Interlift Ltd ν. Δαρείος Κατασκευές Λτδ, Αρ. Αγωγής: 4911/2014, 27/11/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2015:A513 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Ρασπόπουλος, πρ. Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 4911/2014 Μεταξύ: Interlift Ltd Εναγόντων - και- Δαρείος Κατασκευές Λτδ Εναγομένων Ημερομηνία: 27 Νοεμβρίου 2015 Εμφανίσεις: Ενάγοντες-Αιτητές: κ.Ρ.Λοίζίδης για Γιώργος.Ζ.Γεωργίου & Συνεργάτες ΔΕΠΕ Για Εναγόμενους - Καθ'ων η αίτηση: κα Αγνή Α. Ξυψιτή ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Οι Ενάγοντες στις 4.9.2014 καταχώρησαν εναντίον των Εναγομένων την παρούσα αγωγή με την οποία ζητούν το ποσό των €21,479,59 ως υπόλοιπο τιμήματος συμφωνίας προμήθειας και εγκατάστασης επιβατικών ανελκυστήρων σε δύο πολυκατοικίες που κατασκεύασε η Εναγομένη, και/ή υπόλοιπο εκκαθαρισμένων λογαριασμών σε σχέση με την κάθε μια από τις πιο πάνω πολυκατοικίες και/ή λόγω παράβασης σύμβασης και/ή δυνάμει των αρχών της αποκατάστασης και/ή δυνάμει των αρχών του αδικαιολόγητου πλουτισμού. Ζητούν επίσης συμφωνημένο τόκο προς 9% ετησίως και τα έξοδα της αγωγής. Ακολούθησε η καταχώριση σημειώματος εμφάνισης εκ μέρους των Εναγομένων και ακολούθως Έκθεση Υπεράσπισης. Με αυτή οι Εναγόμενοι παραδέχονται ότι συμφώνησαν την προμήθεια και εγκατάσταση επιβατικών ανελκυστήρων σε δύο πολυκατοικίες που κατασκεύασαν. Αρνούνται όμως ότι είχε συμφωνηθεί να τηρείται λογαριασμός επ ονόματι της Εναγομένης σε σχέση με κάθε μία από τις δύο πολυκατοικίες και αρνούνται την έκδοση των τιμολογίων που αναφέρονται στην Έκθεση Απαίτησης. Ισχυρίζονται περαιτέρω ότι με βάση τις συμφωνίες που είχαν με τους Ενάγοντες, οι τελευταίοι είχαν υποχρέωση μετά την τοποθέτηση των ανελκυστήρων να εξέδιδαν και παρέδιδαν στους Εναγομένους πιστοποιητικά λειτουργίας για να δύνανται οι Εναγόμενοι να υποβάλουν αιτήσεις προς το κτηματολόγιο για έκδοση τίτλων ιδιοκτησίας των διαμερισμάτων. Οι Ενάγοντες παρέλειψαν να δώσουν αυτά τα πιστοποιητικά με αποτέλεσμα να υποστούν μεγάλη ζημιά. Ισχυρίζονται περαιτέρω ότι η πληρωμή των ανελκυστήρων εγίνετο και θα εγίνετο όταν και εφόσον θα πωλούντο τα διαμερίσματα. Διατείνονται ότι για τους πιο πάνω λόγους η αγωγή είναι πρόωρη και ότι οι Ενάγοντες δεν τήρησαν την συμφωνία με αποτέλεσμα να μην μπορούν να εκδώσουν τίτλους ιδιοκτησίας και κατ' επέκταση να πωλήσουν και/ή μεταβιβάσουν διαμερίσματα στους αγοραστές. Αρνούνται δε τους λοιπούς ισχυρισμούς της Έκθεσης Απαίτησης και ειδικότερα, μεταξύ άλλων ότι οφείλουν οποιοδήποτε ποσό και/ή υπόλοιπο. Στις 2.4.2015 οι Ενάγοντες Αιτητές καταχώρησαν την υπό κρίση αίτηση με την οποία ζητούν διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσεται η διαγραφή (strike out) και/ή ο παραμερισμός της Υπεράσπισης των Εναγομένων καθ' ότι αυτή στερείται νομικού ή πραγματικού ερείσματος ή/και δεν αποκαλύπτει οποιαδήποτε βάση Υπεράσπισης και/ή καθ' ότι αυτή είναι επιπόλαια ή/και ενοχλητική (frivolous or vexatious) ή/και η συνέχιση της αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου και σκοπό έχει την καθυστέρηση της δίκαιης διεξαγωγής της διαδικασίας. Διαζευκτικά ζητείται διάταγμα με το οποίο διατάσσεται η διαγραφή (strike out) των παραγράφων 1, 5, 7 και 9 της Υπεράσπισης των Εναγομένων ως συνταχθείσες και καταχωρηθείσες για να περιπλέξουν ή/και καθυστερήσουν την όλη εκδίκαση της αγωγής ή/και να προκαλέσουν αμηχανία ή/και ως μη αναγκαίες ή/και σκανδαλώδεις ή/ και παράτυπες και/ή ενοχλητικές καθ' ότι σε αυτές γίνεται αναφορά σε άσχετα και/ή ασύνδετα με την αγωγή γεγονότα. Η αίτηση βασίζεται στους Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς Δ.19 Θ.Θ. 2, 4, 13, 14, 26, Δ.25 Θ.Θ. 1-4, Δ.27 Θ.3, Δ.48 Θ.Θ 1, 2, 3, 7, 8 και 9(
- j)και (ο), Δ.59 και Δ.64, στον Περί Δικαστηρίων Νόμο 14/1960 άρθρα 29, 30, 31 και 43, στις αρχές του Κοινοδικαίου, στην Νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου και σε οποιαδήποτε άλλη σχετική καθοδηγητική Νομολογία, καθώς επίσης και στις γενικές και συμφυείς εξουσίες και γενική πρακτική του Δικαστηρίου. Συνοδέυεται από ένορκη δήλωση του κ. Ανδρέα Νικηφόρου εκ Λευκωσίας. Ο Ενόρκως δηλών είναι ο γενικός διευθυντής των Εναγόντων. Αναφέρει ότι η έκδοση πιστοποιητικών λειτουργίας των ανελκυστήρων που έχουν εγκατασταθεί στις πολυκατοικίες των Εναγομένων ουδεμία σχέση έχει με την επίδικη συμφωνία. Ουδέποτε είχε συμφωνηθεί, είτε γραπτώς είτε προφορικώς, με τους Ενάγοντες να δοθούν τα εν λόγω πιστοποιητικά αμέσως μετά την εγκατάσταση τους, αλλά ούτε και επιβαλλόταν βάσει της συνήθους πρακτικής να δοθούν πριν να εξοφληθούν τα οφειλόμενα. Επισυνάπτει ως Τεκμήριο 1 τις συμφωνίες εγκατάστασης των δυο ανελκυστήρων που καταρτίστηκαν μεταξύ των Εναγόντων και των Εναγομένων ημερομηνίας 09.02.2011. Στα έγγραφα αυτά αναγράφεται, μεταξύ άλλων, ο τρόπος και ο χρόνος πληρωμής ήτοι με την παράδοση του ανελκυστήρα σε λειτουργία τότε γεννάται και η υποχρέωση εξόφλησης του τιμήματος. Περαιτέρω, αναφέρει ότι έχουν ήδη διευθετήσει την πιστοποίηση της ασφάλειας των δυο ανελκυστήρων και έχουν ήδη εξασφαλίσει τα πιστοποιητικά λειτουργίας τους τα οποία επισυνάπτουν ως Τεκμήρια 2 και 3. Απορρίπτει τον ισχυρισμό των Εναγομένων ότι η πληρωμή και εξόφληση των ανελκυστήρων θα γινόταν όταν και εφόσον θα πωλούνταν τα διαμερίσματα. Η εξόφληση του κόστους για την προμήθεια και εγκατάσταση των ανελκυστήρων γινόταν με τον τρόπο που προέβλεπαν οι Συμφωνίες (Τεκμήριο 1), ήτοι όταν αυτοί παραδίδονταν και τίθεντο σε λειτουργία. Ισχυρίζεται ότι οι Εναγόμενοι αναγνώρισαν την υποχρέωση τους αυτή, μέσω επιστολής 23.6.2014 που απέστειλαν στους Ενάγοντες.(Τεκμήριο 4). Αναφέρει τέλος ότι οι ανελκυστήρες βρίσκονται σε λειτουργία για δύο και πλέον χρόνια και χρησιμοποιούνται από τους ιδιοκτήτες των διαμερισμάτων στις πολυκατοικίες. Στις 11.6.2015 οι Εναγόμενοι - Καθ' ων η Αίτηση καταχώρησαν Ειδοποίηση Πρόθεσης υποβολής Ένστασης στηριζόμενη στη Δ.27 θ.3, Δ.19 Θ.5, Δ.33 Θ. 15 και Δ.48 Θ.2-4, 6, 7 και 9 των περί Πολιτικής Δικονομίας θεσμών, το Άρθρο 30.2 του Συντάγματος και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου, προβάλλοντας ως λόγους ένστασης ότι η Αίτηση στηρίζεται σε λανθασμένη και/ή ανεπαρκή νομική βάση, ότι δεν πληρούνται οι νόμιμες προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, ενώ η αίτηση πάσχει από πολλαπλότητα και ασάφεια. Περαιτέρω ισχυρίζονται Αίτηση είναι πρόωρη και καταχρηστική και γίνεται κακόπιστα (mala fide) και με πλήρη περιφρόνηση των δικαιωμάτων των Εναγομένων-Καθ' ων η Αίτηση καθότι η υπεράσπιση δεν στερείται νομικού ή πραγματικού ερείσματος. Η Ένσταση συνοδεύεται από την Ένορκη Δήλωση του Σολωμού Δαρείου ο οποίος είναι διευθυντής της Εναγομένης και ο οποίος αρνείται και απορρίπτει όλους τους ισχυρισμούς των Εναγόντων. Αναφέρει ότι τα πιστοποιητικά λειτουργίας των ανελκυστήρων είναι το τελευταίο στάδιο υλοποίησης της επίδικης συμφωνίας. Χωρίς τα πιστοποιητικά αυτά οι εναγόμενοι εμποδίζονται να εκδώσουν τίτλους ιδιοκτησίας των διαμερισμάτων με αποτέλεσμα να υποστούν ανεπανόρθωτες ζημιές. Αναφέρει επίσης ότι η πληρωμή και εξόφληση των ανελκυστήρων συνηθιζόταν να εξοφλείται με την παράδοση προς τους εναγομένους των τελικών πιστοποιητικών εγκρίσεως για την λειτουργία των ανελκυστήρων και ότι χωρίς τα πιστοποιητικά αυτά δεν υπάρχει παράδοση. Απορρίπτει επίσης τον ισχυρισμό ότι με την επιστολή Τεκμήριο 4 οι εναγόμενοι αναγνώρισαν υποχρέωση προς τους Ενάγοντες. Η Αίτηση οδηγήθηκε σε ακρόαση στις 9.10.2015 κατά την οποία οι συνήγοροι των διαδίκων ανέπτυξαν μέσω των αγορεύσεων του τις αντίστοιχες θέσεις τις οποίες έχω μελετήσει με προσοχή. Προδικαστικό Ζήτημα σε σχέση με τη Νομική Βάση Ένστασης Η Δ.48 Θ.4 ορίζει ότι η ειδοποίηση για πρόθεση υποβολής Ένστασης θα αναφέρεται στο συγκεκριμένο άρθρο του Νόμου ή στους συγκεκριμένους Διαδικαστικούς Κανονισμούς επί των οποίων βασίζεται η ένσταση και θα εξειδικεύει του συγκεκριμένους λόγους της ένστασης. Ο συνήγορος των Εναγόντων - Αιτητών ήγειρε το ζήτημα ότι η Ένσταση των Καθ' ων η Αίτηση δεν πρέπει να ληφθεί υπόψη καθότι δεν περιλαμβάνεται σε αυτήν η Δ.19 Θ.26. Όντως η Δ.19 Θ.26 απουσιάζει από την νομική βάση της Ένστασης. Έχω την άποψη ότι το θέμα πρέπει να εξεταστεί υπό το πρίσμα της Δ.64. Σε σχέση με την εξουσία που παρέχεται στο Δικαστήριο δυνάμει της Δ.64, σχετική είναι η πολύ πρόσφατη απόφαση Federal Bank of Lebanon (SAL) v. Νίκος Κ. Σιακόλας, Πολιτική Έφεση Αρ. Ε21/2013, 11/11/2015 όπου ελέχθη ότι η Δ.64 δεν καταργεί τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, παρά μόνο δίνει διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο να προβεί σε διορθωτικές κινήσεις μετά από αίτημα του ενδιαφερόμενου διαδίκου. Στην υπόθεση Γιώργος Φαλέκκου v. Κυριάκου Χριστοφίδη Πολιτική Έφεση 63/10 ημερομηνίας 17/12/2013 όπου το Εφετείο αποφάσισε με αναφορά στην υπόθεση Karl Heinz Wunderlich κ.α. ν. Παναγιώτου
(1999)1A ΑΑΔ 366, ότι από τη στιγμή που το πρωτόδικο δικαστήριο προέβη σε διαπίστωση ότι πρόκειται για θεραπεύσιμη παρατυπία, μπορούσε στην ίδια διαδικασία να θεραπεύσει την παρατυπία δυνάμει της Δ.64. Στην Wunderlich (ανωτέρω) εξετάστηκε ακριβώς η παράλειψη επίκλησης της ορθής νομοθετικής βάσης στην Αίτηση. Λέχθηκε ότι πρόκειται απλώς για μη συμμόρφωση με τους θεσμούς. Δεν πρόκειται για ουσιώδη ή θεμελιώδη παράλειψη ούτε για παραβίαση βασικών νομικών αρχών. Ως εκ τούτου η σημειωθείσα παράλειψη ισοδυναμεί με παρατυπία η οποία είναι θεραπεύσιμη. Καθορίστηκαν επίσης τα κριτήρια άσκησης της σχετικής διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Ένας από τους κύριους λόγους που λαμβάνονται υπόψη υπέρ της άρσης της παρατυπίας είναι να μην οδηγήσει σε πασιφανή αδικία την άλλη πλευρά. Επίσης η παραίτηση της άλλης πλευράς, με τρόπο ρητό ή εξυπακουόμενο, από το δικαίωμα που της παρέχεται λόγω της παρατυπίας αποτελεί καλό λόγο για να γίνει αποδεκτή η παρατυπία. Η νέα Δ.64 είναι διατυπωμένη με τρόπο που παρέχει στο δικαστήριο την ευρύτερη δυνατή εξουσία για να απονέμει δικαιοσύνη. Στην παρούσα περίπτωση δεν βλέπω με ποιο τρόπο η θεραπεία της παρατυπίας θα βλάψει δυσμενώς τα συμφέροντα των Αιτητών. Απεναντίας κρίνω ότι θα είναι προς το συμφέρον της ορθής απονομής δικαιοσύνης η άρση της παρατυπίας ώστε η ειδοποίηση πρόθεσης Ένστασης να ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο. Σημειώνω ότι αν και υπήρχε η δυνατότητα στους Ενάγοντες - Αιτητές να εγείρουν το ζήτημα στην προηγούμενη της ακρόασης δικάσιμο, ήτοι στις 26.6.2015 εντούτοις το θέμα αφέθηκε να εξεταστεί στα πλαίσια της ακρόασης της Αίτησης. Θεωρώ ότι εφόσον οι Ενάγοντες προτίθεντο να εγείρουν το ζήτημα όφειλαν να το είχαν πράξει εγκαίρως ώστε να δώσουν στην άλλη πλευρά να προβεί ενδεχομένως σε διαβήματα για άρση της παρατυπίας. Σε κάθε περίπτωση δεν έχει τεθεί ενώπιον μου οτιδήποτε που να οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η πλευρά των Αιτητών έχει επηρεαστεί δυσμενώς από την παρατυπία ή ότι δεν γνωρίζει επακριβώς ποια είναι η νομική και πραγματική θέση της άλλης πλευράς. Εν όψει όλων των πιο πάνω θεωρώ ότι η παρατυπία είναι θεραπεύσιμη και εκδίδεται διάταγμα απαλλαγής από αυτή. Νομική Πτυχή Η Δ.19 Θ.26 και η Δ.27 Θ.3 είναι οι δικονομικές διατάξεις που επιτρέπουν την επέμβαση του Δικαστηρίου στο δικόγραφο ενός διαδίκου κατά παρέκκλιση του θεμελιακού κανόνα ότι το Δικαστήριο δεν επιβάλλει στα μέρη τον τρόπο με τον οποίο θα πλαισιώσουν την υπόθεσή τους. Αν και τόσο η Δ.19 Θ.26 όσο και η Δ.27 Θ.3 αφορούν διαγραφή δικογράφου, εντούτοις η εμβέλεια τους είναι διαφορετική. Η δυνάμει της Δ.27 Θ.3, εξουσία του Δικαστηρίου μπορεί να φτάσει μέχρι το σημείο έκδοσης απόφασης ή απόρριψης αγωγής. Από την άλλη έχει νομολογηθεί ότι η Δ.19 θ.26 περιορίζεται στη διαγραφή μέρους του δικογράφου και όχι ολόκληρης της αγωγής. (βλ. Σιακόλας ν. Federal Bank of Lebanon
(1998)1 Γ ΑΑΔ 1338, 1343). Επίσης έχει νομολογηθεί με τη διάταξη Δ.19 Θ.26 δεν επιχειρείται εξέταση της εγκυρότητας του δικογράφου, αφού αυτό είναι ζήτημα που εξετάζεται δυνάμει της Δ.27. θ.3. (βλ. Cyber Group Ltd v. Χαραλαμπίδη κ.α.
(2004)1 (Γ) Α.Α.Δ 1852, 1860) Είναι καλά θεμελιωμένη στη νομολογία αρχή ότι η τήρηση των κανόνων σύνταξης δικογράφων είναι καίριας σημασίας για την αποτελεσματική διεξαγωγή της δίκης. Παραπέμπω σχετικά στην υπόθεση Παγκύπριος Εταιρεία Αρτοποιών Λτδ v. Σαββίδη
(1997)1(Β) ΑΑΔ 685 όπου λέχθηκε ότι τα δικόγραφα καθορίζουν το πλαίσιο της δίκης. Η σύνταξή τους διέπεται από ιδιαίτερους δικονομικούς κανόνες που ενσωματώνονται στη Δ.19 και διασφαλίζουν την αποτελεσματική διεξαγωγή της δίκης. Το Ανώτατο Δικαστήριο χαρακτήρισε τον Θ. 4 της ίδιας διάταξης ως τον πιο θεμελιακό κανόνα σύμφωνα με τον οποίο τα δικόγραφα πρέπει να περιέχουν μόνο απαραίτητους και ουσιώδεις ισχυρισμούς και ότι η μαρτυρία για απόδειξη των επίδικων θεμάτων δεν έχει θέση στα δικόγραφα. Τονίστηκε ότι η διατύπωση και η παρουσίαση της υπόθεσης πρέπει να είναι λιτή χωρίς πλατειασμούς. (βλ. επίσης Αγγελίδου Μιράντα ν. Σοφοκλή Μούσουλου,
(2012)1 Α.Α.Δ. 1846. Όπως επεξηγείται στην Cyber Group Ltd v. Χαραλαμπίδης (ανωτέρω) η Δ.19 Θ. 26 επιτρέπει τη διαγραφή δικογράφου το οποίο είναι μη αναγκαίο ή σκανδαλώδες ή τείνει να προκαταλάβει ή επηρεάσει τη δίκαιη εκδίκαση της αγωγής και έχει ως κύριο σκοπό τη συμμόρφωση των διαδίκων με τους κανόνες σύνταξης δικογράφων. Όμως δεν είναι κανόνας η διαγραφή δικογράφου ή μέρους αυτού όταν με κάποιο τρόπο υπάρχει παράβαση των δικονομικών κανόνων σύνταξης. Απεναντίας, η διαγραφή αποτελεί την σπάνια εξαίρεση. Στην Vector Onega A.G. v. του πλοίου Μ/V Girvas κ.α.
(2000)1Α Α.Α.Δ 16 με αναφορά σε Αγγλική και Κυπριακή Νομολογία τονίζεται το δικαίωμα των διαδίκων να καθορίζουν ελεύθερα τα δικόγραφα τους και η αρχή ότι διαγραφή μπορεί να γίνει μόνο σε εμφανείς και ξεκάθαρες περιπτώσεις παράβασης των κανόνων σύνταξης δικογράφων. Στο σύγγραμμα Bullen & Leake, 12η Έκδοση, σελ. 146-148 κάτω από τον τίτλο "Pleadings Tending to Prejudice, Embarrass or Delay Fair Trial" αναφέρεται ότι ένα δικόγραφο τείνει να προκαταλάβει, προσβάλει ή καθυστερήσει τη δίκαιη εκδίκαση της αγωγής εάν είναι διφορούμενο ή ακατανόητο ή περιέχει άσχετα θέματα και έτσι εγείρει άσχετα ζητήματα τα οποία δυνατόν να προκαλούν έξοδα, ανωμαλία και καθυστέρηση και ως εκ τούτου τείνουν να επηρεάσουν δυσμενώς τη δίκαιη δίκη. Για παράδειγμα εάν ένας εναγόμενος δεν καθιστά σαφές σε ποια έκταση η απαίτηση του Ενάγοντος είναι αποδεκτή τότε το δικόγραφο του είναι προσβλητικό. Στην υπόθεση Soboh Petroleum (Cyprus) Ltd ν. Hussein Ali Abdallah H κ.α., Πολιτική ΄Εφεση Αρ. 69/2011, ημερομηνίας 19.7.2013 με παραπομπή στο Annual Practice, 1958, σελ. 477-479, λέχθηκε ότι η φράση «τείνουν να επηρεάσουν δυσμενώς, να προκαλέσουν αμηχανία, ή να καθυστερήσουν τη δίκαιη δίκη της αγωγής» έχει ερμηνευθεί φιλελεύθερα από τα δικαστήρια, έτσι ώστε απλή πολυλογία να μην προκαλεί αμηχανία. Όπως αναφέρεται και στο Annual Practice, 1958 σελ. 477, απλώς και μόνο το γεγονός ότι το δικόγραφο περιλαμβάνει κάποιο αχρείαστο (unnecessary) θέμα δεν είναι αρκετό για διαγραφή του αν κατά τα άλλα δεν προκαλεί βλάβη. Για παράδειγμα, εάν δικογραφούνται σημαντικά θέματα αλλά σε αχρείαστη έκταση δεν θα διαγραφούν απλώς και μόνο για αυτό το λόγο. Εάν όμως δικογραφούνται γεγονότα τόσο άσχετα τα οποία μπορεί να συνεπάγονται έξοδα, ταλαιπωρία και καθυστέρηση τότε πρέπει να διαγράφονται γιατί θα επηρεάσουν τη δίκαιη διεξαγωγή της δίκης. Στο σύγγραμμα Bullen & Leake, 12η Έκδοση στην σελίδα 144 αναφέρεται επίσης ποιο είναι το δικόγραφο το οποίο θεωρείται σκανδαλώδες (scandalous). Ειδικότερα, ισχυρισμοί σε ένα δικόγραφο θεωρούνται σκανδαλώδεις αν εκθέτουν ζητήματα που είναι προσβλητικά ή ανέντιμα ή που μόνο σκοπό έχουν να επηρεάσουν δυσμενώς τον αντίδικο. Επίσης, αχρείαστοι ή επουσιώδεις ισχυρισμοί θα διαγραφούν ως σκανδαλώδεις αν θίγουν τον αντίδικο ή αποδίδουν σε αυτόν ή οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο κατηγορία για αθέμιτη διαγωγή ή συμπεριφορά ή κακή πίστη. Από την άλλη ένας τέτοιος σκανδαλώδης ισχυρισμός δεν θα διαγραφεί εάν είναι αναγκαίος ή σχετικός με οποιοδήποτε επίδικο θέμα. Η ίδια αυστηρότητα παρατηρείται στη νομολογία και σε σχέση με την Δ.27 Θ. 3 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών. Έχει επισημανθεί ότι η διαγραφή δικογράφου συνιστά εξαιρετικό μέτρο το οποίο θα πρέπει να ασκείται με φειδώ και το οποίο δικαιολογείται μόνο όταν αδιαμφισβήτητα το δικόγραφο στερείται νομικού ή πραγματικού ερείσματος ή είναι αναντίλεκτα ανυπόστατο. (βλ. Drummond - Jackson v. British Μ. Ass. & Others [1970] 1 All E.R. 1094, Ιn Re Pelmako Development Ltd
(1991)1 Α.Α.Δ. 246). Η Δ.27 Θ.3 αφορά το κατά πόσον η βάση αγωγής ή υπεράσπισης που αποκαλύπτεται με τα δικόγραφα έχει βάση συζήτησης (no reasonable cause of action or answer), ή στην περίπτωση που αυτή φαίνεται ότι είναι επιπόλαιη ή ενοχλητική (frivolous or vexatious), το Δικαστήριο έχει τη διακριτική ευχέρεια να απορρίψει την απαίτηση ή την υπεράσπιση. Σύμφωνα με το σύγγραμμα Βullen and Leake and Jacob's Precedents of Pleadings (12η έκδοση) στη σελ. 144 σε τέτοια αίτηση το ερώτημα που τίθεται δεν θα πρέπει να είναι κατά πόσο αποκαλύπτεται καλή βάση Αγωγής αλλά αν αποκαλύπτεται μια εύλογη βάση Αγωγής ή Υπεράσπισης. Πρόσθετα στην Κύπρο η θεραπεία αυτή θα πρέπει να εξετάζεται σε συνδυασμό με τις πρόνοιες του Άρθρου 30 του Συντάγματος που καθιερώνει το δικαίωμα κάθε διαδίκου να προσφεύγει στο Δικαστήριο και να προβάλλει τις θέσεις του. Επίσης στο ίδιο σύγγραμμα στη σελ. 145 αναφέρεται ότι μια αγωγή ή ένα δικόγραφο είναι επιπόλαιο (frivolous) όταν δεν έχει ουσιαστικό υπόβαθρο και είναι ενοχλητικό (vexatious) όταν δεν γίνεται με καλή πίστη και έχει σκοπό την καταπίεση ή να προκαλέσει στην άλλη πλευρά αγωνία, ταλαιπωρία και έξοδα. Εφόσον το δικόγραφο αποκαλύπτει κάποια αιτία Αγωγής ή Υπεράσπισης ή εγείρει κάποιο ζήτημα το οποίο είναι κατάλληλο για να αποφασιστεί από το Δικαστήριο, το απλό γεγονός ότι η υπόθεση είναι αδύνατη και δεν ενδέχεται να πετύχει, δεν αποτελεί λόγο για τη διαγραφή του (βλ. Annual Practice 1953, σελ. 575 και Moore v. Lawson, 31 T.L.R 418, C.A). Ούτε επίσης είναι επιτρεπτή η εξέταση σε βάθος της Υπεράσπισης. Η υπό κρίση Αίτηση Η αντιδικία των μερών εστιάζεται στο κατά πόσον ο χρόνος πληρωμής των ανελκυστήρων ήταν με την θέση τους σε λειτουργία ή αργότερα με την παράδοση των πιστοποιητικών λειτουργίας και την πώληση των διαμερισμάτων. Η πλευρά των Εναγόντων προς επίρρωση της θέσης της παρουσίασε τα συμφωνητικά έγγραφα πώλησης των ανελκυστήρων. Η πλευρά των Εναγομένων υποστηρίζει ότι σαν θέμα πρακτικής στην συνεργασία των μερών, η πληρωμή των ανελκυστήρων γινόταν με την παράδοση των τελικών πιστοποιητικών εγκρίσεως για την λειτουργία των ανελκυστήρων και ότι χωρίς τα πιστοποιητικά αυτά δεν υπάρχει παράδοση των ανελκυστήρων. Υπάρχει επομένως διάσταση των ισχυρισμών των διαδίκων ως προς το περιεχόμενο και την ερμηνεία των όρων της σύμβασης ανάμεσα τους και ειδικότερα ως προς το πότε θεωρείται ότι συντελείται η παράδοση των ανελκυστήρων. Το ζήτημα είναι ιδιαίτερα σημαντικό καθότι τυχόν αποδοχή της μια ή της άλλης θέσης διαφοροποιεί τα πράγματα. Ο χρόνος εκπλήρωσης μιας συμβατικής υποχρεώσης μπορεί να καθορίζεται με αναφορά στην επέλευση κάποιου γεγονότος Κωνσταντινίδης ν. Level Tachxcavs Ltd
(1994)1 Α.Α.Δ. 600. Τέτοιος όρος υπάρχει στις γραπτές συμφωνίες που παρουσιάστηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου στα πλαίσια της παρούσας Αίτησης. Αυτός προνοεί ότι η τελική εξόφληση θα γίνει με την παράδοση του ανελκυστήρα σε λειτουργία. Πλην όμως η ερμηνεία και εφαρμογή των όρων αυτών θα εξεταστεί αφού ακουστεί μαρτυρία σχετική με την εκτέλεση των εν λόγω συμφωνιών. Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα Chitty on Contracts, General Principles 27η έκδοση, παραγρ.12-002, σελ. 559, μια συμφωνία μπορεί να συναφθεί εν μέρει προφορικά και εν μέρει γραπτώς. Περαιτέρω, πολλές συμφωνίες μπορεί να γίνουν μόνο προφορικά ή να περιλαμβάνονται σε έγγραφα που δεν υπογράφηκαν από το επηρεαζόμενο μέρος. Σε τέτοιες περιπτώσεις πρέπει να αποδεικνύεται τί αποτελεί το περιεχόμενο της συμφωνίας και έχει δεσμευτική ισχύ. Έτσι και στην παρούσα περίπτωση υπάρχουν αντικρουόμενοι ισχυρισμοί ως προς το περιεχόμενο της μεταξύ των μερών συμφωνίας. Πρέπει επομένως να αποδειχτεί το ακριβές περιεχόμενο της συμφωνίας. Αυτό βεβαίως μπορεί να γίνει μόνο μετά από πλήρη κατ' αντιμωλία δίκη και όχι στα πλαίσια της παρούσας Αίτησης. Δεν μου διαφεύγει ότι ο κανόνας είναι ότι δεν επιτρέπεται σε διάδικο να διαφοροποιήσει γραπτή συμφωνία προσκομίζοντας εξωγενή μαρτυρία. Στον κανόνα όμως υπάρχουν και εξαιρέσεις. Πέρα από το κείμενο της γραπτής συμφωνίας μπορεί να υπάρξει και παράλληλη προφορική συμφωνία (collateral agreement) και το δικαστήριο έχει δικαίωμα να εξετάζει και οφείλει να εξετάζει όλη τη μαρτυρία από την αρχή μέχρι το τέλος ούτως ώστε να διαπιστώσει τι συμφωνία είχε επιτευχθεί μεταξύ των μερών (βλ. Μarketventures Ltd v. Δικωμίτη
(2009)1 A.A.Δ. 383) Επομένως, χωρίς βεβαίως να εξετάζω σε αυτό το στάδιο την βαρύτητα τους, δεν θεωρώ ότι οι ισχυρισμοί των Εναγομένων που περιέχονται στην παράγραφο 5 της Έκθεσης Υπεράσπισης είναι αχρείαστοι ή άσχετοι με τα επίδικα θέματα. Ούτε είναι σκανδαλώδεις ή τέτοιοι που να τείνουν να προκαλέσουν καθυστέρηση στην εκδίκαση της υπόθεσης ή αμηχανία στην άλλη πλευρά. Όπως ήδη λέχθηκε διαγραφή δικογράφου ή μέρους αυτού συνιστά εξαιρετικό μέτρο το οποίο θα πρέπει να ασκείται με φειδώ και το οποίο δικαιολογείται μόνο όταν αδιαμφισβήτητα το δικόγραφο στερείται νομικού ή πραγματικού ερείσματος ή είναι αναντίλεκτα ανυπόστατο. Εδώ δεν έχει καταδειχθεί ότι το δικόγραφο των Εναγομένων αδιαμφησβήτητα στερείται νομικού ή πραγματικού ερίσματος. Εξάλλου όπως λέχθηκε στην Athina Leathergoods Ltd ν. Ιωακείμ Χαραλάμπους κ.α.,
(2000)1 Α.Α.Δ. 787, δεν διαγράφεται ισχυρισμός ως προκαλών αμηχανία απλώς επειδή ο αντίδικος ισχυρίζεται ότι είναι αναληθής. Επίσης στο σύγγραμμα Bullen & Leake, 12η Έκδοση, σελ. 148 A pleading is not embarrassing merely because it is probable that the allegations made may ultimately turn out to be untrue in fact or because points of law are stated or alleged which may then turn out to be bad. Τα ίδια ισχύουν και σε σχέση με τις παραγράφους 1,7 και 9 των οποίων επίσης ζητείται η διαγραφή. Η παράγραφος 1 είναι απόλυτα σχετική με την παράγραφο 5 και αφορά τον ισχυρισμό των Εναγομένων ότι οι Ενάγοντες παρέλειψαν να παραδώσουν τα πιστοποιητικά λειτουργίας των ανελκυστήρων. Σημειώνω ότι οι παράγραφοι 7 και 9 αφορούν γενική άρνηση του χρέους των Εναγομένων προς του Ενάγοντες. Μπορεί οι εν λόγω παραγράφοι να χαρακτηρίζονται από γενικότητα αλλά τούτο δεν σημαίνει ότι πρέπει να διαγραφούν. Είναι όντως νομολογημένο ότι η γενική άρνηση των ισχυρισμών που προσδιορίζουν την απαίτηση δεν εξυπακούει και την προβολή άλλων θετικών γεγονότων, τα οποία είτε την αποδυναμώνουν ή την καθιστούν ανεδαφική (βλ. Παπαγεωργίου ν. Κλάππα
(1991)1 Α.Α.Δ. 24). Δεν παυει όμως να είναι άρνηση που καθιστά τους ισχυρισμούς της Έκθεσης Απαίτησης επίδικα θέματα. Προσθέτω στα πιο πάνω ότι υπάρχει δυνατότητα, εάν οι Ενάγοντες αισθάνονται ότι η υπεράσπιση δεν παρέχει επαρκείς λεπτομέρειες γεγονότων, να αποταθούν για περαιτέρω και καλύτερες λεπτομέρειες δυνάμει της Δ.19 Θ.Θ. 6,7 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. (βλ. Annual Practice 1958 σελ 479 όπου αναφέρεται ότι «Where a pleading is defective only in not containing particulars to which the other side is entitled, application should be made for "a further and better statement of the nature of the claim or defence" under r. 7, and not for an order to strike out the pleading under this Rule. Striking out is employed only in plain and obvious cases.) Για τους ίδιους λόγους δεν μπορεί να επιτύχει βεβαίως και η διαγραφή ολόκληρης της Έκθεσης Υπεράσπισης δυνάμει της Δ.27 Θ.3. Το δικόγραφο των Εναγομένων δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως ανυπόστατο ή ως επιπόλαιο ή ενοχλητικό. Εν όψει των πιο πάνω η παρούσα Αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ των Εναγομένων - Καθ' ων η Αίτηση και εναντίον των Εναγόντων - Αιτητών. Αυτά να υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και να εγκριθούν από το Δικαστήριο. Είναι πληρωτέα στο τέλος της αγωγής. [Υπ.] Χ. Ρασπόπουλος, πρ. Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο