Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Λήδρα Λτδ ν. Πάνου Αντώνη Πατσιά κ.α., Αρ. Γενικής Αίτησης: 780/14, 22/9/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2015:A340 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Ν. Γερολέμου, A.Ε.Δ. Αρ. Γενικής Αίτησης: 780/14 Μεταξύ:- Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Λήδρα Λτδ (Πρώην Νέα Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Καϊμακλίου Λτδ - Πρώην Νέα Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Καϊμακλίου) Αιτήτριας Και
- Πάνου Αντώνη Πατσιά
- Αθανασία Πατσιά
- Αντώνης Πατσιάς Καθ' ων η Αίτηση ---------------------------------- ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 22/09/2015 Εμφανίσεις: Για Αιτήτρια: κα Ρ. Ιάσονος Για Καθ' ων η Αίτηση 1, 2 και 3: κος Θ. Αγγελίδης ---------------------------------- ΑΠΟΦΑΣΗ (ex-tempore) Η αιτήτρια, με την παρούσα αίτηση, αιτείται άδεια ή/και διάταγμα του Δικαστηρίου που να επιτρέπει την εγγραφή και εκτέλεση της Διαιτητικής Απόφασης ημερομηνίας 20/2/12 εναντίον των Καθ' ων η Αίτηση 1, 2 και 3, ως δικαστικής απόφασης και εκτέλεσης κατά τον ίδιο τρόπο που εκτελούνται οι δικαστικές αποφάσεις. Κρίνω, όμως, σκόπιμο εδώ, να αναφερθεί ότι η αίτηση εναντίον της Καθ' ης η Αίτηση 2, κατόπιν άδειας του Δικαστηρίου, απεσύρθη και απερρίφθη άνευ βλάβης του δικαιώματος καταχώρησης νέας αίτησης εναντίον αυτής. Ως εκ τούτου, η αίτηση προωθήθηκε μόνο εναντίον των Καθ' ων η Αίτηση 1 και
- Η αίτηση βασίζεται στο άρθρο 52 του Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου, Ν.22/85, ως ετροποποιήθηκε, στο άρθρο 21 του Περί Διαιτησίας Νόμου Κεφ. 4, στη Δ.47, Δ.48 θ.1-4, Δ.48 θ.8
(1)(ηη) και στις Γενικές Εξουσίες του Δικαστηρίου. Υποστηρίζεται δε από ένορκη δήλωση του Πέτρου Τσοπανή, υπαλλήλου στη Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Λήδρα Λτδ, ο οποίος γνωρίζει πλήρως τα γεγονότα και έχει ιδίαν γνώση αυτών, όπως επίσης είναι πλήρως εξουσιοδοτημένος να προβεί στην ένορκη δήλωση, με την οποία επισυνάπτονται πέντε Τεκμήρια. Ήτοι δέσμη αντιγράφων γνωστοποίησης αλλαγής ονόματος ως και αντίγραφο πιστοποιητικού εγγραφής, Τεκμήριο Α. Δέσμη αντιγράφων που αφορούν στη συγχώνευση των δύο εταιρειών και γνωστοποίηση από τον Έφορο Υπηρεσίας Συνεργατικών Εταιρειών, Τεκμήριο Β. Η ειδοποίηση-πρόσκληση του Διαιτητή, Τεκμήριο Γ. Η Διαιτητική Απόφαση, Τεκμήριο Δ και η γνωστοποίηση της Διαιτητικής Απόφασης, Τεκμήριο Ε. Οι Καθ' ων η Αίτηση καταχώρησαν ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης στις 2/6/15 με την οποία προβάλλονται 12 λόγοι ένστασης: «
(1)Η έκδοση διατάγματος στα πλαίσια της παρούσας Αίτησης το οποίο φέρεται να στρέφεται εναντίον των Καθ' ων η Αίτηση αποτελεί προϊόν παραπλάνησης και/ή κατάχρηση της διαδικασίας και/ή συνιστά κώλυμα και/ή σοβαρό λόγο για απόρριψη της Αίτησης.
(2)Η αίτηση δεν έχει συνταχθεί δικονομικά ορθά και/ή πάσχει τυπικά και/ή δεν έχει περιβληθεί με τον ορθό δικονομικό τύπο και/ή μορφή και ως εκ τούτου είναι ανυπόστατη και/ή άκυρη.
(3)Η αίτηση είναι παράτυπη, αντικανονική και άκυρη λόγω του ότι δεν έγινε και/ή δεν περιβλήθηκε με τον σωστό τύπο και μορφή.
(4)Η νομική βάση της αίτησης είναι λανθασμένη και ελλιπής και/ή οι Νόμοι και οι Θεσμοί επί των οποίων στηρίζεται δεν νομιμοποιούν την αιτούμενη θεραπεία και δεν προσδίδει στο Δικαστήριο δικαιοδοσία να εξετάσει την ουσία της.
(5)Η αίτηση αντίκειται και/ή προσβάλλει την Περί Αδίκων και/ή Καταχρηστικών Ρητρών Νομοθεσία.
(6)Η Καθ' ης η Αίτηση ουδέποτε συνεβλήθησαν με την Αιτήτρια η οποία επιζητά εγγραφή διαιτητικής απόφασης.
(7)Η διαιτητική απόφαση ημερομηνίας 20/02/2012 είναι ασαφής και/ή αβέβαιη και/ή λανθασμένη και ως εκ τούτου δε δύναται να εγγραφεί και να εκτελεσθεί.
(8)Τα γεγονότα που περιγράφονται στην Ένορκη Δήλωση είναι ανεπαρκή και/ή δεν δικαιολογούν ή στηρίζουν την αιτούμενη θεραπεία.
(9)Η παρούσα αίτηση είναι αχρείαστη και/ή περιττή και/ή καταπιεστική και/ή εκβιαστική και/ή πρόωρη και/ή αντινομική και εν πάση περιπτώσει συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας.
(10)Η Καθ' ης η Αίτηση αποστερήθηκε του Συνταγματικά κατοχυρωμένου τους δικαιώματος όπως προσφύγει σε Δικαστήριο για την αμφισβήτηση της συμβατικής της σχέσης με την Αιτήτρια και/ή την ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΠΙΣΤΩΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΗΔΡΑ ΛΤΔ, όταν η τελευταία την εξανάγκασε να υπογράψει όρο όπως αποποιηθεί του συνταγματικού της αυτού δικαιώματος, ο οποίος όρος είναι εν πάση περιπτώσει είναι αντισυνταγματικός και/ή άκυρος και δεν παράγει οποιοδήποτε αποτέλεσμα για τους Καθ' ων η Αίτηση καθότι δεν δύναται πρόσωπο να αποποιηθεί των συνταγματικών του δικαιωμάτων και των δικαιωμάτων που πηγάζουν από τον Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
(11)Η διαιτητική απόφαση με ημερομηνία 20/02/2012 την οποία η Αιτήτρια επιδιώκει να εγγράψει λήφθηκε κάτω από αναρμόδιο και μη αμερόληπτο διαιτητή ο οποίος τελούσε υπό την υπηρεσία της Αιτήτριας και/ή της ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗΣ ΠΙΣΤΩΤΙΚΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΛΗΔΡΑ ΛΤΔ παραβιάζοντας τους κανόνες της φυσικής δικαιοσύνης και των χρηστών ηθά κατά συνέπεια το συνταγματικό δικαίωμα των Καθ' ων η Αίτηση σε δίκαιη δίκη ως αυτό πηγάζει από το Σύνταγμα της Δημοκρατίας και τον Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
(12)Οι τότε ισχύοντες νόμοι που ίσχυαν αναφορικά με τις διαιτησίες και/ή τις διαιτησίες μεταξύ συμβληθέντων των συνεργατικών εταιρειών και των συνεργατικών εταιρειών και το άρθρο 52
(1)του νόμου περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμος του 1985 (Ν. 22/1985)πριν τον τροποποιητικό νόμο Περί Συνεργατικών Εταιρειών (Τροποποιητικός) (Αρ. 4) Νόμος του 2013 (Ν. 107(Ι)/2013)ήταν και/ή είναι αντισυνταγματικοί όσο αφορά την έκταση τους και όπου αναφέρουν ότι δεν επιτρέπεται η προσφυγή του πελάτη συνεργατικής εταιρείας σε αρμόδιο δικαστήριο άπαξ και εκδοθεί απόφαση από διαιτητή, όχι μόνο ότι μετά την πάροδο της προθεσμίας 21 ημερών αλλά γενικά οι ρήτρες αυτές στις συμβάσεις και οι πρόνοιες αυτές στους ισχύοντες νόμους ήταν και είναι αντισυνταγματικές και παραβιάζουν το Ευρωπαϊκό Δίκαιο.» Η ένσταση στηρίζεται στα Άρθρα 12 και 30 του Συντάγματος, στα άρθρα 20, 38 και 47 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, στον Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμο Ν.22/85, στους Περί Συνεργατικών Εταιρειών Θεσμούς θ.79, στα άρθρα 8
(6)(1-5), 14
(1), 16 και 16(Α) των Κανονισμών Διαιτησίας του 1999, στη Δ.47, Δ.48 θ.1-8, Δ.55, Δ.64 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στα άρθρα 36 και 37 του Περί Δικαστηρίων Νόμου Ν.14/60μ στα άρθρα 2, 3, 10-14, 17, 19
(1)
(2), 20, 21 και 24 του Περί Διαιτησίας Νόμου Κεφ. 4, στον Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο άρθρα 82-87 και 90-91, στους κανόνες φυσικής δικαιοσύνης, στις γενικές και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου και στη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Τα γεγονότα που υποστηρίζουν την ένσταση εμφαίνονται στην ένορκη δήλωση του Αντώνη Πατσιά, Καθ' ου η Αίτηση 3, η οποία κατόπιν εξουσιοδότησης γίνεται και εκ μέρους και για λογαριασμό του Καθ' ου η Αίτηση 1. Τα γεγονότα δε τα γνωρίζει, άλλα γνωρίζει προσωπικά και άλλα από στοιχεία και έγγραφα που του δόθηκαν και βρίσκονται στην κατοχή του και/ή που απ' ότι καλύτερα γνωρίζει και πληροφορείται τα οποία είναι ορθά και αληθινά. Όσον αφορά τα νομικά θέματα έλαβε συμβουλή από το δικηγόρο του. Ουσιαστικά δε καταγράφονται οι λόγοι ένστασης και σε κάποια σημεία γίνεται αναφορά σε περισσότερες λεπτομέρειες γι' αυτούς. Βασικά, το παράπονο των Καθ' ων η Αίτηση είναι ότι καταπατήθηκαν τα Συνταγματικά τους δικαιώματα, η σχετική Νομοθεσία είναι Αντισυνταγματική, ότι ο Διαιτητής ορίστηκε από την Αιτήτρια και ότι δεν ήταν αμερόληπτος, κατά την εμφάνισή του κατά την ημέρα που κλήθηκε ενώπιον του Διαιτητή, ότε και παραδέχθηκε μόνο το αρχικό ποσό του δανείου και τον αρχικά συμφωνηθέντα τόκο αλλά όχι τον επιπλέον τόκο, ο Διαιτητής προχώρησε και έβγαλε απόφαση και για τον επιπλέον τόκο και ότι λήφθηκε κατά παράβαση των Συνταγματικών του δικαιωμάτων και συγκεκριμένα του δικαιώματός του σε δίκαιη δίκη από αμερόληπτο Διαιτητή. Επίσης οι ρήτρες που υπήρχαν στη σύμβαση δανείου ήταν Αντισυνταγματικές και/ή κατά παράβαση των σχετικών Νομοθεσιών, ότι παραβιάστηκε η αρχή της ισότητας, δηλαδή ότι το πρόσωπο που διορίστηκε από τον Έφορο Συνεργατικών Εταιρειών, το οποίο διοικεί μεταξύ άλλων τους Αιτητές, προχώρησε στην απόφαση αυτή κατά παράβαση της αρχής της ισότητας. Ότι ο προβλεπόμενος διορισμός Διαιτητή από την Αιτήτρια αποτελεί άδικη ρήτρα, ότι με την ενέργειά του ο Έφορος Συνεργατικών Εταιρειών, που αναφέρεται πιο πάνω, και του γεγονότος ότι η απόφαση του Διαιτητή θα περιβληθεί από το μανδύα δικαστικής απόφασης, αν εγκριθεί η αίτηση παραβιάζεται το Συνταγματικό του δικαίωμα να προσφύγει σε αρμόδιο Δικαστήριο, ότι τα γεγονότα που αναφέρονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση είναι ανεπαρκή ή/και δεν δικαιολογούν την απόδοση της αιτούμενης θεραπείας και τέλος ότι κατά ή περί το Σεπτέμβριο του 2014, ενώ είχε συμφωνήσει με τον Λευτέρη Παπαηρακλέους όπως καταβάλλει το ποσό των €800 μηνιαίως έναντι του δανείου για το οποίο εκδόθηκε η απόφαση, αυτή η συμφωνία αντικαθιστά τη διαιτητική απόφαση και η παρούσα αίτηση, ως εκ τούτου, είναι εκδικητική. Η συνήγορος της Αιτήτριας στη γραπτή αγόρευσή της, την οποία είχα την ευκαιρία να αναγνώσω, αφού γίνεται εισαγωγή στην υπόθεση που παρουσιάζει, με αναφορά στη διαιτητική απόφαση που εκδόθηκε και στις ενέργειες που έγιναν καθώς και τη νομική αίτηση αυτής, στη συνέχεια γίνεται αναφορά στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση με σύντομη αναφορά στο ιστορικό της υπόθεσης και ακολούθως καταγράφει τους λόγους ένστασης. Τέλος, προβαίνει σε ανάλυση της νομικής πτυχής του θέματος, με αναφορά σε νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, για να καταλήξει ότι τα γεγονότα τα οποία αναφέρονται στην ένορκη δήλωση και με τα επισυναπτόμενα Τεκμήρια αποδεικνύουν και αιτιολογούν την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Από την άλλη, ο δικηγόρος των Καθ' ων η Αίτηση 1 και 3, αφού κάνει αναφορά στη διαιτητική απόφαση, η οποία εκδόθηκε στις 20/02/12 για το ποσό των €153.079,56, στη συνέχεια καταπιάνεται με το θέμα της Αντισυνταγματικότητας του άρθρου 52
(1)του Νόμου περί Συνεργατικών Εταιρειών, πριν την τροποποίηση με το Νόμο 107(Ι)/13 και με αναφορά σε σχετική νομοθεσία επιδιώκει την απόρριψη της αίτησης, για τους λόγους που ήδη αναφέρθησαν ανωτέρω, με έξοδα εναντίον της Αιτήτριας. Η αίτηση στηρίζεται στο άρθρο 52 του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου 2/85, ως τροποποιήθηκε. Το άρθρο 52
(1)και
(2)προβλέπει για την κίνηση του μηχανισμού και την παραπομπή της διαφοράς σε διαιτησία και τον διορισμό διαιτητή προς τούτο ενώ το εδάφιο 3 του άρθρου τούτου την αμοιβή του διαιτητή. Τα εδάφια 4 και 5 του άρθρου 52 καθορίζουν την ακολουθητέα διαδικασία μετά την παραπομπή της διαφοράς σε διαιτησία και της έκδοσης διαιτητικής απόφασης. Σύμφωνα με την απόφαση Νικολάου v. Νέας Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Αγλαντζιάς, Πολιτική Έφεση 357/08, ημερομηνίας 11/4/12: «Βασική προϋπόθεση για την εγγραφή της διαιτητικής απόφασης είναι η διαπίστωση ότι η εν λόγω απόφαση, φέρει τα απαραίτητα χαρακτηριστικά στοιχεία έγκυρης διαιτητικής απόφασης και ότι γνωστοποιείται στο πρόσωπο εναντίον του οποίου στρέφεται.». Με βάση τη νομολογία η διαδικασία εγγραφής διαιτητικής απόφασης για σκοπούς εκτέλεσης είναι διαδικαστικής μορφής και το Δικαστήριο περιορίζεται στην εξουσία των διαδικαστικών προϋποθέσεων όπως αυτές προκύπτουν από το άρθρο 52 και δεν υπεισέρχεται σε θέματα ουσίας της υπόθεσης που σχετίζονται με την εγκυρότητα της διαιτητικής απόφασης, τα οποία θα μπορούσαν να προβληθούν και να εξεταστούν στα πλαίσια της διαιτησίας ή στα πλαίσια έφεσης κατά της διαιτητικής απόφασης που προβλέπεται στο άρθρο 52
(4)του Νόμου. Συγκεκριμένα, στην υπόθεση ΣΠΕ Αγίας Νάπας v. Κυριακίδη κ.ά.
(2008)1 ΑΑΔ 716, λέχθηκαν τα εξής: «Η διαδικασία που οδηγεί στην εκτέλεση της διαιτητικής απόφασης ως απόφαση Δικαστηρίου είναι, κατά την άποψη μας, ζήτημα τύπου. Για να εκτελεστεί οποιαδήποτε απόφαση Δικαστηρίου χρειάζεται η εμπλοκή του ιδίου, που αφενός την διατάσσει και ταυτόχρονα την εποπτεύει. Επομένως, η διαιτητική απόφαση πρέπει κατά κάποιο τρόπο να καταχωριστεί, να «εγγραφεί» δηλαδή στα αρχεία του πρωτοκολλητείου ως απόφαση Δικαστηρίου, για να προχωρήσει η εκτέλεση της. Γι 'αυτό το σκοπό υπεβλήθη η υπό συζήτηση αίτηση, και μάλιστα επιδόθηκε στους εφεσίβλητους για να προβάλουν ενώπιον του Δικαστηρίου οτιδήποτε ήθελαν, με αναφορά ασφαλώς μόνο το επίδικο θέμα, της προώθηση δηλαδή της εκτέλεσης της διαιτητικής απόφασης.» Κατά την κρίση του Δικαστηρίου για να εγγραφεί διαιτητική απόφαση πρέπει να πληρούνται οι πιο κάτω προϋποθέσεις: (α) Να γίνει ειδοποίηση για την ακρόαση και διεξαγωγή της διαιτησίας, έτσι ώστε να μπορεί να ακουσθεί ο Καθ' ου η Αίτηση. (β) Να εκδοθεί διαιτητική απόφαση. (γ) Να γίνει γνωστοποίηση της διαιτητικής απόφασης στον Καθ' ου η Αίτηση. (δ) Να παρέλθει ο χρόνος των 21 ημερών που προβλέπεται στο άρθρο 52
(4)
(5)από την γνωστοποίηση της διαιτητικής απόφασης χωρίς να έχει υποβληθεί έφεση κατά της διαιτητικής απόφασης και, (ε) Η αίτηση για εγγραφή της διαιτητικής απόφασης να έχει γίνει δια κλήσεως έτσι ώστε να έχει δικαίωμα να ακουστεί ο Καθ' ου η Αίτηση. Σχετικές με τα θέματα που αφορούν την εγγραφή και εκτέλεση διαιτητικής απόφασης είναι η Χριστοφή ν. ΣΠΕ Λατσιών, Πολιτική Έφεση 87/11, ημερομηνίας 20/07/14 και η Κλεοβούλου ν. Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Επαγγελματικού Κλάδου και Επιχειρηματιών Κύπρου (ΣΤΕΛΜΕΚ Λτδ), Πολιτική Έφεση 304/10, ημερομηνίας 10/07/15, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: «Στην υπό κρίση περίπτωση Στην υπό κρίση περίπτωση ο διαιτητής διορίστηκε από τον Εφορο, κατ΄ ακολουθία των προνοιών του άρθρου 52
(2)(β) του Νόμου. Αντικείμενο της διαφοράς συνιστούσε υπόλοιπο δανείου το οποίο λήφθηκε δυνάμει γραμματίου. Η πλευρά του Εφεσείοντα, αφού ειδοποιήθηκε δεόντως, έλαβε μέρος στη διαδικασία διαιτησίας. Τόσο το επίδικο γραμμάτιο, όσο και κατάσταση λογαριασμού που περιλάμβανε τους τόκους τέθηκαν στη διάθεση του Εφεσείοντα, ο οποίος το μόνο στοιχείο που αμφισβήτησε ήταν το ύψος των τόκων, προβάλλοντας ισχυρισμό περί ανατοκισμού. Κάτω από αυτά τα δεδομένα οι Εφεσίβλητοι τον προμήθευσαν με αναθεωρημένη κατάσταση λογαριασμού, στην οποία δεν περιλαμβανόταν ανατοκισμός. Όταν έγινε αυτό, στις 5.6.2009, ο Εφεσείων ζήτησε χρόνο προκειμένου να τοποθετηθεί επί της νέας αυτής κατάστασης. Αντί τούτου, παρέλειψε να παρουσιαστεί, αναιτιολόγητα, κατά την ημερομηνία, 19.6.2009, που ορίστηκε εκ νέου η διαιτησία. Υπό το φως των πιο πάνω δεδομένων, ήταν καθόλα επιτρεπτό στο διαιτητή να προχωρήσει με την έκδοση απόφασης, με βάση τα στοιχεία που είχε ενώπιόν του. Η κατάληξή του, εν τέλει, ήταν ορθή, δεδομένου ότι αφενός η παροχή δανείου δεν τελούσε υπό αμφισβήτηση και αφετέρου το εγερθέν ζήτημα περί ανατοκισμού είχε ξεπερασθεί με βάση τη νέα κατάσταση λογαριασμού ημερομηνίας 5.6.2009. Η φύση της διαφοράς ήταν απλή και δεν δικαιολογούσε περαιτέρω πολυπλοκότητα της όλης διαιτητικής διαδικασίας. Αλλωστε, ενώπιον του διαιτητή δεν υπήρχε οποιοδήποτε βάσιμο αίτημα για διεξαγωγή διαδικασίας διαφορετικής δικονομικής μορφής. Το τελικό δε γεγονός της μη εμφάνισης του Εφεσείοντα προκειμένου να προωθήσει τις όποιες θέσεις και επιχειρήματά του προς εξέταση από τον διαιτητή, δεν καθιστούσε επιτρεπτή την πρωτογενή εξέτασή τους είτε από το πρωτόδικο Δικαστήριο είτε από το Εφετείο. Ο διαιτητής είχε υποχρέωση και ορθά αποφάσισε με βάση τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιόν του. Οπως ήδη λέχθηκε, τα ενώπιόν του, απλά, δεδομένα δικαιολογούσαν πλήρως τόσο την τελική του κατάληξη, όσο και την επιγραμματική απόφασή του. Υπό τις συνθήκες αυτές δεν εντοπίζεται παράτυπη διαιτητική διαδικασία ή οποιαδήποτε παραβίαση κανόνων φυσικής δικαιοσύνης.» Προτού καταπιαστώ με τις προϋποθέσεις έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος θεωρώ σκόπιμο να αναφερθώ πρώτα στο λόγο ένστασης ότι το σχετικό άρθρο 52
(1)του Ν.22/85 είναι Αντισυνταγματικό για να αναφέρω ότι τίποτε δεν έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου που να φαίνεται ότι είναι Αντισυνταγματικό και το Τεκμήριο της Συνταγματικότητας ενός Νόμου ή ενός άρθρου δεν έχει ανατραπεί με βάσει τα όσα αναφέρονται στην ένσταση και στην ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει, ούτε τεκμηριώθηκε από την αγόρευση του συνηγόρου των Καθ' ων η Αίτηση. Όσον αφορά τα άλλα θέματα για παραβίαση Συνταγματικών δικαιωμάτων των Καθ' ων η Αίτηση δεν φαίνεται να στηρίζονται σε γεγονότα που θα μπορούσε το Δικαστήριο να προβεί σε μια τέτοια κατάληξη, αφού από το Τεκμήριο Α φαίνεται ότι οι Καθ' ων η Αίτηση ειδοποιήθηκαν δεόντως, για την ημερομηνία ακρόασης εκ μέρους του Διαιτητή της υπόθεσης, στις 26/01/12, αφού σε αυτό φαίνεται η υπογραφή του κάθε ενός και δεν έχει αμφισβητηθεί με οιονδήποτε τρόπο. Πέραν τούτου, ο Καθ' ου η Αίτηση 3, ενόρκως δηλούντας, αναφέρει ότι παραβρέθηκε στη συνεδρίαση εκείνη και το μόνο που πρόβαλε ήταν ότι αυτός θεωρούσε επιπλέον τόκο. Δεν προώθησε ενώπιον του Διαιτητή οποιοδήποτε άλλο θέμα είτε ως προς τη διαδικασία, είτε ως προς τα άλλα παράπονά του που σήμερα προβάλλει ενώπιον του Δικαστηρίου, ούτε και φαίνεται να του αποστερήθηκε με οποιοδήποτε τρόπο το δικαίωμα να θέσει ενώπιον του Διαιτητή οποιοδήποτε θέμα επιθυμούσε. Επομένως η πρώτη προϋπόθεση, όπως αυτές καταγράφονται ανωτέρω, πληρείται. Επίσης φαίνεται ότι η διαιτητική απόφαση εκδόθηκε 20/02/12. Δηλαδή την ίδια ημερομηνία που έγινε η συνεδρίαση και που βέβαια με βάσει την απόφαση Κλεοβούλου (ανωτέρω), η απόφαση του Διαιτητή όσο σύντομη, επιγραμματική και αν είναι, η έκταση της αιτιολογίας είναι ανάλογη και συναρτάται με τα επίδικα θέματα και την ευρύτητά τους, που στη συγκεκριμένη περίπτωση ήταν αποδεκτό και το ποσό του δανείου και το υπόλοιπο του δανείου και ο συμφωνηθέντας τόκος, όμως πρόβαλε ισχυρισμό για επιπλέον τόκο. Ως εκ τούτου βρίσκω ότι πληρείται και η δεύτερη προϋπόθεση. Επίσης διαπιστώνεται ότι η γνωστοποίηση της διαιτητικής απόφασης, αν και όπως είχαμε πει παρευρέθηκε ο Καθ' ου η Αίτηση 3 στη διαδικασία, γνωστοποιήθηκε στους Καθ' ων η Αίτηση την ίδια μέρα στις 20/2/12, Τεκμήριο Ε, αφού σε αυτό το έγγραφο φαίνονται οι υπογραφές τους. Άλλωστε δεν αμφισβητήθηκε τούτο. Έπεται ότι πληρείται και η τρίτη προϋπόθεση. Επίσης πληρείται και η τέταρτη προϋπόθεση αφού παρήλθε ο χρόνος των 21 ημερών που προβλέπεται στο άρθρο 52
(4)και
(5)από τη γνωστοποίηση της διαιτητικής απόφασης χωρίς να έχει υποβληθεί έφεση κατά της διαιτητικής απόφασης. Τέλος πληρείται και η πέμπτη προϋπόθεση αφού η αίτηση έγινε διά κλήσεως και ως εμφαίνεται από το φάκελο του Δικαστηρίου, όπου βρίσκονται οι ένορκες δηλώσεις επίδοσης, αυτή επιδόθηκε στους Καθ' ων η Αίτηση. Ως προς τους άλλους λόγους ένστασης παρατηρώ ότι ουδεμία παραπλάνηση υπήρχε ή κατάχρηση της διαδικασίας, ούτε και πάσχει με οποιοδήποτε τρόπο ειδικά ή ουσιαστικά αφού στηρίζεται η αίτηση στα ορθά άρθρα και υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση με επισυναπτόμενα τεκμήρια που θεμελιώνουν το υπόβαθρο της αίτησης. Ούτε βέβαια, όπως έχει ήδη αναφερθεί θα μπορούσε το Δικαστήριο τώρα να υπεισέλθει στην ουσία της διαιτητικής απόφασης. Επομένως οποιοιδήποτε λόγοι ή θέματα εγείρονται με την ένσταση στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει αυτή, δεν θα μπορούσε το Δικαστήριο να τα εξετάσει. Τέλος, σε καμία περίπτωση η αίτηση δεν είναι αχρείαστη ή ότι είναι παραπλανητική ή πρόωρη, ως καταδεικνύεται από αυτά που ήδη έχουν αναφερθεί. Με όλα όσα πιο πάνω προσπάθησα να εξηγήσω και να αναλύσω, κρίνω ότι η αίτηση επιτυγχάνει. Κατά συνέπεια, εκδίδεται διάταγμα ως η παράγραφος Α της αίτησης, πλέον έξοδα υπέρ της Αιτήτριας και εναντίον των Καθ' ων η Αίτηση 1 και 3, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Η Αίτηση εναντίον της Καθ' ης η Αίτηση 2 απορρίπτεται άνευ βλάβης του δικαιώματος καταχώρησης νέας, με έξοδα υπέρ της Καθ' ης η Αίτηση 2 και εναντίον της Αιτήτριας, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, τα οποία θα είναι καταβλητέα μόνο στην περίπτωση που η Αιτήτρια καταχωρήσει εκ νέου αίτηση εναντίον της Καθ' ης η Αίτηση 2. (Υπ.) ............ Ν. Γερολέμου, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΜΗ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο