Ιωάννου Χαραλαμπίδη ν. Τουρκικής Δημοκρατίας, Αρ. Αγωγής: 4/2014, 20/11/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2015:A487 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΕΡΥΝΕΙΑΣ (το οποίο συνεδριάζει προσωρινώς στη Λευκωσία) ΕΝΩΠΙΟΝ: E. ΕΦΡΑΙΜ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 4/2014 Μεταξύ: Ιωάννου Χαραλαμπίδη Ενάγοντος v. Τουρκικής Δημοκρατίας Εναγομένης Ημερομηνία: 20 Νοεμβρίου 2015 Εμφανίσεις: Για τον Ενάγοντα: κ. Χ. Παπασωτηρίου Για την Εναγομένη: Καμία εμφάνιση Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Κατόπιν μονομερούς αίτησης για έκδοση απόφασης λόγω μη καταχώρισης εμφάνισης και αφού το Δικαστήριο επιφύλαξε απόφαση, η υπόθεση επανανοίχθηκε και το Δικαστήριο ήγειρε το ζήτημα της νομότυπης εμφάνισης του δικηγόρου του Ενάγοντος στα πλαίσια της παρούσας αγωγής. Ο ως άνω δικηγόρος παρουσίασε Βεβαίωση του Δικηγορικού Συλλόγου Λευκωσίας ημ. 23.10.15, υπογεγραμμένη από τον κ. Κώστα Δημητριάδη, Πρόεδρο του Συλλόγου, η οποία σημειώθηκε ως Τεκμήριο Α. Σε αυτή βεβαιώνεται πως ο κ. Χρήστος Παπασωτηρίου ενεγράφη στο Μητρώο Δικηγόρων της Κυπριακής Δημοκρατίας στις 29.11.12 με αριθμό μητρώου ΕΕ52, ότι είναι εγγεγραμμένος ως μέλος στον Δικηγορικό Σύλλογο Λευκωσίας και ότι έχει ανανεώσει την άδεια του για το έτος
- Το Δικαστήριο ζήτησε από τον κ. Παπασωτηρίου να προσκομίσει στοιχεία τα οποία να δεικνύουν πως αυτός δύναται να ασκεί το δικηγορικό επάγγελμα σύμφωνα με τις πρόνοιες του περί Δικηγόρων Νόμου και να εκπροσωπεί νομότυπα τον Ενάγοντα. Ο κ. Παπασωτηρίου επέμεινε ότι η παρουσίαση του Τεκμηρίου Α είναι ικανοποιητική. Δήλωσε πως είναι δικηγόρος εξ Αθηνών και εγγεγραμμένος παρ΄ Αρείω Πάγω, καθώς και ότι ως κοινοτικός δικηγόρος, έχει κάθε δικαίωμα να ασκεί το δικηγορικό επάγγελμα σε όλα τα Δικαστήρια κάθε κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ισχυρίστηκε πως σε αντίθετη περίπτωση το δικαίωμα του για ελεύθερη εγκατάσταση αλλά και για άσκηση επαγγέλματος παραβιάζεται. Αναφερόμενος στις πρόνοιες του περί Δικηγόρων Νόμου, ο κ. Παπασωτηρίου εισηγήθηκε πως σκοπός του εν λόγω Νόμου είναι η διευκόλυνση της άσκησης του δικηγορικού λειτουργήματος από όλους τους Ευρωπαίους δικηγόρους. Ήταν η θέση του πως η μόνη προβλεπόμενη συνέπεια σε περίπτωση μη συμμόρφωσης με τις διατάξεις του είναι η πειθαρχική δίωξη, καθώς και ότι μια τέτοια πορεία δεν επηρεάζει με οποιονδήποτε τρόπο την εγκυρότητα της όλης διαδικασίας. Τέλος, ο κ. Παπασωτηρίου ανέφερε ότι, με βάση την αρχή της αναλογικότητας, το Δικαστήριο δεν μπορεί να εφαρμόσει νομοθετικές πρόνοιες οι οποίες αποτελούν ένα δυσμενές λαμβανόμενο μέτρο τόσο βαρύ που συνεπάγεται την πλήρη κατάργηση θεμελιωδών δικαιωμάτων, όπως το δικαίωμα του πολίτη να προσφύγει στη δικαιοσύνη και το δικαίωμα του δικηγόρου να ασκεί το δικηγορικό λειτούργημα. Δήλωσε έτοιμος να παραπεμφθεί για όποιες συνέπειες, πειθαρχικής ή ποινικής μορφής, πιθανόν προκύπτουν, παρόλο που ο ίδιος δεν αναγνωρίζει ότι έχει διαπράξει αδίκημα. Ι. Άσκηση Δικηγορικού Επαγγέλματος Η άσκηση του δικηγορικού επαγγέλματος στη Δημοκρατία διέπεται από τις πρόνοιες του περί Δικηγόρων Νόμου, Κεφ.
- Η παρασκευή δικογράφων και η εμφάνιση ενώπιον οποιουδήποτε Δικαστηρίου περιλαμβάνεται στον ορισμό του «ασκείν τη δικηγορία», σύμφωνα με το άρθρο 2 του εν λόγω Νόμου. Στο ίδιο άρθρο ο Νόμος αυτός διακρίνει μεταξύ «δικηγόρου» που είναι εγγεγραμμένος ως δικηγόρος και «δικηγόρου ο οποίος ασκεί το επάγγελμα». Εξ ου και οι αντίστοιχες διακρίσεις, στα άρθρα 6 και 6Α, σε εγγραφή δικηγόρων στο «Μητρώο των Δικηγόρων» και στο «Μητρώο των Δικηγόρων που Ασκούν το Επάγγελμα». Το Μέρος ΙΙΙ του Νόμου φέρει τον τίτλο «Άσκηση του Επαγγέλματος» και η πιο ουσιώδης διάταξη του είναι το άρθρο 11
(1), το οποίο καθορίζει τους όρους τους οποίους πρέπει να πληροί κάποιος για να δικαιούται να ασκήσει τη δικηγορία. Κανένας δεν δικαιούται να ασκήσει τη δικηγορία εκτός αν πληροί τους όρους αυτούς και μάλιστα η άσκηση δικηγορίας χωρίς εγγραφή ή κατοχή άδειας συνιστά ποινικό αδίκημα βάσει του άρθρου 11
(3). Ο κ. Παπασωτηρίου αναμφίβολα έχει παρασκευάσει δικόγραφα και έχει πραγματοποιήσει εμφανίσεις ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου στα πλαίσια της παρούσας αγωγής. Προφανώς δεν επικαλείται ότι δικαιούται να ασκεί δικηγορία στη βάση του Μέρους ΙΙΙ. Δήλωσε πως είναι δικηγόρος κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης και πως υπ΄ αυτή την ιδιότητα έχει το δικαίωμα άσκησης της δικηγορίας στη Δημοκρατία. Όντως, και ανεξαρτήτως των προαναφερθεισών διατάξεων, ο σχετικός Νόμος περιλαμβάνει ειδικές πρόνοιες σχετικές με δικηγόρους, υπηκόους κρατών μελών, οι οποίες υπό όρους επιτρέπουν την άσκηση δικηγορίας και από αυτούς στη Δημοκρατία. Σχετικά είναι τα Μέρη ΙΙΙΑ και ΙΙΙΒ του Νόμου, τα οποία εισήχθησαν με τον τροποποιητικό Ν.180(Ι)/02. Όπως αναφέρεται στο προοίμιο του τροποποιητικού Νόμου, αυτός ψηφίστηκε για σκοπούς εναρμόνισης με τις Οδηγίες 77/249/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 22ης Μαρτίου 1977 περί Διευκολύνσεως της Πραγματικής Ασκήσεως της Παροχής Υπηρεσιών από Δικηγόρους και 98/05/ΕΟΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 16ης Φεβρουαρίου 1998 για τη Διευκόλυνση της Μόνιμης Άσκησης του Δικηγορικού Επαγγέλματος σε Κράτος Μέλος διάφορο εκείνου στο οποίο αποκτήθηκε ο Επαγγελματικός Τίτλος. Ι.1 Μέρος ΙΙΙΑ - Παροχή Υπηρεσιών (Άρθρα 14Α - 14Ζ) Το Μέρος ΙΙΙΑ αφορά την περίπτωση δικηγόρου, υπηκόου κράτους μέλους, ο οποίος ασκεί το επάγγελμα σε κράτος μέλος εκτός της Δημοκρατίας. Σε τέτοιο δικηγόρο επιτρέπεται «. να παρέχει κατά περίπτωση και για συγκεκριμένη υπόθεση ή θέμα υπηρεσίες στη Δημοκρατία .», χωρίς να απαιτείται η εγγραφή του στο Μητρώο των Δικηγόρων που Ασκούν το Επάγγελμα και νοουμένου ότι τηρούνται οι διατάξεις του Μέρους ΙΙΙΑ. Σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 14Δ
(1)δικηγόρος υπήκοος κράτους μέλους που παρέχει υπηρεσίες στη Δημοκρατία, για την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση πελάτη ενώπιον Δικαστηρίου ενεργεί, κατόπιν συμφωνίας, μαζί με δικηγόρο: α) που ασκεί το επάγγελμα στη Δημοκρατία και β) που δικαιούται να εμφανίζεται ενώπιον του Δικαστηρίου το οποίο επιλαμβάνεται της υπόθεσης. Αρμόδιο για τον έλεγχο των προϋποθέσεων είναι σύμφωνα με το άρθρο 14Δ
(2)το Νομικό Συμβούλιο προς το οποίο προσκομίζονται τα αναφερόμενα εκεί έγγραφα, πληροφορίες και δηλώσεις, μεταξύ των οποίων και στοιχεία ταυτότητας ημεδαπού δικηγόρου «με τον οποίο θα συμπράξει» ο κοινοτικός. Ως γίνεται αντιληπτό το Δικαστήριο δεν έχει ρόλο και δεν υπεισέρχεται καθ΄ οιονδήποτε τρόπο στον έλεγχο των στοιχείων που προσκομίζονται στο Νομικό Συμβούλιο. Όπως προκύπτει από το άρθρο 14Δ
(3)το Δικαστήριο αρκείται στη Βεβαίωση την οποία «υποχρεούται» ο δικηγόρος κράτους μέλους να προσκομίσει στον Πρόεδρο του Δικαστηρίου ενώπιον του οποίου θα εμφανιστεί, περί του ότι έχει τηρήσει τις υποχρεώσεις που προβλέπονται στο άρθρο 14Δ
(2). Στην παρούσα περίπτωση αφενός, δεν υπήρξε οποιαδήποτε αναφορά σε συμφωνία με επαγγελματία στη Δημοκρατία δικηγόρο και αφετέρου, ο κ. Παπασωτηρίου φέρεται να έχει λάβει ή προβεί μόνος σε όλα τα διαβήματα στα πλαίσια της παρούσας αγωγής. Συγκεκριμένα, την καταχώριση και υπογραφή της αγωγής, την καταχώριση και υπογραφή της μονομερούς αίτησης για έκδοση απόφασης και τις εμφανίσεις του ενώπιον του Δικαστηρίου. Σημειώνεται πως ούτε η προβλεπόμενη στο άρθρο 14Δ
(3)βεβαίωση έχει προσκομιστεί στον (Διοικητικό) Πρόεδρο του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας. Εξάλλου ούτε ο κ. Παπασωτηρίου έχει επικαλεστεί τις πρόνοιες του Μέρους ΙΙΙΑ. Είναι προφανές ότι η υπό κρίση περίπτωση δεν εμπίπτει εντός του προνοιών του Μέρους ΙΙΙΑ. Ι.2 Μέρος ΙΙΙΒ - Μόνιμη Άσκηση Επαγγέλματος (Άρθρα 14Η - 14Ρ) Το Μέρος ΙΙΙΒ εφαρμόζεται σε δικηγόρους, υπηκόους κρατών μελών, οι οποίοι ασκούν το επάγγελμα στη χώρα καταγωγής με έναν από τους επαγγελματικούς τίτλους που αναφέρονται στο άρθρο 14Θ. Τέτοιοι δικηγόροι δύνανται να ασκούν τις δραστηριότητες του δικηγόρου στη Δημοκρατία μόνιμα και με τον επαγγελματικό τίτλο καταγωγής. Απαραίτητη προϋπόθεση για την άσκηση των δραστηριοτήτων δικηγόρου στη Δημοκρατία είναι να έχουν εγγραφεί στο Ειδικό Μέρος του τηρουμένου δυνάμει του άρθρου 6Α προαναφερθέντος Μητρώου των Δικηγόρων που Ασκούν το Επάγγελμα - άρθρο 14Κ
(1). Για την εγγραφή τους εκεί απαιτούνται πάλι κάποια έγγραφα τα οποία προσκομίζονται στο Νομικό Συμβούλιο - άρθρο 14Κ
(2). Στην παρούσα περίπτωση ο κ. Παπασωτηρίου έχει παρουσιάσει Βεβαίωση από τον Τοπικό Δικηγορικό Σύλλογο Λευκωσίας, Τεκμήριο Α. Παρότι η εν λόγω Βεβαίωση δεν αναφέρεται σε εγγραφή του στο πιο πάνω Ειδικό Μέρος, συνάγεται συμπερασματικά ότι έχει προηγηθεί η προσκόμιση των απαραίτητων πιστοποιητικών στο Νομικό Συμβούλιο και η κατάλληλη εγγραφή στο Μητρώο με τον αριθμό που καταγράφεται στη Βεβαίωση. Συνεπώς ο κ. Παπασωτηρίου δικαιούται να ασκεί τη δικηγορία στη Δημοκρατία με τον επαγγελματικό τίτλο καταγωγής. Αυτό όμως το δικαίωμα δεν είναι απόλυτο και απεριόριστο. Σύμφωνα με το άρθρο 14Μ
(1)δικαιούται μεν να ασκεί δραστηριότητες με ημεδαπό δικηγόρο (που φέρει τον επαγγελματικό τίτλο της Δημοκρατίας) και ειδικότερα να παρέχει συμβουλές και να εκτελεί διάφορες εργασίες που προβλέπονται από νόμους, πλην όμως όλα αυτά τελούν υπό την επιφύλαξη των επόμενων εδαφίων
(2)και
(3)του εν λόγω άρθρου. Ενδιαφέρει ειδικότερα το εδάφιο
(2)το οποίο έχει ως εξής: «
(2)Για την εκπροσώπηση και υπεράσπιση πελάτη ενώπιον δικαστηρίου, ο δικηγόρος, υπήκοος κράτους μέλους που ασκεί το δικηγορικό επάγγελμα με τον επαγγελματικό τίτλο καταγωγής, ενεργεί, κατόπιν συμφωνίας, μαζί με δικηγόρο που ασκεί το δικηγορικό επάγγελμα στη Δημοκρατία και που δικαιούται να εμφανίζεται ενώπιον του δικαστηρίου το οποίο επιλαμβάνεται της υπόθεσης». Η φράση «. ενεργεί, κατόπιν συμφωνίας, μαζί με δικηγόρο.» έχει το νόημα ότι ο δικηγόρος υπήκοος κράτους μέλους, αν και έχει εγγραφεί δεόντως, δεν δύναται να εκπροσωπήσει κάποιον ενώπιον Δικαστηρίου εάν δεν ενεργεί μαζί με δικηγόρο που ασκεί το επάγγελμα στη Δημοκρατία. Όπως έχει προαναφερθεί, ο κ. Παπασωτηρίου δεν έχει προβάλει κάτι τέτοιο και αντιθέτως έχει εκπροσωπήσει τον Ενάγοντα σε όλα τα στάδια της αγωγής μόνος, δηλαδή δεν ενήργησε μαζί με άλλο δικηγόρο, ως οι πρόνοιες του εδαφίου
(2). Είναι προφανές λοιπόν πως δεν έχουν τηρηθεί οι προϋποθέσεις άσκησης του επαγγέλματος με τον επαγγελματικό τίτλο καταγωγής όπως προβλέπονται στο άρθρο 14Μ
(1)και
(2). Ούτε και οι πρόνοιες του άρθρου 14Π μπορούν να τύχουν εφαρμογής καθότι αυτές αφορούν τη συλλογική άσκηση επαγγέλματος και ο κ. Παπασωτηρίου δεν φέρεται να ασκεί συλλογικά το επάγγελμα αλλά μόνος. Η μόνη διάταξη η οποία παρέχει το δικαίωμα σε δικηγόρο κράτους μέλους να ασκεί το επάγγελμα στην Κυπριακή Δημοκρατία χωρίς να ενεργεί μαζί με άλλο δικηγόρο είναι το άρθρο 14Ο που τιτλοφορείται «Εξομοίωση με Κύπριο δικηγόρο». Το συγκεκριμένο άρθρο προνοεί τρεις περιπτώσεις εξομοίωσης με Κύπριο δικηγόρο ως εξής: i) πλήρης ένταξη στο επάγγελμα κατόπιν τριετούς άσκησης πραγματικής και τακτικής επαγγελματικής δραστηριότητας στη Δημοκρατία τόσο στο κυπριακό όσο και στο κοινοτικό δίκαιο - εδάφιο
(1)ii) εξασφάλιση άδειας πρόσβασης κατόπιν τριετούς πραγματικής και τακτικής επαγγελματικής δραστηριότητας στη Δημοκρατία, αλλά με μικρότερης διάρκειας άσκηση στο κυπριακό δίκαιο, υπό τον όρο όμως επιτυχούς συμμετοχής σε ειδικά μαθήματα ή σεμινάρια κυπριακού δικαίου - εδάφιο
(3)iii) ανεξαρτήτως των πιο πάνω, αναγνώριση του διπλώματος του και πρόσβαση στο δικηγορικό επάγγελμα σύμφωνα με τον περί Αναγνώρισης των Επαγγελματικών Προσόντων Ν.31(Ι)/08- εδάφιο
(6). Στοιχεία για τέτοια ένταξη ή πρόσβαση στο επάγγελμα που εγκρίνεται από το Νομικό Συμβούλιο ή αναγνώριση διπλώματος δεν προσκομίστηκαν από τον κ. Παπασωτηρίου, παρόλο που του δόθηκε η ευκαιρία να το πράξει. Υπό το φως των πιο πάνω δεδομένων, το Δικαστήριο καταλήγει πως ο κ. Παπασωτηρίου δεν έχει παρουσιάσει επαρκή αποδεικτικά στοιχεία τα οποία να καταδεικνύουν συμμόρφωση του με τις πρόνοιες του περί Δικηγόρων Νόμου και ειδικότερα ότι δεόντως εκπροσωπεί πελάτη στο Δικαστήριο ή ότι έχει ενταχθεί πλήρως ή ότι εξασφάλισε πρόσβαση του στο δικηγορικό επάγγελμα στη Δημοκρατία με κάποιον από τους πιο πάνω τρόπους, δηλαδή ότι έχει εξομοιωθεί με Κύπριο δικηγόρο. ΙΙ. Ισχυρισμοί για Παραβίαση Δικαιωμάτων Ο κ. Παπασωτηρίου ισχυρίστηκε ότι από τη στιγμή που είναι δικηγόρος σε κράτος μέλος, οι πρόνοιες του περί Δικηγόρων Νόμου παραβιάζουν το δικαίωμα του για ελεύθερη εγκατάσταση και άσκηση του επαγγέλματος στη Δημοκρατία. Όπως έχει ήδη επισημανθεί, ο τροποποιητικός Ν.180(Ι)/02ψηφίστηκε για σκοπούς εναρμόνισης με τις Οδηγίες 77/249/ΕΟΚ και 98/05/ΕΟΚ. Μια ανάγνωση τους επιβεβαιώνει πως οι πρόνοιες της δικής μας νομοθεσίας υιοθετούν αυτές των Οδηγιών. Αξίζει να γίνει ειδική αναφορά στο άρθρο 5 της Οδηγίας 77/249/ΕΟΚ το οποίο προνοεί πως κάθε κράτος μέλος δύναται να επιβάλει στους δικηγόρους άλλων κρατών μελών να εμφανίζονται ενώπιον του Προέδρου του Δικαστηρίου και του Προέδρου του αρμόδιου Δικηγορικού Συλλόγου σύμφωνα με τους τοπικούς κανόνες και να ενεργούν, κατόπιν συμφωνίας, με δικηγόρο που ασκεί δραστηριότητα ενώπιον του Δικαστηρίου και ο οποίος θα είναι υπεύθυνος έναντι του Δικαστηρίου αυτού. Όσον αφορά την Οδηγία 98/05/ΕΟΚ, το άρθρο 10 αυτής προνοεί τη διαδικασία εξομοίωσης και μάλιστα κατόπιν κατ΄ ελάχιστον τριετούς περιόδου. Ο κ. Παπασωτηρίου επικαλέστηκε την υπόθεση C-55/94, Reinhard Gebhard v. Consiglio dell' Ordine degli Avvocati e Procuratori di Milano, ημ. 30.11.95, η οποία αφορούσε υποβολή προδικαστικών ερωτημάτων προς το Δ.Ε.Κ. ως προς την ερμηνεία της Οδηγίας 77/249/ΕΟΚ σε συνάρτηση με τα άρθρα 52 και 59 της Σύμβασης των ΕΚ. Εκείνο που έχει σημασία για την παρούσα υπόθεση είναι η κατάληξη του Δικαστηρίου πως «όταν η ανάληψη ή η άσκηση συγκεκριμένης δραστηριότητας εξαρτάται στο κράτος μέλος υποδοχής από ορισμένες προϋποθέσεις, ο υπήκοος άλλου κράτους μέλους που σκοπεί να ασκήσει τη δραστηριότητα αυτή πρέπει κατ΄αρχήν να πληροί τις προϋποθέσεις αυτές» και πως «τα εθνικά μέτρα που ενδέχεται να παρακωλύσουν ή να καταστήσουν λιγότερο ελκυστική την άσκηση των θεμελιωδών ελευθεριών που εξασφαλίζει η Συνθήκη πρέπει να πληρούν τέσσερις προϋποθέσεις: να εφαρμόζονται κατά τρόπο μη δημιουργούντα διακρίσεις, να δικαιολογούνται από επιτακτικούς λόγους γενικού συμφέροντος, να είναι κατάλληλα για την επίτευξη του επιδιωκομένου σκοπού και να μην είναι δεσμευτικά πέραν του βαθμού που είναι αναγκαίος για την επίτευξη του σκοπού αυτού.» Οι διατάξεις του περί Δικηγόρων Νόμου συνάδουν πλήρως τόσο με τον σκοπό όσο και με το περιεχόμενο των Ευρωπαϊκών Οδηγιών. Είναι προφανές ότι οι διατάξεις αυτές ουδόλως απαγορεύουν αλλά αντιθέτως ρυθμίζουν κατά τρόπο που να διευκολύνουν την άσκηση του επαγγέλματος από δικηγόρο άλλου κράτους μέλους χωρίς οποιεσδήποτε διακρίσεις. Η προβλεπόμενη διαδικασία για εμφάνιση με δικηγόρο του κράτους μέλους ή για την εξομοίωση αποσκοπεί στη διασφάλιση αφενός της καθόλα εύλογης αναγκαιότητας και δυνατότητας του δικηγόρου άλλου κράτους μέλους να γνωρίζει το δίκαιο του κράτους μέλους στο οποίο επιθυμεί να ασκήσει το επάγγελμα και αφετέρου της αναγκαιότητας ύπαρξης υπευθύνου απέναντι στο Δικαστήριο. Έτσι διασφαλίζεται η προστασία των πολιτών οι οποίοι θα λαμβάνουν τις υπηρεσίες από δικηγόρους, καθώς και η εύρυθμη λειτουργία των Δικαστηρίων. Υπό το φως των πιο πάνω δεδομένων, θεωρώ ότι οι ισχυρισμοί του κ. Παπασωτηρίου περί παραβίασης των δικαιωμάτων του είναι αβάσιμοι. Ούτε και η αρχή της αναλογικότητας τυγχάνει εφαρμογής καθότι, όπως ήδη αναφέρεται, οι νομοθετικές πρόνοιες δεν απαγορεύουν ή καταργούν το δικαίωμα πρόσβασης στη δικαιοσύνη αλλά ρυθμίζουν αυτό μέσω διαδικασιών οι οποίες διασφαλίζουν την άσκηση του δικηγορικού επαγγέλματος και την εκπροσώπηση των πολιτών από δικηγόρους που τηρούν τα απαραίτητα κριτήρια. Κατ΄ αναλογίαν ισχύει το ίδιο και για το δικαίωμα του δικηγόρου να ασκεί το επάγγελμα του εφόσον ο Νόμος δεν του το απαγορεύει αλλά αντιθέτως το ρυθμίζει υπό την έννοια ότι θέτει κάποια κριτήρια τα οποία καθιστούν τον δικηγόρο ικανό να ασκήσει το επάγγελμα σε άλλο κράτος μέλος. ΙΙΙ. Συνέπειες Μη Συμμόρφωσης Το τελευταίο ερώτημα που εγείρεται αφορά τις συνέπειες από τη μη συμμόρφωση δικηγόρου με τις πρόνοιες του περί Δικηγόρων Νόμου. Στην υπόθεση Lindos Constructions Ltd v. Διευθυντή Τμήματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων
(1993)1 Α.Α.Δ. 17, φυσικό πρόσωπο εκ μέρους της εταιρείας προχώρησε στην υπογραφή ειδοποίησης έφεσης και εκπροσώπησης της στο Εφετείο. Τονίστηκε πως ο περί Δικηγόρων Νόμος προνοεί ότι η εμφάνιση στο Δικαστήριο και η παρασκευή δικογράφου, ήτοι ειδοποίησης έφεσης, από πρόσωπο άλλο από τον διάδικο, αποτελεί άσκηση δικηγορίας και πως εφόσον η άσκηση δικηγορίας από μη εγγεγραμμένο δικηγόρο απαγορεύεται ρητά από το Νόμο και καθίσταται ποινικό αδίκημα, η υπογραφείσα από πρόσωπο άλλο από το διάδικο ειδοποίηση έφεσης ήταν άκυρη και δεν μπορούσε να θεραπευθεί με οποιονδήποτε τρόπο. Στην προκειμένη περίπτωση η αγωγή καταχωρίστηκε και υπογράφηκε από δικηγόρο ο οποίος κατά τον ουσιώδη χρόνο της καταχώρισης, αλλά και μέχρι σήμερα, ήταν μεν εγγεγραμμένος στο μητρώο αλλά δεν δικαιούται να ασκεί το επάγγελμα με τον επαγγελματικό τίτλο καταγωγής εκτός των πλαισίων που θέτει το άρθρο 14Μ
(1)και
(2)ούτε και κατέχει άδεια πρόσβασης στο επάγγελμα κατά τρόπο που θα καθιστούσε ανενεργείς τις προαναφερόμενες πρόνοιες για τη δική του περίπτωση. Πέραν της διαπιστωθείσας αδυναμίας νομότυπης εκπροσώπησης πελάτη στο Δικαστήριο η παρατηρηθείσα συμπεριφορά ενδεχομένως να συνιστά πειθαρχικό αλλά και ποινικό αδίκημα σύμφωνα με τις πρόνοιες του Νόμου - άρθρα 11
(3)και 14Ξ. Με αυτά τα δεδομένα, το Δικαστήριο δεν δύναται να επιτρέψει και αναγνωρίσει τη νομιμότητα και εγκυρότητα τέτοιας διαδικασίας. Αυτή η διαπίστωση του Δικαστηρίου οδηγεί αναπόφευκτα στην ακυρότητα εξ υπαρχής της όλης διαδικασίας. ΙV. Κατάληξη Ως εκ τούτου, τόσο η αγωγή όσο και η μονομερής αίτηση απορρίπτονται ως εξ υπαρχής άκυρες. Δεν εκδίδεται οποιαδήποτε διαταγή για έξοδα. Ενόψει του θέματος που έχει προκύψει, δίδονται οδηγίες προς την Πρωτοκολλητή όπως αποστείλει στον Γενικό Εισαγγελέα αντίγραφο της παρούσας απόφασης. (Υπ.) ......... Έ. Εφραίμ, Π.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Ε.Ε./Α.Λ.Ο. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο