Αγγέλα Κύπρου Σοφοκλέους ν. Ελένη Πέτρου κ.α., Αρ. Αγωγής 2716/2009, 25/11/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2015:A499 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. ΠΑΝΤΑΖΗ - ΛΑΜΠΡΟΥ, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 2716/2009 Μεταξύ: Αγγέλα Κύπρου Σοφοκλέους, εκ Λευκωσίας Ενάγουσας και
- Ελένη Πέτρου, εκ Λευκωσίας
- Νίκος Χατζηαποστόλου, εκ Λευκωσίας
- Ν & Ε ΚΑΖΙ FASHION LTD, εκ Λευκωσίας Εναγομένων. Ημερομηνία: 25.11.2015 Εμφανίσεις: Για τους Ενάγοντες: κ. Ανδρέας Χατζησέργης. Για την Εναγόμενη: κα Θεογνωσία Αντωνίου προσωπικά και για κ. Κωνσταντίνο Γ. Θεοχαρίδη. ΑΠΟΦΑΣΗ
- Η αξίωση Με την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή, η Ενάγουσα αξιώνει꞉ «Α. Ποσόν εκ €47,171.-, ως οφειλόμενο υπόλοιπο παρά των Εναγομένων αρ.1, 2 και 3, αλληλεγγύως και ή προσωπικώς, δυνάμει Γραμματίου συνήθους τύπου ημερομηνίας 10/9/2008, εκ ποσού €50,171.- γενομένου εις Λευκωσία και/ή ποσόν οφειλόμενο δυνάμει γραμματίου και/ή χρεωστικού ομολόγου και/ή εγγράφου αναγνωρίσεως χρέους και/ή άλλως πως. Β. Τόκο προς 2% - από 10/9/2008 επί ποσού €50,171.- μέχρι 30/9/2008 και από 1/10/2008 επί ποσού €49,671.- μέχρι 31/10/2008 και από 1/11/2008 επί ποσού €49,171.- μέχρι 30/11/2008 και από 1/12/2008 επί ποσού €48,671.- μέχρι 31/12/2008 και από 1/1/2009 επί ποσού €48,171.- μέχρι 31/1/2009 και από 1/2/2009 επί ποσού €47,671.- μέχρι 28/2/2009 και από 1/3/2009 επί ποσού €47,171.- μέχρι πλήρους εξοφλήσεως. Γ. Έξοδα της παρούσης Αγωγής, πλέον Φ.Π.Α., πλέον έξοδα επίδοσης.».
- Οι εκατέρωθεν δικογραφηθείσες εκδοχές και η πορεία της δίκης Η εκδοχή της Ενάγουσας ως είχε δικογραφηθεί στην Έκθεση Απαίτησης (στο εξής «η Ε/Α» επί του ειδικά οπισθογραφημένου κλητηρίου, ήταν ότι (βλ. τις παρα. 4 και 5 της Ε/Α) κατά ή περί την 10.9.2008 στη Λευκωσία η Εναγόμενη αρ. 1 έναντι νόμιμου και καλού ανταλλάγματος (ήτοι αξία ληφθείσα εις μετρητά) εξέδωσε, υπέγραψε και παρέδωσε στην Ενάγουσα προς όφελος της, γραμμάτιο συνήθους τύπου και/ή χρεωστικό ομόλογο για το ποσό των €50,171.- υπό την προσωπική εγγύηση των Εναγομένων 2 και 3, αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα, για κάλυψη της πληρωμής του πιο πάνω ποσού του γραμματίου πλέον τόκου και έξοδα μέχρι της τελικής εξόφλησής τους από την Εναγόμενη αρ.
- Δικογραφήθηκαν οι εξής όροι ως ρητοί όροι του επίδικου γραμματίου꞉ · Στην παρα. 6 της Ε/Α - Ότι η Εναγόμενη αρ. 1 θα εξοφλούσε το ποσό του γραμματίου δια μηνιαίων δόσεων εκ ποσού €500.- έκαστη, αρχής γενομένης από 1/10/2008 μέχρι εξόφλησης. · Στην παρα. 7 της Ε/Α - Ότι η Εναγόμενη αρ. 1 όφειλε να πληρώσει προς την Ενάγουσα τόκο 2% επί του ποσού του γραμματίου από την ημερομηνία της υπογραφής του (ήτοι από 10.9.2008) μέχρι της τελικής εξόφλησής του. · Στην παρα. 8 της Ε/Α - Ότι σε περίπτωση καθυστέρησης πληρωμής προς την Ενάγουσα οποιασδήποτε δόσης ή μέρος αυτής πέραν των επτά
(7)ημερών, τότε το γραμμάτιο θα καθίστατο ληξιπρόθεσμό και κάθε ποσό οφειλόμενο θα ήταν αμέσως απαιτητό. · Στην παρα. 9 της Ε/Α - Ότι σε περίπτωση εγέρσεως αγωγής, η Εναγόμενη αρ. 1 θα υποχρεούτο εις την καταβολή όλων των δικηγορικών και δικαστικών εξόδων. Η αντιδικία, ως η εκδοχή της Ενάγουσας, προέκυψε ως αποτέλεσμα των εξής γεγονότων που δικογραφούνται στις παρα. 10 και 11 της Ε/Α꞉ · Η Εναγόμενη αρ. 1 κατέβαλε προς την Ενάγουσα τις συμφωνηθείσες ως άνω μηνιαίες δόσεις για την περίοδο από 1/10/2008 μέχρι 1/3/2009, ήτοι συνολικά πέντε
(5)δόσεις εκ ποσού €500.- ως όφειλε, δηλαδή το συνολικό ποσό των €3000.- έναντι του χρέους της δυνάμει του επίδικου γραμματίου. · Η αγωγή καταχωρήθηκε στις 6/5/2009, ημερομηνία κατά την οποία η Εναγόμενη είχε ήδη παραλείψει να καταβάλει δύο εκ τις συμφωνηθείσες μηνιαίες δόσεις, ήτοι τη δόση της 1ης Απριλίου 2009 και τη δόση της 1ης Μαϊου
- Ολόκληρο το υπόλοιπο του γραμματίου ως δικογραφήθηκε στην παρα. Α του παρακλητικού του κλητηρίου εντάλματος (ήτοι €47,171.-) κατέστη, ως εκ τούτου, ληξιπρόθεσμο και απαιτητό, πλέον 2% τόκος ετησίως ως λεπτομερώς δικογραφήθηκε στην παρα. Β του παρακλητικού του κλητηρίου εντάλματος. · Παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις της Ενάγουσας προς την Εναγόμενη αρ. 1 αλλά και προς τους Εγγυητές ως είναι οι Εναγόμενοι αρ. 2 και 3, αυτοί παρέλειψαν και/ή αμέλησαν και/ή αρνήθηκαν να πράξουν τούτο μέχρι την ημερομηνία έγερσης της αγωγής. Κοινώς παραδεκτό γεγονός είναι ότι οι Εναγόμενοι αρ. 1, 2 και 3 δεν έχουν πληρώσει οποιοδήποτε ποσό μετά την έγερση της αγωγής. Eπέμειναν οι Εναγόμενοι μέχρι τέλους της δίκης ότι έχουν καλή υπεράσπιση. Μόνο που η γραμμή υπεράσπισής τους, σπεύδω να αναφέρω ότι δεν υπήρξε σταθερή꞉ δικογραφήθηκαν διαζευκτικές και αντιφατικές μεταξύ τους εκδοχές, εγκαταλείφθησαν τούτες κατά την ακρόαση και προωθήθηκε άλλη μη δικογραφηθείσα εκδοχή. Σημειωτέον ότι υπήρξε και εναλλαγή των δικηγόρων που ανέλαβαν την εκπροσώπηση των Εναγομένων δύο φορές πριν την έναρξη της ακρόασης, με αποτέλεσμα άλλοι δύο δικηγόροι να επιμελήθηκαν των δικογράφων και άλλη, η τρίτη κατά σειρά, διορισθείσα δικηγόρος να χειρίσθηκε την ακροαματική διαδικασία εκ μέρους τους. Αναλυτικά περιγράφω την πορεία της δικογραφίας πιο κάτω. Η αρχική Έκθεση Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης (στο εξής «η Ε/Υ») των Εναγομένων αρ. 1, 2 και 3, η οποία ήταν κοινή και για τους τρεις, καταχωρήθηκε στις 27.11.2009 από τη δικηγόρο που τους εκπροσωπούσε τότε. Η γραμμή υπεράσπισης ως ήταν τότε δικογραφημένη, στηριζόταν στους εξής άξονες꞉ · Πρώτον, αρνούνταν ότι υπογράφηκε εκ μέρους τους το ισχυριζόμενο γραμμάτιο και/ή έγκυρο γραμμάτιο. · Δεύτερον, αρνούνταν ότι δόθηκε οποιαδήποτε εγγύηση και/ή έγκυρη εγγύηση από τους Εναγόμενους αρ. 2 και
- · Τρίτον, αρνούνταν την ύπαρξη οποιουδήποτε γραμματίου με τους όρους αυτού ως τους δικογράφησε η Ενάγουσα. · Τέταρτον, ισχυρίζονταν ότι, εάν ήθελε αποδειχτεί ότι αυτοί πράγματι υπέγραψαν το επίδικο γραμμάτιο με τους όρους που δικογράφησε η Ενάγουσα, τότε τούτο έγινε κατόπιν ψυχικής πίεσης και/ή ψευδών και/ή παραπλανητικών παραστάσεων και/ή δόλου, στοιχεία τα οποία αναιρούν την ελεύθερη συναίνεση που αποτελεί συστατικό στοιχείο της σύμβασης. · Πέμπτον, ισχυρίζονταν ότι, εάν ήθελε αποδειχτεί ότι αυτοί πράγματι υπέγραψαν το επίδικο γραμμάτιο με τους όρους που δικογράφησε η Ενάγουσα, τότε τούτο έγινε δυνάμει παράνομου ανταλλάγματος και/ή χωρίς νόμιμο αντάλλαγμα και/ή αντιπαροχή. · Έκτον, ισχυρίζονταν ότι το επίδικο γραμμάτιο ήταν εικονικό, αφού αυτό υπογράφηκε χωρίς να καταβληθεί το ποσό το οποίο αναγράφει. · Έβδομον, ισχυρίζονταν ότι η Ενάγουσα ουδέποτε όχλησε τους Εναγόμενους από τον 8ο μήνα του 2008 που εκείνη έφυγε από την Εναγόμενη αρ. 3 εταιρεία και ότι εκείνη είναι που έκτοτε οφείλει διάφορα ποσά στην Εναγόμενη αρ. 3, τα οποία και ανταπαιτούνται από αυτήν. Στις παρα. 7 έως 9 της Ε/Υ οι Εναγόμενοι αρ. 1, 2 και 3 έδιδαν λεπτομέρειες της ισχυριζόμενης ψυχικής πίεσης και/ή του εξαναγκασμού και/ή του ισχυριζόμενου δόλου και/ή των ψευδών παραστάσεων υπό το καθεστώς των οποίων αυτοί υπέγραψαν το επίδικο γραμμάτιο, εφόσον η υπογραφή τους ήθελε αποδειχθεί. Η εκδοχή τους ήταν ότι꞉ · Η Ενάγουσα ήταν κάτοχος του 30% των μετοχών της Εναγομένης 3, η Εναγόμενη αρ. 1 του 69% και ο Εναγόμενος αρ. 2 του 1%. · Η Ενάγουσα θέλησε να πωλήσει τις μετοχές της για το ποσό των €50.
- · Οι Εναγόμενοι αρ. 1 και 2 συμφώνησαν όπως η Ενάγουσα πωλήσει τις μετοχές της σε ένα τρίτο άτομο, ήτοι την κα Χρυστάλλα Καρό. · Η Ενάγουσα συμφώνησε με τους Εναγόμενους όπως μην της δοθεί η αξία των μετοχών της σε μετρητά από την Εναγόμενη αρ. 3, αλλά να υπογράψουν οι Εναγόμενοι αρ. 1 και 2 ένα γραμμάτιο, ώστε να καταβάλλει η κα Χρυστάλλα Καρό το ποσό των €500 μηνιαίως μέχρι εξοφλήσεως των μετοχών και ότι κάθε φορά που θα πληρώνετο το ποσό των €500, θα αφαιρείτο ανάλογος αριθμός μετοχών από την Ενάγουσα. · Οι Εναγόμενοι πλανώμενοι και εξαπατώμενοι περί της ανυπαρξίας προσωπικής τους ευθύνης και/ή υποχρεώσεως, υπέγραψαν το επίδικο γραμμάτιο. · Η Ενάγουσα, παρόλο που η κα Χρυστάλλα Καρό πλήρωσε €3000, εντούτοις καμία μετοχή μεταβίβασε σε οποιονδήποτε άτομο και είναι μέχρι σήμερα κάτοχος του 30% των μετοχών της Εναγομένης αρ. 3 και ότι συνεπακόλουθα κωλύεται η Ενάγουσα από το να αξιώνει οποιοδήποτε ποσό από τους Εναγόμενους. · Η Ενάγουσα, η οποία είναι θεία της Εναγομένης αρ. 1 και ο γιος της Ενάγουσας που είναι ξάδερφος της Εναγομένης αρ. 1, άσκησαν ψυχική πίεση σε αυτήν ή/και την εξανάγκασαν να υπογράψει το επίδικο γραμμάτιο λέγοντάς της ότι η Εναγόμενη αρ. 3 δεν θα μπορούσε να λειτουργήσει αν η Ενάγουσα μεταβίβαζε το μερίδιο της σε οιονδήποτε άτομο. · Καταχρώμενοι τη στενή συγγένεια και τη θέση εμπιστοσύνης που τους είχε η Εναγόμενη αρ.1, η Ενάγουσα και ο γιος της ανάγκασαν τους Εναγόμενους να υποβληθούν σε μια υπερβολικά επαχθή σύμβαση ή/και ετεροβαρή σύμβαση, σε βάρος των συμφερόντων τους, χωρίς να τους δοθεί χρόνος για να λάβουν νομική συμβουλή ή/και για να προβούν σε ελεύθερη διαπραγμάτευση. Περαιτέρω, στις παρα. 10 έως 14 της αρχικής Ε/Υ, οι Εναγόμενοι αρ. 1, 2 και 3 έδιδαν λεπτομέρειες των λόγων για τους οποίους αυτοί θεωρούσαν το επίδικο γραμμάτιο μη έγκυρο και/ή άκυρο꞉ · ότι δεν μπορούσε να είναι δεσμευτικό για την Εναγόμενη αρ. 3 εταιρεία καθότι δεν φέρει τη σφραγίδα της (βλ. την παρα. 10 της Ε/Υ), · ότι δεν υπήρχαν μάρτυρες ταυτόχρονα κατά την υπογραφή του ή/και ότι οι μάρτυρες το υπέγραψαν εκ των υστέρων (βλ. την παρα. 11 της Ε/Υ), · ότι δεν είναι έγκυρο διότι δεν έχει χαρτοσημανθεί (βλ. την παρα. 12 της Ε/Υ), · ότι οι εγγυήσεις αποσπάσθηκαν εκ των υστέρων και όχι κατά την υπογραφή του γραμματίου (βλ. την παρα. 13 της Ε/Υ). Ισχυρίζονταν οι Εναγόμενοι στην παρα. 16 της Ε/Υ ότι το επίδικο έγγραφο δεν αποτελούσε γραμμάτιο αλλά σύμβαση. Η εγειρόμενη από τους Εναγόμενους 1, 2 και 3 ανταπαίτηση, ως δικογραφήθηκε στην παρα. 19 της Ε/Υ, αφορούσε στην έκδοση - «Α. Διατάγματος του Δικαστηρίου με το οποίο να ακυρώνεται το επίδικο γραμμάτιο ως παράνομο και/ή αντινομικό λόγω παρανομίας και/ή λόγω άσκησης ψυχικής πίεσης και/ή ψευδών παραστάσεων και/ή ως εικονικό. Β. Διάταγμα επιστροφής του επίδικου γραμματίου στην Εναγόμενη
- Γ. Ποσόν €387.- ως αναλογία του μεριδίου της για πληρωμή των εξόδων για την έγερση της αγωγής εναντίον της Εναγομένης αρ.
- Δ. Ποσόν €360.- ως η αξία ρουχισμού της Ενάγουσας, τα οποία έλαβε από την Εναγόμενη. Ε. Ποσόν €300.- ως η αναλογία της Ενάγουσας για λογαριασμούς ηλεκτρισμού, νερού και τηλεφώνου πριν την αποχώρησή της από την εταιρεία. Στ. Ποσό €1.593,00σ. ως πληρωμή κοινωνικών ασφαλίσεων προς όφελος της Ενάγουσας. Ζ. Ποσόν €664.- ως αναλογία του ΦΠΑ τριμήνου 6/08 - 8/
- Η. Έξοδα ανταπαίτησης, νόμιμο τόκο και ΦΠΑ.». Επισημαίνω ότι ουδείς ισχυρισμός γεγονότων δικογραφήθηκε κατά τρόπο ειδικό και συγκεκριμένο αναφορικά με όσα ανταπαιτητικά αξιώνονταν υπό τις παρα. Δ, Ε, Στ και Ζ ανωτέρω. Με το δικόγραφο της Απάντησης στην Υπεράσπιση και Υπεράσπισης στην Ανταπαίτηση, το οποίο καταχωρήθηκε στις 9.2.2010, η Ενάγουσα απέρριψε και αρνήθηκε την εκδοχή των Εναγομένων αρ. 1, 2 και 3 και τους κάλεσε σε αυστηρή απόδειξη αυτής. Περαιτέρω, η Ενάγουσα απάντησε λέγοντας - · ότι αυτή ήταν πράγματι κάτοχος του 30% των μετοχών της Εναγομένης αρ. 3 εταιρείας και θέλησε να πωλήσει τις μετοχές της (βλ. την παρα. 6(α) της Απάντησης), · ότι αυτή όμως ουδέποτε συμφώνησε να πωλήσει τις εν λόγω μετοχές της στην Χρυστάλλα Καρό (βλ. την παρα. 6(β) της Απάντησης), · ότι το ποσό των μηνιαίων δόσεων που συμποσούται σε €3000 η Ενάγουσα το έλαβε από την Εναγόμενη αρ. 1 και όχι από την Χρυστάλλα Καρό ή οποιοδήποτε άλλο τρίτο πρόσωπο (βλ. την παρα. 6(γ) της Απάντησης), · ότι αυτή όχλησε την Εναγόμενη αρ. 1 για να εξοφλήσει το οφειλόμενο υπόλοιπο προσωπικά και τηλεφωνικά και η Εναγόμενη αρ. 1 της ανέφερε «προχώρα νομικά», · ότι το επίδικο γραμμάτιο είναι δεόντως χαρτοσημασμένο, υπογράφτηκε από τους μάρτυρες ταυτόχρονα προς την Εναγόμενη αρ. 1 ως χρεώστιδα και τους Εναγόμενους 2 και 3 ως εγγυητές. Στις 18.3.2011 και ενώ η υπόθεση ήταν ορισμένη για ακρόαση επί της ουσίας της, η μέχρι τότε συνήγορος των Εναγομένων αποσύρθηκε από δικηγόρος τους. Ανέλαβε νέος συνήγορος την εκπροσώπησή τους μόλις στις 14.12.
- Κατά τη μελέτη της υπόθεσης από τον ίδιο, κρίθηκε σκόπιμη η τροποποίηση της Έκθεσης Υπεράσπισης, ώστε να εισαχθεί σε αυτήν μία νέα παράγραφος ως ακολούθως꞉ «
- Οι Εναγόμενοι, άνευ βλάβης, των ανωτέρω, ισχυρίζονται ότι η Ενάγουσα συμφώνησε προφορικά, περί τον Σεπτέμβριο του 2009, όπως πωλήσει και μεταβιβάσει προς την Εναγόμενη αρ. 1, 300 μετοχές που κατείχε στην Εναγόμενη αρ. 3 έναντι του ποσού των €50.171,00σ. Προς τούτο η Εναγόμενη αρ. 1 ανέλαβε να καταβάλλει μηνιαίως προς την Ενάγουσα το ποσό των €500, ενώ η Ενάγουσα ανέλαβε όπως μεταβιβάζει σταδιακά προς την Εναγόμενη αρ. 1 το αναλογούν μερίδιο μετοχών. Η δε Ενάγουσα ουδέποτε μεταβίβασε οποιονδήποτε μερίδιο μετοχών προς την Εναγόμενη αρ. 1, παρά το ότι έγιναν με την έναρξη της συμφωνίας ορισμένες πληρωμές και προς τούτο έπαυσε να καταβάλλει οποιαδήποτε ποσά προς το σκοπό αγοράς των εν λόγω μετοχών της Εναγομένης αρ. 3.». Εκδόθηκε εκ συμφώνου Διάταγμα τροποποίησης της Ε/Υ στις 26.5.
- Η τροποποιηθείσα Ε/Υ καταχωρήθηκε στις 18.6.
- Κρίνω αναγκαίο να επισημάνω ότι η προωθηθείσα στην νέα παρα. 12 εκδοχή γεγονότων εκ μέρους των Εναγομένων βρίσκεται σε αντίφαση με την δικογραφηθείσα στην παρα. 7 της αρχικής Ε/Υ εκδοχή, η οποία ουδέποτε διαγράφηκε. Θυμίζω ότι με βάση τα ισχυριζόμενα στην παρα. 7, εμπλέκετο τρίτο πρόσωπο, ήτοι η Χρυστάλλα Καρό, στα γεγονότα της υπόθεσης ως το πρόσωπο που ανέλαβε έναντι της Ενάγουσας την ευθύνη να καταβάλλει τις μηνιαίες δόσεις των €500 προς εξόφληση του γραμματίου η/και ως το πρόσωπο με το οποίο η Ενάγουσα είχε συμφωνήσει να του πωλήσει τις μετοχές που είχε στην Εναγόμενη αρ. 3 εταιρεία. Απεναντίας, με την νεοεισαχθείσα παρα. 12 η εκδοχή των Εναγομένων αναιρέθηκε κατ' ουσίαν η ανάμειξη τέτοιου τρίτου προσώπου στην αντιδικία των διαδίκων. Ακολούθησε στις 7.7.2014 η καταχώρηση Τροποποιημένης Απάντησης στην Υπεράσπιση και Υπεράσπισης στην Ανταπαίτηση. Εστιάζω την προσοχή στο περιεχόμενο της παρα. 10 της Τροποποιημένης Απάντησης, όπου αντικρούεται η νέα παρα. 12 της Τροποποιημένης Ε/Υ. Η Ενάγουσα απάντησε λέγοντας - · Ότι μετά την υπογραφή του επίδικου Γραμματίου, [αυτή] υποσχέθηκε στην Εναγόμενη αρ. 1, ότι μετά την εξόφληση ολόκληρου του ποσού του εν λόγω Γραμματίου, εκ ποσού €500.- μηνιαίως, θα μεταβίβαζε επ' ονόματί της, τις 300 μετοχές που κατείχε στην Εναγόμενη αρ. 3 εταιρεία, χωρίς οποιοδήποτε αντάλλαγμα, και θα αποχωρούσε από μέτοχος. Τούτο όμως δεν έγινε, όχι από υαπαιτιότητα της Ενάγουσας, αλλά διότι η Εναγόμενη αρ. 1 ουδέποτε εξόφλησε το επίδικο γραμμάτιο. · Ότι η Ενάγουσα δηλώνει ότι μόλις εξοφληθεί το συνολικό ποσό του επίδικου Γραμματίου, αυτή θα μεταβιβάσει αμέσως τις 300 μετοχές της στην Εναγόμενη αρ. 3 επ' ονόματι της Εναγόμενης αρ. 1, ως η υπόσχεσή της. Στις 10.3.2015, ημερομηνία κατά την οποία η αγωγή ήταν ορισμένη για ακρόαση, ζητήθηκε άδεια από τον μέχρι τότε δεύτερον κατά σειρά συνήγορο των Εναγομένων, ο οποίος επιμελήθηκε της ως άνω τροποποίησης της Ε/Υ, για να αποσυρθεί. Το αίτημα ήταν δεκτό από τους ίδιους τους Εναγόμενους και ως εκ τούτου εγκρίθηκε από το Δικαστήριο. Προχώρησε η υπόθεση σε ακρόαση στις 8.6.2015 με τους Εναγόμενους να αναλαμβάνουν αυτοπροσώπως το χειρισμό της υπόθεσής τους και συνεχίσθηκε με τον ίδιο τρόπο στις 18.6.
- Στις 8.7.2015 ανέλαβαν την εκπροσώπηση των Εναγομένων νέοι συνήγοροι, οι τρίτοι κατά σειράν και χειρίσθηκαν την υπόθεση από το στάδιο της αντεξέτασης της Ενάγουσας μέχρι τέλους της δίκης. Εγκατάλειψη ανταπαίτησης κατά τη δίκη Κατ' αρχάς, παρατηρώ ότι κατά την ακρόαση δεν προσφέρθηκε οποιαδήποτε μαρτυρία προς απόδειξη της ανταπαίτησης των Εναγομένων. Η προσκομισθείσα μαρτυρία της Εναγομένης αρ. 1 (ΜΥ1) ήταν στοχευμένη σε αντίκρουση της απαίτησης της Ενάγουσας μόνο. Δεν δόθηκε, για παράδειγμα, οποιαδήποτε μαρτυρία που να προωθεί την ανταπαίτηση ποσού έναντι ρουχισμού ή έναντι κοινωνικών ασφαλίσεων ή ΦΠΑ ή λογαριασμών νερού, ηλεκτρισμού και τηλεφώνου. Θεωρώ, ως εκ τούτου, εγκαταληφθείσα την ανταπαίτηση και ως τέτοια την απορρίπτω ως αβάσιμη και ατεκμηρίωτη. Η προσκομισθείσα μαρτυρία προς απόδειξη της απαίτησης στην αγωγή. Κατά την ακροαματική διαδικασία, από την πλευρά της Ενάγουσας, κατέθεσαν δύο μάρτυρες, ήτοι η Ενάγουσα προσωπικά, κα Αγγέλα Σοφοκλέους (στο εξής «η ΜΕ1»), και ο υιός της, κ. Κύπρος Σοφοκλέους (στο εξής «ο ΜΕ2»). Από πλευράς Εναγομένων, μαρτυρία έδωσε η Εναγόμενη αρ. 1 μόνο (στο εξής «η ΜΥ1»). Όλη η προσφερθείσα μαρτυρία είναι καταγεγραμμένη στα πρακτικά του Δικαστηρίου και την έχω μελετήσει και λάβει υπόψη στην ολότητά της για σκοπούς έκδοσης της παρούσας απόφασης. Αιτιολογώ πιο κάτω, με αναφορά σε αποσπάσματα από τη μαρτυρία αυτήν, τη δικαστική μου κρίση και αξιολόγηση της αξιοπιστίας της δοθείσας μαρτυρίας. Αξιολόγηση της μαρτυρίας. Εγείρεται ζήτημα ελέγχου της αξιοπιστίας των μαρτύρων οποτεδήποτε υπάρχουν διιστάμενες εκδοχές, όπως συμβαίνει στην παρούσα υπόθεση, και το δικαστήριο θα πρέπει να επιλέξει ανάμεσά τους. Σκοπός της αξιολόγησης της μαρτυρίας είναι να μπορέσει το Δικαστήριο να προβεί σε διαπιστώσεις αναφορικά με τα πραγματικά γεγονότα και, στη βάση των δικών του ευρημάτων ως προς τα γεγονότα, να εξετάσει στη συνέχεια κατά πόσον ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης, το έχει αποσείσει στον βαθμό που απαιτείται. Ωστόσο, η αξιοπιστία εκτιμάται αυτοτελώς και ανεξαρτήτως επιπέδου απόδειξης (Barry Wynne v. David Costakis Mavronicola κ.α.
(2009)1(β) Α.Α.Δ. 1138, Αθανασίου κ.α. ν Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. 614).). Για το θέμα της αξιοπιστίας της μαρτυρίας απολύτως σχετική είναι η εκτεταμένη ανάπτυξη του θέματος στο βιβλίο των Σάντη - Ηλιάδη, Δίκαιο της Απόδειξης, Hippasus, 2014, Κεφάλαιο 3, IB. Η θετική εντύπωση που αφήνει στο Δικαστήριο ο μάρτυς που καταθέτει αποτελεί σε γενικές γραμμές στοιχείο εξαιρετικής σπουδαιότητας για την κρίση της αξιοπιστίας του. Η αξιοπιστία αποτελεί έννοια πολυσήμαντη. Η εμφάνιση και συμπεριφορά του μάρτυρα ενόσω καταθέτει, η μνήμη του, οι αντιδράσεις του (κατά πόσο δηλαδή είναι φυσικές ή αφύσικες), ο τρόπος που απαντά, η νευρικότητα ή η επιφυλακτικότητα του και η ιδιοσυγκρασία που εκδηλώνει, είναι μεταξύ των στοιχείων που λαμβάνονται υπόψη κατά την αξιολόγηση (Κεντρική Ασφαλιστική Εταιρεία Λτδ ν Ηροδότου, Π.Ε. 332/09, ημερ. 10.6.13, Re N-BCM
(2002)EWCA Civ. 1052, C & A Pelekanos Associates Limited ν Πελεκάνου
(1999)1(B) ΑΑΔ 1273). Η συμπεριφορά μάρτυρα κατά την αντεξέταση δεν φαίνεται να έχει μεγαλύτερη σημασία από ό,τι έχει κατά την κυρίως εξέταση και επανεξέταση (Attorney-General for the Sovereign Base Areas of Akrotiri and Dhekelia ν Steinhoff
(2005)UKPC 31). Ασφαλώς, κρίση του δικαστηρίου επί της αξιοπιστίας δεν δύναται να έχει ως μόνο οδηγό την εξωτερική εντύπωση που προκαλεί ο μάρτυρας (βλ. Γεώργιος & Σπύρος Τσαππή Λτδ v. Πολυβίου
(2009)1 Α.Α.Δ. 339). Αποτιμάται η συνολική παρουσία καθενός μάρτυρα στη βάση των εγγενών της μαρτυρίας του χαρακτηριστικών (πηγή γνώσεως, ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος και προκατάληψη) - Phipson on Evidence, 14th edition, σελίδα 251). Το περιεχόμενο της μαρτυρίας του μάρτυρα υποβάλλεται στη βάσανο της λογικής με γνώμονα και την ανθρώπινη εμπειρία ως προς την αναμενόμενη φυσιολογική εξέλιξη των πραγμάτων της ζωής. Πέραν τούτου, η αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν περιορίζεται αποκλειστικώς στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας κάθε μάρτυρα ξεχωριστά (Rana και Άλλου ν Δημοκρατίας
(2004)2 ΑΑΔ 489), αλλά αντιπαραβάλλεται και διερευνάται στο σύνολο της μαρτυρίας που παρουσιάζεται και από τις δύο πλευρές (Φώτσιου ν Ηροδότου
(2010)1(B) ΑΑΔ 1172). Τα ευρήματα αξιοπιστίας είναι αλληλένδετα με τη συνολική εκτίμηση της μαρτυρίας και των προεκτάσεων της και συναρτώνται με την αντικειμενική όψη των πραγμάτων (Βασιλείου ν Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 159/09, ημ. 4.5.12). Αυτή η προσέγγιση επαυξάνει το κύρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου και την πίστη του κοινού στη δικαστική διαδικασία (Στυλιανίδης ν Χατζηπιέρα
(1992)1(B) ΑΑΔ 1056). Τέλος, σημειώνω ότι αποτελεί βασικό κανόνα ότι μια υπόθεση πρέπει να εκδικάζεται στα αυστηρά πλαίσια των δικογράφων (Cheeseline Ltd v Ανθούλης Θωμά & Υιοί Λτδ, ECLI:CY:AD:2014:A319, Πολιτική Έφεση 45/2009, ημερομηνίας 14.5.2014). Όπως, περαιτέρω, λέχθηκε στην υπόθεση Χριστοδούλου ν. Χρ. Μαρνέρος και Σία Λτδ
(1997)1 Α.Α.Δ. 718 στη σελ. 721 λέχθηκε ότι: «Τα δικόγραφα είναι ουσιώδη στον καθορισμό των επιδίκων θεμάτων και στον καθορισμό της βάσης επί της οποίας θα προχωρήσει η ακρόαση της υπόθεσης. Η σημασία τους τονίστηκε στην υπόθεση Christakis Loucaides v. C. D. Hay and Sons Ltd
(1971)1 C.LR. 134. Τα δικόγραφα δεν έχουν σκοπό μόνο τη διαφύλαξη της κανονικής διαδικασίας. Σκοπό έχουν να μην καταλαμβάνονται εξ απρόοπτου οι διάδικοι στους οποίους θα πρέπει να παρέχεται η δέουσα ευκαιρία να ετοιμάσουν την υπόθεση τους για ακρόαση. Εκτός αν τα επίδικα θέματα καθοριστούν δεόντως η ακρόαση παραμένει χωρίς οριοθέτηση και οι σκοποί της δικαιοσύνης μπορεί να παρακωλυθούν λόγω της αβεβαιότητας (G.I.P. Constructions Ltd v. Panayiota Neophvtou and Οthers
(1983)1 C.LR. 669, 680). Τα δικόγραφα πρέπει να περιέχουν όλες τις αναγκαίες λεπτομέρειες ώστε η άλλη πλευρά να μπορεί να σχηματίζει σαφή και πλήρη εικόνα για τη φύση και την έκταση της υπόθεσης που πρόκειται να αντιμετωπίσει στην ακρόαση και να μη βρίσκεται προ εκπλήξεως ή να καταλαμβάνεται εξ απήνης.». Περαιτέρω, στην Γιώργου Παπαγεωργίου ν Λούης Κλάππας (Investments Services Ltd)
(1991)1 Α.Α.Δ 24 σημειώθηκαν τα εξής꞉ «Οι αρχές του δικονομικού δικαίου περιορίζουν τα επίδικα θέματα σε εκείνα τα οποία προσδιορίζονται από τη δικογραφία· δηλαδή την απαίτηση, την υπεράσπιση και την απάντηση όπου υπάρχει. Ο επακριβής προσδιορισμός των επίδικων θεμάτων συναρτάται άμεσα με το αντιπαραθετικό σύστημα δίκης που ισχύει στο δικαιϊκό μας σύστημα και απόρροια της φυσικής δικαιοσύνης που επιβάλλει τη διασφάλιση του δικαιώματος διαδίκου για ουσιαστική ευκαιρία απάντησης στις θέσεις και ισχυρισμούς του αντιδίκου του. Η δίκη δρομολογείται, όπως επιγραμματικά ανάφερε ο τότε Πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου κ. Βασιλειάδης στην υπόθεση Homeros Th. Courtis and Others v. Panos K. Iasonides
(1970)1 C.L.R. 180, (βλέπε επίσης Christakis Loucaides v. C.D. Hay and Sons Ltd
(1971)1 C.L.R. 134) κατά μήκος των γραμμών που οριοθετεί η δικογραφία και η δίκη διατρέχει την ίδια πορεία όπως και το τραίνο κατά μήκος των προκαθορισμένων γραμμών της διαδρομής. [...] Ο δικηγόρος του εφεσείοντα παραδέχθηκε ότι ο λόγος που προβλήθηκε προς υποστήριξη της έφεσης δεν είχε εγερθεί ρητά με την υπεράσπιση. Εισηγήθηκε όμως, ότι είχε εγερθεί έμμεσα με τη γενική άρνηση της απαίτησης των εναγόντων και των ισχυρισμών που διατυπώθηκαν στην απαίτηση προς υποστήριξή της· όπως επίσης και με την αναφορά, που έγινε, ομολογουμένως συμπτωματική, κατά τη διάρκεια της δίκης. Δε συμφωνούμε. Η γενική άρνηση των ισχυρισμών που προσδιορίζουν την απαίτηση δεν εξυπακούει και την προβολή άλλων θετικών γεγονότων, τα οποία είτε την αποδυναμώνουν ή την καθιστούν ανεδαφική.». Για τον ίδιο λόγο η αξιολόγηση της μαρτυρίας γίνεται υπό το πρίσμα και της συνοχής της εν σχέση προς τη δικογραφηθείσα εκδοχή της κάθε πλευράς. Όπως λέχθηκε στην Χρίστου ν. Ηροδότου κ.α.
(2008)1 Α.Α.Δ. 676: «Δεν διαπιστώνεται όμως καμία ουσιώδης παρέκκλιση μεταξύ δικογραφίας και μαρτυρίας, που είναι βέβαια επιτρεπτό από το Δικαστήριο να εντοπίζεται ως στοιχείο για την τυχόν αξιοπιστία του διαδίκου (δέστε Σοφοκλέους ν. Τσεσμέλογλου
(2006)1 Α.Α.Δ. 1153, 1158-59)». Έχοντας κατά νου τις ανωτέρω αρχές, αξιολογώ τη δοθείσα μαρτυρία ως ακολούθως: Η μαρτυρία της Ενάγουσας Η Ενάγουσα εμφανίστηκε ενώπιον μου έκδηλα καταπονεμένη από την κατάσταση της υγείας της. Κατά τη δικάσιμο ημερ. 8.6.2015, η Ενάγουσα κατέρρευσε λόγω σωματικής αδυναμίας καθ' ον χρόνο διάβαζε όρθια την παρα. 8 της γραπτής της δήλωσης ως το Έγγραφο Α. Τις υπόλοιπες παραγράφους τις απήγγειλε ο συνήγορός της για χάριν οικονομίας χρόνου, με τη συναίνεση των παριστάμενων Εναγομένων. Προσφέρθηκε κατά την ίδια δικάσιμο η Ενάγουσα να συνεχίσει η διαδικασία για την αντεξέτασή της, εφόσον αυτή θα ήταν καθείμενη και υπήρξε συνεργάσιμη στη διαδικασία. Συνεχίσθηκε η αντεξέτασή της σε νέα δικάσιμο όπου και πάλιν, παρά την εμφανή βεβαρυμένη υγεία της, συνεργάστηκε και απάντησε σε όσες ερωτήσεις της υποβλήθηκαν. Δεν υπήρξε οποιαδήποτε μαρτυρία ότι αυτή αντιμετώπιζε οποιαδήποτε προβλήματα υγείας κατά τον ουσιώδη για την παρούσα αγωγή χρόνο, ήτοι κατά ή περί τις 10.9.2008 που υπεγράφη το επίδικο γραμμάτιο. Ούτε υπήρξε οποιοσδήποτε υπαινιγμός ότι το πρόβλημα υγείας που φαίνεται να αντιμετωπίζει επηρεάζει καθ' οιονδήποτε τρόπο την πνευματική της ικανότητα και αντίληψη της δικαστικής διαδικασίας στην οποία συμμετείχε. Απεναντίας, η Ενάγουσα έδειξε να διατηρεί οξυδέρκεια κατά την αντεξέτασή της και να είναι σε θέση να διακρίνει ακόμη και νομικές έννοιες, όπως ο όρος «συνέταιρος» από τον όρο «μέτοχος», ως επίσης να είναι σε θέση να αντιλαμβάνεται την έννοια του γραμματίου και τί δύναται να εξετάζεται από το Δικαστήριο αναφορικά με αυτό, αντικρούοντας ως μη σχετικές με τα επίδικα θέματα ορισμένες από τις ερωτήσεις που της υποβάλλονταν. Επομένως, από απόψεως εξωτερικής εντύπωσης κρίνω ότι η Ενάγουσα αποτέλεσε ικανή μάρτυρα, γι' αυτό και προχώρησα να εξετάσω πιο επισταμένα τις δηλώσεις της επί της ουσίας της υπόθεσης. Η Ενάγουσα υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασής της το περιεχόμενο γραπτής δήλωσης, κατατεθείσας στο Δικαστήριο ως τεκμήριο σημειωθέν ως Έγγραφο Α. Στην εν λόγω γραπτή δήλωση η Ενάγουσα υιοθέτησε και επανέλαβε όσα είχαν δικογραφηθεί στην Έκθεση Απαίτησης όσον αφορά την ημερομηνία και τον τόπο έκδοσης, υπογραφής και παράδοσης του επίδικου γραμματίου, ως επίσης το ύψος του ποσού αυτού και τους όρους της ισχύος του, περιλαμβανομένης και της μεθόδου αποπληρωμής του. Περαιτέρω, η Ενάγουσα παρουσίασε στο Δικαστήριο το επίδικο Γραμμάτιο, το οποίο και κατέθεσε ως τεκμήριο σημειωθέν ως Τεκμήριο αρ. 1 υπό Έγγραφο Α. Παρατηρώ ότι το λεκτικό του κατατεθέντος γραμματίου ανταποκρίνεται στα όσα δικογραφήθηκαν από την Ενάγουσα στην Έκθεση Απαίτησης, ήτοι ότι η Εναγόμενη αρ. 1 ανέλαβε να πληρώσει στην Ενάγουσα το ποσό των €50.171, η αξία του οποίου είχε ήδη ληφθεί σε μετρητά. Περαιτέρω, το κατατεθέν γραμμάτιο φαίνεται να φέρει υπογραφή της Ελένης Πέτρου ως χρεώστιδας και των Εναγομένων αρ. 1 και 2 ως εγγυητών. Επιπλέον, φαίνεται να φέρει δύο υπογραφές στη θέση των μαρτύρων 1 και
- Τέλος, υπάρχει επ' αυτού σφραγίδα του Εφόρου τελών Χαρτοσήμου η οποία αναφέρει ότι «Το έγγραφο αυτό είναι δεόντως χαρτοσημασμένο». Ειδικότερα, ήταν η θέση της Ενάγουσας ότι η υπογραφή και παράδοση του επίδικου γραμματίου από την Εναγόμενη αρ. 1 προς την Ενάγουσα προς όφελός της, έγινε στη διεύθυνση «Αρχ. Μακαρίου 56Α, Πέρα Χωρίου Νήσου, Λευκωσία» που είναι η διεύθυνση της Εναγομένης αρ. 3 εταιρείας. Κατά την υπογραφή του γραμματίου από την Εναγόμενη αρ. 1 ήταν παρόντες και υπέγραψαν ταυτόχρονα δύο ικανοί μάρτυρες, ήτοι ο υιός της Ενάγουσας (ΜΕ2) και μία υπάλληλος της Εναγόμενης αρ. 3, επ' ονόματι «Έλενα» (βλ. την παρα. 5 του Εγγράφου Α). Προχώρησε η Ενάγουσα στην παρα. 16(στ) του Εγγράφου Α να δώσει και την εξής λεπτομέρεια꞉ ότι η υπογραφή του γραμματίου πραγματοποιήθηκε δίπλα από το ταμείο του καταστήματος της Εναγόμενης αρ.
- Όσον αφορά την αποπληρωμή του γραμματίου, ήταν η θέση της Ενάγουσας ότι αυτή επισκεπτόταν την Εναγόμενη αρ. 1, για να εισπράξει την εκάστοτε οφειλόμενη δόση, στο κατάστημά της Εναγομένης αρ. 1 στο Πέρα Χωρίο Νήσου, μερικές φορές η ίδια προσωπικά και άλλες φορές η ίδια μαζί με το σύζυγό της, ο οποίος είναι παραδεκτό ότι είναι θείος της Εναγομένης αρ.
- Η Ενάγουσα παρουσίασε στο Δικαστήριο δέσμη από πέντε «Αποδείξεις Εισπράξεως» (βλ. το Τεκμήριο 2 υπό Έγγραφο Α), ως εξής꞉ · αρ. 1057 και ημερ. 1/11/2008, · αρ. 1065 και ημερ. 1/12/2008, · αρ. 1072 και ημερ. 2/1/2009, · αρ. 1079 και ημερ. 2/2/2009 · αρ. 1085 και ημερ. 1/3/
- Διευκρίνισε η Ενάγουσα ότι η πρώτη εκ των μηνιαίων δόσεων καταβλήθηκε την 1/10/2008, αλλά δεν παρουσίασε στο Δικαστήριο το αντίγραφο της σχετικής εκδοθείσας απόδειξης εισπράξεως λόγω του ότι την απώλεσε. Παρατηρώ ότι σε όλες τις κατατεθείσες αποδείξεις αναγράφετο ότι «ελήφθη παρά την Ελένη Πέτρου το ποσό των ευρώ πεντακοσίων έναντι χρέους της». Η Ενάγουσα υπέγραφε τις αποδείξεις ως «ο εισπράξας». Έπειτα η Ενάγουσα έδωσε μαρτυρία ότι προέβη σε επανειλημμένες οχλήσεις προς την Εναγόμενη αρ. 1 προς εξόφληση του χρέους της καθώς και προς τον Εναγόμενο αρ. 2 ως εγγυητή, ο οποίος τυγχάνει να είναι σύντροφος της Εναγομένης αρ. 1, αλλά απαντούσαν, τόσο στην Ενάγουσα όσο και στο σύζυγό της, κ. Σοφοκλή Σοφοκλέους ο οποίος είναι θείος της Εναγομένης αρ. 1, «δεν κρατώ και ότι θέλετε κάμετε, προχωράτε νομικά». Κατά τα λοιπά, η Ενάγουσα υιοθέτησε και επανέλαβε το περιεχόμενο της Απάντησης στην Υπεράσπιση και Υπεράσπισης στην Ανταπαίτηση. Κρίνω πως όσα ανωτέρω δήλωσε η Ενάγουσα κατά την κυρίως εξέτασή της συνάδουν απόλυτα με τη δικογραφημένη εκδοχή της και καλύπτουν κάθε επιμέρους σημείο που όφειλε να αποδείξει η ίδια. Η Ενάγουσα διατήρησε σταθερή τη μαρτυρία της, σε ευθυγράμμιση με τη δικογραφημένη εκδοχή της, ακόμη και όταν υποβλήθηκε στη βάσανο της αντεξέτασης. Η μαρτυρία του ΜΕ2 Ο κ. Κύπρος Σοφοκλέους (ΜΕ2) είναι γιος της Ενάγουσας. Είδε και αναγνώρισε το επίδικο γραμμάτιο ως το Τεκμήριο 1 υπό Έγγραφο Α. Το αναγνώρισε ως το έγγραφο που ετοιμάστηκε από τον ίδιο με τη βοήθεια δικηγόρου, μετά από προτροπή της Εναγομένης αρ. 1 και της Ενάγουσας για μετρητά που είχε δώσει η Ενάγουσα στην Εναγόμενη αρ.
- Είδε και αναγνώρισε την υπογραφή του στη θέση του μάρτυρα αρ.
- Επιβεβαιώσε ότι όλες οι υπογραφές που παρατίθενται στο επίδικο γραμμάτιο τέθηκαν στην ταυτόχρονη παρουσία όλων των εμπλεκομένων (ήτοι της χρεώστιδας, των εγγυητών και των μαρτύρων). Δήλωσε ο ΜΕ2 ότι η Εναγόμενη αρ. 1 τίμησε το γραμμάτιό της τους πρώτους 6 μήνες καταβάλλοντας τη μηνιαία δόση ως όφειλε. Δήλωσε ακόμη ο ΜΕ2 ότι μία εκ των δόσεων αυτών εισπράχθηκε από τον ίδιο έναντι απόδειξης είσπραξης που του είχε δώσει η Ενάγουσα. Μετά ουδεμία άλλη πληρωμή έγινε από την Εναγόμενη. Για τους λόγους που αναλυτικά εξηγώ πιο κάτω, κρίνω ότι η μαρτυρία αμφότερων των μαρτύρων που προσήλθαν προς υποστήριξη της υπόθεσης της Ενάγουσας αποδεικνύεται κατά την κρίση μου ως αληθής και αξιόπιστη στην ολότητα της. Αναφορικά με την ύπαρξη του κατατειθέμενου από την Ενάγουσα γραμματίου ως του μόνου έγκυρου γραμματίου. Κατά την αντεξέταση της Ενάγουσας από τη συνήγορο των Εναγομένων καταβλήθηκε προσπάθεια να εξουδετερωθεί η αξιοπιστία της Ενάγουσας στη βάση του ότι δήθεν η εν λόγω συνήγορος είχε στην κατοχή της, μέσω των πελατών της, δύο διαφορετικά έγγραφα γραμματίου από εκείνο που κατέθεσε η Ενάγουσα ως Τεκμήριο αρ. 1 υπό Έγγραφο Α. Συγκεκριμένα, η πρώτη θέση που η εν λόγω συνήγορος υπέβαλε προς την Ενάγουσα ήταν ότι ήταν ψευδής η δήλωσή της ότι το επίδικο γραμμάτιο, ημερ. 10.9.2008 ήταν εκείνο που κατατέθηκε στο Δικαστήριο ως το Τεκμήριο 1 υπό Έγγραφο Α. Αντέταξε η συνήγορος Υπεράσπισης την ύπαρξη άλλου εγγράφου γραμματίου, ίδιας ημερομηνίας με το επίδικο, στην οποία άλλα πρόσωπα υπέγραφαν ως μάρτυρες (ήτοι η Αγάθη Παναγιώτου, που ως αργότερα αποκάλυψε η ΜΥ1 είναι η μητέρα της, και η Έλένα Ευαγγέλου που ήταν υπάλληλος στο κατάστημα της ΜΥ1). Σημειωτέον ότι το εν λόγω έγγραφο γραμματίου περιείχε το ίδιο λεκτικό με το επίδικο γραμμάτιο και επιπλέον, στο κάτω αριστερό μέρος αυτού, μετά τις υπογραφές των μαρτύρων, υπήρχε ο εξής όρος: «Σημειώστε ότι κάθε φορά που πληρώνεται το ποσό των €500 από την Ελένη Πέτρου, θα αφαιρείται ανάλογος αριθμός μετοχών, που κατέχει η Αγγέλα Σοφοκλέους στην Ν&Ε ΚΑΖΙ FASHION LTD». Υπεδείχθη το πιο πάνω έγγραφο στην Ενάγουσα για να πει αν το αναγνωρίζει. Η αντίδραση της Ενάγουσας ήταν ότι «Το αναγνωρίζω, αλλά αυτό το γραμμάτιο έπρεπε να έχει σκιστεί». Ερωτηθείσα να πει αν αυτή το είχε υπογράψει στο σημείο που περιείχε τον ως άνω πρόσθετο όρο, η Ενάγουσα παραδέχθηκε ότι τον είχε προσυπογράψει. Προχώρησε μάλιστα και αναγνώρισε την υπογραφή της επί του εν λόγω άλλου εγγράφου γραμματίου. Επέμεινε όμως η Ενάγουσα ότι «Το αναγνωρίζω, αλλά αυτό θα έπρεπε να είχε σκιστεί και το έπιασε η κυρία Ελένη Πέτρου να το σκίσει. Είμαι 69 χρονών, πρώτη φορά έρχομαι στο Δικαστήριο και βάζω το χέρι μου στο Ευαγγέλιο, κακώς είπατε ότι ψεύδομαι.». Ερωτηθείσα να διευκρινίσει γιατί έπρεπε να σκιστεί εκείνο το έγγραφο, η Ενάγουσα αποκρίθηκε ότι «Δεν ευσταθούσε. Στις μετοχές. Τώρα γιατί βρέθηκε άσκιστο δεν ξέρω.». Το εν λόγω έγγραφο γραμματίου κατατέθηκε στη συνέχεια στο Δικαστήριο από την Ενάγουσα, κατόπιν σχετικού αιτήματος της συνηγόρου των Εναγομένων, ως «Τεκμήριο Α προς αναγνώριση». Κατάθεση εγγράφου ως τεκμηρίου προς αναγνώριση γίνεται όταν το έγγραφο δεν μπορεί να κατατεθεί κανονικώς για οποιοδήποτε λόγο από το πρόσωπο που το σύνταξε, υπέγραψε ή είχε στην κατοχή του (βλ. το Σύγγραμμα των Τάκης Ηλιάδης και Νικόλας Γ. Σάντης «Το Δίκαιο της Απόδειξης. Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές» Hippasus Publishing Ltd, Λευκωσία 2014, σελ.396). Εδώ εν προκειμένω, η Ενάγουσα εξέφρασε τη θέση ότι δεν είχε το συγκεκριμένο έγγραφο στην κατοχή της και αγνοούσε την ύπαρξή του αφού θεωρούσε ότι αυτό θα έπρεπε να είχε ήδη σκιστεί ως είχαν συμφωνήσει με την Εναγόμενη αρ.
- Είναι γι' αυτούς τους λόγους που, παρά το ότι η Ενάγουσα αναγνώρισε την υπογραφή της επ' αυτού, εντούτοις δεν το κατέθεσε ως κανονικό τεκμήριο. Εάν οι Εναγόμενοι ήθελαν να στηρίξουν την υπεράσπισή τους στο περιεχόμενο του εν λόγω έγγραφου ως το Τεκμήριο Α προς αναγνώριση, θα έπρεπε να μεριμνούσαν να κατατεθεί στη συνέχεια από την ΜΥ1 το εν λόγω έγγραφο και ως κανονικό τεκμήριο, πράγμα που παρέλειψαν να πράξουν. Δεν έδωσε η ΜΥ1 στο πλαίσιο της δικής της μαρτυρίας οποιεσδήποτε επεξηγήσεις για το πώς βρέθηκε στην κατοχή της το εν λόγω έγγραφο, ούτε επιχείρησε η ΜΥ1 να το εισάξει ως κανονικό τεκμήριο καθ' ον χρόνο έδιδε η ίδια μαρτυρία. Έχει νομολογιακά αποσαφηνιστεί ότι η μαρτυρία που αναφέρεται στο περιεχόμενο του τεκμηρίου προς αναγνώριση παραμένει αδρανής μέχρι να υπάρξει αναγνώριση και κατάθεση του εγγράφου από το πρόσωπο που το υπέγραψε ή το είχε στην κατοχή του, για να μπορεί πλέον να μετατραπεί σε κανονικό τεκμήριο οπόταν και η μαρτυρία που προκύπτει από τις απαντήσεις ως προς το περιεχόμενό του καθίσταται ενεργός. Έγγραφο που παρουσιάζεται για σκοπούς αναγνώρισης και παραμένει ως τέτοιο χωρίς τελικώς να κατατεθεί ως κανονικό τεκμήριο στη διαδικασία, δεν αποτελεί μαρτυρία (Επιτροπή Σιτηρών Κύπρου ν Πλοίου "Arabella"
(2003)1(B) ΑΑΔ 900, Δήμος Λευκωσίας ν ELK Trading Ltd
(2003)2 ΑΑΔ 120, Οδυσσέως ν Χατζηλουκά
(2000)1(Α) ΑΑΔ 185, κ.α.). Επομένως, εφόσον με το πέρας της δίκης της παρούσας υπόθεσης, δεν υφίσταται ενώπιον του Δικαστηρίου οποιαδήποτε ενεργός μαρτυρία ως προς το περιεχόμενο του γραμματίου ως το Τεκμήριο Α προς αναγνώριση, το έγγραφο τούτο δεν μπορεί αυτό να αξιολογηθεί για τη διαμόρφωση οποιωνδήποτε συμπερασμάτων του Δικαστηρίου είτε ως προς την ύπαρξή του είτε ως προς τις συνθήκες έκδοσής του είτε ως προς τους όρους που ήταν εσνωματωμένοι σε αυτό και πολύ περισσότερο δεν χωρεί αξιολόγησης συγκριτικά προς το περιεχόμενο του γραμματίου ως το Τεκμήριο 1 υπό Έγγραφο Α, που είναι και το μόνο κατατεθέν ενώπιον μου γραμμάτιο υπό τη μορφή κανονικού τεκμηρίου. Περιττεύει ίσως να λεχθεί ότι το έγγραφο γραμματίου που η Ενάγουσα κατέθεσε ως Τεκμήριο 1 υπό Έγγραφο Α είναι δεόντως χαρτοσημασμένο, σε αντίθεση με το έγγραφο γραμματίου που η συνήγορος των Εναγομένων της υπέδειξε ως το Τεκμήριο Α προς αναγνώριση το οποίο δεν είναι χαρτοσημασμένο και συνεπώς δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί ως έγκυρο και σε ισχύ με βάσει τον περί Χαρτοσήμων Νόμο 19/63. Το ζήτημα της χαρτοσήμανσης θα μπορούσε, βεβαίως να θεραπευθεί κατόπιν σχετικής διαταγής του Δικαστηρίου, αλλά δεν το έκρινα τούτο σκόπιμο εφόσον ουδέποτε ζητήθηκε να κατατεθεί στο Δικαστήριο ως κανονικό τεκμήριο προς απόδειξη της αλήθειας του περιεχομένου του. Παραπέμπω στο προαναφερθέν Σύγγραμμα των Τάκη Ηλιάδη και Νικόλα Σάντη, σελ. 389, όπου σημειώνεται ότι «αναφορά σε έγγραφο που δεν είναι δεόντως χαρτοσημασμένο μπορεί να επιτραπεί κατά τη δίκη εφόσον δεν κατατεθεί ως τεκμήριο προς απόδειξη της αλήθειας του περιεχομένου του». Άνευ επηρεασμού της πιο πάνω παρατήρησής μου, προχωρώ και λέγω ότι ο συνήγορος της Ενάγουσας υπέδειξε ότι το εν λόγω τεκμήριο δεν θα έπρεπε να ληφθεί υπόψη και για έναν άλλο λόγο꞉ ότι δεν ανταποκρίνεται σε οποιαδήποτε δικογραφημένη εκδοχή των Εναγομένων. Ουδέποτε αυτοί δικογράφησαν τη θέση ότι είχαν συνάψει γραμμάτιο με τέτοιο όρο αναληφθέντα από την Ενάγουσα ως αυτός που περιέχεται στο Τεκμήριο Α προς αναγνώριση. Η θέση αυτή του ευπαιδεύτου συνηγόρου ευσταθεί. Αφενός, στην αρχική Ε/Υ οι Εναγόμενοι αρνούνταν τη σύναψη οποιουδήποτε γραμματίου και έλεγαν ότι αν αποδειχθεί ότι υπήρχε τέτοιο γραμμάτιο τότε εκείνο θα εξοφλείτο από τρίτο πρόσωπο, κάποια Χρυστάλλα Καρό το οποίο θα αγόραζε τις μετοχές της Ενάγουσας. Αφετέρου στην τροποποιημένη Ε/Υ ισχυρίζονταν ότι έγινε «προφορική συμφωνία» για πώληση των μετοχών της Ενάγουσας προς την Εναγόμενη αρ. 1 έναντι μηνιαίων δόσεων και αντίστοιχης μεταβίβασης των μετοχών. Δεν ισχυρίστηκαν όμως σε κανένα στάδιο ότι συνήφθη γραμμάτιο με ενσωματωμένο σε αυτό ρητό όρο περί μεταβίβασης στη χρεώστιδα μετοχών ανάλογης αξίας προς έκαστη μηνιαία δόση που θα καταβάλλετο έναντι του ποσού του γραμματίου. Φυσικά, έχω να παρατηρήσω ότι η ύπαρξη ενός τέτοιου όρου ως όρου του γραμματίου θα ήταν αντιφατική με την ίδια την φύση του γραμματίου, αφού σε ένα γραμμάτιο η ανάληψη της υπόσχεσης εξόφλησης του ποσού του γραμματίου αποτελεί κανονικά την αντιπαροχή για το ήδη παρασχεθέν στο χρεώστη ποσό του γραμματίου και ουδεμία άλλη αντιπαροχή χρειάζεται. Παραπέμπω στο άρθρο 78 του Κεφ. 149, του περί Συμβάσεων Νόμου, όπου αναφέρονται τα ακόλουθα: «Γραμμάτιο συνήθους τύπου" είναι γραπτή υπόσχεση, που παρέχεται από ένα πρόσωπο σε άλλο, υπογράφεται από το πρόσωπο που την παρέχει στην παρουσία δύο τουλάχιστο μαρτύρων ικανών προς το συμβάλλεσθαι, για πληρωμή, σε πρώτη ζήτηση ή σε ορισμένο χρόνο ή σε προσδιορίσιμο μέλλοντα χρόνο προς πρόσωπο το οποίο ορίζεται στο γραμμάτιο, ποσού χρημάτων, πλέον τόκο που ορίζεται σε αυτό κατά ανώτατο όριο προς εννέα τοις εκατό κατ' έτος και, σε περίπτωση λήψης δικαστικών μέτρων επ' αυτού, τα συναφή έξοδα, και αναφέρει την αντιπαροχή για την οποία παρέχεται η υπόσχεση.» Παραπέμπω, επίσης, στην Πολιτική Έφεση υπ' αριθμό 64/2009 μεταξύ των Πανίκου Α. Λεωνίδου και Δώρας Βόλου ως Διαχειριστές της περιουσίας της Σωτηρούλας Βόλου τέως από τη Λεμεσό και Δρ. Θρασύβουλου Σπυριδάκη αναφέρθηκαν τα εξής αναφορικά με τα όρια αρμοδιότητας του Δικαστηρίου να ελέγχει το ζήτημα της αντιπαροχής σε γραμμάτιο: «Η πλούσια νομολογία επί του γραμματίου συνήθους τύπου που καλύπτεται από το Άρθρο 78 του Κεφ. 149, σαφώς επιβεβαιώνει την ιδιάζουσα νομική οντότητα του γραμματίου συνήθους τύπου στο Κυπριακό νομικό στερέωμα, η έννοια του οποίου χρήζει αυστηρής ερμηνείας ενόψει του ότι το Άρθρο 80 του Κεφ.149, προνοεί ότι το περιεχόμενο ενός τέτοιου γραμματίου αποτελεί αμάχητη απόδειξη των γεγονότων που εκεί αναφέρονται. Οι μόνες υπερασπίσεις που επιτρέπονται είναι ότι το γραμμάτιο λήφθηκε κατόπιν δόλου ή ότι η υπογραφή του χρεώστη ή άλλου μέρους, δεν είναι στην πραγματικότητα η δική του. Σχετική είναι η κλασσική υπόθεση Παπαστράτης ν. Οικονόμου
(1971)1 Α.Α.Δ.
- αναφορικά με την αυστηρή ερμηνεία του Άρθρου
- Σύμφωνα δε με την υπόθεση Raif. Dervish
(1971)1 Α.Α.Δ. 158. το Δικαστήριο δεν μπορεί να υπεισέλθει πίσω από τη δεδηλωμένη αντιπαροχή του γραμματίου. Σχετικές είναι επίσης οι υποθέσεις Παύλου ν. Ελληνικής Τράπεζας Λτδ
(1990)1 Α.Α.Δ. 483 και Αναξαγόρας Χαραλάμπους κ.ά. ν. Χρηματοδοτήσεων Πάνθηρα Λίμιτεδ
(2000)1 Α.Α.Δ. 733.» Είναι γι' αυτό το λόγο που έρχομαι και λέγω ότι εάν οι Εναγόμενοι είχαν υπόψη τους να εγείρουν ως υπεράσπιση ότι, πέραν και ανεξάρτητα του όποιου γραμματίου και της εκεί δεδηλωμένης αντιπαροχής, συνήφθη ξεχωριστή / παράλληλη γραπτή σύμβαση μεταξύ της Εναγομένης αρ. 1 και της Ενάγουσας, και ότι η εν λόγω γραπτή σύμβαση αποτυπώνεται στον όρο που προστέθηκε στο κάτω αριστερό μέρος επί του εγγράφου του γραμματίου ως φαίνεται στο Τεκμήριο Α προς αναγνώριση, θα ανέμενα꞉ Πρώτον, να είχαν δικογραφήσει την εκδοχή περί γραπτής συμφωνίας και όχι προφορικής συμφωνίας περί τούτου, δεύτερον, να είχαν σπεύσει να καταθέσουν το εν λόγω έγγραφο της συμφωνίας ως κανονικό τεκμήριο για να δικαιούται το Δικαστήριο να υπεισέλθει σε αξιολόγηση του περιεχομένου του, και τρίτον, να είχαν ανταπαιτήσει, κατ' εφαρμογή του εν λόγω όρου, τη μεταβίβαση μετοχών έναντι του ποσού που καταβλήθηκε βάσει του γραμματίου αντί να ανταπαιτούν την ακύρωση του γραμματίου. Ουδέποτε όμως οι Εναγόμενοι ανταπαίτησαν τη μεταβίβαση των μετοχών. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, καταλήγω να μην αποδίδω καμία αποδεικτική αξία ή βαρύτητα στο Τεκμήριο Α προς αναγνώριση. Σημειωτέον ότι, πέραν των πιο πάνω δύο εγγράφων γραμματίου, ως το Τεκμήριο 1 υπό το Έγγραφο Α που κατέθεσε η Ενάγουσα κατά την κυρίως εξέτασή της και του Τεκμηρίου Α προς αναγνώριση που ζητήθηκε από την Ενάγουσα να καταθέσει κατά την αντεξέτασή της, η συνήγορος των Εναγομένων ισχυρίστηκε κατά την αντεξέταση της Ενάγουσας ότι είχε στην κατοχή της και τρίτο έγγραφο γραμματίου, στο οποίο υπήρχε διαφορετική υπογραφή της κας Ελένης Πέτρου και άφηνε υπόνοια περί πλαστογραφημένης υπογραφής. Εύλογη, όμως, ήταν η παρέμβαση του συνηγόρου της Ενάγουσας για έγερση ένστασης ότι πουθενά στην Ε/Υ δεν αναγράφεται τέτοια εκδοχή περί ύπαρξης τριών γραμματίων ή περί πλαστογραφίας. Παρατήρησα ευθέως και από έδρας ότι στην παρα. 4 της Ε/Υ η δικογραφημένη θέση των Εναγομένων ήταν πλήρης άρνηση του ισχυρισμού ότι αυτοί υπέγραψαν οποιοδήποτε γραμμάτιο. Δηλαδή αρνούνταν την ύπαρξη οποιουδήποτε γραμματίου. Στο ίδιο μοτίβο συνέχιζε η παρα. 6 της Ε/Υ, όπου έλεγαν ότι αγνοούν και συνεπώς αρνούνται την ύπαρξη οποιουδήποτε γραμματίου. Συνεπώς, ήταν και πάλιν αντιφατική η προωθηθείσα κατά την ακρόαση γραμμή υπεράσπισης με εκείνην που περιείχαν τα δικόγραφα. Δεν θα μπορούσε να πληγεί η αξιοπιστία της Ενάγουσας με το να υποβάλλονται σε αυτήν μη δικογραφηθείσες, και ως τέτοιες απαράδεκτες, εκδοχές για την ύπαρξη πλείοντων του ενός γραμματίου ή γραμματίου με διαφορετικούς όρους από εκείνον που περιγράφεται στην Έκθεση Απαίτησης. Αυτό είναι ίσως το κατάλληλο σημείο να επισημάνω ότι στο στάδιο των οδηγιών δυνάμει της Διαταγής 30 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας στην παρούσα υπόθεση είχε διαταχθεί να γίνει εκατέρωθεν αποκάλυψη εγγράφων από τους διαδίκους. Πράγματι καταχωρήθηκε ένορκη δήλωση αποκάλυψης στις 15.6.2010 από την Ενάγουσα και στις 18.10.2010 από την Εναγόμενη αρ. 1 εκ μέρους όλων των Εναγομένων. Επισημαίνω ότι αμφότερες οι ενόρκως δηλούσες (αφενός η Ενάγουσα και αφετέρου η Εναγόμενη αρ. 1) αποκάλυψαν ότι είχαν στην κατοχή τους και θα παρουσίαζαν στη δίκη, μεταξύ άλλων, έγγραφο με τίτλο «Γραμμάτιο συνήθους τύπου ημερομηνίας 10/9/2008 για το ποσό των €50.171,00σ.» (βλ. την παρα. 3(α) των εκατέρωθεν ενόρκων δηλώσεων αποκάλυψης). Δηλαδή, σε αντίθεση με την δικογραφηθείσα θέση των Εναγομένων στην παρα. 16 της Ε/Υ περί άρνησης σύναψης οποιουδήποτε γραμματίου παρά μόνον σύμβασης, κατά την αποκάλυψη των εγγράφων οι Εναγόμενοι δήλωσαν ότι είχαν στην κατοχή τους, ως έγγραφο που ήταν σχετικό με τα επίδικα θέματα, ένα γραμμάτιο συνήθους τύπου με ίδια ημερομηνία και ποσό ως αυτό που ανέφερε η Ενάγουσα και όχι οποιοδήποτε έγγραφο «σύμβασης». Συνεπώς, ο χειρισμός της παρούσας υπόθεσης από τους Εναγόμενους ήταν σε όλα τα στάδια (τόσο της αποκάλυψης εγγράφων όσο και κατά την ακρόαση) αντιφατικός προς ό,τι δικογραφήθηκε. Η ασυνέπεια που παρατηρήθηκε στον όλο χειρισμό για την υπόθεση των Εναγομένων, δεν δημιούργησε το κατάλληλο υπόβαθρο για να πληγεί η αξιοπιστία της εκδοχής της Ενάγουσας. Εν τέλει, η μαρτυρία της ίδιας της Εναγόμενης αρ. 1 (ΜΥ1) επισφράγισε την ύπαρξη του γραμματίου ως το Τεκμήριο αρ. 1 υπό Έγγραφο Α. Ερωτηθείσα η ΜΥ1 να σχολιάσει το γεγονός ότι στην Ε/Υ και ειδικότερα στην παρα. 6 αυτής δικογραφήθηκε ότι οι Εναγόμενοι αγνοούσαν την ύπαρξη οποιουδήποτε γραμματίου και των όρων αυτού, η Εναγόμενη αρ. 1 απάντησε ως εξής: «Αν γράφει αρνούμαστε, δεν νομίζω να είναι όπως τα λέτε, γιατί υπόγραψα ένα γραμμάτιο. Δεν αρνήθηκα ποτέ ότι υπόγραψα, αλλά για άλλους λόγους, όχι γι' αυτούς που ισχυρίζονται». Παραδέχθηκε ευθαρσώς η ΜΥ1 ότι ήταν δική της η υπογραφή που υπήρχε στο γραμμάτιο (Τεκμήριο 1 υπό Έγγραφο Α) στη θέση της χρεώστιδας. Περαιτέρω, υπήρξε παραδοχή κατά την αντεξέταση της ότι, στο εν λόγω Γραμμάτιο υπέγραψε η ίδια ως Διευθύντρια της Εταιρείας Ν & Ε ΚΑΖΙ FASHION LTD στη θέση Εγγυητή, καθώς επίσης ότι ως Εγγυητής στο εν λόγω Γραμμάτιο υπέγραψε ο Εναγόμενος αρ. 2 - Νίκος Χατζηαποστόλου, που ήταν ο σύντροφός της. Συγχρόνως, η Εναγόμενη αρ. 1 δήλωσε κατά την αντεξέτασή της ότι ήξερε ότι υπέγραψαν σαν μάρτυρες ο Κύπρος Σοφοκλέους και η Έλενα Ευαγγέλου. Επομένως δεν αμφισβήτησε επ' αυτού την εκδοχή της Ενάγουσας για το ποιοι ήταν οι μάρτυρες στο επίδικο γραμμάτιο. Το μόνο που αμφισβήτησε η ΜΥ1 ήταν ο τόπος όπου υπογράφτηκε το γραμμάτιο και τούτο για να στηρίξει τον ισχυρισμό ότι δεν τέθηκε ταυτόχρονα η υπογραφή όλων των κατονομαζόμενων ως υπογραφέων και μαρτύρων της υπογραφής αυτών, προκειμένου να πλήξει την εγκυρότητα του γραμματίου. Συγκεκριμένα, η ΜΥ1 αρνήθηκε ότι το γραμμάτιο υπογράφτηκε στο κατάστημα της στην ταυτόχρονη παρουσία όλων και ισχυρίστηκε ότι υπογράφτηκε στο σπίτι της στην οδό Ικάρου 8 Πέρα Χωρίο Νήσου, παρόντων των Κύπρου Σοφοκλεους και Νίκου Χατζηαποστόλου. Ισχυρίστηκε περαιτέρω ότι όταν τέλειωσαν από εκεί, τότε πήγαν στο κατάστημά της για να υπογράψει η Έλενα Ευαγγέλου και ήταν παρούσα στο κατάστημα η κα Αγγέλα Σοφοκλέους. Κρίνω όμως ότι αυτό το σκέλος της μαρτυρίας της ΜΥ1 αντικρούεται από τη μαρτυρία του ΜΕ2, ο οποίος επιβεβαιώσε την ταυτόχρονη παρουσία και υπογραφή όλων των εμπλεκομένων και του οποίου τη μαρτυρία κρίνω αξιόπιστη στην ολότητά της. · Αναφορικά με την υπόσταση του γραμματίου ως συναφθέντος με την ελεύθερη συναίνεση της χρεώστιδας και των εγγυητών. Κατά την αντεξέταση της Ενάγουσας, και όταν πλέον η συνήγορος των Εναγομένων εστίασε την προσοχή της στο γραμμάτιο ως το Τεκμήριο 1 υπό Έγγραφο Α, δεν αμφισβήτησε τις δηλώσεις της Ενάγουσας ότι το εν λόγω γραμμάτιο υπογράφηκε από την Εναγόμενη αρ. 1 προσωπικά και για την Εναγόμενη αρ. 3 καθώς και από τον Εναγόμενο αρ. 2, με μάρτυρες το γιο της Ενάγουσας, κ. Κύπρο Σοφοκλέους και την υπαλληλο της Εναγόμενης αρ. 1, κα Έλενα, δίπλα από την ταμειακή μηχανή του καταστήματος της Εναγομένης αρ. 1. Το μόνο που αμφισβητήθηκε ήταν η δήλωση της Ενάγουσας ότι η Εναγόμενη αρ. 1 της υπέδειξε να προβεί στη σύνταξη γραμματίου. Υποβλήθηκε στην Ενάγουσα ότι ουδέποτε η Εναγόμενη αρ. 1 ζήτησε ή υπέδειξε ή προέτρεψε να συνταχθεί το επίδικο γραμμάτιο. Επέμεινε η Ενάγουσα στη δική της εκδοχή ως αληθή. Επισημαίνω ότι το ζήτημα του ποιος υπέδειξε ή ζήτησε να συνταχθεί το γραμμάτιο παρουσιάζει ενδιαφέρον στο βαθμό που συσχετίζεται ή αντανακλά στο θέμα του αν η Εναγόμενη αρ. 1 επιθυμούσε ή συναινούσε στην έκδοση του επίδικου γραμματίου, μιας που δικογραφήθηκε στην Ε/Υ ο ισχυρισμός ότι αν αποδεικνύετο ότι το γραμμάτιο που είχε στην κατοχή της η Ενάγουσα και το οποίο κατατέθηκε ως κανονικό Τεκμήριο 1 υπό Έγγραφο Α ήταν όντως υπογραμμένο από τους Εναγόμενους, τότε εκείνοι θα επικαλούνταν την υπεράσπιση της ψυχικής πίεσης, δόλου ή εξαναγκασμού. Οι εν λόγω υπερασπίσεις είναι πράγματι επιτρεπτό να εγερθούν με βάση την επιφύλαξη του άρθρου 80 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149, το οποίο προβλέπει ότι σε κάθε δικαστικό μέτρο που λήφθηκε βάσει γραμματίου συνήθους τύπου - «αποτελεί επαρκή υπεράσπιση το γεγονός ότι η υπογραφή του οφειλέτη χρέους ή άλλου που υπόγραψε το γραμμάτιο δεν είναι στην πραγματικότητα η υπογραφή του, ή ότι η έκδοση του γραμματίου επιτεύχθηκε συνεπεία εξαναγκασμού ή απάτης ή υπό περιστάσεις που ανάγονται σε εξαναγκασμό ή απάτη. Η πιο πάνω διάταξη συνάδει και με τις γενικές αρχές του δικαίου των συμβάσεων όπως αποτυπώνονται στο άρθρο 10
(1)του περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ.149, το οποίο προϋποθέτει πώς για να είναι έγκυρη μια σύμβαση πρέπει να καταρτίζεται με την ελεύθερη συναίνεση μερών ικανών προς το συμβάλλεσθαι. Η συναίνεση, σύμφωνα με το άρθρο 14, θεωρείται ότι δόθηκε ελευθέρως, όταν δεν προκαλείται με: - εξαναγκασμό, όπως ορίζεται στο άρθρο
- - ψυχική πίεση, όπως ορίζεται στο άρθρο
- - απάτη, όπως ορίζεται στο άρθρο
- - ψευδή παράσταση όπως ορίζεται στο άρθρο
- - πλάνη, τηρουμένων των διατάξεων των άρθρων 20, 21 και 22 (Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Αγίας Φυλάξεως ν. Ουρανίας Κώστα Πουλλά κ.α.
(2004)1(Β) Α.Α.Δ. 961, Κεφάλας κ.α. ν. Νικόλα
(2000)1(Β) Α.Α.Δ. 1226). Αν η συναίνεση σε συμφωνία παρασχέθηκε συνεπεία εξαναγκασμού, απάτης ή ψευδούς παράστασης ή ψυχικής πίεσης υπόκειται σε ακύρωση κατ' εκλογή του μέρους, του οποίου η συναίνεση παρασχέθηκε με τον τρόπο αυτό. Αποτελεί βασικό αξίωμα του δικαίου της επιείκειας ότι ο αδικοπραγείσας δεν επιτρέπεται να αποκομίσει οφέλη από την άδικη πράξη του. Ο δόλος κατά το δίκαιο της επιείκειας έχει ευρύτερη έννοια από αυτή του άρθρου 36 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου 146, και καλύπτει ποικίλες ενέργειες και συμπεριφορές (Nicolas Pyrgas v. Theodora Charalambous Stavridou,
(1969)1 Α.Α.Δ. 332). Το άρθρο 2
(1)του Κεφ.149 προβλέπει ότι ο Νόμος ερμηνεύεται σύμφωνα με τις αρχές περί νομικής ερμηνείας που επικρατούν στην Αγγλία και οι εκφράσεις που χρησιμοποιούνται σ' αυτές θεωρούνται κατά τεκμήριο ότι χρησιμοποιούνται με την έννοια την οποία απέδωσε σ' αυτές το Αγγλικό Δίκαιο. Πατσαλίδου ν. Κυριακίδης
(1979)1 C.L.R. 71 και Κεφάλας κ.α ν. Νικόλα, (ανωτέρω). Το ζήτημα σε κάθε περίπτωση είναι καθαρά πραγματικό και έτσι πρέπει να αντικρίζεται από το Δικαστήριο. Σύμφωνα με το άρθρο 13 του Κεφ. 149 «Δύο ή περισσότεροι θεωρείται ότι συναινούν, όταν συμφωνούν για το ίδιο πράγμα με την ίδια έννοια». Το κριτήριο ερμηνείας μιας σύμβασης είναι αντικειμενικό, ήτοι ελέγχεται από το Δικαστήριο «ποια είναι η έννοια την οποία μεταδίδει το κείμενο της συμφωνίας στο μέσο λογικό άνθρωπο» (Αντρέας Ζήνωνος κ.α ν Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ
(2002)1 ΑΑΔ 927). Ο εξαναγκασμός σύμφωνα με το άρθρο 15 του Κεφ. 149 προϋποθέτει την ύπαρξη πρόθεσης να εξαναγκαστεί άλλος να συνάψει σύμβαση υπό την απειλή της διάπραξης μίας πράξης που συνιστά ποινικό αδίκημα ή παράνομη κατακράτηση περιουσιακού στοιχείου. Η ψυχική πίεση βάσει του άρθρου 16 του Κεφ. 149 αφορά σε μια σχέση επιρροής η οποία ασκείται πάνω στη βούληση του αντισυμβαλλόμενου, η οποία του στερεί την πραγματική ελευθερία απόφασης. Στην απόφαση, ημερ. 8.4.2014, στην Πολιτική ΄Εφεση Αρ. 273/2010, Βαρβάρα (Ρίτσα) Mason και τώρα Ρίτσα Παπαδημητρίου, το γένος Κυριάκου Διάκου (από την Ιταλία) ν.
- Αντώνη Αντωνίου και
- Μαρούλας Αντωνίου, αναλύθηκε η έννοια της ψυχικής πίεσης σε συσχετισμό με το ειδικό αποδεικτικό βάρος με αναφορά στην Κεφάλας κ.α. ν. Νικόλα (ανωτέρω), σελ. 1238-1239: «Οι συμβάσεις που μπορούν να καταργηθούν λόγω ψυχικής πίεσης ταξινομούνται σε δύο κατηγορίες. Στην πρώτη κατηγορία περιλαμβάνονται οι συμβάσεις στις οποίες δεν υπάρχει το στοιχείο της ειδικής σχέσης μεταξύ των μερών. Η δεύτερη κατηγορία περιλαμβάνει τις συμβάσεις στις οποίες υπάρχει μεταξύ των μερικών ειδική σχέση. Στην πρώτη περίπτωση, η ψυχική πίεση πρέπει να αποδεικνύεται ως ένα πραγματικό γεγονός. Στη δεύτερη, η ψυχική πίεση τεκμαίρεται ότι υπάρχει. Σε μια αντιδικία, ο ενάγων μπορεί να ισχυρισθεί ότι υπάρχουν και οι δύο περιπτώσεις· ότι δηλαδή, η ψυχική πίεση τεκμαίρεται ότι υπάρχει και ότι όντως υπάρχει. Στο τέλος, δεν αποκλείεται να αποβεί επιτυχής η επίκληση και των δύο περιπτώσεων, εφόσον η μια δεν ουδετεροποιεί την άλλη. Βλ. Re Craig Meneces and Another v. Middleton and Others [1970] 2 All E.R.
- Στην περίπτωση, όπου δεν υπάρχει ειδική σχέση μεταξύ των μερών, απαραιτήτως πρέπει να αποδειχθεί θετικά ότι η επιρροή που άσκησε το ένα μέρος επί του άλλου υπήρξε ο αποφασιστικός παράγων για τη συνομολόγηση της συμφωνίας, η οποία δεν θα γινόταν αν δεν μεσολαβούσε η άσκηση της επιρροής. Σ΄ αυτή την περίπτωση, ο διάδικος ο οποίος επιδιώκει να αποφύγει τη συναλλαγή έχει το βάρος να αποδείξει την ψυχική πίεση.» Έρχομαι τώρα υπό το φως των πιο πάνω αρχών, να αξιολογήσω την ενώπιον μου προσκομισθείσα μαρτυρία. Θυμίζω ότι η Ενάγουσα ισχυρίστηκε στο πλαίσιο της δικής της μαρτυρίας ότι το επίδικο γραμμάτιο συντάχθηκε από το γιο της (ΜΕ2) με τη βοήθεια δικηγόρου, κατόπιν υποδείξεως προς αυτήν από την ΜΥ1 να ετοιμαστεί τέτοιο γραμμάτιο. Εξήγησε η Ενάγουσα ότι με τον όρο «υπόδειξη» εννοούσε ότι η Εναγόμενη αρ. 1 της είχε πει με απλά λόγια «πήγαινε κάμε ένα γραμμάτιο». Σημειώνω επίσης ότι κατά την πρώτη δικάσιμο αντεξέτασης της Ενάγουσας, αυτή έθεσε τα πράγματα στη βάση του ότι η Εναγόμενη αρ. 1 άσκησε μία ελεύθερη επιλογή να προβεί στην έκδοση γραμματίου προς την Ενάγουσα αντί να της αποπληρώσει το ποσό των €50.171.- σε στοκ. Αυτό το πραγματικό υπόβαθρο κατέστη σαφές όταν κατά την εν λόγω δικάσιμο η Ενάγουσα ερωτήθηκε για ποιο λόγο αυτή έδωσε στην Εναγόμενη αρ. 1 το ποσό των €50.171.-. Η απάντηση της Ενάγουσας ήταν ότι «Σημασία δεν έχει για ποιο λόγο τα έδωσα. Σημασία έχει ότι σας τα έδωσα». Υποβλήθηκε στην Ενάγουσα ότι εκείνη έδωσε το πιο πάνω ποσό στην Εναγόμενη για να μπει συνέταιρος στην Εναγόμενη αρ.
- Ερωτηθείσα η Ενάγουσα να πει με τί κόστος έλαβε η ίδια το 30% των μετοχών της Εναγομένης αρ. 3, η απάντηση της Ενάγουσας ήταν ότι «Μπήκα μέσα στη δουλειά σας για να σας δουλεύκω. Δεν ξέρω να λέω ψέματα. Εδωσα τους τα λεφτά, αλλά όταν αποχώρησα από την εταιρεία, δεν επήρα το 30% του στοκ και υποσχεθήκατε μου να μου κάμετε γραμμάτιο για να μου δώσετε τα λεφτά μου που τους είχα δώσει.» Σε ερώτηση του Δικαστηρίου, «Άρα δέχεστε ότι εδώσατε τα λεφτά για να πάρετε τις μετοχές 30% και μετά που αποχωρήσατε τους είπατε είτε παίρνω στοκ είτε μου κάνετε γραμμάτιο και σας υποσχέθηκαν γραμμάτιο;», η απάντηση της Ενάγουσας ήταν «Μαλιστα». Στην πορεία της αντεξέτασης της Ενάγουσας δεν άκουσα να της υποβάλλεται ευθέως ότι αυτή καταχράστηκε τη σχέση εμπιστοσύνης που της είχε η Εναγόμενη αρ. 1 ούτε ότι αυτή άσκησε ψυχική πίεση ή ότι εξανάγκασε την Εναγόμενη αρ. 1 να υπογράψει το επίδικο γραμμάτιο ούτε ότι της στέρησε το χρόνο να λάβει ανεξάρτητη νομική συμβουλή. Επομένως, αυτή η πτυχή της εκδοχής των Εναγομένων δεν προωθήθηκε ως θα έπρεπε κατά την αντεξέταση της Ενάγουσας. Επί του ιδίου θέματος, η συνήγορος των Εναγομένων επανήλθε και πάλιν όμως ακροθιγώς, όταν αντεξέταζε τον ΜΕ
- Μεγάλη ήταν η έμφαση που έβαλε η συνήγορος των Εναγομένων κατά την τελική της αγόρευση στο γεγονός ότι καθώς έδιδε μαρτυρία ο ΜΕ2, αυτός δήλωσε ότι το γραμμάτιο έγινε κατόπιν προτροπής δικής του και αμέσως μετά διόρθωσε τα λόγια του λέγοντας ότι έγινε κατόπιν προτροπής της Εναγομένης αρ.
- Εισηγείται η συνήγορος των Εναγομένων ότι στην πορεία του λόγου του ο ΜΕ2 αποκάλυψε την αλήθεια, ότι δηλαδή εκείνος ήταν που πίεζε να συνταχθεί το γραμμάτιο. Η μαρτυρία του ΜΕ2 ελέγχεται ασφαλώς υπό το φακό του συμφέροντος που αυτός έχει, ως υιός της Ενάγουσας, να δώσει μαρτυρία που να μην ειναι βλαπτική για τα συμφέροντά της μάνας του. Δεν συμμερίζομαι, όμως, την εισήγηση της συνηγόρου των Εναγομένων στην τελική της αγόρευση ότι «κατά την διάρκειαν της κυρίως εξετάσεως του εν λόγω μάρτυρος, ο ίδιος ήτο συγχυσμένος ή/και αγχωμένος ή/και νευρικός». Κρίνω πως ο μάρτυρας μίλησε με φυσικότητα, ψυχραιμία και σοβαρότητα. Δεν διέκρινα να καταβάλλει υπερβάλλοντα ζήλο για να αποδείξει την υπόθεση της μάνας του. Απεναντίας, έδειξε να στηρίζεται στο περιεχόμενο του γραμματίου το οποίο μιλά αφ' εαυτού. Πράγματι, αυτή η προσέγγιση του μάρτυρα συνάδει και με το νομοθετικά καθιερωμένο αμάχητο τεκμήριο, βάσει του άρθρου 80 του Κεφ. 149, όπου προνοείται ότι: «Σε κάθε δικαστικό μέτρο που λήφθηκε βάσει γραμματίου συνήθους τύπου, το περιεχόμενο του εν λόγω γραμματίου συνιστά αμάχητη απόδειξη των γεγονότων που εκτίθενται σε αυτό: [...]». Εν πάση περιπτώσει, το ζήτημα του κατά πόσον η Εναγόμενη αρ. 1 υπέδειξε ή/και συμφώνησε ή/και συναίνεσε στη σύνταξη του επίδικου γραμματίου επιλύθηκε κατά τη δική της αντεξέταση από το συνήγορο των Εναγόντων. Αυτή (η ΜΥ1), όταν ρωτήθηκε να πει αν το γραμμάτιο υπογράφτηκε με τη συνέναισή της, δήλωσε ότι «Ναι, επειδή ήταν τυπικός σκοπός το γραμμάτιο. Δεν ήταν για να επιστρέψω πίσω λεφτά.». Δηλαδή, η ΜΥ1 παραδέχθηκε ότι δεν εξαναγκάστηκε είτε από την Ενάγουσα είτε από τον ΜΕ2 να υπογράψει το γραμμάτιο. Συμφώνησε με τη σύνταξη του και προχώρησε στην υπογραφή του. Συγκεκριμένα, ερωτηθείσα να πει αν διάβασε το περιεχόμενο του γραμματίου και συμφώνησε με αυτό πριν το υπογράψει, η Εναγόμενη απάντησε «Ναι, λόγω αφέλειας μου, όμως, το υπόγραψα». Στη συνέχεια, επέμεινε στην εκδοχή της ότι το υπέγραψε θεωρώντας ότι ήταν για τυπικούς λόγους που έγινε, λέγοντας τα εξής: «Ναι, υπόγραψα γιατί θα έμπαινε συνέταιρος στο κατάστημα μου, αλλά όχι για να επιστρέψω λεφτά πίσω και γι' αυτό είπα πριν, λόγω αφέλειας και συγγένειας, δεν το είδα όπως το είδαν οι υπόλοιποι, εννοώ οι Κύπρος Σοφοκλέους και Αγγέλα. Εγώ δεν ξαναείδα να μπαίνεις συνέταιρος και μετά να παίρνεις τα λεφτά σου πίσω.». Έχοντας υπόψη μου ότι η Εναγόμενη αρ. 1 δήλωσε ότι είναι απόφοιτος πανεπιστημιου και αντιλαμβάνεται πλήρως την Ελληνική γλώσσα, κρίνω πως η αρχή του non est factum δεν θα μπορούσε να τύχει εφαρμογής στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης. Στερούνται εξάλλου πειστικότητας τα όσα η ΜΥ1 ισχυρίστηκε περί παραπλανητικής δήλωσης από μέρους της Ενάγουσας και του ΜΕ2 για το σκοπό του γραμματίου, ότι δήθεν αυτός θα ήταν τυπικός. Κρίνω πολύ πιο αυθεντική, λογική και αληθοφανή την αντίδραση του ΜΕ2 όταν του υποβλήθηκε ότι δήθεν αυτός υποσχέθηκε στην ΜΥ1 ότι το γραμμάτιο θα ήταν τυπικού σκοπού, ως ακολούθως παρατίθεται꞉ «Εξ όσων γνωρίζω, ένα γραμμάτιο δεν είναι τυπικό χαρτί. Έχει τη συγκεκριμένη δεδομένη νομική υπόσταση και σίγουρα δεν έχω αναφέρει τέτοιο πράγμα στην κα Ελένη Πέτρου». Διαφάνηκε στην πορεία της αντεξέτασης της ΜΥ1 ότι ήταν δική της σκέψη ή/και συμπέρασμα ή/και δήλωση ότι το γραμμάτιο θα υπογράφετο για «τυπικούς λόγους μόνο». Όπως χαρακτηριστικά δήλωσε η ΜΥ1, εκείνη ήταν που χρησιμοποίησε αυτή τη φρασεολογία προς τον Εναγόμενο αρ. 2 και τη μάρτυρα Έλενα Ευαγγέλου꞉ "Του είπα του Νίκου «ΟΚ, υπόγραψε, είναι ξάδερφος μου ο Κύπρος Σοφοκλέους, είναι τυπικός ο λόγος που υπογράφουμε» και ούτε καν το εδιάβασε για λόγους εμπιστοσύνης. Και ακόμα και η Ελενα Ευαγγέλου, όταν πήγαμε στο κατάστημα, με ρώτησε αν έχει κάποιο πρόβλημα και της είπα «όχι υπόγραψε είναι για τυπικούς λόγους, είναι θεία μου, δεν έχει πρόβλημα» και γι' αυτό χωρίς να το διαβάσει υπόγραψε λόγω εμπιστοσύνης μου και την πήρα μαζί μου στο λάκκο.". Ερωτηθείσα από το συνήγορο της Ενάγουσας να πει για ποιο λόγο «την πήρε στο λάκκο», η ΜΥ1 έδειξε να θεωρεί ότι η κα Έλενα Ευαγγέλου υπέγραψε ως εγγυητής. Είπε χαρακτηριστικά τα εξής: «Όταν μπαίνεις εγγυητής, πού την παίρνεις. Πρέπει να διαβάζουμε πριν υπογράφουμε. Όχι μόνον από συγγένεια.». Αυτή όμως η αντίληψή της ΜΥ1 δείχνει και πάλιν πόσο επιπόλαια ή/και επιφανειακά μελετά τα έγγραφα που καλείται να υπογράψει ή να διαβάσει, αφού αν ήταν πιο προσεκτική θα γνώριζε ότι η Έλενα Ευαγγέλου υπέγραψε ως «μάρτυρας» της υπογραφής της ίδιας της ΜΥ1 και όχι ως εγγυητής και ότι συνεπώς ουδεμία χρηματική υποχρέωση έχει εκείνη να καλύψει το ποσό του γραμματίου. Καταλήγω ότι τα περί ισχυριζόμενης ψυχικής πίεσης που ασκήθηκε στην ΜΥ1 από τον ΜΕ2 και την Ενάγουσα, λόγω της κατ' ισχυρισμόν μεταξύ τους στενής συγγένειας, στο να πεισθεί η ΜΥ1 να υπογράψει το επίδικο γραμμάτιο, κατά την κρίση μου προδήλως δεν στοιχειοθετήθηκαν. Άλλο η αφέλεια και άλλο η εξαπάτηση. Άλλο η συγγένεια και άλλο η εξάρτηση. Δεν είναι έννοιες αυτόματα συνυφασμένες. Χρειάζεται να προβληθούν εξειδικευμένοι ισχυρισμοί γεγονότων που να δημιουργήσουν την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ των δύο όρων. Και εν προκειμένω, στην παρούσα υπόθεση κρίνω ότι δεν τεκμηριώθηκε τέτοια σχέση. Αναφορικά με την αναγνώριση του χρέους και/ή την εξόφληση του γραμματίου Κατά την αντεξέταση της Ενάγουσας από τη συνήγορο των Εναγομένων ουδεμία αμφισβήτηση υπήρξε ότι οι αποδείξεις εισπράξεως που εκείνη είχε καταθέσει κατά την κυρίως εξέτασή της συνδέονται με την εκτέλεση του γραμματίου και αποδεικνύουν την μερική αποπληρωμή του. Ουδεμία περί του αντιθέτου υποβολή έγινε στην Ενάγουσα. Κατά την αντεξέταση του ΜΕ2 υποβλήθηκε σε αυτόν ότι «Το γραμμάτιο είναι ήδη ξεχρεωμένο βάσει του μεριδίου που έπαιρνε η Ενάγουσα από τις εισπράξεις τον καιρό που δούλευε στο κατάστημα». Στη συνέχεια, η συνήγορος Υπεράσπισης απέσυρε την εν λόγω υποβολή όταν εύλογα υπεδείχθη από το συνήγορο της Ενάγουσας ότι δεν είχε δικογραφηθεί ισχυρισμός περί εξόφλησης του γραμματίου ούτε στην αρχική ούτε στην τροποποιημένη Ε/Υ. Παρατηρώ, πάντως, ότι, ο ισχυρισμός περί εξόφλησης του γραμματίου είναι διαμετρικά αντίθετος με τον ισχυρισμό ότι ουδέποτε εισπράχθηκε το ποσό του γραμματίου από τους Εναγόμενους ή/και ότι το γραμμάτιο είναι εικονικό, ως ήταν μία από τις δικογραφημένες θέσεις των Εναγόντων. Υποβλήθηκε στον ΜΕ2 ότι το ποσό των €3000 εισπράχθηκε έναντι εμπορευμάτων του καταστήματος. Αποσύρθηκε όμως και αυτή η υποβολή όταν εύλογα ο συνήγορος της Ενάγουσας υπέδειξε ότι στην παρα. 15 της Ε/Υ εγείρεται ο αντιφατικός ισχυρισμός ότι κανένα ποσό πληρώθηκε στην Ενάγουσα. Κατέληξε έτσι η Εναγόμενη αρ. 1 (ΜΥ1) να προωθεί κατά τη τη δική της μαρτυρία για πρώτη φορά θέσεις, οι οποίες δεν δικογραφήθηκαν και δεν υποβλήθηκαν στους μάρτυρες για την υπόθεση της Ενάγουσας ή/και αποσύρθηκαν κατά την αντεξέταση των μαρτύρων για την υπόθεση της Ενάγουσας (ήτοι ο ισχυρισμός περί εξόφλησης του γραμματίου μέσω των εισπράξεων από το ταμείο του καταστήματος της Εναγομένης καθ' ον χρόνο η Ενάγουσα εργαζόταν εκεί και ο ισχυρισμός περί πληρωμής των μηνιαίων δόσεων έναντι χρέους από εμπορεύματα και όχι δυνάμει γραμματίου). Τέτοιες θέσεις, μομομερώς εγερθείσες έξω από τις ράγιες του τρένου ως είναι τα δικόγραφα, δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη από το Δικαστήριο. Τις παραθέτω πιο κάτω απλώς και μόνον για χάριν πληρέστερης παρουσίασης της υπόθεσης. Κατά την αντεξέτασή της η ΜΥ1 παραδέχθηκε ότι αυτή πλήρωσε την 1.10.2008 το ποσό των 500 ευρώ στην Ενάγουσα και ότι συνέχισε να της πληρώνει το εν λόγω ποσό μηνιαίως ως αναφέρεται στη δέσμη των πέντε αποδείξεων εισπράξεως που κατατέθηκε από την Ενάγουσα ως το Τεκμήριο 2 υπό Έγγραφο Α, ήτοι συνολικά το ποσό των 3000 ευρώ, σε 6 δόσεις των 500 ευρώ. Ισχυρίστηκε όμως η ΜΥ1 ότι το χρέος έναντι του οποίου έδιδε το εν λόγω ποσό μηνιαίως, δεν ήταν έναντι του επίδικου γραμματίου. Δήλωσε συγκεκριμένα τα εξής «Ναι, έδωσα έναντι χρέους που εφέραμε εμπορεύματα, γιατί είμαι τελειωμένη του σχολείου και δεν ξέρω να δίνουν πίσω λεφτά για αγορά μετοχών». Ερωτηθείσα η Εναγόμενη να πει αν παραδέχεται ότι η Ενάγουσα την έπαιρνε τηλέφωνο τον Απρίλιο μετά που σταμάτησε να πληρώνει τη δόση του γραμματίου, αυτή απάντησε ότι «Με πήρε τηλέφωνο όχι για τη δόση του γραμματίου αλλά για τα εμπορεύματα που έχουμε πει πριν» και ότι η ίδια της απάντησε «Όταν βαστώ, θα στα δώσω». Αντεξετασθείσα η ΜΥ1 από το συνήγορο της Ενάγουσας να πει αν θεωρεί τυχαίο το γεγονός ότι οι εν λόγω πληρωμές μηνιαίων δόσεων ξεκίνησαν την 1.10.2008 ως ήταν η ημερομηνία έναρξης των μηνιαίων δόσεων που προβλεπόταν στο επίδικο γραμμάτιο, η Εναγόμενη αρ. 1 απάντησε λέγοντας «Μπορεί να το θεωρείτε τυχαίο, όταν υπόγραψα το γραμμάτιο για το συνεταιρισμό άρχισε και ο πρώτος καιρός να φέρνουμε εμπορεύματα στο κατάστημα. Δεν νομίζω να είμαι τόσο βλάκας να υπογράψω τέτοιο γραμμάτιο για να επιστρέψω λεφτά πίσω σε συνεταιρισμό.». Της υποβλήθηκε ότι η εκδοχή περί εξόφλησης χρέους που αφορούσε σε εμπορεύματα ήταν ψευδής και ότι η μόνη πραγματική εκδοχή ήταν ότι οι μηνιαίες πληρωμές γίνονταν έναντι του επίδικου γραμματίου. Επανέλαβε η Εναγόμενη στην ίδια γραμμή επιχειρηματολογίας ότι «Δεν λέω ψέματα και μάλλον εσεις λέτε ψέματα για διάφορους λόγους που θέλετε να με πάρετε εμένα από κάτω σε αυτό το ποσό. Δεν είπαν ποτέ για τους μισθούς που επαίρναν στο κατάστημα η κα Αγγέλα. Μόνο μιλούν για το γραμμάτιο που υπόγραψα εγώ λόγω αφέλειας μου και λόγω συγγένειας.». Εάν επρόκειτο να αξιολογήσω τις θέσεις της ΜΥ1 επί της ουσίας τους, θα τις έβρισκα μη αληθοφανείς ή/και ψευδείς για τους εξής λόγους꞉ Κατά την αντεξέτασή της, η Ενάγουσα προσδιόρισε το χρονικό διάστημα για το οποίο αυτή εργάστηκε στο κατάστημα της Εναγόμενης ως διάστημα 5 μηνών, από τον Σεπτέμβριο του 2008 μέχρι τον Γενάρη του 2009, όταν η Εναγόμενη αρ. 1 ήταν έγγυος ή/και με άδεια μητρότητας. Μου είναι δύσκολο να πιστέψω ότι μέσα σε ένα τόσο σύντομο χρονικό διάστημα, το κατάστημα της Εναγομένης είχε τέτοιες εισπράξεις ώστε το 30% αυτών να αναλογούσε σε €50.171, για να μπορεί να λεχθεί ότι ξεπληρώθηκε ολόκληρο το ποσό του γραμματίου. Εν πάση περιπτώσει, ουδεμία πιο συγκεκριμένη και αναλυτική μαρτυρία δεν δόθηκε αναφορικά τις εισπράξεις του καταστήματος. Η ΜΥ1 δεν έδωσε λεπτομέρειες για το ποια ήταν τα εμπορεύματα έναντι των οποίων καταβλήθηκε το ποσό των €3000 και αν η Ενάγουσα είχε ενεργήσει ως προμηθεύτρια των εμπορευμάτων προς την Εναγόμενη. Είναι εντελώς γενική και αόριστη η αναφορά σε εμπορεύματα. Καταλήγω να απορρίπτω τη μαρτυρία της ΜΥ1 και ως προς αυτό το επίδικο σημείο και να αποδέχομαι ως αληθή και αξιόπιστη την εκδοχή της Ενάγουσας και του ΜΕ2 ως προς τις μηνιαίες δόσεις που πληρώθηκαν έναντι του γραμματίου. Κρίνω κατάλληλο στο σημείο αυτό να διευκρινίσω και να τονίσω ότι από νομικής απόψεως η συνήγορος των Εναγομένων δεν αμφισβήτησε στην τελική της αγόρευση τη θέση του συνηγόρου της Ενάγουσας ότι το γεγονός πως το επίδικο γραμμάτιο προέβλεπε την αποπληρωμή του σε μηνιαίες δόσεις, ουδόλως αλλοίωνε τη φύση του ως γραμματίου συνήθους τύπου. Συμφωνώ με την τοποθέτηση του εν λόγω συνηγόρου και παραπέμω στην Πολιτική Έφεση 10468 μεταξύ των
- Αναξαγόρας Χαραλάμπους,
- Ανδρέας Μιχαήλ,
- Παναγιώτης Παναγιώτου και ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΗΣΕΙΣ ΠΑΝΘΗΡΑΣ ΛΤΔ, όπου λέχθηκαν τα εξής: «Το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε τελικά ότι ο καθορισμός πληρωμής του χρέους με τρεις δόσεις δεν ενέτασσε το επίδικο έγγραφο σε κατηγορία άλλη απ'αυτή του γραμματίου συνήθους τύπου, αφού και οι λοιπές προϋποθέσεις που απαιτεί ο Νόμος ικανοποιούνταν. Το Δικαστήριο σχετικά έκαμε αναφορά στο σύγγραμμα Stroud' s Judicial Dictionary, Τόμος 2ος, 4η Έκδοση, σελ. 762, καθώς και στο Longman's Dictionary of Contemporary English, New Edition, σελ.
- Η κρίση του ήταν η ακόλουθη: "Ο σκοπός, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, που υπάρχει η πρόνοια για πληρωμή του ποσού του γραμματίου σε πρώτη ζήτηση ή σε καθορισμένη χρονική μελλοντική στιγμή, είναι για να μην υπάρχει αβεβαιότητα ως προς το τι ακριβώς καλείται ο χρεώστης να πληρώσει και πότε. Από τη στιγμή που η χρονική στιγμή πληρωμής καθορίζεται, δεν μπορεί να έχει σχέση το γεγονός ότι πληρώνεται σε δόσεις, ούτε καθιστά το ποσό αβέβαιο ή την υποχρέωση του χρεώστη μη συγκεκριμένη. Θα μπορούσε να λεχθεί ότι ο καθορισμός πληρωμής του χρέους δια δόσεων προκαλεί κάποια αβεβαιότητα στο ποσό, αλλά αυτό δεν μπορεί να ισχύσει, δεδομένου ότι το ποσό εξακολουθεί να είναι το ίδιο, απλώς επιμερίζεται η πληρωμή του σε δόσεις."». Στην παρούσα υπόθεση, εφόσον ο χρόνος πληρωμής καθορίζετο στο επίδικο γραμμάτιο, ασχέτως του αν η πληρωμή θα εγίνετο με δόσεις, κρίνω ότι ικανοποιείται η πρόνοια πληρωμής "σε ορισμένο χρόνο ή προσδιορίσιμο μέλλοντα χρόνο". Συμπέρασμα Με βάση την προσαχθείσα μαρτυρία κρίνω ότι η Ενάγουσα έχει αποσείσει το βάρος του ισοζυγίου των πιθανοτήτων και έχει αποδείξει ότι η η δική της δικογραφημένη εκδοχή τόσο στην Έκθεση Απαίτησης όσο και στην Απάντηση στην Ε/Υ, είναι πιο πιθανή παρά να μην είναι. Από την άλλη, οι Εναγόμενοι δεν έχουν επιτύχει να αποδείξουν οποιαδήποτε υπεράσπιση από αυτές που προβλέπονται στο άρθρο 80 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ.
- Κατάληξη Η αγωγή επιτυγχάνει. Εκδίδεται απόφαση υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον των Εναγομένων αρ.1, 2 και 3 αλληλεγγύως και/ή προσωπικώς꞉ Α. Για το ποσό των €47,171.- ως οφειλόμενο υπόλοιπο παρά των Εναγομένων αρ.1, 2 και 3 προς όφελος της Ενάγουσας, δυνάμει Γραμματίου συνήθους τύπου ημερομηνίας 10/9/2008, Β. πλέον τόκο προς 2% ετησίως από 10/9/2008 επί ποσού €50,171.- μέχρι 30/9/2008 και από 1/10/2008 επί ποσού €49,671.- μέχρι 31/10/2008 και από 1/11/2008 επί ποσού €49,171.- μέχρι 30/11/2008 και από 1/12/2008 επί ποσού €48,671.- μέχρι 31/12/2008 και από 1/1/2009 επί ποσού €48,171.- μέχρι 31/1/2009 και από 1/2/2009 επί ποσού €47,671.- μέχρι 28/2/2009 και από 1/3/2009 επί ποσού €47,171.- μέχρι πλήρους εξοφλήσεως, Γ. Πλέον τα δικηγορικά έξοδα της ως άνω αγωγής, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, στην κλίμακα της αγωγής, πλέον ΦΠΑ, πλέον έξοδα επίδοσης. Η ανταπαίτηση απορρίπτεται ως μη προωθηθείσα. Καμία διαταγή για έξοδα. (υπ.)................................................ Α. Πανταζή - Λάμπρου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο