Ελληνική Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ (πρώην Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Παγκυπριακής Λτδ) ν. Τηλέμαχου Ιωάννη κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 3192/99, 6/11/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2015:A451 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Στ. Χριστοδουλίδου-Μέσσιου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 3192/99 Μεταξύ: Ελληνική Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ (πρώην Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Παγκυπριακής Λτδ) Ενάγοντες και
- Τηλέμαχου Ιωάννη
- Παναγιώτας Τηλέμαχου
- Απόστολου Θεοφάνους
- Νεόφυτου Σιακαλλή
- Καλλισθένης Τηλεμάχου Εναγομένων ------------------------------------ Αίτηση ημερομηνίας 8.4.15 υπό Εναγομένου 4 - Αιτητή για καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης Ημερομηνία: 6 Νοεμβρίου 2015 Εμφανίσεις: Για τον Αιτητή: κα Θ. Σπετσιώτη για Α. Κ. Καράς Δ.Ε.Π.Ε. Για τους Καθ΄ ων η αίτηση: κα Β. Νεοφύτου για Α. Πασχαλίδης Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Προτού αναφερθώ στην υπό κρίση αίτηση θεωρώ χρήσιμο να προβώ σε μια σύντομη αναδρομή στο ιστορικό της παρούσας υπόθεσης, όπως αυτό προκύπτει από τον προσωρινό φάκελλο που έχει τεθεί ενώπιον μου, για να είναι πιο κατανοητή η παρούσα απόφαση. Στις 6.5.99 εκδόθηκε απόφαση υπέρ των εναγόντων και εναντίον όλων των εναγομένων, μεταξύ των οποίων και του εναγομένου
- Μετά την έκδοση της απόφασης, οι ενάγοντες ενέγραψαν memo επί της ακίνητης περιουσίας του εναγομένου 4 στα κτηματολογικά γραφεία επαρχίας Λευκωσίας και Λάρνακας και συγκεκριμένα το ΕΒ2331/2012 της επαρχίας Λάρνακας και το ΕΒ3473/12 της επαρχίας Λευκωσίας. Οι ενάγοντες, λόγω παρέλευσης χρόνου από την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης, αποτάθηκαν στο Δικαστήριο σε διάφορες ημερομηνίες και εξασφάλισαν άδεια του Δικαστηρίου για εκτέλεση της απόφασης ημερομηνίας 6.5.
- Στις 27.11.14 ο εναγόμενος 4 αιτητής καταχώρισε αίτηση δια κλήσεως με την οποία ζητά την έκδοση διαταγμάτων με τα οποία να ακυρώνονται και/ή να παραμερίζονται και/ή να περιορίζονται όλες οι εγγραφές memo της δικαστικής απόφασης ημερ. 6.5.99 επί της ακίνητης περιουσίας του. Την αίτηση συνοδεύει ένορκη δήλωση του αιτητή καθώς και αριθμός τεκμηρίων. Στην εν λόγω αίτηση καταχωρήθηκε ένσταση από πλευράς εναγόντων στις 17.2.15 η οποία επίσης συνοδεύεται από ένορκο δήλωση υπαλλήλου των και αριθμό τεκμηρίων. Η αίτηση ήταν ορισμένη στις 18.3.15 για ακρόαση με γραπτές αγορεύσεις. Εκείνη την ημερομηνία υποβλήθηκε αίτημα αναβολής από τον συνήγορο του αιτητή και ζητήθηκε προφορικά, άδεια για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης με την οποία «..να διακριβώνεται η αξία της περιουσίας η οποία έχει επιβαρυνθεί δεδομένου ότι οι εκτιμήσεις είναι εκ διαμέτρου αντίθετες.» Το αίτημα αυτό προσέκρουσε στην ένσταση των εναγόντων - καθ΄ων η αίτηση οι οποίοι επίσης προφορικά είχαν τη θέση ότι «.το αίτημα υποβάλλεται καθυστερημένα και καταχρηστικά, δεν παρουσιάζονται επαρκείς λόγοι για να δοθεί άδεια για συμπληρωματική ένορκη δήλωση, αυτό που ζητά ο αιτητής ήταν κάτι το οποίο μπορούσε να προβλέψει εξ αρχής». Δικαστήριο με άλλη σύνθεση στις 26.3.15 εξέδωσε ενδιάμεση απόφαση στο προφορικό αίτημα για άδεια καταχώρισης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης ημερ. 18.3.15 αποφασίζοντας ότι «ο εναγόμενος 4 - αιτητής δεν στοιχειοθέτησε το αίτημα του, το Δικαστήριο δεν μπορούσε να κρίνει αν αυτό που θα εισαχθεί με την συμπληρωματική ένορκη δήλωση είναι διευκρινιστικοί ισχυρισμοί ή απλώς επανάληψη των αρχικών ισχυρισμών και συνεπώς ότι ο αιτητής δεν προέβαλε κανένα καλό λόγο που να δικαιολογεί την παραχώρηση άδειας για καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης και απέρριψε το αίτημα». Όρισε δε την αίτηση ημερ. 27.11.14 για ακρόαση στις 8.4.
- Την ίδια μέρα που η αίτηση είχε οριστεί για ακρόαση, δηλαδή 8.4.15, ο εναγόμενος 4 καταχώρισε αίτηση με την οποία αιτείται, γραπτώς αυτή τη φορά, άδεια του δικαστηρίου για καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης στην αίτηση ημερ.27.11.14 για ακύρωση και/ή παραμερισμό και/ή περιορισμό όλων των εγγραφών memo της δικαστικής απόφασης ημερ. 6.5.99 επί της ακίνητης περιουσίας του, η υπό κρίση αίτηση. Στις 30.6.15 καταχωρήθηκε ένσταση στην αίτηση από τους ενάγοντες - καθ΄ων η αίτηση, η αίτηση οδηγήθηκε σε ακρόαση, η οποία περιορίστηκε στην καταχώριση γραπτών αγορεύσεων από τους συνήγορους των δύο πλευρών. Η υπό κρίση αίτηση βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.40 θ.θ.9 και 13, Δ.48 θ.θ. 2-9 στον Περί Δικαστηρίων Νόμο 14/60, στους Κανόνες Επιείκιας, την πρακτική και τις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Την αίτηση συνοδεύει η ένορκη δήλωση του εναγομένου 4 - αιτητή στην οποία αναφέρει ότι μετά την καταχώριση της ένστασης των εναγόντων - καθ΄ων η αίτηση στην αίτηση του ημερ. 27.11.14 διαπίστωσε ότι υπάρχει μεγάλη διάσταση θέσεων στις εκτιμήσεις της ακίνητης ιδιοκτησίας του στις οποίες στηρίζονται οι ενάγοντες - καθ΄ων η αίτηση σε αντιδιαστολή με την εκτιμήσεις που έχει ο ίδιος από δικούς του εκτιμητές αναφορικά με την αξία της περιουσίας του που είναι το αντικείμενο memo. Σύμφωνα με τις εκθέσεις εκτιμήσεις των εκτιμητών των εναγόντων - καθ΄ων η αίτηση η αγοραία αξία της ιδιοκτησίας του είναι €50.000 ενώ σύμφωνα με τις δικές του εκτιμήσεις €860.
- Είναι η θέση του ότι είναι αναγκαίο να ανατεθεί σε άλλο εκτιμητή η εκτίμηση της περιουσίας του που βαρύνεται με memo για να διαπιστωθεί η αξία της. Όπως αναφέρει, πρόθεση του είναι να προσεγγίσει άλλο εμπειρογνώμονα εκτιμητή στον οποίο θα θέσει την εκτίμηση των εκτιμητών των εναγόντων - καθ΄ων η αίτηση και θα του ζητήσει να προβεί σε νέα εκτίμηση. Ισχυρίζεται ότι επειδή ο ίδιος έχει το βάρος απόδειξης της αίτησης του για παραμερισμό και/ή ακύρωση και/ή περιορισμό του memo ημερ. 27.11.14 τυχόν απόρριψη του αιτήματος του για συμπληρωματική ένορκη δήλωση ισοδυναμεί ουσιαστικά με απόρριψη της αίτησης ημερ. 27.11.
- Είναι η θέση του ότι προβάλλεται ικανοποιητικός λόγος για να εγκριθεί η υπό κρίση αίτηση, θεωρεί ότι θα πρέπει να του δοθεί η ευκαιρία να αποδείξει στο δικαστήριο την πραγματική αξία της περιουσίας του για να μπορέσει το δικαστήριο όταν θα εκδικάσει την αίτηση ημερ. 27.11.14 να έχει ενώπιον του όλα και τα πραγματικά γεγονότα. Οι ενάγοντες-καθ΄ων η αίτηση στην ένσταση τους η οποία στηρίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.39, Δ.40, Δ.48 θθ.1-9 και Δ.64 όπως και το περιεχόμενο του φακέλλου του δικαστηρίου, την νομολογία, τις συμφυείς εξουσίες, την πρακτική του δικαστηρίου και τις αρχές της επιείκειας προβάλλουν ως λόγους ένστασης ότι η υπό κρίση αίτηση είναι νομικά και πραγματικά ανυπόστατη, η καταχώριση της προσλαμβάνει την μορφή περιφρόνησης του δικαστηρίου και συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας, δεν αποκαλύπτεται εύλογη αιτία και/ή καλός και/ή επαρκής και/ή σοβαρός λόγος για καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, τα αιτούμενα διατάγματα θα προκαλέσουν ζημιά στους ενάγοντες, ο εναγόμενος 4 - αιτητής δεν προσήλθε με καθαρά χέρια ούτε και προβαίνει σε πλήρη και αληθινή αποκάλυψη των πραγματικών γεγονότων που αφορούν την υπόθεση, η αίτηση γίνεται με σκοπό την πρόκληση καθυστέρησης ή κωλυσιεργίας της όλης διαδικασίας και δεν είναι δίκαιο όπως εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα. Την ένσταση συνοδεύει η ένορκη δήλωση της Κάτιας Λύτρα υπαλλήλου των Εναγόντων στην οποία επαναλαμβάνει όλους τους λόγους ένστασης και αναφέρει ότι όντως υπάρχουν διαφορετικές εκτιμήσεις της αξίας της περιουσίας του αιτητή που υπάγεται σε memo, μία εκ πλευράς αιτητή και μία εκ πλευράς καθ΄ων η αίτηση για κάθε τεμάχιο περιουσίας που βαρύνεται με memo αλλά το γεγονός ότι διαφέρουν μεταξύ τους δεν στοιχειοθετεί λόγο για να γίνει τρίτη ή ακόμη και τέταρτη εκτίμηση. Αναφέρει ακόμα ότι ο αιτητής παραπλανητικά αναφέρει ότι η αξία της ακίνητης περιουσίας του είναι €860.000 και αποφεύγει να αναφέρει ότι, η ακίνητη περιουσία του που βρίσκεται στις ελεύθερες περιοχές, επιβαρύνεται με προγενέστερη υποθήκη Υ/1406/2007 προς όφελος τρίτων για ποσό που υπερβαίνει τις €170.000 και ως εκ τούτου δεν προσήλθε ενώπιον του Δικαστηρίου με καθαρά χέρια. Η θέση της είναι ότι ο αιτητής δεν έχει αποδείξει κανένα και όχι μόνο καλό λόγο για να του δοθεί άδεια για συμπληρωματική ένορκη δήλωση, θεωρεί ότι το Δικαστήριο έχει ενώπιον του όλα τα στοιχεία για να το βοηθήσουν να αποφασίσει επί της αίτησης ημερ. 27.11.14 και θεωρεί την αίτηση καταχρηστική. Απαριθμεί επίσης όλα τα μέτρα εκτέλεσης που έλαβαν οι καθ΄ων η αίτηση εναντίον όλων των εναγομένων με σκοπό να εισπράξουν το εξ αποφάσεως χρέος και διαψεύδει τον αιτητή ότι οι καθ΄ων η αίτηση επέδειξαν αδράνεια. Όπως έχει ήδη αναφερθεί κανένας από τους ενόρκους δηλούντες δεν αντεξετάστηκε, η υπόθεση προχώρησε σε ακρόαση με την καταχώριση γραπτών αγορεύσεων προωθώντας η κάθε πλευρά την δική της θέση. Η ευπαίδευτος συνήγορος του αιτητή με αναφορά στην νομολογία θεωρεί ότι έχει αποδειχθεί ο καλός λόγος που η νομολογία καθορίζει για να εγκριθεί το αίτημα για καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης αφού κατά αυτό τον τρόπο θα δοθεί η ευκαιρία στον αιτητή να παρουσιάσει ολοκληρωμένα την υπόθεση του, εφόσον αυτή θα οδηγηθεί σε ακρόαση, επί ολόκληρου φάσματος της διαφοράς. Θεωρεί επίσης ότι δεν υπάρχει καμία καθυστέρηση στην καταχώριση και προώθηση της υπό κρίση αίτησης και διαφωνεί με τη θέση ότι υπάρχει κατάχρηση διαδικασίας ή ότι η καταχώριση της υπό κρίση αίτησης προσλαμβάνει την μορφή περιφρόνησης του δικαστηρίου. Αντικρούσει τη θέση ότι δεν προσήλθε με καθαρά χέρια και αναφέρει ότι ουδόλως καθυστέρησε στην υποβολή του αιτήματος του αντίθετα αυτό το έπραξε αμέσως μόλις αντιλήφθηκε την διάσταση απόψεων που υπήρχε μεταξύ των εκτιμήσεων. Εντελώς αντίθετη είναι η εισήγηση της συνηγόρου των εναγόντων - καθ΄ων η αίτηση η οποία επίσης με πλήρη αναφορά στην νομολογία στηρίζει κάθε ένα από τους λόγους ένστασής της και ζητά την απόρριψη του αιτήματος. Οι αρχές της νομολογίας που διέπουν το θέμα καταχώρησης συμπληρωματικής-απαντητικής ένορκης δήλωσης επεξηγούν την Δ.48 θ.4-2 που είναι ο θεσμός της Πολιτικής Δικονομίας που επιτρέπει την υποβολή αίτησης για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Συγκεκριμένα η εν λόγω διαταγή προνοεί: «Δ.48 θ.4
(2)το Δικαστήριο ή Δικαστής μετά από αίτηση ή προφορικό αίτημα μπορεί για καλό λόγο να επιτρέψει την καταχώρηση συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων. Η ακρόαση αίτησης διεξάγεται στη βάση των γεγονότων που αναφέρονται στην αίτηση ή στις ένορκες δηλώσεις τηρουμένης της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται από την Δ.39». Είναι φανερό από το λεκτικό της Δ.48 θ.4
(2)ότι η χορήγηση άδειας για καταχώρησης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης εμπίπτει στη σφαίρα της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου η οποία θα πρέπει να ασκείται με τρόπο που να εξυπηρετεί τον σκοπό για τον οποίο θεσπίστηκε. Υπενθυμίζω ότι η αναμόρφωση της εν λόγω διαταγής περί τα τέλη του 1990 απέβλεπε στην εξάλειψη των προβλημάτων που είχαν συσσωρευτεί λόγω της ερμηνείας που δόθηκε στον προηγούμενο κανονισμό από την νομολογία ώστε να τα γεγονότα σε αιτήσεις να τίθενται ενώπιον του Δικαστηρίου με ένορκες δηλώσεις και όχι με προφορική μαρτυρία. Είναι στο πλαίσιο εξυπηρέτησης αυτού του στόχου που έγινε πρόβλεψη και συμπληρωματικές ένορκες δηλώσεις ώστε να δίδεται η δυνατότητα στους διαδίκους να θέτουν ενώπιον του Δικαστηρίου κατά τρόπο ολοκληρωμένο τα γεγονότα της υπόθεσης τους αλλά υπό την προϋπόθεση τεκμηρίωσης «καλού λόγου». Ο όρος «καλός λόγος» δεν προσδιορίζεται στον υπό αναφορά κανονισμό και τούτο για ευνόητους λόγους, κατά την άποψη μου, που σχετίζονται άμεσα με τις ιδιαιτερότητες της κάθε υπόθεσης. Στην απόφαση Αναφορικά με την αίτηση του Φιλόκυπρου Ματθαίου
(2008)1(Α) ΑΑΔ 510 το Δικαστήριο ανέφερε: «Είναι φανερό ότι το κατά πόσο θα επιτραπεί σε ένα διάδικο να καταχωρήσει συμπληρωματική ένορκη δήλωση σε μια αίτηση ενδιάμεσης φύσεως εμπίπτει σαφώς στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου». Επιτρέπεται επίσης με βάση τη νομολογία η καταχώρηση ένορκης δήλωσης προς αντίκρουση αμφισβητούμενων ισχυρισμών. Σχετική αναφορά έγινε στη υπόθεση Ελένη Μαυροκωνσταντή κ.α. v. Γεώργιου ΄Ιβρου κ.α. ημερ. 29.3.11 όπου αναφέρθηκε: «...Κρίνεται πως δεν θα είχε νόημα η τροποποίηση αυτή εάν δεν επιτρεπόταν η καταχώρηση ένορκης δήλωσης για αντίκρουση ισχυρισμών ώστε να μπορεί ο αιτητής να αποσείσει το βάρος απόδειξης που βρίσκεται επί των ώμων του.. Στην απόφαση Κώστα v. Κώστα
(2003)1 ΑΑΔ 269 το Εφετείο επικυρώνοντας πρωτόδικη απόφαση με την οποία απορρίφθηκε η αίτηση υπέδειξε: «Τούτο ο Εφεσείων απέτυχε εντελώς να κάνει εφ΄όσον ούτε αντεξέτασε την Εφεσίβλητη για να υποσκάψει ενδεχομένως τους δικούς της ισχυρισμούς ούτε επεδίωξε να καταχωρήσει συμπληρωματική ένορκη δήλωση για να τους αντικρούσει και να θέσει τη δική του εκδοχή ενώπιον του Δικαστηρίου» Σε πάρα πολλές πρωτόδικες αποφάσεις Επαρχιακών Δικαστηρίων αλλά και του Ανωτάτου Δικαστηρίου έχουν αναλυθεί οι πρόνοιες που διέπουν το θέμα καταχώρησης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, όλες εκ των οποίων υπογραμμίζουν την διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου αφενός και την ύπαρξη «καλού λόγου» προς έγκριση του αιτήματος από την πλευρά του αιτητή. Έχει επίσης τονιστεί ότι στόχος της καταχώρησης συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων είναι ολοκληρωμένη παρουσίαση είτε της αίτησης, είτε της ένστασης, ούτως ώστε το Δικαστήριο, κατά το στάδιο της ακρόασης, να έχει ολοκληρωμένη εικόνα της διαφοράς. Πρέπει όμως πάντοτε να λαμβάνεται υπόψη η φύση της αίτησης υπό εκδίκαση και οι ανάγκες της διαδικασίας την οποία η συμπληρωματική ένορκη δήλωση επιδιώκει να εξυπηρετήσει. Στην απόφαση Κώστα v. Κώστα (ανωτέρω) το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε απόφαση Πρωτόδικου Δικαστηρίου με την οποία απορρίφθηκε ενδιάμεση αίτηση και σημείωσε τα εξής: «Κατά την γνώμη μας «καλός λόγος» για την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης αποδεικνύεται αν με την καταχώρηση της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης θα τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου γεγονότα τα οποία είναι ορθό και δίκαιο να τεθούν ενώπιον του για την ορθή απονομή της δικαιοσύνης και που η αιτήτρια δεν γνώριζε εξ υπαρχής ή γεγονότα που παρουσιάστηκαν μετά την ένορκο δήλωση της, (δική μου υπογράμμιση) πράγμα που δεν υφίσταται στη περίπτωση μας». Επί των γεγονότων υπό κρίση αναφέρω τα ακόλουθα. Κατ΄ αρχήν η αίτηση του εναγόμενου 4 για ακύρωση και/ή παραμερισμό και/ή περιορισμό του memo επί της ακίνητης περιουσίας του ημερ. 27.11.14 περιλαμβάνει ως τεκμήρια Γ1 και Γ2 εκτιμήσεις από τους εκτιμητές και κτηματικούς συμβούλους Σταύρο Δ. Παπαδόπουλο και Συνεργάτες ημερ. 3.4.13 αναφορικά με το κτήμα του στο Καϊμακλί της επαρχίας Λευκωσίας και Α.Ν. Μαυρέας Λτδ ημερ. 17.2.14 αναφορικά με το κτήμα του στο Μαρώνι της επαρχίας Λάρνακας. Η ένσταση των εναγόντων - εναγομένων έχει ημερ. 27.2.15 και σε αυτή επισυνάπτονται οι εκτιμήσεις της εταιρείας C. Zakheos Property Valuations LLC ημερ. 15.12.14 αναφορικά με το κτήμα του αιτητή στο Μαρώνι της Επαρχίας Λάρνακας και Xenios Stephanou & Associates Property Consultants & valuers Ltd ημερ. 12.12.14 αναφορικά με το κτήμα στη Λευκωσία. Άρα με ασφάλεια εξάγεται το συμπέρασμα ότι από τις 7.2.15, τουλάχιστον, ο αιτητής γνώριζε τη θέση των εναγόντων αναφορικά με την εκτιμημένη αξία της περιουσίας του. Ο αιτητής παραλείπει να αναφερθεί στο γεγονός ότι στις 18.3.15 υπέβαλε σε Δικαστήριο, με άλλη σύνθεση, προφορικά το ίδιο ακριβώς αίτημα το οποίο αποτελεί αντικείμενο εξέτασης στην παρούσα αίτηση δηλαδή άδεια για καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης για να διευκρινιστεί η αξία της περιουσίας του που βαρύνεται με memo δεδομένου ότι είναι εκ διαμέτρου αντίθετες οι εκτιμήσεις του δικού του εκτιμητή και αυτές των καθ΄ ων η αίτηση. Η ενδιάμεση απόφαση του δικαστηρίου ημερ. 26.3.15 επί του προφορικού αιτήματος πραγματεύεται το ίδιο ακριβώς αίτημα που πραγματεύεται και η υπό κρίση αίτηση, επαναλαμβάνω ότι το Δικαστήριο στις 26.3.15 απέρριψε το αίτημα επί των λόγων ότι στο προφορικό αίτημα δεν έχουν εξειδικευτεί αυτά τα οποία η πλευρά του αιτητή που υπέβαλε το αίτημα για άδεια καταχώρισης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης προτίθεται να παρουσιάσει με αυτή και ειδικά κατά πόσο αυτό που επιδιώκεται να εισαχθεί με την συμπληρωματική ένορκη δήλωση είναι διευκρινιστικοί ισχυρισμοί ή απλά επανάληψη των αρχικών ισχυρισμών. Ο αιτητής με γραπτή του αίτηση ημερ. 8.4.15 επαναλαμβάνει τα όσα είχαν προφορικά τεθεί ενώπιον του δικαστηρίου στις 18.3.15 και συγκεκριμένα ότι υπάρχει εκ διαμέτρου αντίθετη θέση αναφορικά με την αξία της περιουσίας του μεταξύ των δικών του εκτιμητών και των εκτιμητών των εναγόντων και θεωρεί ότι θα (δική μου η υπογράμμιση) πρέπει να ανατεθεί σε άλλο εκτιμητή η εκτίμηση της περιουσίας του που βαρύνεται με memo. Αναφέρει επίσης στην παράγραφο 10 της ενόρκου δηλώσεως που στηρίζει την αίτηση ότι θα (δική μου η υπογράμμιση) θέσει και θα διαβιβάσει την εκτίμηση του εκτιμητή των εναγόντων σε νέο εκτιμητή στον οποίο θα ζητήσει να προβεί σε νέα εκτίμηση, με σκοπό να έχει ενώπιον του το δικαστήριο όλα τα γεγονότα για να μπορέσει να αποφασίσει επί της αίτησης. Δηλαδή ο αιτητής δεν είναι σε θέση αυτή τη στιγμή να αντικρούσει με άλλη εκτίμηση την εκτίμηση των εναγόντων. Αυτό είναι κάτι που μελλοντικά, θα, ως ο ίδιος το θέτει (δική μου η υπογράμμιση) πράξει. Περαιτέρω, θεωρώ ότι η προβολή άλλης μίας εκτίμησης με τυχόν διαφορετική αξία της επίδικης περιουσίας από αυτήν που ισχυρίζονται οι ενάγοντες στην ένσταση τους δεν θέτει τα θέματα που θα εκδικαστούν με την αίτηση ημερ. 27.11.14 σε καλύτερη θέση εφόσον, κατ΄ αυτόν τον τρόπο, το τι θα κάνει ο αιτητής είναι να επαναλάβει ουσιαστικά τον ισχυρισμό του ότι η αξία της περιουσίας του που βαρύνεται με memo είναι μεγαλύτερη από το ποσό της απόφασης που έχει εκδοθεί εναντίον του. Περαιτέρω, παρατηρώ ότι ο αιτητής δεν έχει επισυνάψει στην αίτηση του την προτεινόμενη ένορκη δήλωση που προτίθεται να καταχωρίσει, σε περίπτωση που το δικαστήριο εγκρίνει το αίτημα του. Κάτι τέτοιο με βάση την νομολογία είναι επιθυμητό να γίνεται για να μπορεί το δικαστήριο να αποφανθεί επί της αίτησης. Παραπέμπω σχετικά στην υπόθεση Παπακοκκίνου κ.α. ν. Τράπεζα Κύπρου Εταιρεία Λτδ,
(2012)1 ΑΑΔ 643 στην οποία έχουν λεχθεί τα εξής: «Με τη συμπληρωματική ένορκη δήλωση, που ζητείται να καταχωρηθεί, της κας Βερεγγάριας Παπακοκκίνου, δεν μπορούμε να αντιληφθούμε τι περισσότερο επιθυμούν οι εφεσείουσες να θέσουν ενώπιον του δικαστηρίου πέραν της επανάληψης του περιεχομένου της ενόρκου δηλώσεως ημερ. 12.7.2011 και της επιχειρηματολογίας τους. Ούτε όμως η επανάληψη, ούτε και η επιχειρηματολογία των εφεσειουσών, δικαιολογούν το ζητούμενο διάταγμα για συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Σημειώνουμε συναφώς ότι στην αίτηση δεν έχει επισυναφθεί η ένορκη δήλωση που θα καταχωρείτο, αν δινόταν άδεια, όπως θα έπρεπε και επομένως το περιεχόμενο της το υποθέσαμε από τα στοιχεία που είχαμε». Ως εκ των ανωτέρω, είναι η θέση μου ότι η αίτηση δεν μπορεί να επιτύχει, ο αιτητής δεν έχει αποδείξει «καλό λόγο» για να εγκριθεί το αίτημα του όπως ο όρος αυτός ερμηνεύεται στην νομολογία. Η αίτηση συνεπώς απορρίπτεται. Σε ότι αφορά τα έξοδα, δεν βρίσκω κανένα λόγο απόκλισης από το συνήθη κανόνα που είναι ότι αυτά ακολουθούν το αποτέλεσμα και έτσι επιδικάζονται υπέρ των εναγόντων - καθ΄ων η αίτηση και εναντίον του εναγόμενου 4 - αιτητή, όπως αυτά υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή. Θα είναι όμως πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας της αίτησης ημερ. 27.11.14. [Υπ]. ............. Στ. Χριστοδουλίδου - Μέσσιου, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο