ΓΙΩΡΓΟΣ ΦΑΛΕΚΚΟΣ ν. SHARELINK SECURITIES AND FINANCIAL SERVICES LIMITED κ.α., Αρ. Αγωγής 4745/2009, 10/11/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2015:A460 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Οικονόμου Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 4745/2009 Μεταξύ: ΓΙΩΡΓΟΣ ΦΑΛΕΚΚΟΣ Ενάγοντα -Αιτητή και
- SHARELINK SECURITIES AND FINANCIAL SERVICES LIMITED
- ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΣ ΕΛΛΗΝΑΣ Εναγόμενων - Καθ' ών η Αίτηση Ημ.: 10 Νοεμβρίου 2015 Για Ενάγοντα - Αιτητή: κος Γ. Χαπάρη για κ.κ. Γ. Χαπάρης & Σία ΔΕΠΕ Για Εναγόμενους - Καθ' ών η Αίτηση: κα N. Πογιατζιή για κ.κ.Τάσσος Παπαδόπουλος & Συναργάτες Δ.Ε.Π.Ε. και George Pamporidis LLC ΑΠΟΦΑΣΗ (στην Αίτηση ημερομηνίας 27/03/2015) Εισαγωγή - Ιστορικό: Με την υπό κρίση αίτηση του ημερομηνίας 17/03/15 ο Αιτητής αξιώνει την έκδοση διατάγματος επαναφοράς της υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αγωγής, η οποία απορρίφθηκε στις 18/02/15 από το παρόν Δικαστήριο υπό άλλη σύνθεση, λόγω μη προώθησης. Σημειώνεται από τώρα ότι ένεκα αλλαγής του προγράμματος του Δικαστηρίου και αλλαγής δικαιοδοσίας της σύνθεσης του Δικαστηρίου που απέρριψε την αγωγή, η υπόθεση τέθηκε ενώπιον μου από το Πρωτοκολλητείο με βάση το πρόγραμμα του Ε.Δ. Λευκωσίας[1]. Ως προκύπτει λοιπόν από το φάκελο του Δικαστηρίου, το γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής καταχωρίστηκε την 05/08/2009 από δικηγορικό γραφείο διάφορο από το δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί σήμερα τον Αιτητή και με αυτό ο Ενάγοντας αξίωνε εναντίον των Εναγομένων το ποσό των €66.481,64σεντ. Η αγωγή επιδόθηκε στους Εναγομένους την επόμενη μέρα οι οποίοι και καταχώρησαν εμφάνιση μέσω των δικηγόρων τους στις 10/08/
- Δέκα περίπου μήνες αργότερα, την 01/06/10, και αφού δεν είχε ακόμα καταχωρηθεί Έκθεση Απαίτησης, οι Εναγόμενοι καταχώρησαν αίτηση για απόρριψη της αγωγής λόγω «παράλειψης συνέχισης της διαδικασίας (for want of prosecution)». Η αίτηση αποσύρθηκε μετά την καταχώρηση της Έκθεσης Απαίτησης στις 27/09/
- Οι Εναγόμενοι καταχώρησαν την Υπεράσπιση τους στις 12/10/11 μετά από αίτηση ημερομηνίας 04/03/11 για απόφαση λόγω παράληψης καταχώρησης Υπεράσπισης αλλά και αίτησης τους για παράταση του χρόνου που τους είχε δοθεί από το Δικαστήριο για την καταχώρηση της (αίτηση ημερομηνίας 20/09/11). Αίτηση ορισμού της υπόθεσης για οδηγίες δυνάμει της Δ.30 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών κατεχωρήθη στις 15/06/
- Στις 19/10/12 και μετά που έλαβαν χώρα ένορκες αποκαλύψεις εγγράφων, η υπόθεση ορίστηκε για ακρόαση. Στις 21/03/13 ημερομηνία ορισμού της υπόθεσης για ακρόαση υπεβλήθη αίτημα για αναβολή από τον συνήγορο του Αιτητή καθότι ως καταμαρτυρεί το πρακτικό του Δικαστηρίου λόγω προσωπικού κωλύματος του, δεν είχε την ευκαιρία να συναντηθεί με τον Ενάγοντα για να ετοιμάσει την υπόθεση. Στις 02/07/13 η ακρόαση αναβλήθηκε λόγω κωλύματος του Δικαστηρίου και ορίστηκε στις 20/12/
- Στις 20/12/13, υπεβλήθη εκ νέου αίτημα αναβολής της ακρόασης της υπόθεσης και πάλι εκ μέρους του Ενάγοντα λόγω κωλύματος του συνηγόρου του, για να επαναοριστεί η υπόθεση στις 14/05/14 και να αναβληθεί εκ νέου από το Δικαστήριο για τις 20/11/
- Εκείνη τη μέρα, εν τη παρουσία και του κου Χαπάρη, ο οποίος δήλωσε ότι θα αναλάμβανε την υπόθεση για τον Ενάγοντα, οι τότε συνήγοροι του τελευταίου, ζήτησαν άδεια και τους εδόθη να αποσυρθούν από δικηγόροι του. Ειδοποίηση αλλαγής δικηγόρου καταχωρήθηκε στις 27/11/14 από το δικηγορικό γραφείο Γ. Χαπάρη & Σία Δ.Ε.Π.Ε. Στις 22/12/14, ο νέος συνήγορος του Ενάγοντος υπέβαλε και πάλι αίτημα για αναβολή καθότι πρόθεση του ήταν να εξετάσει το ενδεχόμενο υποβολής αιτήματος συνένωσης της παρούσας αγωγής με αριθμό άλλων και να λάβει πλήρη γνώση των υποθέσεων του Ενάγοντος που σχετίζονταν ως ανέφερε, με την παρούσα. Η υπόθεση παρέμεινε για οδηγίες στις 27/01/
- Στις 27/01/15 ζητήθηκε εκ νέου να παραμείνει η υπόθεση για οδηγίες για τον ίδιο λόγο, οι Εναγόμενοι δεν έφεραν ένσταση και το αίτημα εγκρίθηκε. Το Δικαστήριο όρισε την υπόθεση και πάλι για οδηγίες στις 18/02/15 με οδηγίες όπως η οιαδήποτε αίτηση οριστεί την ίδια μέρα. Στις 18/02/15 ο κος Χαπάρη ζήτησε άδεια να αποσυρθεί από δικηγόρος του Ενάγοντος. Το Δικαστήριο, αφού έδωσε άδεια στον κον Χαπάρη να αποσυρθεί ένεκα του ότι δεν υπήρξε άλλη εμφάνιση εκ μέρους του Αιτητή, στις 10.35π.μ. απέρριψε την αγωγή λόγω μη προώθησης με έξοδα εναντίον του Ενάγοντα και υπέρ των Εναγομένων 1 και 2, ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Σύμφωνα με το πρακτικό του Δικαστηρίου ημ. 18/02/14 ο κος Χαπάρη δήλωσε τα ακόλουθα: «Ζητώ την άδεια του Δικαστηρίου για να αποσυρθώ από δικηγόρος του Ενάγοντα, έχω δε προς τούτο ενημερώσει τον Ενάγοντα με επιστολή μου η οποία έχει επιδοθεί στη σύζυγο και συγκάτοικο του Ενάγοντα χθες με ιδιώτη επιδότη. Παρουσιάζω ένορκη δήλωσης επίδοσης της επιστολής. Θα ήθελα επίσης να επιφυλάξω το δικαίωμα μου να απαιτήσω τα έξοδα τα οποία δικαιούμαι από την ημέρα διορισμού μου μέχρι σήμερα.» Η ένορκη δήλωση επίδοσης της επιστολής σημειώθηκε ως «Τεκμήριο 1» και σε αυτή φαίνεται να έγινε επίδοση της στη σύζυγο του Ενάγοντος στις 17/02/
- Στην επισυνημμένη στην Ένορκη Δήλωση του ιδιώτη επιδότη επιστολή αναφέρονται τα ακόλουθα: «Σε συνέχεια του ηλεκτρονική σας μηνύματος ημερομηνίας 08/02/15 με το οποίο μας κοινοποιήσατε την απόφαση σας να μην προχωρήσετε με την περαιτέρω προώθηση της υπόθεσης σας, σας απευθύνουμε την παρούσα επιστολή για να σας πληροφορήσουμε ότι η Αγωγή είναι ορισμένη για οδηγίες την 18/02/2015 και ώρα 9.00π.μ ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας. Κατά την πιο πάνω ημέρα και ώρα, προτιθέμεθα να δηλώσουμε στο Δικαστήριο την απόσυρση μας από δικηγόροι σας με επιφύλαξη των δικαιωμάτων μας σε σχέση με τα μέχρι σήμερα δικηγορικά μας έξοδα. Έχουμε συντάξει Κατάλογο Εξόδων για την πιο πάνω υπόθεση τον οποίο σας επισυνάπτουμε για δική σας ενημέρωση. Όπως ασφαλώς θα γνωρίζεται, προτού εξοφληθεί ο πιο πάνω κατάλογος, ουδόλως Δικηγόρος θα μπορεί να εμφανιστεί εκ μέρους σας σε αντικατάσταση μας στην πιο πάνω Αγωγή. Ως εκ τούτου, με την παρούσα σας καλούμε όπως εμφανιστείτε στο Δικαστήριο κατά την πιο πάνω ήμερα και ώρα και τοποθετηθείτε σε σχέση με την περαιτέρω εκπροσώπηση σας. Πληροφορήστε ότι σε περίπτωση που παραλείψετε να εμφανιστείτε κατά την πιο πάνω ημέρα και ώρα, το Δικαστήριο δύναται να ορίσει την υπόθεση για ακρόαση και κατά την ανακληθείσα ημερομηνία να προχωρήσει με την εκδίκαση της υπόθεσης, και να εκδώσει δικαστική απόφαση εναντίον σας, χωρίς καμιά άλλη προειδοποίηση.» Η υπό κρίση αίτηση κατεχωρήθη στις 27/03/15 μετά από την έκδοση διατάγματος την 20/03/15, στα πλαίσια μονομερούς αίτησης ημ. 05/03/15 για παράταση του χρόνου καταχώρησης αίτησης επαναφοράς. Σημειώνεται ότι η αίτηση ημερομηνίας 05/03/15 καταχωρήθηκε εκ μέρους του Ενάγοντος από το δικηγορικό γραφείο Γ. Χαπάρη & Σία ΔΕΠΕ, οι οποίοι καταχώρησαν και εκ νέου εμφάνιση. Α. Η Αίτηση και η Ένορκη Δήλωση που την συνοδεύει: Επανερχόμενοι σε αυτήν καθαυτή την υπό κρίση αίτηση σημειώνεται ότι νομική βάση της απετέλεσαν οι πρόνοιες των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών Δ.33, ΘΘ1, 4, 5 Δ.48 Θ.Θ. 1, 2 και 9, Δ.57, Θ.2, Δ.64 και το Άρθρο 30 του Συντάγματος ενώ γίνεται επίκληση επίσης της Συμφυούς Δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η Αίτηση παρατίθενται στην Ένορκη Δήλωση του Αιτητή η οποία και συνοδεύει την αίτηση. Σε αυτή ο Αιτητής ισχυρίζεται μεταξύ άλλων τα ακόλουθα: · Την 08/02/15 αποφάσισε να παύσει τον δικηγόρο που τον εκπροσωπούσε στην υπόθεση αυτή κον Χαπάρη για λόγους που αφορούσαν σε διαφωνία τους σε σχέση με τον χειρισμό της υπόθεσης. Την απόφαση του αυτή την κοινοποίησε με επιστολή του της ίδιας μέρας χωρίς όμως να λάβει απάντηση σε αυτή. · Την 17/02/15 μετά από έντονη αδιαθεσία την οποία ένιωσε ευρισκόμενος στο γραφείο του, κάλεσε τον προσωπικό του γιατρό τον Δρ. Μάριο Ιωάννου. Λίγα λεπτά αργότερα, έχασε τις αισθήσεις του για λίγα δευτερόλεπτα. Με την βοήθεια ενός συναδέλφου μεταφέρθηκε στην κλινική του γιατρού του όπου παρέμεινε για εξετάσεις. Επισυνάπτει στην Ένορκη Δήλωση του σχετικώς, ιατρικό πιστοποιητικό ημερ. 17/2/15 του πιο πάνω αναφερομένου γιατρού ως Τεκμήριο
- Στο πιστοποιητικό καταγράφεται διάγνωση «εκτακτοσυστολικής αρρυθμίας» και συνεστήθη ανάπαυση από 17/02/15 - 19-02-
- · Την ίδια μέρα ήτοι στις 17/2/15, ως πληροφορήθηκε από τη σύζυγο του, την ώρα που έβγαινε από το σπίτι για να μεταβεί στην κλινική, είχαν επιδοθεί σε αυτή μέσω ιδιώτη επιδότη, επιστολές απόσυρσης του κ. Χαπάρη τις οποίες ωστόσο η σύζυγος του δεν υπέγραψε λόγω της αναστάτωσης και σύγχυσης της στιγμής και αφού εκείνη της στιγμή ήταν καθοδόν προς την κλινική του Δρ. Μάριου Ιωάννου. Στον ίδιο ουδέποτε έγινε προσπάθεια επίδοσης της επιστολής απόσυρσης και παρά το γεγονός ότι εύκολα θα μπορούσε να είχε επιτευχθεί επίδοση προς αυτόν της επιστολής αφού βρίσκεται καθημερινά στο γραφείο του. Η πρώτη φορά που έλαβε γνώση της επιστολής και της ημερομηνίας ορισμού της υπόθεσης ήταν μια μέρα αργότερα ήτοι στις 19/02/15, καθότι η σύζυγος του δεν ήθελε να του προκαλέσει αναστάτωση λόγω του επεισοδίου. Την ίδια μέρα μετά από τηλεφωνική επικοινωνία που είχε με τον δικηγόρο του ενημερώθηκε ότι η αγωγή απερρίφθη. · Δεν ήταν πρόθεση του να μην εμφανιστεί στις 18/2/15 όταν ήταν ορισμένη η αγωγή, αλλά λόγω της μη ενημέρωσης του από την σύζυγο του για την εν λόγω ημερομηνία δεν παρευρέθηκε στο Δικαστήριο. Εάν είχε τύχει ενημέρωσης για την ημερομηνία θα εμφανιζόταν στο Δικαστήριο για να ζητήσει χρόνο για διορισμό άλλου δικηγόρου. Ουδεμία πρόθεση είχε να περιφρονήσει το Δικαστήριο ή να καθυστέρηση τη διαδικασία. Ούτε και αδιαφόρησε ως προς τις υποχρεώσεις του έναντι του Δικαστηρίου. · Μόλις ενημερώθηκε για την ημερομηνία της υπόθεσης του επικοινώνησε με τον δικηγόρο του και μετά από συνάντηση που είχε στις 22/03/15 «ξεκαθάρισ[-α]ε ότι δεν ήταν πρόθεση να εγκαταλείψ[-ω]ει τις αγωγές απλά μόνο να αλλάξ[-ω]ει δικηγόρο. Μετά από συζήτηση που είχα[-με]αν για τον χειρισμό των υποθέσεων, ξεκαθάρισε η διαφωνία που είχα[-με]ν και του έδως[-α]ε οδηγίες να προχωρήσει με το παρόν διάβημα». · Πιστεύει ότι έχει πολύ καλή υπόθεση και θα ήταν άδικο να στερηθεί του δικαιώματος να προβάλει την υπόθεση του στο Δικαστήριο. Δηλώνει έτοιμος να υπογράψει εγγύηση για τα μέχρι σήμερα απολεσθέντα έξοδα των αντιδίκων του ως τούτα θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και με την τελική έκβαση της υπόθεσης να τα καταβάλει. Με την έγκριση της αίτησης δεν πλήττονται τα δικαιώματα των Εναγομένων αφού αναλαμβάνει να καλύψει τα έξοδα τους και ο πολύ σύντομος χρόνος που διέρρευσε από την απόρριψη της Αγωγής μέχρι την καταχώρησης της υπό κρίση αίτησης δεν είναι τέτοιος που θα δημιουργήσει εμπόδιο ή κώλυμα στους Εναγομένους να προωθήσουν την Υπεράσπιση τους. · Σε ό,τι αφορά την ουσία της υπόθεσης, ο Αιτητής αναφέρει τα ακόλουθα τα οποία παρατίθενται αυτολεξεί: «.όπως προκύπτει από την Έκθεση Απαίτησης η διαφορά μου με τους Εναγόμενους 1 και 2 έγκειται στο ότι οι Εναγόμενοι παράνομα, αυθαίρετα και χωρίς νόμιμη δικαιολογία και άνευ προειδοποίηση κατακρατούν το ποσό των €66.481,64 που ευρισκόταν κατατεθειμένο στον προσωπικό μου λογαριασμό υπό την ιδιότητα μου ως πελάτης, για λόγους που αφορούν την κατ' ισχυρισμό δόλιας και επιλήψιμης μεταχείρισης των λογαριασμών των πελατών των Εναγομένων των οποίων χειριζόμουν υπό την ιδιότητα μου ως υπάλληλος των Εναγομένων. Για το αληθές των ισχυρισμών μου, στην παράγραφο 7 και 9(β) της Υπεράσπισης οι Εναγόμενοι επιβεβαιώνουν τα όσα αναφέρω, και επικαλούνται την Αγωγή με αριθμό 412/2009 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας για να δικαιολογήσουν την θέση τους. Περαιτέρω απόδειξη ότι οι Εναγόμενοι μου κατακρατούν το πιο πάνω ποσό χωρίς νόμιμη δικαιολογία ή δικαίωμα είναι η επιστολή ημερ.30/4/2009 του ιδίου του Προέδρου του Διοικητικού Συμβουλίου των Εναγομένων 1, ο Εναγόμενος 2 όπου επικαλείται ανύπαρκτο όρο στην Συμφωνία Παροχής Επενδυτικών /ή και Παρεπόμενων Υπηρεσιών. Επισυνάπτω ως Τεκμήριο 2α επιστολή του Εναγομένου 2 ημερ. 30/4/
- Επισυνάπτω ως Τεκμήριο 2β την Συμφωνία Παροχής Επενδυτικών /ή και Παρεπόμενων Υπηρεσιών.» · Αναφέρει δε περαιτέρω στις παραγράφους 6 και 7 της Ενόρκου Δηλώσεως του ότι: «.όλες οι προσπάθειες που η Εναγόμενη 1 κατέβαλε για έκδοση διαταγμάτων παγοποίησης των περιουσιακών στοιχείων μου απέτυχαν. Επισυνάπτω ως Τεκμήρια 3 και 4 τις σχετικές ενδιάμεσες αποφάσεις του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας οι οποίες εκδόθηκαν στα πλαίσια της Αγωγής 412/2009, το λεκτικό των οποίων μιλά από μόνο, ήτοι ότι οι Ενάγοντες στην 412/2009 απέκρυψαν ουσιώδη γεγονότα από τα Δικαστήριο που είχε σαν αποτέλεσμα την απόρριψη των αιτήσεων τους για Απαγορευτικό Διάταγμα. · Όπως τυγχάνω νομικής συμβουλής με δεδομένο ότι στην συμφωνία Παροχής Επενδυτικών ή/και Παρεπομένων Υπηρεσιών δεν δίδεται κανένα τέτοιο δικαίωμα στους Εναγόμενους να προχωρήσουμε με την επίσχεση των νόμιμων κεφαλαίων μου, η πράξη τους ισοδυναμεί με αντισυμβατική, μονομερή αυθαίρετη και παράνομη επέμβαση στο λογαριασμό μου και παράβαση συμφωνίας. Επιπλέον, στην ίδια την αγωγή (412/2009) την οποία οι ίδιοι δικογραφούν στην Υπεράσπιση τους, το Δικαστήριο σε 2 διαφορετικές περιπτώσεις απέρριψε το αίτημα τους για παγοποίηση του λογαριασμού μου.» Β. Η Ειδοποίηση Πρόθεσης Ένστασης και η Ένορκη Δήλωση που τη συνοδεύει: Οι Εναγόμενοι - Καθ' ών η Αίτηση αντέδρασαν στην Αίτηση του Ενάγοντος με την καταχώρηση ειδοποίηση πρόθεσης Ένστασης 15/06/15 προβάλλοντας οκτώ λόγους ένστασης. Η ένσταση των Εναγομένων - Καθ' ών η Αίτηση στηρίζεται επίσης στους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς και ειδικότερα στις Δ.33 Θ.
- 2, 4 και 5, Δ.48, Ο.Θ.1 - 4 και 9 ως επίσης και στο Άρθρο 30 του Συντάγματος, στις Αρχές του Δικαίου της Επιείκειας, στη νομολογία, στις συμφυείς εξουσίες καθώς και στην πρακτική και την διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Οι λόγοι της ένστασης είναι οι ακόλουθοι:
- Η αίτηση είναι νομικά αβάσιμη και/ή στηρίζεται σε λανθασμένους κανονισμούς και/ή είναι αντίθετη με τους διαδικαστικούς κανονισμούς και/ή δεν συνάδει με τους θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας και/ή είναι αντικανονική και/ή στερείται νομικού και πραγματικού υπόβαθρου και/ή είναι κακόπιστη, αδικαιολόγητη και επιδιώκει σκοπούς άλλους από αυτούς που θέτει η σχετική νομοθεσία.
- Η αίτηση είναι παράτυπη και/ή αντικανονική καθώς στο αιτητικό της ζητείται μόνο η επαναφορά (reinstatement) της υπό των ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής χωρίς να ζητείται η ακύρωση ή ο παραμερισμός της απόφασης του Δικαστηρίου για την απόρριψη της εν λόγω αγωγής.
- Η παρούσα αίτηση καταχωρήθηκε με μεγάλη καθυστέρηση και/ή είναι εκπρόθεσμη καθότι καταχωρήθηκε μετά την πάροδο των δεκαπέντε ημερών από την απόρριψη της αγωγής, κατά παράβαση της Διαταγής 33 Θ.
- Δεν δικαιολογείται η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος καθότι ο Αιτητής με την όλη στάση και/ή συμπεριφορά του επέδειξε ασέβεια και καταφρόνηση της διαδικαστικής διαδικασίας και αδιαφορία για την προώθηση της υπόθεσης του σε βαθμό που δεν δικαιολογείται η επαναφορά της.
- Τυχόν έκδοση του αιτούμενου διατάγματος για επαναφορά της αγωγής θα επηρεάσει δυσμενώς τα συνταγματικά δικαιώματα των Εναγομένων και θα προκαλέσει αδικία σε αυτούς.
- Η ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση δεν αποκαλύπτει ότι ο Αιτητής έχει εκ πρώτης όψεως καλή υπόθεση καθώς επίσης δεν δίδεται επαρκής μαρτυρία που να αποδεικνύει σοβαρό και εύλογο λόγο για την παράλειψη του Αιτητή να εμφανιστεί στις 18.2.2015 ημερομηνία κατά την οποία η αγωγή ήταν ορισμένη για οδηγίες, καθότι γνώριζε πριν την επίδοση της επιστολής ημερ. 17.2.2015, για την πρόθεση του δικηγόρου του να αποσυρθεί.
- Ο Αιτητής υπέβαλε την αίτηση μέσω του δικηγορικού γραφείου των κ.κ. Γ. Χαπάρης & Σία Δ.Ε.Π.Ε. με τους οποίους είχε διαφορές και οι οποίοι έπαυσαν να τον εκπροσωπούν, γεγονός που αντίκειται στον κώδικα δεοντολογίας των δικηγόρων.
- Δεν είναι δίκαιο και εύλογο υπό τις περιστάσεις και τις συνθήκες της παρούσας υπόθεσης να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η ένσταση παρουσιάζονται στους ισχυρισμούς του κ. Νίκου Παυλίδη ως τούτοι εκτίθενται στην Ένορκη Δήλωση που συνοδεύει την Ένσταση. και παρατίθενται σε σύνοψη αμέσως κατωτέρω. · Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του ομνύοντα, αυτός είναι στην υπηρεσία της μητρικής εταιρείας των Εναγομένων 1 και γνωρίζει τα γεγονότα από τα έγγραφα και στοιχεία με τα οποία τον έχουν εφοδιάσει οι Εναγόμενοι 1 και 2 και εξ όσων τον πληροφορούν οι δικηγόροι των Εναγομένων. · Απορρίπτει του ισχυρισμούς του Ενάγοντα που περιέχονται στις παραγράφους 2-22 της Ενόρκου Δηλώσεως του και αντ' αυτών αναφέρει τα ακόλουθα: · Η Αίτηση είναι νομικά αβάσιμη, στηρίζεται σε λανθασμένους κανονισμούς είναι δε αντικανονική και στερείται πραγματικού υπόβαθρου. Είναι επίσης θέση του ότι υποβάλλεται κακόπιστα και αδικαιολόγητα. · Ισχυρίζεται ο ομνύοντας ότι η αίτηση είναι παράτυπη καθότι η Διαταγή 33 Θ.1 δεν τυγχάνει εφαρμογής στην προκειμένη περίπτωση. Από το λεκτικό της προκύπτει σαφώς ότι εν λόγω διαταγή τυγχάνει εφαρμογής στις περιπτώσεις όπου ουδείς εκ των διαδίκων εμφανίζεται ενώπιον του Δικαστηρίου κατά την ημερομηνία της ακρόασης και αφού αποδειχθεί ότι οι διάδικοι είχαν ειδοποιηθεί, η αγωγή υπόκειται σε απόρριψη. Οι δικηγόροι των Εναγομένων 1 και 2 εμφανίστηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου στις 18.2.2015 ημερομηνία κατά την οποία η εν λόγω υπόθεση ήταν ορισμένη για οδηγίες, ενώ τόσο ο Αιτητής όσο και ο δικηγόρος του δεν εμφανίστηκαν κατά την προαναφερθείσα ημερομηνία. · Η Αίτηση είναι επίσης εκπρόθεσμη καθότι σύμφωνα με την Δ.33 Θ.5, η οποία τυγχάνει εφαρμογής στην προκειμένη περίπτωση, ο Αιτητής όφειλε να καταχωρήσει την Αίτηση εντός της προθεσμίας των δεκαπέντε ημερών από την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης απόρριψης της αγωγής, ήτοι δεκαπέντε ημέρες από τις 18.2.
- Αντί αυτού ο Αιτητής καταχώρησε την Αίτηση στις 27.3.2015, ήτοι 38 ημέρες μετά. · Η Αίτηση είναι παράτυπη και αντικανονική καθώς στο αιτητικό της ζητείται μόνο η επαναφορά (reinstatement) της υπό των ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής χωρίς να ζητείται η ακύρωση ή ο παραμερισμός της απόφασης του Δικαστηρίου ημερ. 18.2.2015 για την απόρριψη της εν λόγω αγωγής. · Δεν δικαιολογείται η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος στη βάση της μαρτυρίας που παρουσιάζεται από την Ένορκη Δήλωση καθότι, ο Αιτητής γνώριζε και/ή όφειλε να γνωρίζει, για την πρόθεση του δικηγόρου του να αποσυρθεί, εφόσον ο ίδιος ο Αιτητής ως αναφέρει στην Ε/Δ του απέστειλε επιστολή στις 08/02/2015 ενημερώνοντας τον για την πρόθεση του να τον παύσει από την εκπροσώπηση του στην παρούσα υπόθεση. Ο Αιτητής με την όλη στάση και/ή συμπεριφορά του επέδειξε ασέβεια και καταφρόνηση της διαδικαστικής διαδικασίας και αδιαφορία για την προώθηση της υπόθεσης του σε βαθμό που δεν δικαιολογείται η επαναφορά της. · Επιπρόσθετα ο Αιτητής απέτυχε πλήρως να αποδείξει ότι έχει καλή και συζητήσιμη υπόθεση. Σαφώς από το περιεχόμενο της προκύπτει ότι δεν έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου οποιαδήποτε γεγονότα που να καταδεικνύουν την ύπαρξη καλής υπόθεσης, καθότι οι ισχυρισμοί του Αιτητή δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Συγκεκριμένα, οι ισχυρισμοί του Αιτητή οι οποίοι προβάλλονται στις παραγράφους 13, 14 και 15 της Ενόρκου Δηλώσεως είναι παντελώς ανυπόστατοι και καμία σχέση έχουν με την πραγματικότητα. Εξ' όσων γνωρίζει, οι Εναγόμενοι 1 εξάσκησαν το δικαίωμα επίσχεσης (lien) που είχε εκχωρήσει ο Αιτητής προς τους Εναγομένους 1, δυνάμει της Συμφωνίας Παροχής Επενδυτικών και/ή Παρεπόμενων Υπηρεσιών καθότι κατόπιν προκαταρτικής έρευνας που διεξήχθη από τους Εναγόμενους 1 διαφάνηκε ότι ο Αιτητής προέβαινε σε διάφορες παράτυπες και/ή παράνομες πράξεις σε σχέση με τους λογαριασμούς των πελατών των Εναγομένων 1 και έτσι προέβησαν στην δέσμευση του προϊόντος πώλησης των μετοχών και αυτό παρέμεινε κατατεθειμένο στο λογαριασμό των Εναγομένων. · Ενώ, ισχυρίζεται ο ομνύοντας για τους Καθ' ών η Αίτηση ότι ακόμα και αν ήθελε θεωρηθεί ότι η Συμφωνία δεν προνοούσε δικαίωμα επίσχεσης (lien) ως ο ισχυρισμός του Αιτητή, ο Αιτητής κατά ή περί τις 13.1.2009 υπέγραψε οικειοθελώς σχετικό έγγραφο με το οποίο δέσμευε τα χρήματα και/ή τις μετοχές και/ή τα υπόλοιπα που βρίσκονταν κατατεθειμένα στον λογαριασμό, ήτοι τον υπ' αριθμό FALΕ11559 και/ή FALE11559Α λογαριασμό, προς όφελος των Εναγομένων 1 αναφορικά με οποιαδήποτε ποσά προέκυψαν από τις πράξεις και/ή ενέργειες του Αιτητή. Αντίγραφο του εγγράφου ημερ. 13.1.
- Παραπέμπει επί του ισχυρισμού του αυτού στο Τεκμήριο 1 της Ενόρκου Δηλώσεως του. Περαιτέρω, οι δύο αιτήσεις έκδοσης προσωρινών διαταγμάτων δέσμευσης των περιουσιακών στοιχείων του Αιτητή που έγιναν στα πλαίσια των αγωγής υπ' αριθμό 412/2009 δεν αφορούσαν ως ισχυρίζεται ο Αιτητής στην Ένορκη του Δήλωση, στον λογαριασμό αλλά ούτε στο ποσό των €66.481,64 που είναι το αντικείμενο της παρούσας αγωγής. Η αγωγή υπ' αριθμό 412/2009 βασίζεται σε διαφορετικά πραγματικά γεγονότα. Προς απόδειξη του ισχυρισμού του αυτού επισυνάπτει στην ένορκη του δήλωση αντίγραφο της Έκθεσης Απαίτησης της αγωγής υπ' αριθμό 412/2009 ως Τεκμήριο
- Δεν αποκαλύπτεται συνεπώς εκ πρώτης όψεως υπόθεση. · Θέση του είναι επίσης ότι ο Αιτητής παρέλειψε να αποδείξει σοβαρό και εύλογο λόγο για την παράλειψη του να εμφανιστεί ενώπιον του Δικαστηρίου είτε προσωπικά είτε μέσω νέου δικηγόρου, τυχόν έκδοση του θα επηρεάσει δυσμενώς τα δικαιώματα των Εναγομένων και θα προκαλέσει αδικία σε αυτούς. · Η συμπεριφορά του Αιτητή επιδεικνύει ασέβεια και καταφρόνηση της διαδικαστικής διαδικασίας. Και τούτο αφού ενώ ο δικηγόρος του Αιτητή καθώς και ο ίδιος ο Αιτητής αποφάσισαν να τερματίσουν την μεταξύ τους συνεργασία και να αποσυρθεί ο κ. Ιωάννης Χαπάρης από την εκπροσώπηση του Αιτητή από όλες τις υποθέσεις που ήταν ορισμένες κατά την συγκεκριμένη περίοδο ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας. Συγκεκριμένα, ο δικηγόρος του Αιτητή αποσύρθηκε με άδεια του Δικαστηρίου εκτός από την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή και στις αγωγές υπ' αριθμούς 2022/2011, 2023/2011 και 2024/2014 στις 25/02/2015 αποστέλλοντας προς το σκοπό αυτό στον Αιτητή σχετικές επιστολές. Στην συνέχεια όμως ο Αιτητής αποφάσισε να τον εκπροσωπήσει ο κ. Ιωάννης Χαπάρης σε όλες τις υποθέσεις ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, καταχωρώντας εκ νέου σημείωμα εμφάνισης για κάθε υπόθεση που είχε αποσυρθεί, δημιουργώντας έτσι αδικαιολόγητη καθυστέρηση και έξοδα. Η ενέργεια αυτή είναι αντίθετη με τους κανόνες δεοντολογίας των δικηγόρων. · Τυχόν έκδοση του αιτούμενου διατάγματος επαναφοράς ισοδυναμεί με παραβίαση των συνταγματικών δικαιωμάτων των Εναγομένων 1 και 2 για μια δίκαιη δίκη εντός εύλογου χρόνου, χωρίς αδικαιολόγητες καθυστερήσεις. · Αξιώνει εν κατακλείδι την απόρριψη της αίτησης με έξοδα εναντίον του Ενάγοντος. Γ. Ακροαματική Διαδικασία - Οι Αγορεύσεις των συνηγόρων των δύο πλευρών: Κατά το στάδιο της ακρόασης της υπό συζήτηση αίτησης και οι δύο πλευρές επέλεξαν να περιοριστούν σε αγορεύσεις τις οποίες είχαν την ευγενή προνόηση να ετοιμάσουν γραπτώς. Ουδείς δε εκ των ομνυόντων αντεξετάστηκε. Στα πλαίσια των αγορεύσεων των, οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων ανέπτυξαν τις εκατέρωθεν θέσεις και εισηγήσεις τους παραπέμποντας σε σχετική με το ζήτημα νομολογία. Έχω με προσοχή μελετήσει το περιεχόμενο της Αίτησης και της Ένστασης καθώς επίσης και τις ένορκες δηλώσεις που τις συνοδεύουν. Οι αναφορές, τα επιχειρήματα και εισηγήσεις των δύο πλευρών ως περιέχονται στις αγορεύσεις τους για τα ζητήματα που εγείρονται στα πλαίσια της συζήτησης της παρούσας αίτησης έχουν επίσης τύχει μελέτης και έχουν σημειωθεί στο σύνολο τους. Ειδικότερη αναφορά θα γίνει σε επιχειρήματα, εισηγήσεις και θέσεις όπου κρίνεται τούτο σκόπιμο για την αιτιολόγηση της κατάληξης στην παρούσα. Αναφερόμενη στην εισήγηση του κου Χαπάρη η οποία προωθήθηκε προφορικά την ημέρα της ακρόασης της αίτησης ότι το Δικαστήριο λανθασμένα απέρριψε την αγωγή στις 18/02/14 αφού η αγωγή ήταν ορισμένη για οδηγίες και όχι για ακρόαση επισημαίνεται καταρχήν ότι η εισήγηση αυτή δεν προωθήθηκε με την αίτηση και την ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει ως λόγος παραμερισμού της απόφασης και επαναφοράς της στην αίτηση ή στους επικαλούμενους λόγους για επαναφορά της αγωγής. Παραταύτα και ακόμα και αν ήθελε θεωρηθεί ότι ο ισχυρισμός αυτός μπορεί να ληφθεί υπόψιν αφού πρόκειται για νομικό ισχυρισμό, καθόλα σχετικά είναι τα όσα αναφέρθηκαν στην απόφαση στην Πολιτική Έφεση Παπανικολάου Ευριδίκη ν. Κυριακής Κότσαπα,
(2004)1 Α.Α.Δ.
- Στην υπόθεση αυτή επίσης η αγωγή απερρίφθη και ενώ ήταν ορισμένη για «προγραμματισμό». Το Εφετείο αφού επεσήμανε ότι «προγραμματισμός» δεν μπορεί να σημαίνει τίποτε άλλο από οδηγίες ανέφερε τα ακόλουθα: «.Θα θέλαμε σε αυτό το στάδιο να παρατηρήσουμε ότι οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας δεν προβλέπουν για διαδικασία «προγραμματισμού». Μια αγωγή μπορεί να οριστεί για «οδηγίες» (Διαταγή 30, θεσμός 1(α)) ή για «ακρόαση» (Διαταγή 31, θεσμός 1). Στην παρούσα περίπτωση το πρωτόδικο Δικαστήριο όρισε την αγωγή για «προγραμματισμό», που ουσιαστικά ήταν ορισμός για «οδηγίες» μέσα στα πλαίσια της Διαταγής 30, θεσμός 1(α), που με βάση τη νέα επιφύλαξή του, το Δικαστήριο μπορεί να ενεργήσει αυτεπάγγελτα. Η αγωγή προφανώς απορρίφθηκε για μη προώθησή της, οι δε γενικές αρχές που ισχύουν και για παραμερισμό απόφασης και επαναφορά της αγωγής έχουν ανάλογη εφαρμογή και στην παρούσα περίπτωση. Κρίνουμε πως το πρωτόδικο Δικαστήριο ορθά ενήργησε με το να απορρίψει την αίτηση της εφεσείουσας λόγω της μεγάλης καθυστέρησης που παρατηρήθηκε στην καταχώρησή της και την έλλειψη οποιασδήποτε δικαιολογίας για το γεγονός αυτό.» Ό,τι από την πιο πάνω παράθεση θεωρώ ότι προκύπτει είναι ότι ορθώς προωθήθηκε το αίτημα για επαναφορά της αγωγής που απερρίφθη ενώ η αγωγή ήταν ορισμένη για οδηγίες όπως στην υπό κρίση υπόθεση, στη βάση της Δ.33 Θ.
- Πρόσθετα στα πιο πάνω θα πρέπει να αναφερθεί ότι η υπό κρίση αίτηση βασίζεται στη Δ.33 πώς συνεπώς ο Αιτητής προωθεί την αίτηση του στη βάση της Δ.33 και ταυτόχρονα διαφωνεί με το ότι αυτή η Διαταγή τυγχάνει εφαρμογής για σκοπούς επαναφοράς. Αύτη η παρατήρηση έγινε και από το Εφετείο στην Παπανικολάου ανωτέρω όπου λέχθηκε σχετικώς: «Παρατηρούμε πως, ενώ η εφεσείουσα βασίζει την αίτηση της σε θεσμό που αναφέρεται στην απόρριψη αγωγής κατά την ημέρα της δίκης, εντούτοις σε άλλα σημεία του περιγράμματος και της αγόρευσής του συνηγόρου της, υποβάλλεται στο Εφετείο πως δεν ισχύουν οι πρόνοιες της Δ.33, εφόσον στην προκειμένη περίπτωση η υπόθεση δεν ήταν ορισμένη για ακρόαση, αλλά για «προγραμματισμό». Επισημαίνουμε πως δεν μπορεί η εφεσείουσα ταυτόχρονα να επικαλείται εφαρμογή του σχετικού θεσμού και συνάμα να αρνείται κάτι τέτοιο». Δ. Νομική Πτυχή: Το πλαίσιο εντός του οποίου το Δικαστήριο ασκεί τη διακριτική του ευχέρεια να διατάξει την επαναφορά αγωγής που έχει απορριφθεί, στη βάση της Δ.33 Θ.Θ.1-5 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας έχει καθοριστεί από τη Νομολογία ότι διέπεται από συγκεκριμένες αρχές. Στην Πολιτική Έφεση Χαραλάμπους Άννα Νικολάου ν. Κ. Τ. Andreou Ltd και Άλλου,
(2002)1 Α.Α.Δ. 1296 συνοψίζονται οι αρχές αυτές με αναφορά στην υπόθεση PHYLACTOU ν. MICHAEL,
(1982)1 Α.Α.Δ. 204, η οποία αφορούσε σε παραμερισμό ερήμην εκδοθείσας απόφασης καταδεικνύοντας έτσι ότι εφαρμόζονται οι ίδιες αρχές και στις δύο περιπτώσεις. Στη σελ 210 της PHYLACTOU (ανωτέρω) τα ακόλουθα εντοπίζονται σε ελεύθερη μετάφραση: «Κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας το δικαστήριο πρέπει να προσπαθεί να ισοζυγίζει δύο παράγοντες οι οποίοι είναι θεμελιώδεις για την απονομή της δικαιοσύνης. Την ανάγκη αποτελεσματικής διασφαλίσεως από τη μια, του δικαιώματος ακροάσεως του διαδίκου και την ανάγκη διασφαλίσεως ταχείας διεκπεραιώσεως των δικαστικών υποθέσεων, από την άλλη. Η ταχεία διεκπεραίωση δικαστικών υποθέσεων δεν αποτελεί απλώς ζήτημα ευχέρειας αλλά ένα καθ' όλα αποφασιστικό παράγοντα για την αποτελεσματική διεκδίκηση των δικαιωμάτων των πολιτών. Αυτή η αρχή είναι στενά συνδεδεμένη με ένα άλλο παράγοντα ο οποίος είναι εξίσου σημαντικός για την απονομή της δικαιοσύνης, δηλαδή την ανάγκη να υποστηριχθεί η τελεσιδικία. Εάν επιτραπεί σε ένα διάδικο εύκολα να επανανοίγει την υπόθεσή του η σφραγίδα της τελεσιδικίας με όλες τις συνέπειες που επιφέρει, και η βεβαιότητα που ενέχει στη διαχείριση των ανθρώπινων υποθέσεων, θα εξαφανισθούν με σοβαρές συνέπειες στην απονομή της δικαιοσύνης (Βλ. παρατηρήσεις του Λόρδου Δικαστή Megaw στην Lambert v. Mainland Market [1977] 2 All E.R. 826 833). To αποτέλεσμα της νομολογίας είναι ότι το Δικαστήριο δεν πρέπει να επιδεικνύει σπουδή να αποστερήσει διάδικο να τύχει ακρόασης στην υπόθεση του, νοουμένου ότι αποκαλύπτει υπεράσπιση. Ωστόσο το δικαστήριο, μπορεί, οπωσδήποτε, να αρνηθεί να επανανοίξει μια υπόθεση εάν η συμπεριφορά ενός διαδίκου είναι τέτοια που πλήττει τα θεμέλια της απονομής της δικαιοσύνης. Οσάκις η διαγωγή του διαδίκου ο οποίος αιτείται παραμερισμό απόφασης δεν δύναται να συγχωρεθεί λόγω εμφανούς καταφρονήσεως της δικαστικής διαδικασίας ή των δικαιωμάτων του αντιδίκου το Δικαστήριο μπορεί κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας να αρνηθεί ακύρωση της απόφασης.»[2] Βασικός γνώμονας στην άσκηση της διακριτικής εξουσίας είναι η ανάγκη εξισορρόπησης αφενός της ανάγκης διασφάλισης του δικαιώματος του κάθε διαδίκου να ακουστεί στην υπόθεση του από τη μια και από την άλλη η ανάγκη για ταχεία απονομή της δικαιοσύνης σε εύλογο χρόνο και για τελεσιδικία της απόφασης (Βλ. επίσης Marketrends Finance Ltd ν. Γιώργου Χριστοδουλίδη και Άλλης,
(2007)1 Α.Α.Δ. 624, Έλσα Λουκαΐδου ν. Ανδρέα Γερολέμου, Πολιτική Έφεση Αρ. 10334, 15 Μαρτίου, 2000 και Milouca Motor Trading Ltd ν. Xρύσανθου Kούρτη,
(1997)1 Α.Α.Δ. 941).Η Νομολογία έχει επίσης καταδείξει ότι η επίδειξη αδιαφορίας από τον διάδικο που επικαλείται τη θεραπεία ή διαγωγή του που ανάγεται σε καταφρόνηση της δικαστικής διαδικασίας ή των δικαιωμάτων του αντιδίκου και η εκδίκαση της διαφοράς σε εύλογο χρόνο αποτελούν μοιραία στοιχεία για την τύχη της αίτησης. Στη Βίκτωρος ν. Χριστοδούλου,
(1992)1 Α.Α.Δ. 512 έχει καταδειχθεί η απονομή της δικαιοσύνης μέσα σε εύλογο χρόνο, η οποία διασφαλίζεται από το Άρθρο 30.2 του Συντάγματος, συνιστά θεμελιώδες δικαίωμα του ανθρώπου και συγχρόνως εχέγγυο για τη διασφάλιση της λειτουργικότητας της δικαστικής εξουσίας. Ό,τι σύμφωνα με τη Νομολογία ο Αιτητής πρέπει να καταδείξει προς έγκριση του αιτήματος είναι ότι υπάρχει εύλογος και σοβαρός λόγος που δικαιολογεί την απουσία του κατά τη μέρα απόρριψης της αγωγής του ως επίσης και να αποκαλύψει ότι έχει εκ πρώτης όψεως καλή βάση αγωγής και καλή απαίτηση. Κωνσταντίνου Μυριάνθη ν. Χρυστάλλας Ουρπάνκοβα,
(2003)1 Α.Α.Δ. 308. Σύμφωνα όμως και με τα όσα αναφέρονται ανωτέρω, το Δικαστήριο ακόμα και αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, μπορεί να αρνηθεί να επανανοίξει μια υπόθεση αν κρίνει ότι η συμπεριφορά του διαδίκου είναι τέτοια που να πλήττει τα θεμέλια της απονομής της δικαιοσύνης[3]. Το βάρος απόδειξης που φέρει ο διάδικος να αποδείξει ότι έχει εκ πρώτης όψεως συζητήσιμη υπόθεση περιορίζεται στο αν τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η αίτηση παραμερισμού αποκαλύπτουν επαρκή στοιχεία που να δικαιολογούν το επανάνοιγμα της υπόθεσης (βλ. Phylactou (ανωτέρω) ως επίσης και Χρύσανθου κ.ά. ν. Mariala Construction Limited,
(1996)1 Α.Α.Δ. 1129). Στην υπόθεση Κωνσταντινίδη Ελενίτσα ν. Nur Habib Hissin,
(2004)1 Α.Α.Δ. 1774 λέχθηκε ότι: «Η αποκάλυψη εκ πρώτης συζητήσιμης υπεράσπισης, προκειμένου να επιτύχει η αίτηση για παραμερισμό, συνιστά πρωταρχικό παράγοντα ο οποίος λαμβάνεται υπόψη από το Δικαστήριο κατά την ενάσκηση της διακριτικής του ευχέρειας. Δεν απαιτείται απόδειξη των γεγονότων που στοιχειοθετούν την υπεράσπιση. Είναι αρκετό να εγερθεί το ζήτημα το οποίο κρίνεται χωρίς αξιολόγηση της μαρτυρίας. Το Δικαστήριο ερευνά τα ενώπιων του στοιχεία για να διαγνώσει μόνο αν υπάρχει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση ή συζητήσιμο σημείο χωρίς να υπεισέρχεται στην ουσία της υπεράσπισης.» Έχοντας κατά νου τις πιο πάνω αρχές θα επιχειρήσω να υπαγάγω σε αυτές αμέσως κατωτέρω την υπό κρίση υπόθεση σε συνάρτηση βεβαίως και με τους λόγους ένστασης που ηγέρθησαν. Ε. Λόγοι Ένστασης: Με τον 3ο λόγο ένστασης τους οι Καθ' ών η Αίτηση εισηγούνται ότι η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί καθότι είναι εκπρόθεσμη. Με αναφορά και στις αγορεύσεις των παρατηρώ ότι και ο 1ος λόγος ένστασης, ως αναπτύσσεται στις αγορεύσεις των, άπτεται επίσης του θέματος χρόνου. Ό,τι εισηγούνται οι Καθ' ών η Αίτηση είναι ότι η Αίτηση δεν μπορεί να στηρίζεται στη Δ.33Θ.1 στην οποία δεν προβλέπεται χρόνος. Ό,τι τυγχάνει εφαρμογής εισηγούνται είναι η Δ.33 Θ.5 που ρητά προβλέπει ως προθεσμία καταχώρησης αίτησης επαναφοράς αυτή των 15 ημερών και ο Αιτητής απέτυχε να καταχωρήσει την αίτηση του εντός της προθεσμίας αυτής. Όντως σύμφωνα με τη Δ.33 Θ.1[4] αυτή εφαρμόζεται στις περιπτώσεις εκείνες που κανένα από τα διάδικα μέρη δεν εμφανίζεται κατά την ημερομηνία που η υπόθεση ορίστηκε για ακρόαση και ως λέχθηκε στην Παπανικολάου (ανωτέρω) για τη πρόνοια του Θ.1 της Δ.33 δεν προβλέπεται προθεσμία. Στην υπό κρίση υπόθεση τυγχάνει εφαρμογής η Δ.33 Θ.5[5] η οποία περιλαμβάνεται στη βάση της αίτησης της οποίας το γράμμα επιτάσσει όπως οιαδήποτε αίτηση καταχωρηθεί εντός 15 ημερών από την ημερομηνία που η υπόθεση ήταν ορισμένη για δίκη. Ο Αιτητής στην υπό κρίση αίτηση έχει πετύχει την έκδοση διατάγματος παράτασης καταχώρησης της υπό κρίση αίτηση με αποτέλεσμα η παρούσα αίτηση να θεωρείται ως εμπροθέσμως καταχωρηθείσα. Δεν θα πρέπει βεβαίως να διαλανθάνει την αντίληψη του Δικαστηρίου η θέση της Νομολογία που αναφέρει ότι το γεγονός της παράτασης χρόνου αίτησης επαναφοράς δεν «δεν εμποδίζει το Δικαστήριο από του να εξετάσει τους λόγους της καθυστέρησης και να αποφασίσει κατά πόσο αυτή η καθυστέρηση είναι δικαιολογημένη» ως τούτη εκφράστηκε στην Χαραλαμπίδης Θεμιστοκλής Σολωμού ν. Ιάκωβου Πέτρου και Άλλων,
(2005)1 Α.Α.Δ. 785 με αναφορά στην αγγλική υπόθεση Bradshaw v. Warlow ([1886] 32 Ch. D. 403) όπου ως αναφέρεται στην απόφαση του Εφετείου, το Δικαστήριο απέρριψε αίτηση για επαναφορά παρά του γεγονότος ότι είχε εγκριθεί προηγουμένως παράταση χρόνου για την καταχώρηση της αίτησης πέραν του χρονικού ορίου που επετρέπετο από τους θεσμούς με «δικαιολογία ότι οι εφεσείοντες δεν έχουν δώσει λόγους για να τους επιδειχθεί η επιείκεια του Δικαστηρίου»[6]. Η εξέταση συνεπώς της καθυστέρησης θα εξεταστεί υπό το πρίσμα του βαθμού επιμέλειας την οποία επέδειξε ο Αιτητής σε συσχετισμό με την ευχέρεια του να αντιδράσει στην απόφαση για απόρριψη της υπόθεσης του, στα πλαίσια και του 4ου λόγου ένστασης. Δεν μπορεί όμως να γίνει δεκτή η εισήγηση ότι ή αίτηση είναι εκπρόθεσμη και συνεπώς απορριπτέα αφού ο χρόνος παρατάθηκε δυνάμει σχετικού διατάγματος του Δικαστηρίου. Κατά συνέπεια οι πιο πάνω λόγοι ένστασης που απορρίπτονται. Με τον 2ο λόγο ένστασης οι Καθ' ών η Αίτηση εισηγούνται ότι στο αιτητικό της ζητείται μόνο η επαναφορά (reinstatement) της υπό των ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής χωρίς να ζητείται η ακύρωση ή ο παραμερισμός της απόφασης του Δικαστηρίου για την απόρριψη της εν λόγω αγωγής. Η θέση αυτή της ευπαιδεύτου συνηγόρου των Καθ' ών η Αίτηση, δεν με βρίσκει σύμφωνη. Με την αίτηση επιζητείται η επαναφορά της αγωγής. Ό,τι τούτο από μόνο του εμπεριέχει και μπορεί να γίνει σαφώς αντιληπτό είναι και ο παραμερισμός της απόφασης ημερομηνίας 18/02/15 δια της επαναφοράς της αγωγής. Οποιαδήποτε άλλη κατάληξη θεωρώ θα συνιστούσε τυπολατρική προσέγγιση και τούτο αφού επί της ουσίας η θεραπεία που επιζητείται είναι σαφής τόσο προς το Δικαστήριο όσο και προς την πλευρά των Καθ' ών η Αίτηση. Οι Καθ' ών η Αίτηση προς υποστήριξη του 6ου λόγου ένστασης τους, αναφέρονται στις θέσεις του Αιτητή οι οποίες προβάλλονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση του και μάλιστα απαντούν σε αυτές προβάλλοντας τους δικούς τους ισχυρισμούς και χωρίς να περιορίζονται μόνο σε ισχυρισμούς, επισυνάπτουν και σχετικά ως υποστηρίζουν Τεκμήρια στην ένορκη τους δήλωση όπως πράττει και ο Αιτητής. Παρά τις εκατέρωθεν προωθημένες αντικρουόμενες θέσεις και εισηγήσεις και για ύπαρξη καλής βάσης αγωγής ή όχι, με αναφορά στην Ανδρέου Παναγιώτης ν. Ελληνικής Τράπεζας Λτδ,
(2003)1 Α.Α.Δ. 1596 η οποία υιοθετήθηκε και στην πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Πολιτική Έφεση LOUDMILA PECHTCHACHANSKAIA κ.α. ν. VADIM ESIPOVICH, Πολιτική Έφεση Αρ. 310/10, 20/6/2014, θεωρώ ότι δεν θα ήταν ορθό να υπεισέλθω στην ουσία της υπόθεσης στο βαθμό και στην έκταση που οι Καθ' ών η Αίτηση εισηγούνται ότι θα πρέπει να εξεταστεί και εξηγώ περαιτέρω με αναφορά στις δύο πιο πάνω αποφάσεις. Αντικείμενο της Ανδρέου (ανωτέρω), υπήρξε η απορριπτική απόφαση πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου να παραμερίσει απόφαση που εξεδόθη ερήμην λόγω παράληψης του Εναγομένου να εμφανιστεί κατά τη δίκη. Το Εφετείο απεφάνθη ότι σε αίτηση για παραμερισμό στην οποία καταχωρήθηκαν δικόγραφα, τα κρίσιμα για τον παραμερισμό της απόφασης γεγονότα, είναι εκείνα που άπτονται του λόγου της μη εμφάνισης του εναγομένου κατά τη δίκη. Διαπιστώθηκε σφάλμα του πρωτόδικου Δικαστηρίου να απέρριψε το αίτημα για το επανάνοιγμα της υπόθεσης αποκλειστικά για τον λόγο ότι ο εφεσείων δεν είχε αποκαλύψει υπεράσπιση στην απαίτηση των εφεσιβλήτων. Παραθέτω το σχετικό απόσπασμα: «Στην περίπτωση παράλειψης του εναγομένου να εμφανιστεί κατά τη δίκη, δεν εγείρεται θέμα αποκάλυψης της υπεράσπισής του εφόσον αυτή έχει καταχωριστεί. Το κρίσιμο ερώτημα στην περίπτωση εκείνη είναι κατά πόσο η απουσία του υποδηλώνει εγκατάλειψη της υπεράσπισής του ή αδιαφορία για την προώθησή της. Γύρω από αυτά τα ζητήματα περιστρέφεται η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου, ως αποκαλύπτει η αποδοθείσα από τα αγγλικά δικαστήρια ερμηνεία του αγγλικού θεσμού της Πολιτικής Δικονομίας, ο οποίος αποτέλεσε και το πρότυπο για τη διαμόρφωση της Δ.33, θ.5 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. (Βλ. Οrd.36 r.33 των παλαιών αγγλικών θεσμών. The Annual Practice 1958, σελ. 831.*) Αυτό είναι λογικό εφόσον η υπεράσπιση έχει προβληθεί στην έκθεση υπεράσπισης. Τα κρίσιμα γεγονότα για τον παραμερισμό της απόφασης είναι εκείνα που άπτονται του λόγου της μη εμφάνισης του εφεσείοντος κατά τη δίκη. Στην προκείμενη υπόθεση η μαρτυρία για τα αίτια της απουσίας του εναγομένου διίσταται, και δεν υπάρχουν ευρήματα που να επιλύουν τη διαφορά. Δεν μας παρέχεται τοιουτοτρόπως η δυνατότητα διαπίστωσης των γεγονότων που περιβάλλουν την απουσία του εφεσείοντος από τη δίκη του.» (η έμφαση για τους σκοπούς της παρούσας) Στην LOUDMILA PECHTCHACHANSKAIA (ανωτέρω) το Εφετείο αφού αναφέρθηκε στα βασικά κριτήρια που λαμβάνονται υπόψιν κατά την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου για παραμερισμό ερήμην εκδοθείσας απόφασης λέγοντας ότι: «Το βασικό κριτήριο που λαμβάνεται υπόψη είναι κατά πόσον ο Εναγόμενος ικανοποιεί το Δικαστήριο πως έχει εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση στην Αγωγή, ώστε να του δοθεί το δικαίωμα να την προβάλει. Τα υπόλοιπα κριτήρια, όπως για παράδειγμα η επιμέλεια την οποία επέδειξε και η ταχύτητα με την οποία έδρασε μετά την έκδοση της απόφασης εναντίον του, παρά τη σημασία τους, κατά κανόνα δεν αναιρούν το πιο ουσιώδες, δηλαδή την ύπαρξη εκ πρώτης όψεως καλής υπεράσπισης. Το Δικαστήριο οφείλει να ασκήσει ορθά τη διακριτική του ευχέρεια, ισοζυγίζοντας δύο θεμελιακές αρχές, δηλαδή, αφενός την ανάγκη να ακούγεται ο διάδικος επί της ουσίας της υπόθεσής του και, αφετέρου, την ανάγκη της όσο το δυνατό ταχείας απονομής της δικαιοσύνης. Μέσα σε αυτά τα πλαίσια, κριτήριο εξίσου σοβαρό για το Δικαστήριο είναι και η αναγκαιότητα να σφραγίζονται οι δικαστικές αποφάσεις με τελεσιδικία. (BIKA ΠIKA ΝΤΙΣΚΟ ΛΤΔ κ.α.v. ΧΑΠΥ ΣΤΡΗΤΣ ΝΤΙΣΚΟ ΛΤΔ,
(1997)1 Α.Α.Δ. 28,Ανδρέας Γιάγκου κ.α. και Λουκίας Φωτίου,ECLI:CY:AD:2014:A56, Πολιτική Έφεση 233/2009, ημερ. 24/1/2014).» Αναφερόμενο στην περίπτωση που είχε τεθεί ενώπιον του και εντοπίζοντας ότι επρόκειτο για απόφαση που εξεδόθη λόγω παράλειψης του Εναγομένου να εμφανιστεί κατά τη δίκη και αφού η Υπεράσπιση είχε ήδη καταχωρηθεί το Δικαστήριο απεφάνθη ότι «δεν εγείρεται και θέμα αποκάλυψής της (Παναγιώτης Ανδρέου v Ελληνικής Τράπεζας Λτδ,
(2003)1 Α.Α.Δ. 1596, 1599).» Υπό τις συνθήκες αυτές, σημειώνει η απόφαση «.η επικέντρωση της προσοχής του πρωτόδικου Δικαστηρίου στα όσα σχετικά με την ανάπτυξη των θέσεων υπεράσπισης καταγράφονται στην πρώτη ένορκη δήλωση προς στήριξη του αιτήματος επαναφοράς, ήταν χωρίς ουσιαστική σημασία. Η ανάλυση από το Δικαστήριο των ισχυρισμών που προέβαλλαν οι Εφεσείοντες στην υπό αναφορά ένορκο δήλωση, σε αντιπαραβολή με το περιεχόμενο της καταχωρηθείσας ήδη έκθεσης υπεράσπισης, κινείται εκτός των πλαισίων των κριτηρίων εξέτασης αιτήσεων αυτής της μορφής και πέραν των ορίων που καλύπτουν το πεδίο άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Αυτό το οποίο, στην ουσία, έπραξε το πρωτόδικο Δικαστήριο, ήταν η διαπίστωση της απόδειξης των γεγονότων, που στοιχειοθετούσαν την Υπεράσπιση, ως εάν διεξαγόταν η δίκη επί της ουσίας της. Στην υπό κρίση περίπτωση, θα υπομνήσουμε ότι βρισκόμαστε ενώπιον παράληψης εμφάνισης εναγομένου κατά την ημερομηνία ακρόασης της υπόθεσης. Συνεπώς, υπεράσπιση έχει ήδη καταχωρηθεί και, ως εκ τούτου, δεν εγείρεται και θέμα αποκάλυψής της (Παναγιώτης Ανδρέου v. Ελληνικής Τράπεζας Λτδ,
(2003)1 Α.Α.Δ. 1596, 1599). Υπό τις συνθήκες αυτές, η επικέντρωση της προσοχής του πρωτόδικου Δικαστηρίου στα όσα σχετικά με την ανάπτυξη των θέσεων υπεράσπισης καταγράφονται στην πρώτη ένορκη δήλωση προς στήριξη του αιτήματος επαναφοράς, ήταν χωρίς ουσιαστική σημασία.» (η έμφαση για τους σκοπούς της παρούσας) Έχοντας συνεπώς κατά νου τα λεχθέντα στις δύο πιο πάνω αποφάσεις δεν θεωρώ ορθό να υπεισέλθω σε τέτοια έκταση στην ουσία της υπόθεσης ως η πλευρά των καθ' ών η Αίτηση εισηγείται αφού κάτι τέτοιο θα συνιστούσε κατ΄ ουσία αντιπαραβολή των θέσεων των δύο πλευρών επί της ουσίας της διαφοράς και κατάληξη επί τούτων στα πλαίσια αυτής, της αίτησης για επαναφορά. Η πλήρωση της προϋπόθεσης της απόδειξη εκ πρώτης όψεως συζητήσιμης υπόθεσης καλύπτεται στην υπό κρίση υπόθεση που η αγωγή απερρίφθη ερήμην κατά τον ορισμό της μετά που έκλεισαν τα δικόγραφα, ενυπάρχει στην ήδη καταχωρηθείσα έκθεση απαίτησης αλλά και τον ορισμό της αγωγής για ακρόαση κατά ακολουθία της Δ.30. Ο ορισμός αυτός κάθε αυτός της υπόθεσης για ακρόαση από το Δικαστήριο καταδεικνύει θεωρώ και την ύπαρξη εκ πρώτης όψεως συζητήσιμης υπόθεσης. Πέραν όμως τούτου, ας σημειωθεί ότι εντοπίζω στην Ένορκη Δήλωση του Αιτητή στοιχεία ικανά για να αποδείξουν πιθανότητες επιτυχίας της υπόθεσης τους και αναφέρω τούτο χωρίς καθόλου να υπεισέρχομαι και να αντιπαραβάλω βεβαίως τις θέσεις που αποκαλύπτονται με την Υπεράσπιση. Ό,τι συνεπώς παραμένει για εξέταση είναι το κατά πόσο η μη εμφάνιση του Ενάγοντα κατά την ημερομηνία που ήταν ορισμένη η υπόθεση, υποδηλώνει εγκατάλειψη της αξίωσης του ή αδιαφορία για την προώθησή της υπόθεσης του. Για σκοπούς κατάληξης στο ερώτημα τούτο, λαμβάνονται υπόψη τα γεγονότα που άπτονται του λόγου της μη εμφάνισης του εφεσείοντος κατά τη δίκη και σε αυτά είναι θεωρώ που θα πρέπει να στρέψω την προσοχή μου για σκοπούς κατάληξης στην παρούσα. Ο 4ος 5ος 7ος και 8ος λόγος ένστασης άπτονται ακριβώς των ζητημάτων που το Δικαστήριο θα πρέπει να σταθμίσει επακριβώς για την έκκριση του αιτήματος του Αιτητή προς επαναφορά της αγωγής ή όχι και ως εκ τούτου θα εξεταστούν μαζί και θα σταθμιστούν με το δικαιώματα του Αιτητή να προβάλει την υπόθεση του. Στην καθόλα βοηθητική για τους σκοπούς της παρούσας υπόθεσης LOUDMILA PECHTCHACHANSKAIA (ανωτέρω) επισημαίνεται ότι το βασικότερο κριτήριο που λαμβάνεται υπόψη είναι η ύπαρξη εκ πρώτης όψεως καλής υπεράσπισης στην υπό κρίση υπόθεση, βάση αγωγής. Αφού διαπιστωθεί τούτο θα πρέπει να ισοζυγιστούν οι δύο αναφερόμενες και πιο πάνω θεμελιακές αρχές «αφενός την ανάγκη να ακούγεται ο διάδικος επί της ουσίας της υπόθεσής του και, αφετέρου, την ανάγκη της όσο το δυνατό ταχείας απονομής της δικαιοσύνης». Τα υπόλοιπα κριτήρια ως αναφέρεται στην απόφαση, έχουν βέβαια τη σημασία τους ωστόσο «δεν αναιρούν το ουσιώδες». Παραθέτω το σχετικό απόσπασμα: «Σειρά αποφάσεων και πάγια νομολογία έχουν εδραιώσει τα κριτήρια καθοδήγησης που διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου να παραμερίσει απόφαση εκδοθείσα ερήμην εναγομένου. Το βασικό κριτήριο που λαμβάνεται υπόψη είναι κατά πόσον ο Εναγόμενος ικανοποιεί το Δικαστήριο πως έχει εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση στην Αγωγή, ώστε να του δοθεί το δικαίωμα να την προβάλει. Τα υπόλοιπα κριτήρια, όπως για παράδειγμα η επιμέλεια την οποία επέδειξε και η ταχύτητα με την οποία έδρασε μετά την έκδοση της απόφασης εναντίον του, παρά τη σημασία τους, κατά κανόνα δεν αναιρούν το πιο ουσιώδες, δηλαδή την ύπαρξη εκ πρώτης όψεως καλής υπεράσπισης. Το Δικαστήριο οφείλει να ασκήσει ορθά τη διακριτική του ευχέρεια, ισοζυγίζοντας δύο θεμελιακές αρχές, δηλαδή, αφενός την ανάγκη να ακούγεται ο διάδικος επί της ουσίας της υπόθεσής του και, αφετέρου, την ανάγκη της όσο το δυνατό ταχείας απονομής της δικαιοσύνης. Μέσα σε αυτά τα πλαίσια, κριτήριο εξίσου σοβαρό για το Δικαστήριο είναι και η αναγκαιότητα να σφραγίζονται οι δικαστικές αποφάσεις με τελεσιδικία. (BIKA ΠIKA ΝΤΙΣΚΟ ΛΤΔ κ.α. v. ΧΑΠΥ ΣΤΡΗΤΣ ΝΤΙΣΚΟ ΛΤΔ,
(1997)1 Α.Α.Δ. 28, Ανδρέας Γιάγκου κ.α. και Λουκίας Φωτίου, ECLI:CY:AD:2014:A56, Πολιτική Έφεση 233/2009, ημερ. 24/1/2014). Έχοντας καταλήξει ότι έγινε αποδεκτή η απόδειξη εκ πρώτης όψεως συζητήσιμης υπόθεσης, προχωρώ να εξετάσω τους λοιπούς παράγοντες που λαμβάνονται υπόψιν στη βάση των γεγονότων της υπό κρίση υπόθεσης. Από την πιο πάνω παράθεση της Νομολογίας (βλ. Ανδρέου (ανωτέρω), διαφαίνεται ότι τα κρίσιμα γεγονότα τα οποία λαμβάνει υπόψιν του το Δικαστήριο είναι αυτά που αφορούν στους λόγους παράλειψης του Αιτητή να παραστεί στο Δικαστήριο κατά τη μέρα ορισμού της υπόθεσης του στο Δικαστήριο. Τα γεγονότα που προωθήθηκαν με την Ένορκο Δήλωση του Αιτητή δεν έχουν αμφισβητηθεί από τους Καθ' ών η Αίτηση και ως εκ τούτου η Αίτηση εξετάζεται στη βάση αυτών. Σύμφωνα λοιπόν με τον Αιτητή, δεν έλαβε γνώση της ημερομηνίας που η υπόθεση του ήταν ορισμένη ενώπιον του Δικαστηρίου και τούτο αφού την μέρα που επιχειρήθηκε να του γνωστοποιηθεί η ημερομηνία υπέστη λιποθυμικό επεισόδιο και η ανησυχία της συζύγου του για την κατάσταση της υγείας του οδήγησε την κρίση της στη μη αποκάλυψη των προς αυτόν επιστολών του συνηγόρου του. Δεν αντιλέγω ότι η παρατήρηση των Καθ' ών η Αίτηση ότι ο Αιτητής αφού είχε εκδηλώσει την πρόθεση του να παύσει τον δικηγόρο του από τις 08/02/15 θα έπρεπε να είχε δείξει μεγαλύτερη επιμέλεια στο να λάβει γνώση των ημερομηνιών ορισμού των υποθέσεων του στο Δικαστήριο ή ακόμα και ότι ο συνήγορος αυτού θα μπορούσε να είχε επιχειρήσει να γνωστοποιήσει προς αυτόν τις ημερομηνίες ενωρίτερα απέχει από την πραγματικότητα και τη λογικό θεωρώ ωστόσο ότι ο καθοριστικός παράγων για τη μη εμφάνιση του στο Δικαστήριο στις 18/02/15 ήταν η κατάσταση στην οποία περιήλθε η υγεία του στις 17/02/15 που γέννησε και τη συνακόλουθη ανησυχία της συζύγου του η οποία και επέλεξε να μην του αποκαλύψει τις επιστολές και αυτός είναι που θα πρέπει να ληφθεί υπόψιν. Αποδίδω συνεπώς τη μη εμφάνιση του Αιτητή κατά την 18/02/15 σε παράγων μη προβλέψιμο και πέραν των δυνάμεων του Αιτητή. Επερχόμενη στην καθυστέρηση που σημειώθηκε στην αντίδραση του Αιτητή με την καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης, αν και διαπιστώνεται ότι υπήρξε καθυστέρηση αφού παρά το γεγονός ότι ο Αιτητής έμαθε για την απόρριψη της υπόθεσης του στις 19/02/15 και καταχωρήθηκε στις 05/03/15 αίτηση για παράταση του χρόνου, δεν μπορώ να θεωρήσω ότι η καθυστέρηση που σημειώθηκε ήταν τέτοια και σε τέτοιο βαθμό που μπορεί να υπερκαλύψει ό,τι πρωτίστως λαμβάνεται υπόψιν για σκοπούς επαναφοράς της υπόθεσης ήτοι την ύπαρξη καλής βάσης αγωγής ούτε και να υπερφαλαγγίσει το δικαίωμα του Αιτητή να προωθήσει την υπόθεση του και να ακουστεί επί της ουσίας αυτής. Ούτε και διαπιστώνω ότι αυτή η καθυστέρηση έχει επιδράσει καθοιονδήποτε τρόπο αρνητικά στους Καθ' ών η Αίτηση (λ.χ αδυναμία προσκόμισης μαρτυρίας κτλ). Άλλωστε ως διαφαίνεται και από τις θέσεις και των δύο πλευρών η υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή φαίνεται να άπτεται ζητημάτων που εγείρονται και σε δύο άλλες αγωγές που οι Καθ' ών η Αίτηση προωθούν εναντίον του Αιτητή στο Ε.Δ. Λευκωσίας σημειώνω αυτό χωρίς όμως το γεγονός αυτό καθ' αυτό να επιδρά καθοιονδήποτε τρόπο στην κατάληξη μου αλλά για να δοθεί η ευρύτερη εικόνα της διαφοράς. Σταθμίζοντας τέλος τις δύο αρχές που η Νομολογία καθιέρωσε κρίνω ότι η πλάστιγγα κλίνει υπέρ του δικαιώματος του Αιτητή να ακουστεί επί της ουσίας της υπόθεσης του και τούτο έχοντας κατά νου το σύνολο των γεγονότων, εισηγήσεων και θέσεων που τέθηκαν ενώπιον μου και χωρίς να μου διαφεύγει ότι το άνευ φειδούς επανάνοιγμα υπόθεσης δημιουργεί αβεβαιότητα στην τελεσιδικία. Τέλος αν και διαπιστώνω ότι ο Αιτητής θα μπορούσε να είχε υπάρξει συνεπέστερος προ της 17/02/15 σ' ό,τι αφορά την πορεία της υπόθεσης του κρίνω ότι η συμπεριφορά του δεν είναι τέτοια που πλήττει τα θεμέλια της απονομής της δικαιοσύνης και καταδεικνύει καταφρόνηση της δικαστικής διαδικασίας. Καθοριστικό για την κατάληξη μου στο συμπέρασμα μου αυτό αλλά και εν τέλει στην κατάληξη μου στην παρούσα το συμβάν που του επεσυνέβη εκείνη την ημερομηνία. Κατάληξη: Ως εκ των πιο πάνω, η εκδοθείσα την 18/02/15 παραμερίζεται και εκδίδεται διάταγμα επαναφοράς της αγωγής. Σ' ό,τι αφορά τα έξοδα της επίδικης αίτησης όσο και τα έξοδα της δικασίμου ημερομηνίας 18/02/15 επιδικάζονται εναντίον του Αιτητή και υπέρ των Καθ' ών η Αίτηση, ως θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ) Ν. Οικονόμου, Ε.Δ ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Βλ. MESOLONGITIS ν. KOUTAS,
(1986)1 Α.Α.Δ. 161, σελ. 166 «It is abundantly clear from the exposition of the Law made above, that the jurisdiction ίο reinstate rests with the trial Court and should preferably and whenever possible be dealt with by the Judge who tried the case.» [2] "In exercising its discretion, the Court must strive to balance two considerations fundamental for the administration of justice: The need to uphold effectively, on the one hand, the right of a party to be heard in his cause, and the need to ensure the expeditious transaction of judicial business, on the other. The speedy determination of judicial causes is not merely a matter of convenience but an all important factor for the effective vindication of the rights of the citizen. This principle is closely associated with another consideration likewise important for the administration of justice, that is, the need to uphold finality of judgments. If a party is lightly allowed to re-open a case, the imprint of finality, attaching to a judgment, with all that goes with it, and the certainty it imports in the management of human affairs, will disappear with grave consequence to the administration of justice. (See, Observations of Magaw L.J. in Lambert v. Mainland Market [1977] 2 All E.R. 826, at p. 833 (c-d)). The effect of the case law is that the Court must not be astute to unseat a party from his right to be heard in his cause, so long as he discloses merits. But the Court may, nevertheless, decline to re-open the case if his conduct is such as to strike at the root of the administration of justice. Where the conduct of the party applying to set aside judgment is inexcusable, contumelious to the extent of gross disregard for the judicial process or the rights of his adversary, the Court may, in its discretion, refuse to set aside judgment." [3] Βλ. Χαραλάμπους Άννα Νικολάου ν. Κ. Τ. Andreou Ltd και Άλλου,
(2002)1 Α.Α.Δ. 1296 με αναφορά στη Μουγής ν. Σπανούδη
(1996)1 Α.Α.Δ. 997 η οποία αφορούσε σε αίτηση επαναφοράς έφεσης. [4] Δ. 33 Θ.
- «If on the day fixed for trial the parties do not appear when the trial is called on, upon proof that they (or the party at whose instance such day was fixed) had notice, the action υπόκειται σε απόρριψη and shall not subsequently be heard, unless upon application to the Court, the Court orders reinstatement of the action on the ground that it is equitable so to do in the circumstances of the case.» [5] Δ. 33 Θ.
- Any judgment obtained where one party does not appear at the trial may in a proper case be set aside by the Court upon such terms as may seem fit, upon an application made within fifteen days after the trial. [6] "The appellants have not shown any grounds for the indulgence of the Court" cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο