← Κύπρος

EUROINVESTMENT & FINANCE PUBLIC LTD ν. ΘΕΟΔΩΡΑ ΖΕΡΒΟΥ, Αρ. Αγωγής 5280/2002, 13/11/2015

EUROINVESTMENT & FINANCE PUBLIC LTD ν. ΘΕΟΔΩΡΑ ΖΕΡΒΟΥ, Αρ. Αγωγής 5280/2002, 13/11/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2015:A469 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Αρ. Αγωγής 5280/2002 Ενώπιον: Ν. Οικονόμου, Ε.Δ. Μεταξύ: EUROINVESTMENT & FINANCE PUBLIC LTD, από τη Λευκωσία (πρώην EUROINVESTMENT & FINANCE LTD) Ενάγουσας / Καθ' ης η Αίτηση και ΘΕΟΔΩΡΑ ΖΕΡΒΟΥ από τη Λευκωσία Εναγομένης / Αιτήτριας και

  1. EMF INVESTORS LIMITED από τη Λευκωσία
  2. BENCHMARK SECURITIES LIMITED από τη Λευκωσία Τριτοδιαδίκων Ημερομηνία : 13 Νοεμβρίου 2015 Εμφανίσεις: Για Αιτήτρια : κος Κ. Γεωργίου για κ.κ. Παπαντωνίου & Παπαντωνίου ΔΕΠΕ Για Καθ' ης η Αίτηση: κα. Α. Νεάρχου για κ.κ. Γεωργιάδης & Πελίδης ΔΕΠΕ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (Αίτηση ημ. 26/03/15) Με την υπό κρίση αίτηση ημερομηνίας 26/03/15 η Εναγόμενη στην αγωγή, εξ αποφάσεως οφειλέτιδα πλέον εξαιτείται την έκδοση των ακόλουθων διαταγμάτων: «(Α) Διάταγμα και/ ή Άδεια του Δικαστηρίου με το οποίο να αίρονται τα αποτελέσματα της παράλειψης αναφοράς της Νομικής Βάσης στην Αίτηση της Εναγόμενης ημερομηνίας 3.10.2014 ήτοι η παράλειψη συμπερίληψης της Δ.48.Θ.8

(4)και/ ή η παράλειψη συμπερίληψης αυτής της Νομικής Βάσης στην Αίτηση να θεωρηθεί ως απλή παρατυπία η οποία είναι θεραπεύσιμη, και (Β) Διάταγμα του Δικαστηρίου που επιτρέπει την τροποποίηση και/ ή διόρθωση και/ ή προσθήκη στην Αίτηση της Εναγόμενης ημερομηνίας 3.10.2014 ως ακολούθως: «Η παρούσα αίτηση στηρίζεται στους Θεσμούς της Πολιτικής Δικονομίας Δ.5 Θ.Θ.1 και 2, Δ.16, Δ.48 Θ.Θ.1 - 4, 8
(4), Δ.64, στις Αρχές της ίσης Μεταχείρισης των διαδίκων, στο Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας άρθρα 28, 30
(1)και
(3), στις αρχές της επιείκειας, στην διακριτική ευχέρεια και τις συμφυείς εξουσίες του Σεβαστού Δικαστηρίου.»». Σημειώνεται από τώρα ότι αίτηση ημερομηνίας 03/10/14 δεν εντοπίζεται στο φάκελο του Δικαστηρίου και θεωρώ ότι το γεγονός τούτο από μόνο του είναι αρκετό για να οδηγήσει σε απόρριψη της υπό κρίση αίτησης ως επιδιώκουσας επί ανυποστάτου αντικειμένου, θεραπείας. Στην ίδια κατάληξη οδηγούμαι ως απότοκο του προβληματισμού επί του κατά πόσο μπορεί το Δικαστήριο αυτεπαγγέλτως και χωρίς να έχει εγερθεί από οιανδήποτε πλευρά, να εκλάβει ότι η υπό κρίση αίτηση αφορά στην αίτηση ημερομηνίας 30/09/14 που είναι η μόνη αίτηση που εκκρεμεί στο φάκελο του Δικαστηρίου πλην της παρούσας και να εκδώσει διάταγμα άρσης του ελαττώματος τούτου ως απλής παρατυπίας δυνάμει των προνοιών της Δ.
  1. (Βλ. σχετικά Πολιτική Έφεση ΓΙΩΡΓΟΣ ΦΑΛΕΚΚΟΥ ν. ΚΥΡΙΑΚΟΥ ΧΡΙΣΤΟΦΙΔΗ, Πολιτική Έφεση Αρ. 63/2010, 17/12/2013) Θεωρώ ότι η απάντηση σε αυτό τον προβληματισμό δεν μπορεί να είναι θετική και εξηγώ συγκεκριμένα: Ό,τι εκκρεμεί στο φάκελο του Δικαστηρίου είναι αίτηση ημερομηνίας 30/09/14 με την οποία προωθείται αίτημα για έκδοση διατάγματος «ακύρωσης» και/ή «παραμερισμού» του Διατάγματος ημ. 23/06/14 που εξεδόθη στα πλαίσια της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής, δυνάμει του οποίου το Δικαστήριο έδωσε άδεια για συνέχιση της διαδικασίας μεταξύ της Εναγομένης και της Τράπεζας Πειραιώς (Κύπρου) ΛΤΔ ως διαδόχων της Ενάγουσας για λήψη μέτρων εκτέλεσης της απόφασης ημερομηνίας 29/06/
  2. Ακόμα και αν ήθελε θεωρηθεί η αναφορά σε αίτηση ημερομηνίας 03/10/14 και όχι σε αίτηση ημερομηνίας 30/09/14 πρόκειται για απλή αβλεψία ή τυπογραφικό ή γραφικό λάθος δυνάμενο να θεραπευθεί στη βάση της Δ.64, αυτό δεν μπορεί να γίνει αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο αφού θεωρώ ότι δεν πρόκειται για απλή τυπική μη συμμόρφωση με τους θεσμούς αλλά ως τούτη έχει εκδηλωθεί, ενδεχόμενο σφάλμα στο σώμα του αιτούμενου προς έκδοση αυτού του διατάγματος κατά τρόπο ώστε στα πλαίσια της ήδη διαμορφωθείσας παρούσας διαδικασίας να ανάγεται σε θεμελιώδες ελάττωμα (βλ. Karl Heinz Wunderlich κ.α. ν. Παναγιώτου) μη δυνάμενο να θεραπευτεί αυτεπαγγέλτως. Εμφαντικά αναφέρω ότι θεωρώ αυτό ως τέτοιο, δοσμένης της διαμορφωθείσας κατάστασης πραγμάτων. Για ενδεχόμενη θεραπεία τέτοιας υφής ελαττώματος θεωρώ ότι θα έπρεπε να είχε υποβληθεί σχετικό αίτημα από την Αιτήτρια Άλλωστε ως ελέχθη στη Φαλέκκος (ανωτέρω), «.Βέβαια οι πιο πάνω παρατηρήσεις μας δεν πρέπει να τύχουν παρανόησης ως προς το καθήκον του κάθε δικηγόρου ή διαδίκου που διαπιστώνει την παρατυπία να λαμβάνει έγκαιρα στην κατάλληλη περίπτωση τα αναγκαία μέτρα για θεραπεία της και όχι να αφήνει τα πράγματα να τύχουν διόρθωσης από το Δικαστήριο.». Στη πιο πάνω κατάληξη μου οδηγούμαι και με αναφορά στην Olympia Designs (Properties) Ltd, εμπορευόμενη υπό την εμπορική επωνυμία Olympia A Designs ν. Unique UK Inc., εμπορευόμενης υπό την Εμπορική Επωνυμία Unique Party,
(2010)1 Α.Α.Δ. 1395 απόφαση η οποία παραπέμπει και σε προγενέστερη Νομολογία. Παραθέτω το σχετικό απόσπασμα: «Όπως έχει επισημανθεί και στην υπόθεση Πετρίχου v. Χατζηιωσήφ
(1998)1 Α.Α.Δ. 81, 84, η Δ.64 δεν αποτελεί πανάκεια για κάθε παράλειψη συμμόρφωσης με τους κανονισμούς. Δημιουργεί ένα διαδικαστικό μέσο το οποίο μπορεί να χρησιμοποιήσει ο διάδικος για να θεραπεύσει παρατυπίες στη διαδικασία, εφ' όσον αυτές είναι βέβαια θεραπεύσιμες. Η συγκεκριμένη Διαταγή δεν παρέχει στο δικαστήριο την εξουσία να προβαίνει αυτεπάγγελτα σε διορθωτικές κινήσεις. Το δικαστήριο υποχρεούται να εξετάζει την ενώπιόν του κατάσταση, όπως αυτή έχει δημιουργηθεί. Τα κατάλληλα διορθωτικά διαβήματα θα πρέπει να λαμβάνονται από τον ενδιαφερόμενο διάδικο (Οικονομίδου v. Φλουρέντζος Χριστοδούλου και Υιοί Λτδ
(2005)1 Α.Α.Δ. 1157).» Πέραν του ότι το σφάλμα φαίνεται να άπτεται της ουσίας του προωθούμενου με την αίτηση αιτήματος, θεωρώ επίσης ότι δεν επιτρέπεται στο Δικαστήριο να προβεί σε άρση ελαττώματος αυτεπαγγέλτως και δη όταν το εντοπισθέν σφάλμα, ελάττωμα ή παρατυπία υποστηρίζεται από τη γραπτή μαρτυρία που συνοδεύει την Αίτηση στην οποία επίσης γίνεται αναφορά σε αίτηση ημερομηνίας 03/10/
  1. Οποιαδήποτε άλλη κατάληξη θα οδηγούσε θεωρώ σε επικίνδυνη διεύρυνση της εξουσίας του Δικαστηρίου να προβαίνει σε τροποποιήσεις στη βάση της Δ.64 στηριζόμενο σε υποθέσεις επί του «τί μάλλον εννοούσε ο Αιτητής» ή και στο που ακριβώς έγκειται ή και βρίσκεται το ελάττωμα. Σε κάθε περίπτωση η πλευρά της Αιτήτριας δεν άδραξε την ευκαιρία σε κανένα στάδιο της όλης διαδικασίας ακόμα και μέχρι την επιφύλαξη της απόφασης να αντιδράσει και να ζητήσει τη διόρθωση του υφιστάμενου ελαττώματος υποβάλλοντας αίτημα για διόρθωση του. Λάθος, το οποίο ενδεχομένως να μη έγινε αντιληπτό αφού και οι Καθ' ών η Αίτηση αναφέρονται σε αίτηση ημερομηνίας 03/10/14 αντί στην μοναδική άλλη πλην της υπό κρίση, αίτηση, που εκκρεμεί στο φάκελο του Δικαστηρίου και φέρει ημερομηνία 30/09/
  2. Όλα τα πιο πάνω αναφέρονται βεβαίως χωρίς να αποκλείω το ενδεχόμενο το εντοπισθέν ελάττωμα να μην έγκειται στην υπό κρίση αίτηση. Εναπόκειτο συνεπώς στην πλευρά του Αιτητή να εντοπίσει ποιό ακριβώς ήταν το σφάλμα και να αιτηθεί της κατάλληλης θεραπείας δυνάμει των Θεσμών. Στην υπό κρίση αίτηση η Αιτήτρια δεν υπέβαλε οιονδήποτε διορθωτικό αίτημα και συνεπώς ως και εκ των όσων παραθέτω ανωτέρω θεωρώ ότι η αίτηση είναι απορριπτέα. Παρά την κατάληξη μου αυτή και έχοντας παρατηρήσει ότι και οι Καθ' ών η Αίτηση αναφέρονται επίσης σε αίτηση ημερομηνίας 03/10/14 και με δεδομένο ότι η μόνη άλλη αίτηση που εκκρεμεί στο φάκελο της αγωγής είναι αυτή της 30/09/14, εαν ήθελε κριθεί ότι το πιο πάνω σφάλμα είναι αυτοθεραπέυσιμο, (Βλ. Πολ. Εφέσεις ALPHA BANK CYPRUS LTD ν. SI SENH DAU κ.α., Πολιτικές Εφέσεις Αρ. Ε23/2013, Ε24/2013, Ε25/2013, Ε26/2013, Ε27/2013, Ε28/2013 και Ε29/2013, 13/9/2013 και ΧΡΙΣΤΙΝΑ ΠΕΡΙΚΛΕΟΥΣ ν. ELLINAS FINANCE LTD κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ. 283/2010, 3/7/2014), προχωρώ και για σκοπούς πληρότητας, να εξετάσω την αίτηση ωσάν τούτη να αναφερόταν στην αίτηση ημερομηνίας 30/09/14 και ωσάν σε σχέση με αυτή την αίτηση επιζητείται η θεραπεία δια των αιτούμενων διαταγμάτων. Η υπό κρίση αίτηση στηρίχθηκε στους Θεσμούς της Πολιτικής Δικονομίας Δ.9 Θ.2, Δ.12 Θ.Θ.2 και 4, Δ.25 ΘΘ1-5, Δ.40 Θ.Θ.7 και 11, Δ.48 Θ.Θ.1-4, Δ.63 Θ.Θ.1 και 2, Δ.64, στο Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας Άρθρα 30
(2)και
(3), στην Νομολογία και την πρακτική ως επίσης και στις συμφυής εξουσίες του Δικαστηρίου. Συνοδεύεται η αίτηση από Ένορκη Δήλωση της κας Γεωργίας Γεωργίου, δικηγόρου, συνεργάτη στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί την Αιτήτρια ημερομηνίας 03/10/14 και σε αυτή αναφέρονται μεταξύ άλλων τα ακόλουθα: · Στις 4.6.2014 η Ενάγουσα καταχώρησε Μονομερή Αίτηση και στις 23.6.2014 το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας έκδωσε Διάταγμα με το οποίο διέτασσε τη συνέχιση της διαδικασίας μεταξύ της Εναγόμενης και της Τράπεζας Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ ως διαδόχων της Ενάγουσας. · Στις 3.10.2014 η Εναγόμενη καταχώρηση Αίτηση παραμερισμού του Διατάγματος ημερομηνίας 23.6.2014 στην οποία η Καθ' ής η Αίτηση καταχώρησε ένσταση. Κατά τη διάρκεια της προετοιμασίας για την Ακρόαση της 18/03/15, προέκυψε ότι εκ παραδρομής και καλόπιστου λάθους στην Αίτηση παραμερισμού στη Νομική Βάση δεν είχε συμπεριληφθεί και η Δ.48
(8)
(4)και για το λόγο αυτό με την παρούσα Αίτηση ζητείται η συμπερίληψη και αυτού του θεσμού. · Με τη Δ.64 παρέχεται ευκαιρία στο διάδικο που επέδειξε πλημμέλεια στην εφαρμογή των θεσμών, στα πλαίσια που ορίζει η Δ.64, να διορθώσει το διάβημα του ούτως ώστε να μην θεωρείται άκυρο το δικόγραφο του · Το αίτημα όπως εμφανίζεται στην αίτηση είναι διπλό. Άρση της παρατυπίας και τροποποίηση της αίτησης με την τροποποίηση της νομικής βάσης. Γι' αυτό και η αίτηση έρεισμα έχει και τη Δ.25 των θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. · Οι συνδυασμένες πρόνοιες της Δ.25 Θ.1 και θ.5, παρέχουν δυνατότητα τροποποίησης σε οποιαδήποτε διαδικασία προς το σκοπό καθορισμού του πραγματικού ζητήματος ή επίδικου θέματος, το οποίο εγείρεται ή εξαρτάται από τη διαδικασία. · Δεν υπάρχει οτιδήποτε που να απαγορεύει την τροποποίηση αιτήσεων ή ενστάσεων. · Η νομική βάση που προτίθεται να εισαχθεί είναι η ίδια με αυτή της αίτησης. Δεν θα προστεθεί κάτι νέο, ούτε θα διαφοροποιηθεί η νομική βάση της διαδικασίας και ο άξονας γύρω από τον οποίο θα περιστραφούν οι αγορεύσεις. · Το αίτημα υποβάλλεται μόλις έγινε αντιληπτή η παράληψη ενώ οι Καθ' ών η Αίτηση ουδόλως επηρεάζονται δυσμενώς. Με ειδοποίηση πρόθεσης ένστασης, οι Καθ' ών η Αίτηση, προβάλλουν τους ακόλουθους λόγους Ένστασης: 1. (α) Η αίτηση είναι καταχρηστική και/ή κακόπιστη και/ή καταχωρήθηκε για να εξυπηρετήσει αλλότριους σκοπούς. (β) Η Αιτήτρια καταχράται τους δικονομικούς θεσμούς και συνειδητά προσπαθεί να εκτροχιάσει τη δικαστική διαδικασία με απώτερο και ύστατο σκοπό να παραπλανήσει το Δικαστήριο για να αποφύγει την πληρωμή του εξ' αποφάσεως χρέους της. 2. Η παράλειψη συμπερίληψης της Δ.48 Θ8
(4)δεν μπορεί να θεωρηθεί καλόπιστο λάθος το οποίο να δύναται να θεραπευθεί με την παρούσα αίτηση καθότι παραλείπεται το νομικό πλαίσιο που να επιτρέπει την εκδίκαση της αίτησης ημερ.3/10/
  1. Σκοπός της Δ.64 είναι να θεραπεύσει μια παράτυπη αίτηση η οποία όπως έχει είναι αντίθετη με τους θεσμούς. Η παράλειψη αναφοράς της συγκεκριμένης διάταξης δεν θεωρείται μη συμμόρφωση με τους θεσμούς αλλά συνιστά παράλειψη στήριξης της αίτησης.
  2. (α) Η αίτηση στερείται οποιουδήποτε κατάλληλου υποβάθρου και/ή πραγματικού υποβάθρου που θα μπορούσε να δικαιολογήσει την χορήγηση των αιτούμενων θεραπειών. (β) Περαιτέρω, ελλείπει το νομικό υπόβαθρο προς έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων καθώς ούτε η επίκληση της Δ.64 αλλά ούτε της Δ.25 δίδει τέτοια δυνατότητα. Τα συγκεκριμένα άρθρα δεν παρέχουν στο Δικαστηρίου τη δικαιοδοσία για έκδοση των αιτούμενων, με την παρούσα αίτηση, διαταγμάτων. Η παράλειψη αναφοράς συγκεκριμένου άρθρου της νομοθεσίας σε αίτηση δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι συνιστά μη συμμόρφωση προς τους θεσμούς. Επίσης, η παράλειψη αναφοράς συγκεκριμένου άρθρου στην νομική βάση αίτησης, δεν συνιστά έλλειψη ή λάθος σε οποιανδήποτε διαδικασία. Συνιστά παράλειψη στήριξης της αίτησης, που κατά τα λοιπά συμμορφώνεται προς τους θεσμούς, στο συγκεκριμένο άρθρο. (γ) Στην καταχωρηθείσα αίτηση και ένορκη δήλωση που την συνοδεύει δεν παρατίθεται κανένας βάσιμος λόγος με βάση τον οποίο το Δικαστήριο να μπορέσει να εξασκήσει την διακριτική του ευχέρεια υπέρ της Αιτήτριας. (δ) Τα γεγονότα τα οποία αναφέρονται στην Ένορκη Δήλωση η οποία υποστηρίζει την επίδικη αίτηση δεν μπορούν να στηρίξουν την αιτούμενη θεραπεία και/ή δεν δικαιολογούν την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων από το Δικαστήριο.
  3. (α) Η επίκληση των συμφυών εξουσιών του Δικαστηρίου δεν μπορεί να αποτελέσει αυτοδύναμη δικαιοδοτική βάση για ένα συγκεκριμένο διάβημα και στην προκειμένη, στην έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. (β) Η αιτούμενη άρση της παρατυπίας και τροποποίηση της αίτησης με την τροποποίηση της νομικής βάσης δεν είναι δυνατή, καθότι η μη συμπερίληψη του συγκεκριμένου άρθρου δεν συνιστά απλή παρατυπία αλλά συνεπάγει ακυρότητα του δικογράφου.
  4. Η αιτούμενη τροποποίηση επηρεάζει δυσμενώς την Καθ' ης η Αίτηση κατά τρόπο που δεν μπορεί να αποζημιωθεί με έξοδα, καθώς θα συνιστούσε άνιση μεταχείριση από το Δικαστήριο με τρόπο που θα επηρεάζονταν τα δικαιώματα και προκαλώντας αδικία στην Καθ' ης η Αίτηση, η οποία δεν ευθύνεται για τις παραλείψεις και λάθη της Αιτήτριας και των Δικηγόρων της.
  5. Το μέγεθος της ισχυριζόμενης παρατυπίας είναι δυσανάλογο των θεραπειών που επιζητούνται.
  6. Η παρούσα αίτηση αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας (abuse of the process of the court). Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η ένσταση αναφέρονται στην ένορκη δήλωση της κας Πόπης Ευαγόρου. Σε αυτή μεταξύ άλλων αναπτύσσονται περεταίρω οι λόγοι Ένστασης ενώ επίσης η ομνύουσα ισχυρίζεται τα ακόλουθα σχετικά με την αίτηση: Δεν αποδέχεται τον ισχυρισμό ότι η μη συμπερίληψη της Δ.48 Θ8
(4)προέκυψε συνεπεία καλόπιστου λάθους και εκ παραδρομής. Εξ' αρχής, ισχυρίζεται η ομνύουσα η Αιτήτρια καταχώρησε την αίτηση ημερ. 3/10/2014 καταχρηστικά και/ή κακόπιστα με σκοπό να σπαταλήσει το χρόνο του Δικαστηρίου με αχρείαστες αιτήσεις, εκτροχιάζοντας τη δικαστική διαδικασία, με απώτερο και ύστατο σκοπό την παραπλάνηση του Δικαστηρίου και την αποφυγή της πληρωμής του εξ' αποφάσεως χρέους της. Σε αυτή της την προσπάθεια, καταχώρησε και την υπό εκδίκαση αίτηση με σκοπό να παρατείνει ακόμη περισσότερο το χρόνο της μη συμμόρφωσης της με τις νόμιμες διαταγές του Δικαστηρίου. Η Αιτήτρια αναλώνεται σε καταχρηστικές αιτήσεις, αντί να αποσύρει, εξ' αρχής, την νομικά αστήριχτη και κατ' επέκταση άκυρη αίτηση της ημερ. 3/10/2014, την οποία προσπαθεί να νομιμοποιήσει δια μέσω της παρούσης. Επιπρόσθετα, η αιτούμενη τροποποίηση θα επηρεάζει δυσμενώς την Καθ' ης η Αίτηση, κατά τρόπο που δεν μπορεί να αποζημιωθεί με έξοδα, καθώς θα συνιστούσε άνιση μεταχείριση από το Δικαστήριο, με τρόπο που θα επηρεάζονταν τα δικαιώματα της Καθ' ης η Αίτηση και θα της προκαλούσε αδικία. Κατά το στάδιο της ακρόασης της υπό συζήτηση αίτησης οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των δύο πλευρών επέλεξαν να περιοριστούν σε αγορεύσεις τις οποίες είχαν την ευγενή προνόηση να ετοιμάσουν γραπτώς. Ουδείς δε εκ των ομνυόντων αντεξετάστηκε. Στα πλαίσια των αγορεύσεων των, οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων ανέπτυξαν τις εκατέρωθεν θέσεις και εισηγήσεις τους παραπέμποντας σε σχετική με το ζήτημα νομολογία. Έχω με προσοχή μελετήσει το περιεχόμενο της Αίτησης και της Ένστασης καθώς επίσης και τις ένορκες δηλώσεις που τις συνοδεύουν. Οι αναφορές, τα επιχειρήματα και εισηγήσεις των δύο πλευρών ως περιέχονται στις αγορεύσεις τους για τα ζητήματα που εγείρονται στα πλαίσια της συζήτησης της παρούσας αίτησης έχουν επίσης τύχει μελέτης και έχουν σημειωθεί στο σύνολο τους. Ειδικότερη αναφορά θα γίνει σε επιχειρήματα, εισηγήσεις και θέσεις όπου κρίνεται τούτο σκόπιμο για την αιτιολόγηση της κατάληξης στην παρούσα. Σκόπιμο είναι θεωρώ να καταπιαστώ καταρχήν με τους λόγους Ένστασης 4 (α) και (β) και την εισήγηση της ευπαιδεύτου συνηγόρου των εναγόντων - καθ΄ ων η αίτηση ότι οι επικαλούμενες πρόνοιες των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας ήτοι οι Δ.25 Θ1 και Δ.64 δεν μπορούν να τύχουν εφαρμογής στην υπό κρίση περίπτωση. Η αίτηση εδράζεται τόσο στη Δ.25 Θ.Θ.1-5 όσο και στην Δ.64, Από τις αγορεύσεις της πλευράς της Αιτήτριας διαφαίνεται ότι το αίτημα προωθείται στη βάση της Δ.25 ενώ ό,τι αναφέρεται σε αυτές που να έχει κάποια σχέση με την Δ.64 περιορίζεται σε απλή παραπομπή στην υπόθεση Remedica Ltd. ν. Bayer Aktiengesellschaft,
(1998)1 Α.Α.Δ. 1815. Εξετάζοντας συνεπώς εν πρώτης κατά πόσο στην υπό κρίση υπόθεση μπορεί να τύχει εφαρμογής η Δ.25, τα ακόλουθα εντοπίζονται: Στη Δ.25 Θ.1 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών διαβάζουμε τα ακόλουθα: «The Court or a Judge may, at any stage of the proceedings, allow either party to alter or amend his indorsement or pleadings, in such manner and on such terms as may be just, and all such amendments shall be made as may be necessary for the purpose of determining the real questions in controversy between the parties.» Σε ανεπίσημη μετάφραση: «Το Δικαστήριο ή Δικαστής μπορεί σε οιονδήποτε στάδιο της διαδικασίας να επιτρέψει σε οιονδήποτε από τους διαδίκους να διορθώσει ή τροποποιήσει την οπισθογράφηση (indorsement) ή τις έγγραφες προτάσεις (pleadings) με τέτοιο τρόπο και με τέτοιους όρους που θα είναι δίκαιοι και όλες οι τέτοιες τροποποιήσεις θα πρέπει να γίνουν σαν αναγκαίες για σκοπούς αποπερατώσεως των πραγματικών ζητημάτων που είναι αμφισβητούμενα μεταξύ των διαδίκων.» (Η έμφαση για τους σκοπούς της παρούσας). Από το λεκτικό και μόνο της Δ.25 καθίσταται αντιληπτό ότι τροποποίηση επί τη βάση της Δ.25 χωρεί μόνο επί των εγγράφων προτάσεων (pleadings). Στην Δ.19 των θεσμών η οποία φέρει τίτλο «Pleadings», εντοπίζεται τί ακριβώς περιλαμβάνει η έννοια αυτή για τους σκοπούς των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών. Διαφαίνεται ότι η Δ.19 καθορίζει ότι εμπίπτουν στην έννοια των δικογράφων η Έκθεση Απαίτησης, η Υπεράσπισης, η Απάντηση στην Υπεράσπιση και η Ανταπαίτηση και η οπισθογράφηση βεβαίως. Δεν έχω εντοπίσει στη Δ.19 οτιδήποτε που να δίδει βάση ώστε αίτηση καταχωρηθείσα δυνάμει των Θεσμών να μπορεί να θεωρηθεί ότι εμπίπτει στην έννοια « pleadings». Υπενθυμίζω στο σημείο αυτό ότι η αίτηση ημερομηνίας 30/09/14 έχει ως νομικό υπόβαθρο τους Θεσμούς της Πολιτικής Δικονομίας Δ.5 Θ.Θ.1 και 2, Δ.16, Δ.48 Θ.Θ.1 - 4, 8
(4), Δ.
  1. Κατά συνέπεια η νομική βάση που στηρίζει μια αίτηση δεν μπορεί να θεωρηθεί έγγραφη πρόταση στα πλαίσια δικογράφου που μπορεί να τύχει τροποποίησης με βάση της Δ.
  2. Στο The Annual Practice
(1952)στη σελ. 352 αναφέρονται τα ακόλουθα: «Pleading. - This word includes all «statements in writing of the claim, or demand of any plaintiff, and of the defence of any defendant thereto, and of the reply of the plaintiff to any counterclaim of a defendant». (J.A., 1925, s. 225.) A letter sent to the plaintiff´s solicitor, stating what the defendant believes to be his defence to the action, but not in the form prescribed by r. 11, infra, is not a pleading (Marshall v. Jones, 52 J. P. 423). A writ is not a pleading (Murray v. Stephenson, 19 Q. B. D. 60); but if a writ be specially indorsed under O. 3, r. 6, the special indorsement is a pleading, and it is delivered when the writ is served (Anlaby v. Proetorius, 20 Q. B. D. 764).» Ενόψει συνεπώς των όσων ανωτέρω αναφέρω θεωρώ ότι η η εμβέλεια της Δ.25 περιορίζεται στην τροποποίηση δικογράφων και δεν παρέχει εξουσία στο Δικαστήριο να εκδώσει διάταγμα τροποποίησης αίτησης για παραμερισμό διατάγματος ως το αντικείμενο της υπό κρίση αίτησης. Παρά το γεγονός ότι το αίτημα της Αιτήτριας για τροποποίηση δεν έχει αναπτυχθεί στις αγορεύσεις επί της βάσεως της Δ.64, εφόσον τούτη εμπεριέχεται στην νομική βάση της υπό κρίση αίτησης αλλά και στη Ένορκη Δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, προχωρώ να εξετάσω κατά πόσο η θεραπεία που επιζητείται μπορεί να στηριχθεί σε αυτή τη Διαταγή. Ανατρέχοντας στην σχετική με το ζήτημα που εγείρεται εδώ ήτοι την τροποποίησης της νομικής βάσης αίτησης για παραμερισμό διατάγματος που εξεδόθη μονομερώς, εντοπίζονται τα ακόλουθα τα οποία είναι ιδιαιτέρως διαφωτιστικά και καθοδηγητικά για την κατάληξη της υπό κρίση υπόθεσης και σε αυτή τη βάση. Στην Πολιτική Έφεση Μάριου Κουλέρμου ν. Ξένιας Κουμπαρίδου, ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 10586, 31 Μαρτίου, 2000 αφορούσε αίτηση για απόρριψη αγωγής λόγω μη προώθησης της το Εφετείο, έκρινε ότι ουδεμία εκ των διατάξεων που επικαλούντο οι εφεσίβλητοι έδιδε έρεισμα στο αίτημα και ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο αναφέρθηκε σε αυτές όπως και σε άλλες τις οποίες η εφεσίβλητη δεν επικαλέστηκε, παραλείποντας να διαπιστώσει ότι σε καμία από αυτές το αίτημα εύρισκε έρεισμα. Υπό το φως αυτών των δεδομένων το Εφετείο, στηριζόμενο στην υπόθεση Μαχλουζαρίδης Μάριος ν Χρίστου Ιωαννίδη και Άλλων
(1990)1 CLR 965 κατέληξε ότι η έκβαση της αίτησης συναρτάτο προς θεσμικές διατάξεις οι οποίες δεν έδιναν έρεισμα στο αίτημα της εφεσίβλητης και έτσι η αίτηση έπρεπε να είχε απορριφθεί. Στην Xριστοφόρου Σταύρος ν. Oικοδομικές Eπιχειρήσεις Λοΐζος Iορδάνους Λτδ.,
(2001)1 Α.Α.Δ. 743 που αφορούσε σε αίτηση για αίτηση για προσαγωγή πρόσθετης μαρτυρίας στα πλαίσια της έφεσης τα ακόλουθα εντοπίζονται: «Είναι η θέση της εφεσίβλητης ότι η αίτηση βασίζεται σε λανθασμένους Κανονισμούς αφού η εμβέλεια της Δ.25Θ.4 περιορίζεται στην τροποποίηση δικογράφων που αφορούν πολιτικές διαδικασίες ενώπιον πρωτόδικων Δικαστηρίων. Αντίθετα, όπως υποδεικνύεται από τον ευπαίδευτο συνήγορο της εφεσίβλητης η σχετική Κανονιστική Διάταξη είναι εκείνη της Δ.35Θ.4 και στην παρούσα περίπτωση δεν χωρεί διορθωτική επέμβαση με την καταφυγή στις πρόνοιες της Δ.64. Η εισήγηση της εφεσίβλητης ότι η αίτηση βασίζεται σε λανθασμένους Κανονισμούς είναι ορθή. Η Δ.48 θ.2 προνοεί ότι οι ενδιάμεσες αιτήσεις πρέπει απαραιτήτως να προσδιορίζουν τις νομικές διατάξεις πάνω στις οποίες βασίζονται. Και τούτο γιατί η ενδιάμεση διαδικασία της εξέτασης αιτήσεων έχει ένα ασυνήθιστο χαρακτήρα αφού τα επίδικα θέματα πρέπει να εξετάζονται έξω από τα πλαίσια της ολοκληρωτικής δίκης και με αυτό το πνεύμα ο προσδιορισμός τους πρέπει να γίνεται με ακρίβεια για να μπορεί το Δικαστήριο να επιστρώσει το έδαφος για τη γρήγορη εκδίκαση της ουσίας της διαφοράς. (Ίδε Kouppa and another v. Vassiliadis [1981] 1 JSC 120). Οι αρχές που καθιερώθηκαν στην Kouppa and another v. Vassiliadis υιοθετήθηκαν στην υπόθεση Μαχλουζαρίδης ν. Ιωαννίδη και άλλων
(1990)1 Α.Α.Δ. 965 όπου τονίστηκε ότι απαράβατοι όροι της εγκυρότητας του δικονομικού πλαισίου μιας ενδιάμεσης αίτησης είναι η αναφορά στα άρθρα και στους θεσμούς που στοιχειοθετούν το νομικό υπόβαθρο της αίτησης. Ο λόγος της Χριστοφόρου (ανωτέρω), υιοθετείται στην σχετικά πρόσφατη απόφαση στην ASHOT EGIAZARYAN κ.α. ν. DENORO INVESTMENTS LIMITED κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ. 75/2011, 19/2/2013, η οποία καταπιάστηκε με ζήτημα τροποποίησης λόγων έφεσης και στην οποία λέχθηκαν τα ακόλουθα σχετικά: «Το άρθρο 25
(3)ως δικαιοδοτικό υπερτερεί της κανονιστικής ρύθμισης που εμπεριέχεται στη Δ.35 θ.8, στην οποία θα γίνει αναφορά αμέσως μετά. Ακριβώς διότι το άρθρο έχει ερμηνευθεί από τη νομολογία κατ΄ επανάληψη περιοριστικά, κατά τον τρόπο που θα εξηγηθεί στη συνέχεια, οι εφεσείοντες όφειλαν να εστιάσουν την προσοχή τους και σ΄ αυτό, ιδιαιτέρως διότι η νομολογία είναι αποκαλυπτική στο ότι οποιαδήποτε αίτηση θα πρέπει να αναφέρει το νόμο και τους κανονισμούς στους οποίους βασίζεται ως απαραίτητο στοιχείο εγκυρότητας του δικονομικού μέτρου. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Κούππα ν. Βασιλειάδη
(1981)1 J.S.C. 120, Μαχλουζαρίδης ν. Ιωαννίδης
(1990)1 Α.Α.Δ. 965 και Χριστοφόρου ν. Οικοδομικές Επιχειρήσεις Λοΐζος Ιορδάνους Λτδ
(2001)1 Α.Α.Δ. 743, στην οποία μάλιστα λέχθηκε ότι η παράλειψη αναφοράς στους ορθούς κανονισμούς και, βέβαια, το νόμο δεν χωρεί διόρθωσης στη βάση των προνοιών της Δ.
  1. Η σημασία της τήρησης των Θεσμών τονίστηκε και στις πρόσφατες αποφάσεις Τσεσμέλογλου ν. Σοφοκλέους, Πολ. Έφ. αρ. 205/2010, ημερ. 15.1.2013 και Σ΄ ό,τι αφορά την περιουσία του Ιωάννου Κοντού¸ Πολ. Έφ. αρ. 187/09, ημερ. 29.1.
  2. Υπάγαγοντας τα γεγονότα της υπό κρίση αίτησης και έχοντας κατά νου το προωθούμενο αίτημα για προσθήκη ουσιαστικά δικαιοδοτικής διάταξης στη νομική βάση της αίτηση και χωρίς βεβαίως να καταπιάνομαι ή και να με απασχολεί στο παρόν στάδιο οτιδήποτε άλλο πέραν αυτών καθαυτών των πλαισίων της υπό κρίση αίτησης, θεωρώ ότι δεν παρέχεται στα πλαίσια της Δ.64 εξουσία του Δικαστηρίου να διατάξει την προσθήκη νομικής βάσης στην αίτηση ημερομηνίας 30/09/14 και συνεπώς έγκριση των αιτούμενων θεραπειών. Για σκοπούς δε ολοκλήρωσης της εικόνας αναφέρω ότι ουδόλως διαλανθάνουν την αντίληψη μου τα λεχθέντα στην ΧΡΙΣΤΙΝΑ ΠΕΡΙΚΛΕΟΥΣ ν. ELLINAS FINANCE LTD κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ. 283/2010, 3/7/2014 όπου υποδείχθηκε ότι «Η νομική βάση μιας αίτησης σύμφωνα με τη νομολογία έχει μεγάλη σημασία, αφού «προσδιορίζει το νομικό υπόβαθρο της αίτησης, το οποίο προσδίδει εγκυρότητα στο δικονομικό μέτρο». Αναφερόμενο το Εφετείο στην υπόθεση εκείνη στην τροποποίηση της Δ.64 και την κατάργηση της διάκρισης μεταξύ άκυρου και αντικανονικού δικονομικού μέτρου, δεν απέκλεισε το ενδεχόμενο να μπορεί να τύχει άρσης ελάττωμα που εντοπίζεται στη νομική βάση αίτησης ωστόσο τούτο κρίνεται κατά περίπτωση και λαμβάνοντας πάντα υπόψη το μέγεθος και τη φύση του ελαττώματος ως επίσης και ενδεχομένως πρωτίστως τη θέση στην οποία περιέρχεται η άλλη πλευρά ως στοιχείο άμεσα συνυφασμένο με το συμφέρον της δικαιοσύνης είναι το σημαντικότερο στοιχείο που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη κατά τη κρίση του Δικαστηρίου. Διαπιστώνοντας ότι η Δ.
  3. Θ.8
(4)[1] είναι δικαιοδοτικής φύσης διάταξη, και με δεδομένο ότι η Ένσταση και η συνοδεύουσα αυτή Ένορκη Δήλωση έχει ήδη κατατεθεί θεωρώ ότι ο λόγος και το σκεπτικό της πιο πάνω ως απόφασης δεν τυγχάνει εφαρμογής στην υπό κρίση περίπτωση εκλαμβάνοντας ότι η πιο πάνω αναφορά του Δικαστηρίου αφορά σε επουσιωδέστερες παρατυπίες ή ελαττώματα παρά σε διατάξεις που περιέχουν δικαιοδοτικές πρόνοιες. Αυτό άλλωστε θεωρώ ότι συνάγεται και από τη συνδυασμένη ανάγνωση της πιο πάνω παρατεθείσας νομολογίας. Για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω πιο πάνω η σχετική εισήγηση της ευπαιδεύτου συνηγόρου των καθ' ών η Αίτηση με βρίσκει σύμφωνη και συνεπώς η αίτηση είναι έκθετη σε απόρριψη για όλους τους πιο πάνω λόγους. Δεν θεωρώ σκόπιμο να προχωρήσω σε εξέταση των λοιπόν λόγων ένστασης αφού κρίνω ότι δεν παρέχεται εξουσία με βάση τις δικονομικές διατάξεις επί των οποίων εδράζεται η αίτηση να διαταθεί η τροποποίηση της αίτησης που καταχωρήθηκε. Συνακόλουθα η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των Καθ΄ ων η Αίτηση και εναντίον της Αιτήτριας όπως αυτά υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ) Ν. Οικονόμου, Ε.Δ ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] "Any person (other than the applicant) affected by an order made ex parte may apply by summons to have it set aside or varied and the Court or Judge may set aside or vary such order on such terms as may seem just». cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.