← Κύπρος

Λοΐζος Λοΐζου ν. Πέτρος Πέτρου κ.α., Αρ. Αγωγής: 6842/11, 6/11/2015

Λοΐζος Λοΐζου ν. Πέτρος Πέτρου κ.α., Αρ. Αγωγής: 6842/11, 6/11/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2015:A452 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Οικονόμου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 6842/11 Μεταξύ: Λοΐζος Λοΐζου Ενάγοντος και

  1. Πέτρος Πέτρου
  2. Κοφτίδου Ιουλία Εναγόμενων Ημερομηνία: 06 Νοεμβρίου 2015 Εμφανίσεις: Για τον Αιτητή - Ενάγων στην Αγωγή και εξ αποφάσεως Δανειστή: κα Α. Τίκκου για κ.κ. Μιχαηλίδου & Κωνσταντίνου ΔΕΠΕ Για τον Καθ' ης η Αίτηση -Εναγόμενη 2 εξ αποφάσεως Οφειλέτιδα 2: κος Σ. Κυριακίδης ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (Αίτηση ημ. 04/05/2015) Αντικείμενο της παρούσας απόφασης είναι η αίτηση του Εξ αποφάσεως πιστωτή / Αιτητή, για επαναφορά της αιτήσεως του ημερομηνίας 22/07/13 με την οποία ζητούσε τη διεξαγωγή έρευνας αναφορικά με την οικονομική κατάσταση της Εξ αποφάσεως οφειλέτιδας 2/ Καθ' ής η Αίτηση για αποπληρωμή εξ αποφάσεως χρέους δυνάμει της δικαστικής απόφασης ημ. 03/05/12 που εξεδόθη στα πλαίσια της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής, δια μηνιαίων δόσεων. Ας σημειωθεί παρενθετικά ότι, η αίτηση ημερομηνίας 22/07/13 αφορούσε και τον Καθ' ού η Αίτηση 1 ωστόσο απεσύρθη λόγω του ότι δεν κατέστη δυνατή η επίδοση της αίτησης προς τον τελευταίο. Ένεκα του αντικειμένου της παρούσας απόφασης σκόπιμο είναι θεωρώ, να αναφερθώ εν συντομία στα γεγονότα που περιβάλλουν την υπό κρίση αίτηση υπόθεση. Λεπτομερέστερη παράθεση των γεγονότων που συνθέτουν το ιστορικό της υπόθεσης εντοπίζεται στο πρακτικό του Δικαστηρίου ημ. 24/03/
  3. Στην παρούσα περιορίζομαι να αναφέρω ό,τι κρίνεται σημαντικότερο για σκοπούς κατάληξης[1] χωρίς να παραγνωρίζεται βεβαίως παν ό,τι αναφέρεται στο σχετικό πρακτικό του Δικαστηρίου ή και προκύπτει από το φάκελο του Δικαστηρίου. Η ακρόαση της αίτησης ημερομηνίας 22/07/13, κατέστη δυνατόν να αρχίσει στις 06/02/15, οπόταν και δόθηκε μαρτυρία από λειτουργό των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας, η οποία κλήθηκε ως μάρτυρας από την πλευρά του Αιτητή. Η υπόθεση ορίστηκε για συνέχιση στις 19/02/15 και εν τω μεταξύ καταχωρήθηκε από τον Αιτητή αίτηση με την οποία επιδιώκετο η έκδοση διατάγματος για αντεξέταση προσώπου σε σχέση με έγγραφο το οποίο επισυνάπτετο ως Τεκμήριο στην Ένορκη Δήλωση που συνόδευε την Ένσταση της Καθ' ής η Αίτηση. Το Δικαστήριο απέρριψε με ενδιάμεση απόφαση ημερομηνίας 17/02/15 του το αίτημα. Την 10/03/15 ως καταμαρτυρεί το πρακτικό του Δικαστηρίου, το Δικαστήριο επιλήφθηκε της Αίτησης ημερομηνίας 19/02/15 με την οποία ο Αιτητής ζητούσε αναστολή οποιασδήποτε διαδικασίας μέχρι της εκδόσεως απόφασης «στην Έφεση που ο Αιτητής προτίθετο να υποβάλει στο Ανώτατο Δικαστήριο» αναφορικά με την απόφαση ημερομηνίας 17/02/
  4. Ο συνήγορος του Αιτητή ζήτησε άδεια να αποσύρει την αίτηση εκείνη η οποία και εν τέλει αποσύρθηκε και απορρίφθηκε με έξοδα εναντίον του Αιτητή Την ίδια δε μέρα ορίστηκε η αίτηση ημερομηνίας 22/07/13 για συνέχιση της ακρόασης στις 24/03/13 και ώρα 10:
  5. Στις 24/03/15 ουδείς εμφανίστηκε εκ μέρους του Αιτητή και η αίτηση του ημερομηνίας 22/07/13 απερρίφθη στις 10:50π.μ. από το παρόν Δικαστήριο υπό άλλη σύνθεση. Το πρακτικό του Δικαστηρίου ημερομηνίας 24/03/15 διαβάζει ως ακολούθως: «Η ώρα είναι 10.50π.μ. τόσο ο Ενάγοντας όσο και ο συνήγορος του έχουν φωναχθεί εντός της αίθουσας και ουδείς παρουσιάζεται. Με αυτά τα δεδομένα η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ της Εναγομένης 2 και εναντίον του Ενάγοντα ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο». Σημειώνεται ότι ως διαφαίνεται από το πρακτικό του Δικαστηρίου, η αδελφή Δικαστής, απορρίπτοντας την αίτηση, δεν προέβη σε αξιολόγηση της δοθείσας μαρτυρίας ούτε και προέβη σε διαπιστώσεις επί νομικών ή πραγματικών ζητημάτων αναφορικά με ουσία της αίτησης. Η αίτηση απερρίφθη ερήμην του Αιτητή επειδή ακριβώς αυτός παρέλειψε να εμφανιστεί κατά την ορισθείσα δικάσιμο και να προωθήσει την αίτηση του. Αναγκαίο να αναφερθεί από τώρα αν και δεν έχει αμφισβητηθεί από την πλευρά της καθ' ής η Αίτηση, ότι ένεκα της μη αναφοράς του Δικαστηρίου στην ουσία της υπόθεσης αν και ακούστηκε μία μάρτυρας και της μη απόρριψης της υπόθεσης στη βάση της μαρτυρίας που προσκομίστηκε θεωρώ στη βάση και των λεχθέντων στην αυθεντία επί του θέματος MESOLONGITIS ν. KOUTAS,

(1986)1 Α.Α.Δ. 161[2], όπου αποφασίστηκε, ότι η επαναφορά αγωγής η οποία απορρίπτεται χωρίς αναφορά στην ουσία της μπορεί να αποκατασταθεί από το ίδιο το Δικαστήριο το οποίο την απέρριψε μετά από αίτημα του επηρεαζόμενου διαδίκου, υπέχω θεωρώ εκ πρώτης όψεως και καταρχήν δικαιοδοσία να επιληφθώ την υπό κρίση αίτηση[3]. Σημειώνεται από τώρα ότι ένεκα αλλαγής του προγράμματος του Δικαστηρίου και αλλαγής δικαιοδοσίας της σύνθεσης του Δικαστηρίου που απέρριψε την αίτηση, η παρούσα υπόθεση τέθηκε πλέον ενώπιον μου από το Πρωτοκολλητείο με βάση το πρόγραμμα του Ε.Δ. Λευκωσίας[4]. Με την υπό κρίση αίτηση ο Αιτητής αξιώνει ως ακολούθως: «Α) Επαναφοράν (Reinstatement) της αίτησης ημερομηνίας 22/07/
  1. Β) Οιανδήποτε περαιτέρω ή άλλην θεραπεία ως το Δικαστήριο ήθελε θεωρήσει ορθή και δίκαιη. Γ) Τα έξοδα της παρούσης αιτήσεως. Δ) ΦΠΑ επί των επιδικασμένων εξόδων.» Νομική βάση της αίτησης απετέλεσαν οι περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικοί Κανονισμοί και ειδικότερα οι Δ.33 θ.4,5, Δ.48 θ1-4 και 9, Δ.57 θ.
  2. Επικαλείται επίσης ο Αιτητής το Κοινοδίκαιο, την Νομολογία, «τις αρχές της ίσης μεταχείρισης των διαδίκων», και τα Άρθρα 28-30 του Συντάγματος ως επίσης και την πρακτική και σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα που προβάλλονται από τον Αιτητή και επί των οποίων προωθείται η υπό κρίση αίτηση εντοπίζονται στην Ένορκη Δήλωση του κου Αντώνη Κωνσταντίνου από την Λευκωσία, δικηγόρου που χειριζόταν την Αίτηση εκ μέρους του γραφείου των συνηγόρων του Αιτητή. Παραθέτω αυτούσιο το απόσπασμα της δήλωσης του ομνύοντος στο οποίο παρατίθενται οι λόγοι που επικαλείται για τη μη εμφάνιση του στο Δικαστήριο στις 24/03/15: «
  3. Η απουσία μου οφείλετω στο γεγονός ότι εκ παραδρομής και ή καλόπιστου λάθους κατά την προηγούμενη δικάσιμο και ήτοι ημερομηνία 10/03/2015 πού ήταν ορισμένη η υπόθεση σημείωσα στο φάκελο της υπόθεσης με δικά μου γράμματα λάθος ημερομηνία ορισμού της υπόθεσης για συνέχιση της Ακρόασης και ήτοι την 24/04/2015 και ώρα 10:15 π.μ. Επισυνάπτεται ως Τεκμήριο Α αντίγραφο του φακέλου του Δικηγορικού Γραφείου ΜΙΧΑΗΛΙΔΟΥ & ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ Δ.Ε.Π.Ε. της εν λόγω υπόθεσης στο οποίο εμφαίνεται η ημερομηνία ορισμού της υπόθεσης που εκ παραδρομής και ή καλόπιστου λάθους σημείωσα στο φάκελο.» Αναφέρει εν συνεχεία ο ομνύων ότι, στις 24/04/15 και ενώ ήταν έτοιμος για να συνεχίσει η ακρόαση πληροφορήθηκε τηλεφωνικά από τον δικηγόρο της Εναγόμενης/Καθ' ης η Αίτηση Αρ. 2 ότι η αίτηση απερρίφθη στις 24/03/
  4. Την αμέσως επόμενη εργάσιμη μέρα προέβη σε μελέτη για σκοπούς καταχώρησης της αίτησης η οποία και κατεχωρήθη δίδοντας οδηγίες ο ίδιος στην κα Ττίκκου για καταχώρηση της αίτησης υπό κρίση αίτησης «με την πρώτη δυνατή ευκαιρία». Θέση του είναι ότι δεν επηρεάζεται η Καθ' ής η Αίτηση με την έκδοση του υπό κρίση διατάγματος και είναι δίκαιο, εύλογο και αναγκαίο για σκοπούς πλήρους και δίκαιης απονομής της δικαιοσύνης όπως το δικαστήριο ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια προς έκδοση του Διατάγματος. Ο Αιτητής έχει καλή υπόθεση με βάση το σύνολο της αίτησης του ημερομηνίας 22/07/2013 και θα πρέπει να επιτραπεί η επαναφορά αυτής για πλήρη και ορθή απονομή της δικαιοσύνης. Το ενδιαφέρον του Αιτητή είναι γνήσιο και ειλικρινές σε άλλη περίπτωση ο Αιτητής θα στερηθεί του θεμελιώδους Συνταγματικού δικαιώματος του να ακουστεί λόγω του ότι ο δικηγόρος του ατυχώς σημείωσε άλλη ημερομηνία. Επισημαίνει στην ένορκη του δήλωση ο ομνύων ότι δεν θα μπορούσε να λάβει μέτρα εντός της περιόδου των δεκαπέντε ημερών που ορίζουν οι κανονισμοί γιατί «.εμποδιζόταν απόλυτα από ένα καλόπιστο και δικαιολογημένο λάθος.». Αντιδρώντας στην Αίτηση, η Καθ' ής η Αίτηση 2 καταχώρησε στις 09/09/15, ειδοποίηση πρόθεσης Ένστασης και στηριζόμενη στον Περί Δικαστηρίων Νόμο 14/60 άρθρα 29, 30, 31, 32, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.31 Θ. 1, 2, 4, 5, Δ. 48 Θ.1, 2, 3, 4, 7, 9, Δ.57 Θ.2, Δ. 64 Θ. 1
(1)
(2)
(3), 2 ως και επί των Γενικών και Συμφυών Εξουσιών του Δικαστηρίου προβάλλει οκτώ λόγους ένστασης τους οποίους παραθέτω αυτούσιους:
  1. «Ο ομνύων στην Ένορκο Δήλωση, ημερ. 4/5/2015, η οποία συνοδεύει και υποστηρίζει την Αίτηση του Αιτητή, τυγχάνει δικηγόρος στην υπηρεσία της Δ.Ε.Π.Ε., η οποία εκπροσωπεί τον Αιτητή και κατά αντίθεση προς την κρατούσα νομολογία δεν εξειδικεύεται σε αυτή ο λόγος ή/και οι λόγοι που ομνύει δικηγόρος και ουχί ο Αιτητής ή/και κάποιο άλλο πρόσωπο.
  2. Η Ένορκος Δήλωση ημερ. 4/5/2015 που υποστηρίζει την Αίτηση του Αιτητή, τυγχάνει αντικανονική ή/και προσκρούει ή/και δεν θεμελιώνεται στην κείμενη Δευτερογενή Νομοθεσία και τη Νομολογία.
  3. Ο Αιτητής απαραδέκτως καταχώρησε την υπό κρίση αίτηση καθότι, και αν ακόμη ήτο δυνατή η επαναφορά της Αίτησης έρευνας ημερ. 22/7/2013, δια του παραμερισμού της εκδοθείσας απόφασης, η υπό κρίση αίτηση καταχωρήθηκε εκπροθέσμως προς τα διαλαμβανόμενα στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας.
  4. Η υπό κρίση Αίτηση είναι ουσιαστικά, τυπικά και δικονομικά αβάσιμη.
  5. Οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας επιτρέπουν την υπό όρους επαναφορά Αγωγής και ουχί Αίτησης, ως τυγχάνει η υπό κρίση Αίτηση.
  6. Το πραγματικό και νομικό υπόβαθρο επί του οποίου εδράζεται η Αίτηση δεν δικαιολογεί την επαναφορά της Αίτησης Έρευνας ημερ.22/7/
  7. Ουδένα συνταγματικό δικαίωμα του Αιτητή απομειούται ή/και προσβάλλεται η έννοια της Δικαιοσύνης ως εκ της μη επαναφοράς της Αίτησης έρευνας ημερ. 22/7/
  8. Ο Αιτητής κατεχώρησε την υπό κρίση Αίτηση καταχρηστικά και κακόπιστα καθότι δικονομικά έχει την ευχέρεια καταχώρησης νέας Αίτησης έρευνας εναντίον της Καθ' αρ.
  9. Η Ένσταση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση της Καθ' ής η Αίτηση. Ένεκα του ότι η Ένορκη Δήλωση που συνοδεύει την Ένσταση αναφέρεται κατά κύριο λόγο σε περαιτέρω ανάπτυξη των λόγων ένστασης παρά σε γεγονότα δεν θεωρώ σκόπιμο να παραθέσω σύνοψη της. Περιορίζομαι μόνο να αναφέρω ότι αυτή έχει μελετηθεί στο σύνολο της και λαμβάνεται υπόψη για τους σκοπούς της παρούσας. Η Ακρόαση της Αίτησης διεξήχθη επί τη βάση των Ενόρκων Δηλώσεων ουδείς εκ των ομνυόντων αντεξετάστηκε. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των δύο πλευρών προώθησαν τις θέσεις και εισηγήσεις τους με τις αγορεύσεις τους, τις οποίες ας σημειωθεί ότι είχαν την ευγενή προνόηση να ετοιμάσουν γραπτώς, παραπέμποντας σε σχετική με το ζήτημα νομολογία. Οι αναφορές, τα επιχειρήματα και εισηγήσεις των δύο πλευρών για τα ζητήματα που εγείρονται στα πλαίσια της συζήτησης της παρούσας αίτησης έχουν σημειωθεί και έχουν μελετηθεί στο σύνολο τους για σκοπούς κατάληξης. Ειδικότερη αναφορά θα γίνεται όπου τούτο κρίνεται σκόπιμο. Από αναδρομή στην Κυπριακή Νομολογία διαφαίνεται ότι όταν η αγωγή είναι ορισμένη για περαιτέρω ακρόαση και σε αυτή δεν εμφανίζεται ο Ενάγων, τυγχάνουν εφαρμογής οι πρόνοιες της Δ.
  10. [5] Σύμφωνα με τη Διαταγή 33 Θ.Θ. 4 και 5: «4.If on the day fixed for trial the defendant appears when the trial is called on but the plaintiff does not, then upon proof being given of the plaintiff having been given notice of such day, the defendant, if he has no counter-claim, shall be entitled to judgment dismissing the action, but if he has a counter-claim, then he may prove his counter-claim so far as the burden of proof lies upon him, and judgment may be given accordingly.
  11. Any judgment obtained where one party does not appear at the trial may in a proper case be set aside by the Court upon such terms as may seem fit, upon an application made within fifteen days after the trial. (Η έμφαση για τους σκοπούς της παρούσας) Σε μετάφραση: «
  12. Αν κατά την ημέρα ορισμού της δίκης ο εναγόμενος εμφανίζεται όταν η δίκη αναφωνείται, αλλά ο ενάγων δεν εμφανίζεται, τότε, νοουμένου ότι αποδεικνύεται ότι ο ενάγων έλαβε γνώση της ημερομηνίας αυτής, ο εναγόμενος, αν δεν έχει ανταπαίτηση, δικαιούται σε απόφαση με την οποία να απορρίπτεται η αγωγή, αλλά αν έχει ανταπαίτηση, δύναται να αποδείξει την ανταπαίτησή του κατά τον βαθμό που το βάρος απόδειξης είναι στους ώμους του, και απόφαση δύναται να δοθεί ανάλογα.
  13. Οποιαδήποτε απόφαση, η οποία λαμβάνεται όταν ένας εκ των διαδίκων δεν εμφανίζεται κατά τη δίκη δύναται στην κατάλληλη περίπτωση να παραμερισθεί από το Δικαστήριο με τέτοιους όρους που ήθελε κριθούν σκόπιμοι κατόπιν αίτησης που υποβάλλεται εντός δεκαπέντε ημερών μετά τη δίκη». Ό,τι παρατηρείται καταρχήν από την πιο πάνω παράθεση είναι ότι η συνδυασμένη επίκληση των πιο πάνω προνοιών από τον Αιτητή παραπέμπει σε αγωγή ("action") και όχι σε ενδιάμεση αίτηση ("application") στην οποία τυγχάνουν εφαρμογής οι πρόνοιες της Δ.
  14. Υπήρξε εισήγηση της πλευράς του Αιτητή (βλ. αναφορές που γίνονται στις σελίδες 10, 11, 12 και της Αγόρευσης του συνηγόρου του Αιτητή) ότι η αίτηση έρευνας αποτελεί «πρωτογενή αίτηση» και άρα κατά αναλογία εφαρμόζεται η Δ.
  15. Αντικείμενο της αίτησης είναι ως αναφέρεται ανωτέρω η επαναφορά αίτησης έρευνας η οποία καταχωρήθηκε και προωθείτο σύμφωνα με τις πρόνοιες του Μέρους VIII και IX του Κεφ.
  16. Σύμφωνα με τη Δ.1 Θ.2 πρωτογενής αίτηση (Originating Summons) είναι οποιαδήποτε αίτηση εκτός από αίτηση σε εκκρεμούσα διαδικασία «... means any summons other than a summons in a pending cause or matter». Στην ερμηνευτική διάταξη στην έννοια «cause» περιλαμβάνεται «any action or other original proceeding between a plaintiff and defendant» ενώ στο «matter» περιλαμβάνεται «. every proceeding in court not in a cause». Ας σημειωθεί επίσης ότι στην έννοια "plaintiff" ως τούτη παρατίθεται στην Δ.1Θ.2 για σκοπούς ερμηνείας των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, περιλαμβάνεται «.every person asking any relief (other than a defendant asking relief by way of counter-claim) against any other person by any form of proceeding, whether the proceeding is by action, petition, motion, summons or otherwise;» Η αίτηση της οποίας ζητείται η επαναφορά αποτελεί αίτηση που καταχωρήθηκε στα πλαίσια της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής για σκοπούς εξ όσων καθίσταται αντιληπτό, εκτέλεσης της δικαστικής απόφασης που εκδόθηκε στα πλαίσια της αγωγής κρίσιμο είναι να εξεταστεί το κατά πόσο πράγματι τυγχάνει εφαρμογής η Δ.
  17. Στην υπόθεση Μιχαλάκης Κιταλίδης ν. Τράπεζα Κύπρου Λτδ, ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 10179, 2.11.2000 το εφετείο αναζητώντας το κατά πόσο το πρωτόδικο Δικαστήριο είχε αρμοδιότητα να επιληφθεί αίτησης έκδοσης διατάγματος κατασχέσεως εις χείρας της εφεσίβλητης για ποσό το οποίο υπερέβαινε το τότε ποσό που προβλεπόταν ως καθ' ύλην δικαιοδοσία του Επαρχιακού Δικαστή και ενώ η επίδικη αρχική διαφορά ενέπιπτε εντός του πεδίου της αρμοδιότητας του, λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Υπό το φως των πιο πάνω διατάξεων είναι, κατά την άποψή μας, πρόδηλο, ότι το κατά πόσο η επίδικη αίτηση είναι ενδιάμεση ή αυτοτελής, εξαρτάται από το κατά πόσο το συνεπακόλουθο διάταγμα μπορεί να θεωρηθεί διάταγμα «που δεν διαγιγνώσκει την ουσία της αγωγής» ή όχι. Με ευρεία και κατ΄ αναλογία έννοια βέβαια. Στην πρώτη περίπτωση η σχετική αίτηση είναι ενδιάμεση, με αποτέλεσμα ο Επαρχιακός Δικαστής να έχει, βάσει του άρθρου 22
(4)(β), δικαιοδοσία «παρά το ότι το ποσό που αμφισβητείται ή η αξία της επίδικης διαφοράς υπερβαίνει τη δικαιοδοσία που ανατίθεται σε αυτόν». Στη δεύτερη περίπτωση η σχετική αίτηση είναι αυτοτελής, με αποτέλεσμα ο Επαρχιακός Δικαστής να μη έχει δικαιοδοσία, εφόσον το ποσό που αμφισβητείται ή η αξία της επίδικης διαφοράς υπερβαίνει τη δικαιοδοσία του βάσει του άρθρου 22
(3)(α). Η απάντηση, ότι η επίδικη αίτηση, όπως και κάθε αίτηση για εκτέλεση αποφάσεως Επαρχιακού Δικαστηρίου στα πλαίσια του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, είναι αυτοτελής και όχι ενδιάμεση, με αποτέλεσμα η δικαιοδοσία του Επαρχιακού Δικαστηρίου να μην διέπεται από το άρθρο 22
(4)(β), αλλά από το άρθρο 22
(3)(α) του περί Δικαστηρίων Νόμου, έχει ήδη δοθεί από τη νομολογία του Εφετείου στις υποθέσεις Pilavachi & Co. Ltd. v. International Chemical Co. Ltd.
(1965)1 C.L.R. 97 και Central Co-Operative Bank v. CY.E.M.S.
(1984)1 C.L.R. 435. Από την πρώτη απόφαση σχετικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα, στη σελίδα 115: «The proceedings for the setting aside of the registration of the foreign judgment are closely connected with the questions which arise in the course of execution of a District Court judgment, e.g. applications for writs of attachment, interpleader applications, etc. In those cases, if the property attached under the execution of the District Court judgment, or seized in execution of the judgment and claimed by a third party, exceeds in value the sum of £500, (the then jurisdiction of a District Judge), then the Full Court - and not a Judge sitting alone - has jurisdiction to hear and determine the matter". Από τη δεύτερη απόφαση σχετικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από τη σελίδα 443: «Questions arising in the course of execution of a District Court judgment, as the point raised in the sub judice decision, are not orders "not disposing of the action on its merits" and, therefore, if the amount in dispute or the value of the property exceeds the limits of the jurisdiction of a judicial officer, he lacks jurisdiction and the trial is a nullity.» (Η έμφαση για τους σκοπούς της παρούσας) Στην πολύ πρόσφατη απόφαση ΕΥΑΓΓΕΛΟΣ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ κ.α. ν. ΕΘΝΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ (ΚΥΠΡΟΥ) ΛΤΔ, Πολιτική Εφεση Αρ. 311/2012, 15/1/2015 στην οποία επιζητείτο ο προσδιορισμός της φύσεως αίτησης για άδεια εκτέλεση απόφασης κρίθηκε ότι και η αίτηση για άδεια εκτέλεσης όπως και κάθε αίτηση με βάση τις διατάξεις του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου είναι αυτοτελής. Παραθέτω το σχετικό απόσπασμα: «Τέλος, στην υπόθεση Ιωακείμ (ανωτέρω) υιοθετήθηκε η δικαστική προσέγγιση της απόφασης Κιταλίδης ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ κ.ά.
(2000)1 ΑΑΔ 1759,σύμφωνα με την οποία το κατά πόσο επίδικη αίτηση χαρακτηρίζεται ως ενδιάμεση ή αυτοτελής εξαρτάται από το κατά πόσο το συνεπακόλουθο διάταγμα μπορεί να θεωρηθεί διάταγμα «που δεν διαγιγνώσκει την ουσία της αγωγής» ή όχι, με ευρεία και κατ΄ αναλογία έννοια. Υπό το πρίσμα αυτό κρίθηκε ότι αίτηση για κατάσχεση, όπως και κάθε άλλη αίτηση με βάση τις διατάξεις του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, «είναι αυτοτελής και όχι ενδιάμεση». Υπό το φως της πιο πάνω ευθυγραμμισμένης νομολογιακής προσέγγισης, είναι η κατάληξη μας ότι η αίτηση για άδεια εκτέλεσης - σε σχέση με την οποία εκδόθηκε η ενδιάμεση απόφαση που αποτελεί το αντικείμενο της ενώπιον μας έφεσης - συνιστά αυτόνομη διαδικασία, με μόνο επίδικο θέμα προς τελική επίλυση το κατά πόσο οι Εφεσίβλητοι δικαιούνται ή όχι να εκτελέσουν την εκδοθείσα απόφαση». Η έρευνα μου με έχει οδηγήσει στην καθοδηγητική επί του θέματος επαναφοράς, απόφαση στην Αίτηση για έκδοση προνομιακού εντάλματος στην Μήλιου Ζήνα (Αρ. 1),
(2005)1 Α.Α.Δ. 154 με την οποία ζητείτο η ακύρωση της απόφασης Επαρχιακού Δικαστηρίου για επαναφορά σε ισχύ προσωρινού διατάγματος και της σχετικής αίτησης. Το Δικαστήριο εξέδωσε ένταλμα αφού ανέφερε τα ακόλουθα: «Καταλήγω, χωρίς δυσκολία, ότι η Δ.33 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών δεν ετύγχανε εφαρμογής στην παρούσα περίπτωση. Αυτή εφαρμόζεται στις περιπτώσεις που μια αγωγή, μετά τη συμπλήρωση των εγγράφων προτάσεων, ορίζεται για ακρόαση και κατά την ημέρα της ακρόασης παραλείπει ο ένας από τους διαδίκους να εμφανιστεί οπότε εκδίδεται απόφαση, ανάλογα με την περίπτωση. Απόρριψη δηλαδή της αγωγής αν ο διάδικος που δεν εμφανίζεται είναι ο ενάγων ή έκδοση απόφασης (νοουμένου ότι αποδεικνύεται η απαίτηση) εναντίον του εναγομένου, αν είναι ο τελευταίος που δεν έχει εμφανιστεί. Εδώ δεν επρόκειτο περί αγωγής αλλά περί αίτησης για προσωρινό διάταγμα, το οποίο ισχύει για τον περιορισμένο χρόνο που καθορίζει το δικαστήριο που το εξέδωσε, οπότε τερματίζεται από μόνο του εκτός αν το δικαστήριο, μετά που ακούει τους διαδίκους, διατάξει τη συνέχιση του. . Ο ενάγων-αιτητής είχε άλλα δικαιώματα, όπως για παράδειγμα την καταχώρηση νέας αίτησης για προσωρινό διάταγμα το οποίο όμως, αν εκδιδόταν θα ίσχυε από την ημερομηνία έκδοσης του και όχι αναδρομικά. Κρίνω ότι με τον τρόπο που ενήργησε το πρωτόδικο δικαστήριο (και αυτό φαίνεται και από την όλη διατύπωση της απόφασης του) αποτελούσε υπέρβαση της δικαιοδοσίας του.» Χωρίς να διαλανθάνει την αντίληψη μου ότι η πιο πάνω απόφαση αφορά σε ενδιάμεση αίτηση στα πλαίσια αγωγής και όχι σε αίτηση στηριζόμενη σε διατάξεις του ΚΕΦ. 6 για σκοπούς εκτέλεσης της απόφασης και συνεπώς αυτοτελούς αίτησης, το Δικαστήριο εντοπίζει ότι η Διαταγή 33 μπορεί να τύχει εφαρμογής μόνο σε περιπτώσεις αγωγών ή ισοδύναμων ενδεχομένως δικονομικών μέτρων άλλωστε στην Πολιτική Έφεση Μιχαηλίδης Στέλιος και Άλλος ν. Μιχαήλ Σκορδή,
(2002)1 Α.Α.Δ. 1417 που αφορούσε σε έφεση για παραμερισμό διαταγμάτων φυλάκισης το Εφετείο επικυρώνοντας την πρωτόδικη απορριπτική της αίτησης επαναφοράς απόφαση, επισημαίνεται ότι ο Θ5 της Δ33, αφορά στη δυνατότητα παραμερισμού τελικής απόφασης επί αγωγής. Παραθέτω το σχετικό απόσπασμα: «Από τα αναφερόμενα στην αίτηση για παραμερισμό, θα μπορούσαν να θεωρηθούν ως σχετικοί προς τη δυνατότητα τέτοιας επιδίωξης, από δικονομικής άποψης, ο Κανονισμός 5 της Δ.33 και ο Κανονισμός 14 της Δ.26 των Θεσμών περί Πολιτικής Δικονομίας. Όμως, ο πρώτος αφορά στη δυνατότητα παραμερισμού τελικής απόφασης επί της αγωγής και ο δεύτερος, απόφαση που εκδίδεται λόγω παράλειψης (default) είτε κατάθεσης εγγράφων προτάσεων είτε άλλης για την οποία οι Κανονισμοί περιέχουν ρύθμιση. Η περίπτωση αίτησης παραμερισμού διατάγματος που εκδίδεται μετά από αίτηση δια κλήσεως που υποβάλλεται δυνάμει της Δ.48, δεν καλύπτεται δικονομικά. Αυτό, βέβαια, δεν επάγεται αδυναμία παραμερισμού για λόγους που άπτονται των κανόνων της φυσικής δικαιοσύνης, ειδικά του δικαιώματος να έχει ο διάδικος την ευκαιρία να ακουστεί. Θα επανέλθουμε στη συνέχεια όμως σ΄ αυτά. Εκείνο που τώρα επισημαίνουμε είναι η ανυπαρξία δικονομικού αλλά περαιτέρω και οποιουδήποτε πλαισίου μέσα στο οποίο θα ήταν δυνατό να ελεγχθεί, από την άποψη της ορθότητας ή της καθόλου νομιμότητάς της, απόφαση Επαρχιακού Δικαστηρίου, από μέλος του. Αυτής της μορφής ο έλεγχος μπορεί εν προκειμένω να είναι μόνο δευτεροβάθμιος και βεβαίως να ασκηθεί μόνο από το Ανώτατο Δικαστήριο. (Βλ. Papademetriou ν. Christofi
(1988)1 C.L.R. 101, Σιβιτανίδης ν. Χαραλάμπους
(1993)1 ΑΑΔ 179, Χλ. Χριστοδούλου ν. Α. Χριστοδούλου
(1993)1 Α.Α.Δ. 195, Κυριάκου κ.ά. ν. Ταμ. Πλεον. Προσωπικού
(1993)1 Α.Α.Δ. 1020. Επομένως, τα παράπονα που διατυπώθηκαν και που δεν άπτονται των κανόνων της φυσικής δικαιοσύνης, θα μπορούσαν να εξεταστούν μόνο στο πλαίσιο έφεσης η οποία θα ήταν δυνατό να ασκηθεί κατά των διαταγμάτων φυλάκισης. Δεν ήταν δυνατό να αποτελέσουν ζήτημα προς κρίση από επαρχιακό δικαστή στο πλαίσιο αίτησης για παραμερισμό». (Η έμφαση για τους σκοπούς της παρούσας) Στην πολιτική έφεση Μιλιδώνη ν. Αρχής Αναδασμού,
(1992)1 Α.Α.Δ. 808 αντικείμενο της οποίας ήταν Αίτηση Έφεσης εναντίον απόφασης της Αρχής Αναδασμού, το Εφετείο αναφερόμενο στην έκδοση εκ συμφώνου διατάγματος επαναφοράς εξέφρασε per curiam επί του θέματος «σοβαρές αμφιβολίες» κατά πόσο το Επαρχιακό Δικαστήριο είχε δικαιοδοσία να διατάξει την επαναφορά της υπόθεσης στη βάση των συμφυών εξουσιών του. Ειδικότερα αναφέρθησαν τα ακόλουθα: «. Η αίτηση της βασίστηκε στους περί Πολιτικής Δικονομίας Δικαστικούς Θεσμούς, Δ.15, 33, 48 και 64 και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα που υποστήριξαν την αίτηση αναφέρονται σε ένορκη δήλωση της εφεσείουσας. Ο λόγος που ζητούσε την επαναφορά ήταν γιατί ο δικηγόρος της δεν είχε οδηγίες από αυτή να αποσύρει την αίτηση -έφεση και παρόλο που το γεγονός τούτο το πληροφορήθηκε τον Ιούνιο του 1983, δεν καταχώρησε νωρίτερα την αίτηση για επαναφορά, γιατί πολλοί δικηγόροι, στους οποίους αποτάθηκε, δεν αναλάμβαναν την υπόθεσή της και γιατί, διαπραγματευόταν με την Αρχή Αναδασμού τη διευθέτηση της διαφοράς. Το διάταγμα επαναφοράς της υπόθεσης εκδόθηκε εκ συμφώνου την 25.11.
  1. Παρόλο που δεν θα αποφασίσουμε το θέμα της εγκυρότητας της ενώπιων μας διαδικασίας, γιατί τούτο δεν αποτελεί λόγο αντέφεσης, εντούτοις κρίνουμε σκόπιμο να αναφέρουμε πως οι περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμοί δεν φαίνεται να παρέχουν στο πρωτόδικο Δικαστήριο την ευχέρεια να διατάξει την επαναφορά της υπόθεσης και διατηρούμε σοβαρές αμφιβολίες ως προς το κατά πόσο το Δικαστήριο είχε ένα τέτοιο δικαίωμα που να απορρέει από τις συμφυείς του εξουσίες».(η έμφαση για τους σκοπούς της παρούσας). Επανερχόμενοι στα γεγονότα της υπό κρίσης αίτηση διαπιστώνονται τα ακόλουθα: Η μορφή και ο τύπος που έχει λάβει η Αίτηση ημερομηνίας 22/07/13, ουδόλως παραπέμπει σε Πρωτογενή Αίτηση και τούτο αφού καταχωρήθηκε στα πλαίσια της αγωγής, φέρουσα τον αριθμό και τίτλο αυτής. Δεν μπορεί δηλαδή η πλευρά του Αιτητή από τη μία να επικαλείται ότι η αίτηση ημερομηνίας 22/07/13 είναι Πρωτογενής Αίτηση και από την άλλη να προωθεί αυτή στα πλαίσια της αγωγής έστω με την αυτοτέλεια που η Νομολογία αναμφισβήτητα προσδίδει σε αυτού του είδους αιτήσεις. Η αυτοτέλεια που αναγνωρίζεται από τη Νομολογία στις Αιτήσεις που καταχωρούνται για σκοπούς εκτέλεσης εξ αποφάσεως χρέους δεν μπορεί να καταστήσει την υπό κρίση αίτηση Πρωτογενή Αίτηση. Ας σημειωθεί επίσης ότι το δικαιοδοτικό βάθρο της αίτησης περιορίζεται στη Δ. 33 και Δ. 48 άρα χωρίς καμιά άλλη αναφορά σε οιαδήποτε διάταξη που θα δημιουργούσε το βάθρο για να υποβληθεί ο ισχυρισμός της πλευράς του Αιτητή και υπό τη μορφή που έλαβε η αίτηση ημερομηνίας 22/07/13, θεωρώ ότι ο Αιτητής εμποδίζεται να προωθεί τους ισχυρισμούς του ότι η υπό αναφορά αίτηση έρευνας ημερομηνίας 22/07/13 είναι Πρωτογενής Αίτηση. Για τους πιο πάνω λόγους τους οποίους προσπάθησα να εξηγήσω κρίνω ότι δεν παρέχεται εξουσία στο Δικαστήριο να εκδώσει το αιτούμενο Διάταγμα. Τα αμέσως ανωτέρω αναφερόμενα επίσης θεωρώ ότι καλύπτουν και τους λόγους Ένστασης που παρατίθενται ανωτέρω με την αρίθμηση 4, 5 και 6 οι οποίο και καταλήγω ότι ευσταθούν και είναι αρκετοί για να οδηγήσουν στην απόρριψης της αίτησης. Τα πιο πάνω αναπόδραστα καθορίζουν την τύχη της αίτησης. Παραταύτα για σκοπούς πληρότητας αναφέρω ότι ακόμα και αν ήθελε κριθεί ότι η πρόνοιες της Δ.33 Θ.5 τυγχάνουν εφαρμογής σε περίπτωση αιτήματος επαναφοράς της αίτησης έρευνας, η υπό κρίση αίτηση καταχωρήθηκε εκπρόθεσμα συνεπώς και ο λόγος Ένσταση υπ' αριθμό 3 που άπτεται του εκπροθέσμου της καταχώρησης της υπό κρίση αίτησης ευσταθεί. Ειδικότερα αίτηση ημ. 22/07/13 απερρίφθη στις 24/03/15 και η υπό κρίση αίτηση καταχωρήθηκε την 04/05/15 ήτοι σε ημερομηνία πέραν των 15 ημερών που προνοεί η Δ33 Θ
  2. Καμία αίτηση δεν έχει καταχωρηθεί για να δοθεί άδεια για παράταση της προθεσμίας αυτής όπως δεν υποβάλλεται κάποιο σχετικό αίτημα και με την υπό κρίση αίτηση. Ουδόλως διαλανθάνει βεβαίως της αντίληψης μου ότι στη νομική βάση της αίτησης γίνεται αναφορά στη Δ.57 όπως όμως συνάγεται από τα λεχθέντα στην υπόθεση Παπανικολάου Ευριδίκη ν. Κυριακής Κότσαπα,
(2004)1 Α.Α.Δ. 1800, απλή επίκληση της Διαταγής αυτής χωρίς υποβολή σχετικού αιτήματος δεν μπορεί να έχει οιοδήποτε αντίκρισμα[6]. Ως εκ των πιο πάνω κρίνω ότι η αίτηση ακόμα και αν ήθελε θεωρηθεί ότι εφαρμόζεται και στην περίπτωση ενδιάμεσων αιτήσεων είναι απορριπτέα και για το λόγο ότι είναι εκπρόθεσμη. Παρά τα πιο πάνω και επερχόμενη και την ουσία των λόγων που προβάλλονται για επαναφορά της υπόθεσης ήτοι ουσιαστικά στο σφάλμα του συνηγόρου να σημειώσει την ορθή ημερομηνία τα ακόλουθα μπορούν να λεχθούν: Ως επισημαίνεται στη Cyprus Import Corporation Ltd. ν. Kώστα Σενέκη,
(1998)1 Α.Α.Δ. 1108, το δικαίωμα το οποίο κατοχυρώνει το Άρθρο 30 του Συντάγματος, το οποίο επικαλείται η πλευρά του Αιτητή απολήγει στη διασφάλιση λογικής ευκαιρίας στο διάδικο να θέσει την υπόθεσή του ενώπιον του δικαστηρίου. Αναφέρεται στην υπόθεση αυτή όμως ότι: «Αυτό δε συμβαίνει εκεί όπου η μή άσκηση του δικαιώματος οφείλεται σε αδιαφορία, αμέλεια, ή σφάλμα του.». Στην Bαρδιάνος Πάνος Π. ν. Edwin John Thomas Richards,
(1998)1 Α.Α.Δ. 698[7] υπόθεση η οποία υιοθετήθηκε σε αριθμό άλλων υποθέσεων (βλ. Καλλής Ξενοφών ν. Alpha Bank Ltd,
(2002)1 Α.Α.Δ. 793 και Πέτρου Kυριακού Aντώνη ν. Διευθυντή Kτηματολογίου Λεμεσoύ και Άλλων,
(2001)1 Α.Α.Δ. 184) εντοπίζεται η ακόλουθη αναφορά από το Εφετείο η οποία θεωρώ ότι αποτελεί και το απαύγασμα της Νομολογίας επί του θέματος: «Ο διάδικος δεν μπορεί, κατά κανόνα, να προβάλλει το λάθος, αμέλεια ή παράλειψη του δικηγόρου του για να πετυχαίνει την παράταση προθεσμιών ή την αναγέννηση δικαστικών διαδικασιών. Θα αποτελούσε ένα εύσχημο τρόπο υπερφαλάγγισης των δικονομικών διατάξεων. Από τη συμμόρφωση προς τα χρονοδιαγράμματα αυτά εξαρτάται η απρόσκοπτη απονομή της δικαιοσύνης και συνακόλουθα το κύρος της. Μας ενισχύουν, σε αυτή τη θέση, τα λεχθέντα στην υπόθεση Grand Metropolitan Nominee (No 2) Co Ltd v. Evans, The Times Law Reports, May 15, 1992: "The court should not be astute to find excuses for such failure since obedience to orders of the court is the foundation on which its authority is founded." Βλέπε επίσης Μιχαηλίδης ν. Χρίστου
(1996)1(Β) Α.Α.Δ. 1190, Κληρίδης ν. Σταυρίδη
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1348. Διαφορετική αντιμετώπιση θα δημιουργούσε επικίνδυνα ρήγματα στην απονομή της δικαιοσύνης. Ως προς την πρόθεση του διαδίκου την απάντηση έδωσε η απόφαση στην Άλκης Χ. Χατζηκυριάκος (Μπισκότα Φρου-Φρου) Λτδ. ν. Τerzian Trading House Ltd
(1998)1(Α) Α.Α.Δ. 102: "Η απουσία πρόθεσης εκ μέρους του διαδίκου να εγκαταλείψει τη διαδικασία δεν είναι αφεαυτής αποφασιστική για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου.» Αναφέρω τέλος ότι δεν συμμερίζομαι επίσης τη θέση του Αιτητή ότι με την απόρριψη της αίτησης θα αποστερηθεί των συνταγματικών του δικαιωμάτων. Η απόρριψη της αίτησης έρευνα που προωθούσε στην απουσία του, οφειλόταν σε δική παράλειψη που εκδηλώθηκε από την πλευρά του και αφού του είχε δοθεί κάθε δυνατότητα να προωθήσει την αίτηση του. Για όλους τους πιο πάνω λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω και χωρίς να χρειάζεται θεωρώ να εξετάσω του λοιπούς λόγους ένσταση και εισηγήσεις κρίνω ότι η Αίτηση είναι απορριπτέα και ως τέτοια απορρίπτεται. Σε ό,τι αφορά τα έξοδα δεν έχει καταδειχθεί ότι συντρέχει οιοσδήποτε λόγος παρέκκλισης από τον κανόνα ότι αυτά ακολουθούν την πορεία της διαδικασίας και συνεπώς τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ της Καθ' ής η Αίτηση και εναντίον του Αιτητή, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ) Ν. Οικονόμου, Ε.Δ ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Βλ. Σοφοκλέους Γεώργιος και Άλλη ν. Alpha Bank Ltd ,
(2009)1 Α.Α.Δ. 818 «.το δικαστήριο μπορούσε να αναφερθεί στο όλο ιστορικό της υπόθεσης για να προβεί σε διαπιστώσεις» ως προς το ζητούμενο που περιλάμβανε την όλη προηγούμενη συμπεριφορά των Εφεσειόντων και την πορεία της υπόθεσης [2] Βλ. Επίσης Παπακόκκινου Bερεγγάρια Π. και Άλλη ν. Xριστόφορος Πελεκάνος Λτδ και Άλλης,
(2009)1 Α.Α.Δ. 1275 [3] Βλ. επίσης Toumbouros Estates Limited ν. Xαριτίνης X Iωαννίδου και Άλλων,
(1997)1 Α.Α.Δ. 1512 [4] Βλ. MESOLONGITIS ν. KOUTAS,
(1986)1 Α.Α.Δ. 161, σελ. 166 «It is abundantly clear from the exposition of the Law made above, that the jurisdiction ίο reinstate rests with the trial Court and should preferably and whenever possible be dealt with by the Judge who tried the case.» [5] Chr. Morfou Trading Ltd ν. MR Waterproof Ltd,
(2007)1 Α.Α.Δ. 697 «Στην παρούσα υπόθεση ο ενάγων παρέλειψε να εμφανιστεί για συνέχιση της ακρόασης και συνεπώς εφαρμογής τυγχάνει η Διαταγή 33.» [6] «Ας σημειωθεί ότι η εφεσείουσα βάσισε την αίτηση της στην Δ.33 θ.1, κάμνοντας και αναφορά στη Δ.57 που δίδει εξουσία στο Δικαστήριο να παρατείνει τις προθεσμίες. Θεωρούμε όμως πως η Δ. 57 δεν έχει εφαρμογή, καθότι δεν ετίθετο θέμα προθεσμίας και εν πάση περιπτώσει η εφεσείουσα δεν είχε υποβάλει οποιοδήποτε αίτημα για παράταση προθεσμίας.» [7] cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.