσμα και δυνάμει του κ. 18 της Δ.35: βλ. Fotiou and another v. Petrolina Ltd
(1984)1 C.L.R. 708. In re E.S. (an infant)
(1986)1 C.L.R. 119 και Aftomata Eleourgia Lythrodonta Ltd v. Holy Monastery of Mahera
(1986)1 C.L.R. 524. Η αναφορά στον εν λόγω κανονισμό σε ". . stay of . . proceedings under the decision appealed from .'' δεν αποβλέπει στην αναστολή της ευρύτερης διαδικασίας από την οποία προέκυψε ενδιάμεση απόφαση αλλά μόνο της διαδικασίας που εκπορεύεται αυτοτελώς από απόφαση της οποίας σκοπείται η ικανοποίηση: παραδείγματα προσφέρονται από τον Πική, Δ. (όπως ήταν τότε) στην In re E.S. (an infant) (ανωτέρω). Αυτό είναι το ισοζύγιο που διατηρεί η θεσμική ρύθμιση κατά τη στάθμιση μεταξύ αφενός της δέσμευσης που επέρχεται με τη δικαστική απόφαση και αφετέρου τις περιστάσεις που δικαιολογούν την αναστολή.» Περαιτέρω, όπως έχει νομολογηθεί, οι αποφάσεις του Δικαστηρίου που δύνανται να ανασταλούν δυνάμει της Δ.35 θ. 18 είναι αυτές που επιβάλλουν κάποια θετική ενέργεια, υποχρέωση ή καθήκον στον αιτητή. ΣτηΛαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ ν. Λύρα κ.ά. (αρ. 1)
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1384, όπου η πρωτόδικη εφεσιβαλλόμενη απόφαση αφορούσε την ακύρωση ειδοποίησης τριτοδιαδίκου, το Ανώτατο Δικαστήριο υπέδειξε τα εξής σχετικά, στη σελίδα 1386: «Πρώτα, πρέπει να διευκρινιστεί το αντικείμενο της αναστολής. Αυτό είναι, η απόφαση με την οποία ακυρώθηκε η ειδοποίηση τριτοδιάδικου. Η αίτηση ουσιαστικά αποβλέπει στον παραμερισμό του διατάγματος, μέχρι την ακρόαση της έφεσης, ώστε να παρεμποδιστεί στο ενδιάμεσο, αν προκύψει τέτοια εξέλιξη, η ακρόαση της υπόθεσης στην απουσία των τριτοδιαδίκων. Το αντικείμενο της δικαιοδοσίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου βάσει της Δ.35 θ. 18 είναι η αναστολή θετικής υποχρέωσης ή καθήκοντος το οποίο επιβάλλεται από την απόφαση η οποία εφεσιβάλλεται. Το αντικείμενο της αναστολής είναι η υποχρέωση ή καθήκον που επιβάλλεται από την απόφαση, και όχι η παγοποίηση ή ο προσωρινός παραμερισμός της απόφασης η οποία εφεσιβάλλεται. Η θέση αυτή προκύπτει ευθέως από τις αποφάσεις. (Fotiou and Another v. Petrolina Ltd.
(1984)1 C.L.R. 708 · In re E.S. (an Infant)
(1986)1 C.L.R. 119 · (βλ. επίσηςAftomata Eleourgia v. Monastery of Mahera
(1986)1 C.L.R. 524.) H Δ.35, θ. 18, δεν αποτελεί μέσο για την αναστολή της διαδικασίας ενώπιον του πρωτοδίκου Δικαστηρίου ή την παρεμπόδιση της συνέχισής της μέχρι την ακρόαση της έφεσης. Η απαγόρευση (prohibition), της συνέχισης της διαδικασίας μπορεί να διαταχθεί μόνο με ένταλμα (prohibition), βάσει του Άρθρου 155.4 του Συντάγματος. Στην προκείμενη περίπτωση η ενδιάμεση απόφαση, της οποίας επιδιώκεται η αναστολή δεν θέτει οποιαδήποτε υποχρέωση ούτε επιβάλλει οποιοδήποτε καθήκον το οποίο θα μπορούσε να αποτελέσει το αντικείμενο διαταγής βάσει της Δ.35, θ. 18. Στην ουσία, επιδιώκεται ο παραμερισμός αυτής τούτης της ακυρωτικής απόφασης μέχρι την εκδίκαση της έφεσης. Αυτό, δεν είναι παραδεχτό, ευρίσκεται έξω από τα πλαίσια της Δ.35 θ. 18.» (η υπογράμμιση δική μου). Παρομοίως, στην Ιωσηφάκης ν. Αριστοδήμου, πιο πάνω, επισημάνθηκε ότι δε χωρεί αναστολή διαδικασίας, ούτε και ενώπιον κατώτερου Δικαστηρίου, έξω από τα πλαίσια της πρωτογενούς δικαιοδοσίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου, κάτω από το Άρθρο 155.4 του Συντάγματος. Σχετικές με το όλο ζήτημα είναι και οι αποφάσεις στις υποθέσεις Re Γρηγόρη Θαλασσινού
(1995)1 Α.Α.Δ. 290 και Kadivari ν. Δημοκρατίας
(1992)4 Α.Α.Δ. 3420. Ως εκ των ανωτέρω, προκύπτει σαφώς ότι στην προκειμένη περίπτωση δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις της Δ.35 θ. 18 εφόσον δεν επιδιώκεται η αναστολή εκτέλεσης απόφασης εκκρεμούσης έφεσης. Ούτε και επιβλήθηκε με την απόφαση ημερ. 19.3.2014 η οποία έχει εφεσιβληθεί κάποια ενέργεια ή υποχρέωση η οποία να μπορούσε να αποτελέσει αντικείμενο αναστολής βάσει των προνοιών της προαναφερόμενης δικονομικής διάταξης. Αυτό που στην ουσία επιδιώκουν οι αιτητές με την υπό κρίση αίτηση είναι τον (προσωρινό) παραμερισμό της απορριπτικής ενδιάμεσης απόφασης ημερ. 19.3.2014 και την αναστολή της διαδικασίας της αγωγής, μέχρι την εκδίκαση της έφεσης κατά της εν λόγω ενδιάμεσης απόφασης, κάτι που βρίσκεται εκτός του πεδίου εφαρμογής του σχετικού θεσμού. Η αίτηση βασίζεται και στη Διαταγή 33 θ. 6 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Εν τούτοις, ούτε η εν λόγω διάταξη έχει εφαρμογή στην παρούσα περίπτωση, εφόσον ουδόλως αφορά την αναστολή της όλης διαδικασίας της αγωγής μέχρι την εκδίκαση έφεσης κατά ενδιάμεσης απόφασης. Η συγκεκριμένη διάταξη αφορά την εξουσία του Δικαστηρίου να μεταθέτει ή να αναβάλλει την ακρόαση αγωγής και ουδεμία σχέση έχει με το υπό εξέταση αίτημα αναστολής. Το υπό κρίση αίτημα βασίζεται και στις συμφυείς/εγγενείς εξουσίες του Δικαστηρίου για αναστολή εκτέλεσης. Συναφώς, στη γραπτή αγόρευση της πλευράς των αιτητών, προβάλλεται η εισήγηση ότι συντρέχουν οι εξαιρετικές περιστάσεις που τάσσει η νομολογία ότι πρέπει να υπάρχουν για να δύναται το Δικαστήριο να αναστείλει διαδικασία ως απόρροια σύμφυτης εξουσίας αναστολής. Ειδικότερα, προβάλλεται η θέση ότι αποτελεί εξαιρετική περίσταση το γεγονός ότι τα θέματα που εγείρονται στην απορριφθείσα αίτηση είναι καινοφανή εφόσον περιλαμβάνουν νομικά θέματα που αφορούν την ερμηνεία και εφαρμογή του ΕΚ 1393/2007 για τα οποία δεν υπάρχει ουσιαστική σχετική νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, σε αντίθεση με άλλες χώρες μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης όπου το θέμα φαίνεται να είναι επαρκώς ξεκαθαρισμένο στην κατεύθυνση που εισηγούνται οι αιτητές, οι οποίοι προσανατολίζονται στην υποβολή προδικαστικού ερωτήματος στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Προβάλλεται επιπλέον η θέση ότι τα θέματα που θα κληθεί να αποφασίσει το Ανώτατο Δικαστήριο στην έφεση είναι βαρύνουσας σημασίας αφού θα καθορίσουν την επακριβή διαδικασία που θα ακολουθείται στο μέλλον σε σχέση με τα εγειρόμενα δια της έφεσης ζητήματα. Η φύση και η έκταση της σύμφυτης εξουσίας του Δικαστηρίου επεξηγείται μεταξύ άλλων στην υπόθεση Evand Promotions Ltd κ.α.
(1998)1Β ΑΑΔ 736, όπου λέχθηκε ότι η σύμφυτη εξουσία (inherent power) του Δικαστηρίου, η οποία ενυπάρχει λόγω της ταύτισής της με το Δικαστήριο και τις ανάγκες της ύπαρξής της για τη λειτουργία του Δικαστηρίου ως δικαστηρίου δικαίου, δεν επεκτείνεται πέραν του ορίου που προσδιορίζεται από την αναγκαιότητα της ίδιας της ύπαρξής της και ούτε αποτελεί πηγή εξουσίας ανεξάρτητη από τους νόμους και τους θεσμούς. Η σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου δεν μπορεί να αποτελέσει από μόνη της αυτοδύναμη δικαιοδοτική βάση για ένα συγκεκριμένο διάβημα, εκεί όπου δεν υπάρχει ειδική πρόνοια στον νόμο ή στους θεσμούς. Κατ' εξαίρεση, απλή επίκληση της σύμφυτης εξουσίας του Δικαστηρίου είναι επιτρεπτή μόνο στην περίπτωση που η τυχόν άρνηση εξουσίας ή δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου θα ισοδυναμούσε με αποστέρηση συνταγματικά κατοχυρωμένου δικαιώματος διαδίκου (βλ. επίσης Τουβλοποιεία Γίγας Λτδ ν. Ουστά (Αρ. 1)1994 1 ΑΑΔ 109, Sofocli v. Leonidou
(1988)1 CLR 584, Αυξεντίου ν. Σάββα
(2003)1 ΑΑΔ 1963, Διευθυντής Φυλακών ν. Παρέλλα
(1995)1 ΑΑΔ 217). Στην Εμπεδοκλής κ.ά. (Αρ. 3)
(2009)1 A.A.Δ. 529, η Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου τόνισε ότι η συμφυής εξουσία δεν μπορεί να χρησιμοποιείται ad libitum για να δημιουργεί, στην απουσία σχετικών δικονομικών κανονισμών, μηχανισμούς για να δώσει διέξοδο στο ζητούμενο. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Ιερόθεος Χριστοδούλου Ρόπας
(2009)2 Α.Α.Δ. 235: «Η σύμφυτη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου έρχεται αρωγός εκεί όπου η χρήση της είναι αναγκαία για αυτή ταύτη τη λειτουργία του ίδιου του συστήματος και της αποτελεσματικής άσκησης των δικαιοδοσιών του [δικαστηρίου], εντός των υφισταμένων και γνωστών δικαιϊκών αρχών, απορρέουσες και πλαισιούμενες, ως στυλοβάτες, από το Σύνταγμα και τους Νόμους της πολιτείας (σχετικές είναι οι υποθέσεις Α. Αντωνίου ν. Δημοκρατίας
(1998)3 Α.Α.Δ. 339 και Αχιλλέας Κορέλλης
(1999)1 Α.Α.Δ. 1122).» Στην υπόθεση Ιερόθεος Χριστοδούλου Ρόπας ν. Κυπριακής Δημοκρατίας
(2010)2 ΑΑΔ 226 λέχθηκαν τα εξής σε σχέση με τις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου: «Οι συμφυείς και/ή εγγενείς και/ή σύμφυτες εξουσίες του Δικαστηρίου έχουν περιγραφεί ως το απόθεμα εκείνο των εξουσιών (reservepowers) του Δικαστηρίου τις οποίες μπορεί να ασκεί εκεί που αν απέφευγε να το πράξει θα οδηγούμεθα σε αδικία. Μπορούν δε να ασκηθούν είτε σε συνδυασμό με την ύπαρξη σχετικών διαδικαστικών κανονισμών και/ή ανεξάρτητα από τους διαδικαστικούς κανονισμούς.» Χρήσιμη αναφορά γίνεται στην υπόθεση Μαυρογένη ν. Βουλής των Αντιπροσώπων και άλλων
(1996)1Α ΑΑΔ 49 όπου λέχθηκαν τα εξής: «Οι συμφυείς εξουσίες του δικαστηρίου συναρτώνται με τη διασφάλιση του χαρακτήρα του ως του φορέα απονομής της δικαιοσύνης - (βλ. Bremer Vulkan v. South India Shipping [1981] 1 All E.R. 289,295 (απόφαση του Λόρδου Diplock) και Corby DC v. Hoist & Co. Ltd. [1985] 1 All E.R. 321). Αποτελούν (οι συμφυείς εξουσίες) τους εφεδρικούς κανόνες για τη διασφάλιση της λειτουργικότητας του δικαστηρίου και την εκπλήρωση της αποστολής του να απονέμει το δίκαιο εις πάντας σύμφωνα με το Σύνταγμα και τους νόμους. Ακόμα παρέχεται εξουσία να περιστέλλει κατάχρηση των διαδικασιών, όπου η χρήση τους δεν προάγει τους σκοπούς για τους οποίους παρέχονται - (βλ. Αίτηση Α.Μ. Αρχιεπισκόπων Κύπρου κ.κ. Χρυσοστόμου (Αρ.2),
(1993)1 Α.Α.Δ. 248 και Αίτηση Περέλλα Τζεννάρο (Αρ.1),
(1993)1 Α.Α.Δ. 356). Η εξουσία του δικαστηρίου να ρυθμίζει τη διαδικασία ενώπιον του, αναγόμενη στις συμφυείς εξουσίες του δικαστηρίου, δεν αποτελεί μέσο, ούτε παρέχει ευχέρεια απόκλισης ή παράκαμψης των δικονομικών κανόνων. Η διεξαγωγή της δίκης σύμφωνα με τους θεσμοθετημένους κανόνες αποτελεί το πρωταρχικό καθήκον του δικαστηρίου.» Αυτό που προκύπτει από τη νομολογία που αναλύει τη φύση και τις προεκτάσεις της σύμφυτης εξουσίας του Δικαστηρίου είναι πως δεν πρόκειται για ανεξάρτητη πηγή εξουσίας, αλλά εξουσίας η οποία ενυπάρχει λόγω της ταύτισής της με το Δικαστήριο. Η ύπαρξή της είναι αναγκαία για τη λειτουργία του Δικαστηρίου ως Δικαστηρίου δικαίου, η επίκλησή της όμως πρέπει να γίνεται με εξαιρετική φειδώ (βλ. Paul Kythreotis (Αρ. 2)
(2011)1Β Α.Α.Δ. 779). Οι συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου έχουν ρόλο επικουρικό εκεί όπου η χρήση τους είναι αναγκαία χάριν της αποτελεσματικής άσκησης των δικαιοδοσιών του και της αποτροπής της κατάχρησης των ενώπιον του διαδικασιών. Σχετική είναι η υπόθεση Χαραλαμπίδης ν. Μελωδία (Χαραλαμπίδου)
(1997)1Β ΑΑΔ 724. Η εγγενής εξουσία του Δικαστηρίου να διατάσσει την αναστολή της διαδικασίας ή της εκδίκασης εκκρεμούσας αγωγής ασκείται με φειδώ και μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις, εφόσον η αναστολή αποτελεί θεμελιώδη και δραστική παρεμβολή στο δικαίωμα του διαδίκου να παρουσιάσει την υπόθεσή του επί της ουσίας ενώπιον του Δικαστηρίου βλ. Halsbury's Laws Of England, 4η έκδ., τόμος 47, σελ. 323). Όπως λέχθηκε στη Merck &Co Inc. κ.ά. v. Medochemie Ltd
(1998)1(Δ) Α.Α.Δ. 2184, στη σελίδα 2187, με αναφορά στην The Municipality of Limassol v. Archbishop of Cyprus
(1981)1 C.L.R. 445, η κρατούσα πρακτική είναι ότι οι αγωγές δεν πρέπει να αναστέλλονται εκτός αν συντρέχουν λόγοι οι οποίοι πέρα από κάθε λογική αμφιβολία καθιστούν αναγκαία την αναστολή. Στην Αγγλία η εξουσία του Δικαστηρίου να αναστέλλει εκκρεμείς διαδικασίες έχει καλυφθεί νομοθετικά από πολύ παλιά. Σχετικό είναι το άρθρο 24
(5)του Judicature Act του 1883 όπως και πιο πρόσφατα στο άρθρο 49
(3)του Supreme Court Act
  1. Δεν υπάρχει αντίστοιχη νομοθετική πρόνοια στον Περί Δικαστηρίων Νόμο. Επανερχόμενη στις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης, επαναλαμβάνω ότι οι προϋποθέσεις για την έκδοση διατάγματος αναστολής απόφασης εναντίον της οποίας εκκρεμεί έφεση προσδιορίζονται ρητά στην Δ.35 θ. 18 και στη σχετική νομολογία, και είναι σαφές ότι δεν πληρούνται στην προκειμένη περίπτωση. Ούτε και υπάρχει περιθώριο έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος στα πλαίσια της άσκησης της εγγενούς εξουσίας του Δικαστηρίου. Υπενθυμίζω ότι η σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου δεν μπορεί να αποτελέσει από μόνη της αυτοδύναμη δικαιοδοτική βάση για ένα συγκεκριμένο διάβημα, εκεί όπου δεν υπάρχει ειδική πρόνοια στον νόμο ή στους θεσμούς, και ότι η επίκληση της σύμφυτης εξουσίας του Δικαστηρίου είναι επιτρεπτή κατ' εξαίρεση και μόνο όπου τυχόν άρνηση εξουσίας ή δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου θα ισοδυναμούσε με αποστέρηση συνταγματικά κατοχυρωμένου δικαιώματος διαδίκου. Στην προκειμένη περίπτωση, τυχόν έγκριση της αίτησης θα ενείχε σοβαρό κίνδυνο να επιφέρει ακριβώς το αντίθετο αποτέλεσμα, ήτοι την αποστέρηση του συνταγματικά κατοχυρωμένου δικαιώματος της ενάγουσας για εκδίκαση της υπόθεσής της εντός ευλόγου χρόνου, εφόσον θα προκαλείτο καθυστέρηση στην προώθηση της υπόθεσής της. Συναφώς, τονίζω ότι δεν έχω πεισθεί ότι συντρέχουν εξαιρετικές περιστάσεις που να δικαιολογούν την αναστολή. Η θέση της πλευράς του αιτητή ότι τα ζητήματα που θα εξεταστούν και αποφασιστούν κατά την έφεση είναι βαρύνουσας σημασίας και αφορούν καινοφανή ζητήματα, δεν καταδεικνύει, κατά την κρίση μου, λόγο ο οποίος καθιστά πέρα από κάθε λογική αμφιβολία αναγκαία την αναστολή. Ούτε και καταδεικνύεται η ύπαρξη εξαιρετικών περιστάσεων από την εισήγηση ότι θα σπαταληθεί δικαστικός χρόνος και ο εναγόμενος 5 θα υποστεί δυσμενείς συνέπειες και αχρείαστη ταλαιπωρία σε περίπτωση έναρξης της ακρόασης της αγωγής και μετέπειτα επιτυχίας της έφεσης και διαπίστωσης ότι δεν υπήρξε νομότυπη επίδοση. Αντίθετα, τυχόν έγκριση του αιτήματος για αναστολή θα είχε ως αποτέλεσμα τον δυσμενή επηρεασμό των Συνταγματικών δικαιωμάτων της ενάγουσας ένεκα της καθυστέρησης που θα προκαλείτο στην προώθηση της υπόθεσής της. Η ορθή και δίκαιη οδός, κατά την κρίση μου, είναι η κανονική συνέχιση της διαδικασίας της αγωγής. Σημειώνω επίσης ότι στην παρούσα αγωγή υπάρχουν 19 εναγόμενοι. Το αίτημα που αφορά η αίτηση προέκυψε μόνο σε σχέση με τον εναγόμενο 5 ενώ παρόμοια διαδικασία έχει γίνει με άλλη αίτηση για τους εναγομένους 8 και
  2. Όλοι οι υπόλοιποι εναγόμενοι έχουν καταχωρίσει υπερασπίσεις στην αγωγή. Τυχόν αναστολή της διαδικασίας σε σχέση με τον εναγόμενο 5 θα σήμαινε τον κατατεμαχισμό της αγωγής μεταξύ των διάφορων εναγομένων και θα είχε ως αποτέλεσμα το ανορθόδοξο αποτέλεσμα να προωθηθεί η αγωγή για τους υπόλοιπους εναγομένους ενώ να παραμείνει στάσιμη για τον εναγόμενο
  3. Τούτο επιπλέον συνεπάγεται σπατάλη πολύτιμου δικαστικού χρόνου και αχρείαστων εξόδων καθότι τα θέματα που αφορούν τον εναγόμενο 5 συνδέονται με τα επίδικα θέματα που αφορούν και τους υπόλοιπους εναγομένους. Αναφέρω επίσης ότι η βεβαιότητα των συνηγόρων του αιτητή ότι τυχόν αναστολή θα ήταν για σύντομο χρονικό διάστημα, δεν φαίνεται εξ αντικειμένου να ανταποκρίνεται στα δεδομένα. Το Ανώτατο Δικαστήριο με επιστολή του προς διάφορους δικηγόρους μεταξύ των οποίων και ο δικηγόρος του εναγόμενου 5, ανέφερε ότι το αίτημα εκδίκασης των εφέσεων από την πλήρη ολομέλεια είναι πρόωρο γιατί αναμένεται η απάντηση του ΔΕΕ σε προδικαστικά ερωτήματα που έχουν τεθεί. Είναι επομένως αμφίβολο χρονικά πότε θα διεκπεραιωθούν οι διαδικασίες στο ΔΕΕ και κατά πόσο μετά από αυτές το Ανώτατο Δικαστήριο θα εγκρίνει αίτημα των συνηγόρων των διαφόρων εφεσειόντων για σύντομη εκδίκαση των εφέσεων τους από την πλήρη ολομέλεια. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, η αίτηση απορρίπτεται, με έξοδα υπέρ της ενάγουσας - καθ' ης η αίτηση και εναντίον του εναγομένου 5 - αιτητή, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. [Υπ.] ............. Στ. Χριστοδουλίδου-Μέσσιου, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.