Rotos Developers Ltd ν. ΑGROMARKETS LIMITED, Αρ. Υπόθεσης: 2385/15, 24/11/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2015:A496 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Στ. Χριστοδουλίδου-Μέσσιου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 2385/15 Μεταξύ: Rotos Developers Ltd Ενάγουσας και ΑGROMARKETS LIMITED Εναγόμενης ----------------------------------- Αίτηση ημερομηνίας 17.6.15 για έκδοση συνοπτικής απόφασης Ημερομηνία: 24 Νοεμβρίου 2015 Εμφανίσεις: Για Ενάγουσα - Αιτήτρια: κ. Α. Αρτεμίου για Αρτεμίου, Πιερής & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Για την Εναγόμενη-Καθ΄ης η αίτηση: κ. Γεωργίου για Καλλής & Καλλής Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με το ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο που καταχωρήθηκε στις 22.5.15 η ενάγουσα εταιρεία ως ιδιοκτήτρια του καταστήματος που βρίσκεται στο συγκρότημα με την ονομασία Rotos City στην Λεωφ. Τζων Κένετυ 54, 1046 Λευκωσία και εντός τεμαχίου με αρ. εγγραφής 5/149, Φ/Σχ.2147 W.2 Τμήμα 5, Τεμάχιο 143, ζητά: «Α. Απόφαση ή/και Διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάσσει την Εναγόμενη όπως εκκενώσει και παραδώσει στους Ενάγοντες κενή και ελευθέρα την κατοχή του καταστήματος που βρίσκεται στο συγκρότημα με την ονομασία Rotos "City" το οποίο βρίσκεται στη Λεωφόρο Τζων Κέννεντυ 54, 1046 Λευκωσία και εντός του τεμαχίου με αριθμούς εγγραφής 5/149, Φύλλο/Σχέδιο 2147W2, Τμήμα 5, Τεμάχιο
- Β. Απόφαση ή/και Διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάσσει την Εναγόμενη όπως καταβάλει στους Ενάγοντες το ποσό των €78.281,00 ως καθυστερημένα ενοίκια, πλέον τόκο προς 9% ετησίως από την ημέρα που το κάθε καθυστερημένο ενοίκιο αυτό κατέστη πληρωτέο, μέχρι εξόφλησης του. Γ. Η Εναγόμενη καταβάλει στους Ενάγοντες το ποσό των €11.664,00 εντόκως προς 9% από 1/6/2015 ως μηνιαία ενδιάμεσα οφέλη από 1/6/2015 μέχρι παραδόσεως κενής και ελεύθερης κατοχής του επίδικου καταστήματος. Δ. Έξοδα, πλέον νόμιμο τόκο από ημέρα καταχωρίσεως της αγωγής. Ε. ΦΠΑ επί των δικηγορικών εξόδων.» Έναντι της εναγομένης η οποία είναι εταιρεία που ασχολείται με την κατοχή και/ή διαχείριση φρουταριών και/ή καταστημάτων πώληση φθαρτών και/ή λαχανικών και/ή φρούτων. Η βάση αγωγής της ενάγουσας έναντι της εναγομένης προκύπτει από σύμβαση μίσθωσης του επίδικου καταστήματος που υπεγράφη μεταξύ τους στις 5.7.10 η οποία έχει χρονική διάρκεια 10 χρόνια. Η αγωγή επιδόθηκε στην εναγομένη η οποία καταχώρισε εμφάνιση μέσω δικηγόρων στις 4.6.
- Στις 17.6.15 η ενάγουσα καταχώρισε την υπό κρίση αίτηση με την οποία ζητά την έκδοση συνοπτικής απόφασης εναντίον της εναγομένης ως η απαίτηση για το λόγο ότι η εναγομένη στερείται ουσιαστικής υπεράσπισης. Βάση της αίτησης είναι οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας Δ.18 θθ.1-9, Δ.48 θθ.1-12, Δ.64 και οι Γενικές και Συμφυείς Εξουσίες του Δικαστηρίου. Την αίτηση συνοδεύει η ένορκος δήλωση του Αβραάμ Μιχαηλίδη, Λογιστικού Λειτουργού και Οικονομικού Διευθυντή στην ενάγουσα εταιρεία και Ειδικού Συμβούλου του κ. Ν. Ροτού, Διευθυντή της ενάγουσας. Σε αυτήν αναφέρει ότι γνωρίζει προσωπικά όλα τα ουσιώδη γεγονότα που αφορούν την υπόθεση. Σύμφωνα με την ένορκο δήλωση του, η ενάγουσα είναι ιδιοκτήτρια του επίδικου καταστήματος, αναφέρεται στην Σύμβαση Μίσθωσης μεταξύ των διαδίκων ημερ.5.7.10, στις εκ πλευράς της εναγομένης ισχυριζόμενες παραβιάσεις των όρων της συμφωνίας, στα υπόλοιπα που οφείλει η ενάγουσα στην εναγομένη ως καθυστερημένα ενοίκια και στις επιστολές, προειδοποιητικές και τερματισμού, που στάληκαν από την ενάγουσα στην εναγομένη σχετικά με τις οφειλές της. Επισυνάπτει ως τεκμήρια διάφορα έγγραφα που σύμφωνα με την θέση του δικαιολογούν τις αξιώσεις της ενάγουσας και αναφέρει ότι σύμφωνα και με την νομική συμβουλή που έχει λάβει από τους δικηγόρους της ενάγουσας, η εναγομένη δεν έχει οποιαδήποτε υπεράσπιση στην αγωγή. Έχει τη θέση ότι τα γεγονότα που επικαλείται η ενάγουσα δεικνύουν ότι είναι καθαρή η απαίτηση της και την τεκμηριώνουν πλήρως. Αντίθετα, η εναγόμενη ουδεμία υπεράσπιση έχει και γι΄ αυτό θεωρεί ότι ικανοποιούνται όλες οι προϋποθέσεις για την έκδοση συνοπτικής απόφασης εναντίον της εναγομένης. Σημειώνω ότι στα τεκμήρια που συνοδεύουν την ένορκη δήλωση συμπεριλαμβάνεται το αντίγραφο του τίτλου για το επίδικο κατάστημα στο όνομα της ενάγουσας όπως και σχετικό χαρτογραφικό σχέδιο του κτηματολογίου, οι συστάσεις και διευθυντές των διαδίκων, αντίγραφο της σύμβασης μίσθωσης ημερ. 5.7.10, κατάσταση λογαριασμού που φαίνεται η οφειλή της εναγομένης ως επίσης και οι επιστολές, προειδοποιητικές και τερματισμού, της συμφωνίας. Η εναγόμενη καταχώρισε ένσταση στις 8.10.
- Η νομική της βάση είναι η ίδια όπως και της αίτησης και επιπλέον το άρθρο 77 του Περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ.
- Ως λόγοι ένστασης καταγράφονται οι ακόλουθοι: «(α) Η Καθ΄ης η αίτηση - εναγόμενη έχει αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που είναι ουσιώδη και πρέπει να της δοθεί δικαίωμα Υπεράσπισης. (β) Η Καθ΄ης η αίτηση - Εναγόμενη έχει καλή υπεράσπιση καθώς η συμφωνία στην οποία βασίζεται η απαίτηση της Ενάγουσας δεν είναι έγκυρη συμφωνία καθώς δεν υπογράφεται από 2 μάρτυρες. (γ) Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις που απαιτούνται για την έκδοση συνοπτικής απόφασης. (δ) Η συμφωνία είναι εξ΄ υπαρχής άκυρη και ως εκ τούτου η ισχυριζόμενη ότι απεστάλει από τους ενάγοντες επιστολή τερματισμού ημερ. 13/5/15 της συμφωνίας ημερ.5/7/10 δεν είναι έγκυρη και σύμφωνη με τον καθορισμένο τύπο (notice of quit) καθώς η εναγομένη ήτο ενοικιάστρια από μήνα σε μήνα. (ε) Η συμφωνία είναι παράνομη γιατί αντιβαίνει το άρθρο 77 του Περί Συμβάσεων Νόμου γιατί δεν υπογράφεται από 2 μάρτυρες. (ζ) Η συμφωνία είναι συμφωνία από μήνα σε μήνα και θα έπρεπε να εδίδετο προς την εναγομένη (notice of quit) κατά τον καθορισμένο τύπο ενός μηνός. (η) Η αγωγή είναι πρόωρη.» Την ένσταση συνοδεύει η ένορκος δήλωση του εκ των διευθυντών της εναγομένης Πέτρου Σιακόλα στην οποία αναφέρει ότι έχει διαβάσει την αίτηση της ενάγουσας, την ένορκη δήλωση που την συνοδεύει και τα σχετικά έγγραφα, και έχοντας λάβει την νομική συμβουλή των δικηγόρων της εναγομένης, και θεωρεί ότι η εναγομένη έχει πολύ καλή υπεράσπιση στην υπόθεση και θα πρέπει να της δοθεί άδεια να υπερασπιστεί. Είναι συγκεκριμένα η θέση του ότι η συμφωνία μίσθωσης ημερ. 5.7.10 είναι εξυπαρχής άκυρη και/ή παράνομη καθώς δεν υπογράφεται από δύο μάρτυρες ικανούς προς το συμβάλλεσθαι σύμφωνα με το άρθρο 77 του Περί Συμβάσεων Νόμου
- Ειδικότερα, αναφέρει ότι, ο ίδιος έχει υπογράψει την επίδικη συμφωνία μίσθωσης τόσο εκ μέρους της εναγομένης εταιρείας, αλλά και ως μάρτυρας στην συμφωνία. Τούτο σύμφωνα με τη θέση του είναι παράνομο και επηρεάζει την εγκυρότητα της σύμβασης. Επομένως, πάντα σύμφωνα με την θέση του, αφής στιγμής η συμφωνία ενοικίασης είναι εξ υπαρχής άκυρη και ως εκ τούτου η εναγόμενη κατέστη ενοικιαστής από μήνα σε μήνα και επειδή η ενάγουσα δεν έδωσε στην εναγόμενη προειδοποίηση ενός μήνα για παράδοση της κατοχής του υποστατικού, η αγωγή είναι πρόωρη. Αρνείται επίσης ότι οφείλει οποιοδήποτε ποσό στην ενάγουσα ως η ίδια ισχυρίζεται στην αγωγή της και την ένορκη δήλωση της που συνοδεύει την αίτηση. Κανένας από τους ενόρκους δηλούντες δεν αντεξετάστηκε και οι ευπαίδευτοι συνήγοροι τους κατέθεσαν στο Δικαστήριο πλήρεις και εμπεριστατωμένες αγορεύσεις υποστηρίζοντας η κάθε πλευρά την δική της εκδοχή. Είναι η θέση των συνηγόρων της ενάγουσας ότι η εναγόμενη δεν έχει καμία βάση υπεράσπισης έστω και αν παραβιάζεται το άρθρο 77
(1)του Περί Συμβάσεων Νόμου, εάν, όντως το πρόσωπο που έθεσε την υπογραφή του εκ μέρους της εναγομένης στην επίδικη συμφωνία μίσθωσης είναι ίδιο με τον έναν εκ των δύο μαρτύρων, θέση την οποία δεν αποδέχεται η ενάγουσα εν πάσει περιπτώσει. Είναι η θέση τους, ότι εάν αυτό το γεγονός είναι ορθό ακόμα και τότε δεν δημιουργείται βάση υπεράσπισης. Με βάση την νομολογία όταν ενοικιαστής λαμβάνει κατοχή ακινήτου και πληρώνει το συμφωνηθέν ενοίκιο με βάση άκυρο ενοικιαστήριο έγγραφο ενοίκιο, σε περίπτωση πληρωτέου ενοικίου από μήνα σε μήνα, καθίσταται ενοικίαση από μήνα σε μήνα. Επίσης, είναι δυνατό με βάση την νομολογία καταχώριση αγωγής για παράβαση ρητών όρων της άκυρης συμφωνίας. Θέση τους είναι επίσης ότι το ποσό της απαίτησης που ουσιαστικά είναι οφειλή ενοικίων από την εναγομένη, δεν έχει αμφισβητηθεί από την εναγόμενη η οποία δεν το αμφισβήτησε με θετική μαρτυρία. Αρνούνται επίσης ότι η αγωγή είναι πρόωρη εφόσον έχει σταλεί επιστολή τερματισμού προς την εναγόμενη η οποία καλούσε την εναγομένη να παραδώσει το υποστατικό σε ένα μήνα. Θέση τους είναι ότι πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις για την έκδοση συνοπτικής απόφασης, η αγωγή έχει καταχωρηθεί σε γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο, έχει καταχωριστεί εμφάνιση από την εναγομένη και έχει γίνει επαλήθευση της αξίωσης από πλευράς ενάγουσας, από πρόσωπο το οποίο μπορεί να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα. Αντίθετα, η εναγομένη έχει αποτύχει να αποδείξει ότι έχει καλή υπεράσπιση σχολιάζοντας ότι η ολιγοσέλιδη ένορκη δήλωση του Πέτρου Σιακόλα εμπεριέχει αόριστους και γενικούς ισχυρισμούς. Αντίθετη είναι η θέση των συνηγόρων της εναγομένης οι οποίοι τονίζοντας ότι η διαδικασία συνοπτικής απόφασης είναι κατ΄ εξαίρεση διαδικασία και πρέπει να ασκείται με φειδώ, αναφέρουν ότι είναι ολοφάνερο ενόψει των λόγων ένστασης για την εγκυρότητα της σύμβασης ημερ. 5.7.10, ότι δεν δικαιολογείται η έκδοση απόφασης υπέρ της ενάγουσας στο στάδιο αυτό. Η σύμβαση είναι άκυρη και η σχέση των διαδίκων διέπεται από τις αρχές που αφορούν συμβάσεις ενοικίασης από μήνα σε μήνα. Ο κατ΄ ισχυρισμόν τερματισμός της σύμβασης από πλευράς ενάγουσας είναι λανθασμένος και δεν αφορά ενοικίαση από μήνα σε μήνα. Έτσι η αγωγή είναι πρόωρη. Είναι η θέση τους ότι τα πιο πάνω καταδεικνύουν ότι η εναγόμενη έχει καλή βάση υπεράσπισης, αποκαλύπτει γεγονότα ικανά που καταδεικνύουν καλόπιστα την ύπαρξη δικάσιμου θέματος και θα πρέπει να της παρασχεθεί η δυνατότητα καταχώρισης υπεράσπισης αφού η παρούσα δεν εμπίπτει στις καθαρές περιπτώσεις που με βάση την νομολογία ένα Δικαστήριο μπορεί να στερήσει διάδικο από του να προβάλει την υπεράσπιση του. Η διαδικασία για συνοπτική απόφαση δυνάμει της Δ.18 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας παρέχει στο Δικαστήριο εξουσία να εκδίδει συνοπτική απόφαση σε περιπτώσεις όπου δεν υπάρχει λογική αμφιβολία ότι ο Ενάγων δικαιούται σε απόφαση και όπου ως εκ τούτου είναι άσκοπο να επιτραπεί στον Εναγόμενο να προβάλει την υπεράσπιση του (βλέπε Jones v. Stones
(1984)AC122). H Δ.18 προνοεί μια ειδική διαδικασία για καθορισμό δικαιωμάτων χωρίς την πλήρη διεξαγωγή δίκης σε τρόπο που να αποκλείει τον Εναγόμενο από το δικαίωμα του να αντικρούσει εκτενέστερα τους ισχυρισμούς του Ενάγοντα. Σύμφωνα με τη νομολογία, η δικαιοδοσία δυνάμει της Δ.18 ως εξαιρετικό μέτρο θα πρέπει να ασκείται με μεγάλη προσοχή ώστε να μην αποκλείεται διάδικος να εγείρει οποιαδήποτε υπεράσπιση την οποία μπορεί πράγματι να έχει. Στην υπόθεση Μεττή ν. Τράπεζα Κύπρο Λτδ
(2008)1(Α) ΑΑΔ 417 έχουν λεχθεί τα ακόλουθα: "Δεν πρέπει να μας διαφεύγει ότι η διαδικασία της συνοπτικής απόφασης είναι κατ' εξαίρεση διαδικασία που παρακάμπτει την κανονική διαδικασία της ακρόασης των αγωγών και αν οι συνθήκες είναι κατάλληλες, αποκλείει τον εναγόμενο από του να αμφισβητήσει την εναντίον του αξίωση. Απόφαση συνεπώς δυνάμει της Δ.18 θα πρέπει να εκδίδεται μόνο όταν υπάρχει αυστηρή συμμόρφωση με την προβλεπόμενη διαδικασία και αφού το δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι δεν υπάρχει πιθανότητα ο εναγόμενος να διαθέτει υπεράσπιση ή ότι δεν έχει αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που να θεωρούνται ικανά να του παράσχουν το δικαίωμα σε υπεράσπιση, καταγράφοντας συνάμα την κατάληξή του αυτή. Η συμμόρφωση με τις διαδικαστικές προϋποθέσεις της Δ.18 είναι απαραίτητη για την ύπαρξη δικαιοδοσίας. Κατά συνέπεια, εκτός αν ο ενάγων ικανοποιήσει πρώτα τις διαδικαστικές αυτές απαιτήσεις, το δικαστήριο δεν μπορεί να προχωρήσει στην έκδοση συνοπτικής απόφασης." Η τήρηση και συμμόρφωση με τις διαδικαστικές προϋποθέσεις που θέτει η διαταγή αυτή είναι απαραίτητη για να παρέχεται στο Δικαστήριο η δικαιοδοσία να εκδώσει συνοπτική απόφαση και για το λόγο αυτό αν ο ενάγοντας δεν ικανοποιήσει πρώτα αυτές τις προϋποθέσεις, το θέμα του κατά πόσο ή όχι ο εναγόμενος προβάλλει αρκετούς ισχυρισμούς που να του δίνουν το δικαίωμα να υπερασπιστεί την υπόθεση, δεν εγείρεται. Οι προκαταρκτικές προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται για να έχει το Δικαστήριο, σύμφωνα με τη Δ.18-θ.1(α) την απαραίτητη δικαιοδοσία για να εκδώσει συνοπτική απόφαση είναι οι ακόλουθες: i) Το κλητήριο ένταλμα πρέπει να είναι ειδικά οπισθογραφημένο δυνάμει της Δ.2 θ.6. ii) Ο εναγόμενος πρέπει να έχει καταχωρίσει εμφάνιση. iii) Πρέπει να υπάρχει ένορκη δήλωση του ενάγοντα ή άλλου προσώπου που μπορεί να ορκιστεί θετικά ως προς τα γεγονότα και που επαληθεύουν το αγώγιμο δικαίωμα και το ποσό που απαιτείται και δηλώνει ότι πιστεύει πως δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή. Με την ικανοποίηση των πιο πάνω αναφερόμενων προκαταρκτικών προϋποθέσεων, το βάρος μετατοπίζεται στους ώμους του εναγομένου ο οποίος πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση ή να αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που να θεωρηθούν επαρκή για να του δώσουν το δικαίωμα να υπερασπιστεί την υπόθεση (βλέπε Kyprianides v. Ioannou
(1961)1 CLR 265, CYEMS CO LTD v. Central Co-Operative Industries Co Ltd
(1982)1 CLR 897 και Hermes Insurance Co Ltd v. Theodorides
(1983)1 CLR 333). Στην υπό εξέταση υπόθεση οι πρώτες δύο προκαταρκτικές προϋποθέσεις της Δ.18 θ.1(α) πληρούνται εφόσον το κλητήριο ένταλμα που έχει καταχωρισθεί είναι ειδικά οπισθογραφημένο σύμφωνα με τη Δ.2 θ.6 και η εναγόμενη έχει καταχωρήσει εμφάνιση μέσω δικηγόρου. Ως προς την τρίτη προϋπόθεση, δηλαδή το θέμα της επάρκειας της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση, θέμα καθοριστικό για την ύπαρξη δικαιοδοσίας για έκδοση απόφασης, σχετικές είναι οι υποθέσεις Stavrinides v. Ceskoslovenska Obschondi Banke AS
(1972)1 CLR130, 135-7, Αθηνούλλα Δημητρίου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(1997)1(Β) ΑΑΔ 782 και The Chain Gulf Traders Ltd κ.ά. ν. Λαϊκής Τράπεζας Λτδ
(1997)1(Β) ΑΑΔ1168, η Δ.18 θ.2 αναφέρει ότι μια αίτηση για συνοπτική απόφαση με βάση το θ.1 πρέπει να συνοδεύεται με αντίγραφο της ένορκης δήλωσης και των τεκμηρίων που εκεί αναφέρονται. Μια αίτηση για συνοπτική απόφαση θα πρέπει στην ουσία να συμμορφώνεται μόνο με τις αυστηρές προϋποθέσεις του θ.1(α) της Δ.
- Ένας αιτητής που ζητά συνοπτική απόφαση χρειάζεται μόνο να επιβεβαιώσει ουσιαστικά την απαίτησή του. Η υπόθεση Αθηνούλλα Δημητρίου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ (ανωτέρω) η οποία πραγματεύεται το ζήτημα, αντιπαραθέτει την περίπτωση προσώπου που μπορεί να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα με την περίπτωση του ομνύοντα που καταθέτει με βάση τα όσα πληροφορείται και πιστεύει και εξηγεί πως η Δ.39 θ.2 περιορίζεται σε ενδιάμεσες αιτήσεις και δεν εφαρμόζεται σε τέτοιες περιπτώσεις. Αναγνωρίζεται στην περίπτωση που ο Ενάγων/Αιτητής είναι εταιρεία πως κάποιο φυσικό πρόσωπο πρέπει να ορκιστεί στη θέση της για να καταλήξει πως το ζήτημα κρίνεται με βάση τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης και σε συνάρτηση με το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης, ενώ πολύ σημαντικό ρόλο διαδραματίζει και η φύση της αξίωσης. Πρέπει να σημειωθεί ότι το ζήτημα της καταλληλότητας του ομνύοντα στη βάση της Δ.18-θ.1 είναι ζήτημα που αποφασίζεται με βάση το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης του προσώπου αυτού. Στην παρούσα υπόθεση, το πρόσωπο που ορκίζεται την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση είναι ο Λογιστικός Λειτουργός, Οικονομικός Διευθυντής, αλλά και Ειδικός Σύμβουλος του κ. Ν. Ροτού, Διευθυντή της ενάγουσας. Όπως αναφέρει είναι γνώστης των ουσιωδών γεγονότων που αφορούν την παρούσα υπόθεση. Στα πλαίσια επίσης των καθηκόντων του κατέχει τα διάφορα έγγραφα που αφορούν την επίδικη σύμβαση αλλά και τις επιστολές τερματισμού καθώς και κατάσταση με τις οφειλές της εναγομένης. Σε ό,τι αφορά ειδικά την κατάσταση λογαριασμού, αναφέρει ότι ο ίδιος την τηρεί προσωπικά στο ηλεκτρονικό αρχείο της ενάγουσας ημερ. 16.6.
- Θεωρώ λοιπόν ότι ικανοποιεί τις προϋποθέσεις καταλληλότητας που έχουν τεθεί από την νομολογία και είναι κατάλληλο πρόσωπο για να ορκιστεί την ένορκο δήλωση αυτή. Περαιτέρω, αναφέρω ότι η αίτηση και η ένορκος δήλωση που την συνοδεύει πληρούν τις προϋποθέσεις που τίθενται από την εν λόγω διαταγή, Δ.18 θ2, η οποία προνοεί: "The application by the plaintiff for judgment under rule 1 of this Order shall be made by summons returnable not less than four days after service accompanied by a copy of the affidavit and exhibits referred to therein" Ενόψει της θέσης μου ότι η ενάγουσα έχει ικανοποιήσει και τις τρεις προϋποθέσεις όπως θέτει η Δ.18 θ.1, το βάρος απόδειξης μετατίθεται στους ώμους της εναγομένης να αποδείξει ότι έχει το δικαίωμα καταχώρησης υπεράσπισης. Σύμφωνα με τη νομολογία σε αυτό το στάδιο ο Εναγόμενος πρέπει να αποκαλύψει γεγονότα που να αποδεικνύουν ότι έχει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση. Αναφέρω σχετικά τις υποθέσεις:
(1)Hermes Insurance Co Ltd v. Ioulios Theodorides, Π.Ε. 6464, ημερ. 16.6.1983,
(2)Trans Middle East Trading (T.M.E.T.) Ltd v. Abdul Aziz Tlais, Π.Ε. 7491, ημερ. 28.2.1991,
(1)ΑΑΔ 339,
(3)Ανδρέας Σωκράτους ν. Παναγιώτη Ανδρέου κ.α., Π.Ε. 9227, ημερ. 22.1.1997 και
(4)C.Y.E.M.S. Co Ltd v. The Central Co-Operative Industries Co Ltd, Π.Ε. 6347, ημερ. 27.10.1982. Παραθέτω αποσπάσματα από τις πρώτες δύο υποθέσεις τα οποία μιλούν από μόνα τους: Hermes Insurance Co Ltd v. Ioulios Theodorides: «. If he is satisfied upon the affidavits before him that there really is a defence upon the merits, it is a matter of right, unless there be something very extraordinary (which I can hardly conceive), that the Defendant should be able to raise that defence upon the merits, either to the whole or to a part. He may fall far short of satisfying a Judge that there is a defence upon the merits; still he may do so if he discloses such facts as may be deemed sufficient to entitle him to defend. » Trans Middle east Trading (T.M.E.T.) Ltd v. Abdul Aziz Tlais: «Η βασική αρχή είναι ότι η συνοπτική απόφαση πρέπει να εκδίδεται μόνο όπου είναι αναμφίβολο ότι ο Εναγόμενος δεν έχει υπεράσπιση στην αγωγή. Όπου όμως δίδει στην ένορκη δήλωση αρκετές λεπτομέρειες που να δείχνουν την ύπαρξη καλόπιστης υπεράσπισης ή να εγείρουν θέμα σε απάντηση απαιτήσεως που θα πρέπει να εκδικάζεται, ή όπου ικανοποιεί το Δικαστήριο ότι έχει καλή και ουσιαστική υπεράσπιση ή αποκαλύπτει τέτοια γεγονότα που μπορούν να κριθούν ως αρκετά για να του δώσουν το δικαίωμα για υπεράσπιση. Έτσι, είναι μόνο σε καθαρές περιπτώσεις που μπορεί το Δικαστήριο να στερήσει διάδικο από του να προβάλει την υπεράσπισή του ενώπιον του Δικαστηρίου γιατί σε διαφορετική περίπτωση τέτοια ενέργεια θα αποτελούσε άρνηση δικαιοσύνης προς τον επηρεαζόμενο διάδικο.» Η αξίωση της ενάγουσας όπως έχει ήδη αναφερθεί βασίζεται σε παράβαση των όρων συμφωνίας μίσθωσης ακινήτου μεταξύ των μερών. Η εναγόμενη δεν αρνείται την σύναψη και υπογραφή της συμφωνίας μεταξύ των και της ενάγουσας. Ισχυρίζεται όμως ότι η σύμβαση αυτή δεν είναι έγκυρη ως μη συνάδουσα με τις πρόνοιες του άρθρου 77 του Περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ.149, ότι η σχέση μεταξύ τους είναι συμφωνία ενοικίασης από μήνα σε μήνα και ότι δεν έχει γίνει κανονικός τερματισμός της συμφωνίας. Αναφέρει δε ότι δεν οφείλει κανένα υπόλοιπο με βάση την συμφωνία γιατί δεν μπορεί να αντληθεί όφελος από άκυρη συμφωνία. Όπως έχει ήδη λεχθεί σε αυτό το στάδιο η εναγομένη έχει καθήκον να αποσείσει το βάρος απόδειξης που βρίσκεται στους ώμους της, ότι δηλαδή έχει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση στην παρούσα αγωγή. Η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου πρέπει να ασκείται πάντα δικαστικά και με βάση την νομολογία συνοπτική απόφαση εκδίδεται εκεί όπου το Δικαστήριο διαπιστώνει πως δεν υπάρχει στη πραγματικότητα διαφορά ώστε να δικαιολογείται η δίκη και μόνο σε καθαρές περιπτώσεις μπορεί να στερήσει από τον διάδικο το δικαίωμα να προβάλει την υπεράσπιση του. Έχοντας κατά νου ότι η διαδικασία της έκδοσης συνοπτικής απόφασης είναι κατ΄εξαίρεση διαδικασία της ακρόασης μιας αγωγής και λαμβάνοντας υπόψη τα θέματα που εγείρουν η εναγόμενη και τα οποία αναφέρονται στην αμέσως προηγούμενη παράγραφο, διαπιστώνω ότι διακρίνεται υπεράσπιση στη παρούσα αγωγή και έτσι είναι η θέση μου ότι θα πρέπει να δοθεί στην εναγόμενη το δικαίωμα να προβάλει την υπεράσπιση της μέσω της κανονικής πορείας της διαδικασίας. Σημειώνω ότι εκείνο που έχει σημασία είναι η παράθεση τέτοιων στοιχείων από την εναγομένη που να καταδεικνύει ότι υπάρχει δικάσιμο θέμα χωρίς να πρέπει απαραίτητα να ικανοποιηθεί το Δικαστήριο ότι η προβαλλόμενη υπεράσπιση θα επιτύχει. Αναφέρω ενδεικτικά την υπόθεση Ν. ν. Caterchef Ltd v. P.C.P. Electronics Ltd
(1999)1(Γ) ΑΑΔ1912. Ενόψει όλων των ανωτέρω η αίτηση αποτυγχάνει και απορρίπτεται, δίδεται άδεια στην εναγομένη να καταχωρήσει την υπεράσπιση της την οποία και θα πρέπει να καταχωρήσει εντός 30 ημερών από σήμερα. Τυχόν απάντηση της ενάγουσας να καταχωρηθεί εντός 15 ημερών από την επίδοση της υπεράσπισης της εναγομένης. Η αγωγή ορίζεται για οδηγίες, για να διαπιστωθεί κατά πόσο έχει υπάρξει συμμόρφωση με τις οδηγίες του Δικαστηρίου, στις 25 Ιανουαρίου 2016, ώρα 9.00π.μ. Σε ό,τι αφορά τα έξοδα της διαδικασίας, αυτά επιδικάζονται υπέρ της εναγομένης-καθ΄ης η αίτηση και εναντίον της ενάγουσας-αιτήτριας όπως υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Θα είναι όμως πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας. [Υπ.] ............ Στέλλα Χριστοδουλίδου-Μέσσιου, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο