Αίτηση της εταιρείας Bank of Moscow (Open Joint Stock Company) ν. Αναφορικά με την εταιρεία Koultis Holdings Limited, Αίτηση Εταιρείας: 905/2011, 13/11/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2015:A470 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: E. ΕΦΡΑΙΜ, Π.Ε.Δ. Αίτηση Εταιρείας: 905/2011 Αναφορικά με την εταιρεία Koultis Holdings Limited και Αναφορικά με τον περί Εταιρειών Νόμο, Κεφ. 113 και Αίτηση της εταιρείας Bank of Moscow (Open Joint Stock Company), από τη Ρωσία Αίτηση ημ. 4 Φεβρουαρίου 2015 για Παραμερισμό και ή Αναστολή της Αίτησης Εκκαθάρισης Ημερομηνία: 13 Νοεμβρίου 2015 Εμφανίσεις: Για την Αιτήτρια: κα Α. Στυλιανού για Φοίβος, Χρίστος Κληρίδης & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Για την Καθ΄ ης η Αίτηση: κα Ε. Χριστοφή για Πατρίκιος Παύλου & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την κυρίως Αίτηση (εφεξής «η κυρίως Αίτηση») ζητείται η εκκαθάριση της εταιρείας Koultis Holdings Limited (εφεξής «η εταιρεία») λόγω ισχυριζόμενης παράλειψης πληρωμής χρέους της προς τη Bank of Moscow (Open Joint Stock Company) (εφεξής «η τράπεζα») κατόπιν επίδοσης στην εταιρεία απαίτησης δυνάμει του άρθρου 212(α) του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113. Στις 4.2.15 η Αιτήτρια εταιρεία καταχώρισε την υπό κρίση Αίτηση (εφεξής «η Αίτηση»), με την οποία ζητά τον παραμερισμό και ή την απόρριψη και ή την αναστολή της κυρίως Αίτησης λόγω του ότι: (
- i)Το ισχυριζόμενο χρέος τελεί υπό αμφισβήτηση και δεν συνιστά εκκαθαρισμένη απαίτηση, (
- ii)Η Καθ΄ ης η Αίτηση τράπεζα δεν είναι ούτε και θεωρείται πιστωτής της Αιτήτριας, (iii) Το αντικείμενο της κυρίως Αίτησης δεν μπορεί να αποφασιστεί στα πλαίσια της κυρίως Αίτησης αλλά σε πολιτική αγωγή και ειδικότερα στην Αγωγή αρ. 7537/14 Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, (
- iv)Η κυρίως Αίτηση είναι κακόπιστη και εκδικητική, και (
- v)Η κυρίως Αίτηση συνιστά κατάχρηση των δικαστικών διαδικασιών. Η Αίτηση βασίζεται στα άρθρα 211, 212(α), 213 και 218 του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113, στις Δ.19 Θ.26, Δ.27 Θ.3, Δ.48 Θ.1-3 και 7, και Δ.64 Θ.1 και 2 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, στους Κανονισμούς 1-5 και 8 των περί Εταιρειών Κανονισμών, στον Καν.92 των περί Εταιρειών (Εκκαθάριση) Κανονισμών 1933-1938 και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η Αίτηση περιέχονται στη συνημμένη σε αυτή ένορκη δήλωση του Μάριου Φιερού, ανώτερου διευθυντικού στελέχους στην Oneworld Ltd η οποία διαχειρίζεται την Αιτήτρια εταιρεία. Η ένσταση έχει την ίδια νομική βάση ως η Αίτηση με την προσθήκη των άρθρων 216 και 301 του περί Εταιρειών Νόμου, του άρθρου 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, του άρθρου 30 του Συντάγματος, της νομολογίας και της πρακτικής του Δικαστηρίου. Με τους λόγους ένστασης προβάλλεται ουσιαστικά ότι: 1) Η Αίτηση συνιστά καταφρόνηση και ή κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας, είναι κακόπιστη και χρησιμοποιείται ως μέσο καταπίεσης της Καθ΄ ης η Αίτηση τράπεζας. 2) Η Αίτηση καταχωρίστηκε με υπέρμετρη και αδικαιολόγητη καθυστέρηση και λόγω αυτής η Αιτήτρια κωλύεται από του να προωθεί την Αίτηση. 3) Το Δικαστήριο δεν έχει εξουσία να εγκρίνει την Αίτηση καθότι αυτή δεν αποτελεί το ορθό δικονομικό διάβημα εφόσον έχει ήδη κριθεί πως τα εγερθέντα ζητήματα θα εκδικαστούν στα πλαίσια της κυρίως Αίτησης. 4) Τυχόν έγκριση της Αίτησης συνιστά παραβίαση των συνταγματικών δικαιωμάτων της Καθ΄ ης η Αίτηση για εκδίκαση της κυρίως Αίτησης εντός ευλόγου χρόνου. 5) Δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την έγκριση της Αίτησης καθότι η Αιτήτρια δεν έχει καταδείξει καλόπιστη υπεράσπιση. 6) Η ισχυριζόμενη αποπληρωμή του χρέους είναι καταδικασμένη σε αποτυχία εφόσον αυτή αναφέρεται σε μονομερείς ενέργειες από τρίτες εταιρείες, οι οποίες δεν έγιναν δεκτές από την Καθ΄ ης η Αίτηση. 7) Η καταχώριση αγωγής από την Αιτήτρια είναι άσχετη με την έκβαση της κυρίως Αίτησης. 8) Η αγωγή δεν αποκαλύπτει αγώγιμο δικαίωμα και έτσι δεν έχει πιθανότητες επιτυχίας. 9) Τα Κυπριακά Δικαστήρια στερούνται δικαιοδοσίας να εκδικάσουν την αγωγή. 10) Η Αίτηση είναι αντικανονική και ή παράτυπη και ή νομικά αβάσιμη. 11) Το πραγματικό υπόβαθρο της Αίτησης είναι ανεπαρκές και δεν δικαιολογεί την έγκριση της. 12) Δεν είναι προς το συμφέρον της δικαιοσύνης να εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της κας Γεωργίας Σιοπαχά, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί την Καθ΄ ης η Αίτηση. Η ακρόαση της Αίτησης διεξήχθη με γραπτές αγορεύσεις, στις οποίες οι δικηγόροι ανέπτυξαν και υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις τους. Αναφορά τόσο στο περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων όσο και στις αγορεύσεις θα γίνεται όπου αυτό κρίνεται αναγκαίο κατά την εξέταση του κάθε θέματος με τη σειρά που το Δικαστήριο κρίνει ορθή και όχι κατ΄ ανάγκη με τη σειρά που αυτά προβλήθηκαν από τις δύο πλευρές. Ι. Νομική Πτυχή Η εξουσία του Δικαστηρίου για τη διαγραφή κάποιου δικογράφου στο σύνολο του περιέχεται στη Δ.27 Θ.3 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και ασκείται με φειδώ μόνο σε απλές και ξεκάθαρες περιπτώσεις. Εκτενής ανάλυση της ερμηνείας και εφαρμογής της Δ.27. Θ.3 περιέχεται στο The Annual Practice 1958, σελ. 573-578, αναφορικά με την αντίστοιχη Αγγλική πρόνοια O.25 r.4. Σύμφωνα με τις αρχές που διέπουν τη διαγραφή δικογράφου, αυτή συνιστά εξαιρετικό μέτρο το οποίο πρέπει να εφαρμόζεται μόνο στις περιπτώσεις όπου το δικόγραφο στερείται αναμφίβολα νομικού ή πραγματικού ερείσματος και όπου αυτό είναι αναντίλεκτα ανυπόστατο και περιέχει συζητήσιμη βάση. Όπως αναφέρεται στο The Annual Practice 1958, σελ. 575, και στο σύγγραμμα Bullen and Leake and Jacob´s "Precedents of Pleadings", 12η έκδοση, σελ. 142, αν η έκθεση απαίτησης ή η υπεράσπιση ή οι λεπτομέρειες αποκαλύπτουν κάποια βάση αγωγής ή υπεράσπισης ή κάποιο ερώτημα που δύναται να αποφασιστεί από το Δικαστήριο, το γεγονός ότι η υπόθεση είναι αδύνατη ή απίθανο να πετύχει δεν αποτελεί λόγο για διαγραφή. Σχετική είναι η υπόθεση Moore v. Lawson 31 L.T.R. 418. Τα ίδια υιοθετήθηκαν και στις Κυπριακές υποθέσεις Cyber Group Ltd ν. Χαραλαμπίδη κ.ά.
(2004)1(Γ) Α.Α.Δ 1852 και Papamichael v. Chacholiades
(1970)1 C.L.R. 305. Ιδιαίτερα διαφωτιστική είναι η υπόθεση In re Pelmaco Development Ltd.
(1991)1 Α.Α.Δ.146, η οποία αφορούσε αίτηση διαγραφής της αίτησης για εκκαθάριση λόγω καταπίεσης της μειοψηφίας, δυνάμει του άρθρου 202 του περί Εταιρειών Νόμου. Στην εν λόγω υπόθεση λέχθηκαν τα ακόλουθα: «. η εγκυρότητα αίτησης για διάλυση, εξετάζεται αποκλειστικά με βάση το περιεχόμενό της και τις αντικειμενικές συνέπειες που συνεπάγεται η τεκμηρίωση των ισχυρισμών που προβάλλονται σ' αυτή. Η διαγραφή δικογράφου, και ιδιαίτερα δικογράφου με το οποίο ο διάδικος επικαλείται την άσκηση της δικαιοδοσίας του δικαστηρίου, αποτελεί εξαιρετικό μέτρο το οποίο δικαιολογείται μόνο εφόσο το δικόγραφο κρίνεται αναντίλεκτα ανυπόστατο. Διαφορετικά, η διαγραφή θα συνεπαγόταν και παραβίαση του δικαιώματος διαδίκου να προσφύγη ενώπιον δικαστηρίου στο οποίο δικαιούται να προσφύγει βάσει του Συντάγματος, το οποίο κατοχυρώνεται από το άρθρο 30.1 του Συντάγματος. .. Το βασικό ερώτημα είναι, και σε αυτό το πλαίσιο περιορίζονται τα επίδικα θέματα της έφεσης, αν το Υπόμνημα για διάλυση αποκαλύπτει γεγονότα τα οποία δικαιολογούν την υποβολή της αίτησης για διάλυση της εταιρείας. (Βλ. Halsbury's Laws of England, 4th ed., Vol. 7, p.602).» Σύμφωνα με τη Δ.19 Θ.26 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, το Δικαστήριο δύναται σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας να διατάξει τη διαγραφή οποιουδήποτε θέματος σε οποιαδήποτε οπισθογράφηση ή δικόγραφο, το οποίο (θέμα) μπορεί να είναι αχρείαστο ή σκανδαλώδες ή το οποίο μπορεί να τείνει να προκαλέσει δυσμενή επηρεασμό, ενόχληση ή καθυστέρηση στη δίκαιη εκδίκαση της αγωγής. Χρήσιμη καθοδήγηση για την εφαρμογή της πιο πάνω Διάταξης περιέχεται στο The Annual Practice 1958, σελ. 477-479, με αναφορά στην αντίστοιχη Αγγλική πρόνοια O.19 r.27. Για σκοπούς της παρούσας Αίτησης, κρίνεται σκόπιμη η παράθεση του ακόλουθου αποσπάσματος από την υπόθεση Mayor of London v. Horner
(1914)111 L.T., αναφορικά με το πότε ένα δικόγραφο μπορεί να χαρακτηριστεί ενοχλητικό ("embarrassing"): «I take "embarrassing" to mean that the allegations are so irrelevant that to allow them to stand would involve useless expense and would also prejudice the trial of the action by involving the parties in a dispute that is wholly apart from the issues.» ΙΙ. Ισχυρισμοί των Μερών ΙΙ.1 Αίτηση Εκκαθάρισης Όπως προκύπτει από τον φάκελο του Δικαστηρίου, στην κυρίως Αίτηση γίνεται επίκληση συμφωνίας δανείου ημ. 24.3.09 μεταξύ της εταιρείας και της τράπεζας. Ακολούθως προβάλλεται πως το ποσό δυνάμει της εν λόγω συμφωνίας κατέστη πληρωτέο στις 31.3.10 και ότι ουδέν ποσό πληρώθηκε μέχρι και την καταχώριση της κυρίως Αίτησης. Η τράπεζα ισχυρίζεται περαιτέρω ότι στις 18.7.11 απέστειλε επιστολή προς την εταιρεία απαιτώντας πληρωμή και καθιστώντας το οφειλόμενο ποσό άμεσα απαιτητό και πληρωτέο, ενώ στις 3.10.11 επέδωσε στο εγγεγραμμένο γραφείο της εταιρείας επιστολή και ή γραπτή απαίτηση πληρωμής δυνάμει του άρθρου 212(α) του περί Εταιρειών Νόμου. Είναι επίσης ισχυρισμός της τράπεζας ότι η εταιρεία παρέλειψε να εξοφλήσει την οφειλή της εντός 21 ημερών από την επίδοση της απαίτησης και ότι η παραχωρηθείσα εξασφάλιση, μέσω ενεχυρίασης ευρωομολόγων της Royal Bank of Scotland, είναι πολύ μικρότερης αξίας και δεν καλύπτει το οφειλόμενο ποσό. Τέλος είναι η θέση της τράπεζας πως η εταιρεία είναι ανίκανη να πληρώσει τα χρέη της με αποτέλεσμα να δικαιολογείται η εκκαθάριση της. ΙΙ.2 Υπό κρίση Αίτηση Η σύναψη της συμφωνίας δανείου είναι παραδεκτή από τον ενόρκως δηλούντα στην υπό κρίση Αίτηση. Επιπλέον, αυτός ισχυρίζεται πως η επίδικη είναι μία εκ πολλών παρόμοιων συμφωνιών οι οποίες υπεγράφησαν υπό τις ακόλουθες συνθήκες: Ιδρύθηκε ένα διεθνές Εμπίστευμα το οποίο διαχειρίζετο αριθμό εταιρειών, συμπεριλαμβανομένης της εταιρείας, οι οποίες θα λάμβαναν δάνεια από την τράπεζα με στόχο την ανάπτυξη επενδυτικού σχεδίου προς όφελος των εταιρειών. Είχε συμφωνηθεί πως τα δάνεια θα αποπληρώνονταν από τα έσοδα των επενδύσεων και εν πάση περιπτώσει με τη μεταβίβαση των περιουσιακών στοιχειών που θα αποκτούνταν με τα δάνεια, περιουσιακά στοιχεία της τράπεζας. Είναι ο ισχυρισμός του κ. Φιερού πως η μέθοδος των δανείων ήταν τυπική εφόσον τα αποκτηθέντα περιουσιακά στοιχεία και όλες οι εταιρείες ανήκαν στο διεθνές Εμπίστευμα με δικαιούχους την τράπεζα ή εταιρείες υπό τον έλεγχο αυτής. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο ιδρύθηκε η εταιρεία όπως και άλλες 47 και δόθηκαν δάνεια συνολικού ύψους US$2,1 δισ. Κατά τις 9.4.12 η αξία των αποκτηθέντων περιουσιακών στοιχείων υπερέβαινε τα US$3 δισ. Είναι επίσης η θέση του κ. Φιερού πως περί το 2010 η πρώην διεύθυνση της τράπεζας εκδιώχθηκε για πολιτικούς λόγους και η τράπεζα περιήλθε στα χέρια της Ρωσικής Ομοσπονδίας. Κατά το 2011, ενώ η αξία της περιουσίας ξεπερνούσε τα US$3,3 δισ. κατόπιν διαβουλεύσεων, συμφωνήθηκε πως η τράπεζα θα απάλλασσε πλήρως την εταιρεία έναντι της μεταβίβασης των περιουσιακών στοιχείων. Ακολούθως η τράπεζα άλλαξε στάση και προχώρησε με την καταχώριση αιτήσεων εκκαθάρισης. Επίσης η τράπεζα εξασφάλισε αποφάσεις στη Ρωσία για τα υπόλοιπα των δανείων και προωθεί διαδικασίες εγγραφής τους στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας. Όμως όλες οι εταιρείες τελικώς προέβησαν σε δηλώσεις εμπιστεύματος μετοχών οι οποίες στάλησαν στην τράπεζα τον Ιούνιο του 2013 και υπεγράφησαν οι σχετικές μεταβιβάσεις των μετοχών τον Ιούλιο του 2013. Είχε επίσης παραδοθεί και η διεύθυνση των αλλοδαπών εταιρειών, ιδιοκτητριών των περιουσιακών στοιχείων. Ο ενόρκως δηλών ισχυρίζεται πως είχε συμφωνηθεί ότι τα δάνεια θα ικανοποιούντο με τη μεταβίβαση των κτηθέντων περιουσιακών στοιχείων και πως τυχόν πλεόνασμα θα επιστρεφόταν προς όφελος του διεθνούς Εμπιστεύματος. Έτσι η Αιτήτρια θεωρεί πως το επίδικο δάνειο έχει εξοφληθεί. ΙΙ.3 Ένσταση στην υπό κρίση Αίτηση Στην ένορκη της δήλωση η κα Σιοπαχά επισημαίνει πως η εταιρεία παραδέχεται τη σύναψη της συμφωνίας δανείου αλλά και την παραλαβή της ειδοποίησης πληρωμής χωρίς κατ΄ εκείνο το στάδιο να αμφισβητήσει το χρέος. Ισχυρίζεται επίσης πως η τράπεζα ουδέποτε απεδέχθη την πρόταση για μεταβίβαση των περιουσιακών στοιχείων, για κατάρτιση δηλώσεων εμπιστεύματος και μεταβιβαστικών εγγράφων και για μεταφορά της διοίκησης τρίτων εταιρειών, η οποία (πρόταση) ουδόλως αφορά την εταιρεία. Περαιτέρω προβάλλει τη θέση ότι οι δηλώσεις εμπιστεύματος και τα μεταβιβαστικά έγγραφα δεν είναι δεσμευτικά και δεν δημιουργούν έννομα αποτελέσματα. Η κα Σιοπαχά αναφέρει περαιτέρω πως η εταιρεία τηρούσε τους όρους της συμφωνίας δανείου, πως προέβαινε σε πληρωμές μέχρι και τις 28.1.11 και πως δεν επιτρέπεται εξωγενής μαρτυρία αναφορικά με τυχόν άλλες συμφωνίες μεταξύ των μερών. ΙΙΙ. Εξόφληση Χρέους, Εκκαθαρισμένη Απαίτηση, Πιστωτής Η ύπαρξη του χρέους, το κατά πόσον συνιστά εκκαθαρισμένη απαίτηση και το κατά πόσον η τράπεζα θεωρείται πιστωτής αποτελούν τη βάση των πρώτων δύο λόγων για τους οποίους ζητείται ο παραμερισμός της κυρίως Αίτησης. Με βάση τους ισχυρισμούς και των δύο πλευρών είναι προφανές ότι εγείρονται σοβαρά ζητήματα, τόσο πραγματικά όσο και νομικά, τα οποία χρήζουν εξέτασης και αξιολόγησης. Με άλλα λόγια, το Δικαστήριο δεν ικανοποιείται ότι τα όσα επικαλείται η εταιρεία είναι τέτοιας φύσης που καταδεικνύουν χωρίς άλλο το παντελώς αβάσιμο και ανυπόστατο της κυρίως Αίτησης έτσι ώστε αυτή να πρέπει να παραμεριστεί. Αυτή η κατάληξη του Δικαστηρίου βρίσκει έρεισμα και στη σχετική νομολογία η οποία αφορά αιτήσεις εκκαθάρισης δυνάμει του άρθρου 212 του περί Εταιρειών Νόμου, ως η παρούσα. Θα μπορούσε εύκολα να λεχθεί πως με βάση τη νομολογία μας, από τη στιγμή που είναι παραδεκτή μία σύναψη συμφωνίας δανείου και δεν φαίνεται να αμφισβητείται η επίδοση της απαίτησης πληρωμής δυνάμει του άρθρου 212(α) και η παράλειψη αποπληρωμής του χρέους εντός της καθορισμένης προθεσμίας, τότε δημιουργείται το τεκμήριο αδυναμίας πληρωμής χρεών. Σχετικές είναι οι υποθέσεις C. Phasarias (Automotive Centre) Ltd v. Εταιρεία Σκυροποιίας «Λεωνίκ» Λτδ
(2009)1(B) A.Α.Δ. 1457 και GIP Constructions Ltd v. Διευθυντή Κοινωνικών Ασφαλίσεων
(1991)1 Α.Α.Δ. 14. Είναι προφανές πως σε τέτοιες περιπτώσεις το βάρος απόδειξης ουσιαστικά βρίσκεται στον οφειλέτη να καταδείξει καλόπιστη και ουσιαστική αμφισβήτηση του χρέους. Σχετικά παραπέμπω στην υπόθεση Χατζηγιάννης v. C. & J. Kyprianou Promotions Ltd
(2010)1(Β) A.Α.Δ. 991 και στο σύγγραμμα Palmer' s Company Law, 24η έκδοση, σελ. 1364-1467. Αναμφίβολα είναι στα πλαίσια της Αίτησης εκκαθάρισης που θα πρέπει επίσης να αποδειχθεί ότι η οφειλή είναι συγκεκριμένη και αδιαμφισβήτητη και ότι η τράπεζα είναι πιστωτής εν τη εννοία του ότι έχει να λαμβάνει καθορισμένο ποσό πίστωσης. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Αναφορικά με την Εταιρεία Besuno Ltd, Πολ. Έφ. αρ. 269/09, ημ. 20.2.14 και Χατζηγιάννης v. C. & J. Kyprianou Promotions Ltd (ανωτέρω). Έχει ήδη λεχθεί πως οι ισχυρισμοί της Αιτήτριας δεν είναι τέτοιας φύσης που να καθιστούν την κυρίως Αίτηση χωρίς οποιαδήποτε πιθανότητα επιτυχίας. Το κυριότερο όμως είναι πως αυτοί οι ισχυρισμοί ουσιαστικά αποτελούν αντικείμενο της κυρίως Αίτησης και θα πρέπει να εξεταστούν στα πλαίσια εκείνης και όχι στα πλαίσια αίτησης παραμερισμού της κυρίως Αίτησης. Αυτό ήταν και το σκεπτικό στην απόφαση In re Pelmaco Development Ltd. (ανωτέρω), στην οποία αναφέρθηκαν τα ακόλουθα ακριβώς πριν το προαναφερόμενο απόσπασμα: «Η επιχειρηματολογία των εφεσειόντων παραγνωρίζει σε μεγάλο βαθμό το σκοπό του μέτρου της διαγραφής δικογράφου και τα κριτήρια βάσει των οποίων αποφασίζεται η βιωσιμότητα δικονομικού μέτρου. Στις εισηγήσεις των εφεσειόντων εξομοιώνονται σε μεγάλο βαθμό η εκδίκαση της αίτησης για διαγραφή με την εκδίκαση της αίτησης για διάλυση. Ενώ η νομική υπόσταση του Υπομνήματος κρίνεται αποκλειστικά με βάση το περιεχόμενο του (Re Newman and Howard, Ltd. [1961] 2 All E.R.495 και Re Fildes Bros Ltd) [1970] 1 All E.R.923.» Τελικώς το Εφετείο κατέληξε πως «η τεκμηρίωση των ισχυρισμών θα είναι το επίδικο θέμα της δίκης, γι' αυτό θα είμεθα πολύ φειδωλοί στο χαρακτηρισμό και την πρόβλεψη των επιπτώσεων τους». Το Δικαστήριο θεωρεί πως οι διαπιστώσεις στην εν λόγω υπόθεση ισχύουν κατ΄ αναλογίαν και στην υπό κρίση περίπτωση. Ως εκ τούτου θεωρώ πως η παρούσα Αίτηση δεν μπορεί να πετύχει στη βάση των δύο πρώτων λόγων. IV. Ύπαρξη Αγωγής Είναι η θέση της Αιτήτριας πως η εταιρεία όπως και όλες οι υπόλοιπες καταχώρισαν την Αγωγή αρ. 7537/14 Ε. Δ. Λευκωσίας, με την οποία ζητούν Δήλωση ότι τα υπόλοιπα των δανείων έχουν εξοφληθεί δυνάμει των εμπιστευμάτων και ή των μεταβιβάσεων των μετοχών και ότι οι δηλώσεις εμπιστεύματος και οι μεταβιβάσεις μετοχών είναι έγκυρες και δεσμευτικές. Η ύπαρξη της αγωγής αποτελεί τον τρίτο λόγο στον οποίο στηρίζεται η Αίτηση. Η τράπεζα ισχυρίζεται πως η αγωγή είναι καταχρηστική καθότι μέσω αυτής επιδιώκεται η εξέταση των θεμάτων που είναι επίδικα στα πλαίσια της κυρίως Αίτησης εκκαθάρισης. Επίσης είναι η θέση της τράπεζας πως τα Κυπριακά Δικαστήρια στερούνται δικαιοδοσίας να εκδικάσουν την αγωγή η οποία εν πάση περιπτώσει δεν έχει πιθανότητες επιτυχίας. Παρέλκει βεβαίως η επισήμανση πως οποιαδήποτε τέτοια ζητήματα θα πρέπει να τύχουν εξέτασης στα πλαίσια της αγωγής από το αρμόδιο Δικαστήριο. Όμως επί του τρίτου αυτού λόγου το Δικαστήριο επισημαίνει ότι η μεταγενέστερη καταχώριση της αγωγής δεν μπορεί να αποτελεί εμπόδιο στην προώθηση της Αίτησης εκκαθάρισης. Ο Νόμος δίδει το δικαίωμα καταχώρισης αίτησης εκκαθάρισης στη βάση ειδοποίησης πληρωμής 21 ημερών και όπως έχει λεχθεί το βάρος ανήκει στον πιστωτή να αποδείξει ότι έχει εκκαθαρισμένη απαίτηση. Εν πάση περιπτώσει, δηλαδή, η ύπαρξη της οφειλής και οι όποιοι ισχυρισμοί περί εξόφλησης του χρέους και του τυχόν τρόπου εξόφλησης αυτού θα αποτελέσουν αντικείμενο εξέτασης στα πλαίσια της κυρίως Αίτησης και είναι αυτονόητο πως εάν η τράπεζα δεν αποσείσει το βάρος που έχει, τότε η αίτηση της θα απορριφθεί. Επομένως και αυτός ο λόγος δεν κρίνεται βάσιμος. V. Κακοπιστία και Κατάχρηση Όσον αφορά τις εισηγήσεις περί κακοπιστίας και κατάχρησης χρήσιμη καθοδήγηση προσφέρει η υπόθεση Χατζηγιάννης v. C. & J. Kyprianou Promotions Ltd (ανωτέρω) και το ακόλουθο απόσπασμα: «Όπως είχε λεχθεί και στην Αγγλική απόφαση στην υπόθεση New Travellers' Chambers Ltd v. Cheese and Green [1894] 70 LT 271 επανειλημμένα έχει αποφασισθεί ότι η υποβολή αίτησης για εκκαθάριση εταιρείας δεν είναι πρόσφορη μέθοδος εκδίκασης αμφισβητούμενης οφειλής. Εάν υφίσταται οποιαδήποτε εύλογη βάση αμφισβήτησης της ύπαρξης του χρέους, όχι απλά του ύψους του, δεν πρέπει να υποβάλλεται τέτοια αίτηση. Ούτε και ασφαλώς είναι επιτρεπτό όπως χρησιμοποιείται καταχρηστικά η διαδικασία υποβολής αίτησης για εκκαθάριση ως μέθοδος άσκησης πίεσης σε εταιρεία να καταβάλει χρήματα τα οποία αμφισβητεί ότι οφείλει (Re a company [1992] 2 All E.R. 797).» Με βάση τις προηγηθείσες διαπιστώσεις του Δικαστηρίου δεν έχει καταδειχθεί πως η καταχώριση της κυρίως Αίτησης έγινε καθ΄ ον χρόνο υπήρχε τέτοια καλόπιστη αμφισβήτηση του επίδικου χρέους έτσι ώστε να αποδίδονται αλλότρια κίνητρα στην τράπεζα με την καταχώριση. Ούτε υπάρχουν οποιεσδήποτε άλλες συνθήκες οι οποίες στο παρόν στάδιο να οδηγούν το Δικαστήριο στο συμπέρασμα ότι η κυρίως Αίτηση καταχωρίστηκε κακόπιστα και με μόνη πρόθεση την πίεση στην εταιρεία για την καταβολή του οφειλόμενου ποσού. Ως εκ τούτου και οι τελευταίοι δύο λόγοι για τους οποίους ζητείται ο παραμερισμός και ή η αναστολή της Αίτησης εκκαθάρισης κρίνονται αβάσιμοι. VI. Κατάληξη Σύμφωνα με όλα όσα αναφέρονται ανωτέρω το Δικαστήριο καταλήγει ότι η παρούσα Αίτηση δεν μπορεί να πετύχει και επομένως δεν καθίσταται αναγκαία η εξέταση των υπόλοιπων ζητημάτων που εγείρονται στα πλαίσια αυτής. Η Αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα αυτής επιδικάζονται υπέρ της Καθ΄ ης η Αίτηση τράπεζας και εναντίον της Αιτήτριας εταιρείας όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο συν Φ.Π.Α. (Υπ.) Έ. Εφραίμ, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής E.E./Α.Λ.Ο. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο