← Κύπρος

ΝΙΚΗΣ ΚΑΨΑΛΗ υπό την ιδιότητα της ως φυσικός γονέας και κηδεμόνας της ανήλικης Ελένης Γιαννή ν. ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΠΑΙΔΕΙΑΣ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ μέσω του Γενικού Ει

ΝΙΚΗΣ ΚΑΨΑΛΗ υπό την ιδιότητα της ως φυσικός γονέας και κηδεμόνας της ανήλικης Ελένης Γιαννή ν. ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΠΑΙΔΕΙΑΣ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ μέσω του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, Αρ. Αγωγής 7284/13, 11/11/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2015:A463 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. ΠΑΝΤΑΖΗ - ΛΑΜΠΡΟΥ, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 7284/13 Μεταξύ: ΝΙΚΗΣ ΚΑΨΑΛΗ υπό την ιδιότητα της ως φυσικός γονέας και κηδεμόνας της ανήλικης Ελένης Γιαννή Ενάγουσας -και- ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΠΑΙΔΕΙΑΣ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ μέσω του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας Εναγόμενου -και-

  1. Εφορείας Ελληνικών Εκπαιδευτηρίων Στροβόλου
  2. HC Playmaster Ltd Τριτοδιάδικων Ημερομηνία: 11.11.2015 Εμφανίσεις: Για την Ενάγουσα: κ. Χρ. Καρύδης, για A. Patsalides & Associates LLC Για τον Εναγόμενο - Καθ' ου: κα Ε. Φλωρέντζου, Δικηγόρος της Δημοκρατίας, για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας Για τους Τριτοδιάδικους αρ. 1: κ. Ν. Γεωργίου, για Καλλής & Καλλής Δ.Ε.Π.Ε. Για τους Τριτοδιάδικους αρ. 2: κα Στ. Χρ. Ανδρέου, για Ξένιος Λ. Ξενόπουλος Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Αναφορικά με την αίτηση ημερ. 25.6.2014 του Τριτοδιάδικου αρ.2 και Αναφορικά με την αίτηση ημερ. 6.8.2014 του Τριτοδιάδικου αρ. 1 για παραμερισμό και/ή ακύρωση και/ή απόρριψη και/ή διαγραφή της διαδικασίας Τριτοδιαδίκου Α. Εισαγωγή Με δύο ξεχωριστές αιτήσεις, ως αναφέρονται ανωτέρω, οι δύο Τριτοδιάδικοι αιτούνται κατ' ουσίαν την ακύρωση του Διατάγματος, το οποίο εξεδόθη από το Δικαστήριο στις 8.4.2014, με το οποίο επιτράπηκε η έκδοση και επίδοση Ειδοποίησης Τριτοδιαδίκου σε αυτούς (βλ. συναφώς το αιτητικό ως η παρα. Β στην αίτηση ημερ. 25.6.2014 και το αιτητικό ως η παρα. Β στην αίτηση ημερ. 6.8.2014). Αμφότερες οι αιτήσεις βασίζονται στους θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.5, Δ.5Α, Δ.10, Δ.48 Θ.1 έως 13, Δ.57, στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου και στην πρακτική που ακολουθεί το Δικαστήριο. Επιπλέον, η αίτηση του Τριτοδιάδικου αρ. 1 περικλείει στη νομική της βάση και τη Δ.
  3. Το πραγματικό υπόβαθρο επί του οποίου εδράζεται το παράπονο των Τριτοδιάδικων αρ. 1 και 2, εμφανίζεται επίσης να είναι πανομοιότυπο. Συγκεκριμένα, τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η αίτηση του Τριτοδιάδικου αρ. 1, ως εκτίθενται στην επισυνημμένη ένορκη δήλωση, ημερ. 6.8.2014, του κ. Ανδρέα Αθανασιάδη, ο οποίος είναι Πρόεδρος της Εφορείας Ελληνικών Εκπαιδευτηρίων Στροβόλου (ήτοι του Τριτοδιάδικου αρ. 1), είναι ουσιωδώς τα ίδια με εκείνα που εκθέτει η κα Χλόη Ξενοπούλου, η οποία είναι δικηγόρος της Τριτοδιαδίκου αρ. 2, στη δική της Ε/Δ, ημερ. 25.6.2014, η οποία συνοδεύει την αίτηση του Τριτοδιάδικου αρ.
  4. Λόγω της συνάφειας των δύο αιτήσεων, η εκδίκασή τους συμπορεύθηκε και εκδίδεται μία κοινή απόφαση επ' αυτών, εφόσον και η πλευρά του Εναγόμενου καταχώρησε μία κοινή Ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης προς αντίκρουση αμφότερων των αιτήσεων. Β. Τα παράπονο των Τριτοδιάδικων - Αιτητών Το Διάταγμα με το οποίο επιτράπηκε η έναρξη της διαδικασίας τριτοδιαδίκων, ημερ. 8.4.2014, εκδόθηκε βάσει μονομερούς αίτησης του Εναγόμενου, ημερ. 31.3.
  5. Κατά ή περί την 17/6/2014 επιδόθηκε στον Τριτοδιάδικο αρ. 2 από ιδιώτη επιδότη μια δέσμη εγγράφων ως το Τεκμήριο 1 στην Ε/Δ της κας Χλόης Ξενοπούλου. Πανομοιότυπη δέσμη εγγράφων επιδόθηκε στις 19/06/2014 επιδόθηκε στον Τριτοδιάδικο αρ. 1 από ιδιώτη επιδότη μια δέσμη εγγράφων ως το Τεκμήριο 1 στην Ε/Δ του κ. Αθανασιάδη. Η δέσμη εγγράφων που επιδόθηκε στους Τριτοδιάδικους περιλάμβανε τα ακόλουθα έγγραφα꞉ · Το Κλητήριο ένταλμα της ως άνω αγωγής. · Την Έκθεση Απαίτησης της Ενάγουσας. · Την Έκθεση Υπεράσπισης του Εναγόμενου. · Την Απάντηση στην Υπεράσπιση. · Τη μονομερή αίτηση, ημερ. 31.3.2014, του Εναγομένου για έκδοση και επίδοση Ειδοποίησης Τριτοδιάδικου. · Τα πρακτικά της δικασίμου ημερ. 8.4.2014 κατά την οποία δόθηκε άδεια από το Δικαστήριο για την έκδοση και επίδοση Ειδοποίησης Τριτοδιάδικου. Οι Δικηγόροι αμφότερων των Τριτοδιάδικων, μελετώντας την προαναφερθείσα δέσμη εγγράφων, διαμόρφωσαν την άποψη ότι στην παρούσα υπόθεση δεν εκδόθηκε και/ή δεν επιδόθηκε Ειδοποίηση Τριτοδιαδίκου σύμφωνα με τους Θεσμούς. · Η πρώτη απόκλιση από τους Θεσμούς που εντοπίζουν οι Τριτοδιάδικοι είναι ότι στην επιδοθείσα δέσμη εγγράφων δεν περιλαμβανόταν το Διάταγμα του Δικαστηρίου, ημερ. 8.4.2014, παρά μόνο τα σχετικά πρακτικά του Δικαστηρίου ημερομηνίας 8.4.
  6. · Η δεύτερη απόκλιση από τους Θεσμούς που εντοπίζουν οι Τριτοδιάδικοι είναι ότι δεν επιδόθηκε σε αυτούς Ειδοποίηση Τριτοδιάδικου σύμφωνα με τον Τύπο 9 ή τον Τύπο 10, συνοδευόμενο από οποιοδήποτε Δικαστικό Διάταγμα, αλλά επιδόθηκαν μόνο τα Παραρτήματα - και αυτά ελλιπή - τα οποία θα πρέπει να συνοδεύουν μια τέτοια Ειδοποίηση Τριτοδιάδικου. · Από έρευνα την οποία έκαναν οι δικηγόροι των Τριτοδιάδικων στο φάκελο του Δικαστηρίου διαπίστωσαν ότι οι πιο πάνω προϋποθέσεις από πλευράς του Εναγόμενου δεν έχουν τηρηθεί, αφού το εν λόγω Διάταγμα δεν ζητήθηκε ποτέ από το Πρωτοκολλητείο και ως εκ τούτου δεν έχει συνταχθεί ποτέ και ότι η Ειδοποίηση Τριτοδιάδικου δεν υπάρχει καταχωρημένη στο φάκελο του Δικαστηρίου αφού δεν έγινε ποτέ. · Επιπλέον, η τρίτη απόκλιση από τους Θεσμούς που εντοπίζουν οι Τριτοδιάδικοι είναι ότι έχουν καταστρατηγηθεί οι προθεσμίες που προβλέπονται ρητά στην προπαρατεθείσα Δ.10, Θ.2

(2)(α). Είναι η θέση των Τριτοδιάδικων ότι η πρόδηλη καταστρατήγηση των όσων ρητά προβλέπουν οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας αναφορικά με την διαδικασία Τριτοδιάδικου δεν αποτελούν σε καμία περίπτωση απλές παρατυπίες αλλά αντίθετα σοβαρούς λόγους για τους οποίους πρέπει να παραμεριστεί μια τέτοια διαδικασία. Από έρευνα στο φάκελο του Δικαστηρίου, οι Τριτοδιάδικοι διαπίστωσαν ότι στις 28/05/2014, ημερομηνία κατά την οποία ήταν ορισμένη η αγωγή για οδηγίες, δόθηκε μετά από προφορικό αίτημα της δικηγόρου των Εναγομένων, παράταση του χρόνου επίδοσης της Ειδοποίησης Τριτοδιάδικου, με οδηγίες όπως μέχρι 27/06/2014 επιδοθεί η Ειδοποίηση του Τριτοδιάδικου, και ότι η αγωγή ορίστηκε εκ νέου για οδηγίες στις 07/07/2014. Είναι η θέση των δικηγόρων των Τριτοδιάδικων ότι μια τέτοια παράταση μπορούσε να δοθεί μόνο κατόπιν γραπτού αιτήματος για παράταση της προθεσμίας επίδοσης της Ειδοποίηση Τριτοδιαδίκου και ότι μόνο τότε το Δικαστήριο θα καλείτο να εξετάσει και να αποφασίσει το ζήτημα. Είναι η θέση των Τριτοδιάδικων ότι οι προθεσμίες που τίθενται είτε από τους κανονισμούς είτε από το Δικαστήριο, θα πρέπει να τηρούνται και να παρατείνονται μόνον από το Δικαστήριο μετά από σχετική αίτηση οποιουδήποτε των διαδίκων. Αυτό δεν έγινε στη προκειμένη περίπτωση. Η αναγκαιότητα αυστηρής εφαρμογής των χρονικών προθεσμιών και, ειδικότερα, ή ανελαστικότητα με την οποία θα πρέπει να αντικρίζονται οι προστακτικές πρόνοιες της Δ.10, σε σχέση με τους προβλεπόμενους χρόνους υποβολής σχετικών αιτημάτων, δεν σημαίνει ότι η τύχη ενός τέτοιου αιτήματος, αν ήθελε υποβληθεί, είναι ορθό να αποφασίζεται σε στάδιο άλλο από εκείνο της εκδίκασης αιτήματος για επιμήκυνση του χρόνου επίδοσης της Ειδοποίησης Τριτοδιαδίκου. · Η τέταρτη απόκλιση από τους Θεσμούς που εισηγούνται οι Τριτοδιάδικοι ότι έχουν εντοπίσει, είναι ότι η απαίτηση του Εναγόμενου εναντίον τους, καίτοι στηρίζεται μόνο στην Δ.10, Θ. 1
(1)(α), εντούτοις δεν εμπίπτει σε οποιανδήποτε από τις περιπτώσεις που αναφέρονται στην Δ.10, Θ.1
(1). Η ως άνω θέση των Τριτοδιάδικων εκπορεύεται από τη θέση τους ότι η νομική βάση της Απαίτησης του Εναγομένου εναντίον των Τριτοδιάδικων είναι διαφορετική από τη νομική βάση της απαίτησης της Ενάγουσας εναντίον του Εναγόμενου. Αναφέρουν, συγκεκριμένα, ότι η απαίτηση της Ενάγουσας εναντίον του Εναγόμενου βασίζεται στο ότι το επίδικο παιχνίδι δεν τηρούσε τις προδιαγραφές (βλ. τις παραγράφους 2 και 3 της Εκθέσεως Απαιτήσεως), ενώ ο Εναγόμενος με την Υπεράσπιση του (βλ. την παράγραφο 3 της Εκθέσεως Υπερασπίσεως) ισχυρίζεται ότι το παιχνίδι ήταν κατάλληλο. Ως εκ της ανωτέρω θέσης τους, οι Τριτοδιάδικοι υποστηρίζουν ότι δεν υπάρχουν κοινά ερωτήματα ή θέματα ή σημεία, νομικά ή άλλα, μεταξύ της απαίτησης του Ενάγοντα εναντίον του Εναγομένου και της απαίτησης του Εναγομένου εναντίον των Τριτοδιαδίκων, με αποτέλεσμα, εάν γίνει δεκτή η διαδικασία Τριτοδιαδίκου, η αγωγή να περιπλεχθεί σε τέτοιο βαθμό, ώστε η εκδίκαση της να καθυστερήσει πολύ, να ταλαιπωρήσει τους διαδίκους και το Δικαστήριο και να αυξήσει τα έξοδα σε βαθμό ασύμφορο για τους διαδίκους. Τέλος, οι δικηγόροι των Τριτοδιάδικων έχουν την άποψη ότι οι πιθανότητες να επιτύχει η απαίτηση του Εναγομένου εναντίον οποιουδήποτε εκ των Τριτοδιαδίκων είναι μηδαμινές μέχρι ανύπαρκτες και δυσανάλογες σε σχέση με το μέγεθος της ταλαιπωρίας και της καθυστέρησης που θα προκληθεί. Κατά την άποψή τους, θα ήταν πιο ενδεδειγμένο η απαίτηση του Εναγόμενου εναντίον των Τριτοδιαδίκων να εκδικαστεί σε άλλη αγωγή και άλλη διαδικασία. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, οι Τριτοδιάδικοι καταλήγουν να εισηγούνται προς το Δικαστήριο ότι είναι ορθό και δίκαιο να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα και όπως παραμεριστεί και/ή ακυρωθεί και/ή απορριφθεί και/ή διαγραφεί η διαδικασία των Τριτοδιαδίκων και/ή ακυρωθεί το Διάταγμα το οποίο εξεδόθη από το Δικαστήριο στις 8.4.
  1. Περαιτέρω και/ή διαζευκτικά αιτούνται οποιοδήποτε άλλο διάταγμα ή οδηγίες ήθελε θεωρήσει το Δικαστήριο ορθό και δίκαιο να εκδώσει. Επιπλέον, αξιώνουν τα έξοδα της αίτησης τους, πλέον ΦΠΑ. Γ. Η ένσταση του Εναγόμενου Οι λόγοι ένστασης του Εναγόμενου - καθ' ου η αίτηση είναι οι ακόλουθοι:
  2. «Η αίτηση για παραμερισμό της εκδοθείσας διαταγής επίδοσης - ειδοποίησης των τριτοδιαδίκων στηρίζεται αποκλειστικά και μόνο σε τυπικό λάθος ή και παράλειψη και όχι σε κατ' ουσία ισχυρισμό μη ύπαρξης ευθύνης ή και εμπλοκής των τριτοδιαδίκων στην υπόθεση.
  3. Με την παρούσα αίτηση επιχειρείται η αποποίηση ευθυνών των τριτοδιαδίκων. Το διάταγμα τριτοδιαδίκου δόθηκε από το σεβαστό Δικαστήριο και η μη σύνταξη του για σκοπούς επίδοσης, δεν αναιρεί την ύπαρξη του διατάγματος και την πρόθεση του Δικαστηρίου να ακουστούν οι τριτοδιάδικοι ως μέρη στη διαδικασία.
  4. Η επίδοση των εγγράφων που έγινε στους τριτοδιαδίκους, τους επέτρεπε να γνωρίζουν τη φύση του αστικού αδικήματος για το οποίο επιχειρείται η εμπλοκή τους, τα γεγονότα, και τους ισχυρισμούς μας και κατ' ακολουθία, η θέση για λανθασμένη επίδοση ή και μη ενημέρωση τους στερείται νομικής και πραγματικής βάσης.
  5. Η παρούσα αίτηση είναι καταχρηστική και επηρεάζονται τα δικαιώματα του εναγομένου προς υποστήριξη της θέσης του ή και αναγκάζουν τον εναγόμενο να λάβει άλλα παράλληλα μέτρα εναντίον τους ή και να προωθήσει καταχώριση αγωγών δημιουργώντας πολλαπλές δικαστικές διαδικασίες για το ίδιο ζήτημα.
  6. Η παρούσα αίτηση στηρίζεται σε παρατυπία του εναγομένου και συνεπώς δεν καθίσταται άκυρη ή και ακυρώσιμη η διαδικασία επίδοσης - ειδοποίησης τριτοδιαδίκου.
  7. Η αίτηση αποτελεί κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας και υπονόμευση και αποδυνάμωση της αποτελεσματικής λειτουργίας των δικαστικών διαδικασιών.
  8. Δεν προβάλλεται καμία υπεράσπιση ή και ένδειξη υπεράσπισης των τριτοδιαδίκων, που να δύναται το Δικαστήριο ασκώντας τη διακριτική του εξουσία να κρίνει ότι η ενέργεια του εναγομένου να κλητεύσει τους τριτοδιαδίκους και να τους καταστήσει μέρος της διαδικασίας είναι καταχρηστική ή και παράλογη, ώστε να παραμερίσει την ειδοποίηση τριτοδιαδίκου ή και να ακυρώσει το εκδοθέν από το ίδιο Δικαστήριο διάταγμα.» Η ένσταση στηρίζεται στη Δ.5, Δ.10, Δ.48 και Δ.64 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στο Άρθρο 30.2 και Άρθρο 30.3 του Συντάγματος, στη νομολογία και στις συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η ένσταση εμφαίνονται στη συνημμένη ένορκη δήλωση της κας Ναυσικάς Πιρόκκα, από τη Λευκωσία, η οποία, ως δηλώνει, είναι Γραμματειακός Λειτουργός στη Νομική Υπηρεσία και έχει την ευθύνη τήρησης αρχείου για την παρούσα υπόθεση. Γνωρίζει τα γεγονότα της υπόθεσης που αφορούν τη δικογραφία από τα έγγραφα που υπάρχουν εντός του φακέλου που τηρεί, καθώς και από ενημέρωση που έχει λάβει από τη Δικηγόρο της Δημοκρατίας που χειρίζεται την υπόθεση. Είναι δεόντως εξουσιοδοτημένη από τον Εναγόμενο να προβεί στη ένορκη δήλωση. Ως λαμβάνει νομική συμβουλή από τη δικηγόρο που χειρίζεται την υπόθεση, η κα Πιρόκκα εισηγείται ότι η αίτηση για παραμερισμό της εκδοθείσας διαταγής επίδοσης της ειδοποίησης των τριτοδιαδίκων στηρίζεται αποκλειστικά και μόνο σε τυπικό λάθος ή παράλειψη και όχι σε κατ' ουσία ισχυρισμό μη ύπαρξης ευθύνης ή και εμπλοκής των τριτοδιαδίκων στην υπόθεση. Συγκεκριμένα, ως η θέση της κας Πιρόκκα, εκ λάθους ή και εκ παραδρομής ή και από απλή παρατυπία, δεν αποστάληκε το Διάταγμα για να επιδοθεί. Η μη επίδοση του Δικαστικού Διατάγματος ή ακόμα και η μη σύνταξη του για σκοπούς επίδοσης, δεν αναιρεί την ύπαρξη του Διατάγματος και την πρόθεση του Δικαστηρίου να ακουστούν οι τριτοδιάδικοι ως μέρη στην διαδικασία. Εφόσον η αίτηση παραμερισμού και/ή ακύρωσης της διαδικασίας τριτοδιαδίκων στηρίζεται σε ισχυριζόμενη παρατυπία, είναι η θέση της κας Πιρόκκα ότι η εν λόγω διαδικασία δεν καθίσταται άκυρη ή ακυρώσιμη. Λέγει, επίσης, η κα Πιρόκκα ότι η επίδοση των εγγράφων που έγινε στους τριτοδιαδίκους, τους επέτρεπε να γνωρίζουν τη φύση του αστικού αδικήματος για το οποίο επιχειρείται η εμπλοκή τους, τα γεγονότα, και τους ισχυρισμούς του Εναγόμενου και, κατ' ακολουθία, η θέση τους για λανθασμένη επίδοση ή και μη ενημέρωση τους στερείται νομικής και πραγματικής βάσης. Όπως η κα Πιρόκκα ενημερώνεται από τη Δικηγόρο που χειρίζεται την υπόθεση για τον Εναγόμενο, με τις αιτήσεις τους οι τριτοδιάδικοι επιδιώκουν να αποποιηθούν των ευθυνών τους. Οι αιτήσεις είναι καταχρηστικές και επηρεάζουν τα δικαιώματα του Εναγομένου. Αν παραμεριστεί το Διάταγμα ημερ. 8.4.2014, τότε οι τριτοδιάδικοι δεν θα ακουστούν στην παρούσα διαδικασία και θα πρέπει ο εναγόμενος να εξετάσει ενδεχόμενο καταχώρισης χωριστής αγωγής εναντίον τους δημιουργώντας με τον τρόπο τούτο πολλαπλές και παράλληλες διαδικασίες. Η αίτηση αποτελεί κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας και υπονόμευση και αποδυνάμωση της αποτελεσματικής λειτουργίας των δικαστικών διαδικασιών, αφού το μόνο που θα επιτύχουν οι αιτητές είναι να δημιουργήσουν περαιτέρω έξοδα και σπατάλη δικαστικού χρόνου, αναγκάζοντας τον εναγόμενο να καταχωρίσει αγωγή εναντίον τους, ενώ θα μπορούσε να ακουστεί η υπόθεση στα πλαίσια της παρούσας αγωγής. Τούτο επιτάσσεται και από τις αρχές της δίκαιης δίκης που κατοχυρώνεται από το Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας. Δεν προβάλλεται καμία υπεράσπιση ή και ένδειξη υπεράσπισης των τριτοδιαδίκων, που να δύναται το Δικαστήριο ασκώντας τη διακριτική του εξουσία να κρίνει ότι η ενέργεια του εναγομένου να κλητεύσει τους τριτοδιαδίκους και να τους καταστήσει μέρος της διαδικασίας είναι καταχρηστική ή και παράλογη, ώστε να παραμερίσει την ειδοποίηση τριτοδιαδίκου ή και να ακυρώσει το εκδοθέν από το ίδιο Δικαστήριο διάταγμα. Οι τριτοδιάδικοι δεν πρόκειται να επηρεαστούν ή και να ζημιωθούν από τη διαδικασία αν δεν παραμερισθεί η διαδικασία. Αντίθετα, ο Εναγόμενος διατρέχει τον κίνδυνο να παραγραφεί το αστικό αδίκημα που αποδίδει στους τριτοδιάδικους. Ολοκληρώθηκε η ακρόαση των δύο αιτήσεων στη βάση γραπτών αγορεύσεων που καταχώρησαν οι συνήγοροι, αφενός, του Εναγομένου και, αφετέρου, των Τριτοδιαδίκων αρ. 1 και
  9. Η Ενάγουσα δεν έλαβε θέση επί της αίτησης. Στις αγορεύσεις τους, οι συνήγοροι υιοθέτησαν και επανέλαβαν το περιεχόμενο των αιτήσεων και της ένστασης, αντίστοιχα, παραπέμποντας σε σχετικές αυθεντίες προς υποστήριξη των εκατέρωθεν θέσεών τους. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ ΚΑΙ ΕΚΤΙΜΗΣΗ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ Αμφότεροι οι τριτοδιάδικοι ζητούν, ως έχω προαναφέρει, τον παραμερισμό και/ή την ακύρωση «της διαδικασίας τριτοδιαδίκου». Διαχωρίζω τα θέματα που θα με απασχολήσουν σε δύο ενότητες꞉ Αφενός, αν πάσχει η άδεια που χορηγήθηκε στον Εναγόμενο για προσεπίκληση των τριτοδιαδίκων. Αφετέρου, αν πάσχει η επίδοση των εγγράφων της διαδικασίας τριτοδιαδίκου, ώστε η διαδικασία να μην έχει αρχίσει νομότυπα. Το πρώτο ζήτημα είναι ουσιαστικό. Το δεύτερο ζήτημα είναι διαδικαστικό. Η ευχέρεια παροχής θεραπείας για τυχόν παρατυπία ή αντικανονικότητα εξετάζεται ακολούθως, ξεχωριστά. Αναφορικά με το αν καλώς χορηγήθηκε η άδεια προσεπίκλησης Τριτοδιαδίκων. Χρήσιμη θεωρώ μια σύντομη αναφορά στη φύση και τους σκοπούς της διαδικασίας τριτοδιαδίκου. Σύμφωνα με τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας (βλ. ενδεικτικά την απόφαση ημερ. 25.11.2010, στην Αγωγή αρ. 694/2007, VALERIE THOMAS v. ERIC THOMAS): «Η διαδικασία τριτοδιαδίκου σκοπό έχει την προσεπίκληση διαδίκου από τον εναγόμενο, όταν αυτός ζητά από άλλο πρόσωπο που δεν είναι διάδικος στην αγωγή, συνεισφορά ή κάλυψη ή θεραπεία που σχετίζεται ή συνδέεται με την απαίτηση του ενάγοντα προς τον εναγόμενο ή όταν τα θέματα τα οποία συνδέονται ή σχετίζονται με το επίδικο ζήτημα είναι ουσιωδώς παρόμοια όπως τα ζητήματα που αναφύονται μεταξύ του ενάγοντα και του εναγόμενου και έτσι θα πρέπει να συνεκδικαστούν και αποφασιστούν μεταξύ όλων των διαδίκων. Ο τριτοδιάδικος από την επίδοση της ειδοποίησης καθίσταται διάδικος στην αγωγή και έχει τα ίδια δικαιώματα ως προς την υπεράσπισή του ωσάν να είχε εγερθεί η αγωγή εναντίον του από τον εναγόμενο. Ο βασικός και κύριος σκοπός των προνοιών της Δ.10 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας είναι από τη μια να αποφευχθεί η πολλαπλότητα των αγωγών και από την άλλη να επιτευχθεί η ταχύτερη απονομή της δικαιοσύνης με τη διευθέτηση όλων των διαφορών όλων των μερών και για να περισωθούν έξοδα.» Επιπλέον, η απόφαση στην υπόθεση Νικήτα v. Medcon Constructions Ltd.
(1997)1 A.A.Δ 643 στη σελίδα 653, προβλέπει τα εξής: «Σκοπός της Διαδικασίας Τριτοδιαδίκου είναι η αποφυγή πολλαπλότητας αγωγών, η αποφυγή εξόδων, η δέσμευση του τριτοδιάδικου με το αποτέλεσμα αγωγής μεταξύ ενάγοντος και εναγομένου και η δυνατότητα απόφασης επί του θέματος που σχετίζεται με τη διαδικασία τριτοδιάδικου αμέσως μετά την απόφαση στην αγωγή, για να μην είναι αναγκασμένος ο εναγόμενος να περιμένει να αποδείξει την αξίωση του εναντίον του τριτοδιάδικου με άλλη αγωγή ενώ ο ενάγων θα έχει την ευκαιρία να εκτελέσει την απόφαση εναντίον του. Η αρχή αυτή διατυπώθηκε στη σημαντική για την εποχή απόφαση στην υπόθεση Barclays Bank v. Tom
(1923)1 KB 221 στη σελ. 226. Αυτή η αρχή ακολουθήθηκε αργότερα από την The Normar
(1968)1 All E.R. 753 και την Chatsworth Investments v. Amoco Ltd
(1968)3 All E.R. 357.» ... «Η Διαδικασία Τριτοδιάδικου αντλεί την προέλευση της από τη Δ.16 των παλαιών Αγγλικών Διαδικαστικών Κανονισμών, των οποίων οι βασικές πρόνοιες είναι όμοιες με τις πρόνοιες της δικής μας Δ.10. H διαδικασία αυτή δημιουργήθηκε στην Αγγλία με το Νόμο Judicature Act 1873 και θεωρήθηκε ότι ήταν μια διαδικασία ανάλογη με αγωγή, που καταχωρείτο από τον εναγόμενο σε υπάρχουσα αγωγή εναντίον του τριτοδιάδικου. Ο εναγόμενος σε τέτοια περίπτωση εθεωρείτο ενάγων και ο τριτοδιάδικος εναγόμενος. Επομένως, η Ειδοποίηση Τριτοδιάδικου υπέχει μορφή αγωγής του εναγόμενου εναντίον του τριτοδιάδικου (βλ. McCheane v. Jyles,
(1902)1 Ch.D. 287). Μετά την επίδοση της Ειδοποίησης Τριτοδιαδίκου, ο τριτοδιάδικος καθίσταται διάδικος στην αγωγή αυτή και έχει τα ίδια δικαιώματα σχετικά με την υπεράσπιση του ως εάν να είχε εναχθεί με κανονική αγωγή από τον εναγόμενο. Ο τριτοδιάδικος όμως, δεν είναι εναγόμενος στην υφιστάμενη αγωγή του ενάγοντα εναντίον του εναγόμενου, εκτός αν ο ενάγων αποφασίσει και τον καταστήσει συνεναγόμενο. Η Διαδικασία Τριτοδιαδίκου είναι εντελώς ξεχωριστή και ανεξάρτητη διαδικασία από την προϋπάρχουσα αγωγή (Βλ. Stott v. West Yorkshire Road Car Co.
(1971)3 All E.R. 534, Annual Practice 1958, σελ. 381 κ.ε.)». Τα κριτήρια χορήγησης τέτοιας άδειας καθορίζονται από την Δ.10, Θ.1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας ως ακολούθως: 1.
(1)Όταν σε οποιανδήποτε αγωγή ο Εναγόμενος απαιτεί εναντίον οιουδήποτε προσώπου που δεν είναι ήδη διάδικος στην αγωγή, (σε αυτή τη Διάταξη καλείται «τρποδιάδικος»)꞉ α) ότι δικαιούται συνεισφοράς ή αποζημιώσεως, ή β) ότι δικαιούται θεραπεία σχετική με τα αρχικά αίτια της αγωγής και ουσιαστικά την ίδια ή μερική θεραπεία που απαιτείται από τον Ενάγοντα, ή γ) ότι οιονδήποτε ζήτημα σχετικό με το αντικείμενο της αγωγής είναι ουσιαστικά το ίδιο με το ζήτημα που αναφύεται μεταξύ του Ενάγοντος και του Εναγομένου και έπρεπε κανονικά να εκδικασθεί όχι μόνον μεταξύ του Ενάγοντος και του Εναγομένου, αλλά μεταξύ του Ενάγοντος και του Εναγομένου και του Τριτοδιάδικου ή μεταξύ οιουδήποτε εξ αυτών, το Δικαστήριο ή ο Δικαστής μπορεί να δώσει άδεια στον Εναγόμενο να εκδώσει και να επιδώσει «ειδοποίηση Τριτοδιάδικου». Στην υπόθεση Ιωάννου ν. Βιολάρης
(2001)1Β Α.Α.Δ 1424, λέχθηκαν τα ακόλουθα σε σχέση με το θέμα: «Είναι αυτονόητο πως μπορεί να τίθεται θέμα χορήγησης άδειας για έκδοση και επίδοση κλήσης τριτοδιαδίκου, αν η περίπτωση εντάσσεται σε μια από τις τρεις που εξειδικεύει η Δ.10,Θ.1
(1)(α)(β)(γ). Και είναι σαφές πως, ενώ το θέμα δεν κρίνεται οριστικά σε εκείνο το αρχικό στάδιο, χρειάζεται τουλάχιστον να φαίνεται εκ πρώτης όψεως πως η περίπτωση είναι τέτοια. Χωρίς εκ πρώτης όψεως διαπίστωση τέτοιας φύσης δεν διανοίγεται δυνατότητα άσκησης διακριτικής εξουσίας αναφορικά με οτιδήποτε άλλο.». Στην υπόθεση Asimenos v. Chrysostomou κ.α.
(1982)1 C.L.R 145 λέχθηκαν τα ακόλουθα: "It is clear, however, form the said notes in the Annual Practice and the authorities referred to therein that questions such as embarrassment or delay to the plaintiff or where the questions at issue cannot be completely disposed in the action, or whether the procedure will be allowed to continue, are matters which will have to be considered on the application for directions and not on the application for leave to issue the notice. It is also presumed that, if a prima facie case is made out which would bring the matter within any paragraph of rule 1 and leave to issue a third party notice is granted, the court will not, in granting leave, consider the merits of the claim." Εν προκειμένω. στην παρούσα υπόθεση το παρόν Δικαστήριο χορήγησε την άδεια προσεπίκλησης των τριτοδιαδίκων έχοντας ικανοποιηθεί ότι η αίτηση του Εναγόμενου παρουσίαζε τα πράγματα ως εκ πρώτης όψεως ικανά να ενταχθούν σε μία από τις περιπτώσεις της Δ.10, Θ.1
(1)(α). Στο πλαίσιο της υπό κρίση αίτησης για ακύρωση της διαδικασίας τριτοδιαδίκου, είναι η θέση των Τριτοδιάδικων ότι η απαίτηση του Εναγόμενου, στηρίζεται μόνο στην Δ.10, Θ. 1
(1)(α), αλλά δεν εμπίπτει σε οποιανδήποτε από τις περιπτώσεις που αναφέρονται στην Δ.10, Θ.1. Από την άλλη, η θέση του Εναγόμενου, ως αναλύεται στη γραπτή αγόρευση του συνηγόρου του, είναι ότι πληρούνται όλες οι διαζευκτικές προϋποθέσεις ή τουλάχιστον μία εξ αυτών που θέτει η Δ.10, θ.1, αφού θεωρεί ότι οι Τριτοδιάδικοι 1 και 2 ενεπλάκησαν στη διαδικασία παραγγελίας, παράδοσης και τοποθέτησης του επίδικου παιχνιδιού και πατώματος στην αυλή του δημόσιου νηπιαγωγείου και εξαιτίας της αμέλειας ή και συντρέχουσας αμέλειας φέρουν ακεραία την ευθύνη κεχωρισμένα ή και φέρουν εν μέρει την ευθύνη για το ατύχημα που επεσυνέβη στις 18/10/2011 στο νηπιαγωγείο και ότι κατά συνέπεια θα πρέπει να εξετασθεί στην παρούσα αγωγή η ευθύνη που φέρουν και το μερίδιο συνεισφοράς ή αποζημίωσης ή θεραπείας που αναλογεί στον καθένα εμπλεκόμενο Τριτοδιάδικο. Ειδικότερα, είναι η θέση της συνηγόρου του Εναγόμενου, στη γραπτή της αγόρευση επί της υπό κρίση αίτησης παραμερισμού, ότι- «Το παιχνίδι ήταν κατάλληλο και πληρούσε τις προδιαγραφές. Η τοποθέτηση του, όμως, και οι προδιαγραφές του πατώματος που απαιτούντο για το εν λόγω παιχνίδι, ήταν υπό την ευθύνη της Σχολικής Εφορείας. Η εταιρεία H.C. Playmaster LTD γνώριζε τον σκοπό, για τον οποίο παραγγέλθηκε το εν λόγω πάτωμα και, αν δεν γνώριζε κατά την παραγγελία του, κατά την παράδοση, όπως διαφαίνεται και από τα δικόγραφα τους και τις αιτήσεις τους, ήταν εις γνώση της ο σκοπός, για τον οποίο παραγγέλθηκε το εν λόγω πάτωμα, και αμελώς ή και γνωρίζοντας την παραβίαση των καθηκόντων τους και των εν λόγω προδιαγραφών, το προμήθευσαν, με κίνδυνο τη ζωή και τη σωματική ακεραιότητα των παιδιών. Ως εκ τούτου, και οι δύο Τριτοδιάδικοι έχουν ακεραία ή και συντρέχουσα ευθύνη έναντι της απαίτησης της Ενάγουσας.». Πράγματι, στη μονομερή αίτηση του Εναγομένου, ημερ. 31.3.2014, για άδεια έκδοσης και επίδοσης Ειδοποίησης Τριτοδιαδίκου, επισυνάπτεται ένορκη δήλωση της κας Ναυσικάς Πιρόκκα, ημερ. 31.3.2014, στην οποία περιγράφεται η πεποίθηση της ότι «η Εφορεία Ελληνικών Εκπαιδευτηρίων Στροβόλου και η εταιρεία H.C.Playmaster Ltd ευθύνονται αποκλειστικά ή και συντρεχόντως με τον Εναγόμενο για τον τραυματισμό της ανήλικης», η οποία πεποίθησή της στηρίζεται στους ακόλουθους, συνοπτικά, λόγους꞉ · Η ανήλικη τραυματίστηκε από την πτώση της από παιγνίδι, το οποίο επιλέγηκε μεν από τη διεύθυνση του σχολείου, εγκρίθηκε όμως τόσο η αγορά όσο και η τοποθέτησή του από την Εφορεία Ελληνικών Εκπαιδευτηρίων Στροβόλου και τοποθετήθηκε από την εταιρεία - εισαγωγέα του παιχνιδιού. Είναι ευθύνη της εταιρείας η τοποθέτηση βάσει των προδιαγραφών του κατασκευαστή και ευθύνη της Εφορείας η εποπτεία ή και ο έλεγχος της τοποθέτησης. · Η τοποθέτηση του παιχνιδιού έγινε από την εταιρεία H.C.Playmaster Ltd χωρίς να τοποθετηθεί κάτω από αυτό προστατευτικό δάπεδο, το οποίο ζήτησε αμέσως η διευθύντρια του νηπιαγωγείου με επιστολή της προς την Εφορεία. · Η Εφορεία ενέκρινε την τοποθέτηση του δαπέδου, η οποία και έγινε πριν την έναρξη της σχολικής χρονιάς, αλλά εκ των υστέρων, μετά τη διερεύνηση του επίδικου ατυχήματος της ανήλικης από το Γραφείο Επιθεώρησης Εργασίας, το δάπεδο κρίθηκε ακατάλληλο. Ενόψει των ανωτέρω, είναι η θέση της κας Πιρόκκα ότι σε περίπτωση που η Ενάγουσα επιτύχει απόφαση εναντίον του Εναγόμενου, αυτός θα δικαιούται σε αποζημίωση και/ή κάλυψη και/ή συνεισφορά από τους δύο προτεινόμενους τριτοδιάδικους. Ως εκ τούτου, υποστηρίζει ότι ορθώς εξεδόθη το εν λόγω Διάταγμα, προς την ορθότερη εξυπηρέτηση της δικαιοσύνη, την αποφυγή άλλων παράλληλων μέτρων εναντίον των Τριτοδιάδικων, την αποφυγή παράλληλων και πολλαπλών δικαστικών διαδικασιών για το ίδιο ζήτημα, που θα επέφεραν περαιτέρω έξοδα, θα προκαλούσαν πολυπλοκότητα στην εν λόγω διαδικασία και θα εσπαταλείτο αχρείαστα και άδικα πολύτιμος δικαστηριακός χρόνος με την καταχώρηση από μέρους του Εναγόμενου νέων αγωγών για το ίδιο ζήτημα εναντίον των Τριτοδιάδικων. Η διαμόρφωση δικαστικής κρίσης αναφορικά με το ζήτημα που εγείρουν οι Τριτοδιάδικοι προϋποθέτει αναδρομή στη δικογραφία μεταξύ της Ενάγουσας και του Εναγόμενου. Η Ενάγουσα στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή αξιώνει το ποσό των €40.000 ως γενικές αποζημιώσεις για βλάβες που υπέστη η ανήλικη θυγατέρα της όταν έπεσε από ύψος 180 εκατοστών ενώ βρισκόταν σε παιγνίδι που υπήρχε στην αυλή του του δημόσιου νηπιαγωγείου στο Στρόβολο της επαρχίας Λευκωσίας, λόγω αμελούς επιτήρησης του παιδιού από τους υπεύθυνους δασκάλους του νηπιαγωγείου «και/ή συνεπεία ελαττωματικών προδιαγραφών των παιγνίων». Επιπλέον, αξιώνει ποσό €6.173 ως ειδικές αποζημιώσεις για τα έξοδα που υπέστη η ανήλικη ένεκα του επίδικου ατυχήματος, πλέον τόκο για κάθε επιδικασμένο ποσό, έξοδα και ΦΠΑ. Παρατηρώ ότι στην παρα. 3 της Έκθεση Υπεράσπισης («Ε/Υ») που καταχώρησε ο Εναγόμενος, αυτός δικογραφεί πράγματι, όλες τις λεπτομέρειες ισχυρισμών γεγονότων στις οποίες έκανε αναφορά πιο πάνω η κα Πιρόκκα, στις οποίες στηρίζεται ο ισχυρισμός περί ευθύνης των δύο Τριτοδιαδίκων για την πρόκληση του ατυχήματος από το οποίο τραυματίστηκε η ανήλικη, στο βαθμό που οφείλεται σε τυχόν ακαταλληλότητα του παιχνιδιού. Διατυπώνεται έπειτα στην παρα. 6 της Ε/Υ ο ισχυρισμός ότι ακόμη και αν ήθελε κριθεί ότι η ανήλικη υπέστη οποιαδήποτε ζημιά που συνδέεται άμεσα με το επίδικο παιχνίδι, τούτο δεν οφείλεται σε πράξεις ή παραλείψεις κατά την επίβλεψη της ανήλικης, αλλά σε αποκλειστική ή και συντρέχουσα ευθύνη της σχολικής Εφορείας και του εισαγωγέα του παιχνιδιού, τους οποίους ο Εναγόμενος προτίθεται να προσεπικαλέσει ως τριτοδιάδικους. Ενόψει των ανωτέρω δικογραφημένων θέσεων του Εναγομένου, εξακολουθώ να είμαι ικανοποιημένη ότι εμπίπτει η περίπτωση σε μία ή και περισσότερες από τις περιπτώσεις της Δ.10, θ.1
(1)και ότι η άδεια προσεπίκλησης τριτοδιαδίκου ορθώς δόθηκε. · Αναφορικά με το παράτυπο ή μη της εφαρμογής της διαδικασίας Τριτοδιαδίκου από τον Εναγόμενο. Το πρώτο ερώτημα είναι, ποια ακριβώς έγγραφα είχε υποχρέωση να επιδώσει ο Εναγόμενος άπαξ και εξασφάλισε την άδεια προσεπίκλησης τριτοδιαδίκου. Η απάντηση στο ερώτημα αναζητείται συνήθως πρώτα στο σώμα του ιδίου του Διατάγματος και έπειτα στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας (στο εξής «οι Θεσμοί»). Στην παρούσα υπόθεση το Διάταγμα δεν συντάχθηκε και συνεπώς δεν υπάρχει αυστηρά ομιλούντες «Διάταγμα» στο οποίο να μπορεί να ανατρέξει κανείς για να διαπιστώσει ποια έγγραφα κρίθηκε από το Δικαστήριο αναγκαίο να επιδοθούν. Η μη σύνταξη του Διατάγματος συνιστά πράγματι την πρώτη παρατυπία, καθότι σύμφωνα με τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας (Δ.10, Θ.2
(1)(α)) «ο Εναγόμενος ή ο Εναγόμενος σε ανταπαίτηση - (α) εντός 10 ημερών από την παροχή άδειας σύμφωνα με τον Κανονισμό
(1)της παρούσας διαταγής προωθεί με κατάλληλο διάβημα τη σύνταξη του διατάγματος του Δικαστηρίου, και». 1. Αναφορικά με την αναγκαιότητα επίδοσης του συνταχθέντος Διατάγματος Η συγκεκριμένη διαταγή του Δικαστηρίου, ημερ. 8.4.2014, δεν καθόριζε ρητά την αναγκαιότητα επίδοσης και αυτού του ίδιου του Διατάγματος, αλλά το ερώτημα κατά πόσον ήταν αναγκαία ή όχι η επίδοσή του είναι ερώτημα που απαντάται μέσα από τους Θεσμούς. Σύμφωνα με τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας (Δ.10, Θ.2
(1)) - «ο Εναγόμενος ή ο Εναγόμενος σε ανταπαίτηση - (α) εντός 10 ημερών από την παροχή άδειας σύμφωνα με τον Κανονισμό
(1)της παρούσας διαταγής προωθεί με κατάλληλο διάβημα τη σύνταξη του διατάγματος του Δικαστηρίου, και (β) εκτός αν το Δικαστήριο διατάξει διαφορετικά, εντός τριάντα ημερών από τη σύνταξη του διατάγματος θα επιδίδει την ειδοποίηση, αντίγραφο του κλητήριου εντάλματος ή πρωτογενούς αίτησης και όλων των δικογράφων τα οποία επιδόθηκαν ή παραδόθηκαν στην αγωγή.». Στην Earlsfield Steel Ltd v. Joint Stock Company Elecgrometallurgical Steel Works Dneprospetsstal For A.N. Kyjmin
(2009)1B ΑΑΔ 1350, επισημάνθηκαν τα εξής ως προς την αναγκαιότητα επίδοσης του Διατάγματος꞉ «Αναφορικά με το Διάταγμα ημερ. 21.12.05, η Δ.48, θ.12 προβλέπει ότι σε περίπτωση διατάγματος που εξασφαλίζεται μετά από μονομερή αίτηση, τέτοιο διάταγμα θα είναι δεσμευτικό για το διάδικο από την ημερομηνία επίδοσης σ' αυτόν επίσημου αντιγράφου της μονομερούς αίτησης. Η συγκεκριμένη πρόνοια κατά την κρίση μας επιβεβαιώνει έστω και εμμέσως ότι τόσο το διάταγμα όσο και η μονομερής αίτηση θα πρέπει να επιδίδονται. Εν πάση περιπτώσει, το Διάταγμα ούτως ή άλλως θα έπρεπε να επιδοθεί, ώστε να λάβουν γνώση οι Εφεσίβλητοι της πρόνοιας για το χρόνο μέσα στον οποίο θα έπρεπε να καταχωρίσουν εμφάνιση (βλ. Δ.6, θ.5). Το ότι η Διαταγή 6 δεν προβλέπει ρητά για επίδοση του Διατάγματος, δεν αναιρεί την υποχρέωση για επίδοση, εφόσον σε διαφορετική περίπτωση το Διάταγμα δεν θα μετατρεπόταν σε δεσμευτικό, τουλάχιστον αναφορικά με το χρόνο εμφάνισης. Το ότι η Δ.6, θ.7
(1)(α) προβλέπει για «το έγγραφο το οποίο θα επιδοθεί» δεν διαφοροποιεί τα πράγματα, αφού το θέμα διέπεται ειδικότερα από τις γενικές πρόνοιες των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και ειδικότερα τις πρόνοιες της Δ.48, θ.θ.12 και 13.». (Η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου.) Στην περίπτωση της Δ.10 τα πράγματα είναι ακόμη πιο συγκεκριμένα. Το Διάταγμα θα έπρεπε να είχε επιδοθεί από τον Εναγόμενο για να γνωρίζει ο Τριτοδιάδικος αν η Ειδοποίηση Τριτοδιαδίκου επιδόθηκε εμπρόθεσμα, ήτοι εντός 30 ημερών από την ημερομηνία σύνταξης του Διατάγματος. Η διαταγή του Δικαστηρίου, ως προκύπτει από τα πρακτικά της δικασίμου ημερ. 8.4.2014, ήταν να επιδοθεί η Ειδοποίηση Τριτοδιαδίκου «ως οι Θεσμοί προβλέπουν». Εφόσον δεν έταξε το Δικαστήριο συγκεκριμένη προθεσμία, έπεται ότι η Ειδοποίηση θα έπρεπε, βάσει της Δ.10, θ. 2
(1)(β), να επιδοθεί εντός 30 ημερών από τη σύνταξη του Διατάγματος. Η άδεια του Δικαστηρίου για προσεπίκληση τριτουδιαδίκου κατ' ουσίαν δεν καθίσταται δεσμευτική για τον τριτοδιάδικο προτού επιδοθεί σε αυτόν το συνταχθέν Διάταγμα, αφού χωρίς το εν λόγω Διάταγμα δεν ενεργοποιείται η προθεσμία για επίδοση της Ειδοποίησης Τριτοδιαδίκου. 2. Αναφορικά με την αναγκαιότητα επίδοσης της Ειδοποίησης Τριτοδιαδίκου Σύμφωνα με τη Δ.10, Θ. 2(I), η Ειδοποίηση Τριτοδιάδικου πρέπει να εκθέτει τη φύση και τα σημεία της απαίτησης ή την φύση και τα σημεία που πρέπει να εκδικασθούν και τη φύση και την έκταση της θεραπείας που απαιτείται. Η Ειδοποίηση πρέπει να δίδεται σύμφωνα με τον Τύπο 9 ή τον Τύπο 10 και πρέπει να σφραγισθεί και επιδοθεί στον Τριτοδιάδικο κατά τον ίδιο τρόπο που σφραγίζεται και επιδίδεται το Κλητήριο. Ο σκοπός που επιτελείται με την επίδοση της Ειδοποίησης Τριτοδιαδίκου είναι ασφαλώς η παροχή ειδοποίησης στον Τριτοδιάδικο για την υπόθεση που έχει να αντικρούσει και εκείνο που επιδιώκεται εναντίον του (Βλ. στη Φραγκέσκου κ.ά. v. Γρηγορίου
(2000)1(Γ) Α.Α.Δ. 1765, με παραπομπή στο Annual Practice 1960, σελ. 102). Επιπρόσθετα όμως, η επίδοση της Ειδοποίησης Τριτοδιαδίκου είναι αναγκαία προκειμένου να ενεργοποιηθεί η προθεσμία εμφάνισης του Τριτοδιάδικου στην αγωγή του Εναγομένου εναντίον του, ως η προθεσμία αυτή ορίζεται στη Δ.10, θ.4. Στην παρούσα υπόθεση το ότι δεν εκδόθηκε και δεν επιδόθηκε η Ειδοποίηση Τριτοδιαδίκου σύμφωνα με τον τύπο που προβλέπεται στη Δ.10, θ. 2
(1)αποτελεί όντως παρατυπία που άπτεται της έναρξης της διαδικασίας, ήτοι του εναρκτήριου τύπου της διαδικασίας και ως τέτοια είναι ουσιώδης παρατυπία. 3. Αναφορικά με την παράταση του χρόνου επίδοσης της Ειδοποίησης Τριτοδιαδίκου κατόπιν προφορικού αιτήματος. Το ότι ο Εναγόμενος εξασφάλισε με προφορικό αίτημα παράταση του χρόνου επίδοσης δυνάμει της Διάταξης 57, θ.2 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας είναι ζήτημα ξεχωριστό, αλλά δευτερεύον υπό τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης. Το πρωτεύον ζήτημα δεν είναι αν το Δικαστήριο είχε την εξουσία να παρατείνει το χρόνο για επίδοση δυνάμει της Δ.57, ως έπραξε, αλλά το αν οι Τριτοδιάδικοι στερήθηκαν της ευχέρειας να ελέγξουν αν η διαδικασία Τριτοδιαδίκου κινήθηκε εμπρόθεσμα λόγω ακριβώς της μη επίδοσης σε αυτούς του συνταχθέντος Διατάγματος, τόσο για την αρχική χορήγηση της άδειας όσο και για την παράταση του χρόνου επίδοσης. Εν πάση περιπτώσει, στην προκειμένη περίπτωση είναι παραδεκτό το ότι δόθηκε η παράταση χρόνου δυνάμει της Δ.57, θ.2, η οποία αποτελεί κατάλληλη νομική βάση. Η Δ.57, θ.2 προβλέπει ότι το Δικαστήριο ή ο Δικαστής θα έχει εξουσία να επιμηκύνει ή να σμικρύνει το χρόνο τον καθορισμένο από αυτούς τους Κανονισμούς ή τον ορισμένον με οποιανδήποτε διαταγή, για τη διεύρυνση του χρόνου με σκοπό τη διενέργεια οποιασδήποτε πράξης ή τη λήψη οποιασδήποτε διαδικασίας, κάτω από τέτοιους όρους ως το δίκαιο της υπόθεσης επιβάλλει. Η Δ.57, θ.2 προβλέπει συγχρόνως ότι οποιαδήποτε τέτοια επιμήκυνση μπορεί να διαταχθεί παρά το γεγονός ότι η αίτηση για κάτι τέτοιο δεν γίνεται παρά μέχρι μετά την εκπνοή της προθεσμίας που καθορίστηκε ή επιτράπηκε. Επομένως, δεν συμφωνώ με τη θέση που διατύπωσαν οι συνήγοροι των Τριτοδιαδίκων, ότι είναι άκυρη η χορηγηθείσα παράταση χρόνου επίδοσης της Ειδοποίησης Τριτοδιαδίκου για το μόνο λόγο ότι η υποβολή προφορικού αιτήματος για παράταση του χρόνου επίδοσης έγινε αφότου είχε ήδη εκπνεύσει η αρχικά χορηγηθείσα προθεσμία. Κρίνω ότι εδώ δεν τυγχάνει εφαρμογής η Lysandrou v. Schiza & Another
(1979)1 C.L.R. 267, εφόσον η ίδια η Δ.57, θ.2, επιτρέπει την υποβολή του αιτήματος παράτασης χρόνου ακόμη και μετά την εκπνοή της αρχικά ταχθείσας προθεσμίας. Τίποτα δεν διαλαμβάνεται στη Δ.57, θ.2, το οποίο να περιορίζει την εμβέλεια εφαρμογής της εν λόγω Διάταξης υπό την προϋπόθεση επίκλησής της με γραπτή αίτηση. Δεν προβλέπεται τέτοιος τύπος στην εν λόγω Διαταγή. Η επίκληση της Δ.57, θ.2 δύναται να γίνει μονομερώς, χωρίς να απαιτείται να συνοδεύεται ή να υποστηρίζεται με ένορκη δήλωση (βλ. τη Δ.48, θ.8
(1)(qq),
(2)) και συνεπώς το ότι υποβλήθηκε με προφορικό αίτημα της συνηγόρου του Εναγόμενου στο στάδιο που η αγωγή ήταν ορισμένη για οδηγίες, ουδόλως επηρέασε τα συμφέροντα των Τριτοδιαδίκων. Η συνέπεια που δημιούργησε η χορηγηθείσα παράταση ήταν να επιτραπεί στον Εναγόμενο να προβεί στην επίδοση της Ειδοποίησης Τριτοδιαδίκου το αργότερο μέχρι μία ταχθείσα ημερομηνία. Όφειλε ο Εναγόμενος, άπαξ και εξασφάλισε την εν λόγω παράταση, να μεριμνήσει να ζητήσει τη σύνταξη του διατάγματος παράτασης χρόνου και συγχρόνως του αρχικού διατάγματος με το οποίο χορηγήθηκε η άδεια προσεπίκλησης Τριτοδιαδίκου, για να επιδώσει αμφότερα μαζί με την Ειδοποίηση Τριτοδιαδίκου, πράγμα που ως φαίνεται ουδέποτε έπραξε. 4. Αναφορικά με το αν οι διαπιστωθείσες παρατυπίες δύνανται να θεραπευθούν στο παρόν στάδιο με Διάταγμα του Δικαστηρίου. Το ζήτημα θα πρέπει να κριθεί στη βάση της Δ.64, την οποία κρίνω κατάλληλο να παραθέσω αυτούσια προτού προβώ σε σχολιασμό: «1.
(1)Η μη συμμόρφωση, λόγω οποιασδήποτε πράξεως ή παραλείψεως, με τα προβλεπόμενα από τους παρόντες Κανονισμούς, αναφορικά με χρόνο, τόπο, τρόπο, τύπο, περιεχόμενο ή οτιδήποτε άλλο κατά την έναρξη ή τη φερόμενη έναρξη οποιασδήποτε διαδικασίας, ή σε σχέση με αυτή, θα θεωρείται παρατυπία και δε θα καθιστά άκυρη τη διαδικασία, οποιοδήποτε βήμα στη διαδικασία, ή οποιοδήποτε έγγραφο, απόφαση ή διάταγμα σε αυτή.
(2)Τηρούμενης της παραγράφου
(3), το Δικαστήριο δύναται, εφόσον διαπιστώσει τέτοια μη συμμόρφωση με τους Κανονισμούς, όπως προβλέπεται στην παράγραφο
(1), και υπό τέτοιους όρους ως προς τα έξοδα ή άλλως, όπως κρίνει δίκαιο, να παραμερίσει εξ ολοκλήρου ή εν μέρει τη διαδικασία στην οποία επεσυνέβη η μη συμμόρφωση, οποιοδήποτε βήμα έγινε στη διαδικασία εκείνη, ή οποιοδήποτε έγγραφο, απόφαση ή διάταγμα σε αυτή, ή ασκώντας τις εξουσίες που του παρέχουν οι παρόντες Κανονισμοί, να επιτρέψει τέτοιες τροποποιήσεις, εάν χρειάζονται, και να εκδώσει τέτοιο διάταγμα, εάν χρειάζεται, αναφορικά με τη διαδικασία γενικά, όπως κρίνει πρέπον.
  1. Αίτηση για παραμερισμό οποιασδήποτε διαδικασίας, οποιουδήποτε βήματος που έγινε σε οποιαδήποτε διαδικασία, ή οποιουδήποτε εγγράφου, αποφάσεως ή διατάγματος σε αυτή, λόγω παρατυπίας, δε θα επιτρέπεται, εκτός εάν υποβάλλεται μέσα σε εύλογο χρόνο και προτού ο διάδικος που υπέβαλε την αίτηση προβεί σε οποιοδήποτε νέο βήμα, αφότου η παρατυπία περιήλθε σε γνώση του. Οι προτεινόμενοι λόγοι για παραμερισμό δυνάμει του παρόντος Κανόνα, θα αναφέρονται στην αίτηση.
  2. Το Δικαστήριο δε θα παραμερίζει εξ ολοκλήρου οποιαδήποτε διαδικασία, ή το κλητήριο ένταλμα ή άλλο εναρκτήριο μέσο με το οποίο έχει αρχίσει η διαδικασία, για το λόγο ότι έχει χρησιμοποιηθεί διαφορετικό εναρκτήριο μέσο για την έναρξη της διαδικασίας από εκείνο που απαιτεί οποιοσδήποτε από τους παρόντες Κανονισμούς.
  3. Αίτηση για παραμερισμό οποιασδήποτε διαδικασίας, οποιουδήποτε βήματος που έγινε σε οποιαδήποτε διαδικασία ή οποιουδήποτε εγγράφου, αποφάσεως ή διατάγματος σε αυτή, λόγω παρατυπίας, δεν θα επιτρέπεται, εκτός εάν υποβάλλεται μέσα σε εύλογο χρόνο και προτού ο διάδικος που υπέβαλε την αίτηση προβεί σε οποιοδήποτε νέο βήμα, αφότου η παρατυπία περιήλθε σε γνώση του. οι προτεινόμενοι λόγοι για παραμερισμό δυνάμει του παρόντος Κανόνα, θα αναφέρονται στην αίτηση.» Αρχίζοντας από τη Δ.64, θ.4, έχω να παρατηρήσω ότι στην παρούσα υπόθεση, αμφότεροι οι Τριτοδιάδικοι υπέβαλαν τις αιτήσεις παραμερισμού εντός ευλόγου χρόνου και προτού προβούν σε οποιοδήποτε νέο βήμα. Συγκεκριμένα꞉ Ο Τριτοδιάδικος αρ. 2 καταχώρησε Σημείωμα εμφάνισης στις 25.6.2014, με εμφανή σήμανση επ' αυτού ότι καταχωρήτο «άνευ βλάβης και υπό διαμαρτυρία». Την ίδια ημέρα ακριβώς (ήτοι 25.6.2014) καταχωρήθηκε η αίτηση παραμερισμού και/ή ακύρωσης της διαδικασίας τριτοδιαδίκου. Συνεπώς, αυτός δεν επέδειξε οποιαδήποτε ανοχή ή αποδοχή των παρατυπιών στην έκδοση και επίδοση των εγγράφων της διαδικασίας τριτοδιαδίκου ούτε συγκατένευσε στην υπαγωγή του στη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου ως τριτοδιάδικος. Ο Τριτοδιάδικος αρ. 1 καταχώρησε Σημείωμα Εμφάνισης αδιαμαρτύρητα και χωρίς όρους στις 7.7.
  4. Καταχώρησε αίτηση παραμερισμού και/ή ακύρωσης της διαδικασίας τριτοδιαδίκου στις 6.8.2015, ήτοι προτού ληφθεί οποιοδήποτε άλλο μέτρο στην εν λόγω διαδικασία εκ μέρους του ή και εκ μέρους τους Εναγόμενου και, ειδικότερα, προτού ο Εναγόμενος ζητήσει να δοθούν οδηγίες στη διαδικασία τριτοδιαδίκου δυνάμει της Δ.10, θ.
  5. Το ερώτημα που αναφύεται είναι κατά πόσον η χωρίς όρους καταχώρηση σημειώματος εμφάνισης είναι κααταλυτικής σημασίας για τη νομιμοποίηση του Τριτοδιάδικου αρ. 1 να ζητεί τον παραμερισμό της διαδικασίας τριτοδιαδίκου. Υπάρχουν πρωτόδικες αποφάσεις, στις οποίες με έχουν παραπέμψει οι συνήγοροι των Τριτοδιαδίκων, οι οποίες, έχοντας ως αφετηρία τη διαφοροποίηση μεταξύ κλητηρίου εντάλματος και ειδοποίησης τριτοδιαδίκου, καταλήγουν ότι ο τύπος του σημειώματος εμφάνισης δεν επιδρά στο δικαίωμα υποβολής αίτησης παραμερισμού της διαδικασίας. Στην υπόθεση (Padley n. Dobson κ.α.
(1999)1(Γ) Α.Α.Δ. 1583, 1592) λέχθησαν τα ακόλουθα: «.. Σίγουρα δεν υπάρχει οτιδήποτε στη Δ.10 ως σύνολο ή επί μέρους που να καθιστά την ειδοποίηση τριτοδιαδίκου κλητήριο ένταλμα πέραν των κοινών συνεπειών τους. Στους θεσμούς δεν δίδεται ορισμός του όρου «κλητήριο ένταλμα», όμως ο ορισμός του όρου action («a civil proceeding commenced by writ or in such other manner as may be prescribed..») δείχνει τη διαφοροποίηση μεταξύ κλητηρίου εντάλματος και άλλων εναρκτήριων διαδικασιών και αν ακόμα η ειδοποίηση τριτοδιαδίκου εθεωρείτο εναρκτήρια διαδικασία». Η εισήγηση είναι ότι, σε αντίθεση προς τα όσα η Δ.16 θ.9 επιβάλλει για την παραδεκτή καταχώριση αίτησης για την ακύρωση και/ή τον παραμερισμό επίδοσης κλητηρίου εντάλματος, η παραδεκτή καταχώριση αίτησης για την ακύρωση και/ή τον παραμερισμό ειδοποίησης τριτοδιαδίκου δεν προϋποθέτει την απουσία σημειώματος εμφάνισης ή, σε περίπτωση όπου τέτοιο σημείωμα έχει ήδη καταχωριστεί, δεν προϋποθέτει αυτό να τελεί υπό αίρεσιν (conditional appearance) (G. J. Magdon Ltd v. A.L.Metal Trading Ltd
(2001)1(Γ) Α.Α.Δ. 2046, 2066-7). Υποστηρίζεται περαιτέρω ότι, δεδομένου ότι η Δ.10 θ.7
(3)προβλέπει πως η αίτηση για την ακύρωση και/ή τον παραμερισμό διαδικασίας τριτοδιαδίκου μπορεί να καταχωριστεί καθ'οιονδήποτε στάδιο της διαδικασίας έπεται πως η αίτηση αυτή δεν μπορεί να εξαρτάται από το είδος του σημειώματος εμφάνισης που ο τριτοδιάδικος κατεχώρισε. Στην πρωτόδικη απόφαση Αρ. Αγωγής 1356/2009, Θεόδωρος Π. Μέττης Λτδ ν. Αδελφοί Σ. Πεκρή κ.α., ημερ. 08/06/2012, έγινε εκτενής αναφορά στη διαδικασία του Τριτοδιαδίκου και στον παραμερισμό αυτής. Στην εν λόγω απόφαση λέχθηκαν τα εξής κάτωθι: «Η αίτηση των Τριτοδιαδίκων όπως πιο πάνω αναφέρεται στηρίζεται μεταξύ άλλων στη Δ.10 Θ.7
(3)η οποία προνοεί ότι η διαδικασία Τριτοδιαδίκου μπορεί οιανδήποτε στιγμή να παραμερισθεί από το Δικαστήριο ή Δικαστή. ... Η Δ.10 Θ.7 ρυθμίζει την αίτηση για οδηγίες που ακολουθεί την έκδοση ειδοποίησης τριτοδιαδίκου. Στα πλαίσια των οδηγιών το Δικαστήριο εξετάζει δυνάμει της εν λόγω διαταγής την εγκυρότητα της ειδοποίησης και τυχόν ενστάσεις του τριτοδιαδίκου. Είναι αναγκαίο δε να εξεταστεί αρχικά κατά πόσον η υπόθεση εμπίπτει σε οποιανδήποτε από τις περιπτώσεις που προβλέπει η Δ.10 Θ.1 (βλ. Baxter v. France & Others
(1895)1 QB 455 και Ιωάννου v. Κ. Βιολάρης (πιο πάνω)).» Το δικαίωμα καταχώρησης Αίτησης για παραμερισμό της διαδικασίας του Τριτοδιαδίκου μπορεί να καταχωρηθεί και η απόφαση να παραμερισθεί οποτεδήποτε, και δεν θεωρείται καταχρηστική, πόσο μάλλον όταν η εν λόγω αίτηση καταχωρείται αμέσως μετά την επίδοση των εν λόγω εγγράφων.» Από έρευνα που έχω κάνει έχω εντοπίσει μίαν τουλάχιστον απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, η οποία δείχνει πως ο Τριτοδιάδικος θα πρέπει να θέσει το αίτημα του για παραμερισμό της Ειδοποίησης Τριτοδιαδίκου το αργότερο κατά την διαδικασία για οδηγίες του Δικαστηρίου δυνάμει της Δ.10, θ.7. Εάν δεν εγερθεί το παράπονό του τουλάχιστον σε εκείνο το στάδιο, τότε θεωρείται ότι έχει εθελούσια υπαχθεί στη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου ως τριτοδιάδικος. Παραπέμπω συγκεκριμένα, στην Marfin Popular Bank Public Co Ltd v The Telec Logistic Co Ltd
(2012)1Β Α.Α.Δ 1002, όπου λέχθηκαν τα εξής: «Με την παρούσα έφεση αξιώνεται ο παραμερισμός της απόφασης του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού με την οποία ακυρώθηκε διάταγμα ημερομηνίας 16.2.2006, με το οποίο παραχωρήθηκε άδεια προς έκδοση και επίδοση ειδοποίησης τριτοδιάδικου. [.] Ύστερα από σχετική αίτηση η εφεσείουσα εξασφάλισε διάταγμα για την έκδοση ειδοποίησης τριτοδιάδικου και ο κ. [.], ο οποίος είχε διοριστεί ως δικηγόρος της στην Κύπρο, αποδέχτηκε επίδοση της ειδοποίησης εκ μέρους του τριτοδιάδικου. Η εφεσείουσα υποστηρίζει ότι το δικαστήριο έσφαλε όταν αποφάσισε ότι για την έκδοση και επίδοση ειδοποίησης τριτοδιάδικου, υπό τις περιστάσεις και γεγονότα της συγκεκριμένης περίπτωσης, απαιτείτο η άδεια του δικαστηρίου για τη σφράγιση της ειδοποίησης βάσει της Δ.2, θ.2 και επίδοση της ειδοποίησης στον τριτοδιάδικο στο εξωτερικό βάσει της Δ.6, θ.1. Υποστηρίζει ακόμα, ότι το δικαστήριο εσφαλμένα αποφάσισε ότι ο τριτοδιάδικος δεν είχε υπαχθεί στη δικαιοδοσία του δικαστηρίου και ότι η επίδοση που έγινε στο δικηγόρο του τριτοδιάδικου ήταν υποκατάστατη επίδοση. Τέλος υποστηρίζει ότι η εφεσίβλητη δεν νομιμοποιείται, δηλαδή δεν έχει locus standi να αξιώσει ακύρωση της διαδικασίας τριτοδιάδικου. Οι εφεσίβλητοι αντικρούουν βέβαια τις πιο πάνω θέσεις και ουσιαστικά επαναλαμβάνουν τις θέσεις που αποδέχτηκε το πρωτόδικο δικαστήριο για να καταλήξει στην απόφαση να ακυρώσει το εκδοθέν διάταγμα. Η έφεση θα πρέπει να επιτύχει. Η εφεσείουσα αξίωσε νομοτύπως διάταγμα για άδεια προς έκδοση και επίδοση ειδοποίησης τριτοδιάδικου προς την Seaway National Bank, τράπεζα που εδρεύει στις Ηνωμένες Πολιτείες. Η αξίωση έγινε με μονομερή αίτηση όπως προβλέπουν οι θεσμοί. Ο τριτοδιάδικος καταχώρησε σημείωμα εμφάνισης άνευ όρων και παρουσιάστηκε ενώπιον του δικαστηρίου στην ακρόαση αίτησης με την οποία η εφεσείουσα ζητούσε οδηγίες για τη διαδικασία τριτοδιάδικου, οπότε και εκδόθηκε διάταγμα οδηγιών του δικαστηρίου με τη συναίνεση του τριτοδιάδικου. Στην ίδια αίτηση παρουσιάστηκε και η εφεσίβλητη η οποία επίσης συναίνεσε στην έκδοση οδηγιών από το δικαστήριο. Όπως έχει και νομολογιακά διαπιστωθεί, ο τριτοδιάδικος δεν είναι εναγόμενος στην αγωγή του ενάγοντα εναντίον του εναγόμενου, εκτός αν ο ενάγων αποφασίσει να τον καταστήσει συνεναγόμενο. Η διαδικασία τριτοδιάδικου είναι εντελώς ξεχωριστή και ανεξάρτητη διαδικασία από την υπάρχουσα αγωγή. Σκοπός της διαδικασίας τριτοδιάδικου, όπως επισημαίνεται στην Νικήτα ν. Medcon Construction Limited κ.ά.
(1997)1 Α.Α.Δ. 643, 653, είναι η αποφυγή πολλαπλότητας αγωγών, η αποφυγή εξόδων και η δέσμευση του τριτοδιάδικου με το αποτέλεσμα της αγωγής μεταξύ του ενάγοντα και του εναγόμενου, καθώς και η δυνατότητα απόφασης επί του θέματος που σχετίζεται με τη διαδικασία τριτοδιάδικου αμέσως μετά την απόφαση στην αγωγή, ούτως ώστε ο εναγόμενος να μην είναι αναγκασμένος να περιμένει να αποδείξει την αξίωσή του εναντίον του τριτοδιάδικου με άλλη αγωγή, ενώ ο ενάγων θα είχε την ευκαιρία να εκτελέσει την απόφαση εναντίον του. Όπως είναι γνωστό ο ενάγων δεν μπορεί να στραφεί ευθέως εναντίον του τριτοδιάδικου. Μόνο ο εναγόμενος δύναται να διεκδικήσει, αν βεβαίως επιτύχει στη διαδικασία εναντίον του τριτοδιάδικου, οποιοδήποτε ποσό επιδικαστεί να καταβάλει προς τον ενάγοντα, από τον τριτοδιάδικο. Είναι σαφές ότι η διαδικασία τριτοδιάδικου αφορά τον τριτοδιάδικο και τον εναγόμενο και όχι τον ενάγοντα ευθέως. Καταλήγουμε συνεπώς ότι η εφεσίβλητη δεν νομιμοποιείτο να στραφεί εναντίον του διατάγματος για έκδοση και επίδοση ειδοποίησης τριτοδιάδικου, αφού η διαδικασία αφορά μόνο τον εναγόμενο και τον τριτοδιάδικο. Περαιτέρω, όμως, από τη στιγμή που ο τριτοδιάδικος συγκατένευσε και έθεσε τον εαυτό του οικειοθελώς στη δικαιοδοσία του δικαστηρίου, δεν τίθεται θέμα τήρησης των θεσμών στους οποίους αναφέρθηκε το πρωτόδικο δικαστήριο. Οι θεσμοί που αφορούν τόσο την επίδοση στον τριτοδιάδικο, αλλά και στους άλλους διάδικους γενικά, έχουν τεθεί ούτως ώστε να εξασφαλίζεται η ενημέρωσή τους για την υφιστάμενη διαδικασία που τους αφορά. Εφ' όσον ο τριτοδιάδικος έθεσε τον εαυτό του αυτοβούλως στη δικαιοδοσία των κυπριακών δικαστηρίων δεν τίθεται θέμα παράτυπης διαδικασίας. Οι θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας έχουν τεθεί με σκοπό τη διευκόλυνση της διαδικασίας και τη λύση των διαφορών επί της ουσίας. Αυτό είναι προφανές και από την ύπαρξη της Δ.64 η οποία τείνει να διορθώσει οποιαδήποτε παρατυπία. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι δεχόμαστε ότι η λανθασμένη ή παράτυπη έκδοση ειδοποίησης τριτοδιάδικου ή η εκτός θεσμών επίδοσή της μπορεί να διορθωθεί από τη Δ.64. Το θέμα δεν αφορά την παρούσα υπόθεση και δεν θα μας απασχολήσει. Ο κ. [.] ήταν διορισμένος δικηγόρος της εταιρείας του τριτοδιάδικου και αποδέχτηκε, ύστερα από εντολές των πελατών του, επίδοση της ειδοποίησης τριτοδιάδικου. Όπως είπαμε και πιο πάνω σκοπός της επίδοσης είναι η διαπίστωση ότι ο συγκεκριμένος διάδικος έχει ειδοποιηθεί για τη διαδικασία η οποία τον αφορά. Η έφεση επιτυγχάνει και η πρωτόδικη απόφαση παραμερίζεται, με έξοδα εναντίον της εφεσίβλητης, πλέον Φ.Π.Α. αν υπάρχει, τόσο πρωτοδίκως, όσο και κατ' έφεση.». Παρατηρώ ότι στην παρούσα υπόθεση, η αίτηση παραμερισμού της διαδικασίας τριτοδιαδίκου καταχωρήθηκε από τον Τριτοδιάδικο αρ. 1 προτού τα πράγματα προχωρήσουν σε στάδιο οδηγιών δυνάμει της Δ.10, θ.7. Συνεπακόλουθα, η παρούσα περίπτωση δεν είναι συγκρίσιμη με την περίπτωση στην προμνησθείσα απόφαση Telec Logistic Co. Και επομένως δεν μπορεί να λεχθεί ότι ο Τριτοδιάδικος αρ. 1 με τη συμπεριφορά του συγκατένευσε στην υπαγωγή του στη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου ως τριτοδιάδικος. Προχωρώ να εξετάσω κατά πόσο χωρεί εφαρμογής η Δ.64, θ.1,2,3. Ενώπιον μου οι συνήγοροι των διαδίκων έχουν θέσει τη νομολογία στην οποία αναφέρθηκε ότι «η Δ.64 δεν αποτελεί πανάκεια για κάθε παράλειψη συμμόρφωσης με τους κανονισμούς» (Πετρίχου ν. Χατζιωσήφ
(1998)1 Α.Α.Δ. 81, 84). Δημιουργεί ένα διαδικαστικό μέσο το οποίο μπορεί να χρησιμοποιήσει ο διάδικος για να θεραπεύσει παρατυπίες στη διαδικασία, εφ' όσον αυτές είναι θεραπεύσιμες. Έχουν επίσης θέσει υπόψη μου τη νομολογία στην οποία έχει λεχθεί ότι η συγκεκριμένη διαταγή δεν παρέχει στο δικαστήριο την εξουσία να προβαίνει αυτεπαγγέλτως σε διορθωτικές κινήσεις. Το δικαστήριο υποχρεούται να εξετάζει την ενώπιον του κατάσταση όπως αυτή έχει δημιουργηθεί. Τα κατάλληλα διορθωτικά διαβήματα θα πρέπει να λαμβάνονται από τον ενδιαφερόμενο διάδικο (Οικονομίδου ν. Φλουρέντζος Χριστοδούλου και Υιοί Λίμιτεδ, Π.Ε. 12031, ημερ. 22.9.2005), δηλαδή με ευθύνη του υπεύθυνου για την παρατυπία (Δέστε: Dasaki Entertainment Co. Ltd v. Ιερού Ναού Παναγίας Χρυσελεοόσης Στροβόλου (Αρ. 2)
(2009)1 Α.Α.Δ. 356). Είναι δεκτό ότι η παρατυπία, μέχρι την άρση της, υπάρχει. Και εν προκειμένω, στην παρούσα υπόθεση η παρατυπίες που εντόπισα ανωτέρω εξακολουθούν να υφίστανται καθ' ότι ο Εναγόμενος, που είναι υπεύθυνος γι' αυτές, δεν έχει προβεί μέχρι σήμερα σε οποιοδήποτε διάβημα για διόρθωσή τους, ήτοι δεν έχει προβεί στη λήψη των ορθών δικονομικών μέτρων για τη διαδικασία επίδοσης της Ειδοποίησης Τριτοδιαδίκου καθώς και συνταχθέντος Διατάγματος βάσει του οποίου αυτή εκδόθηκε ως επίσης του συνταχθέντος Διατάγματος βάσει του οποίου παρατάθηκε ο χρόνος επίδοσής της. Ενώπιον μου τίθεται η εισήγηση ότι η παράλειψη του δεν είναι θεραπεύσιμη αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο ή / και ότι η καθυστέρηση του ή ή αμέλεια του μέχρι σήμερα να αιτηθεί την άρση της παρατυπίας θα πρέπει να αξιολογηθεί από το Δικαστήριο ασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια να μην θεωρήσει τώρα θεραπεύσιμη την παρατυπία. Το κατά πόσον το Δικαστήριο δύναται ή όχι να θεραπεύσει αυτεπάγγελτα μία παρατυπία έχει αποσαφηνιστεί στην απόφαση ημερ. 17.12.2013, στην Πολιτική Έφεση 63/2010, Γιώργος Φαλέκκου ν Κυριάκου Χριστοφίδη. Το Ανώτατο Δικαστήριο με ομόφωνη απόφαση έθεσε το θέμα ως εξής꞉ «Ερχόμαστε τώρα στο δεύτερο λόγο έφεσης που αφορά στον τρόπο που το πρωτόδικο δικαστήριο επέλεξε να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια για να θεραπεύσει την παρατυπία. Ο ευπαίδευτος συνήγορος για τον Εφεσείοντα θεωρεί εσφαλμένη την έκδοση διατάγματος απαλλαγής της διαπιστωθείσας παρατυπίας. Ήταν η θέση του ότι το πρωτόδικο δικαστήριο δεν είχε εξουσία να θεραπεύσει αυτεπαγγέλτως την παρατυπία, αλλά θα έπρεπε να αφήσει τον Εφεσίβλητο να αποταθεί ο ίδιος στο δικαστήριο για άρση της παρανομίας. Προς υποστήριξη της θέσης του, επικαλείται τις υποθέσεις Πέτριχου ν. Χ΄΄Ιωσήφ
(1998)1 ΑΑΔ 81, Wunderlich κ.α. ν. Παναγιώτου, ανωτέρω, M.I. Holdings Public Ltd v. Παναγή
(2006)1Α ΑΑΔ 298, Αρέστη ν. Ερμογένους
(2010)1(Γ) ΑΑΔ
  1. Δεν συμφωνούμε με τις θέσεις του Εφεσείοντος. Οι υποθέσεις στις οποίες έκαμε αναφορά δεν υποστηρίζουν ένα τέτοιο άκαμπτο κανόνα. Αντίθετα στην υπόθεση Wunderlich κ.α. ν. Παναγιώτου, ανωτέρω, στην οποία έκαμε αναφορά ο δικηγόρος του Εφεσείοντος, το Εφετείο υιοθετώντας τα όσα αναφέρθηκαν στην αγγλική υπόθεση Metroinvest Ansalt and Others v. Commercial Union, ανωτέρω, ανέφερε τα εξής:- «Το θέμα έχει τύχει αντιμετώπισης από το Αγγλικό Εφετείο στην Metroinvest Ansalt and Others v. Commercial Union [1985] 1 W.L.R. 513, 520, 521,
  2. Στην υπόθεση εκείνη έχει ερμηνευθεί η νέα αγγλική Δ.2 - αντιστοιχεί με τη δική μας νέα Δ.64 - και από τη μελέτη της απόφασης προκύπτουν τα εξής:
  3. Όπου διαπιστώνεται παρατυπία λόγω παράλειψης συμμόρφωσης με τους Θεσμούς, το παράτυπο μέτρο ή έγγραφο παραμένει παράτυπο inter partes μέχρις ότου το ζήτημα εξεταστεί από το δικαστήριο δυνάμει της νέας Δ.64 θ.
  4. Επιβάλλεται η εξέταση του ζητήματος της παρατυπίας από το δικαστήριο έστω και αν τέτοιο ζήτημα δεν είχε εγερθεί από τους διάδικους.
  5. Η παραίτηση της άλλης πλευράς, με τρόπο ρητό ή εξυπακουόμενο, από το δικαίωμα που της παρέχεται λόγω της παρατυπίας αποτελεί καλό λόγο για να γίνει αποδεκτή η παρατυπία.
  6. Ένας από τους κύριους λόγους που λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο στην άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας δυνάμει της Δ.64 θ.2 είναι ο δυσμενής επηρεασμός (prejudice) της άλλης πλευράς λόγω της συγκεκριμένης παρατυπίας. Ωστόσο η νέα Δ.64 θ.2 είναι διατυπωμένη με τρόπο που να παρέχει στο δικαστήριο την ευρύτερη δυνατή εξουσία για να απονέμει δικαιοσύνη.
  7. Στην άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας το δικαστήριο μπορεί να παραμερίσει πλήρως ή μερικώς τη διαδικασία στην οποία έχει σημειωθεί η παρατυπία ή - διαζευκτικά - "να εκδώσει τέτοιο διάταγμα αναφορικά με τη διαδικασία γενικά όπως κρίνει πρέπον". Το πιο κάτω απόσπασμα από την απόφαση του Λόρδου Δικαστή Slade - στις σελ. 522-523 - είναι διαφωτιστικό: "Where, in the course of proceedings, the court finds that a failure of the nature referred to in Ord. 2, r. 1
(1)has occurred, which has not been waived by the other party either expressly or by implication, it is given by Ord. 2, r. 1
(2)a choice of courses to pursue at its own discretion, whether or not an application under Ord. 2, r. 2 is before it. In such a situation, in the exercise of its discretion under rule 1
(2), it may either adopt the more draconian course of setting aside wholly or in part the proceedings in which the failure occurred; ... alternatively, it may 'make such order ... dealing with the proceedings generally as it thinks fit'. The last mentioned words are, in my opinion, manifestly wide enough to empower it to make a dispensing order waiving the relevant irregularity: see, for example, Leal v. Dunlop Bio-Processes International Ltd [1984] 1 W.L.R. 874, 880F, per Stephenson L.J.". Σε ελληνική μετάφραση: "Όπου στη διάρκεια της διαδικασίας, το δικαστήριο διαπιστώνει ότι έχει επισυμβεί παράλειψη της φύσης που αναφέρεται στην Δ.2 θ.1
(1)από την οποία το άλλο μέρος δεν έχει παραιτηθεί με τρόπο ρητό ή εξυπακουόμενο, η Δ.2 θ. 1
(2)παρέχει στο Δικαστήριο επιλογή της πορείας που θα ακολουθήσει με δική του διακριτική ευχέρεια, είτε υπάρχει ενώπιον του ή όχι αίτηση δυνάμει της Δ.2 θ.2. Σε τέτοια περίπτωση στην άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας δυνάμει του θ. 1
(2), μπορεί είτε να υιοθετήσει την πλέον δρακόντια πορεία πλήρους παραμερισμού ή μερικώς της διαδικασίας στην οποία έχει επισυμβεί η παράλειψη .... Διαζευκτικά μπορεί «να εκδώσει τέτοιο διάταγμα .. αναφορικά με τη διαδικασία γενικά όπως κρίνει πρέπον». Οι τελευταίες λέξεις είναι, κατά την άποψη μου, έκδηλα τόσο ευρείες που του δίνουν εξουσία να εκδώσει διάταγμα παραίτησης από το δικαίωμα που παρέχεται λόγω της παρατυπίας: βλ. π.χ., Leal ν. Dunlop Bio-Processes International Ltd [1984] 1 W.L.R. 874, 880F, απόφαση του Δικαστή Stephenson." (Βλ. και Panayiotis Georghiou (πιο πάνω) και Αθανασιάδης ν. Αλεξάνδρου
(1991)1 Α.Α.Δ. 945). Υιοθετούμε την πιο πάνω θέση της Αγγλικής Νομολογίας γιατί αντανακλά την ορθή ερμηνεία της νέας Αγγλικής Δ.2 η οποία αντιστοιχεί με τη δική μας νέα Δ.64.» Στην πιο πάνω υπόθεση το Εφετείο έκρινε ότι «το πρωτόδικο δικαστήριο έπρεπε να θεραπεύσει την παρατυπία με το να εκδώσει διάταγμα απαλλαγής από την παρατυπία» (βλ. σελ. 381 της απόφασης). Τα όσα αναφέρθηκαν μετέπειτα στις υποθέσεις M.I. Holdings Public Ltd v. Παναγή, ανωτέρω και Αρέστη ν. Ερμογένους, ανωτέρω, ότι η Δ.64 δεν «παρέχει στο Δικαστήριο εξουσία να προβαίνει αυτεπαγγέλτως σε διορθωτικές κινήσεις», ουδόλως επηρεάζουν το δικαστικό λόγο της Wunderlich κ.α. ν. Παναγιώτου. Τα όσα αναφέρθηκαν στις πιο πάνω δύο υποθέσεις που επικαλέστηκε ο συνήγορος του Εφεσείοντος, έγιναν με αναφορά στην υπόθεση Πέτριχου ν. Χ΄΄Ιωσήφ, ανωτέρω. Όμως εκείνο που τονίστηκε στην Πέτριχου, ήταν ότι η νέα Δ.64 δεν αποτελεί πανάκεια στη μη συμμόρφωση με τους Κανονισμούς, τους οποίους δεν έχει σκοπό να καταργήσει. Τονίστηκε ότι η Δ.64 δημιουργεί ένα ένδικο μέσο το οποίο ο διάδικος μπορεί να χρησιμοποιήσει για να θεραπεύσει παρατυπίες. Όμως το Δικαστήριο με κανένα τρόπο δεν περιόρισε τη διακριτική ευχέρεια του πρωτόδικου δικαστηρίου, όταν με κάποιο τρόπο εγείρεται ενώπιον του θέμα μη συμμόρφωσης με τους Κανονισμούς, να ασκήσει τη διακριτική ευχέρεια που του παρέχεται από τη Δ.64 θ.1
(3)και είτε να παραμερίσει το μη θεραπεύσιμο εναρκτήριο μέσο, είτε να εκδώσει τέτοιο διάταγμα, όπως κρίνει δίκαιο και πρέπον αναφορικά με τη διαδικασία. Δεν χρειάζεται και ούτε και θα ήταν ορθό να αποφασίσουμε τελεσίδικα την εμβέλεια της διακριτικής ευχέρειας του πρωτόδικου δικαστηρίου, καθότι δεν είναι αναγκαίο για σκοπούς της παρούσας έφεσης. Στην προκειμένη περίπτωση, από τη στιγμή που το πρωτόδικο δικαστήριο προέβη σε διαπίστωση ότι πρόκειται για θεραπεύσιμη παρατυπία, δεν βλέπουμε λόγο γιατί να μην μπορούσε στην ίδια διαδικασία να θεραπεύσει την παρατυπία δυνάμει της Δ.64, εφόσον το έκρινε αναγκαίο. Θα ήταν τυπολατρική προσέγγιση αν κρίναμε ότι για να θεραπευθεί η ήδη διαπιστωθείσα παρατυπία θα έπρεπε το πρωτόδικο δικαστήριο να αναβάλει την υπόθεση, ώστε να δοθεί χρόνος στον Εφεσίβλητο να καταχωρίσει αίτηση δυνάμει της Δ.64 για να θεραπεύσει την παρατυπία. Διερωτόμαστε σε τι θα εξυπηρετούσε η αίτηση, εφόσον η άλλη πλευρά δεν θα μπορούσε να έχει ουσιαστικούς λόγους ένστασης, αφού το ουσιαστικό θέμα είχε ήδη κριθεί από το πρωτόδικο δικαστήριο. Βέβαια οι πιο πάνω παρατηρήσεις μας δεν πρέπει να τύχουν παρανόησης ως προς το καθήκον του κάθε δικηγόρου ή διαδίκου που διαπιστώνει την παρατυπία να λαμβάνει έγκαιρα στην κατάλληλη περίπτωση τα αναγκαία μέτρα για θεραπεία της και όχι να αφήνει τα πράγματα να τύχουν διόρθωσης από το Δικαστήριο. Επομένως ούτε ο δεύτερος λόγος έφεσης ευσταθεί.». Επομένως, στην πιο πάνω απόφαση το Ανώτατο Δικαστήριο διευκρίνισε ότι υπάρχει η εξουσία του Δικαστηρίου ακόμη και αυτεπάγγελτα να θεραπεύσει μία παρατυπία εάν τούτη κρίνεται θεραπεύσιμη, ασκώντας βεβαίως τη διακριτική του εξουσία εντός των επιτρεπτών ορίων. Τέθηκε ευθέως το ζήτημα της καθυστέρησης ή ολιγωρίας στη λήψη μέτρων για διόρθωση της παρατυπίας από τον υπεύθυνο διάδικο ως ένας από τους παράγοντες που το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη κατά την άσκηση της εξουσίας αυτής. Στην απόφαση Αγωγή Αρ. 1068/12, μεταξύ ALPHA BANK CYPRUS LTD και 1. WRIGHT JON STUART κ.α. απόφαση ημερομηνίας 18.06.2013, αναφέρθηκαν τα εξής: «Κάθε καθυστέρηση στην υποβολή αίτησης για τη θεραπεία παρεκκλίσεων από τους θεσμούς πρέπει να αιτιολογείται∙ όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση, ανάλογα μεγαλύτερο είναι το βάρος το οποίο πρέπει να αποσεισθεί για να γίνει δεκτή η αίτηση για την παροχή θεραπείας.» Στην παρούσα υπόθεση, λαμβάνω υπόψη - · Πρώτον, τη φύση της παρατυπίας και το ουσιώδες αυτής, ήτοι ότι εδώ δεν έχει επιδοθεί στους Τριτοδιάδικους η Ειδοποίηση Τριτοδιαδίκου, στον κατάλληλο τύπο, η οποία εν προκειμένω αποτελεί το ορθό εναρκτήριο μέσο της διαδικασίας τριτοδιαδίκου. Επιδόθηκαν κάποια άλλα έγγραφα χωρίς να έχει συνταχθεί το Διάταγμα για τη χορηγηθείσα άδεια, ως οι θεσμοί προβλέπουν. · Δεν θεωρώ ότι θεραπεύει πλήρως την παρατυπία αυτή το γεγονός ότι, μέσω των άλλων εγγράφων που τους επιδόθηκαν, οι Τριτοδιάδικοι έχουν λάβει κάποια γνώση για την αντιδικία μεταξύ Ενάγουσας και Εναγομένου και για το σκοπό προς τον οποίο ο Εναγόμενος επιδιώκει την προσεπίκλησή τους. · Ως έχω εξηγήσει ανωτέρω, παρά το ότι οι Τριτοδιάδικοι έβαλαν εμφάνιση, εντούτοις ουδείς εξ αυτών συγκατένευσε στις παρατυπίες. Ήγειραν σε εύλογο χρόνο την αίτηση παραμερισμού, προτού λάβουν άλλο βήμα στην υπόθεση και προτού αυτή ορισθεί δυνάμει της Δ.10, θ.7 για οδηγίες. · Παρήλθε άπρακτο από μέρους του Εναγόμενου το χρονικό διάστημα από τις 25.6.2014 μέχρι την ημερομηνία που επιφυλάχθηκε η παρούσα απόφαση (16.10.2015), χωρίς αυτός να προβεί σε αίτημα για τη λήψη διορθωτικών μέτρων. · Δεν δόθηκε οποιαδήποτε ειδική αιτιολογία για την ως άνω καθυστέρηση. Το μόνο που προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου του Δικαστηρίου και ειδικότερα από τις δηλώσεις των συνηγόρων ενώπιον μου είναι ότι για κάποιο διάστημα γίνονταν προσπάθειες εξώδικης διευθέτησης. · Δεν υπάρχει πραγματικός κίνδυνος να θιγούν τα συμφέροντα του Εναγόμενου αν παραμεριστεί η επίδοση στον τριτοδιάδικο. Ειδικότερα κρίνω πως δεν υφίσταται κίνδυνος παραγραφής του δικαιώματος του να κινηθεί εναντίον των τριτοδιαδίκων, αφού, ως έχει νομολογηθεί, ο χρόνος παραγραφής μετρά υπέρ του τριτοδιάδικου από την ημέρα που εκδίδεται απόφαση υπέρ του ενάγοντα και εναντίον του εναγόμενου (βλ. Κυπριανού κ.α. ν. Γεώργιου Θεοδώρου ως διαχειριστού της περιουσίας του αποβιώσαντος Ελισσέου Θεοδώρου
(2000)1 Α.Α.Δ. 1006, όπου υιοθετήθηκε η προσέγγιση στην αγγλική υπόθεση Hordern Richmond Ltd v. Duncan [1947] 1 All E.R. 427). Ενόψει όλων των ανωτέρω, κρίνω βάσιμες αμφότερες τις αιτήσεις παραμερισμού της διαδικασίας προσεπίκλησης τριτοδιαδίκου σε ό,τι αφορά το στάδιο της επίδοσης και παραμερίζω και ακυρώνω την επίδοση που έγινε. Τα έξοδα σε κάθε μια αίτηση ξεχωριστά επιδικάζονται υπέρ του Αιτητή και εναντίον του Εναγομένου - Καθ' ου η αίτηση, ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (υπ.)......... Α. Πανταζή - Λάμπρου, Ε.Δ ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.