Αναφορικά με την Αίτηση της A&P (ANDREOU & PARASKEVAIDES) ENTERPRISES PUBLIC COMPANY LTD ν. Αναφορικά με την εταιρεία LANI RESTAURANTS LTD, Γενική Αίτηση: 740/2015, 2/11/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2015:A448 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: E. ΕΦΡΑΙΜ, Π.Ε.Δ. Γενική Αίτηση: 740/2015 Αναφορικά με τον περί Εταιρειών Νόμο, Κεφ. 113, άρθρα 202Α μέχρι και 202ΛΗ και Αναφορικά με την εταιρεία LANI RESTAURANTS LTD και Αναφορικά με την εταιρεία LANI RESTAURANTS (LIMASSOL) LTD και Αναφορικά με την Αίτηση της A&P (ANDREOU & PARASKEVAIDES) ENTERPRISES PUBLIC COMPANY LTD Μονομερής Αίτηση ημ. 26 Οκτωβρίου 2015 για Παράταση Χρόνου και Καθορισμό Τρόπου Παράδοσης Ειδοποίησης Ημερομηνία: 2 Νοεμβρίου 2015 Εμφανίσεις: Για την Αιτήτρια: κ. Π. Σπανός για Μάρκος Σπανός & Σια Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Στις 26.10.15 η Αιτήτρια καταχώρισε διά κλήσεως Αίτηση με την οποία ζητά τον διορισμό του κ. Μ. Καλλία ως εξεταστή των εταιρειών LANI RESTURANTS LTD και LANI RESTAURANTS (LIMASSOL) LTD δυνάμει του άρθρου 202Α του περί Εταιρειών Νόμου. Η εν λόγω Αίτηση ορίστηκε από το Πρωτοκολλητείο στις 16.11.15. Την ίδια μέρα, ήτοι 26.10.15, η Αιτήτρια καταχώρισε επίσης την υπό κρίση μονομερή Αίτηση (εφεξής «η Αίτηση»), με την οποία ζητά τα ακόλουθα: (α) Διάταγμα για παράταση του χρόνου των τριών ημερών για παράδοση σε οιονδήποτε ενδιαφερόμενο μέρος ειδοποίησης αναφορικά με την υποβολή της κυρίως Αίτησης για διορισμό Εξεταστή μέχρι και τις 13.11.15 ή οιανδήποτε άλλη ημερομηνία ήθελε αποφασιστεί από το Δικαστήριο, (β) Διάταγμα και ή οδηγίες όπως η ειδοποίηση δοθεί στα ενδιαφερόμενα μέρη διά δημοσιεύσεως σε μία καθημερινή εφημερίδα και στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας μέχρι και τις 13.11.15 ή οιανδήποτε άλλη ημερομηνία ήθελε αποφασιστεί από το Δικαστήριο, με τον ίδιο τρόπο όπως δημοσιεύεται Αίτηση Εκκαθάρισης, και (γ) Οποιεσδήποτε περαιτέρω ή διαφορετικές οδηγίες αναφορικά με τον τρόπο παράδοσης της ειδοποίησης και ή ως προς το περιεχόμενο αυτής και ή ως προς τα πρόσωπα στα οποία αυτή πρέπει να δοθεί και ή ως προς την εκδίκαση της Αίτησης για διορισμό εξεταστή. Η Αίτηση στηρίζεται στα άρθρα 2 και 202Α - 202ΛΗ του περί Εταιρειών Νόμου, στους Κανονισμούς 1-13 των περί Εταιρειών Κανονισμών, στις Δ.30, Δ.48 Θ.1-4, 8 και 9, Δ.57 Θ.2 και Δ.64 Θ.1 και 2, στην πρακτική και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου, και στις γενικές αρχές του Νόμου και της νομολογίας. Η Αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του κ. Π. Αριστοτέλους, Οικονομικού Διευθυντή του ομίλου εταιρειών A&P (Andreou & Paraskevaides) στον οποίο περιλαμβάνεται η Αιτήτρια εταιρεία της οποίας είναι και διευθύνων σύμβουλος από τις 3.4.13. Η Αίτηση ορίστηκε στις 29.10.15, όταν το Δικαστήριο ζήτησε από τον δικηγόρο της Αιτήτριας να τοποθετηθεί επί των ακόλουθων δύο ζητημάτων: (
- i)κατά πόσον το Δικαστήριο έχει εξουσία να παρατείνει την προθεσμία των τριών ημερών και (
- ii)κατά πόσον παρέχεται η δυνατότητα δημοσίευσης της ειδοποίησης ενόψει της σχετικής πρόνοιας για παράδοση. Ο δικηγόρος της Αιτήτριας εισηγήθηκε πως το Δικαστήριο έχει εξουσία να παρατείνει τον χρόνο με βάση τις πρόνοιες της Δ.57 Θ.2 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας οι οποίοι εφαρμόζονται καθότι οι περί Εταιρειών Κανονισμοί δεν περιέχουν αντίστοιχη πρόνοια για παράταση του χρόνου. Διαζευκτικά ήταν η θέση του πως το Δικαστήριο δύναται να παρατείνει την προθεσμία ασκώντας τη σύμφυτη του εξουσία. Ειδικότερα ο κ. Σπανός επισήμανε τον μεγάλο αριθμό των πιστωτών των εταιρειών, που ανέρχονται σε πέραν των 175, για να καταδείξει ότι η προθεσμία των τριών ημερών είναι εξ αντικειμένου ανέφικτη. Επίσης κάλεσε το Δικαστήριο να δώσει οδηγίες όσον αφορά τον τρόπο της παράδοσης ειδοποίησης και του περιεχόμενου αυτής, με κύριο γνώμονα τη λήψη γνώσης από κάθε ενδιαφερόμενο πρόσωπο για την παρούσα Αίτηση. Ανέφερε ότι οι σχετικές νομοθετικές πρόνοιες είναι ασαφείς και ότι η Αιτήτρια δεν είναι σε θέση να γνωρίζει την ύπαρξη και ταυτότητα όλων των ενδιαφερόμενων προσώπων όπως αυτά καθορίζονται στο Νόμο, με αποτέλεσμα να καθίσταται αναγκαία η παροχή οδηγιών από το Δικαστήριο. Τα άρθρα 202Α μέχρι και 202ΛΗ προστέθηκαν ως Μέρος IVΑ στον περί Εταιρειών Νόμο, Κεφ. 113, με τον τροποποιητικό Ν.62(Ι)/15. Όπως αναφέρεται στο προοίμιο του τροποποιητικού Νόμου, αυτός εισήχθη λόγω της δύσκολης οικονομικής περιόδου την οποία διέρχεται η Κυπριακή Δημοκρατία και με σκοπό τη διασφάλιση της χρηματοοικονομικής σταθερότητας και την αποφυγή περαιτέρω επιδείνωσης της οικονομικής και δημοσιονομικής κατάστασης. Ο Νόμος αυτός εμπίπτει εντός του πλαισίου μεταρρύθμισης που περιλαμβάνει κατάλληλες διαδικασίες αφερεγγυότητας, με απώτερο σκοπό την προστασία των δικαιωμάτων των εγγυητών και πιστωτών εταιρειών αλλά και τη αναδιάρθρωση του χρέους των εταιρειών και τη διάσωση και αποκατάσταση της επιχειρηματικής δραστηριότητας. Είναι ορθή η παρατήρηση του δικηγόρου της Αιτήτριας πως ο εν λόγω Νόμος αποτελεί αντιγραφή αντίστοιχου Ιρλανδικού Νόμου, με κάποιες διαφορές όσον αφορά το περιεχόμενο των σχετικών άρθρων, καθώς επίσης και με τη διαφορά ότι στην Ιρλανδία θεσπίστηκαν και Κανονισμοί πράγμα που δεν έγινε στην Κύπρο. Το άρθρο 202ΙΖ
(1)του περί Εταιρειών Νόμου προνοεί τα ακολούθα: «Σε περίπτωση υποβολής αίτησης, σύμφωνα με το άρθρο 202Α, παραδίδεται από τον αιτητή σχετική ειδοποίηση στον έφορο εταιρειών και σε οποιοδήποτε ενδιαφερόμενο μέρος εντός
(3)ημερών.» Ο ορισμός του όρου «ενδιαφερόμενο μέρος» δίδεται στο άρθρο 2 του Νόμου και περιλαμβάνει: «(α) πιστωτή της εταιρείας (β) μέλος της εταιρείας (γ) συνεισφορέα (δ) εγγυητή οποιωνδήποτε υποχρεώσεων της εταιρείας (ε) οποιοδήποτε πρόσωπο, η περιουσία του οποίου υπόκειται σε οποιαδήποτε υποθήκη ή επιβάρυνση ή εξασφάλιση για οποιαδήποτε οφειλή ή υποχρέωση της εταιρείας.» Είναι γεγονός πως η προθεσμία των τριών ημερών που τίθεται για την παράδοση ειδοποίησης είναι ένα στενό χρονικό περιθώριο. Αυτό όμως αντανακλά και συνάδει με τον σκοπό και τη φιλοσοφία του Μέρους IVΑ, το οποίο γενικώς προνοεί σύντομες αλλά και αυστηρές χρονικές προθεσμίες για την ολοκλήρωση της όλης διαδικασίας διορισμού εξεταστή. Ελλείψει Κανονισμών που αφορούν τα συγκεκριμένα άρθρα, το Δικαστήριο θεωρεί πως τυγχάνουν εφαρμογής οι περί Εταιρειών Κανονισμοί. Ο Κανονισμός 3 αυτών αναφέρει τα εξής: «The Rules of Court for the time being in force relating to civil actions, and the general practice and procedure of the Courts in the Colony (or, in default of local provision, the practice and procedure observed by the Courts in England), shall apply as regards all proceedings in relation to applications to which these rules relate so far as may be practicable, except if and so far as the Law or these rules otherwise provide.» Είναι η εισήγηση της Αιτήτριας ότι ελλείψει οποιασδήποτε πρόνοιας περί παράτασης του χρόνου στους περί Εταιρειών Κανονισμούς, ισχύει η αντίστοιχη δικονομική πρόνοια των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και ειδικότερα η Δ.57 Θ.2. Πράγματι ούτε ο Νόμος αλλά ούτε και οι περί Εταιρειών Κανονισμοί περιέχουν οποιανδήποτε πρόνοια η οποία να δίδει εξουσία στο Δικαστήριο για παράταση της προθεσμίας των τριών ημερών που τίθεται στο άρθρο 202ΙΖ
(1). Ο δικηγόρος της Αιτήτριας παρέπεμψε το Δικαστήριο σε δύο πρόσφατες αποφάσεις του έντιμου Προέδρου Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας κ. Χ. Πογιατζή στην Αίτηση αρ. 474/15, ημ. 20.7.15 και 9.10.15, στις οποίες ηγέρθη ακριβώς το ίδιο ζήτημα στα πλαίσια αιτήσεων, στην μεν πρώτη για παράταση των προθεσμίας των 15 ημερών για την υποβολή της έκθεσης του ανεξάρτητου εμπειρογνώμονα, στη δε δεύτερη για παράταση της προθεσμίας των τριών ημερών. Σε αυτές αποφασίστηκε πως όπου δεν υπάρχει ρητή πρόνοια στους περί Εταιρειών Κανονισμούς ακολουθούνται κατά κανόνα οι πρόνοιες των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και έτσι κατ΄ αναλογίαν εφαρμόζεται η Δ.57 Θ.2 η οποία παρέχει εξουσία για παράταση των εν λόγω προθεσμιών. Αξίζει να σημειωθεί πως στη δεύτερη απόφαση ο έντιμος Δικαστής δεν επέτρεψε παράταση για λόγους που δεν αφορούν την πιο πάνω κατάληξη του. Το παρόν Δικαστήριο έχει διαφορετική άποψη. Η Δ.57 Θ.2 προνοεί τα ακόλουθα: «A Court or Judge shall have power to enlarge or abridge the time appointed by these Rules, or fixed by any order enlarging time, for doing any act or taking any proceeding, upon such terms (if any) as the justice of the case may require, and any such enlargement may be ordered although the application for the same is not made until after the expiration of the time appointed or allowed .» Είναι προφανές από το ίδιο του λεκτικό του Θεσμού πως παρέχεται η εξουσία στο Δικαστήριο να παρατείνει τον χρόνο, όμως αυτή περιορίζεται στις περιπτώσεις εκείνες στις οποίες ο χρόνος καθορίζεται από τους ίδιους τους Διαδικαστικούς Κανονισμούς. Κατ' αναλογίαν λοιπόν θα μπορούσε να γίνει δεκτό πως στην περίπτωση εφαρμογής της Δ.57 Θ.2 (μέσω του Κανονισμού 3) θα επιτρέπετο επέκταση προθεσμίας η οποία τυχόν προβλέπεται από τους περί Εταιρειών Κανονισμούς. Στην υπό εξέταση όμως περίπτωση ο χρόνος καθορίζεται αποκλειστικά από το Νόμο. Σε τέτοια περίπτωση οι δικονομικές πρόνοιες δεν τυγχάνουν εφαρμογής. Αυτό έχει αποφασιστεί στις υποθέσεις Λυρατζής v. Χαραλάμπους κ.ά.
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 193 και Αναφορικά με Αίτηση του Γενικού Eισαγγελέα (Αρ. 2)
(1990)1 Α.Α.Δ.
- Και στις δύο αυτές υποθέσεις τονίστηκε ακριβώς πως η Δ.57 Θ.2 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας παρέχει εξουσία στο Δικαστήριο, μεταξύ άλλων, να παρατείνει τις χρονικές προθεσμίες που καθορίζονται από τους ίδιους τους Θεσμούς. Στην τελευταία το Εφετείο ανέφερε σαφώς πως η Δ.57 Θ.2 δεν τυγχάνει εφαρμογής επειδή υπήρχε ειδική πρόνοια για παράταση χρόνου στους ειδικούς Κανονισμούς Περί του Ειδικού διά τον Καθορισμό Αποζημιώσεων Δικαστηρίου. Το Εφετείο προχώρησε ακόμα ένα βήμα πιο κάτω λέγοντας πως ακόμη και στην περίπτωση της Δ.57 Θ.2 «αυτή η παράταση αφορά και πάλι τον χρόνο που προσδιορίζεται στους Διαδικαστικούς Κανονισμούς Πολιτικής Δικονομίας και δεν έχει να κάμει τίποτε με οποιοδήποτε χρόνο που προσδιορίζεται ή καθορίζεται από το Νόμο.» Η αντίστοιχη Αγγλική πρόνοια είναι η O.64 r.
- Στο Annual Practice 1955, σελ. 1371, αναφέρονται τα ακόλουθα: «It applies, by virtue of J.A., 1925, s.99
(1), Pt. IX, Div. I, to the time fixed by previously existing statutes, where the time for doing any act has been fixed by a Rule of Court. Such a Rule is not ultra vires, as it deals with a matter of procedure, and the power to enlarge applies to any time fixed by Rule. With that exception the Court has no power to extend time fixed by statute (Re Oliver and Scott's Arbitration, 43 Ch. D. 310).» Στην υπόθεση K.M.C. Motors Ltd v. Jorephano Trading and Contracting Company
(1984)1 C.L.R. 390, αποφασίστηκε πως οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας τυγχάνουν εφαρμογής όπου ο καθ΄ ου η αίτηση επιθυμεί να αμφισβητήσει τη νομιμότητα της αίτησης εκκαθάρισης εταιρείας και του παρέχουν το δικαίωμα καταχώρισης αίτησης για παραμερισμό και ή ακύρωση της αίτησης. Το Εφετείο αναφέρθηκε στην ύπαρξη συγκεκριμένης αντίστοιχης πρόνοιας στους περί Πτωχεύσεως Κανονισμούς η οποία ισχύει για την αμφισβήτηση της ειδοποίησης πτώχευσης ενώ σε αιτήσεις διάλυσης εταιρείας δεν υπάρχει τέτοια πρόνοια. Είναι προφανές ότι στην προαναφερθείσα απόφαση διαπιστώθηκε κενό που αφορούσε τη δικονομική δυνατότητα παραμερισμού, όποτε κρίθηκε πως μπορούσε το κενό αυτό να καλυφθεί με ανάλογη εφαρμογή των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Στην παρούσα περίπτωση ο ίδιος ο Νόμος προνοεί για μία χρονική προθεσμία, και με την επίκληση των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας επιδιώκεται να δημιουργηθεί η δυνατότητα παράτασης αυτής, κάτι το οποίο ούτε η νομολογία αλλά ούτε και η ίδια η Διαταγή (Δ.57 Θ.2) επιτρέπει. Έχω τη γνώμη ότι η πρωτόδικη ενδιάμεση απόφαση Αναφορικά με την εταιρεία D.J. Demades & Sons Ltd, Εταιρική Αίτηση 259/89 Ε. Δ. Λευκωσίας, ημ. 28.5.90, των κ. Αρτέμη, Π.Ε.Δ. και Σ. Ναθαναήλ, Ε.Δ., διακρίνεται και πάλι καθότι εκείνη αφορούσε θέμα για το οποίο δεν υπήρχε πρόνοια και συγκεκριμένα την έκταση επανεξέτασης μάρτυρα σε ένορκη δήλωση του σε ενδιάμεση αίτηση. Εξ ου και το ακόλουθο απόσπασμα: «Μια εταιρική αίτηση ακολουθεί, κατά κανόνα, τους θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας όταν δεν γίνεται εξειδικευμένη πρόνοια στους περί Εταιρειών (Διάλυσις) Κανονισμούς του 1933-38 (δέστε τον Κανονισμό 92 και την υπόθεση K.M.C. Motors Ltd v. Jorephano Trading and Contracting Company
(1984)1 C.L.R. 390). Η ιδιαιτερότητα μιας εταιρικής αίτησης έγκειται στο μηχανισμό παρουσίασής της με βάση τις πρόνοιες του περί Εταιρειών Νόμου ΚΕΦ 113 και τους περί Εταιρειών Κανονισμούς του 1951. Η εκδίκαση γίνεται κατά κανόνα με βάση τα γεγονότα που στηρίζουν την αίτηση και ένσταση αντίστοιχα όπως πιστοποιούνται από τις ένορκες δηλώσεις που τις συνοδεύουν..» Συνάγεται από τα πιο πάνω ότι οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας λειτουργούν επικουρικά στις περιπτώσεις όπου οι περί Εταιρειών Κανονισμοί δεν περιέχουν πρόνοια σχετικά με διαδικαστικά και δικονομικά θέματα. Όπως έχει λεχθεί στην υπόθεση Karaoglanian & Sons Ltd & Others v. Karaoglanian & Others
(1976)12 J.S.C. 1875 «What r. 3 of the Cyprus Companies Rules seeks to achieve is to make applicable the Civil Procedure Rules as they apply to civil actions in the absence of a specific provision being made in the Companies Rules regulating any procedural matter». Αυτό δεν σημαίνει πως όταν υπάρχει νομοθετική πρόνοια ρύθμισης κάποιου ζητήματος, είναι δυνατό να γίνεται επίκληση των Θεσμών για επέκταση της νομοθετικής αυτής πρόνοιας. Σύμφωνα με όλα όσα αναφέρονται ανωτέρω το Δικαστήριο καταλήγει ότι οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας, και ειδικότερα η Δ.57 Θ.2, δεν τυγχάνουν εφαρμογής και δεν παρέχουν εξουσία στο Δικαστήριο να παρατείνει τη νομοθετική χρονική προθεσμία των τριών ημερών που καθορίζεται στο άρθρο 202ΙΖ
(1)του περί Εταιρειών Νόμου. Ήταν περαιτέρω η εισήγηση του δικηγόρου της Αιτήτριας πως το Δικαστήριο δύναται να επεκτείνει τον χρόνο ασκώντας τη σύμφυτη του εξουσία. Οι υποθέσεις στις οποίες παρέπεμψε είναι όντως διαφωτιστικές αναφορικά με τη φύση και τον τρόπο άσκησης αυτής από το Δικαστήριο. Στην υπόθεση Σοφοκλέους v. Τσεσμέλογλου (Αρ. 2)
(2012)1(Α) Α.Α.Δ. 158 λέχθηκαν τα εξής: «Περιγραφή της φύσης της σύμφυτης εξουσίας του Δικαστηρίου και της ενάσκησής της έγινε, μεταξύ άλλων, και στην πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην JSC BTABank v. Paul Kythreotis
(2011)1 Α.Α.Δ. 779, ως ακολούθως: "Η σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου και οι προεκτάσεις της εξετάστηκαν σε σωρεία υποθέσεων. Αυτό που προκύπτει από τη σχετική νομολογία είναι πως δεν πρόκειται για ανεξάρτητη πηγή εξουσίας, αλλά εξουσίας η οποία ενυπάρχει λόγω της ταύτισης της με το Δικαστήριο. Η ύπαρξη της είναι αναγκαία για τη λειτουργία του Δικαστηρίου σαν Δικαστηρίου δικαίου, η επίκληση της όμως πρέπει να γίνεται με εξαιρετική φειδώ. Ενδεικτικό της επί του προκειμένου θέσης της νομολογίας μας, συνιστά το πιο κάτω απόσπασμα από την υπόθεση Ιερόθεος Χριστοδούλου Ρόπας
(2009)2 Α.Α.Δ. 235, στο οποίο αναφέρθηκε με επιδοκιμασία η Ολομέλεια στην απόφαση της στην υπόθεση Ευάγγελος Εμπεδοκλής και άλλοι (Αρ. 3)
(2009)1 Α.Α.Δ. 529 (πιο πάνω): "Η σύμφυτη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου έρχεται αρωγός εκεί όπου η χρήση της είναι αναγκαία για αυτή ταύτη τη λειτουργία του ίδιου του συστήματος και της αποτελεσματικής άσκησης των δικαιοδοσιών του, εντός των υφισταμένων και γνωστών δικαιϊκών αρχών, απορρέουσες και πλαισιούμενες, ως στυλοβάτες, από το Σύνταγμα και τους Νόμους της πολιτείας. (Σχετικές είναι οι υποθέσεις Α. Αντωνίου ν. Δημοκρατίας
(1998)3 Α.Α.Δ. 339 και Αχιλλέας Κορέλλης
(1999)1 Α.Α.Δ. 1122)."" Όπως είχε τονισθεί και στην απόφαση της Πλήρους Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Ιερόθεος Χριστοδούλου άλλως Ρόπας ν. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 226, οι συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου είναι "το απόθεμα εκείνο των εξουσιών (reserve power) του Δικαστηρίου, τις οποίες μπορεί να ασκεί εκεί όπου αν απέφευγε να το πράξει θα οδηγούμεθα σε αδικία. Μπορούν δε να ασκηθούν είτε σε συνδυασμό με την ύπαρξη σχετικών διαδικαστικών κανονισμών και/ή ανεξάρτητα από τους διαδικαστικούς κανονισμούς." Στην υπόθεση Ελεγκτική Υπηρεσία Συνεργατικών Εταιρειών ν. Παπαγεωργίου κ.ά.
(2000)3 Α.Α.Δ. 151, η Ολομέλεια, στη σελίδα 155, ανέφερε σχετικά τα ακόλουθα: "Η σύμφυτη δικαιοδοσία δεν πηγάζει ούτε από νόμο ούτε από κανονισμό αλλά από τη φύση της δικαστικής λειτουργίας. Γι' αυτό και προσδιορίζεται με το επίθετο «σύμφυτη». Η βασική εκδήλωση της εξουσίας αυτής είναι η ρύθμιση των θεμάτων που άπτονται των δικαστικών διαδικασιών. Περιλαμβάνει δε τομείς του δικαίου των οποίων η νομολογία αναγνώρισε την ύπαρξη. Όμως έχουν τεθεί όρια και αυτοπεριορισμοί για να διαφυλαχθεί η αποτελεσματική λειτουργία αυτής της εξουσίας στις ορθές διαστάσεις της. Όπως παρατήρησε εύστοχα ο καθηγητής M.S. Dockray στο άρθρο του «The Inherent Jurisdiction to Regulate Civil Proceedings
(1997)113 Law Quarterly Review, σελ. 120, στην οποία σχολιάζει στη σελ. 130, περιπτώσεις όπου τα δικαστήρια δε διέγνωσαν σύμφυτη εξουσία σε συγκεκριμένα θέματα: «These decisions are quite inconsistent with the idea that the inherent jurisdiction is an unlimited reservoir from which new powers can be fashioned at will.» Χρήσιμη καθοδήγηση προσφέρει επίσης η υπόθεση Ελεγκτική Υπηρεσία Συνεργατικών Εταιρειών v. Παπαγεωργίου κ.ά.
(2000)3 Α.Α.Δ. 151. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Αναφορικά με την εταιρεία Evand Promotions Ltd κ.ά.
(1998)1(B) Α.Α.Δ. 736, η εγγενής ή σύμφυτη δικαιοδοσία δεν επεκτείνεται πέραν του ορίου που προσδιορίζεται από την αναγκαιότητα της ίδιας της ύπαρξης της, ούτε κατά κανόνα αποτελεί πηγή εξουσίας ανεξάρτητη από το νόμο και τους θεσμούς. Κατ΄ εξαίρεση η επίκληση της σύμφυτης εξουσίας είναι επιτρεπτή μόνο στην περίπτωση που η τυχόν άρνηση εξουσίας ή δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου θα ισοδυναμούσε με αποστέρηση συνταγματικά κατοχυρωμένου δικαιώματος διαδίκου. Στην προκειμένη περίπτωση, ο δικηγόρος της Αιτήτριας εισηγήθηκε ότι η ασάφεια και η αοριστία του σχετικού άρθρου επιβάλλουν την επίκληση της σύμφυτης εξουσίας του Δικαστηρίου για να παρατείνει την προθεσμία. Το Δικαστήριο θεωρεί πως δεν μπορεί να επικαλεστεί τη σύμφυτη του εξουσία για να καλύψει την όποια ασάφεια ή αοριστία νομοθετικής πρόνοιας, θέμα το οποίο πρέπει να τύχει διαφορετικής αντιμετώπισης και ρύθμισης. Ειδικότερα, το Δικαστήριο θεωρεί ότι η χρονική προθεσμία των τριών ημερών είναι μεν αυστηρή και ίσως 'ασφυκτική', όμως φαίνεται να είναι εφικτό για την Αιτήτρια και ή οποιονδήποτε το επιθυμεί να ενεργοποιήσει τις πρόνοιες του Μέρους IVA εντός της καθορισμένης από το συγκεκριμένο άρθρο προθεσμίας. Με δεδομένο ότι στο παρόν στάδιο η προθεσμία δεν μπορεί να παραταθεί, θα μπορούσε ενδεχομένως να καταχωριστεί μονομερής αίτηση την ίδια μέρα με την κυρίως αίτηση, η οποία ενδιάμεση να οριστεί αυθημερόν και με την οποία να ζητείται ο προσδιορισμός του τρόπου παράδοσης της ειδοποίησης, π.χ. μέσω δημοσίευσης σε εφημερίδες καθημερινής κυκλοφορίας, εντός των επόμενων τριών ημερών, ούτως ώστε να επιτευχθεί η συμμόρφωση με τις σχετικές νομοθετικές πρόνοιες. Υπό το φως των πιο πάνω δεδομένων, το Δικαστήριο καταλήγει πως η προθεσμία δεν μπορεί να παραταθεί ούτε και κατ΄ επίκληση της σύμφυτης εξουσίας του. Ενόψει της πιο πάνω κατάληξης περί της μη δυνατότητας παράτασης της προθεσμίας για την επίδοση της ειδοποίησης και του γεγονότος ότι η εν λόγω προθεσμία έχει λήξει, το Δικαστήριο θεωρεί πως δεν μπορεί να προχωρήσει στην έκδοση οποιωνδήποτε οδηγιών αναφορικά με τον τρόπο επίδοσης. Το γεγονός πως το άρθρο 202IZ
(7)προνοεί πως παράλειψη συμμόρφωσης με τις πρόνοιες του άρθρου 202IZ
(1)αποτελεί ποινικό αδίκημα τιμωρούμενο με χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις €5.000 δεν διαφοροποιεί με οποιονδήποτε τρόπο την κατάληξη του Δικαστηρίου. Ο δικηγόρος της Αιτήτριας εισηγήθηκε πως τυχόν παράλειψη συμμόρφωσης με την προθεσμία των τριών ημερών συνιστά ποινικό αδίκημα αλλά ουδόλως επηρεάζει την εγκυρότητα της όλης διαδικασίας και επομένως το Δικαστήριο δύναται να δώσει οδηγίες για τον τρόπο επίδοσης. Επί τούτου το Δικαστήριο περιορίζεται στη διαπίστωση πως δεν δύναται να εκδίδει οποιοδήποτε διάταγμα και ή οδηγίες εν γνώσει του πως με αυτόν τον τρόπο οποιοδήποτε πρόσωπο ενδεχομένως διαπράττει ποινικό αδίκημα. Κάτι τέτοιο αντιτάσσεται στο καθήκον και στον ρόλο του Δικαστηρίου στη διασφάλιση της ορθής απονομής της δικαιοσύνης και τη διατήρηση της συμπεριφοράς των διαδίκων εντός του έννομου πλαισίου. Αντιθέτως μάλιστα, θα μπορούσε να λεχθεί πως η εν τη σοφία του νομοθέτη ποινικοποίηση της παράβασης της συγκεκριμένης τριήμερης προθεσμίας, χωρίς πρόβλεψη για επέκταση της, συνιστά έναν επιπρόσθετο λόγο για τον οποίο δεν επιτρέπεται δικαστική παρέμβαση είτε δυνάμει δικονομικού θεσμού είτε κατ΄ ενάσκηση σύμφυτης εξουσίας. Τέλος, το Δικαστήριο επιθυμεί να προσθέσει ότι, όπως ορθώς επισήμανε ο δικηγόρος της Αιτήτριας, στην Ιρλανδία το άρθρο 531
(1)του Companies Act 2014 προνοεί για επίδοση της ειδοποίησης της αίτησης εντός τριών ημερών στον Έφορο Εταιρειών μόνο. Οι αντίστοιχοι Κανονισμοί «Rules of the Superior Courts, Order 47A, Proceedings under Part 10 of the Companies Act 2014 (Examinership): S.I. No. 255 of 2015» περιέχουν ρητές πρόνοιες οι οποίες ρυθμίζουν το θέμα της διαδικασίας εφόσον προνοούν για την καταχώριση, μαζί με την κυρίως αίτηση, μονομερούς αίτησης για οδηγίες αναφορικά με τη διαδικασία. Το Δικαστήριο δύναται να δώσει τέτοιες οδηγίες τις οποίες κρίνει πρέπον, και οι οποίες θα περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, οδηγίες ως προς το σε ποια πρόσωπα θα πρέπει να επιδοθεί η αίτηση και τον τρόπο της επίδοσης. Η παραπομπή στους Κανονισμούς 5
(4)και 6
(1)είναι ιδιαίτερα χρήσιμη: «5
(4)On the same day the petition shall have been presented, the petitioner shall apply ex parte to the Court for directions as to the proceedings to be taken in relation thereto. 6
(1)On the hearing of the ex parte application referred to in rule 5
(4)or on any adjourned hearing or hearings thereof or on any subsequent application, the Court may make such order or orders as it thinks fit and may give such directions as it thinks fit and in particular may give directions as to the parties on whom the petition should be served, the mode of service, the time for such service, the date for the hearing of the petition (if different to that appointed by the Registrar) and whether the said petition should be advertised and of so, how the same should be advertised.» Όπως ήδη επισημάνθηκε ανωτέρω, τα οποιαδήποτε κενά ή ασάφειες ή πρακτικές δυσκολίες στο Μέρος IVΑ, στον βαθμό που αυτά δεν μπορούν να επιλυθούν από το Δικαστήριο, πρέπει ίσως να απασχολήσουν τη νομοθετική εξουσία με βάση και πάλι το Ιρλανδικό πρότυπο ούτως ώστε οι νομοθετικές πρόνοιες να καταστούν πλήρως αποτελεσματικές και να εξυπηρετούν τον σκοπό θέσπισης τους. Για τους λόγους που αναλύονται ανωτέρω, η παρούσα αίτηση αποτυγχάνει και απορρίπτεται. Ενόψει του ότι αυτή ήταν μονομερής και λόγω της φύσης της δεν εκδίδεται οποιαδήποτε διαταγή για έξοδα. (Υπ.) Ε. Εφραίμ, Π.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής E.E./Α.Λ.Ο. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο