← Κύπρος

Φωτεινή Ιωάννου ν. Μάριος Ιωάννου, Αρ. Υπόθεσης: 3047/09, 30/11/2015

Φωτεινή Ιωάννου ν. Μάριος Ιωάννου, Αρ. Υπόθεσης: 3047/09, 30/11/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2015:A520 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Στ. Χριστοδουλίδου-Μέσσιου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 3047/09 Μεταξύ: Φωτεινή Ιωάννου Ενάγουσας και Μάριος Ιωάννου Εναγομένου ----------------------------------- Αίτηση ημερομηνίας 23.9.15 Ημερομηνία: 30 Νοεμβρίου 2015 Εμφανίσεις: Για Εναγόμενο - Αιτητή: κ. Σ. Κώστα. Για την Ενάγουσα - Καθ΄ης η αίτηση: κ. Χρ. Μάγος. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Σύμφωνα με το ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα ημερ. 22.5.09 η ενάγουσα αξιώνει εναντίον του εναγομένου €17.086 (ΛΚ10.000) ως αποζημιώσεις για παράβαση γραπτής συμφωνίας ημερ.21.12.06 και/ή χρήματα που πληρώθηκαν χωρίς αντάλλαγμα και χωρίς χαριστική πρόθεση εκ μέρους της ενάγουσας και/ή λόγω παράνομου πλουτισμού και/ή ως πόσο που ο εναγόμενος εισέπραξε για αιτία που απέτυχε. Είναι η θέση της ενάγουσας στην Έκθεση Απαίτησης της ότι στις 21.12.06 συνήψε συμφωνία με τον εναγόμενο σύμφωνα με την οποία ο εναγόμενος πώλησε και η ενάγουσα αγόρασε το μισό μερίδιο εξ΄ αδιαιρέτου ενός διαμερίσματος του οποίου ο εναγόμενος ήταν ιδιοκτήτης. Κατά το χρόνο υπογραφής της συμφωνίας οι διάδικοι ήταν μνηστευμένοι και συζούσαν. Τέλεσαν το γάμο τους στις 3.5.2008 και, αργότερα χωρίς να αναφέρεται η ημερομηνία, οι διάδικοι χώρισαν. Σύμφωνα με τη συμφωνία ημερ. 21.12.06 το τίμημα πώλησης συμφωνήθηκε στις ΛΚ30.000 εκ των οποίων η προκαταβολή εκ ΛΚ10.000 πληρώθηκε την ημέρα της υπογραφής. Είναι επίσης η θέση της ενάγουσας ότι οι διάδικοι συμφώνησαν ότι από την ημέρα υπογραφής της συμφωνίας ο εναγόμενος θα επιτρέψει στην ενάγουσα να συγκατοικήσει μαζί του στο διαμέρισμα το οποίο της ανήκει κατά ½ και ότι η ίδια κατέβαλε στον εναγόμενο το ποσό των ΛΚ10.

  1. Επανειλημμένα του ζήτησε να της επιστρέψει το ποσό αυτό αλλά ο εναγόμενος αρνήθηκε. Ο εναγόμενος καταχώρησε Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση. Αρνείται ότι υπέγραψε με την ενάγουσα την ισχυριζόμενη συμφωνία και ότι εισέπραξε από την ενάγουσα οποιοδήποτε ποσό. Είναι η θέση του ότι την ημερομηνία που η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι υπέγραψαν συμφωνία ήδη συζούσαν και ήταν αρραβωνιασμένοι και η συγκατοίκηση τους δεν ήταν αντικείμενη συμφωνίας και ούτε χρειαζόταν να ήταν αντικείμενο συμφωνίας. Δεν αποδέχεται ότι ανήκει στην ενάγουσα το διαμέρισμα του κατά ½ ή οποιοδήποτε μερίδιο και καλεί την ενάγουσα να αποδείξει τον ισχυρισμό ότι συνήφθη η συμφωνία που ισχυρίζεται και ότι όντως του κατέβαλε ΛΚ10.
  2. Είναι επίσης η θέση του ότι πρώτη φορά με την καταχώριση και επίδοση της παρούσας αγωγής περιήλθε στην αντίληψη και γνώση του η απαίτηση της ενάγουσας στην παρούσα αγωγή. Προβάλλει επίσης τη θέση ότι αρκετά καιρό πριν την τέλεση του γάμου τους αγόρασε με δικά του χρήματα αυτοκίνητο για τις μετακινήσεις της ενάγουσας για το ποσό των (ΛΚ5.300) €9.055,59 το οποίο ενεγράφη επ΄ ονόματι της ενάγουσας και το οποίο η ενάγουσα χρησιμοποιεί και ότι είναι η ίδια που κατέστη αδικαιολόγητα πλουσιότερη εις βάρος του γι΄ αυτό και ανταπαιτεί το ποσό των €9.055,59 ως το τίμημα αγοράς του επίδικου οχήματος και αιτείται την απόρριψη της αγωγής μετ΄ εξόδων. Η ενάγουσα με την Απάντηση στην Υπεράσπιση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση αρνείται όλους τους ισχυρισμούς του εναγομένου και επαναλαμβάνει την αξίωση της. Όπως φαίνεται από το φάκελλο η υπόθεση ορίστηκε για ακρόαση χωρίς οι δικηγόροι να εκμεταλλευτούν τις πρόνοιες της Δ.30 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και ειδικότερα χωρίς να γίνουν αποκαλύψεις εγγράφων. Όπως επίσης φαίνεται από το φάκελλο η υπόθεση αναβλήθηκε για ακρόαση αρκετές φορές, έγιναν προσπάθειες συμβιβασμού που δεν καρποφόρησαν και στις 17.9.15 που ήταν ορισμένη ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου για ακρόαση, ημερομηνία κατά την οποία και θα άρχιζε η ακροαματική διαδικασία, ο συνήγορος του εναγομένου προέβαλε για πρώτη φορά ισχυρισμό για την δικαιοδοσία του Δικαστηρίου προβάλλοντας προφορικά τη θέση ότι δεν υπάρχει δικαιοδοσία στο παρών δικαστήριο να εκδικάσει την παρούσα αγωγή. Το Δικαστήριο ζήτησε όπως σχετικό αίτημα υποβληθεί γραπτώς και στις 23.9.15 ο εναγόμενος καταχώρησε την υπό κρίση αίτηση με την οποία ζητά «Διάταγμα αναστολής και/ή διακοπής της διαδικασίας της υπό τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο αγωγής λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας». Νομική βάση της αίτησης είναι οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας Δ.33 θ.10, Δ.27 θθ1,2,3, Δ.48, θ.1,2,3,4,5,6,7,8,9, στο άρθρο 64Α του Περί Δικαστηρίων Νόμου Ν.14/60, στον Περί Ρυθμίσεως των Περιουσιακών Σχέσεων των Συζύγων Νόμο, Ν.232/91και στη σύμφυτη εξουσία του Σεβαστού Δικαστηρίου. Την αίτηση συνοδεύει η ένορκος δήλωση του δικηγόρου Γ. Ανδρέου που εργάζεται στο δικηγορικό γραφείο Στέλιος Αμερικάνος και Σία ΔΕΠΕ ο οποίος αναφέρει ότι γνωρίζει τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης από μελέτη του φακέλλου της αγωγής αλλά και από πληροφορίες που έλαβε από τον κ. Σ. Κώστα δικηγόρο του εναγομένου-αιτητή ο οποίος χειρίζεται προσωπικά την υπόθεση και είναι η θέση του ότι από τα γεγονότα που αποκαλύπτονται στην Έκθεση Απαίτησης, προκύπτει ότι η παρούσα αγωγή αφορά ζήτημα που πρέπει να επιλυθεί από το Οικογενειακό Δικαστήριο αφού η απαίτηση της ενάγουσας περιστρέφεται γύρω από τη συνεισφορά της στην αύξηση της περιουσίας του εναγομένου συγκεκριμένα η ενάγουσα απαιτεί €17.086 ποσό το οποίο έδωσε, κατά τους ισχυρισμούς της, στον εναγόμενο δυνάμει γραπτής συμφωνίας όταν οι διάδικοι ήταν μνηστευμένοι και συζούσαν ενώ στις 30.5.08 έγινε ο γάμος τους. Εν ολίγοις το ποσό των €17.086 δόθηκε πριν το γάμο με την προοπτική του γάμου, στην ουσία η ενάγουσα ζητεί όπως της αποδοθεί το μερίδιο που συνείσφερε στην αύξηση της περιουσίας του εναγομένου, ζήτημα το οποίο θα πρέπει να αποφασιστεί από το Οικογενειακό Δικαστήριο. Έτσι, με βάση τις πρόνοιες του Περί Ρυθμίσεως των Περιουσιακών Σχέσεων των Συζύγων Ν.232/91και χωρίς παραδοχή των ισχυρισμών της ενάγουσας προκύπτει ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας δεν είναι το καθ΄ ύλην αρμόδιο Δικαστήριο να εκδικάσει την απαίτηση της ενάγουσας αλλά το καθ΄ ύλην αρμόδιο Δικαστήριο είναι το Οικογενειακό Δικαστήριο. Η ενάγουσα-καθ΄ης η αίτηση καταχώρισε ένσταση στις 21.10.
  3. Νομική βάση της ένστασης είναι οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας Δ.48, θ.θ.1-7, 7-
  4. Η Δ.39, η Δ.37, η Δ.38, ο Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ.6 όπως τροποποιήθηκε από το Νόμο 134[1]/99, άρθρα 82-87, 90, 91 Α-ΣΤ, το περιεχόμενο του φακέλου του Δικαστηρίου και οι γενικές εξουσίες του Δικαστηρίου. Ως λόγοι της ένστασης προβάλλονται οι ακόλουθοι: «
  5. Η αίτηση του εναγομένου-αιτητή ημερ.23.9.15 δεν ευσταθεί διότι είναι νομικώς και πραγματικώς αστήρικτος, και αποτελεί κατάχρηση δικαστικής διαδικασίας.
  6. Οι ισχυρισμοί που αναφέρονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση ημερ. 23.9.15 του ενόρκως δηλούντα Γιώργου Ανδρέου είναι ανυπόστατοι, αβάσιμοι και αντινομικοί, και δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα.
  7. Υπάρχει καθυστέρηση στην καταχώρηση της αίτησης ημερ. 23.9.15, η οποία καταχωρήθηκε 6 χρόνια μετά.
  8. Ζητείται η απόρριψη της αίτησης ημερ. 23.9.15 μετ΄ εξόδων.» Την ένσταση συνοδεύει η ένορκος δήλωση της ίδιας της ενάγουσας η οποία αναφέρει ότι το Δικαστήριο πρέπει να αγνοήσει την ένορκη δήλωση του Γιώργου Ανδρέου γιατί δεν γνωρίζει προσωπικά τα γεγονότα της υπόθεσης και γιατί, ως την συμβουλεύει ο δικηγόρος της, οι δικηγόροι πρέπει να αποφεύγουν να προβαίνουν σε ένορκες δηλώσεις προβάλλοντας τη θέση ότι θα έπρεπε ο ίδιος ο εναγόμενος αιτητής να προβεί στην ένορκο δήλωση. Αναφέρεται σε προφανή καθυστέρηση που δείχνει ότι η αίτηση δεν είναι γνήσια αλλά με αυτήν επιδιώκεται περαιτέρω καθυστέρηση στην υπόθεση και είναι η θέση της ότι το καθ΄ ύλην αρμόδιο Δικαστήριο να επιληφθεί της παρούσας υπόθεσης είναι το Επαρχιακό Δικαστήριο γιατί κατά την ημερομηνία σύναψης της γραπτής συμφωνίας που επικαλείται δεν υπήρχε γάμος μεταξύ τους ούτε και υπήρχε η προοπτική για την τέλεση γάμου γι΄ αυτό και υπεγράφη μεταξύ τους η γραπτή συμφωνία. Το γεγονός ότι η συμφωνία συνήφθη στις 21.12.06 και ο γάμος τους τελέστηκε στις 3.5.08, δηλαδή μετά από σχεδόν δύο χρόνια, από μόνο του καταδεικνύει ότι η γραπτή συμφωνία έγινε ακριβώς γιατί δεν υπήρχε η προοπτική για την τέλεση γάμου. Είναι καταληκτικά η θέση της ότι αρμοδιότητα έχει το Επαρχιακό Δικαστήριο αφού η παρούσα υπόθεση αφορά καθαρά αστικό δίκαιο και το δίκαιο των συμβάσεων γι΄ αυτό αιτείται την απόρριψη της αίτησης μετ΄ εξόδων. Κανένας από τους ενόρκους δηλούντες δεν αντεξετάστηκαν, οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των μερών κατέθεσαν γραπτές αγορεύσεις στις οποίες προωθούν ο κάθε ένας την δική του θέση με αναφορά στην νομολογία. Σε ότι αφορά τη θέση ότι το θέμα δικαιοδοσίας έχει εγερθεί από το συνήγορο του εναγομένου με μεγάλη καθυστέρηση αναφέρω ότι το ζήτημα της δικαιοδοσίας είναι ζήτημα που μπορεί να εξεταστεί και αυτεπάγγελτα από το Δικαστήριο σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας και το Δικαστήριο, σε περίπτωση που το θέμα αυτό εγείρεται προ της ακρόασης θα πρέπει να εξετάσει το θέμα της δικαιοδοσίας με βάση τα δικόγραφα. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Philippou v. Philippou

(1986)1 CLR 689, 698, Boυνού ν. Βουνού
(1989)1 ΑΑΔ 168, Μούρτζινος v. Global Cruises Ltd
(1992)1(B) AAΔ.1160, 1162, Χλ. Χριστοδούλου v. Α. Χριστοδούλου
(1993)1 ΑΑΔ 195,199, Μπάντσιου
(1994)1 ΑΑΔ 634,637, Sevegep Limited v.United Sea Transport Limited and Another
(1989)1 AAΔ(Ε) 729 και Safarino v. Σταυρινού
(1991)1 ΑΑΔ 1059, 1063. Είναι μάλιστα με βάση την νομολογία ενδεδειγμένο όπως το ζήτημα της έλλειψης κατά τόπο η καθ΄ ύλην δικαιοδοσίας να εγείρεται και να εξετάζεται το συντομότερο δυνατό ώστε να μην προχωρά η διαδικασία χωρίς αρμοδιότητα. Το θέμα ειδικά της καθ΄ ύλην αρμοδιότητας είναι πρωταρχικής σημασίας αφού εάν δεν υπάρχει δικαιοδοσία σε ένα Δικαστήριο τίποτε δεν μπορεί να του προσδώσει δικαιοδοσία ούτε τυχόν συναίνεση διαδίκων ούτε και θεραπεύεται τέτοια κατάσταση. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Thermofast Limited
(2005)1 ΑΑΔ 567 και Μichaelidou v. Gregoriou
(1968)1 CLR 88. Στο Σύγραμμα Words and Phrases Legally Defined, 2η Έκδοση, Τόμος 3, σελ.113 αναφέρεται συγκεκριμένα: «Where a court takes it upon itself to exercise a jurisdiction which it does not possess its decision amounts to nothing. Jurisdiction must be acquired before judgment is given.» Επομένως, η θέση των συνηγόρων της καθ΄ης η αίτηση ότι στο στάδιο το οποίο εγείρεται το θέμα αυτό και δεν είναι το ορθό και/ή ότι έχει εγερθεί με μεγάλη καθυστέρηση δεν με βρίσκει σύμφωνη αφού πέραν του ότι μπορεί τέτοιο θέμα να εγερθεί και αυτεπάγγελτα από το Δικαστήριο και σε καθοιονδήποτε στάδιο της διαδικασίας είναι ορθότερο όπως εγείρεται και αποφασίζεται πριν από την έναρξη της ακρόασης της υπόθεσης, κάτι που έχει γίνει και στην παρούσα περίπτωση. Επί της ουσίας της αίτησης είναι η βασική θέση του συνήγορου του εναγομένου - αιτητή ότι εφόσον σύμφωνα με τα δικόγραφα και δη την Έκθεση Απαίτησης κατά το χρόνο υπογραφής της ισχυριζόμενης συμφωνίας ημερ. 21.12.06 οι διάδικοι ήταν «μνηστευμένοι» και συζούσαν και αργότερα τέλεσαν γάμο στις 3.5.08 όλα όσα αναφέρονται στην Έκθεση Απαίτησης της δείχνουν ότι όταν υπεγράφη η επίδικη συμφωνία υπήρχε πρόθεση και προοπτική γάμου. Είναι η θέση του ότι ο ισχυρισμός της ενάγουσας στην ένσταση πώς όταν υπεγράφη η συμφωνία δεν υπήρχε πρόθεση γάμου, δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο αφού είναι θέση εκτός των δικογράφων της ενάγουσας. Είναι η θέση του κ. Κώστα ότι η ετυμολογική έννοια του όρου μνηστευμένος επιβεβαιώνει την πρόθεση γάμου μεταξύ των διαδίκων και συνεπώς οποιαδήποτε συμφωνία έγινε μεταξύ τους, αυτή έγινε με την προοπτική του γάμου και ότι επομένως, σύμφωνα με την ερμηνεία του άρθρου 2 του Περί Ρυθμίσεως των Περιουσιακών Σχέσεων των Συζύγων Νόμο Ν.232/1991σε συνδυασμό με την νομολογία και αναφέρεται στις υποθέσεις Λογγίνου ν. Λογγίνου
(2000)1 ΑΑΔ 1347, Γρηγορίου ν. Γρηγορίου
(2001)1 ΑΑΔ 1461, Ιωάννης Χαραλάμπους Περικλέους ν. Μαρίας Π. Εγγλέζου
(2011)1 ΑΑΔ 1015 και την πρόσφατη Πολιτική Έφεση αρ.325/2009 Ελευθέριος Κούρου ν. Αντωνίας Ξενή Κόνου ημερ. 10.10.14 είναι πλέον φανερό ότι το Οικογενειακό Δικαστήριο έχει αποκλειστική αρμοδιότητα επί κάθε περιουσιακής διαφοράς που αναδύεται από την έγγαμη σχέση και καλύπτει οποιαδήποτε κινητή ή ακίνητη περιουσία που αποκτήθηκε πριν από το γάμο με την προοπτική του γάμου. Είναι συναφώς η θέση του ότι η παρούσα υπόθεση αφορά αποζημιώσεις για την συνεισφορά της ενάγουσας στην αύξηση της περιουσίας του εναγομένου ασχέτως του ότι η βάση αγωγής φαίνεται να είναι διάρρηξη συμφωνίας. Η κατ΄ ισχυρισμόν συμφωνία είναι απλά ο τρόπος με τον οποίο δόθηκε η συνεισφορά σε αυτήν την αύξηση της περιουσίας του εναγομένου και έτσι η παρούσα υπόθεση εμπίπτει στην αρμοδιότητα του Οικογενειακού Δικαστηρίου. Εντελώς αντίθετη ήταν η θέση του συνηγόρου της ενάγουσας. Ισχυρίζεται ότι η αγωγή στηρίζεται σε παράβαση συμφωνίας και στον Περί Συμβάσεων Νόμο Κεφ.149 και σε καμία περίπτωση δεν αφορά θέματα του Οικογενειακού Δικαστηρίου. Το καθ΄ ύλην αρμόδιο Δικαστήριο είναι το Επαρχιακό Δικαστήριο και εφόσον η περιουσία βρίσκεται στην Λευκωσία κατά τόπον αρμοδιότητα έχει το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας και θεωρεί ότι τα όσα αναφέρονται στην ένορκη δήλωση του δικηγόρου Γ. Ανδρέου που είναι άσχετος με την υπόθεση και θα έπρεπε την ένορκη δήλωση να κάνει ο ίδιος ο εναγόμενος ουδόλως έχουν εφαρμογή στην παρούσα υπόθεση. Η νομολογία όπως έχει διαμορφωθεί με βάση τις υποθέσεις Λογγίνου ν. Λογγίνου (ανωτέρω), Γρηγορίου ν. Γρηγορίου (ανωτέρω), Μαρίνα Μιχαήλ ν. Μανώλη Γιάγκου
(2001)1 ΑΑΔ 1643, Αρίστη Φιλίππου ν. Ιάκωβου Φιλίππου
(2003)1 ΑΑΔ 1343 και πιο πρόσφατα με τις υποθέσεις Ιωάννης Περικλέους ν. Μαρίας Π. Εγγλέζου (ανωτέρω), Ελευθέριος Κούρου ν. Αντωνίας Κόνου (ανωτέρω), έχει ξεκαθαρίσει τα εξής: · Το Οικογενειακό Δικαστήριο έχει αποκλειστική αρμοδιότητα επί περιουσιακής διαφοράς που αναδύεται από την έγγαμη σχέση και καλύπτει περιουσία που αποκτάται με προοπτική το γάμο αλλά και περιουσία εγγεγραμμένη επ΄ ονόματι τρίτου προσώπου η οποία όμως ανήκει στην ευρύτερη περιουσία του ζεύγους διότι αποκτήθηκε πριν με προοπτική το γάμο ή κατά τη διάρκεια του γάμου. · Σκοπός του νομοθέτη μέσα από τα νομοθετήματα περί του οικογενειακού θεσμού ήταν να διευρύνει την δικαιοδοσία των Οικογενειακών Δικαστηρίων επί όλων σχεδόν των θεμάτων με εξαίρεση τη λύση του γάμου μεταξύ των μελών των θρησκευτικών ομάδων. · Μια αξίωση εμπίπτει στη δικαιοδοσία του Οικογενειακού Δικαστηρίου εφόσον αρχίζει και τελειώνει με τη σχέση των συζύγων και εξαιτίας αυτής. · Ανεξάρτητα από τον τρόπο διατύπωση της θεραπείας το Οικογενειακό Δικαστήριο έχει αποκλειστική δικαιοδοσία εκδίκασης μιας υπόθεσης εφόσον είναι οικογενειακής φύσεως. · Όπου η διαφορά εμπίπτει στην δικαιοδοσία του Οικογενειακού Δικαστηρίου το εν λόγω Δικαστήριο δεν περιορίζεται στην εφαρμογή του άρθρου 14 του Νόμου Περί Ρυθμίσεως των Περιουσιακών Σχέσεων των Συζύγων Ν.232/91, αλλά έχει την εξουσία να εφαρμόζει τις αρχές του κοινοδικαίου και του δικαίου της επιείκειας, ανάλογα με τον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου. · Σύμφωνα επίσης με το ερμηνευτικό άρθρο 2 του περί Ρυθμίσεως των Περιουσιακών Σχέσεων των Συζύγων Νόμου του 1991 (Ν.232/91), «΄περιουσία΄ σημαίνει την κινητή και ακίνητη ιδιοκτησία η οποία αποκτήθηκε πριν από το γάμο με την προοπτική του γάμου ή οποτεδήποτε μετά τη σύναψη του γάμου από οποιοδήποτε από τους συζύγους.» Περαιτέρω, το άρθρο 14
(1)του Ν.232/91 προβλέπει τα ακόλουθα: «Σε περίπτωση που ο γάμος λυθεί ή ακυρωθεί, ή σε περίπτωση διάστασης των συζύγων, και η περιουσία του ενός συζύγου έχει αυξηθεί, ο άλλος σύζυγος, εφόσον συνέβαλε με οποιοδήποτε τρόπο στην αύξηση αυτή, δικαιούται να εγείρει αγωγή στο Δικαστήριο και να απαιτήσει την απόδοση του μέρους της αύξησης το οποίο προέρχεται από τη δική του συμβολή». Επομένως, καθοριστικής σημασίας στην παρούσα υπόθεση είναι μεταξύ άλλων και η απάντηση στο ερώτημα κατά πόσο η υπογραφή της ισχυριζόμενης συμφωνίας στις 21.12.2006 έγινε με την προοπτική του γάμου. Εάν η απάντηση στο ερώτημα αυτό είναι καταφατική, τότε με βάση την νομολογία, εκτενής αναφορά στην οποία έχει γίνει πιο πάνω, είναι φανερό ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας να εκδικάσει την παρούσα αγωγή αφού αποκλειστική καθ΄ ύλην αρμοδιότητα έχει το Οικογενειακό Δικαστήριο. Σε περίπτωση όμως που η απάντηση στο ερώτημα αυτό είναι αρνητική ή σε περίπτωση που δεν είναι παραδεκτό ότι υπεγράφη τέτοια συμφωνία και ότι δόθηκαν τέτοια χρήματα, τότε ορθά η παρούσα αγωγή ηγέρθη στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας το οποίο είναι καθ΄ ύλην και κατά τόπο αρμόδιο να εκδικάσει την παρούσα αγωγή. Από την Έκθεση Απαίτησης προκύπτει ότι την ημερομηνία που κατά τον ισχυρισμόν της ενάγουσας υπεγράφη συμφωνία δηλαδή 21.12.06, οι διάδικοι ήταν «μνηστευμένοι» και συζούσαν. Αυτό είναι παραδεκτό και από τις δύο πλευρές. Ο γάμος τους τελέστηκε στις 3.5.08 και αργότερα χώρισαν. Τούτο επίσης είναι και από τους δύο παραδεκτό. Θέση του εναγομένου είναι ότι εφόσον η ισχυριζόμενη συμφωνία έγινε ενώ ήταν «μνηστευμένοι», η προοπτική του γάμου αποδεικνύεται αυτόματα εφόσον η ερμηνεία του όρου αυτού σύμφωνα με τον Μπαμπινιώτη προϋποθέτει αμοιβαία υπόσχεση γάμου. Αντίθετα, η εναγομένη ισχυρίζεται ότι το γεγονός της υπογραφής της συμφωνίας και μόνο καταδεικνύει ότι η συμφωνία αυτή δεν έγινε με την προοπτική του γάμου, αν ληφθεί ιδιαιτέρως υπόψη ότι από την ημερομηνία της συμφωνίας μέχρι την ημερομηνία τέλεσης του γάμου των διαδίκων παρήλθε 1 ½ έτος. Στην παρούσα υπόθεση, κατ΄ αντίθεση με όλες τις υποθέσεις που έχω αναφέρει πιο πάνω, δεν υπάρχει αποδοχή από τον εναγόμενο της θέσης της ενάγουσας ότι του έχει καταβάλει κατά την 21.12.06 και/ή καθοιανδήποτε ημερομηνία είτε λόγω της συμφωνίας ημερ.21.1206 είτε άλλως πώς, το ποσό των €17.086 ως ισχυρίζεται η ενάγουσα και το οποίο απαιτεί με την παρούσα. Σε όλες τις υποθέσεις που έχουν αναφερθεί ήταν δεδομένη και/ή παραδεκτή η «αύξηση της αξίας της περιουσίας του ενός διαδίκου που διεκδικούσε ο άλλος διάδικος». Εδώ το Δικαστήριο καλείται να αποφασίσει κατά πόσο δόθηκε τέτοιο ποσό χρημάτων βάση της συμφωνίας ημερομηνίας 21.12.06 ως η ενάγουσα ισχυρίζεται την οποία ο εναγόμενος δεν έχει τηρήσει και επομένως δεν υπάρχει το αναγκαίο υπόβαθρο ότι όντως έχει γίνει οποιαδήποτε συνεισφορά της ενάγουσας η οποία είχε ως αποτέλεσμα την αύξηση της περιουσίας του εναγομένου για να μπορεί να τεθεί το ερώτημα κατά πόσο τούτο έγινε με την προοπτική τέλεσης γάμου. Η αξίωση της ενάγουσας όντως αφορά ισχυρισμό για παράβαση συμφωνίας και με τα γεγονότα όπως προκύπτουν από τα δικόγραφα και τις ένορκες δηλώσεις των διαδίκων που υποστηρίζουν την υπό κρίση αίτηση και ένσταση αντίστοιχα, δεν υπάρχει αποδοχή του θέματος της αύξησης της περιουσίας του εναγομένου από τον ίδιο και επομένως δεν μπορεί το Δικαστήριο να θεωρήσει ότι η βάση της αγωγής αφορά την αύξηση της περιουσία του εναγομένου για να απαντήσει το ερώτημα εάν αυτή έγινε με την προοπτική του γάμου ή όχι και να καθορίσει τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου τότε. Εδώ ξεκάθαρα υπάρχει ο ισχυρισμός της ενάγουσας για παράβαση μιας συμφωνίας την οποία ο εναγόμενος αρνείται εξ ολοκλήρου, αρνείται την οποιοδήποτε σύναψη της, το γεγονός ότι με βάση αυτή η ενάγουσα του κατέβαλε ποσό χρημάτων και ότι ο ίδιος καθοιονδήποτε τρόπο παρέβηκε τους όρους της. Η διαφορά είναι καθαρά θέμα που άπτεται του δικαίου των συμβάσεων και κατά την άποψη μου δεν εμπίπτει, τονίζω με τα δεδομένα της παρούσας υπόθεσης, στην δικαιοδοσία του Οικογενειακού Δικαστηρίου. Η ακίνητη περιουσία περί ης ο λόγος είναι παραδεκτό από τους διαδίκους βρίσκεται στη Λευκωσία και επομένως ορθά η αγωγή έχει εγερθεί στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας. Ενόψει των ανωτέρω η αίτηση αποτυγχάνει και απορρίπτεται με έξοδα υπέρ της ενάγουσας - καθ΄ης η αίτηση και εναντίον του εναγομένου - αιτητή όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Θα είναι όμως πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας. [Υπ.] ............. Στ. Χριστοδουλίδου-Μέσσιου, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.