← Κύπρος

PANMAIL LIMITED ν. M.C.M.C. Professional Services Ltd (εμπορευόμενοι υπό την εμπορική επωνυμία La Grasu La Bacanie) κ.α., Αρ. Αγωγής 3641/2014, 27/11/

PANMAIL LIMITED ν. M.C.M.C. Professional Services Ltd (εμπορευόμενοι υπό την εμπορική επωνυμία La Grasu La Bacanie) κ.α., Αρ. Αγωγής 3641/2014, 27/11/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2015:A510 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. ΠΑΝΤΑΖΗ - ΛΑΜΠΡΟΥ, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 3641/2014 Μεταξύ: PANMAIL LIMITED Εναγόντων και 1. M.C.M.C. Professional Services Ltd (εμπορευόμενοι υπό την εμπορική επωνυμία La Grasu La Bacanie) 2. Cutov Dumitru 3. Μαρίνα Αλεξάνδρου Εναγομένων Ημερομηνία: 27.11.2015 Εμφανίσεις: Για τους Εναγόμενους - Αιτητές: κα. Κατερίνα Λιασίδου, για Ευστάθιος Κ. Ευσταθίου Δ.Ε.Π.Ε. Για τους Ενάγοντες - Καθ' ων η αίτηση: κα Παναγιώτα Σάββα, για LC LAW Στυλιανού & Δράκου Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Αναφορικά με την αίτηση παραμερισμού, ημερ. 16.3.2015 Α. Εισαγωγή Με την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή, οι Ενάγοντες - Αιτητές αξίωναν τις ακόλουθες θεραπείες (βλ. την Έκθεση Απαίτησης που είναι οπισθογραφημένη στο κλητήριο)꞉ «(Α) €1.887,00 ως καθυστερημένα ενοίκια δυνάμει συμφωνίας ενοικιάσεως ημερομηνίας 24.6.2011 και/ή ως κατωτέρω στην παράγραφο 11 της Έκθεσης Απαιτήσεως εκτενώς περιγράφεται και/ή ως αποζημιώσεις για παράβαση συμφωνίας και/ή ως αδικαιολόγητο πλουτισμό και/ή άλλως πώς. (Β) €629,00 ως καθυστερημένα ενοίκια για την περίοδο από 15.5.2014 μέχρι 14.6.2014 και/ή ως αποζημίωση για παράβαση σύμβασης ως κατωτέρω στην παράγραφο 12 της Εκθέσεως Απαιτήσεως εκτενώς περιγράφεται και/ή ως αδικαιολόγητο πλουτισμό και/ή άλλως πώς. (Γ) €8.177,00 ως αποζημίωση για παράβαση συμφωνίας και/ή ως διαφυγόντα κέρδη ως εκτενώς πιο κάτω αναλύεται στην παράγραφο 13, και/ή ως καθυστερημένα ενοίκια και/ή ως αδικαιολόγητο πλουτισμό και/ή άλλως πώς. (Δ) €2.655,00 ως ειδικές αποζημιώσεις για βλάβες και/ή φθορές και/ή αυθαίρετες παρεμβάσεις και/ή απώλειες και/ή αφαιρέσεις αντικειμένων κατά παράβαση της σύμβασης ενοικιάσεως και/ή ως οι παράγραφοι 19 έως 23 πιο κάτω. (Ε) Νόμιμο τόκο. (Στ) Οποιαδήποτε άλλη θεραπεία το Δικαστήριο ήθελε θεωρήσει δίκαια και πρέπουσα. (Ζ) Έξοδα, έξοδα επίδοσης και ΦΠΑ επί των εξόδων.». Στις 14.11.2014 εκδόθηκε απόφαση υπέρ των Εναγόντων και εναντίον των Εναγομένων αρ. 1, 2 και 3, ως οι παράγραφοι Α έως Ε και Ζ ανωτέρω, με νόμιμο τόκο επί των επιδικασθέντων ποσών από την ημερομηνία καταχώρησης της αγωγής. Η ως άνω απόφαση εκδόθηκε ερήμην των Εναγομένων, κατόπιν μονομερούς αίτησης των Εναγόντων, ημερ. 4.11.2014, δυνάμει της Δ.17 θ.2 των θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, συνεπεία της παράλειψης των Εναγομένων να καταχωρήσουν σημείωμα εμφάνισης εμπρόθεσμα ή/και μέχρι την ολοκλήρωση της εκδίκασης της εν λόγω αίτησης, παρά το ότι πιστό αντίγραφο του κλητηρίου εντάλματος επιδόθηκε σε αυτούς στις 17.10.2014 με θυροκόλληση ως το Διάταγμα του Δικαστηρίου ημερ. 25.9.2014. Σπεύδω να αναφέρω ότι το Διάταγμα υποκατάστατου επίδοσης του κλητηρίου εκδόθηκε στη βάση μονομερούς αίτησης των Εναγόντων, ημερ. 1.9.2015, στη βάση ισχυρισμών γεγονότων που περιέχονταν σε ένορκη δήλωση του δικαστικού επιδότη Γιάννου Ιωάννου από τη Λευκωσία, ημερ. 1.9.2015. Με το εν λόγω Διάταγμα επετράπη να επιδοθεί το κλητήριο στους Εναγόμενους 2 και 3, προσωπικά, καθώς επίσης σε αυτούς ως Διευθυντές της Εναγομένης 1 για την Εναγόμενη 1, δια θυροκόλλησης του κλητηρίου στην οικία των Εναγομένων 2 και 3 στην «οδό Κρίτωνος 1, 2028 Στρόβολος, Λευκωσία». Ο προαναφερθείς επιδότης, παραθέτοντας πληροφορίες τις οποίες άντλησε, ως δήλωσε στην παρα. 2 της Ε/Δ του, από προσωπικό χειρισμό καθώς και από τους δικηγόρους των Εναγόντων, αλλά και από τους ίδιους τους Ενάγοντες, αιτιολόγησε την αναγκαιότητα υποκατάστατης επίδοσης στην ως άνω διεύθυνση λέγοντας τα εξής꞉ · Η αγωγή καταχωρήθηκε στις 26/06/2014. Αυτός έλαβε αυθημερόν από τους Ενάγοντες πιστά αντίγραφα του κλητηρίου προς επίδοση στους Εναγομένους. Από τις 26/06/2014 που τα παρέλαβε, κατέβαλε προσπάθειες να τους επιδώσει το κλητήριο στην «οδό Κάσου 12, Μπλοκ Θ 92, 1086 Άγιοι Ομολογητές, Λευκωσία», η οποία ήταν, όπως τον ενημέρωσε η κα Παναγιώτα Σάββα, δικηγόρος των Εναγόντων, η διεύθυνση του εγγεγραμμένου γραφείου της Εναγομένης 1 και που ήταν η διεύθυνση την οποία είχαν δηλώσει οι Εναγόμενοι 1, 2 και 3 ως διεύθυνση τους κατά την συνομολόγηση της επίδικης σύμβασης ενοικίασης με τους Ενάγοντες. Εκείνη ήταν και η αναγραφόμενη επί του κλητηρίου διεύθυνσή τους. · Με βάση τα λεγόμενα του επιδότη στην παρα. 7 της Ε/Δ του- «Δυστυχώς δεν κατέστη δυνατό να εντοπίσω κανένα εκ των Εναγομένων στην αναφερόμενη στην παράγραφο 6 διεύθυνση [ήτοι στην «οδό Κάσου 12, Μπλοκ Θ 92, 1086 Άγιοι Ομολογητές, Λευκωσία»], και το γραφείο φαίνεται να έχει εγκαταλειφτεί.». · Ακολούθως, στις παρα. 8 και 9 της ένορκης δήλωσής του, ο επιδότης περιέγραψε τις προσπάθειες που έκανε για επίδοση στην κατ' ισχυρισμόν νέα διεύθυνση κατοικίας των Εναγομένων 2 και 3, ήτοι στην «οδό Κρίτωνος 1, 2028 Στρόβολος Λευκωσία», λέγοντας ότι - o «8. Έχω επανειλημμένως επισκεφτεί την οικία στην οδό Κρίτωνος 1, 2028 Στρόβολος Λευκωσία, την πρώτη φορά που επισκέφτηκα την οικία, την πόρτα άνοιξε μια οικιακή βοηθός η οποία με ενημέρωσε ότι οι Εναγόμενοι 2 και 3 δεν ήταν μέσα εκείνη την ώρα. Τηλεφώνησα στο κινητό της Εναγομένης 3 και συνεννοηθήκαμε να συναντηθούμε στην εν λόγω οικία, συγκεκριμένη μέρα και ώρα για να γίνει η επίδοση. Όταν επισκέφτηκα την οικία την συμφωνημένη μέρα και ώρα, δεν μου άνοιξε κανένας την πόρτα παρά τις επίμονες προσπάθειες μου. Προσπάθησα αμέσως να καλέσω στο κινητό της Εναγομένης 3 αλλά δεν απάντησε κανείς. o 9. Από εκείνη την ημέρα η Εναγομένη 3 δεν μου έχει απαντήσει σε καμία από τις κλήσεις μου και κανείς δεν ανοίγει πλέον την πόρτα της οικίας της οδού Κρίτωνος 1, 2028 Στρόβολος, Λευκωσία.». Περαιτέρω, ο επιδότης περιέγραψε τις προσπάθειες που έκανε για επίδοση του κλητηρίου στους τόπους εργασίας των Εναγομένων 2 και 3, λέγοντας ότι - o «10. Κατέβαλα επίσης προσπάθειες να επιδώσω στον Εναγόμενο 2, σε πλυντήριο αυτοκινήτων που διατηρούσε στην οδό Χρίστου Κυθρεώτη 33Α, 1027 στη Λευκωσία, οπού του είχα επιδώσει και παλαιότερα έγγραφα, αλλά το υποστατικό φαίνεται να έχει εγκαταλειφτεί. o 11. Τέλος κατέβαλα προσπάθειες να επιδώσω στην Εναγομένη 3 και στην οδό Πειραιώς 24Ε, μεσοπάτωμα, Λευκωσία, όπου όπως με ενημέρωσε η κα Παναγιώτα Σάββα, δικηγόρος των Εναγόντων, εργάζεται η Εναγομένη 3, αλλά κάθε φορά που επισκεπτόμουν τον χώρο, οι εκεί εργαζόμενοι μου έλεγαν ότι η Εναγομένη 3 απουσίαζε.». Τέλος, ο επιδότης αναφέρθηκε σε επικαιροποιημένη έρευνα που έκανε η κα Σάββα, δικηγόρος των Εναγόντων, στα αρχεία του Εφόρου Εταιρειών από την οποία φάνηκε ότι ως διεύθυνση του εγγεγραμμένου γραφείου της Εναγομένης 1, εξακολουθούσε να είναι δηλωμένη η «οδός Κάσου 12, Μπλοκ Θ 92, 1086 Άγιοι Ομολογητές, Λευκωσία», ενώ πλέον ο Εναγόμενος 2 εμφανίζετο να είναι ο μόνος διευθυντής της Εναγομένης 1 και η Εναγομένη 3 εμφανίζετο να είναι η γραμματέας της Εναγομένης 1. Σημειώνετο, επίσης, ότι, βάσει πληροφόρησης που ο επιδότης έλαβε από το Διευθυντή των Εναγόντων, κ. Στυλιανού, ο Εναγόμενος 2 είναι σύζυγος της Εναγομένης 3. Ο επιδότης κατέληγε στη διατύπωση της εκτίμησης ότι οι Εναγόμενοι 1, 2 και 3 προφανώς αποφεύγουν την επίδοση και ότι δεν είναι δυνατόν να τους επιδοθεί το Κλητήριο Ένταλμα προσωπικά. Επίσης, εισηγείτο ότι οι Εναγόμενοι 1, 2 και 3 δεν είχαν να υποστούν ζημιά από την έκδοση του διατάγματος υποκατάστατου επίδοσης για τους εξής λόγους: Πρώτον, διότι η αδυναμία εντοπισμού των Εναγόμενων 1, 2 και 3 οφείλετο αποκλειστικά σε δική τους υπαιτιότητα, αφού εγκατέλειψαν τη διεύθυνση την οποία οι ίδιοι είχαν δηλώσει στην σύμβαση ενοικίασης που συνήψαν με τους Ενάγοντες και παρέλειψαν να δώσουν νέα διεύθυνση στους Ενάγοντες. Δεύτερον, διότι η Εναγόμενη 3 είχε λάβει γνώση για την ύπαρξη της αγωγής από τον ίδιο προσωπικά, ως ανέφερε ήδη στην παράγραφο 8 πιο πάνω. Β. Η υπό κρίση αίτηση Με την υπό κρίση αίτηση, ημερ. 16.3.2015, οι Εναγόμενοι - Αιτητές αιτούνται: «Α. Διάταγμα με το οποίο να παραμερίζεται και/ή ακυρώνεται η απόφαση ημερομηνίας 14.11.2014, την οποία εξέδωσε το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας στην υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αγωγή. Β. Διάταγμα με το οποίο να επιτρέπεται στους εναγόμενους να παρουσιάσουν την Υπεράσπιση τους εις την υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αγωγή, χωρίς όρους. Γ. Οποιαδήποτε άλλη θεραπεία ή οδηγίες θεωρεί ορθές και δίκαιες να δώσει το Δικαστήριο.» Η αίτηση βασίζεται στους περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.26 θ.14, Δ.17 θ.10, Δ.48 θ.θ.1, 2, 3, 8 και 9 και στις γενικές συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα της αιτήσεως εκτίθενται στη επισυνημμένη Ένορκη Δήλωση της κας Μαρίνας Αλεξάνδρου, Εναγομένης αρ.3. Όπως αυτή εξηγεί στην παρα. 1 της Ε/Δ της, η ίδια είναι γραμματέας της Εναγομένης αρ.1, η οποία είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης, δεόντως εγγεγραμμένη στην Κύπρο, με έδρα τη Λευκωσία. Ο Εναγόμενος αρ. 2 είναι σύζυγος της ενόρκως δηλούσας και διευθυντής της Εναγομένης αρ. 1. Η ενόρκως δηλούσα δηλώνει ότι αυτή είναι δεόντως εξουσιοδοτημένη από τους Εναγομένους αρ.1 και 3 να προβεί στην ένορκη δήλωση και εκ μέρους τους. Συνοπτικά αναφέρω ότι꞉ Πρώτον, είναι η θέση των Εναγομένων ότι τα πραγματικά γεγονότα δεν είναι αυτά που αναφέρονται στην αίτηση για υποκατάσταση επίδοση βάσει της οποίας εξασφαλίστηκε το διάταγμα για τη θυροκόλληση ημερομηνίας 25.9.2014. Αμφισβητεί το νομότυπο της επίδοσης. Δεύτερον, είναι η θέση των Εναγομένων ότι αυτή και οι υπόλοιποι Εναγόμενοι έχουν καλή και βάσιμη υπεράσπιση στην αγωγή την οποία επιθυμούν να προβάλουν στο Δικαστήριο. Πιστεύουν οι Εναγόμενοι, ως η νομική συμβουλή που έλαβαν από τη δικηγόρο τους, ότι υπάρχει δυνατότητα ακύρωσης και παραμερισμού της απόφασης δια σχετικής αιτήσεως στο Δικαστήριο, με βάση τους Κανονισμούς και τα Θέσμια που διέπουν την αίτηση παραμερισμού και ακύρωση απόφασης η οποία ελήφθη ερήμην τους ενόψει ουσιαστικής υπερασπίσεως. Β.1. Αναφορικά με το πότε οι Εναγόμενοι έλαβαν γνώση της εκδοθείσας απόφασης και ποιες οι μετέπειτα ενέργειές τους. Στην παρα. 4 της ένορκης δήλωσής της η Εναγόμενη αρ. 3 ισχυρίζεται ότι τόσον η ίδια όσο και οι υπόλοιποι εναγόμενοι έλαβαν γνώση της ερήμην τους εκδοθείσας απόφασης μόλις στις 5.3.2015 όταν επικοινώνησε με την Εναγόμενη αρ. 3 τηλεφωνικώς η κα Παναγιώτα Σάββα, δικηγόρος των Εναγόντων, η οποία την πληροφόρησε για το ότι είχε εκδοθεί απόφαση εναντίον όλων των εναγομένων. Ως ο ισχυρισμός της Εναγόμενης αρ. 3 στην ίδια παράγραφο της Ε/Δ της, αυτή επικοινώνησε την ίδια ημέρα, μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, με τη δικηγόρο της, κα Κατερίνα Λιασίδου, και της ανέφερε το πιο πάνω γεγονός. Προς απόδειξη του ισχυρισμού αυτού, η Εναγόμενη αρ. 3 επισυνάπτει στην Ε/Δ της αντίγραφο του σχετικού ηλεκτρονικού μηνύματος ημερομηνίας 5.3.2015 (Τεκμήριο Α) Στη συνέχεια, ως ο ισχυρισμός της Εναγομένης αρ. 3, η δικηγόρος των Εναγομένων επικοινώνησε με τη δικηγόρο των Εναγόντων, η οποία της απέστειλε στις 10.3.2015 μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου τα σχετικά με την υπόθεση έγγραφα. Αντίγραφο του ηλεκτρονικού μηνύματος ημερομηνίας 10.3.2015 επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση της Εναγομένης αρ. 3 ως Τεκμήριο Β. Σημειωτέον ότι, ως ο ισχυρισμός της Εναγομένης αρ. 3, τα συνημμένα στο εν λόγω μήνυμα περιλάμβαναν - το Κλητήριο Ένταλμα της αγωγής, την απόφαση ημερομηνίας 14.11.2014 (την οποία επισυνάπτει στην ένορκη δήλωση ως Τεκμήριο Γ, την αίτηση για υποκατάστατο επίδοση και το σχετικό διάταγμα για υποκατάστατη επίδοση ημερομηνίας 25.9.2014 (αντίγραφο του Διατάγματος επισυνάπτεται ως Τεκμήριο Δ). Στην παρα. 5 της Ε/Δ της, η Εναγόμενη αρ. 3 δηλώνει ότι αυτή είχε συνάντηση στις 12.3.2015 με τη δικηγόρο της κατά τη διάρκεια της οποίας έλαβε γνώση του περιεχομένου των ως άνω αναφερόμενων εγγράφων. Ως η θέση της Εναγομένης αρ. 3, αμέσως μετά τη συνάντηση ημερ. 12.3.2015 που είχε με τη δικηγόρο της, αυτή έδωσε οδηγίες εκ μέρους όλων των εναγομένων να ληφθούν τα δέοντα δικαστικά μέτρα για παραμερισμό της απόφασης και προς τούτο στις 13.3.2015 προμήθευσε τη δικηγόρο με περαιτέρω πληροφορίες και διευκρινίσεις, ώστε να ετοιμαστεί η υπό κρίση αίτηση, η οποία εν τέλει καταχωρήθηκε στις 16.3.2015. Β.2. Αναφορικά με το νομότυπο ή μη της επίδοσης του κλητηρίου Στις παρα. 6 έως 12 της Ε/Δ της, η Εναγόμενη αρ. 3 αμφισβητεί κατ΄ουσίαν την αλήθεια του περιεχομένου των δηλώσεων του επιδότη οι οποίες περιέχονται στην ένορκη δήλωση που συνόδευε την αίτηση για υποκατάστατη επίδοση του κλητηρίου και στη βάση της οποίας ενήργησε το Δικαστήριο εκδίδοντας το Διάταγμα υποκατάστατου επίδοσης. Συνοψίζω τις θέσεις της Εναγομένης αρ. 3 ως εξής: Στην παρα. 6 της Ε/Δ λέγει ότι αυτή και ο Εναγόμενος αρ. 2 κατοικούσαν μέχρι και τον Νοέμβριο του 2014 στο διαμέρισμα 92, Μπλοκ Θ, επί της οδού Κάσου 12 στους Αγίους Ομολογητές. Μετακόμισαν από εκεί την 1.12.2014 σε άλλη οικία στην Κλήρου. Επανέρχεται, στην παρα. 12 της Ε/Δ της, και λέγει ότι θα μπορούσε να είχε γίνει κανονική επίδοση της αγωγής στην οδό Κάσου 12, Μπλοκ Θ, Διαμέρισμα 92. Στην ίδια παρα. της Ε/Δ λέει ότι η Εναγόμενη αρ. 1 είχε, κατά πάντα ουσιώδη χρόνο μέχρι σήμερα το εγγεγραμμένο γραφείο της στην ως άνω οδό. Στην παρα. 7 της Ε/Δ λέει ότι «Ούτε εγώ ούτε οποιοσδήποτε εκ των υπόλοιπων εναγομένων έχουμε ή είχαμε οποιαδήποτε σχέση με την οδό Κρίτωνος 1 στο Στρόβολο». Ισχυρίζεται ότι «η εν λόγω διεύθυνση είναι παντελώς άγνωστη σε μένα και τους υπόλοιπους εναγομένους και είναι άξιον απορίας πως η ενάγουσα συνέδεσε αυτή τη διεύθυνση με εμένα και τους υπόλοιπους εναγομένους». Προσθέτει ότι «Εγώ και ο εναγόμενος αρ.2 ουδέποτε διαμείναμε στην εν λόγω διεύθυνση, ούτε έχουμε οποιαδήποτε σχέση με αυτήν και δεν διαθέτουμε οικιακή βοηθό». Στην παρα. 8 αρνείται τις αναφορές του επιδότη Γιάννη Ιωάννου περί τηλεφωνικής επικοινωνίας μαζί της και δήθεν συνεννόησης τους να συναντηθούν στην οικία επί της οδού Κρίτωνος 1 ως παντελώς αναληθείς, ανυπόστατες και παραπλανητικές για το Δικαστήριο. Στην ίδια παρα. λέγει ότι η επίδοση δια θυροκόλλησης στην ως άνω διεύθυνση κατέστησε παντελώς αδύνατο να περιέλθει σε γνώση αυτής και των υπόλοιπων εναγομένων η ύπαρξη και η επίδοση της υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αγωγής. Στην παρα. 9 της Ε/Δ της ισχυρίζεται ότι το πλυντήριο οχημάτων στον οποίο εργαζόταν ο εναγόμενος αρ.2 και στο οποίο αναφέρεται ο επιδότης κ. Ιωάννου, σταμάτησε να λειτουργεί από τον Δεκέμβριο του 2013. Στην παρα. 10 της Ε/Δ της λέγει ότι η εναγομένη αρ.1 ασκεί τις εργασίες της στο μεσοπάτωμα της οδού Πειραιώς 24Δ και όχι 24Ε, ως ανέφερε ο επιδότης κ. Ιωάννου. Εκεί εργάζονται πέραν από την Εναγόμενη αρ. 3 και άλλα 2-3 άτομα καθημερινώς. Ουδέποτε κάποιος από τους συναδέλφους της Εναγομένης αρ. 3, δεν της ανάφερε ότι την έψαχνε επιδότης ή οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο για να της δώσει οποιοδήποτε έγγραφο. Στην παρα. 11 της Ε/Δ της λέγει ότι «ουδέποτε επικοινώνησε μαζί μου οποιοσδήποτε επιδότης και πολύ περισσότερο ουδέποτε αρνήθηκα να παραλάβω το κλητήριο ένταλμα της αγωγής». Ενόψει των ανωτέρω ισχυρισμών γεγονότων, η Εναγόμενη αρ. 3 εισηγείται, στην παρα. 13 της Ε/Δ της, ότι προκύπτει αναμφίβολα ότι αυτή και οι υπόλοιποι εναγόμενοι δεν έλαβαν γνώση της επίδοσης της αγωγής, ούτε ήταν δυνατόν να λάβουν γνώση δια του τρόπου και του τόπου όπου έγινε η επίδοση. Συνεπακόλουθα, είναι η θέση της ότι έχει εκδοθεί απόφαση στην αγωγή εναντίον των Εναγομένων χωρίς να τους έχει γίνει επίδοση. Β.3. Αναφορικά με το αν αποκαλύπτεται εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση ή αν υπάρχουν ισχυρισμοί γεγονότων που να δικαιολογούν να δοθεί δικαίωμα υπεράσπισης. Είναι η εισήγηση της Εναγομένης αρ. 3 στην παρα. 14 της Ε/Δ της ότι οι Εναγόμενοι έχουν καλή και γνήσια υπεράσπιση να προβάλουν στην αγωγή. Στηρίζει την εισήγησή της αυτή στους ακόλουθους λόγους: Πρώτον, ότι η ενάγουσα κωλύεται από την αρχή του δεδικασμένου να εγείρει την παρούσα αγωγή, καθότι τα επίδικα θέματα της παρούσας αγωγής είναι τα ίδια με τα επίδικα θέματα της αγωγής αρ. 468/14. Η αγωγή 468/14 εγέρθηκε από την ίδια Ενάγουσα εναντίον των ιδίων Εναγομένων στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας. Εκδόθηκαν σε εκείνην δύο αποφάσεις ερήμην των Εναγομένων꞉ Απόφαση, ημερ. 21.3.2014, εναντίον της Εναγομένης αρ. 3 και του ως άνω Εναγομένου αρ.2 (Τεκμήριο Ε). Απόφαση, ημερ. 3.4.2013, εναντίον της Εναγομένης αρ.1 (Τεκμήριο Στ). Οι Εναγόμενοι συμμορφώθηκαν με το περιεχόμενο των εν λόγω αποφάσεων. Εξ όσων συμβουλεύει τους Εναγόμενους η δικηγόρος τους, πληρούνται οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή του κανόνα του δεδικασμένου, διότι- (α) οι αποφάσεις στην αγωγή αρ. 468/14 (Τεκμήρια Ε και ΣΤ) είναι τελεσίδικες, (β) υπάρχει ταύτιση διαδίκων, (γ) υπάρχει ταύτιση ιδιότητας των διαδίκων, και (δ) υπάρχει ταύτιση επίδικων θεμάτων. · Δεύτερον, ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας δεν έχει δικαιοδοσία να εκδικάσει την αγωγή με τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό καθ' ότι αποκλειστικά αρμόδιο Δικαστήριο είναι το Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων. Τούτο διότι - o το επίδικο κατάστημα βρίσκεται εντός της ελεγχόμενης υπό του Ενοικιοστασίου περιοχής, o η ανέγερση του έχει ολοκληρωθεί πριν την 31.12.1999, και o η επίδικη συμφωνία ενοικίασης αφορά κτίσμα, δηλαδή κατάστημα. o Μετά τη λήξη της συμφωνίας ενοικίασης, δηλαδή μετά την 14.7.2013, η εναγομένη αρ.1 κατέστη θέσμια ενοικιαστής του καταστήματος. · Τρίτον, ότι ουδέν ενοίκιο οφείλεται προς την Ενάγουσα. Τούτο διότι οποιαδήποτε οφειλόμενα και καθυστερημένα ενοίκια καταβλήθηκαν προς συμμόρφωση με τις αποφάσεις του Δικαστηρίου στην αγωγή αρ. 468/14 ως τα Τεκμήρια Ε και ΣΤ. · Τέταρτον, ότι η Ενάγουσα δεν δικαιούται τις αποζημιώσεις που απαιτεί εκ ποσού €8,177, διότι αφ' ενός στην παράγραφο 13 δεν αποδεικνύεται από πού προκύπτει το εν λόγω ποσό και αφ' ετέρου ουδεμία υποχρέωση έχουν οι Εναγόμενοι να καταβάλουν οποιοδήποτε ποσό αποζημίωσης, εφόσον το υποστατικό κατείχετο από την Eναγόμενη αρ.1 ως θέσμια ενοικιαστή και ουδεμία παράβαση συμφωνίας έλαβε χώρα. Η Εναγόμενη αρ. 3 στηρίζει την πιο πάνω γραμμή υπεράσπισης στους εξής ισχυρισμούς γεγονότων꞉ o Ότι περί τα τέλη Οκτωβρίου 2013, η ίδια η Εναγόμενη αρ. 3 είχε ενημερώσει τον Διευθυντή και αντιπρόσωπο της Ενάγουσας, κ. Στέλιο Στυλιανού, για την πρόθεση της Εναγομένης αρ.1 να εκκενώσει και να παραδώσει ελεύθερη κατοχή του ρηθέντος καταστήματος. o Τον Νοέμβριο του 2013 η Εναγόμενη αρ.1 εκκένωσε το κατάστημα και η Εναγόμενη αρ. 3 κάλεσε τον κ. Στυλιανού, εκ μέρους της Ενάγουσας, να συναντηθούν για να του παραδώσει τα κλειδιά του καταστήματος. Παρά τις επανειλημμένες εκκλήσεις της, η Ενάγουσα, εκπροσωπούμενη από τον κ. Στυλιανού, αρνείτο να παραλάβει τα κλειδιά του καταστήματος μέχρι την 15.5.2014, ημερομηνία κατά την οποίαν εν τέλει η Ενάγουσα αποδέχθηκε την παράδοση των κλειδιών του καταστήματος. o Η ίδια η ενάγουσα δεν προέβη σε ενέργειες για την άμεση ενοικίαση του υποστατικού μετά το Νοέμβριο του 2013. Η Εναγόμενη αρ. 3 από καλή πρόθεση έφερε σε επαφή την Ενάγουσα με διάφορα πρόσωπα που γνώριζε και τα οποία ενδιαφέρονταν να ενοικιάσουν το κατάστημα, αλλά η Ενάγουσα δεν επέδειξε οποιοδήποτε ενδιαφέρον να το ενοικιάσει. o Εν πάση περιπτώσει, εξ όσων πολύ καλά γνωρίζει η Εναγόμενη αρ. 3 , το κατάστημα εν τέλει ενοικιάστηκε κατά ή περί τον Οκτώβριο - Νοέμβριο του 2014, γεγονός το οποίο η ενάγουσα δεν αναφέρει στην Έκθεση Απαίτησης της. · Πέμπτον, απορρίπτει την αξίωση της Ενάγουσας για τις κατ' ισχυρισμό ζημιές που περιγράφονται στην παρα. 22 της Έκθεσης Απαίτησης και λέγει ως ακολούθως: (
  2. i)Αναφορικά με το κλιματιστικό. Κατά την έναρξη της ενοικίασης, δηλαδή περί τα μέσα Ιουλίου 2011, αντιπρόσωπος της ενάγουσας αφαίρεσε το σύστημα κλιματισμού που υπήρχε στο κατάστημα διότι ήταν παλιό και δεν εξυπηρετούσε την εναγόμενη αρ. 1, η οποία τοποθέτησε με δικά της έξοδα καινούριο σύστημα κλιματισμού, το οποίο αφαίρεσε όταν τερματίστηκε η ενοικίαση του υποστατικού, ως ήταν και η συμφωνία μεταξύ της ενάγουσας και της εναγομένης αρ.1. Συνεπώς, η ενάγουσα δεν δικαιούται να απαιτεί οποιοδήποτε ποσό σε σχέση με το κλιματιστικό. (
  3. ii)Αναφορικά με τις τρύπες στις βιτρίνες. Οι τρύπες στα πλαίσια των βιτρινών προϋπήρχαν της ενοικιάσεως από το προηγούμενο σύστημα κλιματισμού. (iii) Αναφορικά με τα φωτιστικά που αφαιρέθηκαν. Τα φωτιστικά που αφαιρέθηκαν ήταν αυτά που αγόρασε και τοποθέτησε η εναγομένη αρ.1 με δικά της έξοδα και τα οποία αφαίρεσε όταν τερματίστηκε η ενοικίαση του υποστατικού, ως ήταν και η συμφωνία μεταξύ της ενάγουσας και της εναγομένης αρ.1. (
  4. iv)Αναφορικά με τις ανακαινήσεις που έγιναν. Η εναγομένη αρ.1 κατέβαλε ποσά περί τις €15,000 για την ανακαίνιση του καταστήματος, η οποία παρέμεινε προς όφελος της ενάγουσας. Μεταξύ άλλων, η εναγομένη αρ.1 κατέβαλε τα έξοδα για την τοποθέτηση καινούργιας ηλεκτρικής εγκατάστασης στο πατάρι, τοποθέτηση καινούργιας βιτρίνας με πόρτα και κλειδαριά ασφαλείας, αύξηση του ηλεκτρικού φορτίου, και αλλαγή της κεντρικής ασφάλειας του καταστήματος. Όλες οι ανακαινίσεις έγιναν με τη σύμφωνη γνώμη της ενάγουσας.». Λέγει η Εναγόμενη αρ. 3 στην παρα. 15 της Ε/Δ της ότι εάν το Δικαστήριο δώσει στους Εναγόμενους την ευκαιρία να προβάλουν την υπεράσπιση τους, τότε αυτοί θα δώσουν στο Δικαστήριο περισσότερες και καλύτερες λεπτομέρειες αναφορικά με τα περιστατικά που αναφέρονται ανωτέρω. Εν όψει όλων των ανωτέρω, η Εναγόμενη αρ. 3 δηλώνει ότι πιστεύει πως είναι προς το συμφέρον της δίκαιας και ορθής απονομής της δικαιοσύνης να παραμερισθεί και/ή ακυρωθεί η απόφαση στην υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αγωγή, ως η αίτηση τους. Γ. Η ένσταση της Ενάγουσας Στις 28.5.2015 η Ενάγουσα καταχώρησε Ειδοποίηση περί πρόθεσης Ένστασης στην Αίτηση ημερομηνίας 16.3.2015, εγείροντας τους πιο κάτω λόγους ένστασης: «Α. Η Αίτηση δεν μπορεί να προωθείται και/ή οι δικηγόροι που καταχώρησαν την Αίτηση εκ μέρους των Αιτητών, κωλύονται και/ή δεν νομιμοποιούνται να καταχωρούν, πολλώ δε μάλλον να προωθήσουν την εν λόγω Αίτηση εκ μέρους των Αιτητών και/ή η Αίτηση τους έχει καταχωρηθεί παράτυπα και/ή είναι άκυρη εφόσον δεν έχει καταχωρηθεί σημείωμα εμφάνισης και/ή διοριστήριο δικηγόρου από τους Εναγόμενους πριν την καταχώριση της παρούσας Αίτησης, παρά το ότι αυτή αποτελεί, ως φανερώνει τόσο η επικαλούμενη νομική βάση της Αίτησης, όσο και η όψη της Αιτήσεως, ενδιάμεση αίτηση, εγειρόμενη στα πλαίσια της Αγωγής 3641/2014. Β. Χωρίς επηρεασμό των υπό την παράγραφο Α πιο πάνω αναφερόμενων και σωρευτικά και/ή διαζευκτικά ως προς την παράγραφο Α πιο πάνω: 1. Ενώ οι Εναγόμενοι 1,2 και 3 γνώριζαν για την ύπαρξη της παρούσας αγωγής, τουλάχιστον από την 17/10/2014, επέλεξαν να μην παρουσιαστούν στη Δικαστική διαδικασία. 2. Οι Εναγόμενοι 1, 2 και 3 δεν έχουν επιδείξει και/ή αποδείξει οποιονδήποτε σοβαρό ή και εύλογο λόγο για την παράλειψη τους να εμφανιστούν στη Δικαστική διαδικασία παρόλο που η αγωγή τους επιδόθηκε δεόντως και συμφώνως με τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας. 3. Οι Εναγόμενοι 1, 2 και 3 δεν έχουν αποδείξει σε καμία περίπτωση ότι η αγωγή δεν τους επιδόθηκε δεόντως και οι σχετικοί ισχυρισμοί τους είναι αναληθείς και ανυπόστατοι. 4. Οι Εναγόμενοι 1, 2 και 3 έλαβαν γνώση της αγωγής και οι ισχυρισμοί τους περί κακής επίδοσης είναι εκ των υστέρων σκέψεις για αποφυγή των συνεπειών που πηγάζουν από την έκδοση απόφασης. 5. Οι Εναγόμενοι 1, 2 και 3 δεν έχουν επιδείξει και/ή αποδείξει οποιονδήποτε σοβαρό ή και εύλογο λόγο για την καθυστέρηση τους για καταχώριση της παρούσας Αίτησης. 6. Οι Εναγόμενοι 1, 2 και 3 στερούνται του δικαιώματος να εμφανιστούν ενώπιον του Δικαστηρίου και να παραμερίσουν την απόφαση ημερ. 14/11/2014 λόγω της αδικαιολόγητης καθυστέρησης πέντε μηνών, από την επίδοση του κλητήριου εντάλματος της πιο πάνω αγωγής. 7. Οι Εναγόμενοι 1, 2 και 3 στερούνται του δικαιώματος να εμφανιστούν ενώπιον του Δικαστηρίου και να παραμερίσουν την απόφαση ημερ. 14/11/2014, λόγω εσκεμμένης ή/και αδικαιολόγητης περιφρόνηση προς την Δικαστική διαδικασία και/ή του Δικαστηρίου και/ή των δικαιωμάτων των αντιδίκων - Εναγόντων, που έχουν επανειλημμένα επιδείξει στα πλαίσια τόσο της παρούσας όσο και προηγούμενης αγωγής. 8. Δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις που θέτουν οι περί Πολιτικής Δικονομίας θεσμοί και η Νομολογία για την ικανοποίηση της αιτούμενης θεραπείας και/ή οι Αιτητές έχουν την συνήθεια να μην συμμορφώνονται με τους περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς και/ή η διαγωγή των Αιτητών είναι ασυγχώρητη, περιφρονητική μέχρι βαθμού καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας ή των δικαιωμάτων των Καθ' ων η αίτηση και το Δικαστήριο πρέπει να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια και να αρνηθεί να παραμερίσει την απόφαση. 9. Οι Εναγόμενοι 1, 2 και 3 στερούνται οποιασδήποτε υπεράσπισης στην αγωγή με τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό και/ή δεν έχουν κατορθώσει να αποδείξουν και/ή στερούνται εκ πρώτης όψεως καλής υπεράσπισης σχετικά με την ουσία της υπόθεσης. 10. Οι Εναγόμενοι 1, 2 και 3 δεν έχουν αποσείσει το βάρος απόδειξης που φέρουν, όσον αφορά την ύπαρξη εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης στην πιο πάνω αγωγή. 11. Οι Εναγόμενοι 1, 2 και 3 προσέρχονται ενώπιον του δικαστηρίου με κακή πίστη και/ή χωρίς καθαρά χέρια και/ή αποκρύπτουν την αλήθεια και προβάλουν αναληθείς ισχυρισμούς σε μια προσπάθεια να επιτύχουν τον παραμερισμό της απόφασης του Δικαστηρίου ημερομηνίας 14/11/2014. 12. Η παρούσα αίτηση γίνεται με μόνο σκοπό την καθυστέρηση της πληρωμής της εξ αποφάσεως οφειλής των Εναγομένων, 2 και 3, καθώς και την αποτροπή λήψεως μέτρων για εκτέλεση της αποφάσεως ημερ. 14/11/2014 και ως εκ τούτου σκοπεί αποκλειστικά στην παρέκκλιση της διαδικασίας και/ή στην παρακώλυση της απονομής της δικαιοσύνης και άρα αποτελεί κατάχρηση δικαστικής διαδικασίας και/ή είναι καταχρηστική. 13. Η παρούσα Αίτηση είναι νομικά και/ή ουσιαστικά αβάσιμη και/ή απαράδεκτη και/ή αστήρικτη και/ή καταχρηστική. 14. Υπό τις περιστάσεις δεν θα ήταν εύλογο και δίκαιο το Σεβαστό Δικαστήριο να εξασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια και να εκδώσει τα αιτούμενα διατάγματα.» Η ένσταση των Εναγόντων βασίστηκε στους Θεσμούς της Πολιτικής Δικονομίας Δ.17 θ.10, Δ.26 θ.14, Δ.33 θ.θ. 2, 3 και 5, Δ.40 θ.θ. 2, 3, 7 και 11, Δ.44 θ.11, Δ.48 θ.θ. 1 - 4, 7 και 9, και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα επί των οποίων βασίστηκε η ένσταση των Εναγόντων εκτίθενται σε ένορκη δήλωση, ημερ. 28.5.2015, του κ. Στέλιου Στυλιανού, ο οποίος, ως δηλώνει στην παρα. 1 αυτής, είναι διευθυντής των Εναγόντων, γνωρίζει τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης προσωπικά και είναι δεόντως εξουσιοδοτημένος από τους Ενάγοντες να προβεί στην ένορκη δήλωση (στο εξής «η Ε/Υ»). Δεδομένου του μακροσκελούς της Ε/Δ του κ. Στυλιανού και της εκεί λεπτομερέστατης απάντησής του στους ισχυρισμούς γεγονότων που προβάλλουν οι Εναγόμενοι, κρίνω πως δεν θα ήταν κατάλληλο να την παραθέσω αυτούσια. Θα παραθέτω σύνοψη ή/και αποσπάσματα της Ε/Δ του κ. Στυλιανού, αναλύοντας τον κάθε ένα λόγο ένστασης στην αίτηση παραμερισμού και διατυπώνοντας συγχρόνως το νομικό προσδιορισμό του θέματος και την εκτίμηση του Δικαστηρίου. Δ.1. Νομική πτυχή και εκτίμηση Δικαστηρίου. Δ.1. Αναφορικά με το λόγο ένστασης «Α», που άπτεται της μη καταχώρησης Σημειώματος Εμφάνισης πριν την καταχώρηση της αίτησης παραμερισμού. Ο κ. Στυλιανού υιοθετεί και επαναλαμβάνει στην παρα. 6 της Ε/Δ του, τον λόγο ένστασης «Α» ως αυτός δικογραφήθηκε στην Ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης και τον οποίο έχω ήδη παραθέσει ανωτέρω. Πρόκειται για νομικό επιχείρημα, ότι η υπό κρίση αίτηση δεν μπορεί να προωθηθεί και/ή οι δικηγόροι που καταχώρησαν την αίτηση εκ μέρους των Εναγομένων - Αιτητών κωλύονται και/ή δεν νομιμοποιούνται να την προωθήσουν και/ή η Αίτηση τους έχει καταχωρηθεί παράτυπα και/ή είναι άκυρη, εφόσον δεν έχει καταχωρηθεί σημείωμα εμφάνισης και/ή διοριστήριο δικηγόρου από τους Εναγόμενους πριν την καταχώριση της υπό κρίση αίτησης. Δεν θα συμφωνήσω με αυτή την εισήγηση των Εναγομένων. Εξηγώ γιατί διαφωνώ: · Η παρούσα αίτηση καταχωρήθηκε σε στάδιο που έπεται της έκδοσης απόφασης στην αγωγή. · Η Διαταγή 16, η οποία ρυθμίζει το ζήτημα της καταχώρισης σημειώματος εμφάνισης σε αγωγή, καθορίζει στο θ.7 αυτής ότι «Ένας Εναγόμενος μπορεί να καταχωρήσει εμφάνιση οιονδήποτε χρόνο πριν την απόφαση». Δηλαδή, δικαίωμα καταχώρησης εμφάνισης υφίσταται νοουμένου ότι δεν έχει ακόμη εκδοθεί απόφαση στην αγωγή. · Εφόσον έχει εκδοθεί απόφαση σε αγωγή, ο Εναγόμενος δεν έχει δικαίωμα κα καταχωρεί απρόσκοπτα σημείωμα εμφάνισης αξιώνοντας επανάνοιγμα της υπόθεσης. · Απεναντίας, απαιτείται να καταχωρήσει αίτηση παραμερισμού της ερήμην του εκδοθείσας απόφασης, δυνάμει της Δ.17 θ.10. Και για να επιτύχει άλλωστε τέτοια αίτηση παραμερισμού, απαιτείται από τον Εναγόμενο να υπερβεί το σκόπελο του ελέγχου αναφορικά με το ποιος ήταν ο λόγος που υπήρξε παράλειψη καταχώρησης εμφάνισης στην αγωγή πριν την έκδοση απόφασης.[1] · Εάν ικανοποιηθεί το Δικαστήριο ότι δεν έγινε καλή επίδοση ή, εφόσον έγινε καλή επίδοση, ότι δεν υπήρξε αδιαφορία ή συμπεριφορά περιφρονητική προς τη δικαστική διαδικασία από τους Εναγόμενους, τότε και μόνον είναι που, δυνάμει της απόφασης του Δικαστηρίου που εγκρίνει τον παραμερισμό της απόφασης στην αγωγή, παρέχεται κατ' ουσίαν το δικαίωμα καταχώρισης εμφάνισης και υπεράσπισης στην αγωγή. Προς επίρρωση των όσων αναφέρω, παραπέμπω πιο κάτω σε νομολογία η οποία καθιερώνει νομικά το σκοπό που επιτελεί η Δ.17, θ.10 και η απόφαση ενός Δικαστηρίου να παραμερίσει την ήδη εκδοθείσα απόφαση λόγω μη καταχώρησης σημειώματος εμφάνισης. · Όπως χαρακτηριστικά λέχθηκε στην Ελληνική Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Μιχάλης Περατικός (5788/2005, απόφαση ημερομηνίας 05/08/2013): «Η ταχεία απονομή της δικαιοσύνης δεν αποτελεί απλώς ζήτημα ευκολίας, αλλά υψίστης σημασίας παράγοντα για την αποτελεσματική διεκδίκηση των δικαιωμάτων του πολίτη. Η αρχή αυτή είναι στενά συνυφασμένη και με ένα άλλο λόγο, επίσης σημαντικό για την απονομή της δικαιοσύνης, την ανάγκη διασφάλισης της τελεσιδικίας. Εάν διάδικος μπορεί απρόσκοπτα να επιδιώκει το επανάνοιγμα της υπόθεσης, η σφραγίδα της οριστικότητας, την οποία φέρει η απόφαση, και όλα όσα εξυπακούει, καθώς και η βεβαιότητα την οποία εισάγει στη διαχείριση των υποθέσεων του ανθρώπου, θα απωλεσθούν, με οδυνηρές συνέπειες για την απονομή της δικαιοσύνης (βλ. lason Travel & Tours Ltd v. L. Pashias Travel Ltd κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ. 145/2010, ημερομηνίας 19.02.13).». Στην απόφαση στην Πολιτική Έφεση Αρ. 10096, Κύπρος Γεωργίου ν Οργανισμός Χρηματοδοτήσεως Τράπεζα Κύπρου Λτδ

(1999)(Αρ.2) 1Γ ΑΑΔ 1938, ο Ηλιάδης Δ. κατέγραψε τα εξής, τα οποία απηχούν μέχρι σήμερα τη θέση του Ανωτάτου Δικαστηρίουː «Οι αρχές που διέπουν τον παραμερισμό μιας απόφασης που λήφθηκε λόγω παράλειψης του εναγομένου να εμφανισθεί αποτέλεσαν το αντικείμενο πολλών Αγγλικών και Κυπριακών αποφάσεων. (Evans ν. Bartlam [1937] 2 All E.R 646, Kotsapas v. Titan Construction and Engineering Company
(1961)C.L.R. 317, Christoforou v. Kyriakoulli
(1963)2 C.L.R. 159, Phylactou v. Michael
(1982)1 C.L.R. 204, Mine and Quarry Services Ltd. ν. Α. Γεωργίου (Μαύρο)
(1993)1 Α.Α.Δ. 26, Βίκα Πίκα Ντίσκο Λτδ. ν. Χάπυ Στρητς Ντίσκο Λτδ.
(1997)1 Α.Α.Δ. 28). [...] Η γενική αρχή του δικαίου όπως προκύπτει από τις πιο πάνω αποφάσεις είναι ότι για να επιτύχει τον παραμερισμό μιας απόφασης ο αιτητής θα πρέπει να πείσει ότι έχει μια εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση στην απαίτηση που προβάλλεται εναντίον του. Μέσα σε αυτά τα πλαίσια το Δικαστήριο θα πρέπει να λάβει σοβαρά υπόψη από τη μια την ανάγκη διασφάλισης του δικαιώματος ενός διαδίκου να ακουστεί και από την άλλη την ταχεία διεκπεραίωση των δικαστικών διαδικασιών. Όμως η χωρίς ουσιαστικό λόγο παράλειψη του αιτητή να εμφανισθεί και η αδικαιολόγητη καθυστέρηση του να πάρει έγκαιρα μέτρα για την ακύρωση της πρωτόδικης απόφασης μπορεί να αποτελέσει λόγο για την απόρριψη της αίτησης. (Mine and Quarry Services Ltd. ν. Α. Γεωργίου (Μαύρου) και Milouca Motor Trading Ltd. ν. Κούρτης (πιο πάνω). Όπως έχει τονιστεί από το Δικαστή Νικήτα στην απόφαση Mine and Quarry Services Ltd. ν. Α. Γεωργίου (Μαύρου) (πιο πάνω),"Η ανεξήγητη αργοπορία είναι παράγων που ασκεί έντονα αρνητική επίδραση κατά του διαδίκου που παρέλειψε να κινηθεί με την πρώτη δυνατή ευκαιρία για να διεκδικήσει το δικαίωμα να ξανανοίξει την υπόθεση του."». Στην σχετικά πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, ημερ. 15.1.2013, (δοθείσα από τον Ναθαναήλ, Δ.), στην Πολιτική Έφεση 205/2010, Κυριακή Τσεσμέλογλου ν Σοφοκλή Σοφοκλέους, το θέμα συνοψίσθηκε ως εξήςː «Διαχρονικά η νομολογία έχει καθορίσει σε ποιες περιπτώσεις είναι δυνατή η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου προς ακύρωση απόφασης ληφθείσας λόγω παράλειψης καταχώρισης εμφάνισης. Διακρίνονται δύο περιπτώσεις: (α) όπου η ερήμην απόφαση εκδόθηκε παράνομα, δηλαδή, κατά παράβαση ουσιώδους τύπου ή διαδικασίας, οπότε και η απόφαση παραμερίζεται ex debito justitiae και (β) όπου η απόφαση είναι μεν νομότυπη, αλλά ο αιτούμενος τον παραμερισμό της παρουσιάζει διά ενόρκου δηλώσεως εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση, ενώ επεξηγεί ταυτόχρονα το λόγο που η υπόθεση αφέθηκε να προχωρήσει σε έκδοση απόφασης, χωρίς τη συμμετοχή του. Η απεριόριστη και ταυτόχρονα σύμφυτη ουσιαστικά εξουσία του Δικαστηρίου να παραμερίζει αποφάσεις ληφθείσες χωρίς την εξέταση της υπόθεσης επί της ουσίας, υπόκειται επομένως στα καλώς εγνωσμένα περιοριστικά κριτήρια που έχουν αναφερθεί ανωτέρω, αλλά σημασία αποκτούν επίσης αφενός το χρονικό διάστημα που έχει διαρρεύσει μεταξύ της απόφασης και της αίτησης παραμερισμού και αφετέρου η χρησιμότητα του τυχόν παραμερισμού, από την άποψη ότι αν δεν υπάρχει κάποια υπεράσπιση, τότε ο παραμερισμός δεν εξυπηρετεί. Τα πιο πάνω αντλούνται από υποθέσεις όπως οι Evans v. Bartlam
(1973)3 All E.R. 646, Land Securities Plc v. Receiver for the Metropolitan Police District
(1983)1 W.L.R. 439, Φυλακτού ν. Μιχαήλ
(1982)1 Α.Α.Δ. 204, Μιχάλης Λούκα ν. Cyprus Pipes Industries Ltd
(1995)1 Α.Α.Δ. 163 και Λουκαΐδου ν. Γερολέμου
(2000)1 Α.Α.Δ. 333.». Συνεπώς, υπό το φως των όσων έχω προαναφέρει και της προπαρατεθείσας νομολογίας, καταλήγω να απορρίπτω τον λόγο ένστασης «Α» και προχωρώ να εξετάσω επί της ουσίας της την αίτηση παραμερισμού για να διαπιστώσω αν δικαιολογείται, υπό τα προεκτεθέντα κριτήρια, να παραμεριστεί η απόφαση η οποία εκδόθηκε εναντίοτν των Εναγομένων στην ως άνω αγωγή και να τους δοθεί άδεια να εμφανιστούν για να υπερασπιστούν τους εαυτούς τους. Δ.
  1. Αναφορικά με τους λόγους ένστασης «Β», περί κακής υποκατάστατης επίδοσης. Θυμίζω ότι οι Εναγόμενοι αξιώνουν τον παραμερισμό της απόφασης στην αγωγή ex debito justitiae, δηλαδή ισχυρίζονται ότι θα πρέπει να τους αναγνωρισθεί δικαιωματικά το επανάνοιγμα της υπόθεσης και τούτο διότι κατ΄ ισχυρισμόν δεν τους είχε επιδοθεί το κλητήριο ένταλμα σε ορθή και/ή κατάλληλη διεύθυνση. Θυμίζω επίσης ότι οι Εναγόμενοι αμφισβητούν ακόμη και την ορθότητα της έκδοσης του Διατάγματος υποκατάστατου επίδοσης λέγοντας ότι έπασχε λόγω αναληθών ή/και παραπλανητικών πληροφοριών που οι Ενάγοντες και/ή ο δικαστικός επιδότης έδωσαν στο Δικαστήριο. Με βάση τη δοθείσα μαρτυρία, ως αξιολογείται στην όψη των ενόρκων δηλώσεων, έχω ικανοποιηθεί ότι στην παρούσα υπόθεση δικαιολογείτο η έκδοση Διατάγματος υποκατάστατης επίδοσης του κλητηρίου, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στη Δ.5 και Δ.5Α των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, καθώς και ότι, στην πράξη, η επίδοση του κλητηρίου εντάλματος στους Εναγομένους έγινε σύμφωνα με το εν λόγω Διάταγμα. Αναλύω το σκεπτικό μου ως εξής꞉ Σκοπός της επίδοσης είναι η παροχή ειδοποίησης στην άλλη πλευρά για να ενημερωθεί και να είναι σε θέση να αντικρούσει εκείνο που επιδιώκεται εναντίον της (Βλ. Annual Practice 1960, σελ. 102). Το θέμα της υποκατάστατης επίδοσης διέπεται από τη Δ.5 θ.
  2. η οποία παρέχει διακριτική ευχέρεια στο δικαστήριο να επιτρέψει υποκατάστατη επίδοση στις περιπτώσεις όπου για οποιοδήποτε λόγο δεν είναι δυνατό να γίνει έγκυρη επίδοση με τον τρόπο που προβλέπεται από τη Δ.5 θ.
  3. Απαιτείται η καταχώρηση αίτησης Οι πρόνοιες της Δ.5 θ.9 έχουν πολύ ευρεία εφαρμογή και παρέχουν ευρεία διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο (βλ. Porter v. Freudenberg
(1915)1 K.B. 857). Ωστόσω, το Δικαστήριο οφείλει να ασκεί τη διακριτική του ευχέρεια αιτιολογημένα. Οι προϋποθέσεις που το Δικαστήριο οφείλει να ελέγχει αν πληρούνται προτού εγκρίνει ένα Διάταγμα υποκατάστατης επίδοσης έχουν αναλυθεί στην Sabine Zehil v Neil Roberts
(2009)1 Α.Α.Δ. 678. Παραθέτω σχετικό απόσπασμα꞉ «[...] Το δικαστήριο λανθασμένα ενέκρινε το διάταγμα για υποκατάστατη επίδοση, εφόσον: (α) καμιά μαρτυρία δεν δόθηκε ότι υπήρχε πρακτική δυσκολία στο να γίνει προσωπική επίδοση, (β) κανένα στοιχείο δεν τέθηκε ενώπιον του δικαστηρίου σχετικά με τις προσπάθειες που έγιναν για προσωπική επίδοση και ότι είχαν εξαντληθεί όλες οι δυνατότητες για προσωπική επίδοση ή ότι η Εφεσείουσα σκόπιμα απέφευγε επίδοση και (γ) καμιά μαρτυρία δεν προσφέρθηκε που να δείχνει ότι η δημοσίευση σε αγγλόφωνη εφημερίδα στην Κύπρο, εύλογα θα έφερνε σε γνώση της Εφεσείουσας την αίτηση διαζυγίου. Η δημοσίευση, ως μέθοδος επίδοσης, συνήθως επιλέγεται όταν ο ακριβής τόπος διαμονής του διαδίκου είναι άγνωστος. Όμως προτού εγκριθεί ένα τέτοιο αίτημα, το δικαστήριο θα πρέπει να πειστεί ότι υπάρχουν εύλογες πιθανότητες να περιέλθει στην αντίληψη του διαδίκου. Λόγω της δραστικότητας του μέτρου και των συνεπειών, αυτού του είδους η υποκατάστατη επίδοση εγκρίνεται με φειδώ και ως έσχατη ανάγκη (Βλ. Lazard Bros & Co v. Banque Industrielle de Moscow [1932] 146 L.T. 240).» Όπως λέχθηκε στην Karim v. Κονιδάρη
(1994)1 Α.Α.Δ. 36 (απόφαση Πική, Δ., όπως ήταν τότε) "το κύριο ερώτημα σε κάθε περίπτωση υποκατάστατης επίδοσης, όπως η λογική του πράγματος επιβάλλει, είναι κατά πόσο ο προσφερόμενος τρόπος θα θέσει κατά λογική προοπτική, αν όχι βεβαιότητα, το κλητήριο υπόψη του εναγομένου (Βλ. THE ANNUAL PRACTICE, 1960, Vol. 1, p. 133-134)". Στην παρούσα υπόθεση καταχωρήθηκε αίτηση για την έκδοση Διατάγματος υποκατάστατου επίδοσης ως προδιαγράφεται από τη Δ.5Α.[2] Στην Ε/Δ του δικαστικού επιδότη που συνόδευε την εν λόγω αίτηση δόθηκε πλήρης αιτιολογία των λόγων γιατί οι Ενάγοντες έκριναν ότι ήταν αδύνατη η επίδοση με τους τρόπους που προβλέπονται στη Δ.5, θ.2, ως απαιτείται βάσει της Δ.5, θ.9. Σημειώνω ότι προκειμένου περί επίδοσης σε φυσικό πρόσωπο, ως κανονική επίδοση, σύμφωνα με τα οριζόμενα στη Δ.5, θ.2, λογίζεται ότι γίνεται όταν το επίσημο αντίγραφο του κλητηρίου꞉ αφεθεί στο πρόσωπο που θα γίνει η επίδοση (Δ.5, θ.2
(1)), ή αν δεν βρεθεί στο σπίτι του ή στον συνήθη τόπον εργασίας του, η επίδοση θα θεωρείται ότι έγινε αν αντίγραφο αφεθεί - σε μέλος της οικογένειας του που να φαίνεται ότι είναι 16 ετών και άνω και είναι στην πόλη ή το χωριό του ή εντός της περιοχής του (Δ.5, θ.2
(1)(i), ή σε οποιοδήποτε πρόσωπο που να είναι τέτοιας ηλικίας και που να είναι υπεύθυνο του τόπου εργασίας του (Δ.5, θ.2
(1)(ii)), ή στον αφέντη του σε περίπτωση υπηρέτη που ζει με τον αφέντη του (Δ.5, θ2.
(1)(iii)). Όσον αφορά την επίδοση σε νομικό πρόσωπο, σχετική είναι η Διαταγή 5, θ.7 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, η οποία προβλέπει για επίδοση στον πρόεδρο ή σε άλλο αξιωματούχο ή στον ταμία ή τον γραμματέα της εταιρείας ή με άφεση του κλητηρίου στο εγγεγραμμένο γραφείο της εταιρείας. Παραθέτω αυτούσια τη Δ.5, θ.7ː «7. In the absence of any statutory provision regulating service of process upon a corporate body, service of an office copy of a writ of summons or other process on the president or other head officer, or on the treasurer or secretary of such body, or delivery of such copy at the office of such body, shall be deemed good service; [...]». Κρίνω ότι με τους λόγους που έδωσε ο επιδότης στην Ε/Δ του που συνόδευε την αίτηση για υποκατάστατο επίδοση, ως τους έχω ήδη παραθέσει στο Μέρος Α της παρούσας απόφασης, αυτός αιτιολόγησε αρκούντως την αναγκαιότητα της υποκατάστατης επίδοσης και την καταλληλότητα επίδοσης στη συγκεκριμένη διεύθυνση με τη συγκεκριμένη μέθοδο, καλύπτοντας καθε μια προϋπόθεση από αυτές που προδιαγράφησαν στην Sabine Zehil v Neil Roberts
(2009)1 Α.Α.Δ. 678 και ιδιαίτερα την απαίτηση ότι αν γινόταν η υποκατάστατος επίδοση με τον τρόπο που περίγραφε και στη διεύθυνση που περίγραφε, τότε «κατά λογική προοπτική, αν όχι βεβαιότητα», το κλητήριο θα ετίθετο υπόψη των εναγομένων. Στο πλαίσιο της παρούσας αίτησης παραμερισμού, το βάρος είναι στους ώμους των Εναγομένων - Αιτητών να αποδείξουν ότι πάσχει η υποκατάστατος επίδοσης ή και ότι η ένορκη δήλωση του επιδότη που έγινε όσον αφορά την εφαρμογή του Διατάγματος υποκατάστατου επίδοσης είναι αναληθής (βλ. μεταξύ άλλων την Πολιτική Έφεση Αρ. 12016, Ι.Ρ.Μ. INDUSTRIES CO. LTD κ.α. - ν - ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΥ ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΗΣΕΩΣ ΤΡΑΠΕΖΗΣ ΚΥΠΡΟΥ ΛΤΔ.
(2006)1 ΑΑΔ 1319). Το Δικαστήριο δεν δύναται με δική του πρωτοβουλία να αμφισβητήσει το αληθές του περιεχομένου της ενόρκου δηλώσεως επίδοσης που βρίσκεται στο φάκελο του Δικαστηρίου. Τέτοια αμφισβήτηση θα πρέπει να δικογραφείται κατά τρόπο ειδικό στην ένσταση και εναπόκειται στον επηρεαζόμενο διάδικο (ήτοι τον αιτούντα τον παραμερισμό) να ζητήσει την αντεξέταση του επιδότη αν αμφισβητεί την αλήθεια του περιεχομένου της ένορκης δήλωσης επίδοσης (βλ. απόφαση ημερ. 9.7.2012, του Χατζηχαμπή, Δ., στην Πολιτική Έφεση 66/2009, Marfin Popular Bank Public Co. Ltd v Ανδρούλας Γεωργίου Κωστή). Έχω ήδη καταγράψει στο Μέρος Β της παρούσας απόφασης τί ισχυρίζονται οι Εναγόμενοι. Έρχομαι τώρα να εξετάσω αν οι ισχυρισμοί τους αντικρούονται από τον Δ/ντη των Εναγόντων. Στις παρα. 8 έως 19 της Ε/Δ του, ο κ. Στυλιανού εξηγεί γιατί αυτός απορρίπτει τους ισχυρισμούς της Εναγομένης αρ. 3 ως προς το δήθεν εσφαλμένο ή/και αναληθές της διεύθυνσης όπου έγινε η υποκατάσταση επίδοση του κλητηρίου της ως άνω αγωγής προς τους Εναγόμενους꞉ · Στην παρα. 8 της Ε/Δ του, ο κ. Στυλιανού λέει ότι είναι ψευδείς οι δηλώσεις της Εναγομένης αρ. 3 στη δική της Ε/Δ ότι καθ' ον χρόνο διατάχθηκε η υποκατάστατη επίδοση δεν είχε ακόμη εγκαταλειφθεί η διεύθυνση διαμονής επί της οδού Κάσου 12, Μπλοκ Θ στους Άγιος Ομολογητές. · Λέγει ο κ. Στυλιανού ότι ο ίδιος προσωπικά κατέβαλε προσπάθειες εντοπισμού της κας Αλεξάνδρου και των λοιπών Εναγομένων 1 και 2 για την εκτέλεση απόφασης στην αγωγή 468/
  1. · Όταν, λοιπόν, κατά ή περί τον Ιούνιο του 2014, ο ίδιος επικοινώνησε με την Εναγόμενη αρ. 3 ζητώντας της να τον ενημερώσει για την διεύθυνση διαμονής της ιδίας και του Εναγομένου 2, εκείνη του δήλωσε ότι είχε από καιρό εγκαταλείψει το διαμέρισμα αρ. 92 της οδού Κάσου 12, Μπλοκ Θ στους Άγιος Ομολογητές, τόσο η ίδια όσο και ο Εναγόμενος 2 που ήταν σύζυγός της, ως επίσης και η Εναγομένη εταιρεία
  2. Του είχε τότε πει ότι πλέον κατοικούσε σε περιοχή στα προάστια της Λευκωσίας, άλλη από αυτή που τώρα προβάλει, ήτοι την Ψημολόφου, αλλά αρνήθηκε να του δώσει ακριβή διεύθυνση. · Στην παρα. 9 της Ε/Δ του λέει ότι ο λόγος που ο ίδιος επικοινώνησε μαζί με την Εναγόμενη 3, ήταν γιατί οι δικηγόροι των Εναγόντων τον είχαν ενημερώσει ότι τους είχε δοθεί Ειδοποίηση, ημερομηνίας 05/06/2014 (Τεκμήριο 1), από αρμόδιο δικαστικό επιδότη, ο οποίος είχε αναλάβει την εκτέλεση Εντάλματος Κινητών (Τεκμήριο 2) εναντίον των Εναγομένων 1, 2 και 3, σε σχέση με απόφαση που είχε εκδοθεί στα πλαίσια της αγωγής 468/2014 και η εν λόγω ειδοποίηση ανέφερε ότι η Εναγόμενοι 1, 2 και 3 στην αγωγή 468/2014 είχαν εγκαταλείψει την διεύθυνση στην οδό Κάσου
  3. · Στην παρα. 10 της Ε/Δ του λέγει ότι τα όσα αναφέρονται στις παραγράφους 8 και 9 ανωτέρω, αποδεικνύουν ότι το διαμέρισμα της οδού Κάσου 12, Διαμέρισμα 92, Μπλοκ Ο στους Αγίους Ομολογητές, εγκαταλείφθηκε πολύ πριν το χρονικό σημείο που ψευδώς αναφέρει στην Ένορκη Δήλωση της η Εναγομένη
  4. Ως εκ τούτου, από τις 26/06/2014, ημερομηνία καταχώρισης της παρούσας Αγωγής, μέχρι την 01/09/2014 που καταχωρήθηκε Αίτηση Υποκατάστατης Επίδοσης της παρούσας Αγωγής, ο ιδιωτικός επιδότης ήταν αδύνατο να επιδώσει στη διεύθυνση Κάσου 12, Διαμέρισμα 92, Μπλοκ Ο στους Αγίους Ομολογητές. · Στην παρα. 11 της Ε/Δ του λέγει ότι, εν πάση περιπτώσει, ο ιδιωτικός επιδότης κατέβαλε προσπάθεια να επιδώσει την παρούσα Αγωγή και στην διεύθυνση Κάσου 12, Διαμέρισμα 92, Μπλοκ Θ στους Αγίους Ομολογητές και διαπίστωσε και ο ίδιος, ως αναφέρει στην προαναφερόμενη Ένορκη του Δήλωση, ότι το διαμέρισμα είχε εγκαταλειφτεί. · Στην παρα. 12 της Ε/Δ του, ο κ. Στυλιανού λέγει ότι, με επιστολή των δικηγόρων των Εναγόντων ημερ. 15/05/2014 («ΤΕΚΜΗΡΙΟ 3»), μεταξύ άλλων, οι Ενάγοντες τερμάτισαν την σύμβαση ενοικίασης σχετικά με το επίδικο ακίνητο και ζήτησαν από τους Εναγόμενους 1 να τους αποζημιώσουν σχετικά και να αποκαταστήσουν τις ζημιές που προξένησαν στο επίδικο ακίνητο. Η εν λόγω επιστολή κοινοποιήθηκε και στους Εναγομένου 2 και
  5. Οι εν λόγω συστημένες επιστολές στάλθηκαν στην Κάσου 12, Διαμέρισμα 92, Μπλοκ Ο στους Αγίους Ομολογητές αλλά επιστράφηκαν ως αζήτητες, (επισυνάπτονται φακέλοι ως επιστράφηκαν από ταχυδρομείο, ως «Δέσμη Τεκμηρίων 4») πράγμα που αποδεικνύει ακόμα μια φόρα ότι η εν λόγω διεύθυνση είχε εγκαταλειφθεί μακράν πριν το χρόνο που επικαλείται η κα Αλεξάνδρου στην παράγραφο 6 της Ενόρκου Δηλώσεως της. · Αναφορικά με την ορθότητα της νέας διεύθυνσης, στην οποία διατάχθηκε να γίνει η υποκατάστατη επίδοση. · Είναι η θέση του κ. Στυλιανού, ότι η κα Αλεξάνδρου ψεύδεται όταν ορκίζεται ότι η εν λόγω διεύθυνση είναι άγνωστη στην ίδια και τους λοιπούς Εναγομένους. · Στην παρα. 15 της Ε/Δ του, ο κ. Στυλιανού δηλώνει ότι τη διεύθυνση στην «οδό Κρίτωνος 1 στο Στρόβολο», ήταν αυτός που την εντόπισε προσωπικά και την έδωσε στους δικηγόρους των Εναγόντων. Εκείνοι την έδωσαν στον ιδιώτη επιδότη με τον οποίο συνεργάζονται για να επιδώσει την Αγωγή. · Επισυνάπτεται στην Ε/Δ του κ. Στυλιανού, ως «ΤΕΚΜΗΡΙΟ 7», σελίδα από τον τηλεφωνικό κατάλογο Λευκωσίας της Α.Τ.Η.Κ., όπου αναφέρεται ότι η εν λόγω διεύθυνση ως διεύθυνση της κας Μαρίνας Αλεξάνδρου. · Η Εναγόμενη, κα Αλεξάνδρου, αρνείται ότι την αφορά η πιο πάνω καταχώρηση στον τηλεφωνικό κατάλογο αλλά συγχρόνως αποφεύγει εσκεμμένα να αναφερθεί στη σημερινή διεύθυνση αυτής και των Εναγομένων 1 και
  6. · Στην παρα. 18 της Ε/Δ του, ο κ. Στυλιανού υποστηρίζει ότι τα όσα δηλώνει στην Ε/Δ του, ημερ. 1/9/2014 ο ιδιώτης επιδότης κος Γιάννος Ιωάννου είναι αληθή και σημειώνει ότι και ο ίδιος ο κ. Στυλιανού προσωπικά τηλεφώνησε στον τηλεφωνικό αριθμό της κας Μαρίνας Αλεξάνδρου που φαίνεται στο Τεκμήριο 7 μαζί με την διεύθυνση Κρίτωνος 1 στο Στρόβολο και του απάντησε μια αλλοδαπή οικιακή βοηθός, η οποία τον ενημέρωσε ότι η κα Αλεξάνδρου και ο σύζυγος της απουσιάζουν. · Εισηγείται, εν πάση περιπτώσει, ο κ. Στυλιανού, στην παρα. 16 της Ε/Δ του, ότι είναι οι Εναγόμενοι που έχουν το βάρος να αποδείξουν το λανθασμένο της διευθύνσεως στην οποία έγινε η δια τοιχοκόλλησης υποκατάστατη επίδοση και ότι δεν πέτυχαν να το αποσείσουν. Συγκρίνοντας τους ως άνω ισχυρισμούς του Δ/ντή των Εναγόντων με τους ισχυρισμούς των Εναγομένων, αποδέχομαι ως αληθοφανείς και πειστικούς τους ισχυρισμούς του Δ/ντη των Εναγόντων καθότι συνάδουν με τα επισυνημμένα τεκμήρια στην Ε/Δ του. Επισημαίνω ότι το Τεκμήριο 1 της Ε/Δ του κ. Στυλιανού (ήτοι το επιστραφέν, στις 5.6.2014, ένταλμα κινητής περιουσίας λόγω εγκατάλειψης της διεύθυνσης Κάσου 12, Διαμ. 92, Αγ. Ομολογητές, Λ/σια) αποτελεί ανεξάρτητη μαρτυρία προερχόμενη προς άλλο δικαστικό επιδότη. Οι επιστραφείσες, ως αζήτητες, επιστολές που απευθύνονταν στην προαναφερόμενη διεύθυνση, ως φαίνεται στο Τεκμήριο 4, αποτελεί επίσης ανεξάρτητη μαρτυρία προερχόμενη από το Ταχυδρομείο. Η σελίδα από τον τηλεφωνικό κατάλογο, ως το Τεκμήριο 7, αποτελεί επίσης ανεξάρτητη μαρτυρία προερχόμενη από την ΑΤΗΚ και εμφανίζει μάλιστα μία μόνο καταχώρηση επ' ονόματι Μαρίνας Αλεξάνδρου, ως είναι το όνομα της Εναγομένης 3, με τη διεύθυνση και αριθμό τηλεφώνου ως αυτά που επικαλούνται οι Ενάγοντες. Απεναντίας, ο κ. Στυλιανού εγείρει εύστοχα ερωτηματικά για το αν οι Εναγόμενοι - Αιτητές αποκαλύπτουν στο Δικαστήριο την αλήθεια και όλη την αλήθεια αναφορικά με τη διεύθυνση διαμονής τους κατά τον ουσιώδη χρόνο της έκδοσης του Διατάγματος υποκατάστατου επίδοσης και της εφαρμογής αυτού, αφού πράγματι η Εναγόμενη αρ. 3 δεν έχει αποκαλύψει και δεν έχει τεκμηριώσει - · Πρώτον, ποιο είναι το κινητό της τηλέφωνο, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί δικαστικώς ο ισχυρισμός της ότι άστοχα ή ψευδώς οι Ενάγοντες βασίστηκαν στη διεύθυνση που ανταποκρίνεται στην καταχώρηση του ονόματός της στον τηλεφωνικό κατάλογο, και · δεύτερον, ποια είναι η νέα διεύθυνση στην οποία οι Εναγόμενοι 2 και 3 έχουν μετακομίσει, έτσι ώστε να μπορεί να ελεγχθεί δικαστικώς το ανακριβές ή μη της διεύθυνσης που οι Ενάγοντες έχουν δηλώσει ως νέα διεύθυνσή των εν λόγω Εναγομένων. Με το πιο πάνω σκεπτικό και λαμβάνοντας υπόψη τη σύνδεση μεταξύ των τριών Εναγομένων, ήτοι ότι η Εναγόμενη 3 είναι, κατά παραδοχή της, σύζυγος του Εναγόμενου 2 και ότι αμφότεροι είναι αξιωματούχοι της Εναγόμενης αρ. 1 εταιρείας, κρίνω ότι η υποκατάστατη επίδοση ως διατάχθηκε και ως έγινε στη διεύθυνση διαμονής των Εναγομένων αρ. 2 και 3, αποτελεί καλή επίδοση για κάθε ένα από αυτούς. Επομένως, δεν χωρεί ο παραμερισμός της απόφασης ex debito justitiae. Γ.
  7. Αναφορικά με το πότε περιήλθε σε γνώση των Εναγομένων η παρούσα αγωγή. Στην παρα. 19 της Ε/Δ του, ο κ. Στυλιανού εκφράζει τη θέση ότι υπό το φως της ανταλλαγείσας αλληλογραφίας σχετικά με τον τερματισμό της σύμβασης ενοικίασης, οι Εναγόμενοι 1, 2 και 3 είχαν ενημερωθεί δεόντως για την πρόθεση των Εναγόντων να προβούν στην παρούσα Αγωγή και η σημερινή στάση τους με την οποία παρουσιάζουν τους εαυτούς «ως ανίδεους και ανυποψίαστους» περί της ύπαρξης της παρούσας Αγωγής είναι αδικαιολόγητη. Συγκεκριμένα, ο κ. Στυλιανού εφιστά την προσοχή του Δικαστηρίου στην εξής αλληλογραφία꞉ · Οι Ενάγοντες απέστειλαν επιστολή, ημερ. 15/05/2014, για τερματισμό της σύμβασης ενοικίασης, με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο προς την Εναγομένη 3 (βλ. το «Τεκμήριο 5»). Με την εν λόγω επιστολή, οι Εναγόμενοι 1, 2 και 3 προειδοποιήθηκαν ότι εάν δεν προέβαιναν στα αιτούμενα οι Ενάγοντες θα προχωρούσαν με δικαστικά μέτρα. · Οι Εναγόμενοι 1, 2 και 3, απάντησαν στην επιστολή τερματισμού μέσω των δικηγόρων τους με επιστολή ημερομηνίας 21/05/
  8. Ο κ. Στυλιανού εξηγεί ότι η εν λόγω απαντητική επιστολή δεν επισυνάπτεται ως Τεκμήριο στην Ε/Δ του, καθ' ότι φέρει ένδειξη «Άνευ Βλάβης» και ως τον πληροφορούν οι δικηγόροι των Εναγόντων, δεν μπορεί να κοινοποιηθεί το περιεχόμενο της παρά μόνο από την πλευρά των Εναγομένων 1, 2 και
  9. · Με νέα επιστολή τους, ημερ. 30/05/2014 («ΤΕΚΜΗΡΙΟ 6»), οι Ενάγοντες δήλωσαν προς τους Εναγόμενους ότι θα προέβαιναν στην λήψη μέτρων. Κρίνω πως η ανταλλαγή των πιο πάνω επιστολών δεν θα μπορούσε να στηρίξει δικαστικό εύρημα ότι οι Εναγόμενοι έλαβαν γνώση της έγερσης της ίδιας της αγωγής. Η παρούς αγωγή καταχωρήθηκε στις 26.6.2014 και είναι πρόδηλο πως η πιο πάνω αλληλογραφία έλαβε χώρα πριν την έγερση της αγωγής και όχι καθ' οιονδήποτε χρόνο μετά την έγερση της αγωγής. Παραθέτω απόσπασμα από την Πολιτική Έφεση 284/2008, Παναγιώτης Νέμιτσας v. Salwa Chaparian, απόφαση ημερ. 10/5/2011, το οποίο είναι διαφωτιστικό για το πότε θεωρήθηκε δικαστικά ότι ο Εναγόμενος απέκτησε γνώση της έγερσης της αγωγής. Στην πιο πάνω υπόθεση, η θέση του αιτητή ήταν ότι δεν έλαβε γνώση της αγωγής λόγω του ότι του ήταν άγνωστο το πρόσωπο στο οποίο επιδόθηκε το κλητήριο. Λέχθηκαν μεταξύ άλλων τα εξήςː «Το πρωτόδικο Δικαστήριο εξετάζοντας την αίτηση παραμερισμού, αναζήτησε - ορθά, κατά την άποψή μας - κατά πόσο η εκδοχή του εφεσείοντα ότι αυτός δεν έλαβε γνώση της αγωγής, επειδή το πρόσωπο στο οποίο έγινε η επίδοσή της του ήταν άγνωστο, ήταν αληθής. Για το ζήτημα αυτό υπήρχαν, από τη μια, η ένορκη δήλωση του επιδότη, ο οποίος, σημειωτέον, δε ζητήθηκε από τον εφεσείοντα να αντεξεταστεί, και τα στοιχεία του φακέλου και, από την άλλη, η θέση του εφεσείοντα, ο οποίος, επίσης, δεν αντεξετάστηκε. Το Δικαστήριο δε συνυπολόγισε τη μαρτυρία της εφεσίβλητης, αφού αυτή, όπως το ίδιο καταγράφει στην απόφασή του, αντεξεταζόμενη, δέχθηκε ότι δε γνώριζε εάν η Τασούλα Γεωργιάδου ήταν υπάλληλος του εφεσείοντα. Αιτιολόγησε, όμως, γιατί δεν αποδέχθηκε τη θέση του εφεσείοντα. Διαπίστωσε, μέσα από το φάκελο, ότι, προτού εκδοθεί η επίδικη απόφαση, είχε επιδοθεί προσωπικά στον ίδιο η ΄Εκθεση Απαίτησης, γεγονός που του παρείχε τη δυνατότητα να λάβει γνώση όχι μόνο της ύπαρξης της αγωγής που καταχωρήθηκε εναντίον του με γενικά Οπισθογραφημένο Κλητήριο ΄Ενταλμα, αλλά και όλων των λεπτομερειών, στις οποίες η εφεσίβλητη στήριζε την αξίωσή της. Σημαντικό ήταν εάν ο εφεσείων έλαβε γνώση της αγωγής και αυτό απαντάτο από την επίδοση προσωπικά σ' αυτόν της ΄Εκθεσης Απαίτησης, και καθιστούσε επουσιώδες, στα πλαίσια της αίτησης, εάν η Τασούλα Γεωργιάδου ήταν ή όχι υπάλληλός του. Η κατάληξη του Δικαστηρίου ότι η εκδοχή του για το πότε αυτός έλαβε γνώση της αγωγής δεν αντικατοπτρίζει την αλήθεια ήταν αποτέλεσμα ορθής αξιολόγησης των στοιχείων του φακέλου της υπόθεσης, τα οποία δεν μπορούσαν να παραβλεφθούν. » (Η έμφαση με έντονα γράμματα είναι του παρόντος Δικαστηρίου.) Εκεί υπήρχε λοιπόν σαφής λήψη γνώσης εφόσον υπήρξε επίδοση ενός δικογράφου της αγωγής που σήμαινε την έγερση της αγωγής. Με το συγκεκριμένο δικόγραφο ο Εναγόμενος μπορούσε πλέον να γνωρίζει σε τι υπόθεση είχε να απαντήσει. Στην παρούσα υπόθεση, δεν υφίστανται παρόμοια γεγονότα. Ουδέν τέτοιο έγγραφο δεν έχει αναφερθεί ότι επιδόθηκε στους Εναγόμενους πριν την έκδοση της απόφασης στην αγωγή, αφού το κλητήριο ήταν άλλωστε ειδικά οπισθογραφημένο. Όσον αφορά τα λεγόμενα του ιδιώτη επιδότη στην Ε/Δ που συνόδευε την αίτηση για υποκατάστατο επίδοση και ειδικότερα στο σημείο που ανέφερε ότι «Τηλεφώνησα στο κινητό της Εναγομένης 3 και συνεννοηθήκαμε να συναντηθούμε στην εν λόγω οικία, συγκεκριμένη μέρα και ώρα για να γίνει η επίδοση», κρίνω ότι δεν είναι αρκούντως διευκρινισμένο εκεί τί είχαν συνεννοηθεί ότι θα τις επέδιδε, ήτοι αν ήταν δικόγραφο για λήψη μέτρων εκτέλεσης της προηγούμενης αγωγής ή αν ήταν το κλητήριο της παρούσας αγωγής ή αν ήταν άλλο έγγραφο και γι' αυτό το λόγο δεν θα το θεωρούσα ασφαλές να εξάξω συμπέρασμα ότι η εναγόμενη έλαβε γνώση δια του τηλεφωνήματος για την έγερση της αγωγής. Πέραν του ότι από την παρα. 8 της Ε/Δ ημερ. 1.9.14 του εν λόγω επιδότη δεν εξάγεται η ακριβής ημερομηνία που έγινε το τηλεφώνημα αυτό, ώστε να μπορούσα να υπολογίσω από πότε θα έτρεχε ο χρόνος της όποιας γνώσης. Ελλείψει οποιασδήποτε άλλης μαρτυρίας η οποία να μπορεί να στηρίξει εύρημα ότι οι Εναγόμενοι έλαβαν γνώση της έγερσης της αγωγής προγενέστερα, θα δεχθώ τη θέση της Εναγομένης αρ. 3 ότι οι Εναγόμενοι έλαβαν γνώση της αγωγής για πρώτη φορά όταν τους γνωστοποιήθηκε η έκδοση απόφασης σε αυτήν από τη δικηγόρο των Εναγόντων, κατά την ημερομηνία που προσδιορίζει η ίδια στο Μέρος Β της απόφασής μου ανωτέρω, ήτοι στις 5.3.2015 (βλ. παρα. 4 της Ε/Δ της Εναγομένης αρ. 3). Γ.
  10. Αναφορικά με τον ισχυρισμό ότι υπήρξε εσκεμμένη και αδικαιολόγητη περιφρόνηση της δικαστικής διαδικασίας. Στην απόφαση Milouca Motor Trading Ltd v. Χρύσανθος Κούρτη
(1997)1B ΑΑΔ 941, επεξηγήθηκε η σημασία της διαγωγής του εναγομένου ως παράγοντα που μπορεί να επενεργήσει κατά την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου ανεξάρτητα από τη διαπίστωση της ύπαρξης εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης. Συγκεκριμένα, στη σελ. 945, αναφέρεται: «Η νομολογία υποστηρίζει ότι μπορεί να απορριφθεί η αίτηση παρά την αποκάλυψη συζητήσιμης υπεράσπισης, εφόσον διαπιστωθεί ότι ο εναγόμενος επέδειξε αδιαφορία για την αγωγή, η οποία προσλαμβάνει τη μορφή καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας και των δικαιωμάτων του αντιδίκου [...]. [...] Η άνευ αποχρώντος λόγου παράλειψη του Εναγομένου να εμφανιστεί και η αδικαιολόγητη καθυστέρηση του να αποταθεί για τον παραμερισμό εκδοθείσας απόφασης, μπορεί βάσιμα να αποτελέσουν λόγο για την απόρριψη του αιτήματος του. Διαφορετικά η πορεία της δικαστικής διαδικασίας και το αποτέλεσμα της θα αφήνονταν αιωρούμενα μέχρι την εκδήλωση της θέσης του Εναγόμενου σε σχέση με την εναντίον του αγωγή.» Τα πιο πάνω επιβεβαιώθηκαν με την εξής επισήμανση του Ναθαναήλ, Δ., στην προμνησθείσα απόφαση στην Πολιτική Έφεση 205/2010ː «Η ανάδειξη εκ πρώτης όψεως καλής και συζητήσιμης υπεράσπισης που συνιστά κυρίαρχο παράγοντα σε αιτήσεις του είδους, ουδέποτε εξετάζεται κατ΄ απομόνωση. Ανάλογα με τα περιστατικά, οι υπόλοιποι παράγοντες ή κριτήρια αποκτούν λιγότερη ή περισσότερη σημασία. Ικανά ακόμη και να αντισταθμίσουν την καλή υπεράσπιση. [...] Επομένως, όπως έχει κατ΄ επανάληψη λεχθεί (δέστε, για παράδειγμα, Milouca Motor Trading Ltd v. Χρύσανθου Κούρτη
(1997)1 Α.Α.Δ. 941), η χωρίς επαρκή λόγο παράλειψη εμφάνισης αποτελεί βάσιμο λόγο για απόρριψη της αίτησης παραμερισμού, διαφορετικά η όλη πορεία της δικαστικής διαδικασίας θα άφηνε αιωρούμενα τα εκατέρωθεν δικαιώματα και θα ήταν δέσμια της κρίσης του εναγόμενου σε σχέση με το χρόνο που ο ίδιος επιλέγει να καταχωρήσει την αίτηση παραμερισμού. Όταν η συμπεριφορά του διαδίκου είναι τέτοια που πλήττει το θεμέλιο της δικαιοσύνης, το Δικαστήριο έχει καθήκον να αρνείται την επαναφορά, (F.P.P. Fish Processing Ltd v. Nicolaou Acqua Culture Ltd
(2000)1 Α.Α.Δ. 2054).». Στην παρούσα υπόθεση, ο κ. Στυλιανού διατυπώνει στην παρα. 20 της Ε/Δ του, την άποψη ότι οι Εναγόμενοι 1, 2 και 3 έχουν επανειλημμένα προβεί σε πράξεις εσκεμμένης ή/και αδικαιολόγητης περιφρόνησης προς τη δικαστική διαδικασία και/ή το Δικαστήριο και/ή τα δικαιώματα των Εναγόντων και καλεί το Δικαστήριο να λάβει τούτο υπόψη όταν θα κρίνει την εδώ συμεπριφορά τους. Λέγει ειδικότερα ότι꞉ (
  1. i)Στην αγωγή 468/2014, παρά το ότι αντίγραφο του κλητηρίου αυτής επιδόθηκε («Τεκμήριο 9») προσωπικά στον Εναγόμενο 2, ο οποίος παρέλαβε για την Εναγομένη 1 ως διευθυντής αυτής και για την Εναγομένη 3 ως σύζυγος αυτής, εντούτοις οι Εναγόμενοι 1, 2 και 3 παρέλειψαν να καταχωρίσουν Σημείωμα Εμφάνισης. (
  2. ii)Η εκδοθείσα στην αγωγή 468/2014 Δικαστική Απόφαση κοινοποιήθηκε στους Εναγομένους 1, 2 και 3 με επιστολή των δικηγόρων των Εναγόντων ημερ. 23/04/2014 (βλ. «Δέσμη Τεκμηρίων 10») αντίγραφο της εν λόγω επιστολής, καθώς και τα σχετικά αποδεικτικά αποστολής. Εντούτοις, και πάλιν οι Εναγόμενοι 1, 2 και 3 παρέλειψαν να συμμορφωθούν με τις εξ' αποφάσεως υποχρεώσεις τους και έπραξαν τούτο μόνο όταν επιδότης του Δικαστηρίου εντόπισε την Εναγομένη 3 και προσπάθησε να εκτελέσει ένταλμα εκτέλεσης κινητών και του παρέδωσε αριθμό επιταγών για την πληρωμή της εκ της αποφάσεως στην αγωγή 468/2014, οφειλή των Εναγομένων 1, 2 και 3. Κρίνω πως η κάθε αγωγή θα πρέπει να κριθεί με βάση τα δικά της ξεχωριστά δεδομένα. Εφόσον στην παρούσα υπόθεση έγινε τοιχοκόλληση και όχι προσωπική επίδοση του κλητηρίου, κρίνω πως δεν μπορούν να εξισωθούν ή εξομοιωθούν οι δύο υποθέσεις (ήτοι η παρούσα αγωγή με την αγωγή 468/2014). Θα ήταν άδικο για τους Εναγόμενους να εξάξω συμπέρασμα εσκεμμένης παράλειψης τους να εμφανιστούν στην παρούσα αγωγή κρίνοντάς τους με βάση το τί έκαναν στην άλλη αγωγή. Είμαι ικανοποιημένη ότι η Εναγόμενη αρ. 3 έχει περιγράψει με σαφήνεια τις άμεσες ενέργειες στις οποίες προέβη μόλις έμαθε για την έκδοση απόφασης στην αγωγή και ότι δεν επέδειξε από εκείνο το χρονικό σημείο οποιαδήποτε ολιγωρία. Γ.5. Αναφορικά με τον ισχυρισμό περί καλής εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης Κρίνω κατάλληλο να αναφερθώ πρώτα στις νομικές αρχές που διέπουν το μέτρο της απόδειξης και ποιος φέρει το βάρος αυτό. Έχει νομολογηθεί ότι η αποκάλυψη μιας καλής υπόθεσης ή συζητήσιμης υπεράσπισης, προϋποθέτει την προσκόμιση κάποιων αποδεικτικών στοιχείων τα οποία εξυπακούεται ότι εμπεριέχουν κάποιο βαθμό πειστικότητας όπως προβάλλεται μέσα από την ένορκη δήλωση, ώστε η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να μην ασκείται επί ματαίω και μόνον αν θα εξυπηρετηθεί ο χρήσιμος σκοπός επίλυσης της διαφοράς των διαδίκων (βλ. Πατουρης ν. Hellenic Bank Ltd
(2001)1(Γ) Α.Α.Δ. 2118. 2124 και Γεώργιος Φρίξου Γεωργαλλίδης ν. Ταπελλογραφείου Κώστα Παύλου & Σία Λτδ
(2000)1(B) Α.Α.Δ., 1101 σελ. 1106). Εκεί όπου η προβαλλόμενη υπεράσπιση δεν φέρει τα αναγκαία χαρακτηριστικά και ελλείπει η αναγκαία θεμελίωση, η αίτηση απορρίπτεται (Παρασκευά Κωνσταντίνου κ.ά. v. ΥΡ Trade & Service Ltd, 3225/2011, απόφαση ημερ. 12 Ιουνίου 2013). Ως προς το βάρος της απόδειξης της ύπαρξης εκ πρώτης όψεως καλής υπεράσπισης, παραπέμπω στην απόφαση Merkis v. Yiannoukas and another
(1994)1 AAA 736 όπου λέχθηκε ότι «από το σκεπτικό της Evans ν. Bartlam συνεπάγεται ότι- i. Το βάρος της απόδειξης είναι σίγουρα πάνω στον αιτητή να δείξει στο Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση πάνω στην ουσία της υπόθεσης ... ii. ... Σχετικά με τη μαρτυρία την οποία πρέπει να προσκομίσει ο αιτητής για να αποδείξει ότι έχει καλή υπεράσπιση επί της ουσίας της υπόθεσης και ότι υπήρχε σοβαρός και εύλογος λόγος που δεν παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο, αυτή πρέπει να είναι υπό τη μορφή ενόρκων δηλώσεων και οποιαδήποτε άλλη έγγραφη μαρτυρία συνημμένη στις ενόρκους δηλώσεις. Δεν προσκομίζεται οποιαδήποτε άλλη προφορική μαρτυρία. Οι διάδικοι όμως έχουν το δικαίωμα να αντεξετάσουν οποιονδήποτε ομνύοντα επί της ένορκης δήλωσης του, αφού δώσουν τη σχετική ειδοποίηση σύμφωνα με τους κανόνες της Πολιτικής Δικονομίας.». Στο Μέρος Β της παρούσας απόφασης έχω ήδη παραθέσει το πραγματικό και νομικό υπόβαθρο επί του οποίου οι Εναγόμενοι στηρίζονται προς απόδειξη της θέσης τους ότι έχουν εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση. Θυμίζω ότι οι Εναγόμενοι εγείρουν δύο προδικαστικά νομικά σημεία (ήτοι η ύπαρξη κωλύματος έγερσης της παρούσας αγωγής λόγω δεδικασμένου και η έλλειψη δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου επί τω ότι τα γεγονότα της υπόθεσης εμπίπτουν στην αποκλειστική αρμοδιότητα του Δικαστηρίου Ελέγχου Ενοικιάσεων). Επιπλέον, οι Εναγόμενοι αμφισβητούν επί της ουσίας τους το ύψος και το είδος των αξιώσεων των Εναγόντων. Παρατηρώ ότι ο Δ/ντης των Εναγόντων έχει αντικρούσει όλους τους ισχυρισμούς των Εναγόντων με περισσή λεπτομέρεια. Σχετικά με το πρώτο προδικαστικό νομικό σημείο, κομβικό σημείο της ανάλυσης στην οποία προβαίνει ο κ. Στυλιανού είναι ότι η παρούσα αγωγή αφορά σε στάδιο μετά τον τερματισμό της σύμβασης ενοικίασης, ενώ η αγωγή αρ. 468/14 αφορούσε σε στάδιο προ του τερματισμού της σύμβασης ενοικίασης. Λέγει συγκεκριμένα τα εξής: · Αναφορικά με τον ισχυρισμό περί δεδικασμένου Καμία δέσμευση από την αρχή του δεδικασμένου δεν γεννάται από την απόφαση στην Αγωγή 468/2014. Τούτο διότι, ως φαίνεται από την απλή ανάγνωση του περιεχόμενου της εν λόγω αγωγής (βλ. Τεκμήριο 9 στην παρούσα), εκείνη αφορούσε ενοίκια τα οποία είχαν καταστεί πληρωτέα και άρα απαιτητά μέχρι την καταχώρηση της εν λόγω Αγωγής, ήτοι μέχρι την 27/01/2014. Ενώ η παρούσα Αγωγή αφορά ενοίκια που κατέστησαν πληρωτέα μετά την καταχώρηση της Αγωγής 468/2014 καθώς και αποζημιώσεις για παράβαση σύμβασης οι οποίες κατέστησαν απαιτητές κατά τον τερματισμό της μεταξύ Εναγόντων και Εναγομένων 1, σύμβασης ενοικιάσεως, ο οποίος έλαβε χώρα στις 15/05/2014 (βλ. Τεκμήριο 3 στην παρούσα), ήτοι πέραν του ενός μηνός μετά την έκδοση αποφάσεως στην Αγωγή 468/2015. Τέλος με την παρούσα Αγωγή οι Ενάγοντες διεκδίκησαν και έλαβαν αποζημιώσεις για φθορές και βλάβες του επίδικου εκμισθωμένου ακινήτου οι οποίες ήρθαν σε γνώση τους όταν παρέλαβαν το ακίνητο, ήτοι την 15/05/2014 (ως αναφέρεται και στην επιστολή Τεκμήριο 3 στην παρούσα) και κατέστησαν απαιτητές στις 21/05/2014 ημερομηνία κατά την οποία οι Εναγόμενοι, με επιστολή των Δικηγόρων τους η οποία στάλθηκε με την ένδειξη «Άνευ Βλάβης» και ως εκ τούτου δεν μπορεί να παρουσιαστεί από την πλευρά μας ως τεκμήριο, αρνήθηκαν να προβούν στις διορθώσεις που τους υποδείχθηκαν. Αναφορικά με το δεύτερο προδικαστικό νομικό σημείο, ο κ. Στυλιανού λέγει τα εξής: · Σε σχέση με τον ισχυρισμό περί έλλειψης δικαιοδοσίας. Ο ισχυρισμός περί ελλείψεως δικαιοδοσίας του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, ο οποίος στηρίζεται στο ότι η ενοικίαση κατέστη θέσμια μετά την λήξη της σύμβασης ενοικιάσεως, επίσης δεν ευσταθεί. Τούτο διότι, πριν τον τερματισμό της σύμβασης ενοικιάσεως ημερομηνίας 24/06/2011 (Τεκμήριο 8 στη παρούσα) υπογράφηκε, στις 31/12/2012, συμφωνία παράτασης του χρόνου ζωής της συμβάσεως ημερομηνίας 24/06/2011. Η Σύμβαση Ενοικίασης ημερομηνίας 24/06/2011 κάνει ρητή αναφορά σε δυνατότητα ανανέωσης της. Η συμφωνία παράτασης (βλ. «Τεκμήριο 12») έλαβε τη μορφή επιστολής ημερ. 20/12/2012 μαζί με δήλωσεις αποδοχής που υπογράφηκαν στις 31/12/2012. Υπογράφηκε δε τόσο από τους Εναγομένους 1, 2 και 3 όσο και από τους Ενάγοντες. Το πρωτότυπο της εν λόγω συμφωνίας βρίσκεται στο φάκελο του Δικαστηρίου, επισυνημμένο ως «Τεκμήριο 3» στην Ε/Δ του κ. Στυλιανού, ημερ. 12/11/02014, η οποία κατατέθηκε στο Δικαστήριο στις 14/11/2014, προς απόδειξη της αξίωσης των Εναγόντων στην παρούσα Αγωγή, στα πλαίσια της Αίτησης για Απόφαση λόγω μη Καταχώρισης Σημειώματος Εμφάνισης ημερομηνίας 04/11/2014. Η σύμβαση ενοικίασης ημερ. 24/06/2011, αν δεν ανανεωνόταν με τον πιο πάνω τρόπο, θα έληγε στις 14/07/2013, ως αναφέρεται στην ίδια την σύμβαση (βλ. Τεκμήριο 8) και άρα η συμφωνία ανανέωσης της έλαβε χώρα πολύ πριν την ημερομηνία που θα έληγε. Η σύμβαση ενοικίασης του επίδικου ακινήτου, ημερ. 24/06/2011, ουδέποτε τερματίστηκε αφού ο χρόνος ζωής της παρατάθηκε με την γραπτή συμφωνία ημερομηνίας 31/12/2012, μέχρι τις 14/07/2013 (βλ. παράγραφο 4 του Τεκμηρίου 12) ενώ η σύμβαση ενοικιάσεως τελικώς τερματίστηκε από τους Ενάγοντες, εξ' αίτιας παράβασης σύμβασης, στις 15/5/2014 και αφού οι Εναγόμενοι είχαν παραδώσει κατοχή του επίδικου ακινήτου (επιστολή Τεκμήριο 3 στην παρούσα). Για τους πιο πάνω λόγους, ο κ. Στυλιανού πιστεύει, ως λαμβάνει νομική συμβουλή, ότι οι Εναγόμενοι 1 ουδέποτε είχαν κατοχή του επιδίκου ακινήτου σε χρόνο μετά τον τερματισμό και/ή λήξη της συμβάσεως ενοικιάσεως και ως εκ τούτου οι Εναγόμενοι 1 ουδέποτε κατέστησαν θέσμιοι Ενοικιαστές. Κρίνω πως για αμφότερα τα προδικαστικά νομικά σημεία, δεν είναι κατάλληλο να αποφανθώ στο πλαίσιο της παρούσας αίτησης παραμερισμού. Το ότι ο κ. Στυλιανού χρειάζεται να αναφερθεί σε γεγονότα, να διακρίνει νομικό καθεστώς πριν και μετά τον τερματισμό της σύμβασης ή/και πριν και μετά την ανανέωση της σύμβασης ενοικίασης, υποδηλεί την ανάγκη για το Δικαστήριο να διατυπώσει αξιολογική κρίση κατόπιν μελέτης των τεκμηρίων που επισυνάπτονται στις ένορκες δηλώσεις. Εφόσον το θέμα είναι συζητήσιμο, είναι κατάλληλο να δοθεί άδεια στους Εναγόμενους να εγείρουν τα προδικαστικά σημέια κατάλληλα μέσω Έκθεσης Υπεράσπισης και τότε και μόνον το Δικαστήριο θα υπεισέλθει σε τέτοια αξιολογική κρίση. · Αναφορικά με τις αξιώσεις ως τα (Α) και (Β) στην Ε/Α και σχετικά με τον ισχυρισμό των Εναγομένων ότι ουδέν ενοίκιο οφείλεται. Σε σχέση με το ισχυρισμό της Εναγομένης αρ. 3, στην υποπαράγραφο 14(δ) της Ενόρκου Δηλώσεως της, ότι ουδέν ενοίκιο οφείλεται καθότι οποιαδήποτε ενοίκια οφείλονταν, καταβλήθηκαν προς συμμόρφωση με τις αποφάσεις στην αγωγή 468/2014, ο κ. Στυλιανού θεωρεί τον ισχυρισμό αυτό αβάσιμο και αναληθή, καθώς η αγωγή 468/2014 αφορούσε άλλα επίδικα θέματα και/ή ποσά που είχαν καταστεί απαιτητά μέχρι την έγερση της, ενώ τα ποσά που αφορά η παρούσα αγωγή δεν είχαν μέχρι τότε καταστεί απαιτητά. Συμπληρωματικά, ο κ. Στυλιανού αναφέρει ότι ο τερματισμός της Σύμβασης ενοικίασης ουδόλως απαλλάσσει τους Εναγομένους από την υποχρέωση τους να αποζημιώσουν τους Ενάγοντες, καθώς, ο τερματισμός οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα των Εναγομένων οι οποίοι επανειλημμένα καθυστέρησαν να καταβάλουν τα εκάστοτε πληρωτέα ενοίκια, με αποτέλεσμα να αναγκάσουν τους Ενάγοντες να τερματίσουν την Σύμβαση Ενοικιάσεως λόγω παράβασης των συμβατικών υποχρεώσεων των Εναγομένων 1, 2 και 3. Λέγει επίσης ο κ. Στυλιανού ότι οι Εναγόμενοι 1, 2 και 3, δεν είχαν ποτέ κανένα συμβατικό και/ή νόμιμο δικαίωμα να τερματίσουν την Σύμβαση Ενοικιάσεως και εν πάση περιπτώσει δεν μπορούν να αποδεσμευτούν από τις εξ αυτής απορρέουσες υποχρεώσεις τους επειδή αποφάσισαν απλά και μόνο ότι δεν επιθυμούσαν να συνεχίσουν να κατέχουν το ακίνητο. Είναι η θέση των Εναγόντων ότι ο τρόπος τερματισμού καθώς και ο χρόνος που θα ήταν δυνατόν να τερματιστεί πιθανόν η σύμβαση ενοικίασης αναφερόταν ρητά στην Σύμβαση μεταξύ των Εναγόντων και Εναγομένων 1 (Βλ. τις τρεις τελευταίες αναρίθμητες παραγράφους του Τεκμηρίου 8) και ότι, όχι μόνο καμία από τις αναφερόμενες στην εν λόγω σύμβαση, προϋποθέσεις δεν πληρώθηκαν αλλά ούτε καν γίνεται ισχυρισμός από την κα Αλεξάνδρου ότι αυτές πληρώθηκαν. · Αναφορικά με την αξίωση ως το (Γ) στην Ε/Α για διαφυγόντα κέρδη. Είναι η θέση του κ. Στυλιανού ότι οι Ενάγοντες κατέβαλαν κάθε δυνατή προσπάθεια για να επιτευχθεί η ανεύρεση ατόμου που να μπορούσε να υποκαταστήσει την Εναγομένη 1 στην Σύμβαση Ενοικίασης μεταξύ της τελευταίες και των Εναγόντων αλλά αυτό ουδέποτε κατέστη δυνατό. Κάθε ισχυρισμός της κας Αλεξάνδρου για υπαιτιότητα των Εναγόντων και/ή για έλλειψη ενδιαφέροντος για την ενοικίαση του Υποστατικού, ως η παράγραφο 14(ζ) της Ενόρκου Δηλώσεως της, εισηγείται ο κ. Στυλιανού ότι είναι ψευδής, αβάσιμος και αστήρικτος. Λέγει ο κ. Στυλιανού ότι, ο ισχυρισμός της Εναγομένης αρ. 3 περί ενοικίασης του επίδικου υποστατικού τον Οκτώβριο - Νοέμβριο του 2014 είναι αστήρικτος και ψευδής. Λέγει συγχρόνως ότι το υποστατικό πράγματι ενοικιάστηκε, αλλά τούτο έγινε το Φεβρουάριο του 2015, δηλαδή μεταγενέστερα της ημερομηνίας έκδοσης της απόφασης της οποίας ζητείται ο παραμερισμός με την υπό κρίση αίτηση (η οποία θυμίζω ότι είχε εκδοθεί στις 14/11/2014). Προς απόδειξη της θέσης του ο κ. Στυλιανού, επισυνάπτει αντίγραφο ενοικιαστηρίου συμβολαίου μεταξύ των Εναγόντων και νέων ενοικιαστών («Τεκμήριο 13»). Επισημαίνει, περαιτέρω, ο κ. Στυλιανού ότι οι Ενάγοντες, δια της δικηγόρου τους, προέβηκαν στις 30/04/2015 σε δήλωση ενώπιον του Δικαστηρίου, ότι δεν προτίθενται να διεκδικήσουν το ποσό που αναλογεί στα ενοίκια της περιόδου από 01/02/2015 (ημερομηνία έναρξης νέας σύμβασης ενοικιάσεως) μέχρι 14/07/2015 ημερομηνίας κανονικής λήξης της επίδικης Σύμβασης Ενοικιάσεως. Ως εκ τούτου από το αξιούμενο ποσό των €8177,00 οι Ενάγοντες διεκδικούν πλέον μόνο το ποσό των €4747,94 για παράβαση σύμβασης, ήτοι το ποσό που αντιστοιχεί στην περίοδο από 15/06/2014 μέχρι 31/01/2015, ήτοι από τον τερματισμό της Σύμβασης λόγω παράβασης αυτής από τους Εναγομένους 1, 2 και 3 μέχρι την έναρξη ισχύς της νέας συμβάσεως (βλ Τεκμήριο 13). · Αναφορικά με την αξίωση ως το (Δ) στην Ε/Α Εξίσου λεπτομερείς είναι οι αντικρουστικοί ισχυρισμοί στους οποίους προβαίνει ο κ. Στυλιανού αναφορικά με την εν λόγω αξίωση. Παραθέτω: «(viii) Η κα Αλεξάνδρου προβάλει ισχυρισμούς περί αγοράς και εγκαταστάτης στο επίδικο ακίνητο, συστήματος κλιματισμού και φωτιστικών, καθώς και περί ανακαίνισης του επίδικου υποστατικού. Παρά ταύτα, ουδεμία απόδειξη προς στήριξη των εν λόγω ισχυρισμών της προβάλει. (ιx) H Εναγομένη 1 παρέλαβε το ακίνητο προς πλήρη ικανοποίηση της για την καλή κατάσταση αυτού, ανέλαβε την υποχρέωση να παραδώσει αυτό στην ίδια καλή κατάσταση, δεσμεύτηκε να μην προβεί σε τροποποιήσεις επί του ακινήτου χωρίς την γραπτή συγκατάθεση των Εναγόντων, ανέλαβε την υποχρέωση να επαναφέρει με δικά της έξοδα τις όποιες τροποποιήσεις διενεργούσε επί του ακινήτου και συμφώνησε ότι εάν συμφωνηθεί μεταξύ των Εναγόντων και της ιδίας, οι όποιες τυχόν προσθήκες και/ή επισκευές και/ή τροποποιήσεις συμφωνηθεί να γίνουν και να παραμείνουν επί του επίδικου ακινήτου, αυτές θα αποτελούν ιδιοκτησία του ιδιοκτήτη (των Εναγόντων) χωρίς υποχρέωση για οποιαδήποτε αποζημίωση από τους Ενάγοντες προς την Εναγομένη 1 (βλ. παραγράφους 9-12 Τεκμηρίου 8). (
  1. x)Η αναφορά ότι, ό,τι αφαιρέθηκε ανήκε στην Εναγομένη 1, πέραν από αστήρικτη είναι και άσχετη με την αξίωση των Εναγόντων οι οποίοι, ως αναφέρουν στην παράγραφο 22 της Εκθέσεως Απαιτήσεως τους, απαίτησαν το υπό το Δ της Εκθέσεως Απαιτήσεως τους, αιτούμενο ποσό, προς αποκατάσταση των ζημιών που προκάλεσε η Εναγομένη 1 στο Υποστατικό ώστε αυτό να επανέλθει στην κατάσταση που ήταν όταν παραδόθηκε. (
  2. xi)Η κα Αλεξάνδρου ούτε ισχυρίζεται, ούτε θα μπορούσε να ισχυριστεί, ότι η Εναγομένη 1 παρέλαβε το υποστατικό χωρίς φωτιστικά ή σύστημα κλιματισμού ή ότι μετά την αφαίρεση των κατ" ισχυρισμό δικών της αντικειμένων, η Εναγομένη 1 επανατοποθέτησε τα αντικείμενα που βρήκε όταν εισήλθε στο ακίνητο. (xii) Παραδέχτηκε δε η κα Αλεξάνδρου ότι όταν παρέλαβε η Εναγομένη 1 το υποστατικό, υπήρχε σε αυτό σύστημα κλιματισμού το οποίο αφαιρέθηκε. Ισχυρίστηκε βέβαια ότι ήταν αντιπρόσωπος των Εναγόντων που αφαίρεσε το εν λόγω κλιματιστικό αλλά χωρίς να προσκομίσει καμία απόδειξη ως προς τούτο, χωρίς να δώσει καμία εξήγηση γιατί δεν δόθηκε η γραπτή συγκατάθεση των Εναγόντων ως προς τούτο ως η παράγραφος 9 του Τεκμηρίου 8, ρητά αναφέρει και επικαλούμενη ότι υπήρξε συμφωνία μεταξύ των Εναγόντων και της Εναγομένης 1 ως προς την αφαίρεση του κλιματιστικού από το υποστατικό κατά τον τερματισμό της ενοικίασης χωρίς να δοθεί καμία απόδειξη ως προς τούτο και χωρίς να δοθεί καμία εξήγηση ως προς το γιατί έγινε παρέκκλιση από τα προβλεπόμενα στις παραγράφους 9 και 10 του Τεκμηρίου 8 αλλά και γιατί ενώ, ως η Ενόρκως Δηλούσα αναφέρει, το κλιματιστικό του υποστατικού δεν εξυπηρετούσε την Εναγομένη 1, δέχτηκε να υπογράψει ότι παρέλαβε το υποστατικό σε καλή κατάσταση και ότι θα το επαναφέρει στην κατάσταση αυτή πριν το παραδώσει λιγότερο από ένα μήνα πριν, ως ισχυρίζεται η κα Αλεξάνδρου, αφαιρεθεί το κλιματιστικό, (xiii) Σε σχέση δε με τον ισχυρισμό περί προϋπαρχόντων τρυπών επί των πλαισίων των βιτρινών, αυτός δεν ευσταθεί. Η μοναδική τρύπα που υπήρχε κατά την παράδοση του Υποστατικού στην Εναγομένη 1, ήταν μια μικρή τρύπα στο πάνω πλαίσιο ενός τμήματος της βιτρίνας του Υποστατικού εκ της οποίας περνούσε σωλήνωση του κλιματιστικού που αφαίρεσε η Εναγομένη 1, ως η παράγραφος 23(xii) πιο πάνω και η οποία είναι άσχετη με την αξίωση των Εναγόντων. Ως είναι ξεκάθαρο από τις φωτογραφίες που αποτέλεσαν την «Δέσμη Τεκμηρίων 12» στην Ένορκη Δήλωση μου ημ/νιας 12/11/02014 η οποία κατατέθηκε στο Δικαστήριο στις 14/11/2014, προς απόδειξη της αξίωσης των Εναγόντων στην παρούσα Αγωγή, στα πλαίσια της Αίτησης για Απόφαση λόγω μη Καταχώρισης Σημειώματος Εμφάνισης ημερομηνίας 04/11/2014, και οι οποίες επισυνάπτονται στην για να περάσουν σωληνώσεις και σύρματα για καταψύκτες που η Εναγόμενη 1 τοποθέτησε στο Υποστατικό. Είναι γι' αυτές τις φθορές που προκάλεσε η Εναγόμενη 1 που ζήτησαν και έλαβαν αποζημίωση οι Ενάγοντες και είναι ενδεικτικό της συμπεριφοράς τόσο της Ενόρκως Δηλώσας, όσο και των λοιπόν Εναγομένων ότι προσπαθούν να αποφύγουν τις ευθύνες τους και ως προς αυτές τις φθορές με υπεκφυγές. (xiv) Περαιτέρω στην παράγραφο 14 (ίν) της Ενόρκου Δηλώσεως της, η κα Αλεξάνδρου προβάλει ως βάσιμη υπεράσπιση, ισχυρισμούς περί καταβολής ποσών για ανακαίνιση η οποία έγινε με την σύμφωνη γνώμη των Εναγόντων. Για ακόμα μια φορά, καμία απόδειξη δεν προσκομίζει, ούτε για τα ποσά που ισχυρίζεται ότι κατέβαλε η Εναγομένη 1, ούτε για την σύμφωνη γνώμη των Εναγόντων αλλά ούτε και δίδει κάποια δικαιολογία γιατί τέτοια συγκατάθεση να δόθηκε προφορικά κατά παράβαση της Σύμβασης Ενοικιάσεως (Τεκμήριο 8 παράγραφος 9), ούτε για το γιατί, ακόμα και αν έγινε τέτοια ανακαίνιση, αυτή δεν καλύπτεται από την παράγραφο 10 του τεκμηρίου 8. (
  3. xv)Οι Ενάγοντες αναφέρουν ότι ουδεμία συγκατάθεση τους δόθηκε για τις όποιες τροποποιήσεις ισχυρίζονται οι Εναγόμενοι ότι έγιναν επί του Υποστατικού και ούτε είναι σε θέση να γνωρίζουν τι ακριβώς έκανε η Εναγομένη 1. Αυτό που γνωρίζουν και οι Ενάγοντες είναι ότι όταν παραδόθηκε πίσω το ακίνητο στον κ. Στυλιανού ως εκπρόσωπο των Εναγόντων, δεν ήταν στην κατάσταση που παραδόθηκε στην Εναγομένη 1 κατά τη συνομολόγηση της Σύμβασης Ενοικιάσεως ημερ. 24/06/2011. Δεν υπήρχαν τα φωτιστικά ούτε το σύστημα κλιματισμού, που υπήρχαν κατά την παράδοση του ακινήτου στην Εναγομένη 1, υπήρχαν εκτεταμένες ζημιές στις βιτρίνες και τα κάτω πλαίσια των βιτρινών αλλά και στους τοίχους του υποστατικού και την οροφή. Με την παράγραφο (Δ) της Εκθέσεως Απαιτήσεως, οι Ενάγοντες απαίτησαν το ποσό που χρειάζονταν για την επαναφορά του υποστατικού στην κατάσταση που παραδόθηκε κατά την ενοικίαση του, στην Εναγομένη 1, ως η ρητή πρόνοια της παραγράφου 10 της Σύμβαση Ενοικίασης μεταξύ των Εναγόντων και της Εναγομένης 1 στην οποία εγγυητές ήταν οι Εναγόμενοι 2 και 3. Τα όσα στην παράγραφο 14 της Ένορκη Δήλωσης της, αναφέρει η κα Αλεξάνδρου, εκτός του ότι παραμένουν αστήρικτα, δεν αποτελούν σε καμία περίπτωση υπεράσπιση. Οι Ενάγοντες δεν ζήτησαν αποζημίωση επειδή αφαιρέθηκαν τα αντικείμενα που ισχυρίζεται η κα Αλεξάνδρου από το υποστατικό, αλλά επειδή το υποστατικό παραδόθηκε χωρίς τα αντικείμενα που αναφέρονται στην παράγραφο 22 της Εκθέσεως Απαιτήσεως τους, τα οποία υπήρχαν στο Υποστατικό κατά την παράδοση του στην Εναγομένη 1 και η κα Αλεξάνδρου ουδέποτε αμφισβήτησε ότι τα αντικείμενα αυτά υπήρχαν στο υποστατικό και ουδέποτε ισχυρίστηκε ότι επανατοποθετήθηκαν.». Ενόψει όλων των ανωτέρω λεπτομερειών, είναι η θέση των Εναγόντων ότι είναι εμφανές ότι οι Εναγόμενοι 1, 2 και 3 δεν έχουν βάσιμη υπεράσπιση και/ή δεν κατόρθωσαν να αποδείξουν ότι έχουν βάσιμη και/η εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση, στο βαθμό που απαιτεί η νομολογία για να επιτύχει αίτηση παραμερισμού απόφασης. Εισηγούνται περαιτέρω οι Ενάγοντες ότι το Δικαστήριο πρέπει να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια και να αρνηθεί να παραμερίσει την απόφαση. Εκτιμώ ότι τα πράγματα δεν είναι τόσο απλά. Θα ήταν αδύνατο και εσφαλμένο για το Δικαστήριο στο πλαίσιο της υπό κρίση αίτησης να τοποθετηθεί υπέρ ή κατά των θέσεων που αντιπαραθετικά εγείρει ο κ. Στυλιανού όσον αφορά τις αξιώσεις στην αγωγή. Η λεπτομέρεια στην οποία ο ίδιος επιλέγει να θέσει το θέμα προς συζήτηση, με οδηγεί στο συμπέρασμα ότι υφίσταται εκ πρώτης όψεως συζητήσιμη υπεράσπιση των Εναγομένων και ότι είναι κατάλληλο να τους επιτρέψω να καταχωρήσουν Έκθεση Υπεράσπισης, ώστε στο πλαίσιο κανονικής δίκης να αποφανθώ για το δίκαιο ή μη των θέσεων τους. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Για όλους τους πιο πάνω λόγους, η αίτηση εγκρίνεται. Παραμερίζεται η απόφαση ημερ. 14.11.2014 υπό τον όρο που αφορά στα έξοδα. Τα έξοδα της υπό κρίση αίτησης, λόγω της φύσης της αίτησης και του γεγονότος ότι ο παραμερισμός δεν έγινε ex debito justitiae, επιδικάζονται υπέρ των Εναγόντων και εναντίον των Εναγομένων 1, 2 και 3 - Αιτητών, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Δίδονται οδηγίες προς την πλευρά των Εναγόντων όπως υποβάλουν σχετικό κατάλογο εξόδων εντός 30 ημερών από σήμερα. Τίθεται σαν όρος του παραμερισμού της απόφασης ότι οι Εναγόμενοι 1, 2 και 3, αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα, θα καταβάλουν το ποσό των εγκριθέντων εξόδων προς την Ενάγουσα εντός 30 ημερών από την ημερομηνία κατά την οποία θα γνωστοποιηθεί στη δικηγόρο τους το εγκριθέν ποσό. Δίδεται άδεια στους Εναγόμενους 1, 2 και 3 να καταχωρήσουν εμφάνιση και Έκθεση Υπεράσπισης εντός ενός μηνός από την ημερομηνία της πληρωμής των εν λόγω εξόδων. (υπ.) ................................... Α. Πανταζή - Λάμπρου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Η Διαταγή 17, Θ.10, η οποία προβλέπει ότιː «10. Όταν εκδοθεί απόφαση σύμφωνα με τους προηγούμενους κανονισμούς αυτής της Διάταξης, θα είναι νόμιμο δια το Δικαστήριο, στην κατάλληλη περίπτωση, να παραμερίσει ή διαφοροποιήσει τέτοια απόφαση με όρους που θα ήθελαν φανεί δίκαιοι.». [2] Η Διαταγή 5Α («Υποκατάσταση επίδοση») καθορίζει ότι - «Κάθε αίτηση προς το Δικαστήριο ή Δικαστή για διάταγμα για υποκατάστατη επίδοση ή άλλη επίδοση ή για υποκατάστατο επίδοση ειδοποίησης, πρέπει να υποστηρίζεται με ένορκη δήλωση που να αναφέρει τους λόγους στους οποίους στηρίζεται η αίτηση». cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.