← Κύπρος

ΛΟΙΖΟΥ ΜΑΥΡΟΥΔΗ κ.α. ν. Κώστα Κυριάκου Κατσουνάρη, Αρ. Αίτησης 1802/12, 23/11/2015

ΛΟΙΖΟΥ ΜΑΥΡΟΥΔΗ κ.α. ν. Κώστα Κυριάκου Κατσουνάρη, Αρ. Αίτησης 1802/12, 23/11/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2015:A490 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Οικονόμου Ε.Δ. Αρ. Αίτησης 1802/12 Μεταξύ:

  1. ΛΟΙΖΟΥ ΜΑΥΡΟΥΔΗ
  2. ΜΑΡΙΑ ΠΕΡΔΙΚΟΥ Αιτητών -Εφεσειόντων και Κώστα Κυριάκου Κατσουνάρη Καθ' ών η Αίτηση - Εφεσιβλήτου Ημερομηνία.: 23 Νοεμβρίου 2015 Για Αιτητές - Εφεσείοντες: κος Α. Μερακλής Για Καθ' ών η Αίτηση - Εφεσίβλητους: κα Παπαδοπούλου για κ.κ. Ανδρέας Σοφοκλέους Δ.Ε.Π.Ε. Ενδιάμεση Απόφαση στην Αίτηση ημ. 25/05/15 Εισαγωγή: Η υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αίτηση -Έφεση, καταχωρίστηκε στις 09/10/12 και με αυτή οι Αιτητές - Εφεσείοντες, στηριζόμενοι μεταξύ άλλων στα άρθρα 58, 80, 81 και 85 του περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμος (ΚΕΦ.224), και στους περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Κανονισμούς της 05/07/1956 ως τούτοι τροποποιήθηκαν, επιδιώκουν την ακύρωση και/ή τροποποίηση και/ή όπως το Δικαστήριο θέσει κατά μέρος (set aside) την απόφαση του Διευθυντή του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας ημερομηνίας 11/09/12, με την οποία απεφάσισε επί συνοριακής διαφοράς (Αίτηση Αρ. ΑΧ1722/09) μετά από επιτόπια εξέταση, ότι η έκταση γης που σημειώνεται με κίτρινο χρώμα στο σχεδιάγραμμα που επισυνάπτεται στην ειδοποίηση ημ.11/09/12, αποτελεί μέρος του ακινήτου με αριθμό τεμαχίου 864 Φ/Σχ 29/63 στο χωριό Κλήρου της Επαρχίας Λευκωσίας και ότι είναι μέρος της εγγραφής 20419 επ' ονόματι του Καθ' ού η Αίτηση. Ας σημειωθεί ότι η Αίτηση - Έφεση υποστηρίζεται από την Ένορκη Δήλωση της Αιτήτριας Εφεσείουσας
  3. Στις 24/05/13 ο Καθ' ού η Αίτηση - Εφεσίβλητος, καταχώρησε Ειδοποίηση Πρόθεσης Ένστασης στην Αίτηση, συνοδευόμενη από Ένορκη Δήλωση του ιδίου και προβάλλοντας 15 λόγους, υποστηρίζει την ορθότητα της απόφασης του Διευθυντή. Στην πορεία της υπόθεσης, έλαβαν χώρα μεταξύ άλλων τα ακόλουθα σχετικά με την υπό κρίση αίτηση, γεγονότα: Στις 13/01/14 δόθηκε κατόπιν προφορικού αιτήματος των συνηγόρων των Εφεσειόντων - Αιτητών, άδεια στους Αιτητές για καταχώρηση Συμπληρωματικών Ενόρκων Δηλώσεων από την Αιτήτριας και από τον κ. Χρ. Χατζιηγιάγκου, υπό την ιδιότητα του ως χωρομέτρη. Η Ένορκη Δήλωση του 2ου έλαβε χώρα στις 08/04/14 ενώ η άδεια που χορηγήθηκε για καταχώρηση Συμπληρωματικής Ένορκης Δήλωση από την Αιτήτρια δεν αξιοποιήθηκε. Την 08/04/14 δόθηκε άδεια και στην πλευρά του Καθ' ού η Αίτηση επίσης κατόπιν προφορικού αιτήματος, για καταχώρηση Ένορκης Δήλωσης της κας Μαρίας Αλεξάνδρου επίσης υπό την προβαλλόμενη ιδιότητα της ως χωρομέτρης. Η ένορκη δήλωση της κας Μαρίας Αλεξάνδρου εντοπίζεται στο φάκελο του Δικαστηρίου και φέρει ημερομηνία 10/11/
  4. Στις 19/11/14 που ήταν ορισμένη η υπόθεση για οδηγίες, οι συνήγοροι των δύο πλευρών ζήτησαν ημερομηνία για ακρόαση οπόταν και η Αίτηση-Έφεση ορίστηκε για να ακροαστεί στις 20/03/
  5. Εκείνη τη μέρα υπεβλήθη αίτημα αναβολής από την πλευρά των Αιτητών ώστε να εξεταστεί το ενδεχόμενο υποβολής αίτησης αντεξέτασης κας Αλεξάνδρου και η Αίτηση-Έφεση ορίστηκε στις 05/05/15 για οδηγίες με οδηγίες του Δικαστηρίου όπως οιαδήποτε αίτηση καταχωρηθεί και οριστεί εκείνη τη μέρα. Στις 05/05/15, ως καταμαρτυρούν τα πρακτικά του Δικαστηρίου, ο συνήγορος των Αιτητών δήλωσε ότι θα καταχωρείτο όντως αίτηση για αντεξέταση. Αυτή η αίτηση, που καταχωρήθηκε εν τέλει στις 25/05/15, είναι που εξετάζεται στην παρούσα απόφαση. Η Αίτηση και η Ένορκη Δήλωση που συνοδεύει αυτή: Ειδικότερα οι Αιτητές - Εφεσείοντες στηριζόμενοι στους περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς, Δ.39, Θ. 1, Δ.38, Θ. 1-3 και 9 και στη Δ.48 Θ.1-3 αξιώνουν με την υπό κρίση αίτηση ως ακολούθως: «Α. Διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάσσει την παρουσία της κας Μαρίας Αλεξάνδρου, με Α.Δ.Τ. 649893, από τον Άγιο Δομέτιο, της Επαρχίας Λευκωσίας, Χωρομέτρη στον Κλάδο Χωρομετρίας, του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας τοποθετημένη στον Τομέα Ελέγχου και Καταχώρησης Δεδομένων στη Χωρομετρική Βάση Δεδομένων του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας, ενόρκως δηλούσα στην Ένορκο Δήλωση ημερομηνίας 10.11.2014, για αντεξέταση της σε ότι αφορά το περιεχόμενο των πιο κάτω παραγράφων της Ενόρκου Δηλώσεως της ημερομηνίας 10.11.2014 κατά την δικάσιμο της πιο πάνω υπόθεσης, η οποία θα οριστεί από το Δικαστήριο σε μεταγενέστερο στάδιο και η οποία είναι ορισμένη για Οδηγίες στις 16.6.
  6. Στις παραγράφους 8, 10, 11 και 13, της Ενόρκου Δηλώσεως της.» Στην σύντομη ένορκη δήλωση που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση 25/05/15 και προς υποστήριξη της ανάγκης έγκρισης αιτήματος αντεξέτασης, η Αιτήτρια 2 αναφέρει μεταξύ άλλων τα ακόλουθα: · «Κατά την ακρόαση της Αίτησης, είναι απαραίτητη η παρουσία της Ενόρκου Δηλούσας, δηλαδή της κας Μαρίας Αλεξάνδρου, αναφορικά με το περιεχόμενο της Ενόρκου Δηλώσεως της, ημερομηνίας 10.11.2014, για σκοπούς αντεξέτασης της, λόγω της φύσεως της αιτήσεως και λόγω του περιεχομένου της ρηθείσας Ενόρκου Δηλώσεως. · Με βάση τα όσα αναφέρει η Ενόρκως Δηλούσα στις παραγράφους 8, 10, 11 και 13 της Ένορκης Δήλωσης της, προκύπτουν ζητήματα και ερωτήματα, τα οποία θα πρέπει να διευκρινίσει, αναλύσει και δώσει απαντήσεις, προτού εκδώσει την απόφαση του το Δικαστήριο. · Ως εκ των ανωτέρω αναφερομένων, είναι ορθό και δίκαιο, όπως δοθεί το αιτούμενο διάταγμα». Η Ένσταση και η Ένορκη Δήλωση που τη συνοδεύει: Αν και η αίτηση υποβλήθηκε μονομερώς, η πλευρά του Αιτητή έλαβε γνώση και καταχώρησε Ειδοποίηση Πρόθεσης Ένστασης. Επικαλούμενη νομική βάση στην Ένσταση είναι επίσης οι Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικοί Κανονισμοί Δ.39, Θ. 1, Δ.38, Θ. 1-3 και 9 και στη Δ.48 Θ.1-3 αλλά και οι αρχές της αναλογικότητας και της Δίκαιης Δίκης, η Νομολογία, οι Κανόνες Επιείκειας και οι εγγενείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Στη βάση αυτή προβάλλονται οι ακόλουθοι, εφτά λόγοι ένστασης: 1) Η Αίτηση είναι κατά νόμο και κατ' ουσία αβάσιμη, είναι εκδικητική και/ή καταχρηστική. 2) Η Αίτηση είναι άνευ αντικειμένου και/ή αχρείαστη δεδομένου ότι υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου επαρκής μαρτυρία με βάση την οποία το Δικαστήριο μπορεί να αξιολογήσει και να εκδώσει την τελική του Απόφαση. 3) Η Αίτηση καταχωρείται με σκοπό την πρόκληση καθυστέρησης. 4) Υπήρξε υπέρμετρη καθυστέρηση στην καταχώρηση της Αίτησης η οποία δεν δικαιολογήθηκε. 5) Ενόψει των πιο πάνω λόγων καθώς και ενόψει των λόγων που η άλλη πλευρά επικαλείται στην αίτηση της δεν δικαιολογείται στην παρούσα περίπτωση η εξάσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υπέρ της έγκρισης του Αιτήματος. 6) Δεν γίνεται καμία αναφορά στους λόγους για τους οποίους ζητείται η αντεξέταση ή στα ζητήματα ή στα γεγονότα επί των οποίων ζητείται η αντεξέταση. 7) Η Αίτηση δεν αποκαλύπτει βάσιμους λόγους για τους οποίους η υπόθεση εντάσσεται στην κατηγορία των εξαιρετικών περιπτώσεων έτσι ώστε να δικαιολογεί την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Η Ένσταση συνοδεύεται από την Ένορκη Δήλωση του κου Θεοδόση Σοφοκλέους, συνεργάτη στο δικηγορικό γραφείο των Δικηγόρων που εκπροσωπούν τον Καθ' ου η Αίτηση - Εφεσίβλητο και σε αυτή ο ομνύων, αφού αναφέρει ότι ορκίζεται υπό την ιδιότητα του ως δικηγόρος, έχοντας λάβει πληροφόρηση από την κα Παπαδοπούλου που χειρίζεται την υπόθεση, αναπτύσσει μεταξύ άλλων τους λόγους ένστασης υπ' αριθμό 5 και
  7. Ό,τι ειδικότερα αναφέρει είναι ότι το αιτούμενο διάταγμα είναι γενικό και αόριστο κατά τρόπο ώστε να ζητείται «η αντεξέταση της κας. Μαρία Αλεξάνδρου χωρίς κανένα περιορισμό για όλα τα θέματα και δεν υπάρχει κανένας λόγος να δοθεί το επιπρόσθετο δικαίωμα στον δικηγόρο να αντεξετάσει την κα. Μαρία Αλεξάνδρου». Θέση του είναι επίσης ότι «οι Εφεσίβλητοι - Αιτητές δεν έχουν θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου τέτοιους λόγους που να δικαιολογούν την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, σύμφωνα με τις εφαρμοστέες αρχές που έχουν αποφασιστεί από τη νομολογία.» Ακροαματική Διαδικασία - Εκατέρωθεν Εισηγήσεις: Κατά το στάδιο της ακρόασης της υπό συζήτηση αίτησης και οι δύο πλευρές περιορίστηκαν στις αγορεύσεις των, τις οποίες είχαν την ευγενή προνόηση να ετοιμάσουν γραπτώς. Στις αγορεύσεις τους οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων ανέπτυξαν τις εκατέρωθεν αντικρουόμενες θέσεις και εισηγήσεις τους επί του αιτήματος, παραπέμποντας σε σχετική με το ζήτημα νομολογία. Ο ευπαίδευτος συνήγορος των Αιτητών αναπτύσσοντας τις εισηγήσεις του σχετικά με τον 1ο λόγο ένστασης, υποστήριξε ότι η αίτηση είναι καθόλα νόμιμη και βάσιμη. Νομική βάση της ανέφερε, είναι η Δ.39 Θ.1 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών. Ως προκύπτει, εισηγείται ο κος Μερακλής, από το λεκτικό της συγκεκριμένης διάταξης και συγκεκριμένα τη χρήση της λέξης «request» - «αίτημα» και όχι της λέξης «application» - «αίτηση», αιτήματα αυτής της φύσεως δεν χρειάζονται απαραίτητα να υποστηρίζονται από ένορκη δήλωση αλλά ενδεχομένως, δεν απαιτείται ούτε και να γίνουν γραπτώς. Άλλωστε εισηγείται τούτο προκύπτει και από το γεγονός ότι η συγκεκριμένη διάταξη δεν συμπεριλαμβάνεται «στον κατάλογο αιτήσεων της Δ.48 θ.8

(1)οι οποίες μπορούν να γίνουν μονομερώς αλλά ούτε και τον κατάλογο των αιτήσεων της Δ.48 θ.9 οι οποίες πρέπει να γίνονται δια κλήσεως», Εισηγείται κατά συνέπεια ότι ο 1ος λόγος Ένστασης είναι γενικός και αόριστος και θα πρέπει να απορριφθεί. Υπεστήριξε ότι στη βάση της Δ.39 το Δικαστήριο ασκεί τη διακριτική του ευχέρεια λαμβάνοντας υπόψη την φύση και τις ανάγκες της συγκεκριμένης υπόθεσης και διαδικασίας. Στην προκειμένη περίπτωση εισηγείται, είναι επάναγκες να αντεξεταστεί η μάρτυς και δεν ισχύουν οι λόγοι ένστασης υπ' αριθμό 2, 5 και 6 καθότι ως ο ίδιος διαπιστώνει από την ένορκη δήλωση της κας Αλεξάνδρου: · Δεν ήταν η επικεφαλής του συνεργείου του Τμήματος Χωρομετρίας. Αποφεύγει να αναφέρει ποιος ήταν ο επικεφαλής του συνεργείου που εξέτασε την παρούσα υπόθεση. · Στις Παραγράφους 10, 11 και 13 της Ενόρκου Δηλώσεως, αναφέρει τα δεδομένα στα οποία στηρίχτηκε η χωρομετρική εργασία του Τμήματος Κτηματολογίου και χωρομετρίας και ζητούν την αντεξέταση της επί τούτου. · Ενώ θα πρέπει «για να δώσει στο Δικαστήριο απαντήσεις και διευκρινήσεις σε ουσιώδη και εύλογα ερωτήματα που προκύπτουν μέσα από το περιεχόμενο των παραγράφων 10 και 11 της Ένορκης Δήλωσης της. Υπάρχουν και άλλα σημεία για τα οποία ζητείται η αντεξέταση και εντοπίζονται σε διάφορα σημεία της Αγόρευσης των Αιτητών χωρίς όμως σαφώς και ρητώς να προσδιορίζονται οι θέσεις και οι εισηγήσεις που προωθούνται επί των οποίων το Δικαστήριο θα μπορούσε να στηριχθεί για να καταλήξει ότι η ανάγκη έκδοσης του Διατάγματος θα εξυπηρετούσε τη διαδικασία και το συμφέρον της δικαιοσύνης. Αναφορικά με τους λόγους ένστασης 3 και 4 ο κος Μερακλής, προβάλλει το γεγονός ότι η Ένορκη Δήλωση της κας Μαρίας Αλεξάνδρου, καταχωρήθηκε μετά από παρέλευση επτά μηνών από τη μέρα που δόθηκε άδεια από το Δικαστήριο. Οι ίδιοι μετά που τους παραδόθηκε η Ένορκος Δήλωση της κας Αλεξάνδρου, ημερομηνίας 10.11.2014, το Δικαστήριο στις 19.11.2014, έδωσε οδηγίες για την ετοιμασία γραπτών αγορεύσεων. Πραγματοποίησαν ως δικηγόροι συνάντηση με τους Αιτητές και τον κ. Χρίστο Χατζηγιάγκου, χωρομέτρη και έθεσαν ενώπιον τους την Ένορκη Δήλωση της κας Αλεξάνδρου, για να ετοιμαστούν με τις αγορεύσεις τους. Τότε κ. Χατζηγιάγκου αφού μελέτησε την Ένορκη Δήλωση της κας Μαρίας Αλεξάνδρου, έθεσε αρκετά εύλογα ερωτήματα και διευκρινίσεις που κατά την άποψη του έπρεπε να υποβληθούν και να απαντηθούν από την κα Αλεξάνδρου και αφορούσαν τις παραγράφους 8, 10, 11 και 13 της Ένορκης Δήλωσης, και συνεπώς ζήτησαν την αντεξέταση της κας Αλεξάνδρου. Αναφέρει στην Αγόρευσης του ο κος Μερακλής ότι την ημέρα της ακρόασης της αίτησης στις 20.3.2015, ζήτησαν με προφορικό αίτημα μας προς το Δικαστήριο, όπως έπραξαν και οι δικηγόροι του Εφεσίβλητου, την αντεξέταση της μάρτυρος για σκοπούς εξοικονόμησης χρόνου, αλλά οι Δικηγόροι του Καθ' ου η Αίτηση ανέφεραν πως ήθελαν το αίτημα να γίνει γραπτώς. Θα πρέπει εδώ να παρεμβάλω ωστόσο ότι η θέση αυτή δεν βρίσκει έρεισμα στο πρακτικό του Δικαστηρίου ημερομηνίας 20/03/15 στο οποίο διαβάζεται ότι ο συνήγορος που εμφανίστηκε για τους Αιτητές ανέφερε ότι εξετάζεται το ενδεχόμενο να ζητήσουν αντεξέταση «.πιθανόν να πρέπει να ζητήσουμε ανεξέταστης Ζητώ λίγες ημέρες να τοποθετηθώ» εκείνη τη μέρα ορίστηκε η υπόθεση για οδηγίες 05/05/15 με οδηγίες όπως οποιαδήποτε αίτηση για αντεξέταση να οριστεί την ίδια μέρα. Στις 05/05/15 ζητήθηκε περαιτέρω χρόνος από τους Αιτητές για την καταχώρηση αίτησης αντεξέτασης. Η αντεξέταση θεωρούν οι Αιτητές είναι απαραίτητη για να μπορέσει το Δικαστήριο να πάρει τις διευκρινίσεις, αναλύσεις και απαντήσεις από την Ενόρκως Δηλούσα προτού εκδώσει την τελική του απόφαση. Αν το Δικαστήριο, εισηγείται ο συνήγορος, διατάξει την παρουσία της ως άνω Ενόρκως Δηλούσας για αντεξέταση της, «θα ρίξει περισσότερο φως στην υπόθεση και το Δικαστήριο θα βοηθηθεί περισσότερο για την έκδοση της απόφασης του». Στην αντίπερα όχθη, η ευπαίδευτη συνήγορος του Καθ' όυ η Αίτηση με την γραπτή της αγόρευση αφού υιοθέτησε γενικά όλους τους λόγους ένστασης, εισηγείται ότι κανένας λόγος δεν εγείρεται στην Ένορκη Δήλωση που συνοδεύει την αίτηση. Παραπέμποντας σε σχετική με το ζήτημα της αντεξέτασης νομολογία επί ενδιάμεσων όμως αιτήσεων, υποδεικνύει ότι στην υπό κρίση περίπτωση δεν έχει τεθεί οτιδήποτε ενώπιον του Δικαστηρίου που να καταδεικνύει ότι είναι αναγκαία η αντεξέταση και ότι εμπίπτει στις «εξαιρετικές» εκείνες περιπτώσεις που η αντεξέταση είναι απαραίτητη. Νομική Πτυχή: Αναγκαίο είναι από την αρχή να διευκρινιστεί ότι το αίτημα για αντεξέταση υποβάλλεται στα πλαίσια όχι ενδιάμεσης αίτησης αλλά Αίτησης - Έφεσης που καταχωρήθηκε δυνάμει των προνοιών του άρθρου 80 του περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμος (ΚΕΦ.224) (από τούδε και στο εξής Νόμος), και η διαδικασία που ακολουθείται που διέπεται από τους περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Κανονισμούς της 05/07/1956[1] (από τούδε και στο εξής Κανονισμοί). Έχοντας κατά νου το λόγο της υπόθεσης Μαχλουζαρίδης ν. Ιωαννίδη κ.α.,
(1990)1 Α.Α.Δ. 965, σαφώς θεωρώ προκύπτει από τη νομολογία καταρχήν διαφορετική προσέγγιση εξέτασης ζητημάτων που εγείρονται όταν αυτά αφορούν σε ενδιάμεσες αιτήσεις απ' όταν τούτα αφορούν σε εναρκτήριες αιτήσεις.[2] Καθίσταται θεωρώ αναγκαίο να διευκρινιστεί τούτο αφού διαφορετική θεωρώ ότι διαφορετική πρέπει να είναι η προσέγγιση του Δικαστηρίου κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας προς έγκριση ή μη αιτήματος που αφορά σε προσκόμιση μαρτυρίας πρόσθετης προς αυτή που έχει ενώπιον του ήδη το Δικαστήριο για να καταλήξει επί διαφοράς που προωθείται με το ένδικο μέσο της αίτησης - έφεσης από ό,τι σε ενδιάμεση αίτηση. Την πιο πάνω σκέψη θεωρώ ότι επιρρωνύει και το απόσπασμα που παραθέτω κατωτέρω από το σύγγραμμα Odgers' Principles of Pleading and Practice, 1971 20η έκδοση, (Stevens & Sons). Προτού όμως προχωρήσω να αναπτύξω το σκεπτικό μου περαιτέρω παραθέτω τα ακόλουθα για να καταστώ αντιληπτή. Ο μηχανισμός για τον έλεγχο της ορθότητας των αποφάσεων του Διευθυντή του Κτηματολογίου που εμπίπτουν στη σφαίρα του ιδιωτικού δικαίου προσφέρεται από το άρθρο 80 του Κεφ.
  1. Το άρθρο 80 του Κεφ. 224 προνοεί τα ακόλουθα: «
  2. Κάθε πρόσωπο το οποίο έχει παράπονο κατά οποιασδήποτε διαταγής, ειδοποίησης ή απόφασης του Διευθυντή, που διενεργήθηκε, δόθηκε ή λήφθηκε δυνάμει των διατάξεων του Νόμου αυτού δύναται, εντός τριάντα ημερών από την ημερομηνία κοινοποίησης σε αυτόν της διαταγής αυτής, ειδοποίησης ή απόφασης να υποβάλει έφεση στο Δικαστήριο και το Δικαστήριο δύναται να εκδώσει επί αυτής τέτοιο διάταγμα ως ήθελε είναι δίκαιο αλλά, κανένα Δικαστήριο δεν επιλαμβάνεται οποιασδήποτε αγωγής ή διαδικασίας επί οποιουδήποτε ζητήματος σε σχέση με το οποίο ο Διευθυντής έχει εξουσία να ενεργεί δυνάμει των διατάξεων του Νόμου αυτού, εκτός με έφεση όπως προνοείται στο άρθρο αυτό» Οι αρχές που διέπουν τον έλεγχο του Δικαστηρίου επί αποφάσεων του Διευθυντή του Κτηματολογίου έχουν διασαφηνιστεί από τη νομολογία. Η έκταση του ελέγχου του Δικαστηρίου παρατίθεται στην Πολιτική Έφεση Aριστοτέλους Aνδρέας ν. Σωτήρη Aνδρέα X''Kυριάκου και Άλλου,
(2001)1 Α.Α.Δ. 100 με αναφορά σε προϋπάρχουσα νομολογία: Παραθέτω αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα: «.Επομένως το Επαρχιακό Δικαστήριο κατά την αναθεώρηση της απόφασης του Διευθυντή πρέπει να εφαρμόζει τις αρχές που διέπουν το δικαστικό έλεγχο διοικητικών πράξεων ή αποφάσεων που εμπίπτουν εντός της σφαίρας του δημοσίου δικαίου με τη διαφορά πως το Επαρχιακό Δικαστήριο δικαιούται να αντικαταστήσει την κρίση του Διευθυντή με τη δική του. Ωστόσο το Επαρχιακό Δικαστήριο δεν θα αντικαταστήσει εύκολα την δική του διακριτική ευχέρεια με εκείνη του Διευθυντή. Θα υιοθετήσει τέτοια πορεία μόνο εφόσον υπάρχουν ισχυροί λόγοι οι οποίοι αποδεικνύονται με αποδεκτή μαρτυρία και οι οποίοι συνηγορούν προς αυτή την κατεύθυνση (βλ.Kafieros (πιο πάνω) σελ. 643, 644,Peyiotis and Another v. Polemides
(1982)1 C.L.R. 442, 450, Λιασίδης v. Γενικού Εισαγγελέα κ.ά.
(1989)1 Α.Α.Δ. 185, Αθανάση κ.ά. v. Χατζημάμα κ.ά.
(1990)1 Α.Α.Δ. 208, 210, Σολομώντος v. Παπανεοκλή
(1992)1 Α.Α.Δ. 906, 912, Παύλου κ.ά. v. Νεοφύτου μέσω Kλείτου Kαζαφανιώτη ως πληρεξουσίου αντιπροσώπου
(1995)1 Α.Α.Δ. 973, 977. Βλ. και Georghiou v. Hjiphesa
(1970)1 C.L.R. 58)." Συνιστά συνεπώς η κυρίως αίτηση στην παρούσα που προωθείται στη βάση του άρθρου 80 του Κεφ. 224, εναρκτήρια διαδικασία με την έννοια που ενέχει ο όρος αυτός στο άρθρο 2 του Περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/60 στον ορισμό του όρου «Αγωγή». Ο ορισμός του όρου «Εναρκτήρια Κλήση», δίδεται από τους ίδιους τους Θεσμούς, στη Δ.1, θ.2 όπου αναφέρεται ότι «σημαίνει οιαδήποτε κλήση, εκτός από κλήση σε αιτία ή ζήτημα που εκκρεμεί». Το ένδικο μέσο για την καταχώρηση Εναρκτήριας Κλήσης για προώθηση δικαστικών διαδικασιών εναντίον απόφασης του Διευθυντή του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας δυνάμει του άρθρου 80 του Νόμου, καθορίζεται από τον Κ.5
(1)των Κανονισμών του 1956. Ο Κ.5
(1)καθιερώνει τον τύπο της Αίτησης και προσδιορίζεται στο Παράρτημα των Κανονισμών (Form 2). O τύπος τούτος είναι πανομοιότυπος με τον τύπο της ενδιάμεσης αίτησης δια κλήσεως (application by summons) και σε αυτόν εκτίθενται οι λόγοι που προβάλλονται εναντίον της ορθότητας της απόφασης του Διευθυντή και συνοδεύεται από μια ή περισσότερες Ενόρκους Δηλώσεις στις οποίες εκτίθενται τα γεγονότα. Αντίστοιχη είναι και η καταχώρηση Ένστασης από την πλευρά των Καθ' ών η Αίτηση. Η Αίτηση και η Ένσταση ως επίσης και οι νομοτύπως καταχωρηθείσες Ένορκες Δηλώσεις αποτελούν τις έγγραφες προτάσεις των αντιδίκων που θα αποτελέσουν τις ράγες της διαδικασίας που θα ακολουθηθεί σύμφωνα και με τις πρόνοιες του Κανονισμός 10
(3)των Κανονισμών. (βλ. σχ. Μαχλουζαρίδης ν. Ιωαννίδη κ.α.,
(1990)1 Α.Α.Δ. 965). Έχοντας να εξετάσω αίτηση για αντεξέταση ομνύοντος στα πλαίσια εναρκτήριας αίτησης σκόπιμο είναι θεωρώ να καταδειχθεί η ιδιαιτερότητα της παρουσίασης των πρωτογενών αιτήσεων κατά το στάδιο της ακρόασης προτού προχωρήσω περαιτέρω. Το μαρτυρικό υλικό τίθεται ενώπιον του Δικαστηρίου σε αυτής της φύσης διαδικασίες εξαντλείται στις Ένορκες Δηλώσεις που περιέχονται στο φάκελο του Δικαστηρίου και έχουν νομοτύπως καταχωρηθεί ως επίσης και στα επισυνημμένα σε αυτές παραρτήματα. Μόνη εξαίρεση στον κανόνα αυτό είναι η ενδεχόμενη έκδοση διατάγματος από το Δικαστήριο αντεξέτασης κατόπιν αιτήματος, ομνύοντος. Ωστόσο αυτό φαίνεται να είναι η εξαίρεση στον κανόνα που επιβάλλει η μαρτυρία να περιορίζεται στις Ένορκες Δηλώσεις και θα πρέπει θεωρώ η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου επί τούτου να ασκείται με φειδώ ώστε να μην καταστρατηγείται αύτη η ίδια η πρόθεση του Νομοθέτη ως εκφράζεται στο σχεδιασμό της διαδικασίας. Ως υποδεικνύεται σχετικά στο σύγγραμμα Odgers' Principles of Pleading and Practice, 1971 20η έκδοση, (Stevens & Sons), ευρεία φαίνεται να είναι η ευχέρεια του Δικαστηρίου να επιτρέπει την καταχώρηση Ενόρκων Δηλώσεων μετά ακόμα και την καταχώρηση της Ένστασης η κυπριακή νομολογία όμως έχει καταδείξει ότι αιτήματα για έκδοση διαταγμάτων αντεξέτασης εγκρίνονται μόνο εάν τούτο εξυπηρετεί τα συμφέροντα της διαδικασίας. Ως διαβάζει κανείς από το σύγγραμμα, Odgers' Principles of Pleading and Practice, (ανωτέρω), αναφορικά με τη διαδικασία που ακολουθείται στις εναρκτήριες αιτήσεις σελ. 355 υπό τον τίτλο «Hearing of Summons» «When the summons first comes before him the master will give any necessary directions as to the further conduct of the proceedings as he thinks best adapted to secure the just, expeditious and economical thereof. Normally, the initial directions will be as to the filing of evidence. Such evidence is invariably given by affidavit in the first instance, and an affidavit on behalf of the plaintiff or applicant supporting the summons is normally sworn and filed shortly after issue. Very often no further evidence will be required, but all the other parties will require to take advice on the point, and the master will accordingly adjourn the appointment from time to time until the evidence is completed. The master does not merely act as a ring-keeper, but may and frequently does require of his own motion the filing of further evidence which he thinks he will require (if the summons is one which he has power, and proposes, to deal with himself) or which he thinks may be of assistance to the judge, and the joinder of additional parties». Εν συνεχεία στη σελ 357 εντοπίζονται τα ακόλουθα: «It will be apparent from this sketch of the procedure that it is primarily designed to deal with questions of law or discretion arising upon facts substantially not in dispute, and, indeed, where there is any choice in the matter, it is wrong to bring proceedings by originating summons if it is known that the facts are disputed. But, as we have already noticed, sometimes the procedure is obligatory even in cases where there may be very substantial disputes of fact; for example, in a case under the Inheritance (Family Provision) Act, 1938, the question whether the testator has made reasonable provision for his dependants may be bitterly fought by those who inherit under his will. The evidence in chief is still given in such cases by affidavit; but upon the request of any opposite party the deponents will be ordered to attend for cross-examination, and the master will adjourn the summons into court to be heard with witnesses, and in this case (unless the oral evidence would not seriously add to the length of the hearing) it will take its place in the appropriate part of the Witness List». (Η έμφαση για τους σκοπούς της παρούσας) Ό,τι συνάγεται από το πιο πάνω απόσπασμα είναι ότι η συνήθης διαδικασία σε εναρκτήρια αίτησης δεν είναι δια βοής (viva voce) αλλά διά ενόρκου δηλώσεως. Οι λόγοι εντοπίζονται στη σελ. 357 (ανωτέρω). Έχοντας παραθέσει τα πιο πάνω γενικά, επανέρχομαι να εξετάσω αυτή καθ' αυτή την υπό κρίση αίτηση: Νομική βάση της υπό κρίση αίτησης υπήρξε η Δ.39 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών θα πρέπει όμως να λεχθεί ότι στη νομική βάση της Αίτησης θα έπρεπε να είχε περιληφθεί ο Κανονισμός 10
(3). Ο Κανονισμός αυτός είναι που δίδει εξουσία στο Δικαστήριο να επιληφθεί τέτοιου είδους αιτήματος στα πλαίσια Αίτησης - Έφεσης και όχι ο Κ. 39 που αφορά σε ενδιάμεσες αιτήσεις που καταχωρούνται στη βάση της Δ.48. Ο Κανονισμός 10
(3)ο οποίος αντικατέστησε τον παλαιό με τον Περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή, Διακατοχή και Εκτίμηση) (Τροποποιητικό) (Αρ. 2) Διαδικαστικό Κανονισμό του 2006, ημερ. 22.11.2006, προνοεί ως ακολούθως: «
(3)Το Δικαστήριο ή Δικαστής, μετά από αίτηση ή προφορικό αίτημα, μπορεί για καλό λόγο, να επιτρέψει την καταχώρηση συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων. Η ακρόαση αίτησης διεξάγεται στη βάση των γεγονότων που αναφέρονται στην αίτηση ή στις ένορκες δηλώσεις τηρουμένης της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται από τη Διαταγή 39 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών.» Η δε Δ.39 Θ1 προνοεί και επιτάσσει τα ακόλουθα: «Upon an application evidence may be given by affidavit; but the Court or a Judge may, on the request of either party, order the attendance of the deponent for cross-examination.» Στην πράξη, οι πρόνοιες του πιο πάνω Θεσμού εφαρμόζονται όταν, μετά την καταχώρηση της ένστασης ένας εκ των διαδίκων πιστεύει ότι θα πρέπει να απαντήσει, αντικρούσει ή να αμφισβητήσει κάποια συγκεκριμένα επιμέρους θέματα που εγείρονται μέσω της ένστασης, οπότε και ζητεί, είτε προφορικά, είτε με γραπτή αίτηση, όπως του επιτραπεί να καταχωρήσει απαντητική-συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Σκοπός του Κανονισμού 10
(3)είναι η παρουσίαση ενώπιον του Δικαστηρίου όλων εκείνων των γεγονότων που είναι αναγκαία για να υποστηριχθούν οι εκατέρωθεν θέσεις των διαδίκων. Με βάση την τροποποίηση που επήλθε στον Κανονισμό 10
(3)αποκλείεται πλέον, σε αντίθεση με ό,τι ίσχυε προηγουμένως, η προσαγωγή προφορικής μαρτυρίας, εκτός βέβαια, από τη δυνατότητα αντεξέτασης, κατόπιν αδείας του Δικαστηρίου, των Ενόρκως Δηλούντων. Η μη παραπομπή του εν λόγω κανονισμού στη Δ.48 αναφορικά με τη δυνατότητα συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης και τούτο παρά το ότι το λεκτικό της είναι πανομοιότυπο από τη μια και η παραπομπή από την άλλη ευθέως στη Δ.39 για την ευχέρεια που παρέχεται, σε συνδυασμό με τα όσα αναφέρονται ανωτέρω αναφορικά με την διαδικασία που έχει σχεδιαστεί να ακολουθείται σε πρωτογενής αιτήσεις, με οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η πρόθεση του Νομοθέτη είναι όπως η εξουσία του Δικαστηρίου είναι ευρύτερη επί ζητήματος καταχώρησης συμπληρωματικής ένορκης δήλωση από την εξουσία που παρέχεται σε ενδιάμεσες αιτήσεις ενώ αντίθετα, η εξουσία για έκδοση διατάγματος αντεξέτασης να είναι περιορισμένη και να διέπεται από τις αρχές που οι Νομολογία όρισε αναφορικά με την ευχέρεια αντεξέτασης σε ενδιάμεσες αιτήσεις. Στην υπόθεση αναφορικά με την αίτηση του Rana Wahed Ali (Αρ. 1),
(2004)1 Α.Α.Δ. 1660 αποφασίστηκε ότι: Το ζήτημα της αντεξέτασης ομνύσαντος διέπεται από τον Κ.1 της Δ.39 των περί Πολιτικής δικονομίας διαδικαστικών Κανονισμών και εμπίπτει εντός της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου η οποία ασκείται στη βάση των κριτηρίων για τα οποία χρήσιμη καθοδήγηση μπορεί να αντληθεί από τα κρατούντα στην Αγγλία. Όπως προκύπτει από τη σχετική νομολογία άδεια αντεξέτασης επί των ενόρκων δηλώσεων δίδεται πολύ σπάνια και μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις. Στην απόφαση Μήλου Λευτέρης και Άλλος,
(2008)1 Α.Α.Δ. 280, λέχθηκαν τα εξής: «Δεν έχει αμφισβητηθεί, και ορθά, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να μην εκδώσει το διάταγμα για αντεξέταση παρά τη σύμφωνη προς τούτο γνώμη και του ίδιου του καθ΄ ου στην αίτηση εκείνη Κ. Γαβριηλίδη, με δεδομένο ότι η αίτηση στηριζόταν στη Δ.39 θ.1 η οποία και παρέχει διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο να εγκρίνει ή να απορρίψει την αίτηση ανάλογα με τα ιδιαίτερα περιστατικά της. (Annual Practice 1958, σελ. Επίσης τα θέματα επί των οποίων μπορεί ένας διάδικος να αντεξετάσει είναι περιορισμένα και πρέπει να καταδειχθεί από το μέρος που προωθεί το αίτημα ότι εξυπηρετούν τις άμεσες ανάγκες της διαδικασίας και όχι να επεκτείνονται επί οιουδήποτε θέματος που εντοπίζεται διαφωνία ή αμφισβήτηση Σχετικές είναι και η πρωτόδικες Balraj Singh Samra ν. Ναταλίας Πατσαλίδου, Αρ. Αγωγής: 7123/08, 9 Απριλίου 2009, στην οποία έχω παραπεμφθεί από την ευπαίδευτη συνήγορο του Καθ' ού η Αίτηση. Κατά συνέπεια κατά την υποβολή αιτήματος προς αντεξέταση, το αίτημα πρέπει να προσδιορίζεται επαρκώς επί ποίων ζητημάτων απαιτείται η αντεξέταση και να καταδεικνύεται πώς και για ποιους λόγους εξυπηρετούνται οι ανάγκες της διαδικασίας. Με αυτό τον τρόπο και η άλλη πλευρά θα μπορεί να τοποθετηθεί σαφώς και να εκφράσει τις δικές της απόψεις, εισηγήσεις και θέσεις επί του αιτήματος. Θεωρώ ότι, ιδιαίτερα όταν το αίτημα προωθείται στα πλαίσια όχι ενδιάμεσης διαδικασίας αλλά εναρκτήριας η πλήρης παράθεση των λόγων και των σημείων για τα οποία υποβάλλεται το αίτημα έχει ιδιαίτερη σημασία. Κριτήριο για την έγκριση ή μη του αιτήματος είναι αποκλειστικά το συμφέρον απονομής δικαιοσύνης αφού καταδειχθεί εν πρώτης ότι είναι πράγματι επάναγκες να προσκομιστεί μαρτυρία. Μη σαφής προσδιορισμός στο σώμα της αίτησης που περιέχει το αίτημα για αντεξέταση των σημείων που επιθυμείται η αντεξέταση και μη επαρκής αποκάλυψη των λόγων που επιζητείται κατά τρόπο ώστε η άλλη πλευρά να μπορεί να τοποθετηθεί συγκεκριμένα, αφήνει θεωρώ στο Δικαστήριο να διαδραματίσει ρόλο άλλο από αυτό που του επιβάλλει το δικαιικό μας σύστημα «ως διαιτητή, που δεν εμπλέκεται στη διαδικασία, εκτός εάν είναι απολύτως απαραίτητο και για περιορισμένους λόγους[3]». Θα πρέπει δηλαδή το Δικαστήριο αναλύοντας τη μαρτυρία που έχει ήδη ενώπιον του να προσδιορίσει το ίδιο επί ποιων σημείων θα δώσει άδεια στον Αιτητή να αντεξέταση και τούτο χωρίς προηγουμένως να έχει δοθεί η ευκαιρία στην αντίδικη πλευρά να τοποθετηθεί στην ουσία του αιτήματος. Ως αποφασίστηκε στην Προκοπίου Μυριάνθη Παναγιώτη ν. Jacquelin Lesley Ryan και άλλου,
(2012)1 Α.Α.Δ. 1982, το Δικαστήριο, στο πλαίσιο της άσκησης της εξουσίας του, πρέπει να έχει πάντοτε κατά νου ότι το βάρος απόδειξης της ύπαρξης λάθους στην απόφαση του Διευθυντή, βρίσκεται στον αιτητή. Αν γίνει αποδεκτή η εισήγηση ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να εμπλακεί στη δίκη με το να ζητήσει από την αιτήτρια να προσκομίσει μαρτυρία, τότε ανατρέπεται ο ρόλος, που το δικαιϊκό μας σύστημα έδωσε στο δικαστή. Ο εκάστοτε Αιτητής φέρει θεωρώ, το βάρος απόδειξης ότι είναι αναγκαία η έγκριση αιτήματος αντεξέτασης και ότι συντρέχουν οι πιο πάνω παράγοντες ώστε να ασκηθεί προς όφελος του η διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου τούτο ιδιαίτερα όταν το αίτημα προωθείται σε πρωτογενείς αιτήσεις όπως η παρούσα. Κατά συνέπεια όλες οι σχετικές παράμετροι που στηρίζουν το αίτημα πρέπει να προβληθούν να απαντηθούν από την αντίδικη πλευρά και εν τέλει να αξιολογηθούν και να κριθούν από το Δικαστήριο. Τούτο θα γίνει βεβαίως με λεπτομερή παράθεση τους στην Ένορκη Δήλωση που συνοδεύει τη σχετική αίτηση. Σε κάθε άλλη περίπτωση θεωρώ ότι ο ρόλος του Δικαστηρίου θα μεταβαλλόταν κατά ανεπίτρεπτο τρόπο. Η κα Παπαδοπούλου με παρέπεμψε επίσης στην απόφαση Lord Jeans Ltd. ν. Orbit - kazoulis Ltd,
(2003)1 Α.Α.Δ. 808 Αγωγή Ναυτοδικείου. Στην απόφαση εκείνη λέχθηκε ότι «..η εξεύρεση των λόγων που δικαιολογούν την έκδοση διατάγματος αναστολής της διαδικασίας δεν αποτελεί καθήκον του Δικαστηρίου αλλά καθήκον του δικηγόρου ο οποίος επιζητεί την έκδοση ενός τέτοιου διατάγματος. Κατά αναλογία θεωρώ το αυτό ισχύει και σε αίτηση για αντεξέταση ο εντοπισμός λόγων που αιτιολογούν ένα αίτημα δεν αποτελεί και δεν πρέπει να αποτελεί έργο του δικαστηρίου, αλλά του μέρους εκείνου που επιζητά την θεραπεία από το δικαστήριο, αλλιώς θα υπήρχε ο κίνδυνος ο Δικαστής να λάμβανε ρόλο στη διαδικασία άλλον από αυτό που του επιτρέπει το σύστημα μας. Η υπό κρίση Αίτηση: Ό,τι καταρχήν παρατηρώ είναι ότι νομική βάση της αίτησης απετέλεσαν οι Δ.48 και η Δ.39. Το αίτημα ωστόσο προωθείται στα πλαίσια όχι ενδιάμεσης αίτησης αλλά εναρκτήριας αίτησης που καταχωρήθηκε με βάση τους περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Κανονισμούς της 05/07/1956, δεν μπορούν να τύχουν εφαρμογής οι πρόνοιες της Δ.48, θ.4
(2). Η Δ.48 θ.4
(2)εφαρμόζεται μόνο στις περιπτώσεις ενδιάμεσων αιτήσεων και επομένως, δεν μπορεί στην προκειμένη περίπτωση να της γίνει επίκληση για να χορηγηθεί η αιτούμενη από την Αιτήτρια θεραπεία κατά τρόπο ώστε η αίτηση στηριζόμενη στη Δ.48 να μην μπορεί να πετύχει. Ερχόμενη να εξετάσω αν το ζήτημα τούτο μπορεί να τύχει θεραπείας δυνάμει των προνοιών της Δ.64, καταλήγω ότι η απάντηση είναι αρνητική. Έχοντας κατά νου τα λεχθέντα στην Μαχλουζαρίδης ν. Ιωαννίδη κ.α.,
(1990)1 Α.Α.Δ. 965 αλλά και το λόγο της ASHOT EGIAZARYAN κ.α. ν. DENORO INVESTMENTS LIMITED κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ. 75/2011, 19/2/2013, η οποία καταπιάστηκε με ζήτημα τροποποίησης λόγων έφεσης και στην οποία λέχθηκαν τα ακόλουθα σχετικά: «Το άρθρο 25
(3)ως δικαιοδοτικό υπερτερεί της κανονιστικής ρύθμισης που εμπεριέχεται στη Δ.35 θ.8, στην οποία θα γίνει αναφορά αμέσως μετά. Ακριβώς διότι το άρθρο έχει ερμηνευθεί από τη νομολογία κατ΄ επανάληψη περιοριστικά, κατά τον τρόπο που θα εξηγηθεί στη συνέχεια, οι εφεσείοντες όφειλαν να εστιάσουν την προσοχή τους και σ΄ αυτό, ιδιαιτέρως διότι η νομολογία είναι αποκαλυπτική στο ότι οποιαδήποτε αίτηση θα πρέπει να αναφέρει το νόμο και τους κανονισμούς στους οποίους βασίζεται ως απαραίτητο στοιχείο εγκυρότητας του δικονομικού μέτρου. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Κούππα ν. Βασιλειάδη
(1981)1 J.S.C. 120, Μαχλουζαρίδης ν. Ιωαννίδης
(1990)1 Α.Α.Δ. 965 και Χριστοφόρου ν. Οικοδομικές Επιχειρήσεις Λοΐζος Ιορδάνους Λτδ
(2001)1 Α.Α.Δ. 743, στην οποία μάλιστα λέχθηκε ότι η παράλειψη αναφοράς στους ορθούς κανονισμούς και, βέβαια, το νόμο δεν χωρεί διόρθωσης στη βάση των προνοιών της Δ.
  1. Η σημασία της τήρησης των Θεσμών τονίστηκε και στις πρόσφατες αποφάσεις Τσεσμέλογλου ν. Σοφοκλέους, Πολ. Έφ. αρ. 205/2010, ημερ. 15.1.2013 και Σ΄ ό,τι αφορά την περιουσία του Ιωάννου Κοντού¸ Πολ. Έφ. αρ. 187/09, ημερ. 29.1.
  2. Με βάση τα πιο πάνω καταλήγω ότι η παράλειψη συμπερίληψης στη νομική βάση της υπό κρίση αίτησης του Κ.10
(3)είναι μοιραία για την κατάληξη της αίτησης και δεν παρέχεται στα πλαίσια της Δ.64 εξουσία του Δικαστηρίου να άρει το ελάττωμα διατάσσοντας προσθήκη νομικής βάσης. Εγείρω δε τούτο αυτεπαγγέλτως ως ζήτημα δικαιοδοτικής φύσης. Παρά ταύτα αν ήθελε θεωρηθεί ότι η πιο πάνω κατάληξη μου είναι λανθασμένη και εφαρμόζοντας τα κριτήρια που έθεσε η απόφαση στην Wunderlich Karl Heinz και Άλλοι ν. Eυθύβουλου Παναγιώτου,
(1999)1 Α.Α.Δ. 366, η πιο πάνω παρατυπία είναι θεραπεύσιμη και είναι δυνατόν να εκδοθεί διάταγμα άρσης της παρατυπίας, προχωρώ και για σκοπούς πληρότητας να εξετάσω την ουσία της αίτησης. Αναφέρω καταρχήν ότι δεν έχω πεισθεί ότι οι Αιτητές καταχώρησαν την υπό κρίση αίτηση για αλλότριους σκοπούς ή για σκοπούς πρόκλησης καθυστέρησης. Η παράθεση του ιστορικού της υπόθεσης ανωτέρω ενισχύει την κατάληξη μου τούτη ενώ σημειώνω ότι δεν έχει καταδειχθεί οτιδήποτε άλλο από την πλευρά των Καθ' ών η Αίτηση. Κατά συνέπεια οι λόγοι Ένστασης υπό την αρίθμηση 3 και 4 απορρίπτονται ως ανεδαφικοί. Σ' ότι αφορά τους λόγους Ένστασης υπό την αρίθμηση 5, 6 και 7 αυτοί θεωρώ ότι ευσταθούν και εξηγώ: Οι Αιτητές επιζητούν την αντεξέταση της κας Μαρίας Αλεξάνδρου σε σχέση με τις παραγράφους 8, 10, 11 και 13 της ένορκης δήλωσης της. Η ένορκη δήλωση της κας Μαρίας Αλεξάνδρου αποτελείται συνολικά από 7 σελίδες το μεγαλύτερο μέρος αυτής καταλαμβάνει η παράγραφος 10 αυτής. Οι παράγραφοι για τις οποίες δεν ζητείται αντεξέταση περιλαμβάνει ζητήματα που δεν άπτονται της ουσίας της διαφοράς. Αυτό που κατά συνέπεια παραμένει είναι αίτημα για αντεξέταση της ομνύουσας επί του συνόλου ουσιαστικά της Ενόρκου Δηλώσεως χωρίς να προσδιορίζονται στην Ένορκη Δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση οιαδήποτε συγκεκριμένα ζητήματα που εγείρονται αλλά ούτε και να καταδεικνύονται στην ένορκη δήλωση οι λόγοι που επιζητείται. Τα όσα στην Αγόρευση του ο ευπαίδευτος συνήγορος των Αιτητών προβάλλει, δεν μπορούν να θεωρηθούν ικανά για να δοθεί η θεραπεία που ζητείται εφόσον αυτά δεν καλύπτονται από την Ένορκη Δήλωση. Ενώ ακόμα και ήθελε θεωρηθεί ότι τούτα θα έπρεπε να ληφθούν υπόψη παρά το περιορισμένο της Ένορκης Δήλωσης από μόνα τους αποσπασματικά και χωρίς σαφή προσδιορισμό τούτων και αντιπαραβολής τους επί των θέσεων που προβάλλουν με την αίτησης τους οι Αιτητές τα καθιστούς επίσης θεωρώ γενικά και αόριστα. Σε συμφωνία με τα όσα αναφέρω ανωτέρω για τη ανάγκη σαφούς και επαρκούς προσδιορισμού των θεμάτων που εγείρονται και την ανάγκη να διατηρήσει το ρόλο του το Δικαστήριο ως η Νομολογία καθόρισε, υπό τις περιστάσεις κρίνω ότι δεν μπορώ να προχωρήσω στην έκδοση του Αιτούμενου Διατάγματος ούτε και να το προσδιορίσω αλλά ούτε και να το συγκεκριμενοποιήσω. Άλλωστε ακόμα και αυτοί οι ισχυρισμοί που προβάλλονται στις αγορεύσεις μόνο των Αιτητών, μόνο καθ' υπόθεση θα μπορούσαν να οδηγήσουν το Δικαστήριο στο τι ακριβώς επιθυμεί να καταδείξουν οι Αιτητές με την αντεξέταση και δεν θα μπορούσε να γίνει τούτο χωρίς το Δικαστήριο να καταπιαστεί και με την ουσία. Είναι βέβαια επιβεβλημένο το Δικαστήριο να καταφεύγει στην ουσία της υπόθεσης σε τέτοιας φύσης αιτήσεις ωστόσο δεν θα ήταν δίκαιο θεωρώ να γίνει τούτο χωρίς να υπάρχει επαρκής και σαφής προσδιορισμός των προβαλλόμενων λόγων στο σώμα της αίτησης ώστε να δοθεί η ευκαιρία στην πλευρά των Καθ' ών η Αίτηση να τοποθετηθούν και να πρέπει το Δικαστήριο να προσδιορίσει από μόνο όχι μόνο τα σημεία επί των οποίων θα πρέπει να επιτρέψει την αντεξέταση αλλά και τους λόγους που εκτιμά ως αναγκαίους για να επιτραπεί η αντεξέταση. Για τους πιο πάνω λόγους κρίνω ότι οι Αιτητές απέτυχαν να αποδείξουν την ανάγκη έκδοσης διατάγματος αντεξέτασης της ομνύουσας αφού απέτυχαν να αποδείξουν ότι τούτο είναι επάναγκες για τους σκοπούς της παρούσας διαδικασίας ως επίσης και ότι αυτό είναι προς το συμφέρον της δικαιοσύνης. Υπενθυμίζω εδώ ότι ο Νομοθέτης εν τη σοφία του σχεδιάζοντας την διαδικασία στις υποθέσεις ως η υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αίτηση να διεξάγεται στη βάση των Ενόρκων Δηλώσεων και μόνο κατ' εξαίρεση ακούγεται μαρτυρία. Κατάληξη: Κατά συνέπεια και για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των Καθ' ών η Αίτηση και εναντίον των Αιτητών ως τούτα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο είναι δε καταβλητέα στο τέλος της διαδικασίας της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αίτησης. (Υπ) Ν. Οικονόμου, Ε.Δ ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Τhe Immovable Property (Tenure, Registration and Valuation) Rules, 1956 [2] Στην υπόθεση εκείνη έγινε δεκτό ότι η παράλειψη συμπερίληψης στη νομική βάση της Αίτησης - Έφεσης του άρθρου 51 του Κεφ. 224 δεν συνεπαγόταν ούτε επέφερε την ακυρότητα της διαδικασίας ενώ με παραπομπή στην Kouppa and Another v. Vassiliades
(1981)1 J.S.C 120, καταλήγει ότι ο καθορισμός του νομικού βάθρου, με αναφορά στο άρθρο ή άρθρα της νομοθεσίας και των θεσμών που το στοιχειοθετούν, αποτελεί, σύμφωνα με τις διατάξεις της Δ.48 θ.1 των θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, όρο απαράβατο για την εγκυρότητα του δικονομικού μέτρου. [3] Προκοπίου Μυριάνθη Παναγιώτη ν. Jacquelin Lesley Ryan και άλλου,
(2012)1 Α.Α.Δ. 1982 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.