← Κύπρος

Αναφορικά με την Αίτηση του Κώστα Κίκα ν. Αναφορικά με την εταιρεία Φάρμα Ρένος Χ΄΄Ιωάννου Λτδ, Αίτηση Εταιρείας: 693/2012, 25/11/2015

Αναφορικά με την Αίτηση του Κώστα Κίκα ν. Αναφορικά με την εταιρεία Φάρμα Ρένος Χ΄΄Ιωάννου Λτδ, Αίτηση Εταιρείας: 693/2012, 25/11/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2015:A500 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: E. ΕΦΡΑΙΜ, Π.Ε.Δ. Αίτηση Εταιρείας: 693/2012 Αναφορικά με τον περί Εταιρειών Νόμο, Κεφ. 113 και Αναφορικά με την εταιρεία Φάρμα Ρένος Χ΄΄Ιωάννου Λτδ Καθ΄ ης και Αναφορικά με την Αίτηση του Κώστα Κίκα Αιτητή Αίτηση ημ. 19 Φεβρουαρίου 2015 για Τροποποίηση Ημερομηνία: 25 Νοεμβρίου 2015 Εμφανίσεις: Για τον Αιτητή: κα Ε. Νικολάου για Ζένιος Νικολάου Δ.Ε.Π.Ε. Για την Καθ΄ ης η Αίτηση: κα Ν. Χατζηιωάννου για Α. Κ. Χατζηιωάννου & Σία Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα Αίτηση ζητείται η τροποποίηση της κυρίως Αίτησης και ειδικότερα η αντικατάσταση στη νομική βάση του άρθρου 212(α) με το άρθρο 212(β) του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113. Η Αίτηση βασίζεται στις Δ.19, Δ.25 και Δ.48 θ.1, 7 και 9 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, στο άρθρο 214

(1)του Κεφ. 113 και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Η Αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του ίδιου του Αιτητή στην οποία ουσιαστικά αναφέρει πως περί τον Οκτώβριο του 2014 ο δικηγόρος του τον ενημέρωσε πως, κατόπιν μελέτης της Αίτησης, διαπίστωσε ότι είχε παραλείψει να αναφέρει στην κυρίως Αίτηση ότι αυτή στηρίζεται στο άρθρο 212(β). Σύμφωνα με την ενημέρωση, αυτή η παράλειψη έγινε εκ παραδρομής και ή οφείλεται σε αθώο ανθρώπινο λάθος, όμως είναι σοβαρή και γι΄ αυτό θα πρέπει να καταχωριστεί αίτηση τροποποίησης. Ο δικηγόρος του εξήγησε επίσης πως με βάση το άρθρο 212(β) η Kαθ΄ ης η Αίτηση εταιρεία λογίζεται ανίκανη να πληρώσει τα χρέη της αφού το ένταλμα εκποίησης κινητής περιουσίας (προς εκτέλεση απόφασης του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών) επιστράφηκε ανεκτέλεστο, όπως αναφέρεται στην ένορκη δήλωση του Αιτητή που συνοδεύει την κυρίως Αίτηση. Ο Αιτητής αναφέρει επίσης ότι «η κυρίως Αίτηση εμπίπτει στις προϋποθέσεις» του άρθρου 212(β) με αποτέλεσμα η απουσία του εν λόγω άρθρου να είναι σοβαρή και να συνεπάγεται την απόρριψη της κυρίως Αίτησης. Ισχυρίζεται ακόμα πως έχει καλό και νόμιμο αγώγιμο δικαίωμα εναντίον της Καθ΄ ης, πως η αιτούμενη τροποποίηση αφορά καθαρά νομικό θέμα, πως η ακρόαση της κυρίως Αίτησης δεν έχει αρχίσει και πως τα συμφέροντα της Καθ΄ ης ουδόλως επηρεάζονται. Η ένσταση έχει την ίδια νομική βάση ως η Αίτηση με την προσθήκη των Δ.1, 39, 63 και 64, των άρθρων 209, 211-214, 218 και 260 του Κεφ. 113, των άρθρων 2, 9, 11 και 12 του περί Απονομής της Δικαιοσύνης (Ποικίλαι Διατάξεις) Ν.33/64, και των άρθρων 1-3, 21, 22, 29 και 30 του περί Δικαστηρίων Ν.14/
  1. Οι λόγοι στους οποίους στηρίζεται η ένσταση είναι ουσιαστικά οι ακόλουθοι: 1) Η Αίτηση καταχωρίστηκε με μεγάλη καθυστέρηση 2) Η Αίτηση είναι νομοτυπικά λανθασμένη και ή αντικανονική και ή βασίζεται σε λανθασμένη νομική βάση 3) Η Αίτηση δεν πληροί τις προϋποθέσεις και δεν ακολουθήθηκε η ορθή διαδικασία 4) Δεν προβλέπεται τροποποίηση σε αίτηση δι΄ αναφοράς (petition) 5) Η Δ.25 δεν εφαρμόζεται σε αιτήσεις δι΄ αναφοράς 6) Η πρόσφατη ανακάλυψη λάθους στην κυρίως Αίτηση δεν δικαιολογεί την τροποποίηση της 7) Η Αίτηση είναι καταχρηστική και αποτελεί καταπιεστικό μέτρο 8) Τυχόν τροποποίηση θα προκαλέσει ανεπανόρθωτη ζημιά και θα καθυστερήσει την εκδίκαση της κυρίως Αίτησης 9) Τυχόν τροποποίηση θα επιφέρει την τροποποίηση και της ένορκης δήλωσης που τη συνοδεύει 10) Τυχόν τροποποίηση θα επιφέρει επίσης την τροποποίηση της ένστασης, διαδικασία άγνωστη στο σύστημα μας 11) Η κυρίως Αίτηση έχει ήδη δημοσιευθεί και τυχόν επιτυχία της Αίτησης συνεπάγεται εκ νέου δημοσίευση κάτι το οποίο θα προκαλέσει περαιτέρω ζημιά στη φήμη της Καθ΄ ης. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του κ. Κωνσταντίνου Χατζηιωάννου, διευθυντή εταιρειών οι οποίες είναι διευθύντριες της Καθ΄ ης. Σε αυτή ο ενόρκως δηλών επαναλαμβάνει τους λόγους ένστασης και προσθέτει πως η Αίτηση είναι κακόπιστη εφόσον ο Αιτητής προσπαθεί να επικαλεστεί άλλο τρόπο για να πετύχει εκκαθάριση της εταιρείας μόλις αντιλήφθηκε ότι δεν μπορούσε να το πράξει βασιζόμενος στο άρθρο 212(α). Αναφέρει περαιτέρω πως ο Αιτητής θα μπορούσε να αποσύρει την κυρίως Αίτηση και αντ΄ αυτού προκαλεί ζημιά στην Καθ΄ ης μέσω της κυρίως Αίτησης και καθυστερεί την εκδίκαση της. Η ακρόαση της Αίτησης διεξήχθη με γραπτές αγορεύσεις. Αναφορά σε αυτές θα γίνεται όπου αυτό κρίνεται σκόπιμο κατά την εξέταση των ζητημάτων τα οποία εγείρονται στα πλαίσια της υπό κρίση Αίτησης. Ι. Δυνατότητα Τροποποίησης Αίτησης Εκκαθάρισης Το πρώτο θέμα το οποίο χρήζει εξέτασης είναι το κατά πόσον παρέχεται η δυνατότητα τροποποίησης αίτησης εκκαθάρισης. Αυτό αποτελεί λόγο ένστασης και αποτέλεσε σημαντικό μέρος της αγόρευσης της δικηγόρου της Καθ΄ ης. Η θέση της Καθ΄ ης είναι ότι η αίτηση εκκαθάρισης είναι αίτηση δι΄ αναφοράς (petition). Εισηγήθηκε πως σε αιτήσεις εκκαθάρισης, όπως η κυρίως Αίτηση, εφαρμόζονται οι περί Εταιρειών (Εκκαθάριση) Κανονισμοί 1933, οι οποίοι παραπέμπουν στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας ως προς τη διαδικασία που ακολουθείται σε τέτοιας φύσης αιτήσεις. Εξέφρασε τη θέση πως η Δ.25, η οποία διέπει την τροποποίηση, αναφέρεται ρητώς σε τροποποίηση οπισθογράφησης ή δικογράφου και επομένως δεν καλύπτει αιτήσεις δι΄ αναφοράς. Κατέληξε δε πως τροποποίηση αιτήσεων δι΄ αναφοράς είναι άγνωστη διαδικασία στο δικό μας σύστημα. Είναι γεγονός ότι ο Καν. 3 των περί Εταιρειών Κανονισμών, Κεφ. 12, αναφέρει τα εξής: «The Rules of Court for the time being in force relating to civil actions, and the general practice and procedure of the Courts in the Colony (or, in default of local provision, the practice and procedure observed by the Courts in England), shall apply as regards all proceedings in relation to applications to which these rules relate so far as may be practicable, except if and so far as the Law or these rules otherwise provide.» Το Δικαστήριο συμφωνεί επίσης ότι σε αιτήσεις εκκαθάρισης, όπως η παρούσα περίπτωση, ισχύουν οι περί Εταιρειών (Εκκαθάριση) Κανονισμοί
  2. Ο Καν. 92 αυτών προνοεί ως ακολούθως: «Όπου σ΄ αυτούς τους κανονισμούς δεν γίνεται πρόνοια σχετικά με οποιοδήποτε ζήτημα που εγείρεται σε διαδικασία εκκαθάρισης, οι κανονισμοί του Δικαστηρίου που διέπουν τις πολιτικές διαδικασίες (περιλαμβανομένων των Κανονισμών Πτώχευσης) θα εφαρμόζονται για το τοιούτο ζήτημα στην έκταση που δεν θα αντίκειται με αυτούς τους κανονισμούς.» Με δεδομένο λοιπόν ότι ούτε ο περί Εταιρειών Νόμος αλλά ούτε και οι Κανονισμοί περιέχουν οποιαδήποτε πρόνοια η οποία να ρυθμίζει το θέμα τροποποίησης αιτήσεων εκκαθάρισης, έπεται πως βάσει των Κανονισμών τυγχάνει εφαρμογής για το ζήτημα αυτό η αντίστοιχη δικονομική πρόνοια των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και ειδικότερα η Δ.25, η οποία αναφέρει ότι : «
  3. The Court or a Judge may, at any stage of the proceedings, allow either party to alter or amend his indorsement or pleadings, in such manner and on such terms as may be just, and all such amendments shall be made as may be necessary for the purpose of determining the real questions in controversy between the parties.» Πράγματι η Δ.25 αναφέρεται σε τροποποίηση οπισθογράφησης ή δικογράφου («indorsement or pleading»). Αυτή όμως η αναφορά γίνεται ακριβώς επειδή οι Θεσμοί θεσπίστηκαν για να ρυθμίζουν τη διαδικασία πολιτικής φύσης. Ειδικότερα στις ερμηνευτικές διατάξεις της Δ.1 θ.2 δίδεται η ερμηνεία των όρων «αγωγή» και «εναρκτήρια αίτηση» («action» και «originating summons»). Ως εκ της φύσεως αλλά και του σκοπού τους οι Θεσμοί δεν ρυθμίζουν αιτήσεις εταιρειών για τις οποίες υπάρχει σχετικός Νόμος αλλά και Κανονισμοί, τόσο γενικοί αλλά και ειδικοί που αφορούν τις εκκαθαρίσεις εταιρειών. Ήταν η θέση της δικηγόρου της Καθ΄ ης ότι η Δ.25 δεν αφορά αιτήσεις εκκαθάρισης εταιρειών καθότι ο όρος «αγωγή» δεν περιλαμβάνει την αίτηση δι΄ αναφοράς (petition) σε αντιπαραβολή με τη Δ.36 στην οποία γίνεται ρητή αναφορά σε αίτηση δι΄ αναφοράς (petition). Ως εκ τούτου η ίδια διαπιστώνει κενό στους Θεσμούς το οποίο απολήγει στη μη ύπαρξη δικονομικής πρόνοιας η οποία να παρέχει εξουσία στο Δικαστήριο να διατάξει την τροποποίηση αιτήσεων εκκαθάρισης εταιρειών. Το Δικαστήριο δεν υιοθετεί αυτή τη θέση. Εκείνο το οποίο ουσιαστικά έχει συμβεί είναι ότι οι περί Εταιρειών Κανονισμοί παραπέμπουν στην εφαρμογή των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας όσον αφορά τη διαδικασία που ακολουθείται σε αιτήσεις εταιρειών ή εκκαθάρισης εταιρειών σε όποιο βαθμό υπάρχει κενό στους πρώτους. Έτσι επιτυγχάνεται η ρύθμιση οποιουδήποτε δικονομικού ζητήματος με την κατ΄ αναλογίαν εφαρμογή των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, χωρίς να συνιστά κώλυμα η μη ρητή αναφορά στους Θεσμούς σε αιτήσεις εταιρειών ή αιτήσεις εκκαθάρισης εταιρειών. Αυτή η αντιμετώπιση βρίσκει έρεισμα στην υπόθεση In Re Pelmaco Development Ltd
(1991)1 Α.Α.Δ. 246, στην οποία εφαρμόστηκαν οι Δ.1 θ.26 και Δ.27 θ.3 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας για τη διαγραφή αίτησης εκκαθάρισης εταιρείας. Σύμφωνα με όσα αναφέρονται ανωτέρω, το Δικαστήριο καταλήγει ότι η Δ.25 τυγχάνει εφαρμογής και καλύπτει τις περιπτώσεις τροποποίησης αιτήσεων εκκαθάρισης. II. Νομική Ανάλυση Η αντίστοιχη της Δ.25 θ.1 Αγγλική πρόνοια είναι η O.28 r.1. Στο The Annual Practice 1958, σελ. 622, η γενική αρχή εκτίθεται ως εξής: «In Tildesley v. Harper, 10 Ch.D. pp.396, 397, Bramwell, L.J., said: "My practice has always been to give leave to amend unless I have been satisfied that the party applying was acting mala fide, or that, by his blunder, he had done some injury to his opponent which could not be compensated for by costs or otherwise". "However negligent or careless may have been the first omission, and however late the proposed amendment, the amendment should be allowed if it can be made without injustice to the other side. There is no injustice if the other side can be compensated by costs" . An amendment ought to be allowed if thereby "the real substantial question can be raised between the parties", and multiplicity of legal proceedings avoided.» Η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου επί του θέματος είναι πλούσια και ιδιαίτερα διαφωτιστική. Η θεμελιακή αρχή που αναδύεται από τις αποφάσεις είναι ότι η τροποποίηση δικογράφου είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαία για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών. Εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις στις οποίες η τροποποίηση δυνατόν να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή ακόμα εκεί που η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής. Σχετικά παραπέμπω στις υποθέσεις Agini v. Εθνικής Τράπεζας Ελλάδος Α.Ε.
(1999)1 Α.Α.Δ. 11 και Χρίστου v. Στυλιανού
(1992)1 Α.Α.Δ. 704. Στην υπόθεση Χριστοδούλου v. Χριστοδούλου & άλλης
(1991)1 Α.Α.Δ. 934, λέχθηκε ότι η σύγχρονη τάση είναι όπως τα Δικαστήρια επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες περιπτώσεις, έστω και αν η αναγκαιότητα τροποποίησης είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης, νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με έξοδα. Όπως επισημάνθηκε στην υπόθεση Federal Bank of Lebanon v. Σιακόλα
(2002)1(Α) Α.Α.Δ. 223, η πιο πάνω αρχή περιορίστηκε στην υπόθεση Ταξί Κυριάκος Λτδ v. Παύλου
(1995)1 Α.Α.Δ. 560, όπου τονίστηκε ότι το ζήτημα εξακολουθεί να υπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου που πρέπει να ασκείται έχοντας υπ΄ όψιν το σύνολο των περιστατικών της υπόθεσης. ΙΙΙ. Εξέταση της υπό κρίση Αίτησης Είναι σημαντικό να τονιστεί εξαρχής πως η αιτούμενη τροποποίηση είναι όντως αναγκαία για την ορθή νομική στοιχειοθέτηση της κυρίως Αίτησης. Δεν χωρεί αμφισβήτηση ότι τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η κυρίως Αίτηση, όπως αυτά περιλαμβάνονται στην ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει, ήτοι η επιστροφή ως ανεκτέλεστου του εντάλματος κατάσχεσης κινητής περιουσίας, εντάσσουν την εν λόγω Αίτηση εντός των προνοιών του άρθρου 212(β). Επομένως εξάγεται εύλογα το συμπέρασμα ότι ενώ τα γεγονότα στα οποία αυτή στηρίζεται αποκαλύπτονται εξαρχής στα πλαίσια της κυρίως Αίτησης, υπάρχει λανθασμένη επίκληση και ή αναγραφή του σχετικού εδαφίου του άρθρου 212 του Κεφ.113 επί του οποίου αυτή βασίζεται. Ως εκ τούτου ο ισχυρισμός στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση ότι τυχόν έγκριση της Αίτησης θα αλλάξει τα γεγονότα δεν ευσταθεί. Ως βασικός λόγος ένστασης προβάλλεται η καθυστέρηση στην καταχώριση της παρούσας Αίτησης. Με βάση το ιστορικό της διαδικασίας, όπως αυτό προκύπτει από τον φάκελο του Δικαστηρίου, η κυρίως Αίτηση καταχωρίστηκε στις 5.9.12 και η ένσταση στις 11.6.13 αφού μεσολάβησαν διαβήματα για την υποκατάστατη επίδοση αυτής. Είναι γεγονός πως η υπό κρίση Αίτηση καταχωρίστηκε συνολικά 2 ½ έτη μετά την καταχώριση της κυρίως Αίτησης και δύο έτη μετά την καταχώριση της ένστασης. Σημειώνεται δε πως στην ένσταση επί της κυρίως Αίτησης εγείρεται ως λόγος ένστασης ότι αυτή βασίζεται σε λανθασμένη νομική βάση. Έκτοτε η κυρίως Αίτηση ορίστηκε μία φορά για ακρόαση (στις 19.9.13) και ακολούθως πέντε φορές για οδηγίες (στις 15.10.13, 15.11.13, 16.1.14, 10.2.14 και 19.3.14). Ορίστηκε εκ νέου δύο φορές για ακρόαση (στις 16.5.14 και 20.10.14) και μετά τρεις φορές για οδηγίες (την 1.12.14, στις 15.1.15 και 20.2.15). Την προηγούμενη της τελευταίας ημερομηνίας ορισμού, ήτοι στις 19.2.15, καταχωρίστηκε η υπό κρίση Αίτηση. Η μόνη αιτιολογία την οποίαν ο Αιτητής προβάλλει για την καθυστέρηση στην καταχώριση της παρούσας Αίτησης είναι η ενημέρωση της οποίας έτυχε από τον δικηγόρο του, ο οποίος του ανέφερε ότι μελετώντας τον φάκελο, εντόπισε την παράλειψη αναφοράς στην ορθή νομική βάση, περί τον Οκτώβριο του 2014, και ότι αυτή η παράλειψη οφείλεται σε παραδρομή και αθώο λάθος του (δικηγόρου). Η Καθ΄ ης αρχικά αναγάγει τον πρόσφατο εντοπισμό του λάθους από πλευράς του Αιτητή, χωρίς βασικά να τον αμφισβητεί, σε λόγο ένστασης (ως αναφέρεται ανωτέρω), ότι δηλαδή κάτι τέτοιο δεν αποτελεί δικαιολογία για την αιτούμενη τροποποίηση. Ακολούθως όμως στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση προβάλλεται ο ισχυρισμός πως δεν είναι δυνατό ο Αιτητής να ανακάλυψε πρόσφατα το λάθος εφόσον η ένσταση αποκάλυπτε αυτό το ζήτημα. Το Δικαστήριο θεωρεί πως λογικά θα αναμένετο όπως ο δικηγόρος του Αιτητή αντιλαμβανόταν αυτή την παράλειψη με την καταχώριση της ένστασης και λήψη αντιγράφου αυτής, την οποία κανονικά θα μελετούσε κατ΄ εκείνο το στάδιο. Εν τω μεταξύ είναι σημαντικό να λεχθεί πως οι πρώτες πέντε προαναφερόμενες ημερομηνίες κατά τις οποίες η κυρίως Αίτηση ορίζετο για οδηγίες αποσκοπούσαν στη διευρεύνηση του κατά πόσον υπήρχε εξόφληση ή οποιαδήποτε πληρωμή έναντι της επίδικης οφειλής. Την επομένη δικάσιμο κατά την οποίαν η κυρίως Αίτηση ήταν ορισμένη για ακρόαση, ήτοι στις 16.5.14, ζητήθηκε αναβολή από την πλευρά του Αιτητή ενώ η πλευρά της Καθ΄ ης δεν έφερε ένσταση και έτσι η κυρίως Αίτηση ορίστηκε εκ νέου για ακρόαση. Σε εκείνη τη δικάσιμο, ήτοι στις 20.10.14, η δικηγόρος του Αιτητή πληροφόρησε το Δικαστήριο ότι υπήρχε ενδεχόμενο απόσυρσης τους από δικηγόροι του Αιτητή λόγω διαφωνίας στον χειρισμό της κυρίως Αίτησης, θέση η οποία επαναλήφθηκε και κατά την επόμενη δικάσιμο (1.12.14). Στην επόμενη δικάσιμο, 15.1.15, η κυρίως Αίτηση ορίστηκε για οδηγίες και είναι καταγεγραμμένο στα πρακτικά του Δικαστηρίου ότι υπήρχε «σοβαρό ενδεχόμενο απόσυρσης», εννοώντας προφανώς της κυρίως Αίτησης. Εν τέλει καταχωρίστηκε η υπό κρίση Αίτηση. Με βάση όσα αναφέρονται ανωτέρω, το Δικαστήριο θεωρεί πως πράγματι παρατηρείται μία καθυστέρηση εκ μέρους του Αιτητή μεταξύ της καταχώρισης της ένστασης και της υπό κρίση Αίτησης χωρίς να δίδεται επαρκής δικαιολογία για την αδυναμία πιο έγκαιρης διαπίστωσης για την εν λόγω παράλειψη. Από την άλλη, όμως, το ιστορικό της κυρίως Αίτησης παρέχει κάποια εξήγηση για την καθυστέρηση που παρατηρείται από τον Οκτώβριο του 2014 μέχρι και την υποβολή της Αίτησης τροποποίησης. Ειδικότερα, κατ΄ εκείνο το διάστημα προέκυψε διαφωνία μεταξύ του Αιτητή και του δικηγόρου του με διαφαινόμενη (τότε) την πιθανότητα απόσυρσης του τελευταίου. Επομένως, παρόλο που ο δικηγόρος διαπίστωσε την παράλειψη και αναγκαιότητα τροποποίησης εντός Οκτωβρίου του 2014, εντούτοις δεν ήταν εύλογο να ληφθούν οποιαδήποτε μέτρα για τροποποίηση αν δεν ξεκαθάριζε το θέμα της εκπροσώπησης του Αιτητή και ακόμη το ζήτημα της πιθανότητας απόσυρσης της κυρίως Αίτησης. Αυτό έγινε προφανώς μετά τις 15.1.15 και μέχρι την επόμενη δικάσιμο, μέσω της καταχώρισης της παρούσας, όταν κατέστη πλέον αντιληπτό ότι όχι μόνο ο Αιτητής θα συνέχιζε να εκπροσωπείται από τον ίδιο δικηγόρο αλλά και ότι η κυρίως Αίτηση θα προωθείτο από μέρους του. Με τον τελευταίο λόγο ένστασης προβάλλεται ότι η Αίτηση είναι καταχρηστική καθότι ο Αιτητής επανειλημμένα δήλωνε την πιθανότητα απόσυρσης της κυρίως Αίτησης. Κάτι τέτοιο δεν επιβεβαιώνεται από τα πρακτικά του Δικαστηρίου, σύμφωνα με τα οποία μόνο στις 15.1.15 τέθηκε τέτοιο ενδεχόμενο. Επίσης το Δικαστήριο σημειώνει ότι όντως η απόσυρση τέθηκε μόνο ως πιθανότητα (χωρίς να δεσμεύει τον Αιτητή) και εν πάση περιπτώσει ο Αιτητής ενήργησε άμεσα, σε εκείνο το στάδιο, και πριν την επόμενη δικάσιμο είχε ήδη καθορίσει τη θέση του και καταχώρισε την παρούσα Αίτηση. Με αυτά τα δεδομένα δεν αποκαλύπτεται ότι η παρούσα Αίτηση είναι καταχρηστική. Ο Αιτητής αποδίδει την παράλειψη συμπερίληψης της ορθής νομικής βάσης στην κυρίως Αίτηση σε καθαρά παραδρομή του δικηγόρου του και ή αθώο ανθρώπινο λάθος. Αυτό αποτελεί μία καλόπιστη δικαιολογία και δεν έχει καταδειχθεί ότι ο Αιτητής δεν ενήργησε με γνήσια πρόθεση και ή ότι ενήργησε κακόπιστα. Επί τούτου ο ισχυρισμός της Καθ΄ ης ότι ο Αιτητής ενεργεί κακόπιστα προσπαθώντας να βρει τρόπο να εκκαθαρίσει την εταιρεία δεν βρίσκει έρεισμα στο σύνολο των περιστάσεων που αφορούν την παρούσα αίτηση. Επαναλαμβάνεται πως το υπόβαθρο των γεγονότων που στοιχειοθετούν αίτηση εκκαθάρισης δυνάμει του άρθρου 212(β) υπήρχε εξαρχής στην κυρίως Αίτηση. Ούτε και υπάρχει οποιοδήποτε στοιχείο από το οποίο να μπορεί το Δικαστήριο να εξαγάγει ότι η Αίτηση είναι καταχρηστική και αποτελεί καταπιεστικό μέτρο. Με αυτά τα δεδομένα, το Δικαστήριο διαπιστώνει αφενός μεν κάποια καθυστέρηση στην καταχώριση της παρούσας Αίτησης χωρίς επαρκή εξήγηση, και αφετέρου δε πως το σφάλμα οφείλεται σε αμέλεια και ή καλόπιστο λάθος του δικηγόρου του Αιτητή και είναι τυπικής μορφής αλλά έχει τη σημασία του ως προς τη στοιχειοθέτηση της νομικής βάσης της κυρίως Αίτησης. Χρήσιμη καθοδήγηση προσφέρει η υπόθεση Νικολάου v. Μιλτιάδους κ.ά.
(2007)1(Β) Α.Α.Δ. 1005, στην οποία αναφέρθηκε ότι «ακόμη και η μη πλήρως αιτιολογηθείσα καθυστέρηση δεν μπορεί να στερεί το διάδικο του δικαιώματος να αποφασίζονται όλα τα επίδικα θέματα που εγείρει. Το ουσιωδέστερο είναι . να δοθεί η ευκαιρία στους διαδίκους να κριθούν όλες οι πραγματικές διαφορές μεταξύ τους.» Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται στην πιο πρόσφατη υπόθεση Kayat Trading Limited v Genzyme Corporation, Πολ.΄Εφ. 58/12 ημ. 4.3.13, στην οποία ανατράπηκε η πρωτόδικη απόφαση με την οποία απερρίφθη αίτηση τροποποίησης λόγω αδικαιολόγητης καθυστέρησης και υπαρκτού κινδύνου πρόκλησης ανεπανόρθωτης ζημιάς. Στην εν λόγω υπόθεση επαναλήφθηκε πως το θέμα «τροποποίησης δικογράφων ανάγεται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου η οποία ασκείται φιλελεύθερα και δεν διέπεται από άκαμπτους κανόνες, αλλά από διάφορους παράγοντες, η βαρύτητα των οποίων ποικίλλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης». Επίσης λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Η βασική αρχή η οποία πηγάζει μέσα από την εν λόγω νομολογία είναι, όπως πολύ εύστοχα επισημάνθηκε στην υπόθεση Clive Preece: "Αίτηση για τροποποίηση δικογράφου μπορεί να εγκριθεί σε κάθε στάδιο της διαδικασίας εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις οι οποίες καθιστούν την τροποποίηση απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης. Το συμφέρον της δικαιοσύνης αποτιμάται ύστερα από συνεκτίμηση όλων των παραγόντων της κάθε υπόθεσης, συμπεριλαμβανομένων και των επιπτώσεων που ενδεχομένως θα προκληθούν στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Βλ. Εθν. Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. κ.α. ν. Βιομ. Χαρ. Αλωνεύτης Λτδ κα
(2002)1(Α) ΑΑΔ 237. . Επίσης, όπως υποδείχθηκε στην υπόθεση Αρτέμιος Παπαχρυσοστόμου: "Στις περιπτώσεις όπου ο προσδιορισμός της ουσίας της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων και η αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών επιβάλλουν την τροποποίηση των δικογράφων, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται υπέρ της έγκρισης της αίτησης νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί βλάβη ή αδικία στην άλλη πλευρά η οποία δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα ή ο αιτητής δεν ενεργεί κακόπιστα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της οποιασδήποτε καθυστέρησης στη διατύπωση των θέσεων του αιτητή, ποικίλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη τροποποίησης δικογράφων, όμως η άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου στο στάδιο αυτό, ασκείται με φειδώ. Τέλος μπορεί να λεχθεί ότι η εισαγωγή ενός νέου θέματος δεν συνεπάγεται κατ' ανάγκη και την απόρριψη της αίτησης, νοουμένου όμως ότι δεν έχει καταλυτικές συνέπειες για την αντίδικη πλευρά."» Δεν διαφεύγει την προσοχή του Δικαστηρίου η φύση της κυρίως Αίτησης. Όπως ορθώς αναφέρεται στους λόγους ένστασης, η εκκαθάριση εταιρείας λογίζεται ότι αρχίζει από την ημερομηνία υποβολής της αίτησης. Ο ισχυρισμός της Καθ΄ ης πως τυχόν έγκριση της Αίτησης συνεπάγεται την εκ νέου δημοσίευση αυτής δεν είναι απολύτως ορθός, υπό την έννοια ότι η τυχόν δημοσίευση είναι θέμα πρακτικής και το Δικαστήριο έχει διακριτική ευχέρεια να δώσει οδηγίες ή όχι για τέτοια δημοσίευση (βλ. K.M.C. Motors v. Jorephanco Ltd
(1984)1 C.L.R. 390 και Αναφορικά με την Αίτηση της Pan-Aman Hotels Ltd
(2001)1(Γ) Α.Α.Δ. 1962). Εν πάση δε περιπτώσει ο ισχυρισμός της πως τέτοια τυχόν δημοσίευση θα προκαλέσει περαιτέρω ζημιά στη φήμη της εταιρείας τίθεται με γενικό και αόριστο τρόπο και δεν έχει καταδειχθεί η πρόκληση οποιασδήποτε συγκεκριμένης ζημιάς στην εταιρεία μέχρι στιγμής η οποία αναμένεται να αυξηθεί με νέα δημοσίευση. Το μόνο συμπέρασμα στο οποίο το Δικαστήριο δύναται να προβεί στο παρόν στάδιο είναι ότι η Καθ΄ ης υπόκειται στις συνήθεις συνέπειες οποιασδήποτε εταιρείας αντιμετωπίζει αίτηση εκκαθάρισης της. Η Καθ΄ ης ισχυρίζεται επίσης ότι θα υποστεί ζημιά λόγω της καθυστέρησης στην εκδίκαση της κυρίως Αίτησης. Επί τούτου η δικηγόρος της παρέπεμψε στην υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση του Ιορδάνη Ιωάννου
(2001)1(Α) Α.Α.Δ 138 προς υποστήριξη της θέσης ότι τυχόν έγκριση της Αίτησης επιφέρει τέτοια καθυστέρηση η οποία ξεφεύγει από τα συνταγματικά θέσμια. Το Δικαστήριο θεωρεί ότι εκείνη η υπόθεση διαφοροποιείται από την παρούσα, καθότι εκείνη αφορούσε έκδοση διατάγματος παραλαβής μετά από αναβολή πέραν των επτά ημερών, κατά παράβαση των περί Πτωχεύσεων Κανονισμών, ενώ σε αιτήσεις εκκαθάρισης εταιρειών δεν εφαρμόζεται αντίστοιχη πρόνοια. Το Δικαστήριο λαμβάνει υπ΄ όψιν τις πρόνοιες του άρθρου 30
(2)του Συντάγματος που επιτάσσουν τη διεξαγωγή δίκαιης δίκης εντός εύλογου χρονικού διαστήματος - βλ. Federal Bank of Lebanon v. Σιακόλα (ανωτέρω) και Φοινιώτη ν. Greenmar Navigation Ltd. κ.ά.
(1988)1 C.L.R.114. Είναι γεγονός ότι η κυρίως Αίτηση καταχωρίστηκε το 2012, όμως αυτός ο παράγοντας θα συνεκτιμηθεί με όλους τους υπόλοιπους σχετικούς παράγοντες ούτως ώστε το Δικαστήριο να προβεί στην κατάληξη του επί της Αίτησης. Τέλος, η θέση της Καθ΄ ης ότι τυχόν έγκριση της τροποποίησης επηρεάζει την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την κυρίως Αίτηση ή, όπως ακριβώς τέθηκε ,«συνεπάγεται και σφάλμα στην ένορκη δήλωση», δεν είναι ορθή εφόσον δεν ζητείται η τροποποίηση της ένορκης δήλωσης η οποία παραμένει η ίδια. Εδώ επιδιώκεται η τροποποίηση μόνο της νομικής βάσης της κυρίως Αίτησης ούτως ώστε να συνάδει με τα γεγονότα τα οποία την υποστηρίζουν. Το ότι τυχόν τροποποίηση της κυρίως Αίτησης συνεπάγεται τροποποίηση της ένστασης είναι ένα λογικό συνακόλουθο της φύσης και διαδικασίας της τροποποίησης και προκαλεί έκπληξη η θέση της Καθ΄ ης ότι τέτοια διαδικασία είναι άγνωστη στο δικονομικό μας σύστημα. Λαμβάνοντας υπ΄ όψιν τη φύση και αναγκαιότητα της αιτούμενης τροποποίησης, το γεγονός ότι η καθυστέρηση στην υποβολή της Αίτησης δεν είναι παντελώς ασύγνωστη και αδικαιολόγητη και ότι αυτή γίνεται με γνήσια πρόθεση προώθησης της κυρίως Αίτησης στην ορθή νομική της βάση, το γεγονός ότι η εκδίκαση της κυρίως Αίτησης δεν έχει αρχίσει και με δεδομένη την πρόθεση του Δικαστηρίου να διασφαλίσει όσο το δυνατό τη σύντομη εκδίκαση της κυρίως Αίτησης, το Δικαστήριο κρίνει ότι είναι προς το συμφέρον της δικαιοσύνης όπως ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια υπέρ της έγκρισης της αιτούμενης τροποποίησης. Κατ΄ αναλογίαν των όσων έχουν αναφερθεί στην υπόθεση Εκδοτικός Οίκος Δίας Λτδ v. Γεωργιάδη
(2012)1(Γ) Α.Α.Δ. 2032 κρίνεται ότι τυχόν απόρριψη του υποβληθέντος αιτήματος θα ήταν υπέρμετρα επαχθές μέτρο και θα προσέκρουε στο καλώς νοούμενο συμφέρον της απονομής της δικαιοσύνης που επιβάλλει, αφενός μεν την αποστασιοποίηση από τυπολατρικής φύσεως αντιμετώπιση των διαδικαστικών θεμάτων και αφετέρου την επικέντρωση της προσοχής του Δικαστηρίου επί της ουσίας, που δεν είναι άλλη παρά η εκδίκαση της κυρίως Αίτησης με βάση τα αναφερόμενα γεγονότα. Με αυτόν τον τρόπο η κυρίως Αίτηση θα τεθεί στην ορθή νομική της βάση και επομένως το Δικαστήριο θα έχει ενώπιον του όλα τα δεδομένα για να αποφασίσει επί αυτής. Επίσης θεωρεί πως με την αιτούμενη τροποποίηση τα δικαιώματα της Καθ΄ ης η Αίτησης δεν παραβλάπτονται σε τέτοιο βαθμό που να μην αποζημιώνονται με την κατάλληλη διαταγή για έξοδα. IV. Κατάληξη Σύμφωνα με όλα όσα αναφέρονται ανωτέρω, η παρούσα Αίτηση επιτυγχάνει και εγκρίνεται. Εκδίδεται διάταγμα ως η παράγραφος 1 αυτής για την τροποποίηση της κυρίως Αίτησης. Η τροποποιημένη Αίτηση να καταχωριστεί εντός 15 ημερών από σήμερα και αντίγραφο να παραδοθεί στην άλλη πλευρά αυθημερόν. Τυχόν τροποποιημένη ένσταση στην τροποποιημένη Αίτηση να καταχωριστεί εντός περαιτέρω 15 ημερών από την καταχώριση της τελευταίας και αντίγραφο να δοθεί στην άλλη πλευρά αυθημερόν. Τα έξοδα τόσο της παρούσας Αίτησης όσο και αυτά που παραμερίζονται λόγω της τροποποίησης επιδικάζονται υπέρ της Καθ' ης και εναντίον του Αιτητή, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο συν ΦΠΑ και θα είναι εισπρακτέα στο τέλος της διαδικασίας της κυρίως Αίτησης. (Υπ.) Ε. Εφραίμ, Π.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής E.E./Α.Λ.Ο. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.