Πολύκαρπου Γεωργίου ν. Γενικού Εισαγγελέα της Κυπριακής Δημοκρατίας, Αγωγή αρ. 10138/2010, 30/11/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2015:A522 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Θεοκλήτου, Προσ. Ε. Δ. Αγωγή αρ. 10138/2010 ΜΕΤΑΞΥ: Πολύκαρπου Γεωργίου Ενάγοντος και Γενικού Εισαγγελέα της Κυπριακής Δημοκρατίας Εναγομένου ------------------------------------------------------------------------------------------ Ημερομηνία: 30 Νοεμβρίου, 2015 Για τον Αιτητή - Εναγόμενο: κα Χάρις Καραολίδου, δικηγόρος, εκ μέρους του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας Για τον Καθ'ου η αίτηση - Ενάγοντα: κα Ελισάβετ Τιμοθέου, για Χάρη Κυριακίδη Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (σε αίτηση για εκδίκαση προδικαστικών ενστάσεων ημερομηνίας 22.4.2015) Εισαγωγή Σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης, στις 8.11.2005 επισυνέβη ατύχημα (πτώση βράχου και/ή βράχων) με αποτέλεσμα τον τραυματισμό του ενάγοντα. Ο ενάγοντας αποδίδει το εν λόγω συμβάν και τις ζημιές που υπέστη συνεπεία αυτού στην αποκλειστική και/ή σε μέγιστο βαθμό συντρέχουσα αμέλεια της Κυπριακής Δημοκρατίας και/ή σε παράβαση των θέσμιων καθηκόντων προσώπων για τα οποία η Κυπριακή Δημοκρατία ευθύνεται ως προστηθείς ή άλλως πως, παραθέτοντας σχετικές λεπτομέρειες. Στην απαίτηση παρατίθενται οι σωματικές βλάβες που κατ' ισχυρισμό υπέστη ο ενάγοντας συνεπεία του ατυχήματος και οι λεπτομέρειες των ειδικών ζημιών. Με την υπεράσπιση του ο εναγόμενος εγείρει τρεις προδικαστικές ενστάσεις: (α) ότι το αγώγιμο δικαίωμα του ενάγοντα έχει παραγραφεί, (β) επικαλείται το θέμα της εγκατάλειψης (waiver) και/ή της ολιγωρίας (laches), και (γ) ότι η αγωγή ασκείται καταχρηστικά και/ή κατά τρόπο που στερεί από τον εναγόμενο του δικαιώματος του να διαγνωστούν τα δικαιώματα και/ή οι υποχρεώσεις του εντός ευλόγου χρόνου. Χωρίς επηρεασμό των τριών προδικαστικών ενστάσεων, ο εναγόμενος παραδέχεται ότι στις 8.11.2005 επισυνέβη κάποιο ατύχημα (κάποιες πέτρες κατολίσθησαν, άγνωστο πως, και μια μικρή πέτρα τραυμάτισε τον ενάγοντα), παραδέχεται επίσης ότι ο ενάγοντας τραυματίστηκε, αρνούμενος όμως ότι ο τραυματισμός του ενάγοντα είναι το αποτέλεσμα της δικής του αμέλειας και/ή παράβασης θέσμιων καθηκόντων του, και αρνούμενος επιπλέον ότι ο ενάγων υπέστη σωρεία σωματικών βλαβών και άλλων ειδικών ζημιών. Χωρίς βλάβη της θέσης του αυτής, ο εναγόμενος ισχυρίζεται επίσης ότι ο ενάγοντας υπήρξε ένοχος αμέλειας και παράβασης των εκ του νόμου και των κανονισμών επιβαλλομένων καθηκόντων και υποχρεώσεων του, παραθέτοντας σχετικές λεπτομέρειες. Με την απάντηση στην υπεράσπιση, εν σχέσει με το θέμα της παραγραφής, ο ενάγοντας ισχυρίζεται ότι η αγωγή ηγέρθη προτού συμπληρωθεί οποιαδήποτε προθεσμία παραγραφής και/ή σε χρόνο που οι προθεσμίες παραγραφής τελούσαν σε αναστολή. Ισχυρίζεται επίσης ότι η μεσολάβηση 5 ετών από το ατύχημα μέχρι και την καταχώρηση της αγωγής ήταν αναγκαία για την αποκρυστάλλωση των ζημιών του ενάγοντα και για τη διενέργεια των αναγκαίων πράξεων για τη διακρίβωση των γεγονότων που συνθέτουν την απαίτηση. Σε σχέση με το θέμα της ολιγωρίας είναι η θέση του ότι αυτό δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης εφόσον δεν αξιώνεται θεραπεία με βάση τις αρχές της επιείκειας, ενώ σε σχέση με την προδικαστική ένσταση που αφορά την εγκατάλειψη δικαιώματος (waiver) αρνείται ότι έχει εγκαταλείψει το αγώγιμο του δικαίωμα. Η πορεία της παρούσας αγωγής προκύπτει από το δικαστικό φάκελο. Το γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα καταχωρήθηκε στις 29.11.2010 και η έκθεση απαίτησης καταχωρήθηκε, κατόπιν σχετικού διατάγματος παράτασης του χρόνου καταχώρησης αυτής, στις 10.4.
- Η υπεράσπιση του εναγόμενου καταχωρήθηκε στις 6.12.2012 και η απάντηση στην υπεράσπιση στις 12.3.
- Η υπόθεση ορίστηκε για οδηγίες δυνάμει της Δ.30 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας στις 14.5.2013 οπότε και εκδόθηκαν διατάγματα ένορκης αποκάλυψης εγγράφων. Η διαδικασία της αποκάλυψης εγγράφων ολοκληρώθηκε στις 8.10.2013 και κατόπιν αιτήματος των διαδίκων δόθηκαν οδηγίες για ανταλλαγή εγγράφων. Η υπόθεση ορίστηκε ακολούθως για ακρόαση στις 2.4.2014 (οπότε η υπόθεση αναβλήθηκε λόγω έλλειψης χρόνου του Δικαστηρίου), στις 15.9.2014 (οπότε η υπόθεση αναβλήθηκε κατόπιν αιτήματος του εναγόμενου με τα έξοδα να επιδικάζονται υπέρ του ενάγοντα), στις 12.12.2014 (οπότε η υπόθεση αναβλήθηκε κατόπιν αιτήματος του εναγόμενου με τα έξοδα να επιδικάζονται στην πορεία αλλά όχι εναντίον του ενάγοντα) και στις 24.4.2015 (οπότε η υπόθεση αναβλήθηκε κατόπιν αιτήματος του εναγόμενου προκειμένου να εξεταστεί η παρούσα αίτηση με τα έξοδα να επιδικάζονται υπέρ του ενάγοντα). Σημειώνω ότι ο ενάγοντας δεν έφερε ένσταση σε κανένα εκ των αιτημάτων του εναγομένου για αναβολή της ακρόασης. Με την αίτηση του ημερομηνίας 22.4.2015 ο εναγόμενος - αιτητής ζητά: «
- Όπως τα ακόλουθα νομικά σημεία τα οποία εκτίθενται στις παραγράφους 1 και 2 της Έκθεσης Υπεράσπισης του Εναγόμενου, προδικαστούν και/ή αποφασισθούν υπό του Σεβαστού Δικαστηρίου πρώτα και/ή προ της ακρόασης ολόκληρης της αγωγής: (α) Ο Εναγόμενος εγείρει προδικαστική ένσταση και διά της παρούσας ισχυρίζεται ότι το αγώγιμο δικαίωμα του Ενάγοντα παραγράφηκε. (β) Ο Εναγόμενος εγείρει δεύτερη προδικαστική ένσταση και επικαλείται το θέμα της εγκατάλειψης του δικαιώματος του Ενάγοντος (waiver) και/ή της καθυστέρησης και/ή ολιγωρίας (laches) αναφορικά με την καταχώρηση της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής και την καθυστέρηση διεκδίκησης των δικαιωμάτων του Ενάγοντος.
- Τα έξοδα της παρούσας αίτησης πλέον ΦΠΑ.» Η αίτηση βασίζεται στους περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.27 Θ. 1-2 και 3 και Δ.48 Θ. 1-4 και 9, Δ.29 Θ.2, στο άρθρο 68 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου Κεφ. 148, στις γενικές αρχές του νόμου και της νομολογίας, στις αρχές της επιείκειας, στην αγγλική πρακτική και επί των γενικών σύμφυτων εξουσιών του Δικαστηρίου. Η αίτηση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση της κας Έλενας Νεοφύτου, Γραμματειακού Λειτουργού στο Αρχείο Αγωγών της Νομικής Υπηρεσίας, η οποία λέγει ότι τα θέματα που εγείρονται στις παραγράφους 1 και 2 της υπεράσπισης του εναγόμενου είναι καθαρά νομικά και καθοριστικά για την επίλυση της υπόθεσης ή μέρους αυτής και ως τέτοια επιβάλλεται να ακουστούν και να αποφασιστούν προδικαστικά. Είναι η θέση της ότι η αγωγή του ενάγοντα αφορά σε αποζημιώσεις που ο τελευταίος διεκδικεί από τον εναγόμενο για σωματικές βλάβες που υπέστη λόγω εργατικού ατυχήματος, που επεσυνέβη λόγω αμέλειας και/ή παράβασης των εκ του νόμου και/ή κανονισμών απορρεόντων καθηκόντων της Κυπριακής Δημοκρατίας και/ή προστηθέντων αυτής. Με την υπεράσπιση του ο εναγόμενος παραδέχεται τον τραυματισμό του ενάγοντα κατά την 8.11.2005, αρνούμενος την ευθύνη για τον τραυματισμό και την αμέλεια που του καταλογίζεται. Η αγωγή, συνεχίζει, καταχωρήθηκε στις 29.11.2010, σε χρόνο, δηλαδή, που το αγώγιμο δικαίωμα είχε παραγραφεί με βάση το άρθρο 68 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148 ως αυτό ίσχυε την ημέρα καταχώρησης της αγωγής, δεν ισχύουν δε, κατά τη θέση της, τα όσα ο ενάγοντας ισχυρίζεται στην απάντηση του στην υπεράσπιση του εναγόμενου, αφού ο ενάγοντας είχε το δικαίωμα να καταχωρήσει την αγωγή του εμπρόθεσμα, επί γενικά οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος, και να ζητήσει μετά παράταση του χρόνου καταχώρησης της έκθεσης απαίτησης, ή ακόμα και τροποποίηση αυτής. Συνεχίζει σημειώνοντας ότι το ζήτημα της παραγραφής άπτεται της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου να επιληφθεί της υπόθεσης. Λέγει επίσης ότι η καθυστέρηση στην καταχώρηση της αγωγής οδήγησε στο να απεμπολήσει ο ενάγων το δικαίωμα του για προώθηση των αιτιάσεων του και ότι ο ενάγοντας δεν καταδεικνύει οποιοδήποτε λόγο και/ή εξαιρετικό λόγο και/ή γεγονότα που να δικαιολογούν την καθυστέρηση. Είναι επίσης η θέση της ότι το Δικαστήριο, κατά την εξέταση της παρούσας αίτησης θα πρέπει να λάβει υπόψη του όλα τα γεγονότα και περιστατικά όπως προκύπτουν από τα δικόγραφα και ότι σε κάθε περίπτωση τα γεγονότα που στοιχειοθετούν τη δικαιοδοσία και/ή την εξουσία του Δικαστηρίου είναι εκείνα που συνθέτουν την απαίτηση και πηγή αναζήτησης τους είναι η έκθεση απαίτησης. Αναφορικά με το χρόνο καταχώρησης της αίτησης λέγει ότι ο παράγοντας χρόνος είναι μεν σχετικός, όχι όμως εκ προοιμίου και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας. Καταλήγει ότι πιστεύει ότι η έγκριση της αίτησης είναι προς το συμφέρον της δικαιοσύνης. Ο ενάγοντας - καθ'ου η αίτηση καταχώρησε ένσταση στην αίτηση του αιτητή, προβάλλοντας τους ακόλουθους λόγους ένστασης: «
- Το ζήτημα για το οποίο υποβάλλεται αίτηση για προδικαστική εκδίκαση είναι εκ των πραγμάτων ξεκάθαρο ότι δεν μπορεί να αποφασιστεί υπέρ του Εναγόμενου ή/και η ερμηνεία που προωθεί ο Εναγόμενος αναφορικά με τον ισχυρισμό παραγραφής είναι αβάσιμη ή/και εσφαλμένη.
- Το ζήτημα για το οποίο υποβάλλεται αίτηση για προδικαστική εκδίκαση είναι εκ των πραγμάτων αλυσιτελές να αποφασιστεί προδικαστικά, δοθέντος του ότι η αγωγή δεν αφορά μόνο το αστικό αδίκημα της αμέλειας αλλά και παράβαση θέσμιων καθηκόντων, για τα οποία δεν υπάρχει ισχυρισμός για παραγραφή.
- Ακόμα και αν ήθελε θεωρηθεί ότι η ερμηνεία που προωθεί ο Εναγόμενος περί παραγραφής είναι ορθή, θέση που ο Ενάγοντας αρνείται, εν πάση περιπτώσει το ζήτημα για το οποίο υποβάλλεται αίτηση για προδικαστική εκδίκαση δεν είναι αμιγώς νομικό. Στην πραγματικότητα, το πραγματικό υπόβαθρο στο οποίο στηρίζεται το αίτημα δεν είναι παραδεκτό στο σύνολό του, με αποτέλεσμα να μην μπορεί ή/και να μην είναι ορθό ή/και δίκαιο ή/και ευχερές να διαταχθεί προδικαστική εκδίκαση.
- Η αίτηση καταχωρήθηκε με υπέρμετρη ή/και μεγάλη καθυστέρηση ή/και χρονοτριβή ή/και χωρίς ιδιαίτερη αιτιολογία ως προς την καθυστέρηση ή/και ουχί εντός ευλόγου χρόνου ως ορίζει η δικαστική πρακτική ή/και η νομολογία ή/και ενώ τα δικόγραφα έχουν ολοκληρωθεί από τις 12.3.
- Η υποβολή της παρούσας αίτησης και η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος σκοπεί ή/και θα προκαλέσει υπέρμετρη ή/και αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην προώθηση της υπόθεσης.
- Με την υποβαλλόμενη αίτηση η Ενάγουσα δεν παρουσιάζει επαρκείς ή/και ουσιαστικούς ή/και ικανοποιητικούς λόγους για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υπέρ της προκαταρκτικής εκδίκασης των προδικαστικών ενστάσεων που εγείρονται στην Υπεράσπιση.». Η ένσταση βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.27 Θ.1-3, Δ.48, Θ.1-9, Δ.29, Θ.1-3, στο άρθρο 68 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου (Κεφ. 148), στα άρθρα 3, 6 και 29 του Ν.66(Ι)/2012, άρθρο 8Α και 11 του Κεφαλαίου 15, στον περί Δικαστηρίων Νόμο, Ν.14/60, στο άρθρο 30 του Συντάγματος, στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου, στο Δίκαιο της Επιείκειας και στη νομολογία. Η ένσταση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση της κας Γεωργίας Καραμαλλή, δικηγόρου. Είναι η θέση της ότι η ερμηνεία που προωθεί ο εναγόμενος ως προς το θέμα της παραγραφής είναι αβάσιμη και εσφαλμένη και ισχυρίζεται ότι κατά το χρόνο έγερσης της αγωγής η απαίτηση του ενάγοντα δεν ήταν παραγεγραμμένη. Λέγει επίσης ότι επειδή η αγωγή του ενάγοντα δεν βασίζεται μόνο στο αστικό αδίκημα της αμέλειας, αλλά και σε παράβαση θέσμιων καθηκόντων, για τα οποία δεν υπάρχει ισχυρισμός περί παραγραφής, η προδικαστική επίλυση των ζητημάτων που επιδιώκει ο εναγόμενος, θα είναι αλυσιτελής. Είναι περαιτέρω η θέση της ότι ακόμη και αν η ερμηνεία που ο εναγόμενος προωθεί σε σχέση με το θέμα της παραγραφής είναι ορθή, το θέμα δεν είναι αμιγώς νομικό, και, περαιτέρω, το πραγματικό υπόβαθρο στο οποίο στηρίζεται το αίτημα δεν είναι παραδεκτό στο σύνολο του. Σημειώνει σχετικά προς τούτο ότι το αστικό αδίκημα συνέχισε να προκαλεί στον ενάγοντα νέα ζημιά από μέρα σε μέρα, και ότι χρειάζεται να δοθεί μαρτυρία και να γίνουν ευρήματα επί τούτου, ότι χρειάζεται να προσκομιστεί μαρτυρία για να αποφασίσει το Δικαστήριο αν θα ασκήσει τη διακριτική ευχέρεια που του παρέχει το άρθρο 8Α του περί Παραγραφής Νόμου, Κεφ. 15, και ότι θα πρέπει να ακούσει τους λόγους που οδήγησαν τον ενάγοντα στην καθυστέρηση καταχώρησης της αγωγής. Λέγει επιπλέον ότι υπήρξε υπέρμετρη καθυστέρηση στην καταχώρηση της αίτησης, καθυστέρηση η οποία αποτελεί ξεχωριστό και αυτοτελή λόγο για την απόρριψη της. Τέλος, είναι η θέση της ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για έγκριση της αίτησης, λαμβάνοντας υπόψη ότι με βάση τη νομολογία τέτοιας μορφής διατάγματα εκδίδονται με φειδώ και σε εξαιρετικές περιπτώσεις. Η ακροαματική διαδικασία Κατά την ακροαματική διαδικασία, ουδείς εκ των ενόρκως δηλούντων αντεξετάστηκε. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των δύο πλευρών καταχώρησαν γραπτές αγορεύσεις προς υποστήριξη των θέσεων τους, καθώς και συμπληρωματικές αγορεύσεις, κατόπιν επανανοίγματος της υπόθεσης. Οι αγορεύσεις των δύο μερών ήταν πολύ εμπεριστατωμένες, και αναφορά στις θέσεις που υποστηρίχθηκαν μέσω αυτών θα γίνει στα πλαίσια αξιολόγησης των εκατέρωθεν θέσεων, κατωτέρω. Νομική πτυχή Η υπό κρίση αίτηση στηρίζεται, μεταξύ άλλων στη Δ.27, Θ. 1 - 3 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, η οποία προβλέπει τα εξής: «
- Any party shall be entitled to raise by his pleading any point of law, and any point so raised shall be disposed of by the Court at any stage that may appear to it convenient.
- If in the opinion of the Court the decision of such point of law substantially disposes of the whole action, or of any distinct cause of action, ground of defence, counter-claim, or reply therein, the Court may thereupon dismiss the action or make such other order therein as may be just.
- The Court may order any pleading to be struck out on the ground that it discloses no reasonable cause of action or answer, and in any such case or in case of the action or defence being shown by the pleadings to be frivolous or vexatious, the Court may order the action to be stayed or dismissed, or judgment to be entered accordingly as may be just.» Η αίτηση στηρίζεται επίσης στη Δ.29 Θ. 2 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, η οποία προβλέπει τα εξής: «
- If it appear to the Court or a Judge that there is in any cause or matter a question of law which it would be convenient to have decided before any evidence is given or any question or issue of fact is tried, or before any reference is made to an arbitrator, the Court or Judge may make an order accordingly and may direct such question of law to be raised for the opinion of the Court either by special case or in such other manner as the Court or Judge may deem expedient, and all such further proceedings as the decision of such question of law may render unnecessary may thereupon be stayed.» Οι αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου σε αιτήσεις για εκδίκαση προδικαστικού σημείου με βάση τη Δ.27, καταγράφηκαν σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου, μεταξύ άλλων, Papamichael v. Haholiades
(1970)1 C.L.R. 306. Malachtou v. Armefti and another
(1984)1 C.L.R. 548, Χαραλάμπους ν. Σόλωνος
(1994)1 ΑΑΔ 716, Χρίστος Χατζηπαύλου και Υιοί Λτδ ν. Δήμου Λεμεσού
(1998)1(Δ) ΑΑΔ 2046, Karic Banka D.D. v. Χαρίλαος Αποστολίδης & Σία Λτδ
(2001)1(Α) ΑΑΔ 530, Βιομηχανία Χαρίλαος Αλωνεύτης Λτδ κ.α. ν. Alpha Bank Ltd
(2003)1(B) ΑΑΔ 990, Σάββα ν. Λαϊκή Ασφαλιστική Εταιρεία Λτδ
(2009)1(Β) ΑΑΔ 1609. Στην υπόθεση Ιωάννης Νικόλα Χ"Οικονόμου v. Ελληνικής Τραπέζης Λτδ
(1992)1 ΑΑΔ 949 κωδικοποιήθηκαν οι αρχές που καθορίζουν τα πλαίσια άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου με βάση τη Δ.27, οι οποίες μπορούν να συνοψιστούν ως εξής: (α) Η σχετική αίτηση πρέπει να καθορίζει το συγκεκριμένο νομικό σημείο που εγείρεται. (β) Η αίτηση πρέπει να καταχωρείται κατά το χρόνο που κλείνουν οι έγγραφες προτάσεις ή πολύ σύντομα αργότερα. Κανονικά η προκαταρτική εκδίκαση θα πρέπει να ζητείται στην Αίτηση για Οδηγίες (Summons for Directions). (γ) Η έκδοση διαταγής για εκδίκαση προδικαστικώς νομικού σημείου γίνεται κατά κανόνα, όταν το Δικαστήριο κρίνει ότι το κρινόμενο νομικό σημείο εγείρει σοβαρό νομικό θέμα, το οποίο αν αποφασιστεί υπέρ του αιτητή, αποφασίζεται η όλη υπόθεση, ή ένα ουσιώδες θέμα της αγωγής. (δ) Μια τέτοια διαταγή θα πρέπει να εκδίδεται με φειδώ και σε εξαιρετικά απλές και καθαρές περιπτώσεις και όχι στις περιπτώσεις εκείνες που τα εγειρόμενα θέματα, λόγω της ασάφειας των γεγονότων ή του νόμου, θα πρέπει να αποφασιστούν κατά την ακρόαση. Ακόμα, η διαταγή αυτή δεν εκδίδεται όταν υπάρχουν αμφισβητούμενα γεγονότα. Στην υπόθεση Αγρόκτημα Λανίτη Λτδ κ.α. ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας κ.α.
(1991)1 ΑΑΔ 225 εξηγήθηκε ότι, ό,τι προκύπτει από τη νομολογία, είναι ότι η επίλυση θέματος προδικαστικά και, γενικότερα, η επίλυση θέματος έξω από το πλαίσιο της δίκης που είναι το φυσιολογικό πεδίο για τη διαπίστωση των γεγονότων και τον καθορισμό των δικαιϊκών τους συνεπειών, αποτελεί εξαιρετικό μέτρο, προσφυγή στο οποίο δικαιολογείται μόνο εφόσον τα γεγονότα είναι αδιαμφισβήτητα ή παραδεκτά. Δικαιολογείται η επίκληση της Δ.27 εφόσον το συζητούμενο θέμα αποκρυσταλλώνεται σε καθαρά νομικό θέμα, η λύση του οποίου μπορεί να επιδιωχθεί με την ίδια ευχέρεια σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας. Επισημάνθηκε επίσης στην υπόθεση αυτή, με αναφορά στην υπόθεση Sevegep Ltd v. United Sea Transport Ltd and others
(1989)1(Ε) ΑΑΔ 729 ότι τα γεγονότα τα οποία στοιχειοθετούν τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου είναι εκείνα τα οποία συνθέτουν την απαίτηση, και αποκλειστική πηγή αναζήτησης τους είναι η έκθεση απαίτησης. Στην Αίτ.αρ. 57/87, Hambou v. Thoma
(1987)1 CLR 379, 373 αναφέρθηκε ότι σκοπός της Δ.27 είναι η εξοικονόμηση χρόνου και εξόδων σε υποθέσεις όπου η προδικαστική επίλυση νομικού σημείου μπορεί να οδηγήσει σε επίλυση της ουσίας της υπόθεσης ή ενός σημαντικού ζητήματος και συνεπώς να μην χρειαστεί η προσκόμιση μαρτυρίας σε οποιαδήποτε πραγματικά ζητήματα[1]. Επίσης στην Malachtou v. Armefti and another
(1984)1 CLR 548, 554 αποφασίστηκε, μεταξύ άλλων, ότι μόνο αμιγώς νομικά σημεία πρέπει να εξετάζονται δυνάμει της Δ.27 Θ.1 τα οποία αν αποφασιστούν κατά τον ένα ή τον άλλο τρόπο θα είναι αποφασιστικά για την πορεία της αντιδικίας μεταξύ των διαδίκων και ότι το πραγματικό υπόβαθρο αναφορικά με τα νομικά σημεία δεν πρέπει να είναι αμφισβητούμενο[2]. Αντίστοιχο της Δ.27 Θ. 1 και 2 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας είναι το Order 25 r. 2 και r.3[3] των παλαιών αγγλικών θεσμών, το κείμενο του οποίου είναι παρόμοιο, όχι όμως πανομοιότυπο[4], με τη δική μας Δ.27. Στην Ετήσια Πρακτική του 1958 (Annual Practice 1958), στις σημειώσεις για το αγγλικό O.25 r.2 (αντίστοιχο της Δ.27 Θ.1) στη σελ. 571, και ως προς το πεδίο εφαρμογής αυτού, διαβάζουμε τα εξής: «Scope of Rule.—Where costs can be saved by a point of law which requires serious argument and consideration being disposed of before trial, application should be made under this Rule. In Everett v. Ribbands, [1952] 2 Q. B. 198, per Romer, L.J., at p. 206 " Where there is a point of law which, if decided in one way, is going to be decisive of litigation, advantage ought to be taken of the facilities afforded by the rules of court to have it disposed of at the close of pleadings or very shortly afterwards."» Σε σχέση με το αγγλικό O.25 r.3 (αντίστοιχο της Δ.27 Θ.2), στην Ετήσια Πρακτική του 1958 (Annual Practice 1958), στη σελ. 572, διαβάζουμε τα ακόλουθα: «Application for Hearing before Trial.—This may be made on the summons for directions. The Master, as a rule, will only make the order when he sees that the objection raises a serious question of law, which, if decided in favour of the party objecting, would dispense with any further trial, or at any rate with the trial of some substantial issue in the action (see L.C. & D. Ry. v. S. E. Ry., 53 L.T. p. 111; Robinson v. Fenner, [1913] 3 K.B. 835). The order should not be made in respect of matters which by reason of the obscurity either of the facts or the law ought to be decided at the trial; only in respect of matters on which no further light would be thrown at the trial (per Roche, J., Isaacs & Sons, Ltd. v. Cook, [1925] 2 Κ. B. p. 401, applied in Taverner v. Glamorgan County Council
(1941), 57 T. L. R. 243). The order for argument before trial should not be made where there are facts in dispute, and if made may be set aside at the hearing (Western S.S. Co. v. Amaral Sutherland & Co., [1914] 3 Κ. B. 55; Parr v. London Assurance Co., 8 T. L. R. 88; Scott v. Mercantile Accident Co., ib. 431). An order may be made that the points of law may be dealt with as a preliminary point at the trial (Osborne v. Am. Society of Railway Servants, [1911] 1 Ch. 545).». Η αίτηση, όπως αναφέρθηκε πιο πάνω, βασίζεται και στη Δ.29 Θ.2 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Η εν λόγω Δ.29 Θ.2 είναι πανομοιότυπη με το Ο.34 r.2 των παλαιών αγγλικών θεσμών[5]. Στις σημειώσεις για το O.34 r.2 στην Ετήσια Πρακτική του 1958, στις σελ. 772 και 773 αναφέρονται τα ακόλουθα: «Application of Rule.—If the question of law is adequately raised on the pleadings, the procedure under O. 25, r. 2, is usually preferable. This Rule has reference only to a case where the action has not yet come on for trial (see r. 1). but by analogy, the Court will, at the trial, decide first a question of law, the decision of which may render it unnecessary to try a question of fact. (Pooley v. Driver, 5 Ch. D. 460) .......................... When Application may be Made.—If the question between the parties appears clearly from the indorsement on the writ, the application may, after appearance, be made by plaintiff before delivery of a statement of claim, on an affidavit that the facts are undisputed (Metropolitan Board v. New Riser Co., 2 Q. B. D. 67); otherwise it seems the Judge may, on a summons for directions (Ο. 30), or at any time before trial, make the order on the application of either party, if it appears from the pleadings that it will be the most convenient course;......................» Στην υπόθεση Ελληνίδης κ.α. ν. Καζαντιάν
(1990)1 Α.Α.Δ 128, 132, το Δικαστήριο σημείωσε ότι οι πρόνοιες της Δ.29 θ.2 σχετίζονται με τον προσδιορισμό ειδικής υπόθεσης ή θέματος (special case) που αφορά αποκλειστικά νομικό θέμα, η επίλυση του οποίου κρίνεται πρόσφορη ή αναγκαία κατά παρέκκλιση από τα δικονομικά θέσμια της δίκης. Αξιολόγηση των εκατέρωθεν θέσεων Έχοντας υπόψη τις πιο πάνω αρχές και εξετάζοντας τις θέσεις των δύο πλευρών, παρατηρούνται τα ακόλουθα: Ως πρώτο λόγο ένστασης οι ευπαίδευτοι συνήγοροι του καθ'ου η αίτηση εγείρουν τον ισχυρισμό ότι είναι ξεκάθαρο ότι το ζήτημα που εγείρει για προδικαστική εξέταση ο αιτητής δεν μπορεί να αποφασιστεί υπέρ του ή/και ότι η ερμηνεία που προωθεί ο αιτητής σε σχέση με το θέμα της παραγραφής είναι αβάσιμη ή/και εσφαλμένη. Κρίνω ότι αυτός ο λόγος ένστασης δεν μπορεί να οδηγήσει σε απόρριψη της αίτησης του αιτητή, επειδή στο παρόν στάδιο το μόνο που εξετάζεται είναι αν τα δύο σημεία που εγείρονται ως προδικαστικές ενστάσεις στην υπεράσπιση του αιτητή είναι κατάλληλα για να προδικαστούν, και όχι αν αυτά μπορεί να ευσταθήσουν. Συνεπώς ο πρώτος λόγος ένστασης δεν μπορεί να οδηγήσει σε απόρριψη της αίτησης. Ο καθ'ου η αίτηση εγείρει ως δεύτερο λόγο ένστασης τη θέση ότι η προδικαστική επίλυση του ζητήματος της παραγραφής θα ήτο αλυσιτελής, επειδή η αγωγή δε βασίζεται μόνο στο αστικό αδίκημα της αμέλειας αλλά και στο αστικό αδίκημα της παράβασης θέσμιων καθηκόντων, για το οποίο δεν υπάρχει ισχυρισμός για παραγραφή. Η ευπαίδευτη συνήγορος του καθ'ου η αίτηση παρέπεμψε στα πλαίσια της αγόρευσης της, σε συγγράμματα και νομολογία ως προς τη ξεχωριστή φύση των δύο αστικών αδικημάτων, και τόνισε ότι ο αιτητής δεν ισχυρίζεται ότι υπήρξε παραγραφή του αστικού αδικήματος της παράβασης θέσμιου καθήκοντος. Επί τούτου, η ευπαίδευτη συνήγορος του αιτητή ανέφερε στην αρχική της αγόρευση ότι «ο Ενάγων άτοπα διαχωρίζει και/ή θεωρεί ως ξεχωριστά αστικά αδικήματα, την αμέλεια και την παράβαση καθηκόντων» και ότι «όπως έχει κριθεί πολλάκις αλλά και όπως είναι λογικό, το αστικό αδίκημα της αμέλειας είναι ένα και το αυτό και καμία διαφορά δεν έχει και/ή δεν αποτελεί ξεχωριστό αδίκημα από την παράβαση καθηκόντων όπως ανεδαφικά ισχυρίζεται ο ενάγων». Η αρχική τούτη θέση της ευπαίδευτης συνηγόρου του αιτητή δεν συνάδει με την επί του θέματος θεωρία και νομολογία, σύμφωνα με την οποία η παράλειψη εκπλήρωσης καθήκοντος το οποίο επιβάλλει ο νόμος μπορεί, ανάλογα με την πρόθεση του νομοθέτη να στοιχειοθετήσει το αστικό αδίκημα (tort) της παράβασης εκ του νόμου απορρέοντος καθήκοντος[6], αστικό αδίκημα γνωστό στο κοινοδίκαιο το οποίο αποτελεί μέρος του κυπριακού δικαίου και εφαρμόζεται στην Κύπρο με βάση το άρθρο 29
(1)(γ) του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν. 14/60[7], και το οποίο είναι διαφορετικό από το αστικό αδίκημα της αμέλειας[8]. Τούτο έγινε αποδεκτό από την ευπαίδευτη συνήγορο του αιτητή στη συμπληρωματική της γραπτή αγόρευση, στα πλαίσια της οποίας διευκρίνισε, όπως είναι άλλωστε φανερό και από την ίδια την υπεράσπιση του εναγόμενου, ότι η προδικαστική ένσταση που εγείρεται στην παράγραφο 1 της υπεράσπισης δεν αφορά μόνο σε κατ' ισχυρισμό παραγραφή του αγώγιμου δικαιώματος του ενάγοντα στο βαθμό που η αγωγή βασίζεται σε αμέλεια, αλλά στο σύνολο του αγώγιμου δικαιώματος του ενάγοντα, προβάλλοντας παράλληλα τον ισχυρισμό ότι και το αστικό αδίκημα της παράβασης θέσμιου καθήκοντος έχει παραγραφεί με βάση το άρθρο 68 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου. Αντίθετη επί του τελευταίου αυτού σημείου ήταν η θέση της ευπαιδεύτου συνηγόρου του καθ'ου η αίτηση. Όμως δεν είναι το στάδιο της παρούσας αιτήσεως το κατάλληλο για να αποφασίσει το Δικαστήριο επί των δύο αντίθετων θέσεων. Αφ'ης στιγμής η πλευρά του αιτητή δέχεται, πλέον, ότι η αγωγή του ενάγοντα βασίζεται σε δύο ξεχωριστά αστικά αδικήματα, τα οποία, όμως κατά τη θέση του αιτητή, έχουν και τα δύο παραγραφεί, θεωρώ πως η ένσταση του καθ'ου η αίτηση ότι η επίλυση της προδικαστικής ένστασης θα είναι αλυσιτελής επειδή δεν εγείρεται ισχυρισμός για παραγραφή του αγώγιμου δικαιώματος που βασίζεται σε παράβαση θέσμιου καθήκοντος, δεν μπορεί να επιτύχει. Σύμφωνα με τον τρίτο λόγο ένστασης, ο καθ'ου η αίτηση υποστηρίζει ότι το ζήτημα για το οποίο υποβάλλεται η αίτηση για προδικαστική εκδίκαση δεν είναι αμιγώς νομικό και ότι το πραγματικό υπόβαθρο στο οποίο στηρίζεται το αίτημα δεν είναι παραδεκτό στο σύνολο του, με αποτέλεσμα να μην μπορεί ή/και να μην είναι ορθό ή/και δίκαιο ή/και ευχερές να διαταχθεί προδικαστική εκδίκαση. Η ένσταση αυτή επιβάλλεται να εξετασθεί ξεχωριστά σε σχέση με κάθε μία εκ των δύο προδικαστικών ενστάσεων των οποίων επιδιώκεται η προεκδίκαση. Η πρώτη προδικαστική ένσταση αφορά στην κατ' ισχυρισμό παραγραφή του αγώγιμου δικαιώματος του ενάγοντα - καθ'ου η αίτηση. Προκειμένου να υποστηρίξει τη θέση του ο καθ'ου η αίτηση εγείρει τα εξής τρία σημεία: (α) το αστικό αδίκημα συνέχισε να προκαλεί νέες ζημιές κατ' εξακολούθηση από μέρα σε μέρα στον ενάγοντα, αφού ακολούθησαν επιπλοκές στην υγεία του και οι ζημιές του δεν είχαν αποκρυσταλλωθεί πριν ο ενάγοντας αναζητήσει νομική συμβουλή, (β) το Δικαστήριο διαθέτει διακριτική ευχέρεια με βάση το άρθρο 8Α του περί Παραγραφής Νόμου, Κεφ. 15 να μην εφαρμόσει τις πρόνοιες περί παραγραφής, και προκειμένου να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια θα πρέπει πρώτα να ακούσει μαρτυρία, (γ) γίνεται επίκληση στη νομική βάση της αίτησης των άρθρων 3, 6 και 29 του περί Παραγραφής Αγώγιμων Δικαιωμάτων Νόμου του 2012, Ν. 66(Ι)/
- Θα αρχίσω από το σημείο (β), ανωτέρω, και την εισηγούμενη εφαρμογή του άρθρου 8Α του περί Παραγραφής Νόμου, Κεφ. 15 στην παρούσα υπόθεση. Εγείρονται σχετικά δύο ερωτήματα: κατά πόσο το άρθρο 8Α ήταν σε ισχύ κατά το χρόνο που πρέπει να ληφθεί υπόψη για να αποφασιστεί αν το αγώγιμο δικαίωμα του ενάγοντα έχει παραγραφεί, και αν η απάντηση είναι καταφατική, κατά πόσο το άρθρο 8Α ισχύει μόνο σε σχέση με αγώγιμα δικαιώματα για τα οποία η παραγραφή καθορίζεται στο Κεφ. 15 ή σε σχέση με όλα τα αγώγιμα δικαιώματα ανεξαρτήτως του νόμου στον οποίο καθορίζεται η παραγραφή τους (λ.χ. στο Κεφ. 148). Το άρθρο 8Α προστέθηκε στο Κεφ. 15 με τον περί Παραγραφής (Τροποποιητικό) Νόμο του 2002, Ν.108(Ι)/2002, ο οποίος δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας στις 12.7.2002, και προβλέπει τα εξής: «8Α. Σε οποιαδήποτε αγωγή, στην οποία η αξίωση αφορά αποζημιώσεις για πρόκληση σωματικής βλάβης ή και θανάτου ένεκα αστικού αδικήματος, το Δικαστήριο μπορεί να αποφασίσει, ότι είναι δίκαιο και ορθό, να μην εφαρμοστούν οι πρόνοιες παραγραφής της αξίωσης για αποζημιώσεις, αφού λάβει υπόψη τους λόγους και το χρόνο καθυστέρησης στην καταχώρηση της αγωγής και τη διάρκεια της ανικανότητας του ενάγοντα να χειριστεί την υπόθεσή του, περιλαμβανομένου και του αποβιώσαντα, εάν η αγωγή αφορά θάνατο, τη συμπεριφορά του ενάγοντα στην προσπάθεια για εξασφάλιση των απαραίτητων σχετικών στοιχείων και του εναγομένου σ' αυτή την προσπάθεια και τις συνέπειες της καθυστέρησης σε σχέση με τη διασφάλιση ή και την αξιοπιστία της μαρτυρίας: Νοείται ότι η πιο πάνω διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου δε θα ασκείται μετά την πάροδο πέντε ετών από την ημερομηνία παραγραφής της αξίωσης.» Την ίδια ημέρα (12.7.2002) είχε δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα και ο περί Αναστολής του Χρόνου Παραγραφής (Προσωρινές Διατάξεις) Νόμος του 2002, Ν. 110(Ι)/2002, ο οποίος, σύμφωνα με το άρθρο 5 αυτού τίθεται σε ισχύ την 1.6.2005, και ο οποίος κατάργησε τους περί Αναστολής της Παραγραφής Νόμους του 1964 έως 1982[9], καθώς και τον περί Παραγραφής (Προσωρινές Διατάξεις) Νόμο του 1990[10]. Εντούτοις το Κεφ. 15 δεν αφέθηκε ουσιαστικά από το νομοθέτη ποτέ να επανέλθει σε ισχύ. Λίγο πριν τη συμπλήρωση της πιο σύντομης περιόδου παραγραφής που προβλεπόταν στο Κεφ. 15 - 2 έτη - δημοσιεύθηκε ο Νόμος 60(Ι)/2007 (στις 31.5.2007) ο οποίος αύξησε την περίοδο αυτή σε 3 έτη. Ακολούθως, η ισχύς του Κεφ. 15 ανεστάλη διαδοχικά μέχρι τις 31.3.2009 (Ν.28(Ι)/2008και Ν.34(Ι)/2008), 31.3.2010 (Ν.16(Ι)/2009), 30.11.2010 (Ν.20(Ι)/2010), 31.3.2011 (Ν.111(Ι)/2010), 31.12.2011 (Ν.41(Ι)/2011)και 30.6.2012 (Ν.159(Ι)/2011). Με τον περί της Παραγραφής Αγώγιμων Δικαιωμάτων Νόμο του 2012, Ν.66(Ι)/2012καταργήθηκε εν τέλει τόσο ο περί Παραγραφής Νόμος, Κεφ. 15 όσο και το άρθρο 68 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148, αλλά το τελευταίο μόνο σε σχέση με πράξη ή παράλειψη που επισυνέβηκε κατά ή μετά την έναρξη ισχύος του Νόμου 66(Ι)/
- Ο Νόμος 66(Ι)/2012 τέθηκε σε ισχύ την 1.7.2012 (άρθρο 28). Με βάση τα πιο πάνω, το άρθρο 8Α του περί Παραγραφής Νόμου, Κεφ. 15 τέθηκε σε ισχύ στις 12.7.2002 (Ν. 108(Ι)/2002)και η ισχύς του αναστάληκε με την αναστολή της ισχύος ολόκληρου του Κεφ. 15, στις 30.5.2008 (Ν.28(Ι)/2008και Ν.34(Ι)/2008, Ν.16(Ι)/2009, Ν.20(Ι)/2010, Ν.111(Ι)/2010, Ν.41(Ι)/2011και Ν.159(Ι)/2011). Δηλαδή, το άρθρο 8Α του Κεφ. 15 ήταν σε ισχύ την ημέρα που επισυνέβη το επίδικο ατύχημα (8.5.2005), αλλά όχι και την ημέρα καταχώρησης της αγωγής (29.11.2010), αφού η ισχύς του αναστάληκε στις 30.5.
- Η θέση του καθ'ου η αίτηση είναι ότι επειδή κατά το χρόνο γένεσης του αγώγιμου δικαιώματος, ήτοι 8.11.2005, το άρθρο 8Α του Κεφ. 15 ήταν σε ισχύ, αυτό τυγχάνει εφαρμογής, συνεπώς το Δικαστήριο θα πρέπει να ακούσει μαρτυρία προκειμένου να αποφασίσει κατά πόσο είναι ορθό και δίκαιο να μην εφαρμοστούν οι πρόνοιες επί παραγραφής. Η πιο πάνω θέση του καθ'ου η αίτηση δε με βρίσκει σύμφωνη. Σύμφωνα με την απόφαση στην Έφεση αρ. 23/2010, Δημητρίου ν. Δημητρίου
(2012)1(Α) ΑΑΔ 834, 842: «Ουδεμία αμφιβολία υπάρχει, και επί τούτου συμφωνούμε με το πρωτόδικο δικαστήριο, ότι το ισχύον δίκαιο προσδιορίζεται κατά το χρόνο προώθησης του δικονομικού διαβήματος. Στην προκείμενη περίπτωση, στις 2 Ιουνίου 2004, που κατατέθηκε από την εφεσίβλητη η εναρκτήρια αίτηση, ενώπιον του Οικογενειακού Δικαστηρίου, βρισκόταν σε ισχύ η πριν την τροποποίηση με το Νόμο 169(Ι)/2006, διατύπωση του Άρθρου 15 του Ν.232/91 που προνοούσε: .....» (υπογράμμιση δική μου) Και στην υπόθεση Όμηρος Χριστοδουλίδης ν. Global Capital Securities and Financial Services Ltd
(2012)1 Α.Α.Δ. 636 αποφασίστηκε ότι «Όπως ορθά σημειώνεται στην εκκαλούμενη απόφαση η παραγραφή αποτελεί δικονομικό κανόνα δικαίου και συνεπώς αν έχει παραγραφεί η απαίτηση με προγενέστερο νόμο αυτή δεν εξαφανίζεται αλλά μπορεί να προωθηθεί δικονομικά εφόσον με το νεότερο νόμο επεκτείνεται ο χρόνος της παραγραφής, εδώ στα οκτώ έτη. Κατά κανόνα, η περίοδος παραγραφής αρχίζει να μετρά από τη στιγμή που προκύπτει η αιτία της αγωγής. Ωστόσο, διαφορετική ρύθμιση του θέματος μπορεί να γίνει διά νόμου. Στην προκείμενη περίπτωση, το κρίσιμο χρονικό σημείο έναρξης της περιόδου παραγραφής είναι, σύμφωνα με το νόμο, η ημέρα που καταρτίστηκε η συναλλαγή και αυτό βεβαίως, σε συνάρτηση με την ημερομηνία καταχώρησης της αγωγής. Με αναφορά στο χρόνο καταχώρησης της αγωγής εξετάζεται κατά πόσο η απαίτηση έχει εκ του νόμου παραγραφεί. Αν η διαπίστωση είναι ότι η συγκεκριμένη απαίτηση όντως έχει παραγραφεί τότε σαφώς δεν υφίσταται αγώγιμο δικαίωμα προς διεκδίκηση της παραγεγραμμένης απαίτησης.» (υπογράμμιση δική μου) Συνεπώς, προκειμένου να αποφασισθεί κατά πόσο το αγώγιμο δικαίωμα του ενάγοντα έχει παραγραφεί, το Δικαστήριο εξετάζει αν κατά το χρόνο που προωθείται το σχετικό δικονομικό διάβημα, το δικαίωμα επί του οποίου αυτό εδράζεται έχει παραγραφεί με βάση το καθεστώς όπως ισχύει κατά το χρόνο προώθησης του εν λόγω διαβήματος (εδώ της καταχώρησης της αγωγής), και όχι το δίκαιο που ίσχυε την ημέρα που επισυνέβη το επίδικο ατύχημα. Την ημέρα καταχώρησης της αγωγής - 29.11.2010 - ολόκληρο το Κεφ. 15, περιλαμβανομένου, δηλαδή, του άρθρου 8Α αυτού, τελούσε υπό αναστολή, ως ανωτέρω αναφέρθηκε. Είναι συνεπώς η κατάληξη μου ότι το άρθρο 8Α του Κεφ. 15 δεν τυγχάνει εφαρμογής στην παρούσα υπόθεση. Ενόψει της κατάληξης αυτής παρέλκει η απάντηση στο δεύτερο ερώτημα, δηλαδή κατά πόσο το άρθρο 8Α ισχύει σε σχέση με αγώγιμα δικαιώματα για τα οποία η παραγραφή καθορίζεται στο Κεφ. 15 ή σε σχέση με όλα τα αγώγιμα δικαιώματα ανεξαρτήτως του νόμου στον οποίο καθορίζεται η παραγραφή τους. Όσα πιο πάνω αναφέρθηκαν, προδιαγράφουν την απάντηση και σε σχέση με το σημείο (γ), ανωτέρω. Ο Νόμος 66(Ι)/2012 δεν ήταν σε ισχύ την ημέρα προώθησης του δικονομικού διαβήματος, ήτοι την ημέρα καταχώρησης της αγωγής του ενάγοντα. Ο εν λόγω Νόμος τέθηκε σε ισχύ την 1.7.2012 και κατάργησε τόσο το Κεφ. 15, όσο και το άρθρο 68 του Κεφ.148, αλλά το τελευταίο μόνο σε σχέση με πράξη ή παράλειψη η οποία επισυνέβηκε κατά ή μετά την έναρξη ισχύος του νόμου (1.7.2012). Σε σχέση με το σημείο (α), ανωτέρω, και χωρίς να υπεισέρχομαι στο στάδιο αυτό στην ουσία των ισχυρισμών και αποφεύγοντας να προβώ σε οποιοδήποτε εύρημα ως προς το κατά πόσο το αγώγιμο δικαίωμα του ενάγοντα έχει παραγραφεί, σημειώνω τα εξής. Το θέμα της παραγραφής είναι καταλυτικό, εφόσον άπτεται της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου να επιληφθεί της υπόθεσης. Ως αποφασίστηκε στην υπόθεση Χατζηστυλλή ν. Παπαδήμα
(2000)1 ΑΑΔ 551, 560-561, το ζήτημα της παραγραφής άπτεται αυτής τούτης της εξουσίας ή της δικαιοδοσίας του δικαστηρίου να επιληφθεί μιας υπόθεσης και από τη στιγμή που τίθεται θέμα παραγραφής δεν πρέπει να προωθείται οτιδήποτε άλλο εκτός αν πρώτα το Δικαστήριο καταλήξει ότι δεν ευσταθεί. Εφόσον το δικαστήριο διαπιστώσει ότι πράγματι υπάρχει ζήτημα παραγραφής τότε υπάρχει απόλυτη αδυναμία να τεθεί οποιοδήποτε άλλο θέμα για εξέταση ενώπιον του Δικαστηρίου όπως συμβαίνει και στην περίπτωση της Αναθεωρητικής Δικαιοδοσίας εκεί όπου διαπιστώνεται υπέρβαση της ανατρεπτικής προθεσμίας που θέτει το Άρθρο 146.3 του Συντάγματος. Ως αναφέρθηκε αναλυτικά στην «Εισαγωγή», ανωτέρω, ο ενάγοντας ισχυρίζεται ότι την 8.11.2005 επισυνέβη ατύχημα (πτώση βράχου και/ή βράχων) με αποτέλεσμα να τραυματιστεί, αποδίδοντας το ατύχημα και τον τραυματισμό του στην αμέλεια του εναγόμενου και/ή στην από μέρους του παράβαση των θέσμιων καθηκόντων του. Με την υπεράσπιση του ο εναγόμενος παραδέχεται ότι στις 8.11.2005 επισυνέβη κάποιο ατύχημα (κάποιες πέτρες κατολίσθησαν, άγνωστο πως, και μια μικρή πέτρα τραυμάτισε τον ενάγοντα), παραδέχεται επίσης ότι ο ενάγοντας τραυματίστηκε, αρνούμενος όμως ότι ο ενάγων υπέστη σωρεία σωματικών βλαβών και άλλων ειδικών ζημιών και αρνούμενος την ευθύνη για αυτές. Χωρίς, όπως ανέφερα πριν, να προβαίνω σε οποιαδήποτε κατάληξη ως προς το θέμα της παραγραφής, θεωρώ ότι με παραδεκτό, από μέρους του εναγόμενου, το γεγονός του τραυματισμού του ενάγοντα στις 8.11.2005, και με δεδομένη την ημερομηνία καταχώρησης της αγωγής, το πραγματικό υπόβαθρο επί του οποίου η προδικαστική ένσταση του εναγόμενου θα μπορούσε να εξετασθεί, υπάρχει. Άλλωστε, σύμφωνα με τη νομολογία[11], τα γεγονότα τα οποία στοιχειοθετούν τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου είναι εκείνα τα οποία συνθέτουν την απαίτηση και αποκλειστική πηγή αναζήτησης τους είναι η έκθεση απαίτησης. Ενόψει όλων των ανωτέρω, καταλήγω ότι ο τρίτος λόγος ένστασης δεν μπορεί να ευσταθήσει στο βαθμό που η αίτηση αφορά στην προεκδίκαση της πρώτης προδικαστικής ένστασης που εγείρεται στην υπεράσπιση του εναγόμενου-αιτητή, και την κατ΄ ισχυρισμό παραγραφή του αγώγιμου δικαιώματος του ενάγοντα-καθ'ου η αίτηση. Σύμφωνα με τη δεύτερη προδικαστική ένσταση που ο εναγόμενος ζητεί να προεκδικαστεί, ο εναγόμενος επικαλείται εγκατάλειψη (waiver) του δικαιώματος του ενάγοντα και/ή καθυστέρηση και/ή ολιγωρία (laches) στην καταχώρηση της αγωγής. Πράγματι υφίστανται διάφοροι τρόποι αποποίησης δικαιώματος που πηγάζει από αστικό αδίκημα. Ανάμεσα σε αυτούς είναι και η εγκατάλειψη/παραίτηση (waiver)[12]. Στο σύγγραμμα Winfield and Jolowicz on Tort, 19η έκδοση, σελ. 809, παρ. 26-070 αναφέρονται τα ακόλουθα: «When lawyers speak of "waiver" they may mean to refer to conduct by the claimant which signifies an intention to give up a right of action for a legal wrong. Subject to the doctrine of promissory estoppel (which cannot be pursued here) a right of action for tort can only be "waived" in this sense by an agreement for valuable consideration or a release by deed. Mere demand for payment of what is due is not a waiver of the right of action for the wrong nor is receipt of part payment of what is due, unless it is accepted as full discharge.». Και στην υπόθεση National Bank of Greece v. N. I. Droushiotis (Imports-Exports) Co Ltd
(1975)1 CLR 248, 254 διαβάζουμε τα εξής: «Waiver has been dealt with in, inter alia, Ross T. Smyth & Co. Ltd. v. T. D. Bailey, Son & Co. [1940] 3 All E.R. 60, where (at p. 70) Lord Wright stated the following :- "The word 'waiver' is a vague term used in many senses. It is always necessary to ascertain in what sense and with what restrictions it is used in any particular case. It is sometimes used in the sense of election as where a person decides between two mutually exclusive rights. Thus, in the old phrase, he claims in assumpsit and waives the tort. It is also used where a party expressly or impliedly gives up a right to enforce a condition or rely on a right to rescind a contract, or prevents performance, or announces that he will refuse performance, or loses an equitable right by laches." The above dictum of Lord Wright was cited with approval in Banning v. Wright (Inspector of Taxes) [1972] 2 All E.R. 987, 998, 1000.» Αναφορικά με το δόγμα της ολιγωρίας (laches), σχετική είναι η πρόσφατη απόφαση στην Πολ. Εφ. 260/2009, Αρχή Τηλεπικοινωνιών Κύπρου ν. Αντώνη Κλεάνθους, ημερ. 23.1.2013, όπου το Ανώτατο Δικαστήριο υιοθέτησε το κάτωθι απόσπασμα από την απόφαση της Βουλής των Λόρδων στην υπόθεση Fisher v. Brooker [2009] 1 WLR 1764, 1780, 1781, 1784 (4 All ER 789): «64. Fifthly, laches is an equitable doctrine, under which delay can bar a claim to equitable relief. In the Court of Appeal, Mummery LJ said that there was "no requirement of detrimental reliance for the application of acquiescence or laches" [2008] Bus LR 1123, para 85. Although I would not suggest that it is an immutable requirement, some sort of detrimental reliance is usually an essential ingredient of laches, in my opinion. In Lindsay Petroleum Co v Hurd
(1874)LR 5 PC 221, 239-240, Lord Selborne LC, giving the opinion of the Board, said that laches applied where "it would be practically unjust to give a remedy", and that, in every case where a defence "is founded upon mere delay ... ... the validity of that defence must be tried upon principles substantially equitable". He went on to state that what had to be considered were "the length of the delay and the nature of the acts done during the interval, which might affect either party, and cause a balance of justice or injustice in taking the one course or the other, so far as relates to the remedy.» Κατά την κρίση μου, προκειμένου το Δικαστήριο να καταλήξει σε εύρημα ως προς το κατά πόσο ο ενάγοντας με τη συμπεριφορά του παραιτήθηκε του δικαιώματος του να αξιώσει αποζημιώσεις για τα αστικά αδικήματα που κατ' ισχυρισμό διαπράχθηκαν εις βάρος του, θα πρέπει να ακούσει μαρτυρία και να προβεί σε ευρήματα επί γεγονότων. Με μόνη παραδεκτή την ημέρα που συνέβη το επίδικο ατύχημα, θεωρώ ότι ελλείπει το πραγματικό υπόβαθρο που θα μπορούσε να αποτελέσει τη βάση προς εξαγωγή οιωνδήποτε συμπερασμάτων σε σχέση με το θέμα αυτό. Το ίδιο ισχύει και σε σχέση με το δόγμα της ολιγωρίας, ακόμη και αν ήθελε αποφασισθεί ότι τυγχάνει εφαρμογής σε υποθέσεις όπως η παρούσα που βασίζονται σε αστικά αδικήματα και διεκδικούνται αποζημιώσεις ένεκα αυτών (κάτι επί του οποίου δεν αποφαίνομαι βεβαίως στο στάδιο αυτό) αφού θα χρειαζόταν να δοθεί μαρτυρία τουλάχιστο ως προς τους λόγους για την καθυστέρηση και το αποτέλεσμα της ολιγωρίας, αν ήθελε αποδειχθεί, στα δικαιώματα του εναγόμενου. Συνεπώς, θεωρώ ότι ελλείπει το αναγκαίο πραγματικό υπόβαθρο προκειμένου να προδικαστεί το σημείο που εγείρεται στη δεύτερη παράγραφο της υπεράσπισης του εναγόμενου - αιτητή. Στη βάση όλων των ανωτέρω, ο τρίτος λόγος ένστασης επιτυγχάνει μερικώς, και στο βαθμό που αφορά τη δεύτερη προδικαστική ένσταση. Με τον τέταρτο και τον πέμπτο λόγο ένστασης, οι καθ'ων η αίτηση εγείρουν επίσης το θέμα της καθυστέρησης στην υποβολή της αίτησης, καθώς και το θέμα της καθυστέρησης που δυνατό να προκληθεί με την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Η πορεία της παρούσας αγωγής παρατέθηκε αναλυτικά στα πλαίσια της «Εισαγωγής», πιο πάνω. Έχει δίκαιο ο καθ'ου η αίτηση ότι σύμφωνα με τη νομολογία (Χ''Οικονόμου
(1992)1(Β) ΑΑΔ 949, 956 - 957), αίτηση για προκαταρκτική εκδίκαση νομικού σημείου που εγείρεται στις έγγραφες προτάσεις πρέπει να καταχωρείται κατά το χρόνο που κλείνουν οι έγγραφες προτάσεις ή πολύ σύντομα αργότερα και κανονικά η προκαταρτική εκδίκαση θα πρέπει να ζητείται στην Αίτηση για Οδηγίες (Summons for Directions). Ο αιτητής έχει, κατά την κρίση μου, πράγματι καθυστερήσει στην καταχώρηση της παρούσας αίτησης, την οποία θα έπρεπε να είχε καταχωρήσει πριν τον ορισμό της υπόθεσης για ακρόαση. Λαμβάνοντας, όμως, υπόψη τις καταλυτικές συνέπειες που μπορεί να έχει η εκδίκαση της προδικαστικής ένστασης που σχετίζεται με το θέμα της παραγραφής, θέμα το οποίο, ως έχει νομολογηθεί, απολήγει σε δικαιοδοτικό, και λαμβάνοντας περαιτέρω υπόψη ότι η ακρόαση της αγωγής δεν έχει ακόμα αρχίσει, καθώς και το γεγονός ότι ο ενάγοντας δεν έφερε ένσταση στα αιτήματα του εναγόμενου για αναβολή, όπως και το ότι ο ενάγοντας, ο οποίος ομολογουμένως δήλωνε πάντοτε ετοιμότητα να αρχίσει την ακρόαση, έχει αποζημιωθεί με την υπέρ του επιδίκαση των εξόδων στις ημερομηνίες που η ακρόαση ήδη ανεβλήθη, θεωρώ ότι δεν θα πρέπει να απορρίψω την αίτηση επειδή και μόνο αυτή υποβλήθηκε με καθυστέρηση. Σύμφωνα με τον έκτο λόγο ένστασης, ο αιτητής δεν παρουσιάζει ικανοποιητικούς λόγους για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υπέρ της προδικαστικής εκδίκασης των προδικαστικών ενστάσεων που εγείρονται στην υπεράσπιση. Αυτός ο λόγος ένστασης είναι γενικός και δεν εξειδικεύεται περαιτέρω είτε στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση του καθ'ου η αίτηση είτε στη γραπτή αγόρευση που κατατέθηκε προς υποστήριξη αυτής. Σε κάθε περίπτωση, με βάση όλα όσα πιο πάνω αναφέρθηκαν, κρίνω ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις της Δ.27, στο βαθμό που η αίτηση αφορά την πρώτη προδικαστική ένσταση που εγείρεται στην υπεράσπιση του εναγόμενου-αιτητή. Κατάληξη Με βάση όλα τα πιο πάνω, η αίτηση επιτυγχάνει μερικώς. Κρίνω ότι είναι πρόσφορο όπως η ακόλουθη προδικαστική ένσταση που εγείρεται στην πρώτη παράγραφο της υπεράσπισης του εναγόμενου-αιτητή, εκδικαστεί προδικαστικώς, επειδή με αυτή εγείρεται σοβαρό νομικό ζήτημα το οποίο αν αποφασιστεί υπέρ του εναγόμενου-αιτητή ενδεχομένως να είναι καθοριστικό για την τύχη της αγωγής ή μίας εκ των αιτιών αγωγής επί των οποίων αυτή εδράζεται: «Ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας, εφεξής καλούμενος ως «ο Εναγόμενος» εγείρει προδικαστική ένσταση διά της οποίας ισχυρίζεται ότι το αγώγιμο δικαίωμα του Ενάγοντος παραγράφηκε.» Έχοντας υπόψη το χρόνο καταχώρησης της παρούσας αιτήσεως, καθώς και το γεγονός ότι η αίτηση επιτυγχάνει μερικώς, κρίνω ορθό να μην εκδώσω οποιαδήποτε διαταγή για έξοδα. Συνεπώς ουδεμία διαταγή για έξοδα για την αίτηση. Το θέμα των εξόδων που θα προκύψουν κατά την εξέταση του προδικαστικού νομικού σημείου θα αποφασιστεί σε εκείνο το στάδιο. (Υπ.) .............. Μ. Θεοκλήτου, Προσ. Ε.Δ ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] «It is well settled by our case law, following in this respect, the English case law which is based on the corresponding English Rules (Order 25 of the Rules of the Supreme Court in England of 1958,the old rules applicable in Cyprus) that the object of this rule is to save time and expenses in cases where the determination of a point of law preliminary to the hearing of the case may dispose of the substance of the case or dispose of a material issue and thus save the need for hearing evidence on any factual issues.» [2] «Only pure issues of law should be dealt with under Order 27, rule 1, which if decided in one way are going to be decisive of litigation between the parties; and the factual substratum thereof must not be in dispute.» [3] «2. Any party shall be entitled to raise by his pleading any point of law, and any point so raised shall be disposed of by the Judge who tries the cause at or after the trial, provided that by consent of the parties, or by order of the Court or a Judge on the application of either party, the same may be set down for hearing and disposed of at any time before the trial. 3. If, in the opinion of the Court or a Judge, the decision of such point of law substantially disposes of the whole action, or of any distinct cause of action, ground of defence, set-off, counterclaim, or reply therein, the Court or Judge may thereupon dismiss the action or make such other order therein as may be just.» [4] Χαραλάμπους ν. Σόλωνος
(1994)1(Α) ΑΑΔ 716,
- [5] «
- If it appear to the Court or a Judge, that there is in any cause or matter a question of law, which it would be convenient to have decided before any evidence is given or any question or issue of fact is tried, or before any reference is made to a referee or an arbitrator, the Court or Judge may make an order accordingly, and may direct such question of law to be raised for the opinion of the Court, either by special case or in such other manner as the Court or Judge may deem expedient, and all such further proceedings as the decision of such question of l aw may render unnecessary may thereupon be stayed.» [6] Halsbury's Laws of England, 4η έκδοση, Τόμος 44
(1)παρ. 1360 [7] Κουππαρής ν. Οργανισμού Γεωργικής Ασφάλισης
(1997)1Γ ΑΑΔ 1780, 1784 [8] Πολ. Εφ. 378/09 και 386/09, Μ.Σ. Ιακωβίδης & Σία Λτδ κ.α. ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, ημερ. 10.7.2015 [9] Με την επιφύλαξη ότι η κατάργηση των εν λόγω νόμων δεν μπορούσε να καταστήσει παραγεγραμμένο αγώγιμο δικαίωμα που διατηρήθηκε σε ισχύ δυνάμει των καταργημένων νόμων, εκτός αν και μέχρις ότου συμπληρωθεί νέος και από την αρχή χρόνος παραγραφής για το εν λόγω αγώγιμο δικαίωμα. [10] Με την επιφύλαξη ότι η δυνάμει του εν λόγω καταργούμενου νόμου επελθούσα παραγραφή ορισμένων αξιώσεων δεν επηρεάζεται. [11] Interamerican Insurance Co Limited v. Μακρίδου
(2000)1(Γ) ΑΑΔ 1529, 1534, Αγρόκτημα Λανίτη Λτδ κ.α. ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας κ.α.
(1991)1 ΑΑΔ 225, 229, Sevegep Ltd v. United Sea Transport Ltd and others
(1989)1(Ε) ΑΑΔ 729 [12] Clerk & Lindsell on Torts 20η έκδοση, Κεφ. 31 («Discharge of Torts») σελ. 2037 κ.ε. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο