Επί τοις αφορώσι τον Γεώργιον Ευθυβούλου Παρασκευαΐδην, Αρ. Αίτησης: 16/08, 9/11/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2015:A455 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Δικαιοδοσία Επικυρώσεως Διαθηκών και Διαχειρίσεων Ενώπιον: Ν. Γερολέμου, A.Ε.Δ. Αρ. Αίτησης: 16/08 Επί τοις αφορώσι τον Γεώργιον Ευθυβούλου Παρασκευαΐδην Αποβιώσαντα ---------------------------------- ΑΙΤΗΣΗ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 30/09/2015 ΓΙΑ ΑΝΑΒΟΛΗ ΑΚΡΟΑΣΗΣ ΚΥΡΙΩΣ ΑΙΤΗΣΗΣ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 09/11/2015 Εμφανίσεις: Για Αιτητή: κα Μ. Κατσελλή για κο Κ. Μιχαηλίδη Για Καθ΄ ων η Αίτηση: κος Γ. Μούντης με κα Αλέξη ---------------------------------- ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (ex-tempore) Με την παρούσα αίτηση, η οποία υποβλήθηκε στις 30/09/2015, επιδιώκεται η αναβολή της ακρόασης της κυρίως αίτησης, η οποία είναι ορισμένη στις 17/11/2015, σε ημερομηνία η οποία θα καθοριστεί μετά την έκδοση απόφασης στην έφεση, η οποία καταχωρήθηκε εναντίον της ενδιάμεσης απόφασης που εκδόθηκε στις 16/09/2015, με την οποία δεν παραχωρήθηκε άδεια για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Ως εκ τούτου δεν μπορεί να διεξαχθεί δίκαια δίκη κατά την ημέρα που είναι ορισμένη η κυρίως αίτηση και προ της εκδίκασης της έφεσης στην ενδιάμεση απόφαση. Η αίτηση βασίζεται στη Δ.33 θ.6 και Δ.48 θ.1-3 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Τα γεγονότα που υποστηρίζουν την αίτηση εμφαίνονται στην ένορκη δήλωση του Νίκου Οικονομίδη, δικηγόρου, που συνοδεύει την αίτηση, με την οποία επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 1 η Ειδοποίηση Έφεσης. Η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση έχει ως ακολούθως: «Εγώ ο κάτωθι υπογεγραμμένος Νίκος Οικονομίδης, εκ Λευκωσίας, ορκίζομαι και λέγω τα ακόλουθα:
- Είμαι δικηγόρος συνεργαζόμενος μετά των κ.κ. Κυριάκος Θ. Μιχαηλίδης & Σία, δικηγόρων του Διαχειριστού της περιουσίας του αποβιώσαντος Γεωργίου Ευθυβούλου Παρασκευαίδη εις την αίτησιν υπό τον άνω τίτλον και αριθμόν και είμαι δεόντως εξουσιοδοτημένος να προβώ εις την παρούσαν Ένορκον Δήλωσιν.
- Εις την αίτησιν υπό τον άνω τίτλον και αριθμόν εζητήθη η άδεια του Δικαστηρίου όπως ο Διαχειριστής Κυριάκος Μιχαηλίδης καταχωρήσει συμπληρωματικήν Ένορκον Δήλωσιν, εις απάντησιν της δευτέρας συμπληρωματικής Ενόρκου Δηλώσεως της Λεώνης Μαυρονικόλα ημερ.7.4.
- Εις την ως άνω αίτησιν κατεχωρήθη ένστασις, εξεδικάσθη η υπόθεσις στις 16.9.2015 και το δικαστήριον ex-tempore απεφάσισε να μην παραχώρηση άδειαν, διά τους λόγους που αναφέρονται εις την απόφασιν.
- Κατεχωρήθη 'Εφεσις την 28.9.2015, αντίγραφον της οποίας επισυνάπτεται ως Τεκμ.
- Δεν μπορεί να γίνη δικαία δίκη κατά παράβασιν των συνταγματικών και άλλων νομίμων δικαιωμάτων του Διαχειριστού, καθ' ότι θα υπάρχουν ισχυρισμοί της Λ. Μαυρονικόλα οι οποίοι εθεωρήθησαν από το Δικαστήριον ουσιώδεις και οι οποίοι θα παραμείνουν, λόγω της αποφάσεως του Δικαστηρίου, αναπάντητοι.
- Εν πάση περιπτώσει εάν το Δικαστήριον αποδεχθή την Έφεσιν η απόφασις του Εφετείου θα καταστή άνευ αντικειμένου, αφού ήδη η αίτησις θα έχη εκδικασθή.
- Θα ληφθούν όλα τα διαθέσιμα διαβήματα διά την επίσπευσιν της ακροάσεως ενώπιον του Εφετείου, εν όψει του ότι δεν έχομεν οιονδήποτε λόγον διά να καθυστέρηση η υπόθεσις.
- Εν όψει των ανωτέρω αιτούμαι ως εν τη αιτήσει.» Η αίτηση αντιμετώπισε την ένσταση των Καθ' ων η Αίτηση, η οποία βασίζεται στη Δ.36 θ.6, στη Δ.48 θ.1-4, 8 και 9, στη Δ.39 θ.1 και 2 και στη Δ.64 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στο Άρθρο 30
(2)του Συντάγματος, στο άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα δικαιώματα του ανθρώπου, στη Νομολογία, στη Διακριτική Εξουσία και Συμφυείς Εξουσίες του Δικαστηρίου. Προβάλλονται οι εξής λόγοι ένστασης: «Οι συγκεκριμένοι λόγοι Ένστασης είναι οι ακόλουθοι:
(1)Ο Αιτητής δεν αποκαλύπτει επαρκή αιτιολογία η οποία να δικαιολογεί την αιτούμενη αναβολή ή/και να επιτρέπει στο Δικαστήριο να ασκήσει την διακριτική του ευχέρεια, λαμβάνοντας υπόψη το συμφέρον της δικαιοσύνης.
(2)Τυχόν έγκριση της αίτησης θα οδηγούσε ουσιαστικά στην αναστολή της διαδικασίας για ακαθόριστο χρονικό διάστημα, μέχρι την έκδοση απόφασης στην έφεση η οποία έχει καταχωρηθεί εναντίον της ενδιάμεσης απόφασης του Δικαστηρίου ημερ. 16.9.2015 και δεν θα είναι προς το συμφέρον της απονομής της Δικαιοσύνης.
(3)Δυνάμει της Διαταγής 33 Ο. 6 το Δικαστήριο δεν έχει την εξουσία ή δικαιοδοσία ή/και την διακριτική ευχέρεια να αναβάλει ή μεταθέσει την ημερομηνία ακρόασης σε άγνωστο ή ακαθόριστο χρονικό διάστημα.
(4)Με την αίτηση ζητείται όπως το Δικαστήριο αναβάλει την υπόθεση σε ημερομηνία μετά την εκδίκαση της Έφεσης χωρίς όμως να υπάρχει ορισμένη οποιαδήποτε ημερομηνία για την εκδίκαση της Έφεσης και συνεπώς και για τον λόγο αυτό η αίτηση είναι παράλογη και ανεδαφική. Περαιτέρω το Δικαστήριο δεν έχει την ευχέρεια ή/και την εξουσία να την αναβάλει σε χρόνο άγνωστο ή/και για αόριστο ή/και ακαθόριστο χρονικό διάστημα.
(5)Στην ένορκη δήλωση η οποία συνοδεύει χην παρούσα αίτηση αναφέρεται (Παρ.7) ότι θα ληφθούν σε χρόνο άγνωστο όλα τα διαθέσιμα διαβήματα δια την επίσπευση ν της ακροάσεως ενώπιον του Εφετείου. Σε κάθε περίπτωση ακόμη και με την λήψη όλων των διαθέσιμων διαβημάτων, η εκδίκαση της εν λόγω Έφεσης δεν αναμένεται να ολοκληρωθεί σύντομα και συνεπώς τυχόν έγκριση της αίτησης θα οδηγούσε σε παρέλκυση της διαδικασίας.
(6)Η καταχώρηση Έφεσης εναντίον της ενδιάμεσης απόφασης του Δικαστηρίου ημερομηνίας 16.9.2015 δεν δικαιολογεί την αναβολή της ακροαματικής διαδικασίας της Κυρίως Αίτησης ημερομηνίας 14.2.2013 για παύση και αντικατάσταση του διαχειριστή της υπό την ως άνω τίτλο και αριθμό διαχείρισης («Κυρίως Αίτηση»).
(7)Σε κάθε περίπτωση η απόφαση του Δικαστηρίου ημερ 16.9.2015 έχει εκδοθεί κατόπιν άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου και συνεπώς και για τον λόγο αυτό δεν έχει οποιαδήποτε ή/και καλή πιθανότητα επιτυχίας ή/και σε κάθε περίπτωση η ένορκη δήλωση δεν υποστηρίζει τη θέση του Αιτητή ότι η Έφεση έχει καλές πιθανότητες επιτυχίας.
(8)Η αίτηση καταχωρείται καταχρηστικά και με μόνο σκοπό την πρόκληση καθυστέρησης στην ακρόαση της αίτησης για παύση ή/και αντικατάσταση του Αιτητή ως διαχειριστή της υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό διαχείρισης.
(9)Ο Αιτητής επιθυμεί κακόπιστα και καταχρηστικά την καθυστέρηση της διαδικασίας αφού για όσο διάστημα καθυστερεί η εκδίκαση της κυρίως αίτησης και παραμένει στην θέση του Διαχειριστή, εξυπηρετεί τα συμφέροντα των πελατών του (οι οποίοι είναι οι δύο εκ των τεσσάρων κληρονόμων του αποβιώσαντα Γεώργιου Παρασκευαίδη), τόσο στην Κύπρο όσο και στο εξωτερικό.
(10)Η αίτηση προσλαμβάνει τη μορφή περιφρόνησης του Δικαστηρίου και αποσκοπεί στην καθυστέρηση της εκδίκασης της κυρίως αίτησης.
(11)Η αίτηση και ένορκη δήλωση δεν δικαιολογούν την αναγκαιότητα άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υπέρ του αιτήματος του για αναβολή της ακρόασης και/ή δεν ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις της νομολογίας για αναβολή της ακρόασης.
(12)Η υπό εξέταση Αίτηση σκοπεί στην παρέλκυση της διαδικασίας και/ή την καταχρηστική ανάλωση του δικαστικού χρόνου και δεν επιδιώκει την εξυπηρέτηση του δικαίου.
(13)Σε περίπτωση που δοθεί άδεια για αναβολή της ακρόασης, θα επιφέρει αρνητικές επιπτώσεις στα συμφέροντα των Καθ' ων η αίτηση και ειδικότερα αλλά χωρίς περιορισμό, στο δικαίωμα των Καθ' ων η αίτηση για να ακουσθεί η υπόθεση τους μέσα σε εύλογο χρόνο σύμφωνα με το Σύνταγμα και την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων.
(14)Η αίτηση είναι παράτυπη ή/και αντικανονική ή/και βασίζεται σε λανθασμένη νομική βάση και η νομική βάση της αίτησης δεν μπορεί να στηρίξει την αιτούμενη θεραπεία.
(15)Η Αίτηση είναι πραγματικά και νομικά αβάσιμη και αστήρικτη.» Η ένσταση συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση της Λεώνης Παρασκευαΐδη-Μαυρονικόλα, η οποία ουσιαστικά είναι αναπαραγωγή των λόγων ένστασης με περισσότερες λεπτομέρειες. Η δικηγόρος του Αιτητή στην αγόρευσή της, η οποία ως βάση της έχει τους ισχυρισμούς που προβάλλονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, με έμφαση στην αδικία που θα προκληθεί στον Αιτητή και στη μη διεξαγωγή δίκαιης δίκης χωρίς να αποφασιστεί προηγουμένως από το Ανώτατο Δικαστήριο η ορθότητα ή μη της ενδιάμεσης απόφασης η οποία εφεσιβλήθη και η περιπλοκή που θα επέλθει στην περίπτωση ακύρωσης της ενδιάμεσης απόφασης, εισηγήθηκε ότι θα πρέπει να δοθεί αναβολή, επικαλούμενη δύο αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Από την άλλη, ο συνήγορος των Καθ' ων η Αίτηση στην αγόρευσή του, αφού προέβη σε μια εισαγωγή των όσων σχετίζονται με την παρούσα αίτηση, ακολούθως αναφέρθηκε στη Δ.33 θ.6 που αποτελεί τη βάση της αίτησης, για να συνεχίσει με αναφορές ότι, μια υπόθεση πρέπει να εκδικάζεται σε εύλογο χρόνο, ότι δεν μπορεί να παραμείνει σε εκκρεμότητα η κυρίως αίτηση μέχρι εκδίκασης της έφεσης στην ενδιάμεση απόφαση, κάτι που θα προκαλούσε καθυστέρηση και ίσως να έβγαινε εκτός των ορίων του εύλογου χρόνου που αναφέρεται στο Άρθρο 30
(2)του Συντάγματος, καθώς και ότι αποτελεί προσπάθεια παρέλκυσης της διαδικασίας από την οποία θα προκληθεί και ζημιά. Με αναφορά σε νομολογία, τόσο για τον τρόπο άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου σε αίτηση για αναβολή, όπως και για τις άλλες θέσεις και εισηγήσεις του, ζήτησε την απόρριψη της αίτησης. Η Δ.33 θ.6 προνοεί: «Το Δικαστήριο μπορεί, αν το θεωρήσει προς το συμφέρον της δικαιοσύνης να μεταθέσει ή αναβάλει την ακρόαση για τέτοιο χρόνο και σε τέτοιος μέρος και με τέτοιους όρους που θα κρίνει κατάλληλους». Η εξουσία άσκησης της διακριτικής ευχέρειας για αναβολή ή μη μιας υπόθεσης πρέπει να ασκείται με μοναδικό γνώμονα το συμφέρον της δικαιοσύνης. Η δικαιοσύνη πρέπει να απονέμεται σε εύλογο χρόνο. Η αρχή αυτή διασφαλίζεται τόσο από το Άρθρο 30
(2)του Συντάγματος όσο και από το άρθρο 6
(1)της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και των Θεμελιωδών Ελευθεριών. Η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου επί του θέματος είναι σαφής, πάγια και διαχρονική. Αίτημα για αναβολή πρέπει να εξετάζεται υπό το φως του Άρθρου 30
(2)του Συντάγματος για ακρόασης της υπόθεσης εντός ευλόγου χρόνου (βλ. υπόθεση Τσουλόφτας ν. Μιχαήλ
(1992)1 ΑΑΔ 228). Παράγοντες που διέπουν τη διάρκεια του εύλογου χρόνου είναι η φύση, το περίπλοκο της υπόθεσης και άλλες περιστάσεις της κάθε συγκεκριμένης περίπτωσης, όπως αυτές αναφύονται από τα γεγονότα που την περιβάλλουν. Ο προγραμματισμός τις δικαστικής εργασίας με στόχο την εκδίκαση των υποθέσεων κατά την ορισθείσα ημερομηνία και η εκδίκαση της υπόθεσης σε εύλογο χρόνο αποτελεί ευθύνη της δικαστικής εξουσίας συλλογικά και του κάθε Δικαστή ατομικά (βλ. υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Αρέστη
(1996)2 ΑΑΔ 267). Το Δικαστήριο δεν πρέπει να παραχωρεί αλλεπάλληλες αναβολές που προκαλούν ανεπίτρεπτη καθυστέρηση στην εκδίκαση της υπόθεσης, έστω και αν κρίνονται δικαιολογημένες. Να λεχθεί ότι το αίσθημα δικαίου της κοινής γνώμης μειώνεται από τις χρονοβόρες δικαστικές διαδικασίες. Αν μια υπόθεση μπορεί να εκδικαστεί στην πρώτη μέρα της ακρόασης, τόσο το καλύτερο. Αν υπάρχει ανάγκη αναβολής, οι αναβολές δεν πρέπει να είναι σε μακρά διαστήματα, ούτε και πολλές. Μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις δικαιολογούνται περισσότερες αναβολές οι οποίες όμως, εν πάση περιπτώσει, πρέπει να είναι λίγες και σε μικρά χρονικά διαστήματα. Η ακρόαση των δικαστικών υποθέσεων κατά τον ορισθέντα χρόνο συναρτάται άμεσα με την εύρυθμη απονομή της δικαιοσύνης, παράγοντας μείζονος σημασίας για την εκπλήρωση της δικαστικής αποστολής (βλ. Γεωργίου ν. Λεωνίδου κ.ά.
(1993)1 ΑΑΔ 499, 501). Θέμα αναβολής εγείρεται εφόσον διαπιστώνονται οι λόγοι που την δικαιολογούν, οπότε σταθμίζονται οι επιπτώσεις από την αναβολή στα δικαιώματα του αντιδίκου και την ομαλή διεξαγωγή της δίκης. Είναι σε εκείνη την περίπτωση που η αναβολή μπορεί να εγκριθεί, εφόσον κριθεί ότι η αναβολή δεν θα προκαλέσει ανεπανόρθωτη ζημιά στην άλλη πλευρά και δεν θα ανατρέψει τα εχέγγυα της δίκαιης δίκης (υπόθεση Γεωργίου, ανωτέρω, σελ. 502). Η δικαστική λειτουργία δεν ενδιαφέρει μόνο το συγκεκριμένο διάδικο από τον δικηγόρο που τον αντιπροσωπεύει, αποτελεί δημόσιο λειτούργημα κοινού ενδιαφέροντος (βλ. υπόθεση Maria M. Fatsita ν. Sophia Fatsita and another
(1988)1 CLR 210, 220). Επίσης δεν πρέπει να εκλαμβάνεται ως δεδομένο ότι η αναβολή θα δοθεί ακόμα και αν συμφωνούν οι δύο πλευρές (βλ. υπόθεση ΔΕΟΚ ν. Σωτηριάδης
(2001)1 ΑΑΔ 1829). Η κεντρική προβληματική της δίκαιης δίκης εντοπίζεται ανάμεσα σε δύο πόλους. Την παροχή εχέγγυων που διασφαλίζουν το δικαίωμα για ακρόαση και αφετέρου την ανάγκη απόδοσης δικαιοσύνης σε εύλογο χρόνο. Η εξισορρόπηση ανάμεσα σε αυτές τις Συνταγματικές αρχές είναι ένα λεπτό έργο που μπορεί να επιτευχθεί λαμβάνοντας υπόψη τα δεδομένα της κάθε περίπτωσης (βλ. υπόθεση Θεοδώρου ν. Θεοδώρου
(1996)1ΑΑΔ 66). Στην παρούσα περίπτωση η αναβολή ζητείται μέχρι εκδίκασης της έφεσης στην ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου με την οποία δεν εγκρίθηκε αίτηση για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Από την ένορκη δήλωση διαφαίνεται ότι δεν έχει καν οριστεί ημερομηνία ακρόασης της έφεσης. Από την άλλη δεν μπορεί να γίνει και πρόβλεψη πότε μπορεί να οριστεί. Οι προσπάθειες που πιθανόν να καταβληθούν για να οριστεί σε σύντομο χρόνο είναι άγνωστο κατά πόσο θα καρποφορήσουν. Έχοντας κατά νου ότι η κυρίως αίτηση καταχωρήθηκε στις 14/2/13, δηλαδή πέραν των 2½ ετών και με άγνωστη την ημερομηνία εκδίκασης της έφεσης, ίσως αν δίδετο αναβολή να ξεπερνούσαμε και αυτά τα όρια του εύλογου χρόνου εκδίκασής της. Πέραν αυτών, θεωρώ ότι, αναλογικά, πρέπει να αναφερθούν και τα όσα σχετίζονται με αίτηση για αναστολή ακρόασης της υπόθεσης εκκρεμούσης έφεσης σε ενδιάμεση απόφαση με βάσει τη Δ.35 θ.18 όπου εκείνη η εξουσία ασκείται με φειδώ και σε εξαιρετικές περιπτώσεις. Η πρακτική που ακολουθείται είναι ότι αγωγές δεν πρέπει να αναστέλλονται εκτός αν συντρέχουν λόγοι οι οποίοι πέραν από κάθε λογική αμφιβολία καθιστούν αναγκαία την αναστολή. Σχετική είναι η υπόθεση The Municipality of Limassol v. Archibishop of Cyprus Chrysostomos and other
(1981)1 CLR 445 και Merck & Co Inc κ.ά. ν. Medochemie του
(1998)1 ΑΑΔ 2184. Ο λόγος είναι γιατί ένα διάταγμα που αναστέλλει μια διαδικασία μπορεί να έχει σοβαρές συνέπειες ή μπορεί να περιορίζει την ελεύθερη πρόσβαση στα Δικαστήρια ή άλλο συνταγματικό δικαίωμα. Σχετικές με το θέμα της αναστολής είναι οι ακόλουθες υποθέσεις Παπακόκκινου κ.ά ν. Γενικές Ασφάλειες Κύπρου
(1997)1 ΑΑΔ 692, Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ ν. Λύρα κ.ά.
(1997)1(Γ) ΑΑΔ 1384, Caspi Shipping Ltd κ.ά. v. Πλοίου Sapphire Seas (αρ. 3)
(1998)1 ΑΑΔ 994, In re E.S. an infant
(1986)1 CLR 189, Korina Fotiou and another v. Petrolina Ltd
(1984)1 CLR 708, Aftomata Eleourgia Lythrodonta Limited v. Holy Monastery of Mahera
(1986)1 CLR 524, Αντζολέττα Χατζηιωσήφ ν. Άννας Πετρίχου
(1998)1 ΑΑΔ 364 και Merck & Co Inc κ.ά. ν. Medochemie Ltd
(1998)1 ΑΑΔ 2184., όπου σε αυτές τις υποθέσεις αναφέρθηκε ότι δεν θα πρέπει να εκδίδεται διάταγμα αναστολής εκδίκασης μίας υπόθεσης, εκτός όπου είναι εντελώς απαραίτητο και μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις, αφού μια υπόθεση δεν θα πρέπει να κατακερματίζεται επειδή κατά τη διάρκεια μίας διαδικασίας καταχωρείται έφεση εναντίον ενδιάμεσης απόφασης ή διαταγμάτων του Δικαστηρίου. Η αιτιολογία και η βάση επί των οποίων στηρίχθηκε η αίτηση και έγινε η σχετική εισήγηση εκ μέρους της δικηγόρου του Αιτητή δεν με βρίσκει σύμφωνο ότι αποτελεί λόγο για αναβολή. Η ίδια η περίπτωση είναι τέτοια που αν δοθεί αναβολή της υπόθεσης και μάλιστα επ' αόριστο, ως είναι διατυπωμένη η αίτηση, θα προκληθεί κατάφορη αδικία στην άλλη πλευρά και δεν θα υπάρχει δίκαια δίκη. Οι αιτιάσεις, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, που προβάλλονται για έκδοση διατάγματος αναβολής της υπόθεσης, δεν μπορούν να δικαιολογήσουν σε καμία περίπτωση την αίτηση αυτή και θα πρέπει να απορριφθεί. Κατά συνέπεια, με όλα όσα πιο πάνω έχω αναλύσει, η αίτηση απορρίπτεται με €800 έξοδα, συμπεριλαμβανομένου ΦΠΑ, υπέρ των Καθ' ων η Αίτηση και εναντίον του Αιτητή, καταβλητέα όμως στο τέλος της κυρίως αίτησης. (Υπ.) ............ Ν. Γερολέμου, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΜΗ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο