← Κύπρος

Μαρίας Κώστα Φιλίππου εκ Λάρνακος ως διαχειρίστριας της περιουσίας της αποβιωσάσης Μαρίας Χατζηανδρέα ν. Μιχαήλ Σάββα Σάουρου κ.α., Αρ. Αγωγής: 6081/0

Μαρίας Κώστα Φιλίππου εκ Λάρνακος ως διαχειρίστριας της περιουσίας της αποβιωσάσης Μαρίας Χατζηανδρέα ν. Μιχαήλ Σάββα Σάουρου κ.α., Αρ. Αγωγής: 6081/04, 30/11/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2015:A519 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Γιαπανά, A.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 6081/04 Μεταξύ :- Μαρίας Κώστα Φιλίππου εκ Λάρνακος ως διαχειρίστριας της περιουσίας της αποβιωσάσης Μαρίας Χατζηανδρέα συζ. Κωστή Λοίζου (Μενού) εκ Λυμπιών Εναγούσης και

  1. Μιχαήλ Σάββα Σάουρου εκ Λυμπιών
  2. Κώστα Σάββα Σάουρου εκ Λυμπιών Εναγομένων Και ως ετροποποιήθη δυνάμει Διατάγματος του Ε. Δ. Λευκωσίας ημερ.2.10.11 Μεταξύ:- Μαρίας Κώστα Φιλίππου εκ Λάρνακος ως διαχειρίστριας της περιουσίας της αποβιωσάσης Μαρίας Χατζηανδρέα συζ. Κωστή Λοίζου (Μενού) εκ Λυμπιών Εναγούσης και
  3. Μιχαήλ Σάββα Σάουρου εκ Λυμπιών
  4. Κώστα Σάββα Σάουρου εκ Λυμπιών
  5. Μιχαήλ Σάββα Σάουρου εκ Λυμπιών ως Διαχειριστού της περιουσίας της αποβιωσάσης Ανδριάνας (άλλως Ανδριανής) Κωστή Λοίζου τέως από τα Λύμπια Εναγομένων ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 30.11.15 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την ενάγουσα - αιτήτρια : κ. Α Πετουφάς Για τους εναγόμενους - καθ' ων η αίτηση: κ. Α. Γεωργιάδης Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Η παρούσα αγωγή καταχωρήθηκε επί ειδικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος (Δ.2, Θ.6) την 25.6.04 και αφορά κληρονομικές απαιτήσεις επί ακινήτων δυνάμει δόλου και ψευδών παραστάσεων. Επίδικο θέμα της παρούσης αιτήσεως είναι η επιθεώρηση και λήψη αντιγράφου εγγράφου, ήτοι προικοσυμφώνου, που αναγράφεται στις παραγράφους 7 και 8 της υπερασπίσεως. Πριν γίνει αναφορά στο επίδικο θέμα της αίτησης, κρίνεται, για τους λόγους που θα διαφανούν στην συνέχεια, ότι αναδρομή στο ιστορικό της υπόθεσης είναι αναγκαία, όχι μόνο γιατί η αγωγή εκκρεμεί εδώ και 11 χρόνια, αλλά προκύπτουν εκ του φακέλου κάποια θέματα στα οποία απαραιτήτως θα πρέπει να γίνει αναφορά. Εκ του φακέλου της υπόθεσης εξάγεται ότι οι εναγόμενοι καταχώρισαν την υπεράσπιση τους την 7.1.05 (πρώτη υπεράσπιση) και στην συνέχεια, την 4.6.09, υπέβαλαν και πέτυχαν εκ συμφώνου διάταγμα για την τροποποίηση της (δεύτερη υπεράσπιση). Ακολούθως οι ενάγοντες υπέβαλαν αίτηση με την οποία επιζητούσαν όπως η καταχωρηθείσα αγωγή θεωρηθεί ότι καταχωρήθηκε σε τύπον Δ.2, Θ.1 και να δοθούν οδηγίες για την καταχώριση εκθέσεως απαιτήσεως και των άλλων αναγκαίων δικογράφων και να εκδοθεί διάταγμα με το οποίο να θεραπεύεται η εν λόγω παρατυπία. Οι εναγόμενοι έφεραν ένσταση και στην συνέχεια την 22.12.09 εκδόθηκε εκ συμφώνου διάταγμα άρσης της παρατυπίας εν σχέση με τον τύπο έναρξης της αγωγής. Ακολούθησε στην συνέχεια, την 5.1.10, αίτηση εκ μέρους των εναγομένων, όπως η αγωγή στην έκταση που στρέφεται εναντίον της Ανδριανής Κωστή Λοίζου, χωρίς να ενάγεται για ψευδείς παραστάσεις και δόλο όπως νομικά επιβάλλεται, διαγραφούν. Έτυχε της ένστασης της ενάγουσας και η αίτηση αυτή την φορά οδηγήθηκε σε ακρόαση. Την 23.2.10 εκδόθηκε η ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου με την οποία η αίτηση των εναγομένων απερρίφθη. Υπεβλήθη έφεση εναντίον της απόφασης του Επαρχιακού Δικαστηρίου. Την 2.11.10 κατόπιν ακρόασης εγκρίθηκε αίτηση της ενάγουσας για την τροποποίηση του τίτλου της αγωγής δια της προσθήκης του εναγομένου 3 καθώς και της τροποποιήσεως του ειδικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος. Καταχωρήθηκε τόσο το τροποποιημένο κλητήριο ένταλμα, όσο και τροποποιημένη υπεράσπιση (τρίτη υπεράσπιση). Στην συνέχεια, την 3.10.12, εκδόθηκε η απόφαση του Εφετείου δια της οποίας ακυρώθηκε η ενδιάμεση απόφαση του δικαστηρίου και εκδόθηκε διάταγμα διαγραφής των παραγράφων 4, 5, 6 και 7 της εκθέσεως απαιτήσεως. Μετά την ρηθείσα απόφαση του Εφετείου η ενάγουσα υπέβαλε νέα αίτηση για επαναφορά των διαγραφέντων παραγράφων της εκθέσεως απαιτήσεως. Κατόπιν ακρόασης το αίτημα απερρίφθη και υπεβλήθη νέα έφεση επί της ενδιάμεσης απόφασης του δικαστηρίου. Την 20.2.15 εκδόθηκε η απόφαση του Εφετείου με την οποία ακυρώθηκε η ενδιάμεση απόφαση και δόθηκε άδεια στην ενάγουσα να τροποποιήσει την έκθεση απαιτήσεως. Οι διάδικοι συμμορφώθηκαν με την διαταγή του Εφετείου και καταχώρισαν αντιστοίχως τα τροποποιημένα δικόγραφα, ήτοι η μεν ενάγουσα την έκθεση απαιτήσεως την 25.2.15 οι δε εναγόμενοι την υπεράσπιση την 18.3.15 (τέταρτη υπεράσπιση). Να προστεθεί ότι επί κάθε νέας υπερασπίσεως η ενάγουσα καταχωρούσε Απάντηση. Με διαμορφωμένο πλέον δικογραφικά το τοπίο, η υπόθεση ορίστηκε για ακρόαση την 4.6.15, ότε και άρχισε η ακροαματική διαδικασία και συνεχίστηκε την 3.9.
  6. Ορίστηκε για συνέχιση της ακρόασης στην 9.10.
  7. Στο ενδιάμεσο στάδιο, ήτοι την 17.9.15, καταχωρήθηκε η κρινόμενη αίτηση εκ μέρους της ενάγουσας με την οποία επιζητά διάταγμα που να επιτρέπει την επιθεώρηση και λήψη αντιγράφου του εγγράφου που περιέχεται στην ειδοποίηση προσαγωγής εγγράφων προς επιθεώρηση ημερ.6.8.15, που αναγράφεται στην παράγραφο 7 και 8 της τροποποιημένης υπερασπίσεως των εναγομένων ημερ.18.3.15 και επιτρέψει στην ενάγουσα ή τους δικηγόρους της να λάβουν φωτοτυπία του αναφερόμενου εγγράφου, ήτοι του προικοσυμφώνου ημερ.9.1.44 το οποίο ευρίσκεται στην κατοχή των εναγομένων ή του δικηγόρου τους. Αποτελεί διαπίστωση του δικαστηρίου, κατόπιν μελέτης των διαφόρων δικογράφων που κατά καιρούς καταχωρούντο με βάση τις ενδιάμεσες αποφάσεις του δικαστηρίου και των αποφάσεων του Εφετείου και κυρίως των τεσσάρων υπερασπίσεων, ότι υπάρχουν διαφορές και προσθήκες κάθε φορά στις καταχωρηθείσες υπερασπίσεις. Το δικαστήριο δεν θα υπεισέλθει σε λεπτομέρειες των διαφορών που υπάρχουν μεταξύ των υπερασπίσεων, καθόσον όμως αφορά το προικοσύμφωνο, που αποτελεί και το επίδικο θέμα της παρούσης αιτήσεως, είναι η διαπίστωση του δικαστηρίου ότι εμφανίζεται για πρώτη φορά η καταγραφή του στο δικόγραφο της τέταρτης υπεράσπισης. Όσο δε αφορά την φράση «νόμιμη σύμβαση», αυτή εμφανίζεται δικογραφημένη για πρώτη φορά στην τρίτη υπεράσπιση. Είναι εμπεδωμένο ότι τροποποίηση μπορεί να διενεργηθεί μόνον κατόπιν αδείας του δικαστηρίου. Αποτελεί παγιωμένη αρχή ότι ουδεμία επέμβαση στα δικόγραφα δεν επιτρέπεται ειμί μόνο κατόπιν αδείας του δικαστηρίου. Ούτε μπορεί να εισαχθούν ισχυρισμοί σε τροποποιημένο δικόγραφο πέραν εκείνων για τους οποίους δόθηκε άδεια για τροποποίηση (Σοφοκλέους ν. Στυλιανού

(1992)1 Α.Α.Δ. 81). Σχετική είναι η Δ.19 Θ.14, που ως επεξηγείται στο Annual Practice του 1956 σελ.471, κάτω από την αντίστοιχη αγγλική διαταγή, σχετίζεται με μεταγενέστερα δικόγραφα, όπως για παράδειγμα αν η απαίτηση αφορά αμέλεια δεν μπορεί στην απάντηση το ίδιο ποσό να αξιώνεται για δόλο. Χρήσιμο για το υπό συζήτηση θέμα κρίνεται το ακόλουθο απόσπασμα από το Annual Practice του 1982, σελ.380, παρ. 20/3-4/5. Αναφέρεται το εξής: « Amendment consequential on amended pleadings - Where the plaintiff is given leave to amend his statement of claim the defendant is not entitled, in the absence of express leave to do so, to introduce any amendments that he chooses, but his implied right to amend his defence is limited to making only such amendments as are consequential upon the amendments made in the statement of claim, i.e it extends to amending only those parts of the defence which relate to the amended allegations made in the statement of claim and does not extend to the parts which relate to allegations in the statement of claim not affected by the amendments made therein.» Ιδιαίτερα κατατοπιστική είναι η υπόθεση Squire v. Squire [1971] 1 A.E.R 891, C.A. που μνημονεύεται στο πιο πάνω σύγγραμμα. Οι ενάγοντες τροποποίησαν την έκθεση απαιτήσεως τους και οι εναγόμενοι καταχώρισαν την υπεράσπιση τους στην τροποποιηθείσα έκθεση απαιτήσεως προβάλλοντας κάποιες νέες υπερασπίσεις. Υπεδείχθη ότι είναι κοινώς αποδεκτό ότι άδεια για τροποποίηση της εκθέσεως απαιτήσεως περιλαμβάνει (involves) χωρίς άλλη αναφορά και άδεια για επακόλουθη τροποποίηση της υπερασπίσεως. Η τροποποίηση όμως της υπεράσπισης είναι περιορισμένη σε εκείνα που είναι αναγκαία ως συνεπακόλουθα της τροποποίησης της εκθέσεως απαιτήσεως. Κατά συνέπεια εκείνο που εξετάζεται σε τέτοιες περιπτώσεις είναι κατά πόσο η νέα υπεράσπιση περιέχει τροποποιήσεις, συγκριτικά με την προηγούμενη, που ήταν αναγκαίες ως επακόλουθο της τροποποίησης της εκθέσεως απαιτήσεως. Στην προκειμένη υπόθεση η πλευρά της ενάγουσας όχι μόνο δεν έστρεψε τη προσοχή της προς αυτή την κατεύθυνση, αλλά αντίθετα κάθε φορά που καταχωρείτο η νέα υπεράσπιση καταχωρούσε και απάντηση. Και περαιτέρω ενεργοποίησε την διαδικασία της Δ.28, Θ.6 για την επιθεώρηση και λήψη αντιγράφου του προικοσυμφώνου. Εγείρεται συνεπώς το ερώτημα και στον βαθμό που οι νέοι ισχυρισμοί στην υπεράσπιση, μεταξύ αυτών και τα περί προικοσυμφώνου, που αποτελεί επίδικο θέμα της υπό εκδίκαση αίτησης, δεν αποτελούν αναγκαίο επακόλουθο των τροποποιήσεων του κλητηρίου εντάλματος, ποιας μεταχείρισης θα πρέπει να τύχουν υπό του δικαστηρίου. Η μόνη σχετική επί του θέματος υπόθεση είναι η Williams & Glyn's Bank v. The Ship Maria
(1992)1 Α.Α.Δ. 309. Το πιο κάτω απόσπασμα είναι αρκούντως διαφωτιστικό ως προς την αντιμετώπιση του θέματος υπό του δικαστηρίου (σελ.336-337): «Η εξουσία για τροποποίηση των δικογράφων στις υποθέσεις ναυτοδικείου βασίζεται στο θεσμό 90 των Κανονισμών Ναυτοδικείου. Η προϋπόθεση σχετικής διαταγής του Δικαστηρίου για κάθε τροποποίηση είναι απαραίτητη. (Σε αντίθεση με την Αγγλική Πρακτική, ίδε British Shipping Laws, Admiralty Practice, Τόμος 1, παρ. 781-789). Πιστεύω ότι στις περιπτώσεις όπου εκδίδεται ρητή διαταγή του Δικαστηρίου για τροποποίηση ενός δικογράφου, και η τροποποίηση που τελικά επιτελείται ξεφεύγει από τα πλαίσια της διαταγής, τότε έστω και εάν η άλλη πλευρά απαντήσει στο τροποποιημένο δικόγραφο, ή δεν εγείρει τέτοιο θέμα στη συνέχεια, το Δικαστήριο θα πρέπει να αγνοήσει τις τροποποιήσεις οι οποίες έγιναν καθ' υπέρβαση της διαταγής. Αυτό πιστεύω ότι θα πρέπει να είναι η σωστή νομική θέση, αλλιώς η όλη διαδικασία θα εξέφευγε από τον πραγματικό έλεγχο του Δικαστηρίου και κατά κάποιο τρόπο θα παραγνωρίζοντο οι διαδικαστικές διαταγές του. Βέβαια εάν δοθεί μαρτυρία χωρίς ένσταση πάνω σε θέματα τα οποία εγείρονται από παραγράφους που το Δικαστήριο θα έπρεπε να αγνοούσε, τότε το Δικαστήριο μπορεί, εάν το κρίνει απαραίτητο, από μόνο του να διατάξει την τροποποίηση των δικογράφων για να συνάδουν με τη δοθείσα μαρτυρία. (Ίδε Georgiou v. Kyriacou
(1986)1C.L.R. 433 και Stylianou v. Manoli
(1982)1 C.L.R. 287.) Όμως η αρχή αυτή δε νομίζω να εφαρμόζεται στις περιπτώσεις όπως τη συγκεκριμένη, δηλαδή εάν η τροποποίηση είναι αποτέλεσμα διατάγματος τροποποίησης άλλου δικογράφου και σαν συνέπεια αυτού γίνονται οι άμεσα συνεπαγόμενες τροποποιήσεις (όπως νομολογήθηκε στην Squire v. Squire (ανωτέρω), τότε το γεγονός ότι η άλλη πλευρά δεν εγείρει το θέμα έγκαιρα, ή συμπεριφέρθηκε με τέτοιο τρόπο ώστε να συνάγεται ότι τις δέχεται (π.χ. καταχωρεί απάντηση), είναι αρκετό για να θεωρήσει το Δικαστήριο ότι εφόσον πρόκειται για απλή παρατυπία, αυτή μπορεί να παραγνωρισθεί. (Βλέπε Spyropoullos ν. Transavia Holland N.V. Amsterdam
(1979)1 C.L.R. 421). Ο λόγος που πιστεύω ότι θα πρέπει να γίνει η διαφοροποίηση στην περίπτωση αυτή είναι διότι εδώ δεν υπάρχει ρητή διαταγή, ούτε χρειάζεται ρητή διαταγή, αλλά η τροποποίηση γίνεται με βάση αρχική διαταγή που αφορά άλλο δικόγραφο, στην οποία θεωρείται ότι ενσωματώνεται και συνυπάρχει η συμφυής ή εξυπακουόμενη δικαστική εξουσιοδότηση στην άλλη πλευρά να τροποποιήσει και αυτή τα δικόγραφα τα οποία ήδη καταχώρισε σε απάντηση των νέων ισχυρισμών και μόνο. Αυτή η "εξουσιοδότηση" που θεωρείται ότι υπάρχει σε κάθε τέτοιο διάταγμα, έστω και εάν ουσιαστικά στην πρακτική ποτέ δεν αναφέρεται, δεν είναι προκαθορισμένη ρητά, αλλά είναι τελικά θέμα γεγονότων εάν κάποιος την υπερέβηκε ή όχι και σε ποιό βαθμό. Έτσι δεν τίθεται ξεκάθαρα θέμα υπέρβασης ρητής διαταγής του Δικαστηρίου εφόσον πλέον το θέμα ανάγεται από νομικό σε καθαρά πραγματικό. Για τους πιο πάνω λόγους καταλήγω ότι η τελευταία εισήγηση των εναγόντων στο θέμα το οποίο έθεσε το εναγόμενο πλοίο, δε μπορεί να ευσταθήσει γιατί θεωρώ ότι η τροποποιημένη Υπεράσπιση του πλοίου, παρόλο που έγινε κατόπιν εκτροπής από τους θεσμούς, εντούτοις, επειδή όπως είπα αυτή θεωρείται απλή παρατυπία (ακυρώσιμη όχι άκυρη), και λόγω του ότι οι ενάγοντες έκαναν στη συνέχεια διαβήματα στη διαδικασία, η παρατυπία αυτή θεωρείται ότι θεραπεύτηκε και έτσι παραγνωρίζεται από το Δικαστήριο». Κατά συνέπεια το γεγονός ότι η ενάγουσα όχι μόνο αποδέχτηκε τους νέους ισχυρισμούς, αλλά αποτάθηκε περαιτέρω και για την επιθεώρηση και λήψη αντιγράφου του εγγράφου που παρουσιάζεται για πρώτη φορά στην υπεράσπιση, που συνιστά εκτροπή από τους θεσμούς, κρίνεται ότι η παρατυπία θεραπεύτηκε και ως εκ τούτου παραγνωρίζεται από το δικαστήριο. Επί της ουσίας της αίτησης, νομικό βάθρο αποτελεί η Δ.28, Θ.1, 5, 6-13 και η Δ.48, Θ.1-
  1. Η αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση της ενάγουσας επισυνάπτουσα διάφορα έγγραφα, αναφορά στα οποία θα γίνει στην συνέχεια. Οι εναγόμενοι έφεραν ένσταση στο αίτημα - χωρίς ένορκη δήλωση - δυνάμει της Δ.48 Θ.1, προβάλλοντας ότι η αίτηση είναι α. άκαιρη και αφού η ενάγουσα κάλεσε 4 μάρτυρες, β. στο στάδιο αυτό είναι νομολογιακά ανεπίτρεπτη η προσαγωγή και επιθεώρηση εγγράφων, γ. ότι στην υπεράσπιση υπήρχε πάντοτε, πριν την τελευταία τροποποίηση, αναφορά σε «νόμιμη σύμβαση» και το προικοσύμφωνο είναι σύμφωνα με την νομολογία σύμβαση και η ενάγουσα όφειλε τότε να ζητήσει αποκάλυψη της σύμβασης και δ. ότι ενάγουσα ψαρεύει μαρτυρία και σε ακατάλληλο χρόνο. Οι δικηγόροι προχώρησαν σε γραπτές αγορεύσεις επί του υπό συζήτηση θέματος. Ο μεν κ. Πετουφάς για την ενάγουσα αναφέρει ότι η αρχική αναφορά στην υπεράσπιση αορίστως περί νομίμου συμβάσεως διαφέρει από την αναφορά πλέον στην τροποποιημένη υπεράσπιση για το προικοσύμφωνο, γεγονός που προβάλλεται για πρώτη φορά. Είναι περαιτέρω η θέση του ότι αφού οι εναγόμενοι γνώριζαν περί του εγγράφου αυτού από την αρχή, όφειλαν να το είχαν αποκαλύψει και δεν το έπραξαν. Στην συνέχεια προβαίνει σε αναφορά σε νομολογία καθώς και την σχετική Διαταγή 28 και είναι η εισήγηση του ότι η αίτηση δεν συνιστά αλίευση μαρτυρίας, ενώ ως προς δε τον χρόνο που υπέβαλε το αίτημα, είναι η θέση του ότι αυτό οφείλεται στην μη συμμόρφωση των εναγομένων σε σχετική ειδοποίηση που τους απέστειλε. Ο κ. Γεωργιάδης από την πλευρά του, στην αγόρευση του αναφέρεται στο ιστορικό της κρινόμενης αίτησης και είναι η θέση του ότι το αίτημα προσαγωγής εγγράφων δεν δύναται να προηγηθεί της αίτησης για αποκάλυψη. Με αναφορά στην υπεράσπιση ημερ.30.11.10 αναφέρει ότι στην παράγραφο 6 καταγράφεται ότι η αποβιώσασα απέκτησε (το ακίνητο) νόμιμα δυνάμει δωρεάς και/ή νόμιμης σύμβασης και όφειλε συνεπώς η αιτήτρια να ζητήσει από τότε αποκάλυψη εγγράφων, γιατί και το προικοσύμφωνο σύμφωνα με την νομολογία - που παραπέμπει - αποτελεί σύμβαση. Είναι επίσης η θέση του ότι η αιτήτρια δεν συμμορφώθηκε με την Δ.30 και τα δικόγραφα έκλεισαν την 26.3.15 που καταχωρήθηκε η απάντηση στην υπεράσπιση. Στην τροποποιημένη υπεράσπιση ημερ.18.3.15 στην παράγραφο 7 καταγράφεται ότι « ... η αποβιώσασα κατείχε το επίδικο ακίνητο για περίοδο πέραν των 30 ετών, το απέκτησε νόμιμα δυνάμει δωρεάς και/ή νόμιμης σύμβασης και/ή δυνάμει προικοσυμφώνου ημερομηνίας 9.1.44 ...». Ομοίως, ο ίδιος ισχυρισμός προβάλλεται και στην παράγραφο 8 της υπερασπίσεως. Οι σχετικοί επί του θέματος Θεσμοί 6 και 7 της Δ.28 προβλέπουν ότι: «
  2. Where any party to a cause or matter has in his pleadings particulars or affidavits referred to any document he may be required by any other party thereto by notice in writing to produce such document for the inspection of the party giving such notice or of is advocate and to permit him or them to take copies thereof. Any party failing to comply with such notice shall not afterwards be at liberty to put any such document in evidence on is behalf in such cause or matter, unless he shall satisfy the Court that such document relates only to his own title, he being a defendant to the cause or matter, or that he had some other cause or excuse which the Court shall deem sufficient for not complying with the notice, in which case the Court may allow the same to be put in evidence on such terms as to costs and otherwise as the Court shall think just.
  3. Notice to any party to produce any documents referred to in his pleading, particulars or affidavits shall be in Form 23». Η αντίστοιχη Αγγλική Διαταγή είναι η O.31, r.
  4. Στο Annual Practice 1958, σελ.722, εν σχέση με την διαταγή αυτή, υποδεικνύονται τα εξής: « There is a broad distinction between an application for general discovery of documents and an application for production of documents referred to in the pleadings; these Rules were intended to give the opposite party the same advantage as if the documents had been fully set out in the pleadings». Είναι συνεπώς σαφές πως επί εγγράφων που ευθέως αναφέρονται και περιγράφονται στα δικόγραφα, όπως είναι η παρούσα περίπτωση της καταγραφής του προικοσυμφώνου ημερ.9.1.44, αυτά καλύπτονται από την Δ.28, Θ.6 και όχι κάτω από την γενική αποκάλυψη εγγράφων δυνάμει της Δ.28, Θ.
  5. Ειρήσθω εν παρόδω πως στην παρούσα υπόθεση και παρά την έρευνα του δικαστηρίου, δεν έχει ανεβρεθεί κάποιο διάταγμα του δικαστηρίου για αποκάλυψη εγγράφων υπό οποιανδήποτε πλευρά, χωρίς βεβαίως αυτό να επηρεάζει, σύμφωνα με τα όσα έχουν εκτεθεί, την παρούσα διαδικασία. Αυτή ακριβώς είναι και η διαφορά μεταξύ του Θεσμού 1 και του Θεσμού 6 της Δ.28, καθώς και των υποδειχθέντων στην υπόθεση Vector Onega A.G v. Του Πλοίου M/Girvas κ.α
(2001)1 Α.Α.Δ. 823 που παρέπεμψε ο κ. Γεωργιάδης, ότι το αίτημα για προσαγωγή εγγράφων, στην βάση του Καν.93 των Κανονισμών του Ναυτοδικείου του 1893, πριν την αποκάλυψη είναι πρόωρο, αφού εδώ δεν τίθεται θέμα γενικής αποκάλυψης, αλλά εγγράφου που ρητώς καταγράφεται στην υπεράσπιση. Με την προσθήκη ότι τα έγγραφα που επιζητείται η αποκάλυψη πρέπει να ήταν ή να ευρίσκονται στην κατοχή ή εξουσία του διαδίκου που θα προβεί στην αποκάλυψη. Και στην προκειμένη περίπτωση η αναφορά στο προικοσύμφωνο γίνεται ευθέως στο δικόγραφο της υπεράσπισης. Η αρχική αναφορά στην υπεράσπιση «δυνάμει δωρεάς και/ή νόμιμης σύμβασης» δεν μπορεί να εξομοιωθεί με την μετέπειτα σαφή και συγκεκριμένη αναφορά για προικοσύμφωνο ημερ.9.1.44, ακόμα και αν όπως είναι η εισήγηση του κ. Γεωργιάδη, το προικοσύμφωνο σύμφωνα με την νομολογία αποτελεί σύμβαση. Άλλωστε αν έτσι ήταν τα πράγματα, ποια θα ήταν η ανάγκη της καταγραφής του προικοσυμφώνου στην τροποποιημένη υπεράσπιση. Στο Annual Practice ανωτέρω, υπό τον τίτλο "Reference is made", επεξηγείται ότι το έγγραφο δεν απαιτείται να είναι διακριτό ή προσδιορίσιμο (identified), ή να περιγράφεται με ακρίβεια, αλλά είναι αρκετή η γενική αναφορά σε αυτό. Στην προκειμένη περίπτωση το συγκεκριμένο έγγραφο καταγράφεται ευθέως, με σαφήνεια και με ακρίβεια και συνεπώς δεν υπάρχει η παραμικρή αμφιβολία ότι εντάσσεται πλήρως κάτω από την Δ.28, Θ.6. Συνάγεται βεβαίως πως δεν μπορεί να εγερθεί και θέμα αλίευσης μαρτυρίας, αφού ως εξηγείται και στο Annual Practice ανωτέρω, άλλη και εντελώς διαφορετική είναι η εμβέλεια του Κανονισμού 6 της Δ.28. Όπως, ομοίως αναφέρεται και στην υπόθεση TBF (Cyprus) Ltd κ.ά ν. Εμπορικής Μελετών Σχεδιασμού και Επιχειρηματικού Κεφαλαίου Ανώνυμης Εταιρείας κ.ά
(2001)Α.Α.Δ. 153, που παραπέμπει και ο κ. Πετουφάς, ότι δεν μπορεί να τεκμηριωθεί ισχυρισμός περί άγρας μαρτυρίας όταν το έγγραφο αναφέρεται στην υπεράσπιση. Όπως αναφέρεται στον Θεσμό 6 της Δ.28 αλλά και ως εξηγείται και στο Annual Practice ανωτέρω, το μέρος προς το οποίο επιδόθηκε η αίτηση πρέπει (must) να παρουσιάσει το έγγραφο που γίνεται αναφορά στο δικόγραφο του, εκτός αν δείξει καλό λόγο γιατί δεν πρέπει να το κάμει. Εξηγείται περαιτέρω στην υπόθεση Roberts v. Oppenheim 1884 C.A ότι δεν διαγράφεται το δικαίωμα που έχει το διάδικο μέρος να προστατεύσει το έγγραφο (protect the document) για επιθεώρηση. Σε τέτοια περίπτωση δεν μπορεί μεν να υποχρεωθεί να το παρουσιάσει, αλλά θα υπόκειται στην ποινή να μην μπορεί να το παρουσιάσει ως μαρτυρία. O Cotton L.J έθεσε το θέμα ως εξής: « But the rule only says that if a party will not produce a document which he has referred in his pleadings, he shall not afterwards be at liberty to put such document in evidence. That is the penalty. He may prefer to lose part of his claim rather than produce the document. In my opinion the rule does not take away the privilege of the documents, but only prevents them from being put in evidence unless produce». Στην δε υπόθεση Buttes Gas & Oil Co v. Hammer (No.3) [1981] Q.B. 223, 246, o L. Denning, M.R έθεσε το θέμα ως εξής: «Buttes in their amended reply and defence to counterclaim referred to a number of documents. By pleading them, Buttes show that they intend to rely on them. They should make them available for production. If and so far as they contend that those documents are the subject of a privilege, they should amend their pleading by striking out all reference to them». Στην ίδια υπόθεση ο L.J Brightman σελ. 268, εξήγησε τα πιο κάτω. «It is to my mind .... clear that a party cannot rely on a privileged document so pleaded without thereby waiving the privilege. Therefore sooner or later Buttes will have to decide whether to forego privilege in respect of a privileged document which is pleaded or to abandon reliance on it». Με άλλα λόγια, όταν δικογραφείται συγκεκριμένο έγγραφο, ακόμα και εκεί που ο διάδικος επικαλείται προνόμιο επί του εγγράφου, θα πρέπει τελικά να αποφασίσει αν θα το αποκαλύψει, εγκαταλείποντας το προνόμιο, ή να εγκαταλείψει το έγγραφο ως μέρος του μαρτυρικού του υλικού. Αυτή ακριβώς είναι και η ειδοποιός διαφορά μεταξύ της Δ.28, Θ.1 και της Δ.28.Θ.6, αφού ως εξηγείται στην υπόθεση Quilter v. Heatly 1883, C.A. από τον Bowen L.J. ο μηχανισμός της αποκάλυψης εγγράφων κάτω από την αντίστοιχη αγγλική διαταγή είναι δυο ειδών (two kinds). Η μία περίπτωση είναι εκείνη που το ένα διάδικο μέρος απευθύνεται στο δικαστήριο για διάταγμα αποκάλυψης εκείνων των εγγράφων που ο αντίδικος έχει την κατοχή του και είναι σχετικά με την υπόθεση και η άλλη αφορά την άμεση (immediate) προσαγωγή του εγγράφου που γίνεται αναφορά στο δικόγραφο ή στις ένορκες δηλώσεις. Απαραίτητο προαπαιτούμενο σύμφωνα με την Δ.28, Θ.6 αποτελεί η επίδοση ειδοποίησης σύμφωνα με τον τύπο
  1. Στην παρούσα υπόθεση ως εξάγεται εκ του φακέλου και των συνημμένων της αίτησης εγγράφων ως τεκμηρίων, η ενάγουσα απέστειλε αρχικά, την 31.3.15, επιστολή στον δικηγόρο των εναγομένων για την παροχή περαιτέρω λεπτομερειών εν σχέση με το προικοσύμφωνο, ήτοι αν είναι γραπτό και μεταξύ ποίων και στη παρουσία ποίων προσώπων υπεγράφη. Ο δικηγόρος των εναγομένων απάντησε την 2.4.15 ότι είναι γραπτό και ως προς την άλλη ερώτηση, η απάντηση ήταν ότι αυτό αποτελεί μαρτυρία που θα δοθεί στο δικαστήριο. Ακολούθησε νέα επιστολή του κ. Πετουφά εκ μέρους της ενάγουσας ημερ.8.4.15 με την οποία ζητούσε αντίγραφο του προικοσυμφώνου, ώστε να μην αποταθεί στο δικαστήριο δυνάμει της Δ.
  2. Στην συνέχεια και στην απουσία απάντησης εκ μέρους του κ. Γεωργιάδη για τους εναγόμενους, ο κ. Πετουφάς την 6.8.15 επέδωσε ειδοποίηση σύμφωνα με την τύπο 23 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, τόσο στους εναγόμενους όσο και στον κ. Γεωργιάδη να παρουσιάσουν προς επιθεώρηση και για λήψη αντιγράφου του προικοσυμφώνου ημερ.9.1.44 που αναφέρεται στις παραγράφους 7 και 8 της υπερασπίσεως μαζί με συνοδευτική επιστολή. Τελικά την 17.9.15 υπεβλήθη η υπό κρίση αίτηση. Η ειδοποίηση ημερ.6.8.15 που επιδόθηκε στον δικηγόρο των εναγομένων είναι ως λέχθηκε δυνάμει του τύπου 23 των Θεσμών, και σύμφωνα με το Annual Practice ανωτέρω, το μη συμμορφούμενο μέρος υπόκειται σε ποινή (penalty), σχετική είναι και η πρόνοια του αντίστοιχου Θεσμού 6 της Δ.28, ήτοι το μέρος που δεν συμμορφώνεται δεν μπορεί στην συνέχεια να θέσει το έγγραφο ως τεκμήριο, εκτός αν δείξει λόγο τον οποίο το δικαστήριο θα θεωρήσει ικανοποιητικό, ως προς το γιατί δεν συμμορφώθηκε με την ειδοποίηση. Όπως δε εξηγείται στο πιο πάνω σύγγραμμα, ο διάδικος που θέλει να ενεργοποιήσει την πρόνοια του θεσμού, θα πρέπει να υποβάλει σχετική αίτηση για προσαγωγή του εγγράφου. Όπως και τελικά έγινε εκ μέρους της αιτήτριας δια της παρούσης αιτήσεως. Στην παρούσα υπόθεση έχουν παρατεθεί οι λόγοι ένστασης και δεν προβάλλεται, ούτε και προβλήθηκε κατά την ακρόαση της αίτησης κάποιος λόγος για τον οποίο οι εναγόμενοι δεν συμμορφώθηκαν με την επιδοθείσα ειδοποίηση, ούτε και με την ένσταση προβλήθηκε κάποιος λόγος που να δικαιολογεί την μη προσαγωγή του εγγράφου. Σημειώνεται επίσης ότι σύμφωνα με την υπόθεση Τηλλυρή ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ
(1998)1 Α.Α.Δ. 2271, 2274, ο χρόνος που διατάσσεται η αποκάλυψη εγγράφων δεν προσδιορίζεται περιοριστικά στην Δ.28, αλλά συνήθως γίνεται μετά την ολοκλήρωση των εγγράφων προτάσεων και είναι σημαντικό για ένα διάδικο να έχει την πρέπουσα αποκάλυψη πριν προχωρήσει στη δίκη. Τα δικόγραφα συμπληρώθηκαν την 26.3.15 με την καταχώριση της απάντησης της ενάγουσας στην υπεράσπιση των εναγομένων και στις 4.6.15 άρχισε η ακροαματική διαδικασία. Έπεται συνεπώς ότι η ενάγουσα - αιτήτρια στην βάση των όσων έχουν εκτεθεί, δικαιούται στην αιτουμένη θεραπεία, προς επιθεώρηση και λήψη αντιγράφου του προικοσυμφώνου ημερ.9.1.44. Στην Quilter ανωτέρω, ο Bowen L.J αναφέρει τα εξής ως προς τον μηχανισμό και την διαδικασία της διαταγής αυτής. « The party against whom the application is made must produce them unless he can shew good cause why he should not. If he refuses, the party applying can go to the judge, who may refuse the application if he sees good reason for so doing. What is the case here! I not only see no reason why it should be refused, but every reason why it should be granted. In my opinion the onus is on the refusing party, but if the onus were on the applicant I think he had discharged himself from it». Εξάγεται συνεπώς ότι το παρόν είναι το κατάλληλο στάδιο που το δικαστήριο θα αποφασίσει αν θα διατάξει την επιθεώρηση και την λήψη αντιγράφου του εγγράφου. Κατά συνέπεια οι εναγόμενοι και στην απουσία προβολής κάποιου λόγου για τον οποίο δεν θα πρέπει να επιθεωρηθεί το έγγραφο, διατάσσονται όπως εντός 5 ημερών από σήμερα παρουσιάσουν και παραδώσουν στον δικηγόρο της ενάγουσας αντίγραφο του προικοσυμφώνου ημερ.9.1.44 που αναφέρεται στις παραγράφους 7 και 8 της υπερασπίσεως. Σε περίπτωση μη συμμόρφωσης των εναγομένων, τότε αυτοί δεν θα μπορούν να χρησιμοποιήσουν το έγγραφο κατά την ακρόαση της υπόθεσης, ούτε και να το καταθέσουν ως τεκμήριο. Τα έξοδα επιδικάζονται προς όφελος της ενάγουσας - αιτήτριας και σε βάρος των εναγομένων - καθ ων η αίτηση. Θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και θα είναι καταβλητέα στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ.) Ν. Γιαπανάς, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.