← Κύπρος

Μιχαήλ Χαραλάμπους κ.α. ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας (για Υπουργείο Άμυνας και Αστυνομίας), Αρ. Αγωγής: 1421/11, 26/11/2015

Μιχαήλ Χαραλάμπους κ.α. ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας (για Υπουργείο Άμυνας και Αστυνομίας), Αρ. Αγωγής: 1421/11, 26/11/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2015:A503 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Ν. Γ. Σάντη, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1421/11 Μεταξύ:

  1. Μιχαήλ Χαραλάμπους
  2. Δήμητρα Χαραλάμπους
  3. Άντρια Χαραλάμπους Εναγόντων και Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας (για Υπουργείο Άμυνας και Αστυνομίας) Εναγόμενου Ημερομηνία: 26 Νοεμβρίου,
  4. Αίτηση Ημερομηνίας 26.11.15 Για Περαιτέρω Αποκάλυψη Εγγράφων ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τους Ενάγοντες/Αιτητές: Οι κ.κ. Λ.Γ. Λουκαΐδης και Λ. Πατσαλίδου (Δ.Θ.445). Για τον Εναγόμενο/Καθ' ου η Αίτηση: Η κ. Ν. Πετρίδου, Δικηγόρος της Δημοκρατίας. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (Απευθείας από την Έδρα) Μεσούσης της ακροαματικής διαδικασίας καταχωρίστηκε με άδεια του Δικαστηρίου, αίτηση διά κλήσεως με την οποία οι ενάγοντες/αιτητές ζητούν διάταγμα που να τους επιτρέπει να καταχωρήσουν συμπληρωματική ένορκη δήλωση αποκάλυψης εγγράφων, πέραν της ένορκης δήλωσης αποκάλυψης εγγράφων ημερομηνίας 17.6.
  5. Η αίτηση - που εδράζεται νομικώς στη Δ.28 και στη Δ.48 θθ1-4 και θ8

(1)(ζ) των Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών - συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της Ευγενίας Καρατζιά, γραμματέως στο δικηγορικό γραφείο που αντιπροσωπεύει τους ενάγοντες/αιτητές. Η ιδιότητα της ομνύουσας (όπως θα αναφερθεί σε λίγο), έχει σημασία αφού αποτελεί αντικείμενο ένστασης από μέρους του εναγόμενου/καθ' ου η αίτηση. Λέγει λοιπόν, μεταξύ άλλων, η ομνύουσα στην ένορκη δήλωση πως στις 24.11.15 (μετά από συνάντηση με μάρτυρες οι οποίοι θα καταθέσουν στην υπόθεση), περιήλθαν στην κατοχή και γνώση των εναγόντων/αιτητών περαιτέρω έγγραφα που σχετίζονται με τα εγειρόμενα ζητήματα στην αγωγή και τα οποία ζητούν τώρα να αποκαλύψουν διά της επιζητούμενης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Τούτο επιχειρείται διότι οι ενάγοντες/αιτητές θεωρούν το δικονομικό αυτό διάβημα αναγκαίο για την αποτελεσματικότερη προώθηση της υπόθεσης ενώπιον του Δικαστηρίου, μα και για σκοπούς διασφάλισης της δίκαιης δίκης. Υπάρχει ένσταση στην έκδοση του διατάγματος, ένσταση που βασίζεται νομικώς στις ίδιες δικονομικές διατάξεις όπως η αίτηση, διαφέρουσας όμως τούτης (και αυτονόητα), ως προς το πραγματικό υπόβαθρο που τη συνθέτει και το οποίο τίθεται διά της ενόρκου δηλώσεως της Κυριακής Γεωργίου, ασκούμενης δικηγόρου στη Νομική Υπηρεσία της Κυπριακής Δημοκρατίας. Στην ένορκη δήλωση, η ομνύουσα διασαφηνίζει τους 15 συνολικώς λόγους ένστασης που αποτυπώνονται στην Ειδοποίηση Πρόθεσης Ένστασης. Αυτοί, αφορούν τόσο στην ουσία όσο και στον τύπο του αιτήματος που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου. Απαύγασμα τους, αποτελεί η θέση πως η επίδικη αίτηση δεν ικανοποιεί τις προϋποθέσεις για άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου και ότι αυτή θα πρέπει να απορριφθεί ως υπερβολικά καθυστερημένη και καταχρηστική. Άκουσα με προσοχή τους ευπαίδευτους συνηγόρους στο στάδιο των αγορεύσεων και αποτίμησα στον επιτρεπτό βαθμό τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου μέσω της αίτησης, της ένστασης και των συνοδευτικών ένορκων δηλώσεων. Η Δ.28 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών, η οποία και καθορίζει τα αφορούντα δικονομικά, αφήνει μεγάλη διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο στο να αποφαίνεται επί αιτημάτων παρόμοιας φύσης. Συγκλίνω με τις θέσεις του ευπαίδευτου δικηγόρου των εναγόντων/αιτητών και αποκλίνω από εκείνες της ευπαίδευτης δικηγόρου του εναγόμενου/καθ' ου η αίτηση και θα εξηγήσω αμέσως γιατί. Σε ό,τι αφορά στο άτομο που ορκίστηκε στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, είναι ορθή η επισήμανση της κ. Πετρίδου πως, κατά το ιδανικόν, την ορκοδοσία σε αιτήματα όπως το επίδικο θα πρέπει να την εκτελεί ο εμπλεκόμενος διάδικος και τούτο για καλούς λόγους που αφορούν (ανάμεσα σε άλλα), στη δυνατότητα έγερσης διαδικασίας καταφρόνησης εναντίον του, εκεί όπου ασφαλώς συντρέχουν οι κατάλληλες προς τούτο προϋποθέσεις. Η αρχή όμως αυτή, δεν είναι ανελαστική και τυγχάνει προσαρμογών αναλόγως της περίπτωσης και των συνθηκών που την περιβάλλουν. Εδώ, η ομνύουσα δεν ορκίζεται ασύνδετα με ό,τι αφορά στην παρούσα διαδικασία ούτε και ενεργεί δίχως την εξουσιοδότηση των εναγόντων/αιτητών. Έτσι αναδύεται από την πρώτη παράγραφο της σχετικής ένορκης δήλωσης. Επομένως, ο αντίστοιχος λόγος ένστασης απορρίπτεται. Προτάσσει επίσης ο εναγόμενος/καθ' ου η αίτηση, πως δεν έχει καταδειχθεί επαρκώς (ή και καθόλου), η σχετικότητα των προς αποκάλυψη επιπρόσθετων εγγράφων κάτι που στην κανονική πορεία των πραγμάτων πρέπει, απ' ό,τι έχω αντιληφθεί, να εξανδραποδίσει το αίτημα. Πάλι, η θέση τούτη, μολονότι μπορεί να θεωρηθεί ως κατ' αρχήν ορθή, δεν θεμελιώνεται επί πραγματικής βάσης, διότι αναφέρονται (με οριακή έστω επάρκεια), ισχυρισμοί στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, από τους ο οποίους συνάγεται η σχετικότητα των εγγράφων με τα εγειρόμενα ζητήματα στην εκδικαζόμενη αγωγή. Ας μη λησμονείται πως ο εναγόμενος/καθ' ου η αίτηση θα έχει τη δυνατότητα (μετά την όποια αποκάλυψη των συζητούμενων εγγράφων), να εγείρει ένσταση στην κατάθεση τους κατά τη δίκη, ακριβώς, λόγω έλλειψης (φερόμενα), σχετικότητας με τα επίδικα θέματα ως τούτη η σχετικότητα θα μπορεί να αποφασισθεί (και καταδειχθεί) συγκεκριμενοποιημένα πλέον στο στάδιο εκείνο. Κατ' ακολουθίαν, δεν μπορεί να λεχθεί πως τα δικαιώματα του εναγόμενου/καθ' ου η αίτηση θα παραβλαφθούν, ως η σχετική αντίρρηση που διατυπώνεται στην Ένσταση. Έτσι κι αλλιώς, η δικαιότητα της δίκης δεν θα αποφασισθεί τώρα, αλλά στο τέλος της υπόθεσης. Άρα, ούτε και αυτή η ένσταση του εναγόμενου/καθ' ου η αίτηση ευσταθεί. Το ότι η προηγούμενη αποκάλυψη εγγράφων φαίνεται να έγινε από άτομο εκτός των εναγόντων/αιτητών, δεν επηρεάζει την κατάληξη μια και το υπό ανάλυση ζήτημα αρχής (με τις όποιες εσωτερικές ρυθμίσεις του), εξακολουθεί να υφίσταται. Εγείρεται και θέμα κατάχρησης της δικαστικής διαδικασίας σε συνάρτηση με την παρατηρούμενη, καθώς ελέχθη από την κ. Πετρίδου, καθυστέρηση στην υποβολή του αιτήματος. Δεν διαπιστώνω κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας μήτε και υπέρμετρη καθυστέρηση, τουλάχιστον στη βάση όσων αναφέρει η ομνύουσα στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση. Έχει σημασία να σημειωθεί, ότι αναφέρεται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση πως η μνεία περί ύπαρξης νέων εγγράφων που σχετίζονται με την υπόθεση προέκυψε όχι από τους ίδιους τους διαδίκους (τους ενάγοντες/αιτητές) - οπότε και τα πυρά της κ. Πετρίδου ενδεχομένως να ήταν πιο αποτελεσματικά επί τούτω - αλλά από μάρτυρες που επιθυμούν να καλέσουν οι τελευταίοι. Κατά συνέπεια, η μεταβλητή αυτή έχει τη δική της υπόσταση σε ό,τι τώρα απασχολεί εφόσον, αυστηρώς ομιλούντες, η διαπίστωση ύπαρξης των εγγράφων εξέπιπτε του πεδίου άμεσης γνώσης των εναγόντων/αιτητών, πριν από το χρόνο που προσδιορίζουν στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση. Υποβάλλεται ένσταση και για το ότι η παρούσα αίτηση «.δεν αποσκοπεί το συμφέρον της δικαιοσύνη και περαιτέρω επηρεάζονται άμεσα τα συμφέροντα του Εναγόμενου στη παρούσα διαδικασία». Ούτε και με αυτό το λόγο συγκλίνω. Έχω ήδη αναφερθεί σε κάποιες εκφάνσεις που απαντούν, θεωρώ, στο τεθέν ερώτημα. Προσθέτω μολαταύτα πως ο όποιος ενδεχόμενος επηρεασμός ήθελεν προκύψει για τον εναγόμενο/καθ' ου η αίτηση, θα μπορούσε να θεραπευθεί δικονομικώς διά της υποβολής, φερ' ειπείν, αιτήματος για επανάκληση μαρτύρων, εάν τούτο βεβαίως κριθεί ότι δικαιολογείται υπό τις περιστάσεις. Αναφορικώς με το θέμα της καθυστέρησης, δεδομένο είναι πως υπήρξε κάποια καθυστέρηση, όχι όμως της έκτασης που εισηγείται ο εναγόμενος/καθ' ου η αίτηση και οπωσδήποτε όχι της υφής που θα μπορούσε ευλόγως να δικαιολογήσει (συνειρμό έστω), περί ύπαρξης αθέμιτων κινήτρων από μέρους των εναγόντων/αιτητών. Πάντως, το αίτημα αλλά και τα όσα το συνοδεύουν, δεν μπορούν να ταξινομηθούν εντός της παραμέτρου του ιδανικού παρά μόνο εντός της σφαίρας του οριακώς αποδεκτού. Δοσμένο τούτο και ικανό να οδηγήσει, μαζί με τα άλλα που προσπάθησα να εξηγήσω, σε έγκριση του αιτήματος. Καμιά από τις υπόλοιπες ενστάσεις του εναγόμενου/καθ' ου η αίτηση ευσταθεί και αυτό επειδή όλες συνδέονται (και απαντιούνται) από τα όσα έχουν ήδη αναλυθεί. Ενασκώ τη διακριτική μου ευχέρεια και εγκρίνω το αίτημα. Εκδίδεται διάταγμα ως το αιτητικό (A) της αίτησης. Η περαιτέρω αποκάλυψη να λάβει χώραν εντός 2 ημερών από σήμερα και η συναφής επιθεώρηση μέσα σε 2 μέρες επέκεινα. Τα έξοδα, λόγω του προχωρημένου σταδίου που βρίσκεται η υπόθεση, κρίνεται δίκαιο και ορθό όπως βαρύνουν τους ενάγοντες/αιτητές και έτσι διατάζεται. Τούτα, να υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή υπέρ του εναγομένου/καθ' ου η αίτηση και να εγκριθούν από το Δικαστήριο, στο τέλος της υπόθεσης. Θέλω, ως κατακλείδα, να υπογραμμίσω τα ακόλουθα. Στην Kipagrotiki Ltd ν Σάββα
(2002)1(Γ) ΑΑΔ 1610 - που και αυτή αφορούσε σε αποκάλυψη εγγράφων - το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε στο τέλος της απόφασης και τα ακόλουθα που θα έπρεπε πιθανώς να αποτελούσαν το φάρο των διαδίκων και στη σημερινή διαδικασία. Τονίστηκε λοιπόν από το Εφετείο, πως: «η εντύπωση μας τελικά είναι πως ένα απλό ζήτημα που θα μπορούσε να είχε αντιμετωπιστεί κατά τρόπο πρακτικό και δίκαιο με στοιχειώδη συνεννόηση, περιεπλάκη αχρείαστα». Αυτή η υπογράμμιση θα μπορούσε να τύχει και κάποιας ευρύτερης προέκτασης. Δεν θα ήταν άτοπο να καταγράψει κανείς πως έχουμε πλέον ξεφύγει από τα δικονομικά στεγανά που χαρακτήριζαν τις δικαστικές διαδικασίες παλαιότερων εποχών και των οποίων χαρακτηριστικό ήταν η υιοθέτηση τακτικών αιφνιδιασμού των αντιδίκων (trial by ambush), παρά η ελαστικότερη αντίκριση που τωρινά εφαρμόζεται (συνήθως), όπου οι διάδικοι ανοίγουν τα χαρτιά τους από πολύ νωρίς (cards on the table), δίχως εμπλοκή σε δικονομικού τύπου παρελκύσεις και αγκυλώσεις, εκτός των περιπτώσεων εκείνων βεβαίως που η αφοσίωση στη δικονομική αυστηρότητα προκύπτει ως εκ των πραγμάτων αδήριτος. (Υπ.) .......... Ν. Γ. Σάντης, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Σ.Θ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.